Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟΥΡΚΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΤΟΥΡΚΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΤΑΞΙΑΡΧΟΥ ε.α. κ ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΗΝΑΓΙΑ : ΤΟΥΡΚΙΑ, ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΣΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΔΙΚΤΑΤΟΡΙΑ;

Του Χρήστου Μηνάγια
Ταξίαρχου ε.α. Συγγραφέως μέλους ΕΛΙΣΜΕ
Μετά την απόπειρα πραξικοπήματος στην Τουρκία, στις 15/07/2016, γεννάται το ερώτημα εάν ο Πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας, Recep Tayyip Erdoğan, θα αξιολογήσει τα βαθύτερα αίτια που οδήγησαν τη χώρα του σε αυτήν την κρίση ή θα επικεντρώσει τη στρατηγική του σε ένα κυνήγι μαγισσών, συνεχίζοντας παράλληλα τις διαδικασίες της πολιτικής δικτατορίας που οραματίζεται με καταλυτική ημερομηνία την αλλαγή του πολιτεύματος σε μια μορφή προεδρικής ή ημιπροεδρικής δημοκρατίας.
Το Μάρτιο του 2014, ο Tayyip Erdoğan, φοβούμενος την εκδήλωση κάποιου κινήματος από τον στρατό το οποίο θα έθετε σε κίνδυνο το ηγεμονικό του όραμα προέβη σε μια άτυπη συμμαχία με την κορυφή της πυραμίδας των ενόπλων δυνάμεων της χώρας, απελευθερώνοντας σε πρώτη φάση τους στρατιωτικούς που καταδικάσθηκαν με βαρύτατες ποινές λόγω της εμπλοκής τους στην υπόθεση Εργκένεκον και Βαριοπούλα. Ακολούθως, εκχωρήθηκε το δικαίωμα στους στρατηγούς αφενός να έχουν πιο ενεργό ρόλο στη διαχείριση του κουρδικού προβλήματος, αφετέρου να αναπτύσσουν πρωτοβουλίες σε θέματα που αφορούν στους κεντρικούς άξονες της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Συνεπώς, πίσω από τον Erdoğan, ο οποίος αυτοπροβαλλόταν ως ο αποκλειστικός διαχειριστής της εξουσίας της χώρας, βρισκόταν το αναβαθμισμένο πλέον με πολιτική ισχύ Γενικό Επιτελείο Ενόπλων Δυνάμεων.

Ένα δεύτερο ζήτημα που τίθεται είναι ότι το γενικό επιτελείο γνώριζε πολύ καλά τις διαστάσεις που είχε λάβει η διείσδυση του κινήματος Fethullah Gülen στον κρατικό μηχανισμό, ωστόσο η τουρκική κυβέρνηση δεν ενέκρινε τη διεξαγωγή μιας ολοκληρωτικής εκκαθαριστικής επιχείρησης των πυρήνων του εν λόγω ιμάμη. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι αξιολογήθηκαν τα προβλήματα που θα προέκυπταν, με σημαντικότερο η αλλοίωση της αλυσίδας διοικήσεως τους στρατού, η οποία είχε συνάψει στενούς δεσμούς με τον Erdoğan τόσο σε υπηρεσιακό, όσο σε προσωπικό επίπεδο.
Η ανατομία της απόπειρας πραξικοπήματος στην Τουρκία
Στο ερώτημα εάν η τουρκική κυβέρνηση είχε την επίγνωση της κατάστασης που υπήρχε στο εσωτερικό των ενόπλων δυνάμεων, η απάντηση είναι ΝΑΙ και τούτο επιβεβαιώνεται έμμεσα αλλά με αρκετή σαφήνεια από τα εξής:
Πρώτον, ο συντάκτης του παρόντος στο βιβλίο του με τίτλο «Αποκαλύπτοντας τον Τουρκικό Λαβύρινθο-Ισλάμ και Πολιτική στην Τουρκία, 2014, σελ. 87» είχε αναφέρει τα εξής: «Ο τουρκο-ισλαμικός μηχανισμός του Ερντογάν χρειάζεται επιπλέον 4 έως 5 χρόνια για να ελέγξει πλήρως τις ένοπλες δυνάμεις, ώστε αυτές να αποδεχθούν πλήρως μια νέα θεσμική ταυτότητα και μια νέα στρατιωτική φιλοσοφία, δεδομένου ότι οι μελλοντικοί θρησκευόμενοι αρχηγοί των γενικών επιτελείων, προς το παρόν (2014), κατέχουν το βαθμό του υποστρατήγου και ταξιάρχου. Συνακόλουθα δε, Τούρκοι αναλυτές θεωρούν ότι η στρατηγική αποκαθήλωση των στρατιωτικών θα επιτευχθεί εφόσον ψηφισθεί το νέο Σύνταγμα και υλοποιηθεί το όραμα του Ερντογάν να εκλεγεί πρόεδρος της Δημοκρατίας, σε ένα νέο πολίτευμα προεδρικής ή ημιπροεδρικής δημοκρατίας. Για τη συγκεκριμένη άποψη ο Τούρκος δημοσιογράφος Şahin Alpay (εφημερίδα Zaman, 28-09-2013) ανέφερε ότι, τα τελευταία χρόνια μπορεί να έχει καμφθεί η παρεμβατικότητα του στρατού στην πολιτική, ωστόσο αυτός διατηρεί ακόμη ένα πολιτικό ρόλο με ιδιαίτερη βαρύτητα και μια σημαντική αυτονομία. Δεν μπορούμε να πούμε ότι από τούδε και στο εξής δεν θα γίνει πραξικόπημα, αλλά αυτό αποτελεί ένα ακραίο ενδεχόμενο.».
Και δεύτερον, στις 23-06-2016, η δημοσιογράφος Ασλί Αϊντίντασμπας σε άρθρο της στην εφημερίδα Cumhuriyet ανέφερε τα εξής: «Το κύριο ερώτημα αφορά στο εάν η Τουρκία τελεί υπό έλεγχο ή έχει τεθεί εκτός ελέγχου και οδεύει προς την ακυβερνησία… Δεν θεωρώ ότι η Τουρκία τελεί υπό τον έλεγχο του Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος είναι ο πιο ισχυρός και κραταιός άνδρας της χώρας. Ο Ερντογάν μπορεί να σχηματίζει κυβερνήσεις, να προετοιμάζει τα κείμενα των νόμων, να ομιλεί καθημερινά στους τηλεοπτικούς σταθμούς, να σφετερίζεται τις δημοτικές αρχές, να επιτροπεύει σε εταιρείες, ωστόσο δεν δεσπόζει ούτε στην Τουρκία, ούτε στον κρατικό μηχανισμό.  Εν τω μεταξύ, ποιος είναι ο ρόλος του στρατού;… Όλοι βλέπουμε ότι, οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις αναβάθμισαν την αξία τους, καθορίζουν την πορεία του κουρδικού προβλήματος και έχουν το πάνω χέρι σε ό,τι έχει να κάνει με τις εξελίξεις στη νοτιοανατολική Τουρκία…. Εντούτοις υπάρχει μια πραγματικότητα. Η δομή του στρατού δεν διαθέτει το όραμα και την ισχύ που απαιτούνται για να διαβάσει σωστά την πορεία των πραγμάτων στην Τουρκία  και να μπορέσει να κυβερνήσει τη χώρα... Με τα άρματα και τα όπλα μπορούν να προστατεύσουν τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και να διαχειρισθούν τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Όμως, δεν είναι σε θέση ούτε να χαράξουν την πορεία της Τουρκίας, ούτε να κατευθύνουν τις εξελίξεις και ούτε προβλέπεται να τα επιχειρήσουν αυτά. Συνεπώς, κανένας δεν έχει τον έλεγχο της ζοφερής πορείας που διάγει η Τουρκία. Συμπεριλαμβανομένου και του Ταγίπ Ερντογάν κανένας δεν ωφελείται από την κατάσταση αυτή, η οποία τείνει να γίνει  μη αναστρέψιμη.» (βλ. άρθρο του συντάκτη του παρόντος με τίτλο «Ποιός έχει τον έλεγχο της ζοφερής πορείας που διάγει η Τουρκία;» που δημοσιεύθηκε στις 14-07-2016 παραμονή του πραξικοπήματος στην Τουρκία).
Η επιχείρηση διεξαγωγής πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου με κωδική ονομασία Yıldırım (Κεραυνός) δεν πραγματοποιήθηκε εντός του πλαισίου της αλυσίδας διοικήσεως και δεν είχε τη στήριξη της στρατιωτικής ηγεσίας (σ.σ. τούτο θεωρείται πολύ σημαντικό τρωτό σημείο), λαμβανομένου υπόψη ότι οι κύριοι αντικειμενικοί σκοποί της αρχικής φάσης ήταν η δολοφονία του Προέδρου της Δημοκρατίας και η σύλληψη των αρχηγών των γενικών επιτελείων. Σημειωτέον ότι εάν το πραξικόπημα οργανωνόταν από το γενικό επιτελείο, πιθανόν το πρωί της 16ης Ιουλίου η Τουρκία να βρισκόταν αντιμέτωπη με μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα. Επίσης, μια άλλη εξέλιξη που επέφερε αρνητικά αποτελέσματα οφείλεται στην εσπευσμένη έναρξη του πραξικοπήματος τις νυκτερινές ώρες της 15ης Ιουλίου και όχι στις 03.00 ώρα της επόμενης ημέρας όπως είχε σχεδιασθεί, αφού η στρατιωτική ηγεσία ενημερώθηκε για τις προθέσεις των στασιαστών στις 17.00 ώρα της 15ης Ιουλίου.
Η διαμάχη και ο ανταγωνισμός που υπήρχε εντός των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, μεταξύ αυτών που συμμάχησαν με τον Erdoğan από τη μια πλευρά και εκείνων που αντιτάσσονταν στην ερντογανική ηγεμονία από την άλλη, ήταν ένα από τα αίτια που οδήγησαν την Τουρκία σε αυτήν την κρίση. Εν προκειμένω θα λέγαμε ότι επί του παρόντος δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να μπορούν να στοιχειοθετήσουν την εκτίμηση εάν οι πραξικοπηματίες είναι ακραίοι κεμαλιστές ή οπαδοί του κινήματος Gülen. Παρόλα αυτά κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί ακολούθως η ανακοίνωση των πραξικοπηματιών που αναρτήθηκε στην επίσημη ιστοσελίδα του τουρκικού Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων στις 00.45 ώρα της 16-07-2015: «Αξιότιμοι πολίτες της Δημοκρατίας της Τουρκίας. Συνεχίζονται συστηματικά οι παραβιάσεις του Συντάγματος και των νόμων. Η οντότητα των βασικών χαρακτηριστικών του κράτους και των ζωτικής σημασίας θεσμών-φορέων τελούν υπό μια σοβαρή απειλή. Έχει ξεκινήσει η εκπόνηση ενός σχεδίου διαμόρφωσης όλων των φορέων του κράτους, συμπεριλαμβανομένων και των ενόπλων δυνάμεων, με ιδεολογικά κριτήρια με αποτέλεσμα οι εν λόγω φορείς να μην μπορούν να εκτελέσουν τα καθήκοντα τους. Λόγω της απερισκεψίας, των λαθών, ακόμη και της προδοσίας που ενυπάρχουν στον πρόεδρο της Δημοκρατίας και τους αρμοδίους της κυβέρνησης αμαυρώθηκαν τα δικαιώματα και οι ελευθερίες, καθώς επίσης καταργήθηκαν εμπράκτως ο κοσμικός χαρακτήρας του κράτους και η έννομη τάξη που στηρίζονται στο διαχωρισμό των εξουσιών (σ.σ. εκτελεστική, νομοθετική και δικαστική εξουσία). Το κράτος απώλεσε το κύρος-αξιοπρέπεια-φερεγγυότητα που του αξίζει και δικαιούται να έχει στο διεθνές περιβάλλον. Η χώρα μας μετατράπηκε σε μια χώρα που διοικείται με αυταρχισμό, ο οποίος στηρίζεται στο φόβο παραμερίζοντας τα οικουμενικά βασικά ανθρώπινα δικαιώματα. Οι λανθασμένες αποφάσεις της πολιτικής διακυβέρνησης κλιμάκωσαν την τρομοκρατία στοιχίζοντας τη ζωή πολλών αθώων πολιτών και στελεχών των δυνάμεων ασφαλείας που επιχειρούσαν κατά των τρομοκρατών. Η παρανομία και η καταλήστευση που επικρατεί στον κρατικό μηχανισμό έλαβαν σοβαρές διαστάσεις, ενώ το νομικό σύστημα που θα έπρεπε να αντιταχθεί σε αυτήν την κατάσταση έχει απενεργοποιηθεί…».
Ένας άλλος παράγοντας που συνετέλεσε στη αποτυχία της επιχείρησης Yıldırım αφορά στο ότι αυτή δεν έτυχε της στήριξης όχι μόνο των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά ακόμη και από τον Gülen, ο οποίος γνωστοποίησε δημοσίως την αποστασιοποίηση του, τη στιγμή μάλιστα που το πραξικόπημα βρισκόταν σε εξέλιξη. Φυσικά, εάν το πραξικόπημα καθοδηγείτο από τη φυσική ηγεσία των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, δεν είναι σίγουρη η στάση που θα τηρούσαν τα Δυτικά Κέντρα Ισχύος.
Επίσης κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι στην αποτυχία των πραξικοπηματιών να επιβάλλουν τη θέληση τους συνετέλεσε η στάση που τήρησαν όλα το πολιτικά κόμματα, η τοπική αυτοδιοίκηση και οι κοινωνικές οργανώσεις συντασσόμενοι στο πλευρό της τουρκικής κυβέρνησης, ειδικότερα μάλιστα μετά τις τηλεφωνικές παρεμβάσεις του Tayyip Erdoğan σε τηλεοπτικούς σταθμούς, μεταξύ των οποίων και μερικοί που είχαν υποστεί διώξεις από την τουρκική κυβέρνηση. Ειδικότερα, αρκετοί δήμαρχοι τοποθέτησαν τα μηχανήματα που διέθεταν στις πύλες των στρατοπέδων προκειμένου να απαγορευθεί η έξοδος των στρατιωτικών μονάδων, καθώς επίσης στους διαδρόμους προσγειώσεως συγκεκριμένων αεροδρομίων προκειμένου να απαγορευθεί η προσγείωση και η απογείωση αεροσκαφών που θα υποστήριζαν τους στασιαστές. Μάλιστα, οι εξελίξεις αυτές δημιούργησαν ένα σημαντικό ρήγμα στο μέτωπο των στασιαστών, οι οποίοι στη συνέχεια άρχισαν να κάνουν το ένα λάθος μετά το άλλο, μεταξύ των οποίων και ο βομβαρδισμός του τουρκικού κοινοβουλίου.
Σε ό,τι έχει να κάνει με την αστυνομία και μέχρι να οριστικοποιηθεί εάν το πραξικόπημα ήταν υπό την καθοδήγηση ή όχι των αρχηγών των γενικών επιτελείων, αυτή δεν επέδειξε καμία σοβαρή αντίδραση. Αντιθέτως, υπήρξαν περιπτώσεις που Τούρκοι αστυνομικοί διευκόλυναν μέσω του ελέγχου της κυκλοφορίας συγκεκριμένες στρατιωτικές μονάδες να βγάλουν τα άρματα στους δρόμους. Όταν όμως διαπιστώθηκε ότι το πραξικόπημα δεν υποκινήθηκε από την ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων, η αστυνομία χρησιμοποίησε με δυναμικό τρόπο την κατασταλτική της ισχύ που απέκτησε επί εποχής Erdoğan.
Θα απωλέσει ο τουρκικός στρατός τη στρατιωτική και πολιτική του ισχύ;
Μετά την απόπειρα του εν λόγω πραξικοπήματος, το Γενικό Επιτελείο Ενόπλων Δυνάμεων θα απωλέσει τη στρατιωτική και πολιτική του ισχύ στο εσωτερικό της χώρας; Κατά την άποψη μας, θα πρέπει να υιοθετήσουμε μια εκτίμηση δύο όψεων. Σύμφωνα με την πρώτη, η κρίση που υπάρχει στο εσωτερικό των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων είναι πολύ δύσκολο να εξαλειφθεί και δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο αυτή να αποκτήσει ακόμη πιο βαθύ υπόβαθρο. Τούτο έχει να κάνει με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των συλληφθέντων στρατιωτικών, τα οποία τους προσδίδουν πολλαπλασιαστική ισχύ ιδιάζουσας σημασίας. Συγκεκριμένα, μεταξύ των συλληφθέντων περιλαμβάνονται οι δύο από τους τέσσερις διοικητές των στρατιών, ένας διοικητής σώματος στρατού, οι 20 από τους 39 διοικητές των ταξιαρχιών πεζικού-τεθωρακισμένων-πυροβολικού, οι 9 από τους 10 διοικητές ταξιαρχιών καταδρομών, ο διοικητής της μεραρχίας εκπαιδεύσεως ορεινών καταδρομών, ο διοικητής της ταξιαρχίας πεζοναυτών, ο διοικητής της τουρκικής ακτοφυλακής, οι διοικητές των ναυτικών βάσεων του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου, ο διοικητής της αεροπορίας του πολεμικού ναυτικού, οι 7 από τους 12 διοικητές των Κύριων Αεροπορικών Βάσεων, διοικητές στρατιωτικών σχολών, 2 υποστράτηγοι και 9 ταξίαρχοι διοικητές σχηματισμών της στρατοχωροφυλακής, καθώς επίσης και μεγάλος αριθμός αξιωματικών της αστυνομίας. Μάλιστα, οι εν λόγω διοικητές ήταν επικεφαλής περίπου του 1/3 των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων, ενώ οι περιοχές ευθύνης τους καλύπτουν περίπου το ήμισυ της τουρκικής επικράτειας (βλ. Χάρτη 1). Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ιουλίου 2016, η συνολική δύναμη των ενόπλων δυνάμεων της Τουρκίας αριθμεί 570.111 άτομα.
 
Από την άλλη πλευρά και σύμφωνα με τη δεύτερη όψη, το γενικό επιτελείο όχι μόνο δεν θα απολέσει την ισχύ του, αλλά εκτιμάται ότι αυτή θα αναβαθμισθεί έτι περαιτέρω για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί αυτό αντέδρασε και οδήγησε τους πραξικοπηματίες σε αποτυχία και δεύτερον διότι εμπράκτως διαφύλαξε την ασφάλεια της ζωής και το πολιτικό μέλλον του Erdoğan. Κατά συνέπεια, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν θα διαφοροποιηθούν ιδιαίτερα, ενώ η άποψη περί κακών στρατηγών και καλών πολιτικών θα εξακολουθεί να μην έχει κάποια λογική βάση. Επιπρόσθετα, η ενδυνάμωση της συμμαχίας του Erdoğan με τους Τούρκους αρχηγούς των γενικών επιτελείων είναι προφανής, ωστόσο δημιουργούνται εύλογες απορίες εάν αυτή η συμμαχία θα είναι προσωρινή ή θα διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εν τω μεταξύ, κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί το πολύ σοβαρό πλήγμα που υπέστησαν οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις σε διεθνές και περιφερειακό επίπεδο, το οποίο είναι πολύ δύσκολα αναστρέψιμο.
Ο Tayyip Erdoğan θα πρέπει να αντιλήφθηκε πλέον την ανάγκη αποκατάστασης της ειρήνης στη εσωτερική πολιτική της χώρας με δημοκρατικές διαδικασίες συμπεριλαμβανομένου και του κουρδικού προβλήματος, αφού οποιαδήποτε στιγμή η εσωτερική ασφάλεια της χώρας μπορεί να οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Αν όμως δεν το έχει αντιληφθεί, οι συνέπειες θα είναι πολύ πιο σοβαρές δεδομένου ότι το κύρος της χώρας έχει φθάσει στο ναδίρ και η διαπραγματευτική της ισχύς σε διεθνές επίπεδο θα είναι ιδιαίτερα προβληματική.
Τέλος, όσον αφορά στη στρατηγική της τουρκικής κυβέρνησης για την εκκαθάριση των πυρήνων των στασιαστών, αυτή επιδιώκεται να ολοκληρωθεί εντός τριών μηνών και θα διεξαχθεί σε τρεις φάσεις. Κατά την πρώτη φάση θα διεξαχθούν επιχειρήσεις σύλληψης όλων των ατόμων που στήριξαν άμεσα το πραξικόπημα. Η δεύτερη φάση αφορά στον εντοπισμό και σύλληψη των ατόμων που στήριξαν αφανώς το πραξικόπημα, όπως πολιτικοί, δικαστικοί λειτουργοί και επιχειρηματίες. Και τέλος κατά την τρίτη φάση θα επιδιωχθεί ο εντοπισμός της διείσδυσης των στασιαστών σε υπουργεία, κρατικούς φορείς και φορείς αυτοδιοίκησης με σκοπό την άμεση απομάκρυνση τους από το δημόσιο τομέα και στη συνέχεια τη σύλληψη τους εφόσον υπάρξουν αντίστοιχα αποδεικτικά στοιχεία.

ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
LIBERAL

ΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ ΤΗΣ ΤΗΣ ΖΟΦΕΡΗΣ ΠΟΡΕΙΑΣ ΠΟΥ ΔΙΑΓΕΙ Η ΤΟΥΡΚΙΑ;

Του Χρήστου Μηνάγια
Ταξίαρχου ε.α. Συγγραφέως Μέλους ΕΛΙΣΜΕ
 
Το τελευταίο διάστημα, ένα ζήτημα που προκαλεί εύλογους προβληματισμούς έχει να κάνει με τις απόψεις έγκριτων Τούρκων αναλυτών, οι οποίοι διερωτώνται για το ποιος κυβερνά τη χώρα τους. Ειδικότερα, η δημοσιογράφος Ασλί Αϊντίντασμπας σε άρθρο της αναφέρει τα εξής: «Το κύριο ερώτημα αφορά στο εάν η Τουρκία τελεί υπό έλεγχο ή έχει τεθεί εκτός ελέγχου και οδεύει προς την ακυβερνησία. Εάν ρωτήσετε τους αριστερούς, αυτοί θα σας απαντήσουν ότι η χώρα οδηγείται σε δικτατορία ελεγχόμενη πλήρως από το Παλάτι (σ.σ. εννοεί τον Ερντογάν). Εάν ρωτήσετε τους Κούρδους, αυτοί θα σας απαντήσουν ότι η χώρα επιστρέφει στη δεκαετία του 90, όπου όλα τελούσαν υπό τον έλεγχο του στρατού. Εάν ρωτήσετε τους οπαδούς του κινήματος του ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν, αυτοί θα σας απαντήσουν ότι βρίσκεται σε εξέλιξη μια εκκαθάριση υπό τις διαταγές της Εργκένεκον. Αν ρωτήσετε τους οπαδούς του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος CHP της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αυτοί θα σας απαντήσουν ότι το βαθύ κράτος της Τουρκίας χρησιμοποιεί τον Ερντογάν. Ας το πούμε ξεκάθαρα. Δεν θεωρώ ότι η Τουρκία τελεί υπό τον έλεγχο του Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος είναι ο πιο ισχυρός και κραταιός άνδρας της χώρας. Ο Ερντογάν μπορεί να σχηματίζει κυβερνήσεις, να προετοιμάζει τα κείμενα των νόμων, να ομιλεί καθημερινά στους τηλεοπτικούς σταθμούς, να σφετερίζεται τις δημοτικές αρχές, να επιτροπεύει σε εταιρείες, ωστόσο δεν δεσπόζει ούτε στην Τουρκία, ούτε στον κρατικό μηχανισμό.  Εν τω μεταξύ, ποιος είναι ο ρόλος του στρατού; Στις 22-06-2016, ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων συμμετείχε στο Υπουργικό Συμβούλιο που συνεκλήθη στο Προεδρικό Μέγαρο. Φυσικά αυτό δεν έχει ξαναγίνει και δεν υπάρχει προηγούμενο. Εκτός τούτου, όλοι βλέπουμε ότι, οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις αναβάθμισαν την αξία τους, καθορίζουν την πορεία του κουρδικού προβλήματος και έχουν το πάνω χέρι σε ό,τι έχει να κάνει με τις εξελίξεις στη νοτιοανατολική Τουρκία. Στο παρελθόν, το τουρκικό οικοδόμημα, αρχικά, στηρίχθηκε στους φιλελεύθερους, κατόπιν στην Ευρώπη και στη συνέχεια στο κίνημα του Γκιουλέν. Τώρα όμως, όλοι επιδιώκουν την προσέγγιση με το στρατό για να σταθούν όρθιοι και να μην καταρρεύσουν. Εντούτοις υπάρχει μια πραγματικότητα. Η δομή του στρατού δεν διαθέτει το όραμα και την ισχύ που απαιτούνται για να διαβάσει σωστά την πορεία των πραγμάτων στην Τουρκία  και να μπορέσει να κυβερνήσει τη χώρα. Εν κατακλείδι, τα άτομα που αποκαλούνται ως η ανώτατη βαθμίδα της διοικήσεως, είναι μέσης ηλικίας, για 35 χρόνια φορούν στολή, διαμένουν στα στρατιωτικά οικήματα και έχουν περιορισμένες σχέσεις-επαφές τόσο με τον κόσμο, όσο και την κοινωνία. Με τα άρματα και τα όπλα μπορούν να προστατεύσουν τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και να διαχειρισθούν τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Όμως, δεν είναι σε θέση ούτε να χαράξουν την πορεία της Τουρκίας, ούτε να κατευθύνουν τις εξελίξεις και ούτε προβλέπεται να τα επιχειρήσουν αυτά. Συνεπώς, κανένας δεν έχει τον έλεγχο της ζοφερής πορείας που διάγει η Τουρκία. Συμπεριλαμβανομένου και του Ταγίπ Ερντογάν κανένας δεν ωφελείται από την κατάσταση αυτή, η οποία τείνει να γίνει  μη αναστρέψιμη.»
Είναι ευρέως γνωστό ότι, το καθεστώς Ερντογάν, προκείμενου να διατηρήσει την ισχύ του στην εσωτερική πολιτική σκηνή της χώρας και να διαφυλάξει τα στρατηγικά του συμφέροντα, χρησιμοποιεί αυταρχικά στερεότυπα του παρελθόντος με αποτέλεσμα να διευρύνεται η αστάθεια και το χάος στη χώρα. Ωστόσο, κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι, το νέο «δόγμα πολέμου» που υλοποιείται στους κουρδικούς νομούς της νοτιοανατολικής Τουρκίας δεν αποφασίσθηκε μόνο από τον Ερντογάν και το κυβερνόν κόμμα ΑΚΡ. Συγκεκριμένα, πρόκειται για ένα δόγμα που αποφασίσθηκε από το τουρκικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας (Σ.Ε.Α.) και τέθηκε σε εφαρμογή με τη σύμφωνη γνώμη όλων των συστημικών κομμάτων όπως, το ΑΚΡ, το ρεπουμπλικανικό κόμμα CHP και το εθνικιστικό κόμμα ΜΗΡ. Επίσης, το δόγμα αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τις προσωπικές φιλοδοξίες του Ερντογάν προκειμένου να αλλάξει το πολίτευμα της χώρας σε μια μορφή προεδρικής ή ημιπροεδρικής δημοκρατίας, αλλά θεωρείται ως ένας ολοκληρωτικός εκκαθαριστικός πόλεμος όλων των στρατηγικών κέντρων ισχύος της Τουρκίας (ισλαμιστές-εθνικιστές-στρατιωτικοί) εναντίον των Κούρδων σε πρώτη φάση και στη συνέχεια εναντίον των υπολοίπων μειονοτικών, προοδευτικών και δημοκρατικών δυνάμεων της χώρας.
Οι πρόσφατες πρωτοβουλίες της Άγκυρας προκειμένου να αποκατασταθούν οι σχέσεις της με τη Ρωσία, το Ισραήλ, τη Συρία και την Αίγυπτο εντάσσονται στα πλαίσια της νέας τουρκικής στρατηγικής για «περισσότερους φίλους και λιγότερους εχθρούς». Ωστόσο, για την εξομάλυνση των σχέσεων αυτών απαιτούνται καλή πρόθεση, αποφασιστικότητα και μεγάλο χρονικό διάστημα (2-3 χρόνια). Εν τω μεταξύ στο διάστημα αυτό θα πρέπει να υπάρξει οικονομική συνεργασία, πολιτικός διάλογος και συνεργασία σε στρατηγικούς και στρατιωτικούς τομείς. Επίσης, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να δοθεί τέλος σε εκφράσεις που πυροδοτούν την εχθρότητα.
Εν τω μεταξύ σε ό,τι έχει να κάνει με τη Ρωσία, επιδιώκεται να ακολουθηθεί μια διαδικασία που θα προβλέπει τα εξής: πρώτον, να εξομαλυνθούν οι τουρκο-ρωσικές σχέσεις μέχρι τις 15-08-2016 και μέχρι τις 15-12-2016 αυτές να επανέλθουν στην κατάσταση που ήταν πριν την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους το Νοέμβριο του 2015. Δεύτερον, τον Αύγουστο του 2016, να αρχίσουν οι επίσημες επαφές μεταξύ των δύο χωρών σε επίπεδο υφυπουργών και γενικών γραμματέων. Τρίτον, μέχρι τις 01-09-2016 οι δύο χώρες να προβούν, από κοινού, στην αποτίμηση των επιπτώσεων που υπήρξαν σε πολιτικό, οικονομικό, πολιτιστικό και κοινωνικό επίπεδο και αμέσως μετά να εξετάσουν τους τρόπους αποκατάστασης τους, με προτεραιότητα τον πολιτικό και οικονομικό τομέα. Τέταρτον, να χρησιμοποιηθούν τα ΜΜΕ των δύο χωρών προκειμένου να αλλάξει η στάση και η συμπεριφορά της τουρκικής και ρωσικής κοινωνίας, ώστε αυτές να αποδεχθούν και να στηρίξουν την προσπάθεια προσέγγισης των δύο χωρών. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι, η Τουρκία προτίθεται να στηρίξει την προσπάθεια αυτή μέσω τουρκικών σήριαλ και εκπομπών που θα μεταδοθούν σε ρωσικούς τηλεοπτικούς σταθμούς. Πέμπτον, θα υπάρξει συντονισμός των υπουργείων Εξωτερικών των δύο χωρών για θέματα που αφορούν στη Μέση Ανατολή και ειδικά στη Συρία. Υπόψη ότι, στις 11-04-2016 η αραβόφωνη εφημερίδα El Vatan γνωστοποίησε ότι, με τη διαμεσολάβηση της Αλγερίας διεξάγονται μυστικές διαπραγματεύσεις μεταξύ Τουρκίας και Συρίας. Έκτον, θα δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στη συνεργασία επιχειρηματικών Ομίλων και Οργανισμών. Έβδομον, δεν θα χρησιμοποιηθεί καμία άλλη χώρα ως διαμεσολαβητής για τη εξομάλυνση των τουρκο-ρωσικών σχέσεων, προκειμένου οι διαδικασίες αυτές να προχωρήσουν γρηγορότερα.
Περαιτέρω θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι, η Άγκυρα και ο Ταγίπ Ερντογάν αντιλαμβάνονται την περιπλοκότητα της κατάστασης στη Συρία και όλες οι κινήσεις τους έχουν να κάνουν με μια ευρύτερη στρατηγική, ώστε να διατηρήσουν κάποιο ρόλο αναφορικά με τις επόμενες εξελίξεις στη χώρα αυτή και να μην απομονωθούν. Επίσης, σύμφωνα με την τουρκική αντίληψη, το κουρδικό κίνημα PYD της Συρίας θεωρείται μεγαλύτερη απειλή ακόμη και από το «Ισλαμικό Κράτος», δεδομένου ότι, η παρουσία των τζιχαντιστών κατά μήκος των τουρκο-συριακών συνόρων δεν θα είναι μόνιμη, σε αντίθεση με την κουρδική ηγεμονία, η οποία αφενός θα είναι μόνιμη στην περιοχή αυτή μέσω των καντονιών που ίδρυσαν, αφετέρου θα δημιουργήσει πολυδιάστατους γεωπολιτικούς κινδύνους που θα έχουν σχέση με την πιθανή δημιουργία κουρδικού κράτους και την αλλαγή των συνόρων στην περιοχή.
xartis_tourkia
Παράλληλα, η διέλευση των κουρδικών δυνάμεων της Συρίας δυτικά του Ευφράτη ποταμού αποτελεί Ιστορικό και Γεωγραφικό Κέντρο Βάρους για την Τουρκία που έχει άμεση επίπτωση στους σχεδιασμούς της Άγκυρας για την επίλυση του κουρδικού προβλήματος όπως αυτή επιθυμεί και επιδιώκει. Συνεπώς, ο πόλεμος που ξεκίνησε ο τουρκικός κρατικός μηχανισμός εναντίον του ΡΚΚ τον Ιούλιο του 2015 δεν αφορά μόνο στην εξάλειψη του εν λόγω ανταρτικού κινήματος στις πόλεις και στην ύπαιθρο της τουρκικής επικράτειας, αλλά αποσκοπεί στη σταδιακή κατάρρευση των κουρδικών γεφυρών που ενώνουν τα ιδεολογικά, εθνικά, θρησκευτικά και πολιτιστικά τείχη που υπάρχουν μεταξύ της δυτικής Τουρκίας και των ανατολικών περιοχών της χώρας όπου η πλειοψηφία των Κούρδων είναι πραγματικότητα.
Πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι, ο Ταγίπ Ερντογάν δεν έχει όρια και κανέναν ενδοιασμό να παίζει επικίνδυνα παιχνίδια είτε για να αποκτήσει περισσότερη δύναμη, είτε για να παραμείνει στην εξουσία όπως αυτός επιθυμεί. Μάλιστα, ένα ζήτημα που επιβεβαιώνει την άποψη αυτή και προκαλεί εύλογους προβληματισμούς είναι η επιδίωξη του να χορηγήσει την τουρκική υπηκοότητα σε Σύριους που εκτοπίσθηκαν από τη χώρα τους και προσέφυγαν στην Τουρκία. Ειδικότερα:
  • Ο Ερντογάν αφού χρησιμοποίησε το πρόβλημα των Σύριων «μεταναστών» ως εργαλείο άσκησης εξωτερικής πολιτικής με βραχυπρόθεσμες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες διαστάσεις εναντίον της Ελλάδος και εν γένει της ευρωπαϊκής ένωσης, τώρα περνά στο επόμενο βήμα, μετατρέποντας την κρίση αυτή, αρχικά, σε εργαλείο άσκησης εσωτερικής πολιτικής και μελλοντικά σε έναν τρόπο παρέμβασης και απόκτησης ρόλου στη διαμόρφωση της Νέας Συρίας. Φυσικά ο ρόλος αυτός έχει να κάνει με το όραμα της Νέας Τουρκίας, ενώ οι ακόλουθες απόψεις είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικές για το θέμα αυτό. Η πρώτη αφορά στον βουλευτή Σαΐτ Γιουτζέ του κυβερνόντος κόμματος ΑΚΡ και μέλος της Επιτροπής της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης για τα Δικαιώματα των Προσφύγων ο οποίος δήλωσε τα εξής: «Αυτοί που λένε ότι η ιστορία της Τουρκίας αρχίζει μετά το 1923 δεν μπορούν να κατανοήσουν το βάθος και την ορθότητα της απόφασης μας να χορηγήσουμε την τουρκική υπηκοότητα στους Σύριους πρόσφυγες. Στο παρελθόν στα εδάφη αυτά οι άνθρωποι που είχαν τον ίδιο πολιτισμό και την ίδια θρησκεία έφεραν τις ίδιες ταυτότητες. Ούτως ή άλλως, πριν από 100 χρόνια οι Σύριοι ήταν δικοί μας υπήκοοι.». Και η δεύτερη άποψη παρατίθεται στο ακόλουθο άρθρο του δημοσιογράφου Ρασίμ Οζάν Κιουτάχειαλι με τίτλο «Οι Σύριοι και ο στόχος της Μεγάλης Τουρκίας»: «Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν είναι πράγματι ένας πολύ μεγάλος ηγέτης στον οποίο ανήκει η κυριότητα του αυτοκρατορικού ορίζοντα που δικαιούται η Τουρκία. Άλλωστε, ποιος άλλος θα είχε το θάρρος να πραγματοποιήσει αυτό το άνοιγμα στους Σύριους; Πρέπει να σταματήσουμε να βλέπουμε τους Σύριους πρόσφυγες ως βάρος και ως πρόβλημα, αλλά πρέπει να εστιασθούμε στη δυναμική που αυτοί έχουν στη βάση μιας μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης στρατηγικής. Εξάλλου, η Τουρκία δεν είναι μια χώρα μεταναστών; Οι πρόγονοι των περισσοτέρων από εμάς δεν μετανάστευσαν στην Ανατολία (σ.σ. εννοεί τη Μικρά Ασία) από διαφορετικές περιοχές της Αυτοκρατορίας;  (σ.σ. εννοεί την Οθωμανική Αυτοκρατορία).» 
  • Η κρίση των Σύριων μεταναστών αποτελεί την πιο σοβαρή κρίση της σύγχρονης Τουρκίας. Φυσικά, όπως γίνεται κάθε φορά έτσι και τώρα ο Ερντογάν μετατρέπει την κρίση αυτή σε μια πολιτική ευκαιρία, δεδομένου ότι οι μετανάστες αυτοί θα αποτελέσουν μια ερντογανική δεξαμενή ψηφοφόρων της τάξεως του 3%, ανοίγοντας το δρόμο για τη λήψη κρίσιμων αποφάσεων που θα αφορούν στο όραμα του να αλλάξει το πολίτευμα της χώρας και να γίνει πρόεδρος μιας προεδρικής ή ημιπροεδρικής δημοκρατίας.
Παρατηρώντας, ωστόσο, τη γενικότερη τουρκική κατάσταση βλέπει κανείς ότι, η χορήγηση υπηκοότητας στους Σύριους δεν θα επιλύσει την «μεταναστευτική» κρίση, απλώς θα αλλάξει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της, δημιουργώντας νέες κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτικές προστριβές. Συνεπώς, με την πάροδο του χρόνου στα υπάρχοντα εσωτερικά προβλήματα της Τουρκίας θα προστεθεί και το πρόβλημα των Αράβων μεταναστών. Συνακόλουθα δε, το ακόλουθο άρθρο του έγκριτου Τούρκου δημοσιογράφου Καντρί Γκιουρσέλ για το θέμα αυτό αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον: «Που θα εγκατασταθούν οι 400.000 περίπου Σύριοι που βρίσκονται στους καταυλισμούς όταν θα τους δοθεί η τουρκική υπηκοότητα;  Πρόκειται για ένα κρίσιμο και ιδιάζουσας σημασίας ερώτημα δεδομένου ότι μια ενδεχόμενη εγκατάσταση τους σε περιοχές που βρίσκονται οι Κούρδοι και οι Αλεβήτες θα αποτελέσει την αιτία αλλαγής της δημογραφικής δομής των περιοχών αυτών. Κατά συνέπεια, θα κλιμακωθεί η ένταση και θα αυξηθεί ο κίνδυνος δημιουργίας συγκρούσεων. Εάν ο Ερντογάν είχε πράγματι την πρόθεση να επιλύσει την κρίση των Σύριων που προσέφυγαν στην Τουρκία θα έπρεπε να τους εντάξει αρχικά στο καθεστώς του πρόσφυγα και στη συνέχεια να τους χορηγήσει την τουρκική υπηκοότητα. Σημειωτέον ότι, η Τουρκία δεν αναγνωρίζει στους Σύριους το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά τους εντάσσει στο καθεστώς της προσωρινής προστασίας. Επίσης, αυτό αποτελεί μια πάγια τακτική της Άγκυρας, ώστε οι ροές των ανθρώπων που προσφεύγουν στην Τουρκία από την Ασία και την Αφρική να μην εγκαθίστανται μόνιμα εκεί, αλλά να μετακινούνται σε άλλες τρίτες χώρες. Επομένως, η απόφαση του Ερντογάν να χρησιμοποιήσει τους εν λόγω Σύριους θα φέρει τη χώρα αντιμέτωπη με μία πολύ σοβαρή απειλή στο μέλλον.». Ας σημειωθεί ακόμη ότι ,σε όλα τα επίσημα έγγραφα τους οι Τούρκοι αναφέρονται μόνο σε «μετανάστες ή μεταναστευτικό» και ποτέ δεν αναγράφουν «πρόσφυγες ή προσφυγικό». (σ.σ. Σύμφωνα με οδηγία της ευρωπαϊκής ένωσης η «προσωρινή προστασία» εφαρμόζεται σε όλα τα κράτη μέλη με έγκριση του Συμβούλιου, κατόπιν πρότασης της Επιτροπής. Η απόφαση αυτή, αφενός λαμβάνεται όταν διαπιστωθεί η μαζική εισροή εκτοπισθέντων στην ευρωπαϊκή ένωση, αφετέρου καθορίζει τις ομάδες των προσώπων στα οποία θα εφαρμοστεί η προστασία. Η διάρκεια της «προσωρινής προστασίας» είναι ετήσια με δυνατότητα παράτασης για δύο χρόνια κατά ανώτατο όριο. Μπορεί επίσης να τερματιστεί όταν το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής, κρίνει ότι η κατάσταση στη χώρα προέλευσης επιτρέπει τον ασφαλή και μόνιμο επαναπατρισμό των εκτοπισθέντων. Επίσης, τα κράτη μέλη οφείλουν να βεβαιώνονται για τη θέληση των εκτοπισθέντων να γίνουν δεκτοί στην επικράτειά τους. Τέλος, δύνανται να εξαιρεθούν από το ευεργέτημα της «προσωρινής προστασίας» πρόσωπα ύποπτα για εγκλήματα κατά της ειρήνης, εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, για σοβαρό έγκλημα που δεν είναι πολιτικό, για πράξεις που αντιβαίνουν στους σκοπούς και τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών, καθώς και πρόσωπα που θεωρούνται επικίνδυνα για την εθνική ασφάλεια του κράτους υποδοχής.)
Συμπερασματικά, εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι, η διορθωτική πορεία που αποφάσισε να χαράξει ο Ταγίπ Ερντογάν για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν λόγω της αλαζονικής και τυχοδιωκτικής συμπεριφοράς του, στηρίζεται στους τρεις κύριους πυλώνες του τρόπου σκέψης του τουρκικού λαού: στη θρησκεία, την ιστορία και τον εθνικισμό. Στην περίπτωση όμως που οι γεωπολιτικές εξελίξεις πλήξουν τον μεγαλοϊδεατισμό των Τούρκων, δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο μιας έτι περαιτέρω αναβάθμισης του κύρους των στρατιωτικών και μιας εν μέρει παρεμβατικότητας τους στην πολιτική ζωή της χώρας.

Πηγές: Τουρκικές εφημερίδες Milliyet, Sabah, Zaman, Cumhuriyet και Yenisafak

www.geostrategy.gr

ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ



Δευτέρα 6 Ιουνίου 2016

Η ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΟΜΑΚΟΣ! ΑΠΕΙΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕ ΑΦΑΝΙΣΜΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ!

ΠΗΓΗ : MIGNATIOU.COM
 
Δυστυχώς, η δυστυχία του να είσαι Έλληνας Πομάκος πρέπει να ομολογήσουμε ότι βαρύνει εξ ολοκλήρου όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις, τις κατά τόπους στη Θράκη ελληνικές αρχές που υπάγονται ή όχι σε αυτές τις κυβερνήσεις (αλήθεια, υπάρχουν ελληνικές αρχές στη Θράκη που υπερασπίζονται και προωθούν τα ελληνικά συμφέροντα ενάντια στις τούρκικες προκλήσεις;) και όλα τα ελληνικά κοινοβούλια σε όλες τις κομματικές τους συνθέσεις. Είναι μια διαπίστωση αντικειμενικά αδιαμφισβήτητη, όποιος και να την διατυπώσει.
Δεν είναι άμοιρος ευθυνών επίσης και ο καθαρά ελληνικός πληθυσμός της Θράκης, ο οποίος δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται αν οι «άλλοι» Έλληνες, οι Πομάκοι, που θέλουν κι αυτοί να είναι Έλληνες, απειλούνται να χαθούν μέσα στα δίκτυα των Τούρκων επειδή η ελληνική «μητέρα πατρίδα» δεν τους υπολογίζει και δεν κάνει τίποτα για να τους προστατέψει. Και αυτά τα δίκτυα των Τούρκων ενάντια των Πομάκων μήπως υπάρχουν και Έλληνες Δήμαρχοι που δέχονται να τα υπηρετήσουν;

Δεν μπορούμε να μη σημειώσουμε πως ανέκαθεν η επίσημη συμπεριφορά των ελληνικών κυβερνήσεων αναφορικά με τους Πομάκους υπήρξε άκρως αρνητική και με πολλές, οδυνηρές διακρίσεις εις βάρος τους, χωρίς ποτέ να έχουν εκφραστεί ανοιχτά οι (προσχηματικές) αιτίες που να δικαιολογούν αυτή τη συμπεριφορά όχι μόνο στις σχέσεις με τους ίδιους τους Πομάκους, αλλά και στις σχέσεις μεταξύ Πομάκων και τουρκόφωνων Ελλήνων.

Έτσι τα πάντα δείχνουν πως η πλάστιγγα της εύνοιας των ελληνικών κυβερνήσεων γέρνει, κιόλας από το 1950, και θα λέγαμε και «παρά φύση» και κόντρα σε κάθε λογική, προς την τουρκική πλευρά, αφήνοντας την πομάκικη (και όμως μη ξεχνάμε, πάντα ελληνική) μονίμως πολιτικά, πολιτισμικά, κοινωνικά έκθετη και σχεδόν σε κατάσταση ανυπαρξίας!

Πάντως σίγουρα σε κατάσταση ανυπόφορης ανυποληψίας. Είναι εμφανής η (αδήλωτη) βούληση όχι μόνο εγκατάλειψης του πομάκικου λαού, αλλά και όλο και μεγαλύτερης «διευκόλυνσης» της πτώσης του στην πνιγερή, αφομοιωτική αγκαλιά της Τουρκίας – και όλα αυτά εντός της ίδιας της εθνικής ελληνικής επικράτειας, όσο απίστευτο και παράφρον θα μπορούσε αυτό να φανεί – η οποία έτσι εμφανίζεται, τελείως συμφεροντολογικά, να είναι ο «φυσικός προστάτης» των μουσουλμάνων οπουδήποτε κι αν βρίσκονται και κατά μείζονα λόγο στην Ελλάδα, έστω και εάν αυτοί δεν είναι καθόλου τουρκόφωνοι, αλλά καθαρά διαφορετικά εθνικά και γλωσσικά συγκροτήματα.

Εντός αυτής της προοπτικής, ιδιαίτερα σημαντική για τις συνέπειές της υπήρξε η απόφαση της ελληνικής κυβέρνησης κιόλας το 1954 να αλλάξει την ονομασία των σχολείων από μουσουλμανικά σε τούρκικά(!), με την δικαιολογία, προδήλως παραλογιστική, πως με αυτόν τον τρόπο γίνεται ρητός διαχωρισμός με τα μουσουλμανικά σχολεία στη Βουλγαρία!

Και ένα χρόνο αργότερα, το 1955, αποπερατώνοντας την ελληνική πρόθεση τυποποίησης μια «συνάφειας» (άσχετο κι αν πλασματικής και παραποιημένης) μεταξύ του πομάκικου και του τούρκικου αλφαβήτου, δυο γλωσσικές οντότητες διαφορετικές όπως η μέρα με τη νύχτα, οργανώθηκε από ελληνικής πλευράς ούτε λίγο ούτε πολύ ένα πρόγραμμα διαλέξεων για Πομάκους δάσκαλους δημοτικού σχολείου με τον σκοπό να υιοθετήσουν, στον πομάκικο αλφάβητο, τους λατινικούς γραφικούς χαρακτήρες που χρησιμοποιούνται σήμερα στον τούρκικο αλφάβητο.

Η εκ μέρους του ελληνικού κράτους απόλυτη απαξίωση των Πομάκων και συνάμα η απόλυτη (με ποια δικαιολογία, παρακαλώ;) ιδανίκευση της Τουρκίας ως παράδειγμα προς αποδοχή. Και επειδή τότε (αλλά και τώρα!) οι Πομάκοι ήταν συνώνυμο των Βουλγάρων και οι Βούλγαροι ήταν κομμουνιστές, άσπονδοι ιδεολογικοί αντίπαλοι, καμία ελληνική κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να ενεργήσει διαφορετικά, έχοντας υπόψη ότι όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις από το τέλος του εμφυλίου πολέμου (1949) και μετά και έως το 1982, υπήρξαν άκρως πιστές οπαδοί της πλέον αυστηρής συντηρητικής ιδεολογίας της Δεξιάς, ως και δικτατορικής, αγγλοαμερικανικής βεβαίως έμπνευσης και ώθησης, δογματικά αντίθετες στο σοβιετικό μπλοκ στο οποίο άκριτα τοποθετούσαν και την εθνότητα των Πομάκων απλώς γιατί η γλώσσα τους είναι βουλγάρικης καταγωγής!

Αντιθέτως η Τουρκία, σύμμαχος στον νατοϊκό συνασπισμό, παρουσίαζε τα περισσότερα «ατού» ώστε να αναλάβει την «διαχείριση» ιδίως των Πομάκων μουσουλμάνων, βαρίδιο για την Ελλάδα μέσα στην Ελλάδα. Το 1995, πάλι βάση μια άλλης ελληνοτουρκικής συμφωνίας και επειδή, παρ’ όλες τις ελληνικές πιέσεις, η πομάκικη γλώσσα δεν είχε εκλατινιστεί στον επιθυμητό βαθμό, το ελληνικό Υπουργείο Παιδείας διέταξε να οργανωθούν πάλι κατάλληλες διαλέξεις στην Δυτική Θράκη με την εντολή, αυτή τη φορά, οι Πομάκοι δάσκαλοι να χρησιμοποιήσουν την ίδια λατινική γραφή που ακολουθεί η τούρκικη γλώσσα! Η επίσημη αναβάθμιση της τουρκικής γλώσσας μέσα στην ίδια την Ελλάδα.

Και ένας άλλος έκδηλος δείκτης της εύνοιας που οι ανώτατες (αλλά γενικά όλες!) οι παιδαγωγικές, και όχι μόνο, ελληνικές αρχές συνεχίζουν να επιδεικνύουν προς την τούρκικη γλώσσα στη λατινική μορφή της όπως είχε θεσπίσει ο Μουσταφά Κεμάλ καταφανώς ζημιώνοντας την αυτόχθων γλώσσα των Πομάκων, και όχι μόνο.

Η σχολική διδασκαλία

Ένας τομέας, στις ελληνο-πομάκικες σχέσεις, όπου η συμπεριφορά των ελληνικών αρχών – υπουργικών, νομαρχιακών, δημοτικών και αστυνομικών – φανερώνει, θα λέγαμε, αξεδιάλυτες και απαράδεκτες προκαταλήψεις απέναντι στους Πομάκους, οι οποίοι θεωρούνται ακόμη και πάντοτε, όσο κι αν φαίνεται παράξενο και παράλογο, ναι μεν Έλληνες πολίτες για την είσπραξη των φόρων, αλλά ξένοι προς το εθνικό ελληνικό σώμα με βάση αναπόδεικτους (και ουδέποτε τοποθετημένους σε συζήτηση) πολιτικούς και γλωσσικούς προβληματισμούς και εν μέρει θρησκευτικούς, είναι το δίχως άλλο και ο τομέας της σχολικής διδασκαλίας, ένα μεγάλο punctum dolens που αφήνει παντού ουλές.

Προδικαστικά θα πρέπει να τεθούν οι εξής ερωτήσεις οι οποίες επίμονα έχουν προταθεί και έως τώρα «πολύ» κανονικά αγνοήθηκαν από όλους τους αρμόδιους φορείς στην Ελλάδα:
  • 1) έως πότε οι Πομάκοι μαθητές θα αναγκάζονται να πηγαίνουν σε μειονοτικά τουρκόφωνα δημοτικά και άλλα σχολεία όταν οι ίδιοι δεν έχουν καμία σχέση με την τούρκικη κουλτούρα;
  • 2) έως πότε το ελληνικό κράτος θα τους υποχρεώνει να μαθαίνουν, όντας Έλληνες πολίτες, διαφορετική γλώσσα (τούρκικη) από εκείνη της πατρίδας τους (Ελλάδας) και από εκείνη της μητρικής τους γλώσσας(πομάκικη);
  • 3) έως πότε ο Υπουργός Παιδείας θα συνεχίσει να αγνοεί τις αιτήσεις των Ελλήνων Πομάκων ώστε να δημιουργηθούν στις πομάκικες πόλεις δημόσια ελληνικά σχολεία στα οποία να διδάσκονται τα παιδιά των Ελλήνων Πομάκων και να πάψουν να αναγκάζονται να πηγαίνουν στα τελείως άχρηστα δίγλωσσα (και τρίγλωσσα και τετράγλωσσα!) μειονοτικά σχολεία και να καταδικάζονται στην αμάθεια;

Σ’ αυτό το σημείο ενδιαφέροντα και αποκαλυπτικά είναι όσα είπε ο γνωστός Πομάκος δημοσιογράφος Σεμπαϊδήν Καραχότζα στη Θεσσαλονίκη στις 21.3.2015 σχετικά με την παιδεία που προσφέρεται στους Έλληνες μουσουλμάνους της Θράκης. Εκτός από το ότι τα τέσσερα ελληνόφωνα Δημοτικά σχολεία σε ισάριθμα πομακοχώρια που ιδρύθηκαν αλλά μέχρι τώρα δεν λειτούργησαν επειδή «σκόνταψαν πάνω στους τοπικούς φορείς»(αλήθεια: δεν πρέπει κάποιος να ασχοληθεί επιτέλους με αυτούς τους ύποπτους «φορείς» που παίζουν το παιχνίδι του σαμποτάζ;!), πολύ σημαντική είναι επίσης και η διαπίστωσή του ότι «τα τελευταία χρόνια δεκαπλασιάστηκαν οι μουσουλμάνοι που απορρίπτουν τη μειονοτική εκπαίδευση και επιλέγουν τα ελληνόφωνα σχολεία για τη μόρφωση των παιδιών τους».

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η γενική κατάσταση σχετικά με το δημόσιο δημοτικό σχολείο γεννήθηκε και μάλλον συνεχίζει να υπάρχει σαν συνέπεια του Ψυχρού Πολέμου μετά το 1950. Μη ξεχνάμε πως εκείνα τα χρόνια που στα Βαλκάνια αγριοκοιταζόντουσαν οι λαοί μεταξύ τους και ό, τι ήταν σλάβικο ήταν επίσης tout court και κομμουνιστικό, οι Πομάκοι έστω και με φιλελληνικά αισθήματα αλλά με σλάβικη γλώσσα δεν μπορούσαν βέβαια να εξαιρεθούν από τον ανυπέρβλητο κανόνα που κυριαρχούσε στη περιοχή.

Η υποχρέωση της «νατοϊκής συνοχής» είχε ακόμη επιβάλει στην Ελλάδα την υποχρέωση να καλλιεργεί, ως και μονομερώς(!), ένα καλό κλίμα στις σχέσεις της με την Τουρκία, να μη την ενοχλεί για «μηδαμινές πομάκικες υποθέσεις», αν και στη πραγματικότητα αυτή η «πολιτική» δεν δυσαρεστούσε ούτε και την ίδια Ελλάδα για την οποία οι Πομάκοι ήταν παρείσακτοι Σλάβοι μουσουλμάνοι κομμουνιστές, εν δυνάμει εχθροί και ενδεχόμενη longa manus της Βουλγαρίας, μια διάλεκτο της οποίας και μιλούσαν.

Έτσι η ίδια η Ελλάδα, θέλοντας να απομονώσει τους Πομάκους από τους άλλους Έλληνες και να τους κρατάει μακριά, θεώρησε σωστή λύση την «ανάθεση» του «πομάκικου προβλήματος» στην τούρκικη δικαιοδοσία, διότι με αυτό τον τρόπο η Τουρκία μπορούσε και μπόρεσε να δράσει, και ακόμη δρα, ανενόχλητα μέσα στην ίδια της ελληνική χώρα «αποσπώντας» σιγά σιγά από μια ελληνική επιρροή όλο και περισσότερο φθίνουσα, όλες τις υπάρχουσες στη περιοχή μουσουλμανικές μειονότητες, στα «χαρτιά» όμως Έλληνες, φτάνοντας στο ακραίο σημείο να ταυτίσει προς όφελός της ό, τι είναι μουσουλμανικό με τούρκικο. Άλλωστε σε ετούτη τη κατεύθυνση κινείται το 1954 η απίθανη διαταγή του Έλληνα Πρωθυπουργού, στρατάρχη Παπάγου, να χρησιμοποιείται σε όλα τα επίπεδα, δημόσια και ιδιωτικά, από τότε και ύστερα και σε κάθε περίπτωση, ο όρος τούρκος στη θέση του όρου μουσουλμάνος και (.) να αντικατασταθούν σε όλες τις περιοχές οι διάφορες ονομασίες, όπως Μουσουλμανική Κοινότητα, Μουσουλμανικό Σχολείο, κλπ. με τις ονομασίες Τούρκικη Κοινότητα, Τούρκικο Σχολείο, κλπ.! Το άκρον άωτον της ενδοτικότητας!

Στην ουσία, από τότε κιόλας, πριν από 60 χρόνια, η Ελλάδα οικειοθελώς και εγκληματικά, κατά τη γνώμη μας, υπέκυψε στις επιδιώξεις της Τουρκίας και παραιτήθηκε από όλα τα δικαιώματα κυριαρχίας πάνω στον αλλόθρησκο πληθυσμό(Πομάκοι, Ρομά) της Δυτικής Θράκης εγκαταλείποντάς τον στην «ευθύνη» της Τουρκίας.

Βέβαια, ήδη μερικά χρόνια πριν, όμως, στις 20.4.1951, με την Μορφωτική Συμφωνία και μολονότι αυτή δεν προέβλεπε η τούρκικη γλώσσα να γίνει η επίσημη γλώσσα της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη, είχε δεχθεί την επέκταση της τουρκικής γλώσσας στα μειονοτικά σχολεία, όχι μόνο, αλλά ακόμη και το σχετικό διδακτικό πρόγραμμα να προέρχεται από το τούρκικο υπουργείο παιδείας!

Μια περαιτέρω διεύρυνση υπέρ της τούρκικης πλευράς έγινε στη συνέχεια με το άλλο Μορφωτικό Πρωτόκολλο μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στις 21.12.1968 με το οποίο «επιτεύχθηκε» ο πλήρης εκτουρκισμός της μειονοτικής παιδείας στη Θράκη, ένας εκτουρκισμός που περιέλαβε ναι μεν το τουρκόφωνο 50% της μειονότητας, αλλά – όσο παράλογο και άδικο κι αν είναι – και το υπόλοιπο 50% εντελώς ξένο και αλλοεθνές, όπως είναι το 35% των Πομάκων και το άλλο 15% των Ρομά. Όλα αυτά χωρίς ποτέ να ζητηθεί από αυτό το δεύτερο 50% αν επιθυμούσε ή ένιωθε πως ανήκει στον τούρκικο κόσμο ή όχι.

Έτσι λοιπόν εισήχθηκε η τουρκική γλώσσα υπό την έννοια της μοναδικής μειονοτικής γλώσσας(!), μολονότι αποτελεί την μητέρα γλώσσα ΜΟΝΟ του 50% της μειονότητας και ολουσδιόλου παραγνωρίζοντας την ύπαρξη και τα δικαιώματα των άλλων δυο μειονοτικών γλωσσών, οι οποίες με την τουρκική δεν έχουν απολύτως καμία σχέση και οι οποίες αυθαίρετα και ολοσχερώς συνθλίβονται με τον εμφανή σκοπό την εξόντωσή τους χαρίζοντας το «μονοπώλιο» στην τούρκικη γλωσσική μειονότητα.

Πιστεύω πως στα παγκόσμια χρονικά δεν υπάρχει καμία χώρα που να έχει απεμπολήσει τόση κυριαρχία σε άλλη χώρα, επιπλέον εχθρική. Και να συνεχίζει την ίδια καταστροφική «πολιτική» μετά από 60 χρόνια, δίχως να έχει κατανοήσει το θανάσιμο λάθος της και να προσπαθήσει να το διορθώσει.

Το μειονοτικό σχολείο

Το μεγάλο μειονέκτημα αυτού του σχολείου βρίσκεται στο ότι, εκ μέρους προπαντός της Ελλάδας, έχει οριστεί και εφαρμόζεται, όπως είπαμε παραπάνω, η τούρκικη γλώσσα σαν να είναι για τους πάντες – τουρκόφωνους, Πομάκους, Ρομά – η μοναδική μειονοτική γλώσσα, η οποία και διδάσκεται μαζί με μια μπαλωμένη ελληνική γλώσσα.

Γι΄αυτό ονομάζεται και δίγλωσσο(τρομάρα τους!). Πρόκειται σαφώς για μια διδακτική μέθοδο και κατεύθυνση τελείως ελλιπής και συν τοις άλλοις επικίνδυνη μιας και δημιουργεί στους τουρκόφωνους τάσεις περιχαράκωσης μέσα σε μια ακατάληκτη απαίτηση εθνικιστικής «απελευθέρωσης», ενώ οι Πομάκοι και οι Ρομά παραπαίουν εντός ανυπέρβλητων δυσκολιών διδακτικού χαρακτήρα που σε καμία περίπτωση δεν τους επιτρέπουν μια επιτυχή συνέχεια σπουδών σε ανώτερο και ανώτατο επίπεδο.

Το ονομαζόμενο πρόγραμμα «Φραγκουδάκη-Δραγώνα» που παρουσιάστηκε το 1992 αύξησε ακόμη περισσότερο τον παραλογισμό στη γλωσσική διδακτική ύλη ακολουθώντας μια μεθοδολογία απολύτως αντι-επιστημονική και ανθελληνική, με την σιωπηρή συναίνεση του ελληνικού κράτους ώστε ο εκτουρκισμός των «ελληνικών» σχολείων στη Θράκη να είναι πλέον δεδομένος. Τέτοιου είδους «προγράμματα» δεν μπορεί παρά να χρεοκοπήσουν στη πράξη.

Όταν όμως γίνει αυτό, τα συντρίμμια που αφήνουν είναι οδυνηρά και μακροχρόνια.

Επομένως η πιο συνετή απόφαση εκ μέρους της Ελλάδας πρέπει να προβλέπει οπωσδήποτε:
  • 1) την άμεση, επείγουσα ίδρυση σε όλη την περιοχή της πομάκικης παρουσίας δημοσίων (ελληνικών) δημοτικών σχολείων στα οποία θα φοιτούν οι Πομάκοι που νιώθουν ότι είναι Έλληνες (και είναι πολλοί!).
  • 2) την οργάνωση, στα πλαίσια αυτών των σχολείων, της εκμάθησης της μητρικής γλώσσας στους Πομάκους και Ρομά μαθητές.
  • 3) η εκμάθηση της τούρκικης γλώσσας να γίνεται μόνο στους μουσουλμάνους τουρκόφωνους και μόνο σαν γλώσσα συμπληρωματική όντας η ελληνική γλώσσα η πρώτη παντού και για τους πάντες στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένων και των τουρκόφωνων μουσουλμάνων οι οποίοι δεν παύουν να είναι πάντα Έλληνες πολίτες μη ορθόδοξοι.
  • 4) σε κανένα σχολικό επίπεδο δεν πρέπει να διδάσκεται η τούρκικη γλώσσα στους Έλληνες Πομάκους με μητρική γλώσσα την πομάκικη που απορρίπτουν την τούρκικη γλώσσα.
  • 5) την ίδρυση και οργάνωση σε όλη την πομάκικη περιοχή μιας προσχολικής παιδείας στην ελληνική γλώσσα.
  • 6) την άμεση λειτουργία των τεσσάρων δημοσίων ελληνικών σχολείων που ήδη ιδρύθηκαν το 2007 και ακόμη δεν λειτουργούν.
  • 7) την εξάλειψη της τούρκικης γλώσσας σε επίπεδο δημοτικού σχολείου για τους Έλληνες Πομάκους μη τουρκόφωνους και την ίδρυση διδασκαλίας της πομάκικης γλώσσας (βλ. αριθ. 2 και 3).
  • 8) τον σεβασμό και την εφαρμογή των προβλέψεων της Σύμβασης της Λοζάνης σχετικά με τον μουσουλμανικό χαρακτήρα και ουδόλως τούρκικο χαρακτήρα της πομάκικης μειονότητας στην Ελλάδα.
  • 9) την διδασκαλία της πομάκικης γλώσσας με βάση έναν ειδικό ελληνικό αλφάβητο που θα χρησιμοποιηθεί και στις διοικητικές υπηρεσίες όλης της πομάκικης περιοχής (όπως γίνεται με τα ιταλικά-γαλλικά στην Κοιλάδα της Αόστα και τα ιταλικά-γερμανικά στον Άνω Αδίγη, στην Ιταλία, αλλά και με άλλες γλώσσες αλλού στην Ευρώπη).
  • 10) την κατάργηση με νόμο όλων των νόμων και κανονισμών που εμποδίζουν και υπονομεύουν όλες τις ως άνω προβλέψεις.

Στην ουσία εδώ πρόκειται κατ’ αρχήν για την εφαρμογή της σύστασης της International Convention on the Elimination of all Forms of Racial Discrimination του ΟΗΕ στις 28.8.2009 σύμφωνα με την οποία «Η Επιτροπή σημειώνει ότι η μουσουλμανική κοινότητα της Δυτικής Θράκης συμπεριλαμβάνει τις εθνοτικές ομάδες των Τούρκων, των Πομάκων και των Ρομά και η (ελληνική) κυβέρνηση πρέπει να εξασφαλίσει σε αυτές το δικαίωμα χρήσης των γλωσσών τους», επιβεβαιώνοντας έτσι το άρθρο 41 της ίδιας της Σύμβασης της Λωζάνης.

Βέβαια, εκεί που λέει «Τούρκους» δεν μπορεί παρά να εννοεί «τουρκόφωνους», αναλογικά με ό, τι γίνεται στη Τουρκία, όπου και οι ντόπιοι κάτοικοι ελληνικής καταγωγής (ελληνόφωνοι) είναι μόνο «Τούρκοι υπήκοοι» και καθόλου Έλληνες.

Επ’ αυτού λοιπόν εάν σχετικά με τους τουρκόφωνους μουσουλμάνους nulla quaestio, δοθέντος του ότι η τούρκικη γλώσσα διδάσκεται σίγουρα περισσότερο από όσο θα έπρεπε, το ίδιο δεν συμβαίνει και με τους μουσουλμάνους πομακόφωνους και ρομά οι γλώσσες των οποίων δεν υπάρχουν σε κανένα σχολείο! Στην παράγραφο 28, τέλος, της άνω σύστασης, ζητείται από την ελληνική κυβέρνηση να την εφαρμόσει εντός της 18ης Ιουλίου 2013. Απ’ ό, τι ξέρουμε, τίποτα δεν εφαρμόστηκε. Και οι Έλληνες Πομάκους και Ρομά, χωρίς καμία ελληνική προστασία, αφήνονται έρμαιοι της τούρκικης δράσης.

Λέει ο διευθυντής της πομάκικης εφημερίδας «Ζαγάλισα», Ιμάμ Αχμέτ (βλ. άρθρο του Γιώργου Λεκάκη στην εφημερίδα Kontranews): «Ο Πομάκος απ’ το Διάσπαρτο μέχρι την Ρούσα δεν βρίσκει κανένα που θ’ ακούσει το πρόβλημά του γιατί δεν έχει πού ν’ απευθυνθεί. Και εάν κάποιος αντιδράσει, τότε οι πληρωμένοι πράκτορες τον κατηγορούν ότι είναι πληρωμένος του ελληνικού κράτους!» Και αλλού, πάλι σχετικά με την εγκατάλειψη των Ελλήνων Πομάκων από την Ελλάδα, συνεχίζει: «Σε αντίθεση με τους Έλληνες πολιτικούς, δεν υπάρχει υπουργός ή πολιτικός αρχηγός της τούρκικης κυβέρνησης να μην έχει περάσει απ’ τη Θράκη και τα Πομακοχώρια.

Στις γιορτές των Πομάκων οι Τούρκοι πολιτικοί μετατρέπουν τα χωριά, και ιδίως τον Έχινο, σε μικρή Άγκυρα». Εν πάση περιπτώσει είναι ηλίου φαεινότερο πως στα μειονοτικά σχολεία, έτσι όπως αυτά είναι δομημένα, «κτίζεται» μια πραγματική τούρκικη ταυτότητα προς όφελος και για λογαριασμό της κυβέρνησης της Άγκυρας. Και είναι αλήθεια πως σε αυτά τα σχολεία διεξάγονται ουκ ολίγες εκδηλώσεις κεμαλικού ύφους, εμπνέοντας στους μουσουλμάνους μαθητές αισθήματα θρησκευτικού φανατισμού κατά των χριστιανών.

Μολαταύτα συνεχίζει η αντισυνταγματική λειτουργία των μειονοτικών σχολείων μέσα στα οποία το ίδιο το ελληνο-πομάκικο στοιχείο εγκλωβίζεται, παραγκωνίζεται ή εκμηδενίζεται. Εκτός αυτού, τα μειονοτικά σχολεία είναι σαφώς και παράνομα διότι, βάσει των διεθνών συμφωνιών και την ιδρυτική τους νομοθεσία, πρόκειται για σχολεία ιδιωτικού χαρακτήρα η λειτουργία των οποίων θα πρέπει να βαρύνει οικονομικά εκείνους που στέλνουν εκεί τα παιδιά τους. Στην πραγματικότητα όμως όλα τα σχολικά έξοδα φαίνεται να πληρώνονται από το ελληνικό κράτος: επομένως, ενώ χρεώνεται πλήρως ο Έλληνας φορολογούμενος, αυτό γίνεται εντελώς υπέρ της τούρκικης πολιτικής!
Το τούρκικο προξενείο στη Κομοτηνή
Πριν τελειώσουμε την παρούσα πανοραμική παρουσίαση με θέμα που θα μπορούσε να είναι «Οι Πομάκοι σε αναζήτηση μιας οντότητας και ταυτότητας», δηλαδή μιας νόμιμης αναγνώρισης της ελληνο-πομάκικης ιδιότητάς τους, δεν είναι άκαιρη μια σύντομη «επισκόπηση» της παρουσίας του τούρκικου προξενείου στη Κομοτηνή οι «επεμβάσεις» του οποίου συχνά και ευχαρίστως πηγαίνουν πολύ πέρα των προβλεπόμενων ορίων που ορίζει ο διεθνής προξενικός κανονισμός(Σύμβαση της Βιέννης για τις προξενικές σχέσεις, 24.4.1963).

Αξίζει λοιπόν τον κόπο να γνωρίσουμε ποια είναι η κατάσταση στα Πομακοχώρια ακολουθώντας τους ιδίους τους Πομάκους που έρχονται σε επαφή με μια πραγματικότητα συχνά πολύ δυσάρεστη.

Πριν από μερικά χρόνια 40 δάσκαλοι μουσουλμάνοι στη Νομαρχία Ροδόπης παρουσίασαν εμπεριστατωμένη καταγγελία με την οποία γνωστοποιούσαν σημαντικές λεπτομέρειες των παράνομων ενεργειών του τούρκικου προξενείου στη Κομοτηνή με την ελπίδα να υπάρξει κάποια «διορθωτική» αντίδραση εκ μέρους της ελληνική πολιτείας. Η καταγγελία έμεινε «νεκρό γράμμα».

Το 2007 η ελληνική Βουλή ψήφισε τον νόμο 3536 με τον οποίο το κράτος αναλάμβανε την μισθοδοσία 240 ιμάμηδων που έπρεπε να διοριστούν στις 3 νόμιμες και επίσημες Μουφτείες στη Θράκη.

Η μισθοδοσία βέβαια προϋπόθετε την πρόσληψη βάσει του ελληνικού νόμου. Μετά από 9 χρόνια ο νόμος παραμένει ανενεργός εξ αιτίας πολλών και λυσσωδών τούρκικων αντιδράσεων έτσι ώστε οι υποψήφιοι Έλληνες μουσουλμάνοι να περιμένουν ακόμη τον διορισμό τους.

Και όχι μόνο, διότι πολλοί εξ αυτών απειλούνται προσωπικά και οικογενειακά από γνωστά στις ελληνικές αρχές(!) τούρκικα κακοποιά στοιχεία προσκείμενα στο τούρκικο προξενείο.

Η μόνη αντίδραση για την απαξίωση ενός νόμου του ελληνικού κράτους υπήρξε η απόφαση αριθ. 50/2012 του Εφετείου Θράκης με την οποία απλώς υποχρεώθηκε το ελληνικό δημόσιο να αποζημιώσει τους υποψήφιους ιμάμηδες για τον μη διορισμό τους, αντί να υποχρεωθούν όλοι οι «αρμόδιοι» να εφαρμόσουν τον νόμο! Έτσι σήμερα στη Θράκη δεν υπηρετεί κανένας ιμάμης διορισμένος από το ελληνικό υπουργείο, όπως θα έπρεπε. Και το πιο τρελό;

Στην ελληνική Θράκη οι ιμάμηδες «εν υπηρεσία» είναι εκείνοι που «διόρισε» το τούρκικο προξενείο, δηλαδή το τούρκικο κράτος! Στην ελληνική επικράτεια αφέντης είναι ο Τούρκος πρόξενος. Αυτό βέβαια θα μπορούσε να γίνει μόνο σε ένα ανύπαρκτο κράτος.

Συνάμα, η δράση των τούρκικων προξενικών αρχών αναπτύσσεται όχι μόνο με την παραγνώριση διεθνών και ελληνικών νόμων και με πράξεις προπαγάνδας, αλλά και μέσα από απειλές και προβοκάτσιες ενάντια σε όσους αντιτάσσονται ή και απλά δεν συντάσσονται με το μέρος των τούρκων.

Λέει πάλι σχετικά ο Σεμπαϊδήν Καραχότζα: «Το τουρκικό προξενείο προσπαθεί με κάθε τρόπο και μέσο να εμφανίσει όλους τους μουσουλμάνους της Θράκης ως Τούρκους. Έχει ανθρώπους σε κάθε μέρος…η δουλειά των οποίων είναι να κάνουν πλύση εγκεφάλου. Μέσα στα τζαμιά…στα κηρύγματα γίνεται πολλές φορές αναφορά σε Τούρκους μουσουλμάνους στη Θράκη».

Στην πραγματικότητα γίνεται ένας καθεαυτού προσηλυτισμός, κάτι που υπερβαίνει κατά πολύ τις προξενικές δικαιοδοσίες χωρίς καμία αντίδραση από ελληνικής πλευράς.

Και πιο κάτω συνεχίζει: «Υπάρχουν εκατοντάδες περιπτώσεις Πομάκων οι οποίοι, ενώ αισθάνονται Έλληνες Πομάκοι, ποτέ δεν τόλμησαν να το πουν ανοιχτά για να μην έρθουν αντιμέτωποι με το τουρκικό προξενείο και τις πρακτικές του(απειλές, φραστικές και σωματικές επιθέσεις)».

Βέβαια, μετά απ’ αυτά η ερώτηση είναι αυθόρμητη: οι ελληνικές αρχές πού είναι για να σταματήσουν τις τελείως ανεπίτρεπτες συμπεριφορές τουρκικής προέλευσης; Στην ουσία, το τούρκικο προξενείο στη Κομοτηνή – κράτος εν κράτει! – ασκεί μια παράλληλη και παράνομη εξουσία πλάι στη νόμιμη αλλά φαντοματική εξουσία του ελληνικού κράτους, την οποία υπερβαίνει και αντικαθιστά.

Με αυτόν τον τρόπο η Τουρκία διπλά αναβαθμίζεται: από τη μια, η πομάκικη μειονότητα θεωρείται και ανεμπόδιστα μεταχειρίζεται σαν εθνικά τούρκικη, ενώ απ’ την άλλη τα παιδιά της ίδιας μειονότητας όχι μόνο δεν μαθαίνουν κανονικά την ελληνική γλώσσα, αλλά αποκλείονται και από τη δική τους μητρική γλώσσα και επιπλέον υποχρεώνονται να ακολουθούν την έντονα καταλυτική τούρκικη διδασκαλία. Ναι, διότι η δράση του τούρκικου προξενείου έφτασε στο σημείο να οργανώσει ένα δικό του δίκτυο μόρφωσης με τη σύσταση προ και νηπιακών σταθμών δίγλωσσων κατά παράβαση της ελληνικής νομοθεσίας!

Είναι αυτονόητο ότι η ελευθερία δράσης του τούρκικου προξενείου δεν θα μπορούσε να εξελιχθεί και να εδραιωθεί χωρίς την αυθόρμητη και/ή εκβιαστική συνενοχή των ελληνικών πολιτικο-διοικητικών εξουσιών που ανήκουν στα κόμματα κυβέρνησης από το 1950 έως σήμερα, 2016 – μια ελληνο-τούρκικη συνενοχή την οποία πληρώνουν οι Πομάκοι και η οποία, με την συνεχή ανοχή από ελληνικής πλευράς, δίνει στη τούρκικη πλευρά το δικαίωμα και, υλικά, τη δυνατότητα να φέρεται σαν να είναι η μόνη εξουσία στη περιοχή που μπορεί να επιβάλει τη θέλησή της στην «πομάκικη διαχείριση» εις βάρος της νόμιμης ελληνικής νομικής και νομοθετικής αρμοδιότητας.

Διάφορα «προγράμματα» οικονομικής βοήθειας προερχόμενα από ιδιωτικές πηγές (πάμπλουτοι Τούρκοι) ή και «άγνωστες» πηγές, μάλλον όμως κεκαλυμμένες δημόσιες τούρκικες, τίθενται σε εφαρμογή στη Θράκη, ερήμην της Ελλάδας.

Έτσι, προσφέρονται 500 ευρώ για τη διδασκαλία σε κορανική σχολή σε κάθε παιδί Πομάκου που θα εγκαταλείψει την ελληνική μόρφωση.

Προσφέρονται 1.000 ευρώ το χρόνο («ανεπίσημα» από το τούρκικο προξενείο) για κάθε κορίτσι ανήλικο που θα φορέσει την μουσουλμανική μαντίλα.

Προσφέρονται παραβολικές κεραίες για τα προγράμματα της τούρκικης τηλεόρασης. Και για περισσότερη σιγουριά τούρκικης επιρροής, απ’ την Τουρκία μεταδίδονται προγράμματα για τους μουσουλμάνους, όπως το Ρούμελη TV, με τα οποία προβάλλεται αφειδώς ο «τούρκικος πολιτισμός».

Στο κέντρο της Κομοτηνής λειτουργεί η Ζιραάτ Μπανκ η οποία δανείζει μόνο σε κατοίκους Θράκης με επιτόκιο 3% όταν το επιτόκιο των ελληνικών τραπεζών είναι πάνω από 14%. Ιδιαίτερη μνεία και προσοχή λοιπόν επιβάλλεται για την Ziraat Bank, ένας πραγματικός οικονομικός Δούρειος Ίππος με καίριες εθνικιστικές και πολιτικές προεκτάσεις.

Η υπόνοια ότι το τούρκικο υπουργείο εξωτερικών κινεί τα νήματά της είναι έντονη, όπως και η παρουσία, από μακριά ή κοντά, της μυστικής υπηρεσίας, ΜΙΤ.

Εκτός από τη Θράκη, και – «για τα μάτια» – την Αθήνα, η Ziraat Bank «εργάζεται» και στη Ρόδο, μια άλλη ακόμη «γκρίζα» περιοχή όπου η Άγκυρα θεωρεί πως υπάρχει «τούρκικη» μειονότητα που επομένως διαμορφώνει δικαιώματα «ιδιοκτησίας» για την Τουρκία.

Είναι πάντως φανερό πως η Ζιραάτ Μπανκ, η οποία μόνο με εγγραφή υποθηκών «προσφέρει» χαμηλότοκα δάνεια σε Έλληνες χριστιανούς, σκοπό έχει να «κατακτήσει» όλο και περισσότερες ελληνικές ιδιοκτησίες εάν αληθεύει ότι στα υποθηκοφυλακεία Ξάνθης και Κομοτηνής εκκρεμούν δεκάδες αιτήσεις κατασχέσεων περιουσιακών στοιχείων (οικοδομές αλλά προπάντων αγροί) Ελλήνων χριστιανών που αδυνατούν να αποπληρώσουν δάνεια που έλαβαν και η Ζιραάτ Μπανκ δεν προβαίνει δε καμία διευκόλυνση αποπληρωμής.

Τελικά, θα πρέπει να ερευνηθεί αρμοδίως κατά πόσο η υποθήκευση ελληνικών περιουσιών σε παραμεθόρια ελληνική περιοχή από μη κοινοτική Τράπεζα συνάδει με την ελληνική νομοθεσία που απαγορεύει αυτού του είδους δεσμέυσεις.

Να μη ξεχνάμε όμως και την Dogus, τούρκικη επιχείρηση η οποία αγοράζει στην Ελλάδα μαρίνες: ήδη αγόρασε εκείνη του Φλοίσβου και, μαζί με άλλες εταιρείες, εκείνη του Αστέρα Βουλιαγμένης – και έπεται συνέχεια στην «κατάκτηση» ελληνικών ακτών. Και σαν να μην αρκούσαν όλες αυτές οι «επεμβάσεις»(και άλλες ακόμα) των Τούρκων που μόνο «ανώδυνες» δεν μπορούν να χαρακτηριστούν, έρχονται και οι ίδιοι οι Έλληνες με άλλες «επεμβάσεις» που κι’ αυτές μόνο «ανώδυνες» δεν είναι.

Επιστρέφοντας στο αρχικό θέμα, καμιά δυνατότητα δεν έχει ένας Πομάκος να σπουδάσει στη μητρική του γλώσσα, όπως είδαμε παραπάνω: κιόλας απ’ τη πρώτη δημοτικού ο μικρός Πομάκος μαθαίνει ελληνικά (στραβά) και τούρκικα (καλά) στα μειονοτικά σχολεία.

Και εάν τα ελληνικά θα μπορούσαν ενδεχομένως και με όλη τη καλή θέληση να του είναι κάπως χρήσιμα στη συνέχεια στην Ελλάδα, τα τούρκικα πού θα μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει στην Ελλάδα;! Πουθενά! Μόνο στη Τουρκία. Και εκεί πάνω βεβαίως βασίζονται οι Τούρκοι με την επίμονη διδασκαλία της γλώσσας τους στα ελληνικά σχολεία!

Δεν το λέμε απλώς για να κάνουμε κριτική, αλλά όλοι θα θέλαμε να ξέρουμε πώς «βλέπει» αυτή την «ιστορία αγρίων» το ελληνικό κράτος, όταν τα διδακτικά προγράμματα τα οποία υλοποιούνται στα μειονοτικά σχολεία δεν σκοπεύουν οπωσδήποτε να μορφώσουν Έλληνες Πομάκους μαθητές, αλλά καθαρά Τούρκους μαθητές!

Κατά τα άλλα και η πρόσφατη δημοτικο-διοικητική μεταρρύθμιση βοήθησε τα μέγιστα στην εγκατάσταση στη Θράκη φανατικών πυρήνων τουρκο-μουσουλμάνων εθνικιστών. Το αποτέλεσμα: η μη λογική «λειτουργική αναδιοργάνωση» στους Δήμους είχε σαν αποτέλεσμα την ύπαρξη τεσσάρων δήμων στην επαρχία Κομοτηνής εκ των οποίων οι δυο διοικούνται από τούρκους δημάρχους στην υπηρεσία του τούρκικου προξενείου.

Αλλά και τα ίδια εγχώρια κόμματα (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, Σύριζα) δεν δίστασαν και δεν διστάζουν καθόλου να τοποθετήσουν επικεφαλής των εκλογικών καταλόγων τους τουρκόφωνους υποψήφιους που έχουν την υποστήριξη ή έχουν προταθεί από το τούρκικο προξενείο Κομοτηνής. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε ούτε τις δηλώσεις, στο πρόσφατο παρελθόν. δυο «προξενικών» βουλευτών της ελληνικής Βουλής μετά την εκλογή τους. Ο Τσετίν Μάνταζι (ΠΑΣΟΚ) δεν είχε καμία δυσκολία να πει: «η τούρκικη κοινότητα της Δυτικής Θράκης αποτελεί μέρος του μεγάλου τούρκικου έθνους», ενώ ο Ορχάν Χατζηιμπραήμ (ΝΔ) δεν υπήρξε υποδεέστερος δηλώνοντας πως η είσοδος στην (ελληνική) Βουλή θα είναι για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των «τούρκων της μειονότητας»! Κατά τα άλλα, στον Νομό Ροδόπης δεν εκλέχθηκε ούτε Χριστιανός βουλευτής!

Και βέβαια γι’ αυτούς τους τούρκους βουλευτές της ελληνικής Βουλής η «τούρκικη κοινότητα» στην οποία αναφέρθηκαν δεν απαρτίζεται μόνο από τους 60-70.000 τουρκόφωνους μουσουλμάνους που με διαφόρους τρόπους τους έμαθαν να ονομάζονται «τούρκοι», αλλά ΚΑΙ από τους άλλους 45-50.000 μουσουλμάνους Πομάκους και 15-18.000 Ρομά μουσουλμάνους, όλοι τους «στα χαρτιά» Έλληνες πολίτες!

Εξάλλου πρόσφατα ο Σύριζα δεν αναγνώρισε την ύπαρξη τούρκικης μειονότητας στη Θράκη; Ή μήπως δεν είναι ακριβώς έτσι; Και γιατί όχι λοιπόν το κόμμα Ειρήνης και Φιλίας (DEB) να μη προπαγανδίζει και εκπέμπει σε όλους την ύπαρξη όχι μόνο μουσουλμανικής μειονότητας, αλλά τουρκικής; Τώρα, αν αυτή η δράση του κόμματος βρίσκεται σε αρμονία με την ελληνική νομοθεσία, είναι κάτι που επαφίεται στην ελληνική δικαιοσύνη, που θα ‘πρεπε να το εξακριβώσει και να αποφανθεί. Εκτός όμως από ό, τι συμβαίνει σε κρατικό και βουλευτικό επίπεδο, ΚΑΙ η συμπεριφορά των υποψηφίων δημάρχων και περιφερειαρχών και περιφερειακών και δημοτικών συμβούλων ελέγχεται, υπό την έννοια ότι θα πρέπει να ελέγχονται οι σχέσεις αυτών των υποψηφίων με το τούρκικο προξενείο. Σε συνέντευξη στις 4.5.2014 ο Σεμπαϊδήν Καραχότζα, σίγουρα τέλειος γνώστης του θέματος, λέει ότι οι περισσότεροι απ’ αυτούς δεν θέλουν να «δυσαρεστήσουν» το τούρκικο προξενείο και προσπαθούν «να τα έχουν καλά» μαζί του.

Αυτό σημαίνει πως το προξενείο όχι μόνο ελέγχει και «καθοδηγεί» αυτούς τους υποψήφιους, αλλά μέσω αυτών και τους ψηφοφόρους τους. Μέσα σε αυτόν τον έλεγχο εγγράφονται και οι επισκέψεις «αρκετών υποψηφίων συμβούλων διαφόρων συνδυασμών» στα γραφεία του κόμματος DEB και του ψευτομουφτή προς αναζήτηση στήριξης, όπως τονίζει ο κ. Καραχότζα.

Η πλειονότητα της πομάκικης κοινότητας πάντα θέλησε και ζήτησε να θεωρείται ελληνική μουσουλμανική στο θρήσκευμα, πιστή στους ελληνικούς νόμους και στη πληρωμή της ελληνικής φορολογίας – και σαν ελληνική να της συμπεριφέρονται. Ζήτησε τα παιδιά της να πηγαίνουν σε αληθινά ελληνικά σχολεία, και όχι στα λεγόμενα μειονοτικά, αναμεμιγμένα με τους τουρκόφωνους Έλληνες αλλά συνειδησιακά πεπεισμένους Τούρκους με τους οποίους δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να μοιραστεί.

Και δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις Πομάκων με πλαστές δηλώσεις διαμονής στις διδακτικές περιφέρειες Ξάνθης και Κομοτηνής μόνο και μόνο για να μπορέσουν τα παιδιά τους να φοιτήσουν στα ελληνικά σχολεία. Έχοντας υπόψη αυτή τη σύνθετη και απαράδεκτη κατάσταση και μολονότι βρίσκεται ακόμη σε ισχύ η σύσταση της Διεθνούς Επιτροπής του ΟΗΕ που διαβάσαμε παραπάνω, καμία ελληνική κυβέρνηση δεν δέχθηκε ποτέ – απ’ ό, τι είναι γνωστό – τα αιτήματα των Πομάκων, συνεχίζοντας σε μια υποβάθμιση αυτών όχι μόνο ακατανόητη, αλλά και πολιτικά λανθασμένη και επικίνδυνη και κοινωνικά άδικη και αναχρονιστική.

Ειλικρινά, μια συμπεριφορά τελείως αχαρακτήριστη και αδικαιολόγητη, ενώ φαίνεται πως είναι πια καιρός να πάψουν οι ελληνικές υποχωρήσεις δήθεν για χάρη μιας «ελληνοτούρκικης φιλίας» όταν είναι πλέον υπερ-αποδεδειγμένη η έλλειψη οιασδήποτε θέλησης ή τάσης φιλίας της Τουρκίας προς την Ελλάδα και η έκδηλη πρόθεση της πρώτης να «φάει» την δεύτερη σε όλες τις εκφάνσεις των διμερών, αλλά και πολυμερών σχέσεων.

Όλα αυτά πρέπει να ειπωθούν ευθαρσώς για πολλούς και βασικούς λόγους, ένας εκ των οποίων – και απ’ τον οποίο μύρια κακά εκπορεύονται – είναι η προδοτική εκχώρηση εξουσίας και κυριαρχίας στη δράση του τούρκικου προξενείου στη Κομοτηνή με όλες τις συμπληρωματικές «παρενέργειες» της τόσο στο Νομό Ξάνθης όσο, πολύ περισσότερο και πιο βαριά, στο Νομό Ροδόπης.

Και επίσης η εξίσου προδοτική και διαστρεβλωτική αλληλουχία των λεγόμενων «πολιτισμικών συμφωνιών και πρωτόκολλων» της Ελλάδας με την Τουρκία οι οποίες βάναυσα και απροκάλυπτα παραβιάζουν, εις βάρος των Πομάκων και άλλων μικρότερων μειονοτήτων, το γράμμα και το πνεύμα της Σύμβασης της Λοζάνης, δωρίζοντας στην Τουρκία, ανεπίτρεπτα για μια κυρίαρχη χώρα όπως πρέπει να είναι η Ελλάδα, πλεονεκτήματα, υπεροχές, προβαδίσματα και παράνομα οφέλη παντός είδους!

Βέβαια, είναι πολύ ωραίο να καταγγέλλει ο υπουργός εξωτερικών Κοτζιάς: «Η Τουρκία θέλει να καταστήσει την μειονότητα Θράκης σε εργαλείο εξωτερικής πολιτικής». Είναι όμως παντελώς ανεπαρκές εφόσον δεν συμπληρώνει: «μουσουλμανική μειονότητα», ώστε να μη νομίζουν κάποιοι ότι μιλάμε για «τούρκικη μειονότητα».

Πάντως και αυτό πάλι δεν είναι αρκετό διότι ο κ. Κοτζιάς θα πρέπει όχι μόνο να μιλάει, αλλά και να «πράττει», και οι πράξεις δεν μπορεί παρά να είναι εκείνες, νομοθετικές, διοικητικές και κανονιστικές, που θα καταργήσουν επιτέλους τα ως τώρα κακώς πεπραγμένα τόσων ετών υπέρ της Τουρκίας αποκαθιστώντας στην πληρότητά της την ελληνική κυριαρχία σε όλη τη Δυτική Θράκη, την Ελληνική Θράκη, όπως ακούστηκε πολύ σωστά να λέγεται!

Ο Κρεσέντσιο Σαντζίλιο είναι Ελληνιστής

Αναγκαστικά πολλαπλές υπήρξαν εδώ οι αναφορές στο προσδιοριστικό «ελληνικό» ή «ελληνική», διότι αναγκαστικά σε όλη την θεματολογία περί Πομάκων ο ελληνικός παράγων είναι (και δεν μπορεί να μην είναι) πανταχού παρών, και για τους πιο ευνόητους λόγους.


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
MIGNATIOU.COM 

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΤΑΞΙΑΡΧΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΗΝΑΓΙΑ : Η ΑΥΤΑΡΧΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ Η ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ ΘΑ ΑΠΟΔΥΝΑΜΩΣΟΥΝ ΤΟΝ ΕΡΝΤΟΓΑΝ;

Γράφει ο Χρήστος Μηνάγιας - Ταξίαρχος ΕΑ
Συγγραφέας, Μέλος ΕΛΙΣΜΕ
 
Οι αδύναμοι κρίκοι της Τουρκίας του Ερντογάν αυξάνονται με ταχείς ρυθμούς δεδομένου ότι, αυτοί έχουν άμεση σχέση τόσο με τις ισορροπίες που υπάρχουν στην εσωτερική πολιτική της χώρας, όσο με τις νέες περιφερειακές ισορροπίες που έχουν διαμορφωθεί στη Μέση Ανατολή.
Επίσης, οι συγκρουσιακές πολιτικές του δίδυμου Ερντογάν-Νταβούτογλου συνετέλεσαν ώστε να κλιμακωθεί η οικονομική κρίση και κάθε περιοχή της τουρκικής επικράτειας να ζει σε ένα περιβάλλον με πολωτικά χαρακτηριστικά, όπου επικρατεί η ανασφάλεια, ο φόβος και η ψυχολογική βία.

Από τον Οκτώβριο του 2015 πραγματοποιήθηκαν πέντε βομβιστικές επιθέσεις (τρεις στην Άγκυρα και δύο στην Κωνσταντινούπολη) με 189 νεκρούς και 738 τραυματίες, επί συνόλου εννέα επιθέσεων από τον Μάιο του 2013, με 282 νεκρούς και 1.029 τραυματίες. (βλ. Χάρτη 1)


Εκτός τούτου, κάθε μια από τις εν λόγω επιθέσεις είχε διαφορετικό σκοπό και τα μηνύματα που αυτές επιδίωκαν να περάσουν ήταν διαφορετικά, έχοντας ως κύριους αποδέκτες: τη διεθνή κοινή γνώμη, τις ηγεσίες των δυτικών χωρών και την τουρκική κυβέρνηση. Ειδικότερα, οι επιθέσεις στην Τουρκία είχαν ιδεολογικό και πολιτικό χαρακτήρα με σκοπό να πλήξουν την πολιτική δομή της χώρας και να επηρεάσουν την εσωτερική της πολιτική, καταδεικνύοντας ότι:

  • · Το σύστημα των αντιπληροφοριών στην Τουρκία έχει πολλά τρωτά σημεία, δεδομένου ότι, ενώ η αστυνομία αντιλαμβάνεται την απειλή είναι δύσκολο να αποτρέψει τις τρομοκρατικές ενέργειες. Ειδικότερα, ο στρατηγός ε.α. Ισμαήλ Χακκί Πεκίν, πρώην διευθυντής της Διεύθυνσης Πληροφοριών του τουρκικού Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, επισήμανε ότι, η Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών ΜΙΤ, ο Κλάδος των Στρατιωτικών Πληροφοριών, καθώς επίσης η Διεύθυνση Πληροφοριών της Στρατοχωροφυλακής και της Αστυνομίας θα πρέπει να αναδιοργανωθούν διότι ο τομέας των αντιπληροφοριών είναι ανεπαρκής, με αποτέλεσμα οι ξένες υπηρεσίες πληροφοριών να θεωρούν την Τουρκία ως ένα παραδεισένιο επιχειρησιακό περιβάλλον.
  • · Οι τρομοκρατικές οργανώσεις που δραστηριοποιούνται στην Τουρκία στρατιωτικοποιούνται σταδιακά, τόσο σε ό,τι έχει να κάνει με τη δομή και τον επιχειρησιακό τους σχεδιασμό, όσο και τα μέσα-υλικά που χρησιμοποιούν. Εν τω μεταξύ, αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι η χρονική στιγμή που εκδηλώνονται οι βομβιστικές επιθέσεις, καθώς επίσης η μαζικότητα των αποτελεσμάτων τους.
  • · Η Τουρκία είναι μια χώρα όπου συνεχώς αυξάνονται τα άτομα που είναι έτοιμα να πεθάνουν και τα κίνητρα τους είναι εθνικά ή θρησκευτικά. Άλλωστε η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται έμμεσα από τον Muhtar Nuh Yem, πρώην ηγετικό στέλεχος των Αδελφών Μουσουλμάνων της Αιγύπτου, ο οποίος σε συνέντευξη του στην εφημερίδα As Sab, ανέφερε ότι, στην Τουρκία υπάρχουν τουλάχιστον 30.000 τρομοκράτες. Μάλιστα, ο Nuh κατηγόρησε την Άγκυρα για τη συνεργασία της με τρομοκρατικές οργανώσεις, ενώ οι συνέπειες αυτής της συνεργασίας έχουν να κάνουν με τις πρόσφατες τρομοκρατικές επιθέσεις που βιώνει η Τουρκία.
  • · Πίσω από τις επιθέσεις αυτές μπορεί να υποκρύπτονται και αφανείς «χρηματοδότες», για την εξακρίβωση των οποίων θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, όχι μόνο η εσωτερική κατάσταση της Τουρκίας, αλλά το περιφερειακό και παγκόσμιο περιβάλλον ασφάλειας. Άλλωστε, όσο αυξάνονται οι τρομοκρατικές οργανώσεις στην Τουρκία, τόσο αυξάνονται και οι «χρηματοδότες» τους, οι οποίοι, μέσω των τρομοκρατικών επιθέσεων που υποκινούν, περνούν τα αντίστοιχα μηνύματα προκειμένου να εξυπηρετηθούν τα συμφέροντα τους. Συγχρόνως όμως, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθεί το ενδεχόμενο της ύπαρξης ατόμων, τα οποία, ενώ νομίζουν ότι ενεργούν για κάποια τρομοκρατική οργάνωση λόγω των ιδεολογικών τους δεσμών, δεν έχουν καμία επαφή με αυτήν.
Το καθεστώς Ερντογάν, προκείμενου να διατηρήσει την ισχύ του στην εσωτερική πολιτική σκηνή της χώρας και να διαφυλάξει τα στρατηγικά του συμφέροντα, χρησιμοποιεί αυταρχικά στερεότυπα του παρελθόντος με αποτέλεσμα να διευρύνεται η αστάθεια και το χάος στη χώρα. Ωστόσο, κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι, το νέο «δόγμα πολέμου» που υλοποιείται στους κουρδικούς νομούς της νοτιοανατολικής Τουρκίας δεν αποφασίσθηκε μόνο από τον Ερντογάν και το κυβερνόν κόμμα ΑΚΡ. Συγκεκριμένα, πρόκειται για ένα δόγμα που αποφασίσθηκε από το τουρκικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας (Σ.Ε.Α.) και τέθηκε σε εφαρμογή με τη σύμφωνη γνώμη όλων των συστημικών κομμάτων όπως, το ΑΚΡ, το ρεπουμπλικανικό κόμμα CHP και το εθνικιστικό κόμμα ΜΗΡ.
Επίσης, το δόγμα αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τις προσωπικές φιλοδοξίες του Ερντογάν προκειμένου να αλλάξει το πολίτευμα της χώρας σε μια μορφή προεδρικής ή ημιπροεδρικής δημοκρατίας, αλλά θεωρείται ως ένας ολοκληρωτικός εκκαθαριστικός πόλεμος όλων των στρατηγικών κέντρων ισχύος της Τουρκίας (ισλαμιστές-εθνικιστές-στρατιωτικοί) εναντίον των Κούρδων σε πρώτη φάση και στη συνέχεια εναντίον των υπολοίπων μειονοτικών, προοδευτικών και δημοκρατικών δυνάμεων της χώρας.

Το καθεστώς Ερντογάν δηλώνει συνεχώς ότι, ο πόλεμος αυτός θα φθάσει μέχρι το τέλος και συγκεκριμένα μέχρι να διαλυθεί το ΡΚΚ. Φυσικά, ο τουρκικός κρατικός μηχανισμός διαθέτει σημαντικές επιχειρησιακές και τεχνολογικές δυνατότητες για να πετύχει το στόχο αυτό, ωστόσο:
  • · Θα πρέπει να γίνουν αρκετές παρεμβάσεις στις δυνάμεις ασφαλείας της χώρας. Συγκεκριμένα αναφερόμαστε στο Terörle Mücadele Eylem Plan (Σχέδιο Ενεργειών Αντιμετώπισης της Τρομοκρατίας), το οποίο έχει εγκριθεί και αποτελείται από 82 άρθρα. Βάσει αυτού:
    α. Το υπουργείο Εσωτερικών άρχισε τις διαδικασίες πρόσληψης 10.000 πολιτοφυλάκων, οι οποίοι θα ενταχθούν στις δυνάμεις στις στρατοχωροφυλακής.
    β. Θα συνεχίσει η αύξηση των μέτρων ασφαλείας και επιτήρησης των συνόρων της Τουρκίας με το Ιράκ και τη Συρία συνολικού μήκους 1.200 χλμ., τα οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν την κατασκευή φράκτη για την απαγόρευση της παράνομης εισόδου στη χώρα, την τοποθέτηση καμερών επιτήρησης, τη φωταγώγηση επικίνδυνων περιοχών, καθώς επίσης τον εντοπισμό και καταστροφή τούνελ διακίνησης λαθραίων προϊόντων, εκρηκτικών και πυρομαχικών.
    γ. Τέσσερεις μηχανοποιημένες ταξιαρχίες των χερσαίων δυνάμεων αναδιοργανώθηκαν σε ταξιαρχίες καταδρομών. Ειδικότερα πρόκειται, για δύο ταξιαρχίες της 3ης Στρατιάς, την 10η και 49η Ταξιαρχία με έδρες στο Τatvan και Bingöl της ανατολικής Τουρκίας αντίστοιχα, καθώς επίσης δύο ταξιαρχίες της Στρατιάς Αιγαίου, την 11η και 19η με έδρες στο Denizli και το Edremit των δυτικών παραλίων αντίστοιχα. (σ.σ. Η αναδιοργάνωση της 19ης Ταξιαρχίας βρίσκεται σε εξέλιξη και δεν έχει ολοκληρωθεί).
    δ. Μέχρι το τέλος του 2017 η δύναμη των μονάδων ειδικών επιχειρήσεων της αστυνομίας και της στρατοχωροφυλακής θα ανέλθει στα 40.000 άτομα, ενώ στους νομούς της δυτικής Τουρκίας θα συγκροτηθούν 280 νέα τμήματα αντιμετώπισης της τρομοκρατίας. Επισημαίνεται ότι, επί του παρόντος, η συνολική δύναμη των ταγμάτων ειδικών επιχειρήσεων της στρατοχωροφυλακής (JÖH) ανέρχεται σε 12.500 άτομα, ενώ βάσει του νέου σχεδιασμού αυτή θα ανέλθει σε 13.500 άτομα στο τέλος του 2016 και τουλάχιστον σε 20.000 άτομα στο τέλος του 2017.
    Με δεδομένο λοιπόν ότι, μια ταξιαρχία ειδικών επιχειρήσεων έχει δύναμη 5.000 άτομα, μέχρι το τέλος του 2017 η Γενική Διοίκηση Στρατοχωροφυλακής θα διαθέτει μια δύναμη ειδικών επιχειρήσεων επιπέδου τεσσάρων ταξιαρχιών. Επίσης, ενώ η εκπαίδευση των καταδρομέων της στρατοχωροφυλακής διαρκεί τρεις μήνες, η εκπαίδευση των JÖH διαρκεί πέντε μήνες. Σε ό,τι αφορά στα τάγματα ειδικών επιχειρήσεων της αστυνομίας (ΡÖH), η συνολική δύναμη τους ανέρχεται σε 7.800 άτομα, με προοπτική αυτή να αυξηθεί σταδιακά στα 20.000. Εξάλλου το Δεκέμβριο του 2015, άρχισε η εκπαίδευση 5.000 αστυνομικών και το Σεπτέμβριο του 2016 έχει προγραμματισθεί να εκπαιδευθούν ακόμη 4.000 άτομα, προκειμένου να ενταχθούν στα ΡÖH. Ας σημειωθεί ακόμη ότι, ο μισθός των στελεχών που υπηρετούν στα JÖH και ΡÖH κυμαίνεται από 5.000 έως 8.000 τουρκικές λίρες (1.555-2.488 ΕΥΡΩ), ενώ η επιπρόσθετη αποζημίωση λόγω συμμετοχής σε επιχειρήσεις κυμαίνεται από 250-620 τουρκικές λίρες (78-193 ΕΥΡΩ). Ειδικότερα, η αποζημίωση συμμετοχής σε επιχειρήσεις στους νομούς της νοτιοανατολικής Τουρκίας ανέρχεται σε 193 ΕΥΡΩ. (www.kpsshaberleri.net, 18-03-2016)
  • · Η τουρκική κοινωνία θα βιώνει τη θλίψη λόγω των νεκρών και τραυματιών από τη μια πλευρά, και την οδύνη των κατοίκων της περιοχής των επιχειρήσεων από την άλλη.
  • · Όλοι οι νομοί της νοτιοανατολικής Τουρκίας θα μετατραπούν σε συντρίμμια και θα θυμίζουν τη Συρία. Ήδη από τις μέχρι τώρα εκκαθαριστικές επιχειρήσεις εναντίον των Κούρδων ανταρτών, οι κάτοικοι της νοτιοανατολικής Τουρκίας είναι καταβεβλημένοι, τραυματισμένοι και αγανακτισμένοι. Τα σπίτια τους, οι επιχειρήσεις τους και τα έσοδα τους υπέστησαν σοβαρές απώλειες. Οι επαρχίες ερημώθηκαν και τα ιστορικά τους μνημεία υπέστησαν μεγάλα πλήγματα.
  • · Ο αριθμός των εσωτερικών μεταναστών θα ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο και πέραν των Σύριων προσφύγων θα αρχίσει ακόμη ένα κύμα Κούρδων προσφύγων με προορισμό την Ευρώπη.
  • · Βομβιστικές επιθέσεις θα συνεχίσουν να πραγματοποιούνται και σε άλλα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας, παρόμοιες με αυτήν της Άγκυρας στις 13-03-2016.
  • · Η συνεχώς κλιμακούμενη ένταση θα έχει ως αποτέλεσμα μια πιθανή σύγκρουση μεταξύ Τούρκων και Κούρδων στη δυτική Τουρκία. Επίσης, δεν θα πρέπει να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να υπάρξει μια ενδοκουρδική σύρραξη στους νομούς της νοτιοανατολικής Τουρκίας λόγω των κατασταλτικών, ψυχολογικών και διπλωματικών μέτρων που εφαρμόζει η Άγκυρα, εκμεταλλευόμενη τα τρωτά σημεία των Κούρδων. Εξίσου παράδοξο είναι το γεγονός ότι, από το Σεπτέμβριο του 2015, οι αρχηγοί αρκετών κουρδικών φυλών αποφάσισαν να ενοποιήσουν τις δυνάμεις τους εναντίον του ΡΚΚ και του κουρδικού κόμματος HDP, στηρίζοντας άμεσα την τουρκική κυβέρνηση. Από την άλλη πλευρά για το θέμα αυτό, ο Μουράτ Καραγιλάν, ηγετικό στέλεχος του ΡΚΚ, δήλωσε τα εξής: «Υπάρχουν μερικές μεγάλες κουρδικές φυλές που συντάσσονται με τον τουρκικό κρατικό μηχανισμό. Το κουρδικό πρόβλημα αποτελεί ένα θέμα της διεθνούς επικαιρότητας. Μην πουλάτε το Κουρδιστάν για ίδιο όφελος.».
  • · Ο τουρκικός λαός βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα καθεστώς ιδεολογικής επίθεσης και μαύρης προπαγάνδας που έχουν ως κυρίαρχα χαρακτηριστικά το φόβο και την παράνοια. Συνεπώς, για να μην υπάρξουν αμφισβητήσεις και εντάσεις, το καθεστώς Ερντογάν θα χρησιμοποιήσει κάθε είδους κατασταλτικό μέτρο όπως, η καταπίεση της ελευθερίας έκφρασης της κοινωνίας των πολιτών, καθώς επίσης η φυλάκιση δημοσιογράφων, ακαδημαϊκών και διανοουμένων.
  • · Ο τουρισμός θα καταρρεύσει, ενώ το δουλεμπόριο θα λάβει τεράστιες διαστάσεις.
  • · Η Τουρκία θα απολέσει το κύρος και τη φερεγγυότητα της στη διεθνή κοινότητα και πιθανόν να έρθει αντιμέτωπη με τις Μεγάλες Δυνάμεις. Τούτο κατά την άποψη μας έχει δύο αιτίες. Πρώτον, στο γεγονός ότι, η Άγκυρα θα συνεχίσει την τυχοδιωκτική πολιτική της σε ό,τι έχει να κάνει με τις ροές των προσφύγων και των παράνομων μεταναστών προς την Ευρώπη. Και η δεύτερη αιτία έχει ως σημείο αναφοράς τις δηλώσεις του Ερντογάν ότι, η Τουρκία δεν θα παραιτηθεί από τη χρήση του δικαιώματος της «νόμιμης άμυνας» ενάντια σε κάθε είδους τρομοκρατική απειλή.
    Όμως τι σημαίνει η δήλωση αυτή; Σύμφωνα με τoν Τούρκο σύμβουλο ασφάλειας και πρώην στέλεχος της Διοίκησης Eιδικών Δυνάμεων (Bordo Bereli) Μετέ Γιαράρ, το δικαίωμα της «νόμιμης άμυνας» σημαίνει διεξαγωγή επιχείρησης πέραν των συνόρων βάσει του άρθρου 51 του Ο.Η.Ε. Σημειωτέον ότι, αρχικά ο Ερντογάν και η τουρκική στρατιωτική ηγεσία χρησιμοποιούσε τον όρο «κανόνες εμπλοκής», ενώ εδώ και ένα μήνα χρησιμοποιείται συνεχώς ο όρος «δικαίωμα άμυνας».
    Σύμφωνα με τον Γιαράρ ο όρος «κανόνες εμπλοκής» αφορά σε ένα καθορισμένο πλαίσιο ενεργειών, ενώ το «δικαίωμα άμυνας» δίδει το δικαίωμα διεξαγωγής επιχειρήσεων σε μια ευρύτερη περιοχή. Φυσικά, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, η δομή του αντάρτικου πόλεων του ΡΚΚ δεν έχει σημείο αναφοράς μόνο το ιρακινό έδαφος στο όρος Καντίλ, αλλά έχει μετατοπισθεί και στη Συρία, αφού σύμφωνα με εκθέσεις των τουρκικών υπηρεσιών πληροφοριών το στρατηγείο του ΡΚΚ, προ πολλού, έχει μετασταθμεύσει στη Συρία, απ’ όπου αφενός σχεδιάσθηκαν και οργανώθηκαν όλες οι επιχειρήσεις των Κούρδων ανταρτών στις πόλεις της νοτιοανατολικής Τουρκίας, αφετέρου διατέθηκε ο εξοπλισμός και παρασχέθηκε η αντίστοιχη εκπαίδευση και λογιστική υποστήριξη. Για το λόγο αυτό, είναι πιθανό να διεξαχθεί μια επιχείρηση πέραν των συνόρων στο συριακό έδαφος, κάτι που θα φέρει την Άγκυρα αντιμέτωπη όχι μόνο με τη Ρωσία, αλλά και με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ. (Τουρκική εφημερίδα Milliyet, 14-03-2016)
Εν τω μεταξύ, μια ενδεχόμενη επιχείρηση των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων εντός του συριακού εδάφους αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την Άγκυρα μετά την απόφαση των Κούρδων, στις 16-03-2016, να ενοποιήσουν τα κουρδικά καντόνια Afrin, Kobani και Cizire της βόρειας Συρίας υπό μια μορφή συνομοσπονδιακής μορφής.

Σύμφωνα με την Άγκυρα, το θέμα αυτό δεν αφορά μόνο στη Συρία, αλλά έχει άμεση σχέση με το μέλλον της Τουρκίας για τους τέσσερεις λόγους: πρώτον, μια συνομοσπονδιακή δομή των κουρδικών καντονιών υπό το κίνημα PYD δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την περαιτέρω συνένωση αυτών με την Κουρδική Περιφερειακή Διοίκηση του Βορείου Ιράκ και τη δημιουργία ενός κουρδικού κράτους στα νότια σύνορα της Τουρκίας (βλ. Χάρτη 2).
Δεύτερον, η νέα διαφοροποίηση των χαρτών στη Συρία και το Ιράκ θα έχει ως συνέπεια την απώλεια τουρκικού εδάφους και την αλλαγή συνόρων στην περιοχή.
Τρίτον, δεν πρόκειται για μια ευκαιριακή εξέλιξη, αλλά για μια μεθοδευμένη στρατηγική που έχει την ευρεία αποδοχή της Κουρδικής Περιφερειακής Διοίκησης του Βορείου Ιράκ, καθώς επίσης 31 κομμάτων και οργανώσεων της Συρίας, δεδομένου ότι, στο Συνέδριο Ανακήρυξης της Συνομοσπονδιακής Δομής συμμετείχαν 200 εκπρόσωποι Κούρδων, Αράβων, Ασσυρίων, Αρμενίων, Τουρκμένων, Τσερκέζων, γυναικείων οργανώσεων και οργανώσεων νεολαίας.
Τέταρτον, το Ισραήλ υποστηρίζει μια συνομοσπονδιακή δομή στη Συρία, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Ο.Η.Ε. έχουν την άποψη ότι το θέμα αυτό θα πρέπει να έχει την ευρεία αποδοχή του συριακού λαού, λαμβάνοντας υπόψη την ενότητα και εδαφική ακεραιότητα της Συρίας. Ειδικότερα, η ακόλουθη δήλωση του Ισραηλινού υπουργού Άμυνας Μοσέ Γιααλόν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον:
«Θεωρούμε ότι πρέπει να υπάρξει μια συνομοσπονδιακή δομή στη Συρία. Η εξασφάλιση της ενότητας της Συρίας είναι απλώς μια επιθυμία. Για το θέμα αυτό πρέπει να υπάρξουν καλοπροαίρετες προσεγγίσεις και στρατηγικές. Εάν συζητηθεί το θέμα της συνομοσπονδίας στη Συρία θα υπάρξει ένα Αλαουιστάν υπό τον Μπασάρ Άσαντ, ο οποίος ελέγχει το 30% της χώρας. Παρόλο που οι Τούρκοι δεν θα χαρούν, θα πρέπει να ξέρουν ότι υπάρχει ένα Κουρδιστάν. Τόσο στη Συρία, όσο και στο Ιράκ υπάρχουν κουρδικές περιοχές. Επίσης μπορεί να υπάρξει και το Δρουζιστάν, το οποίο θα συνεργασθεί με το καθεστώς Άσαντ (σ.σ. Οι Δρούζοι είναι μια μειονότητα σιιτικής προέλευσης που κατοικούν στη νοτιοδυτική Συρία)».

Ας σημειωθεί ακόμη ότι, σύμφωνα με τον έγκριτο Τούρκο αρθρογράφο Καντρί Γκιουρσέλ, ο Ερντογάν πιστεύει ότι εκτελεί μια θεϊκή εντολή που έχει ως στόχο τη δημιουργία μιας θεοσεβούμενης γενεάς. (σ.σ. Το θέμα της θεϊκής εντολής αποτελεί ένα κοινό μυστικό και συζητείται ευρύτερα στους κυβερνητικούς και διπλωματικούς κύκλους της Άγκυρας, ενώ για πρώτη φορά αναφέρεται δημόσια από έναν Τούρκο αρθρογράφο).
Ωστόσο, κατά τον Γκιουρσέλ, δεν έχει καμία σημασία το τι πιστεύει ο Ερντογάν για τον εαυτό του, αλλά τι πιστεύει η τουρκική κοινωνία για το θέμα αυτό. Προφανώς, ο εν λόγω αρθρογράφος αναφέρεται σε μια φαντασιόπληκτη πολιτική που έχει τεθεί σε εφαρμογή, προκειμένου οι ψηφοφόροι του κυβερνόντος κόμματος ΑΚΡ να πιστέψουν ότι οι ηγέτες τους βρίσκονται πιο κοντά στον Αλλάχ απ’ ότι είναι αυτοί. Άλλωστε, τα τελευταία χρόνια αποκαλύπτονται τα στοιχεία μιας αρχόμενης εσωτερικής ρήξης στην τουρκική κοινωνία η οποία αναζητά μια νέα ταυτότητα και ένα νέο ιδεολογικό προσανατολισμό που θα παραπέμπουν σε φιλελεύθερες αξίες και αρχές, χωρίς όμως να παρεκκλίνουν από τις αντιλήψεις περί τουρκισμού και εθνικισμού.
Μάλιστα, η ρήξη αυτή πιθανόν να ξεπεράσει τις στενά πολιτικές εξελίξεις και να κλιμακωθεί ακόμη περισσότερο, αν το δίδυμο Ερντογάν-Νταβούτογλου, αντί να χαράξει μια διορθωτική πορεία στην αυταρχική συμπεριφορά του, δρομολογήσει στρατηγικές δημιουργίας μιας μονοτυπικής κοινωνίας και θρησκευόμενων γενεών.
Ενισχυτικό της εκτίμησης αυτής είναι η εμφάνιση ενός νέου ρεύματος διανοουμένων που ασπάζονται τον μουσουλμανικό φιλελευθερισμό και άρχισαν να έχουν ιδιαίτερη απήχηση στην τουρκική κοινωνία ακόμη και στο εσωτερικό του κόμματος του. Σημειωτέον ότι, ο βασικός στόχος των διανοουμένων αυτών είναι να διατηρηθούν οι θρησκευτικές αξίες ως έχουν, διότι θεωρούν ότι η επιμονή του Τούρκου προέδρου στην αυταρχική αντίληψη περί θρησκείας και θρησκευόμενων γενεών μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος θα επιφέρει ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα και συγκεκριμένα τη δημιουργία γενεών που θα αντιμάχονται τη θρησκεία.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες προειδοποιούν τον Ερντογάν

Οι πρώην πρέσβεις των Ηνωμένων Πολιτειών στην Άγκυρα, Μόρτον Αμπράμοβιτζ (1989-1991) και Έρικ Έντελμαν (2003-2005) προέτρεψαν τον πρόεδρο Δημοκρατίας Ταγίπ Ερντογάν είτε να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις είτε να παραιτηθεί, προειδοποιώντας ότι στο εγγύς μέλλον η Τουρκία θα αντιμετωπίσει μια από τις μεγαλύτερες καταστροφές της.

Συγκεκριμένα, σε άρθρο της Washington Post/10-03-2016 που αναδημοσιεύθηκε από τα τουρκικά ΜΜΕ αναγράφηκαν τα εξής: «Όταν ο Ερντογάν και το κόμμα ΑΚΡ ανήλθαν στην εξουσία το 2003, ενδυναμώθηκε η οικονομία της Τουρκίας και βελτιώθηκαν οι σχέσεις με τις γειτονικές χώρες. Επίσης, το ΑΚΡ επεδίωξε την ένταξη της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή ένωση, έδωσε ένα τέλος στην κυριαρχία του στρατού σε ό,τι έχει να κάνει με τις αποφάσεις της πολιτικής εξουσίας, καθώς επίσης προσπάθησε να βρεθεί μια μακροπρόθεσμη ειρηνική λύση στο κουρδικό πρόβλημα. Ωστόσο, η σημερινή Τουρκία παρουσιάζει μια εικόνα πολύ αποθαρρυντική.
Ο Ερντογάν έχει επιλέξει την οδό του αυταρχισμού, η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση και στη χώρα διεξάγεται ένας εμφύλιος πόλεμος. Προφανώς, η δημοκρατία δεν μπορεί να ανθίσει υπό τον Ερντογάν τώρα. Οι μεταρρυθμίσεις που αρχικά υποσχέθηκε το ΑΚΡ έχουν δώσει τη θέση τους σε συστηματικές παραβιάσεις των ατομικών ελευθεριών και των νομίμων δικαιωμάτων. Δεκάδες χιλιάδες παιδιά, συμπεριλαμβανομένων και αυτά των θρησκευτικών μειονοτήτων, έχουν βίαια σταλεί στα ισλαμικά σχολεία προκειμένου να παρακολουθήσουν υποχρεωτικά την ισλαμική θρησκευτική εκπαίδευση.
Τώρα, καθώς ο Ερντογάν επιδιώκει να αλλάξει το τουρκικό Σύνταγμα και να εδραιώσει την εξουσία του ως πρόεδρος, οι καταχρήσεις αυτές κατά πάσα πιθανότητα θα γίνουν ο κανόνας. Ακόμη χειρότερα, ενώ πολλοί ήλπιζαν ότι η Τουρκία ήταν στα πρόθυρα της επίλυσης του προβλήματος του ΡΚΚ, το περασμένο έτος κατέρρευσαν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ του AKΡ και του Εργατικού Κόμματος του Κουρδιστάν (PKK) και στη συνέχεια αναζωπυρώθηκαν οι στρατιωτικές συγκρούσεις. Το PKK είναι μια τρομοκρατική ομάδα με ιστορικό βίας, το οποίο δεν το καθιστά ιδανικό εταίρο για μια ειρηνευτική διαδικασία.
Ωστόσο, ο τουρκικός λαός, δικαιούται να θεωρεί την κυβέρνησή του ως υπόλογο για την αποτυχία των διαπραγματεύσεων. Τώρα, Τούρκοι στρατιωτικοί και άμαχοι συνεχίζουν να πεθαίνουν από την έξαρση των συγκρούσεων, ενώ η κυβέρνηση δεν έχει κανένα ρεαλιστικό σχέδιο για τη διακοπή των συγκρούσεων ή τη νίκη του ΡΚΚ.
Η φρικτή βομβιστική επίθεση στην Άγκυρα στις 17 Φεβρουαρίου 2016, πραγματοποιήθηκε από μια φατρία του ΡΚΚ και προμηνύει την περαιτέρω εξάπλωση της βίας που θα μπορούσε να ρίξει την Τουρκία σε ένα εμφύλιο πόλεμο παρόμοιο με αυτόν που αποδεκάτισε τη χώρα στη δεκαετία του 1970 και 80. Μάλιστα, οι πρόσφατες εξελίξεις στην Τουρκία φέρνουν στη μνήμη τα τρομοκρατικά στερεότυπα και τις σκοτεινές περιόδους του ολοκληρωτισμού στον 20ο αιώνα.
Μετά την υποστήριξη και τον εξοπλισμό που παρείχε στις εξτρεμιστικές ομάδες της συριακής σύγκρουσης, η Τουρκία τώρα βιώνει μια πραγματική απειλή από αυτήν την τρομοκρατία, την οποία βοήθησε να αναζωπυρώσει τη φωτιά. Οι βομβιστικές επιθέσεις στην Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα έχουν δημιουργήσει συγκλονιστικές σκηνές σφαγής. Επίσης, η Τουρκία ακόμη συνεχίζει να επιμένει ότι, οι συριακές κουρδικές ομάδες αποτελούν τη μεγαλύτερη απειλή στη Συρία και όχι το «Ισλαμικό Κράτος» ή η Jabhat al-Nusra.
Οι επιπτώσεις του εν λόγω αυταρχισμού και αστάθειας επηρέασαν αρνητικά την τουριστική βιομηχανία της Τουρκίας και τρομάζουν τους ξένους επενδυτές, με αποτέλεσμα πολλοί οικονομολόγοι να ανησυχούν για το μέλλον της τουρκικής οικονομίας. Συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι μια ισχυρή, σταθερή και δημοκρατική Τουρκία είναι εφικτή και απαραίτητη.
Αλλά αυτό απαιτεί μια κυβέρνηση που θα δεσμευθεί σε αυτούς τους στόχους και θα έχει την πρόθεση για την επίτευξή τους. Εάν ο Ερντογάν εξακολουθεί να θέλει ένα καλύτερο μέλλον για τη χώρα του, θα πρέπει είτε να προβεί σε μεταρρυθμίσεις, είτε να παραιτηθεί.»

Η απάντηση της Άγκυρας στις εν λόγω δηλώσεις των Αμερικάνων πρέσβεων δόθηκε: Αρχικά από τον εκπρόσωπο τύπου της προεδρίας της Δημοκρατίας Ιμπραήμ Καλίν, ο οποίος στο λογαριασμό του στο twitter έγραψε το εξής:
«Οι δύο πρώην πρέσβεις των Ηνωμένων Πολιτειών δήλωσαν ότι ο Ερντογάν πρέπει να παραιτηθεί, θεωρώντας ότι είναι άρχοντες μιας αποικίας. Κύριοι, έχει παρέλθει η εποχή που δίνατε διαταγές στην Τουρκία». 
Και ακολούθως, στις 12-03-2016, από τον Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος σε ομιλία του κατά την τελετή απονομής βραβείων από το Ίδρυμα Θρησκευτικών Υποθέσεων Τουρκίας δήλωσε τα εξής:
«Στον πολιτισμό μας δεν υπάρχει χώρος για το Ισλαμικό Κράτος, τη Boko Haram, το ΡΚΚ, το κουρδικό κίνημα PYD της Συρίας και τον ένοπλο βραχίονα YPG του ΡΥD. Η Τουρκία θα συνεχίσει να αγωνίζεται τόσο εναντίον της τρομοκρατίας, όσο εναντίον όσων προσπαθούν να παρουσιάσουν τους μουσουλμάνους ως τρομοκράτες και τον ισλαμικό κόσμο ως πηγή τρομοκρατίας, δολοφονιών και συγκρούσεων». 
Επίσης, ο Τούρκος πρόεδρος πρόσθεσε ότι, δεν υπάρχει χώρος για την Κου Κλουξ Κλαν και το ολοκαύτωμα. Πέραν των παραπάνω, οι ακόλουθες δηλώσεις του Ερντογάν σε ομιλία του, στις 18-03-2016, κατά τη διάρκεια εκδήλωσης για τη Μάχη της Καλλίπολης, αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι αυτές πραγματοποιήθηκαν, τέσσερεις ημέρες πριν τις φονικές επιθέσεις του «Ισλαμικού Κράτους» στο αεροδρόμιο και το μετρό στις Βρυξέλες:
«Το Βέλγιο, το οποίο συμπεριλαμβάνεται μεταξύ όλων των χωρών της ευρωπαϊκής ένωσης που ανακήρυξαν ως τρομοκρατική οργάνωση το ΡΚΚ, επιτρέπει σε αυτήν τη διασπαστική τρομοκρατική οργάνωση να στήσει σκηνή πίσω από το κτήριο που πραγματοποιείται η Σύνοδος στις Βρυξέλλες (18-03-2016), καθώς επίσης να σηκώσει και να κυματίσει το κουρέλι του (σ.σ. εννοεί τη σημαία του ΡΚΚ). Αυτό είναι άτιμο και υποκριτικό. Αυτοί συμπεριφέρονται με διχογνωμία. Ποιόν εξαπατάτε; Γίνετε έντιμοι και μην είστε υποκριτές. Απέναντι σας δεν υπάρχει μια Τουρκία και ένα τουρκικό έθνος που θα εξαπατηθεί. Αυτό να το γνωρίζετε. Αυτό σημαίνει παράδοση στην τρομοκρατία. Αυτοί παραδόθηκαν στην τρομοκρατία. Εκτρέφετε ένα φίδι στο χωριό σας, το οποίο μπορεί να σας δαγκώσει οποιαδήποτε στιγμή. Όταν οι ίδιες βόμβες θα αρχίσουν να εκρήγνυνται στις δικές σας πόλεις, τότε θα καταλάβετε πως νοιώθουμε εμείς. Αλλά τότε θα είναι πολύ αργά για οτιδήποτε».

Υπό το πρίσμα των προαναφερθέντων δηλώσεων του Μόρτον Αμπράμοβιτζ και Έρικ Έντελμαν, είναι περισσότερο από προφανές ότι, ο Ταγίπ Ερντογάν δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στα αμερικανικά συμφέροντα στη Μέση Ανατολή, συμπεριλαμβανομένης και της ίδρυσης Κουρδικού Κράτους. Επίσης, η σπουδαιότητα των δηλώσεων αυτών εστιάζεται στο γεγονός, ότι αυτές έγιναν από δύο Αμερικανούς πρώην διπλωμάτες, εκ των οποίων: ο ένας (Αμπράμοβιτζ), διαβλέποντας τα ηγετικά προσόντα του Ερντογάν είχε πραγματοποιήσει πολλές φανερές και μυστικές συναντήσεις μαζί του πριν ακόμη αυτός εκλεγεί δήμαρχος Κωνσταντινούπολης. Και ο άλλος (Έντελμαν) διετέλεσε πρέσβης στην Άγκυρα, την πρώτη κοινοβουλευτική περίοδο που το κόμμα ΑΚΡ είχε αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας, ανατρέποντας το τότε υφιστάμενο πολιτικο-στρατιωτικό κατεστημένο.

Για το θέμα αυτό, παρατίθενται ακολούθως δύο αποσπάσματα του βιβλίου: Αποκαλύπτοντας τον Τουρκικό Λαβύρινθο-Ισλάμ και Πολιτική στην Τουρκία, σελ. 72,73 και 273, Χρ. Μηνάγιας. Ειδικότερα:

Το πρώτο αφορά σε δημοσίευμα του τουρκικού περιοδικού Aydınlık/02-05-2010 με τίτλο: Οι επτά Αμερικανοί που καθοδηγούν τον Ταγίπ (Ερντογάν). Σε περίπτωση που τα αναγραφόμενα στοιχεία, στο δημοσίευμα που ακολουθεί, είναι ακριβή, δεδομένου ότι το Aydınlık στήριξε το στρατιωτικό κατεστημένο, θα πρέπει να υπάρξει σοβαρός προβληματισμός για τις μελλοντικές εξελίξεις στην Τουρκία.
«…..Ο Morton Abramowitz, o Henri j. Barkey, o Philip Gordon, o David Phillips, o Alan O. Makovsky, o Ian O. Lesser, o F. Stephen Larrabee… Όλοι τους πραγματοποιούν συχνές και άτυπες συναντήσεις με τον Abdullah Gül και τον Tayyip Erdoğan…. Η εν λόγω (αμερικανική) ομάδα έχει αποστολή να καθοδηγήσει την πολιτική της Τουρκίας…. Οι επιχειρήσεις (της τουρκικής κυβέρνησης) εναντίον του στρατού, τα διάφορα ανοίγματα, το πακέτο των συνταγματικών μέτρων και η μεταρρύθμιση στη δικαιοσύνη αποτελούν μέρος του οδικού χάρτη της ομάδας αυτής που έβαλε μπροστά τον Tayyip Erdoğan και τον Abdullah Gül για να τον υλοποιήσει….. Οι εν λόγω Αμερικανοί έρχονται συχνά στην Τουρκία. Η διαχείριση της κατάστασης δεν γίνεται με αυτόματο πιλότο αλλά με απευθείας συναντήσεις. Έρχονται αεροπορικώς και συγκεκριμένα στην αεροπορική βάση του Incirlik και αφού ολοκληρώσουν το έργο τους στην Τουρκία με τον ίδιο τρόπο επιστρέφουν στη χώρα τους…. Όλοι τους είναι ενήμεροι από την πιο μικρή έως και την πιο μεγάλη λεπτομέρεια των θεμάτων της εσωτερικής πολιτικής της χώρας… O Morton Abramowitz θεωρείται ο άνθρωπος κλειδί που εξασφάλισε ώστε, ο Erdoğan από πρόεδρος της νομαρχιακής επιτροπής (Κωνσταντινούπολης) του κόμματος Ευημερίας που ανήκε, να γίνει πρωθυπουργός…. Από παλιά, ο πρώην σύμβουλος (του Erdoğan) και νυν υπουργός Εξωτερικών Ahmet Davutoğlu συνεργάζεται με αυτήν την ομάδα…. Η ηγετική ομάδα των συμβούλων του Tayyip Erdoğan, όπως ο Ömer Çelik, o Egemen Bağış, o Hakan Fidan (διοικητής της ΜΙΤ), καθώς επίσης οι Önder Aytaç, Emre Uslu και Zühtü Arslan που καθοδηγούν την Ακαδημία της Αστυνομίας, αποτελούν τα πλοκάμια της αμερικανικής ομάδας στην Τουρκία…. Στο παρελθόν μερικοί ξένοι, ειδικά Αμερικανοί, υπήρξαν σύμβουλοι Τούρκων πρωθυπουργών. Υπενθυμίζεται ότι, οι Jay Kriegel και David Barchard που ανήκαν στην CIA υπήρξαν σύμβουλοι της Çiller.»

Και το δεύτερο απόσπασμα αναφέρεται στο ενδεχόμενο τουρκικής άρνησης για τη συνέχιση του σχεδίου «Μεγάλο Κουρδιστάν», η οποία αποτυπώνεται με ιδιαίτερα αποκαλυπτικό τρόπο σε αναφορά του Henri J. Barkey στις 31-08-2010, όπου εμμέσως απειλείται η Τουρκία με εσωτερικές συγκρούσεις. Συγκεκριμένα αναγράφονται τα εξής:
  • · Το ΡΚΚ, σε σύγκριση με τη δεκαετία του 1990 έχει αποκτήσει πολύ μεγάλη δύναμη.
  • · Οι Κούρδοι ηγέτες οργανώνουν τις περιοχές τους με ισχυρές δυνάμεις και αποφασιστικότητα.
  • · Οι Κούρδοι κατοικούν σε όλη την τουρκική επικράτεια. Ως εκ τούτου μια εξέγερση τους δεν θα περιορισθεί μόνο σε μια περιοχή.
  • · Η τουρκική κυβέρνηση δεν επέδειξε αποφασιστικότητα για το κουρδικό άνοιγμα και εστιάσθηκε μόνο στα στρατιωτικά μέτρα.
  • · Οι Κούρδοι επιθυμούν την αυτονομία τους, ενταγμένοι σε ένα ισχυρό κράτος που θα αναγνωρίζεται η εθνική τους ταυτότητα, θα επιτρέπεται να χρησιμοποιούν τη γλώσσα τους και να αναγνωρίζονται τα πολιτιστικά τους δικαιώματα.
  • · Η Τουρκία βαδίζει αργά προς μια συγκρουσιακή κατάσταση και δεν προβαίνει σε καμία ενέργεια για την αποτροπή της. Έστω και ένα μικρό ατυχές περιστατικό, θα γίνει η αιτία για τη δημιουργία σύγκρουσης μεταξύ των εθνικών μειονοτήτων στην Τουρκία, η οποία θα φέρει τα πάνω-κάτω στη χώρα.

Πηγή www.geostrategy.gr
www.medintelligence.org
ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΩΝ ΜΕΛΕΤΩΝ