Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΑΓΝΩΣΤΗ ΣΕ ΠΟΛΛΟΥΣ ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ '40, Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΜΟΡΟΒΑ ΚΑΙ ΣΤΟ ΙΒΑΝ (14-22 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1940)

Μια άγνωστη στους πολλούς μάχη, που διεξήχθη από τις Μονάδες του Τμήματος Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ) από τις 14 – 22 Νοεμβρίου 1940, για την κατάληψη και την ευρεία εξασφάλιση του υψιπέδου της Κορυτσάς και τον έλεγχο της εγκάρσιας οδού Κορυτσά – Ερσέκα – Λεσκοβίκι – Κόνιτσα, προκειμένου να απωθηθούν οι Ιταλοί, να διευκολυνθούν οι συγκοινωνίες και ο ανεφοδιασμός των μαχόμενων τμημάτων και να εξυπηρετηθεί ο ελιγμός του Αρχιστρατήγου.
Η περίοδος από την έναρξη των επιχειρήσεων στις 28 Οκτωβρίου μέχρι και την 13η Νοεμβρίου 1940, διήλθε για την απόκρουση της Ιταλικής εισβολής στη τοποθεσία «Ελαία – Καλαμάς» (δηλαδή στη περιοχή του χωριού Καλπάκι Ιωαννίνων) από την VIIIη Μεραρχία, την ανάσχεση της βαθιάς διεισδύσεως της Μεραρχίας Αλπινιστών «Τζούλια» στη κεντρική Πίνδο, αρχικά από το απόσπασμα Δαβάκη και στη συνέχεια από την Ιη Μεραρχία τη Μεραρχία Ιππικού και την Ταξιαρχία Ιππικού, την επιστράτευση των Μεραρχιών και λοιπών μονάδων και τη στρατηγική συγκέντρωση του Ελληνικού στρατού στις προβλεπόμενες από τα σχέδια θέσεις.

Στους υπόψη αγώνες έλαβαν μέρος εκτός από τις λίγες Μονάδες του στρατού που είχαν προεπιστρατευθεί (VIIIη Μεραρχία, Απόσπασμα Πίνδου, IXη Μεραρχία, IVη Ταξιαρχία) και πολλές άλλες μονάδες που επιστρατεύθηκαν μετά τη κήρυξη του πολέμου και μεταφέρθηκαν επειγόντως στο μέτωπο ύστερα από σύντονες πορείες 250 και 400 χλμ.


Στις 13 Νοεμβρίου έχουν προσανατολιστεί προς το Αλβανικό θέατρο επιχειρήσεων 11 Μεραρχίες Πεζικού (I, II, III, IV, VIII, IX, X, XI, XIII, XV, XVII), 1 Μεραρχία Ιππικού, 1 Ταξιαρχία Ιππικού και 2 Ταξιαρχίες Πεζικού, η δύναμη των οποίων ανερχόταν σε 232.000 άνδρες, 556 πυροβόλα και 100.000 κτήνη. Συγχρόνως είχαν επιστρατευθεί και είχαν μεταφερθεί στις θέσεις τους στη κεντρική και ανατολική Μακεδονία και Θράκη οι V, VI, VII, XII, XIV Μεραρχίες και οι φρουρές των οχυρών της γραμμής ΜΠΕΛΕΣ – ΝΕΣΤΟΣ (γραμμή Μεταξά). Μέχρι το τέλος του πολέμου η «μικρή και φτωχή» Ελλάδα, ξύνοντας το πάτο του βαρελιού, θα συγκροτήσει και θα επιστρατεύσει 4 ακόμη Μεραρχίες (XVI, XVIII, IXX, XX).

https://averoph.files.wordpress.com/2013/11/410db-cf83cf84cf81ceb1cf84ceb7ceb3ceb9cebaceaecf83cf85ceb3cebaceadcebdcf84cf81cf89cf83ceb7cf84cebfcf85ceb5cebbcebbceb7cebdceb9ceba.jpg

Όταν άρχισα να γράφω το παρόν κείμενο, η αρχική μου σκέψη ήταν να αναφερθώ με καθαρά στρατιωτικούς όρους στη περιγραφή των επιχειρήσεων για την εκπόρθηση της «φύσει οχυράς» τοποθεσίας «Μόροβα – Ιβάν», που φράσσει τον άξονα επίθεσης από τη δυτική Μακεδονία προς το υψίπεδο της Κορυτσάς. Απώτερος όμως στόχος μου, ήταν να παρουσιάσω το πώς η τότε Ελληνική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, που ενώ μέχρι τον Απρίλιο του 1939 (2), είχε οργανώσει τις ένοπλες δυνάμεις του έθνους για την αντιμετώπιση επίθεσης από τη Βουλγαρία, κατόρθωσε μέσα σε 18 μήνες να σχεδιάσει την άμυνα του θεάτρου επιχειρήσεων προς την Αλβανία, να οχυρώσει τις τοποθεσίες άμυνας που φράσσουν τους άξονες επίθεσης από την Αλβανία, να οργανώσει τις απαιτούμενες δυνάμεις για την άμυνα της Ηπείρου και της δυτικής Μακεδονίας και το κυριότερο να σχεδιάσει επιθετικές επιχειρήσεις εντός της Αλβανίας αμέσως σχεδόν με την έναρξη του πολέμου, προσανατολίζοντας τις απαραίτητες δυνάμεις προς τη περιοχή της δυτικής Μακεδονίας.
Στη πορεία όμως αντιλήφτηκα ότι η ψυχρή περιγραφή των πολεμικών γεγονότων με τη δική μου πένα, απολύτως τίποτε δεν θα προσέφερε στη κατανόηση της επικής μάχης που διεξήχθη στην άγρια Μόροβα και στο καστρόπυργο του Ιβάν, αλλά μάλλον θα αφαιρούσε από το μεγαλείο του αγώνα των παιδιών της Ελλάδας. Άλλωστε για τα έπη μόνο ύμνοι και τραγούδια αρμόζουν. Έτσι αποφάσισα να περιοριστώ στο παρακάτω κείμενο, που δεν είναι δικό μου, το δε όνομα του συγγραφέα θα το διαβάσετε στο τέλος. Για όσους το γνωρίζουν, η επανάληψη πιστεύω ότι ωφελεί. Η δική μου συνεισφορά περιορίζεται στην επισύναψη των φωτογραφιών και των σχεδιαγραμμάτων της Διευθύνσεως Ιστορίας Στρατού.

Περιγραφή του πεδίου της μάχης

Στο βόρειο τμήμα του μετώπου, αυτό που αρχίζει από τη λίμνη της Μεγάλης Πρέσπας και κατεβαίνει στο Γράμμο, οι Ιταλοί είχαν κρατήσει εφεκτική στάση, για να συγκεντρώσουν την προσπάθειά τους στο κέντρο, σύμφωνα με το σχέδιο του Πράσκα. Στο βόρειο λοιπόν τμήμα του μετώπου, το ελληνικό Γενικό Στρατηγείο αποφάσιζε ν’ αναπτύξει πρωτοβουλία, να χτυπήσει, για να ελαφρώσει την πίεση του εχθρού στους άλλους τομείς.
Το εγχείρημα δεν ήταν εύκολο. Το βόρειο αυτό τμήμα, λίγο πιο μέσα από τα σύνορα, προς την Αλβανία, έχει ένα φυσικό φρούριο: τη Μοράβα. Είναι βουνό τραχύ, όλο νεύρο, έρημο από κατοικίες ανθρώπων. Κατεβαίνει λοξά από βοριά στα νοτιοδυτικά και κρύβει πίσω του την Κορυτσά με τον πρόσχαρο κάμπο της. Ρυτιδωμένη η Μοράβα από χαράδρες βαθιές και απότομες, παρουσιάζεται εχθρική στον οδοιπόρο, δεν αφήνει να χαράξει πάνω της ούτε φτενό χαμόγελο, κάποιο μονοπάτι.


Στη βορεινή της άκρη ορθώνεται, κάστρο ξεμοναχιασμένο, φαλακρό, το όρος Ιβάν, προβάλλει μέσ’ από τουφωτά πεύκα και κέδρα. Ανάμεσα Μοράβα και Ιβάν, στη στενή λουρίδα της, το Τσαγκόνι, κυλάει τα νερά του ο Δεβόλης. Τα φυσικά τούτα οχυρά, και ιδιαίτερα τις ανατολικές πλαγιές της Μοράβας και το Ιβάν, οι Ιταλοί τα είχαν ενισχύσει με έργα εκστρατείας τέτοια που να τα κάνουν απροσπέλαστα


Εκεί, αντικρίζοντας την Αλβανία, ήταν παρατεταγμένες το βράδυ της 27ης Οκτωβρίου δύο ελληνικές μονάδες : Η IV Ταξιαρχία πεζικού και η ΙΧ Μεραρχία. Ανήκαν και οι δύο στο Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας (ΤΣΔΜ) που το διοικούσε ο αντιστράτηγος Ι. Πιτσίκας: η πρώτη στο Γ’ Σώμα Στρατού, η δεύτερη στο Β’. Τα διοικούσαν αντιστοίχως ο αντιστράτηγος Γ. Τσολάκογλου και ο υποστράτηγος Δημ. Παπαδόπουλος.
Αγνάντια τους, η ιταλική παράταξη απαρτιζόταν από τρεις μεραρχίες : τη Βενέτσια, την Πάρμα και την Πιεμόντε. Η Βενέτσια βρισκόταν στην περιοχή που πιάνει από το Ελμπασάν ως την λίμνη Aχρίδα, η Πάρμα στις ανατολικές πλαγιές της Μοράβας, η Πιεμόντε πιο πίσω, δυτικά της Κορυτσάς. Την ηγεσία του βόρειου ιταλικού μετώπου είχε ο στρατηγός Γκαμπριέλε Νάσσι.

Την ημέρα της εισβολής, οι Ιταλοί είχαν περιοριστεί εδώ σε βολές πυροβολικού. Την άλλη μέρα χτύπησαν ένα ελληνικό φυλάκιο. Ήταν φανερά πως δεν έχουν σκοπό να δράσουν. Αλλά το ελληνικό Γενικό Στρατηγείο ήθελε να δημιουργήσει επιθετική δραστηριότητα στην απάνω κοιλάδα του Δεβόλη, αυτήν που απλώνεται ανάμεσα στα σύνορα και τις βορειοανατολικές πλαγιές της Μοράβας. Θα απειλούσε έτσι το Τσαγκόνι, (είναι η στενωπός ανάμεσα στα όρη Μόροβα και Ιβάν, στην οποία ρέει ο Δεβόλης και διέρχεται η οδός Κρυσταλοπηγή – Κορυτσά), θέση στρατηγική σπουδαιότατη, για να προετοιμάσει μιαν εξόρμηση προς την Κορυτσά. Η πολιτεία αυτή — συγκοινωνιακός κόμβος σπουδαίος – είναι ελληνική. Είχε δύο φορές παρθεί παλαιότερα από τον ελληνικό στρατό και δύο φορές χάθηκε γιατί έτσι το ήθελαν οι Συνθήκες ειρήνης. Η νέα κατάληψη της τώρα, θα επηρέαζε ευεργετικά το ηθικό των μαχόμενων και του λαού που δέχτηκε την απρόκλητη Ιταλική επίθεση.

Διάταξη Ελληνικών Δυνάμεων ΤΣΔΜ

Από τις πρώτες ημέρες του πολέμου, αρχίζουν να προσανατολίζονται προς το τμήμα αυτό του μετώπου ισχυρές ελληνικές δυνάμεις. Υπάγεται στο ΤΣΔΜ και η ΧΙ Μεραρχία, (διοικητής συν/χης Γ. Κώτσαλος), ενώ η X (διοικητής υποστράτηγος Χρ. Κίτσος) συγκεντρώνεται στην περιοχή Αμυνταίου – Πτολεμαΐδος. Η XVII (υποστράτηγος Π. Μπασακίδης) που προοριζόταν αρχικά για το βουλγαρικό μέτωπο, προωθείται στη Βέροια.
Η IV Ταξιαρχία (υποστράτηγος Αγαμ Μεταξάς), άρχισε, από την 1η Νοεμβρίου, επιθετικές ενέργειες πέρα από τα σύνορα, μέσα στο αλβανικό έδαφος. Ύστερα από άγρια Ιταλική αντίσταση, παίρνονται τα ύμώματα Γκολίνα, Λόκβατ και 1327, στη χερσόνησο του Πυξού, ανάμεσα στη Μεγάλη και τη Μικρή Πρέσπα, καθώς και νοτιότερα, το χωριό Βέρνικ και το ύψωμα Λιζιτσίνα. Η επίθεση γίνεται με τη λόγχη. Οι Ιταλοί αντιστέκονται με πείσμα, άλλα τα ελληνικά τμήματα τους απωθούν, παίρνουν και άλλα υψώματα, πολεμούν ως αργά τη νύχτα. Το Νότιο Συγκρότημα προχωρεί και αυτό, φτάνει ανάμεσα Καπέτιστα καί Μπίγλιστα.


Από τις 4 Νοεμβρίου, η IV Ταξιαρχία θ’ αναπτυχθεί, θα γίνει ΧV Μεραρχία. Η επίθεση θα ξαναρχίσει στις 5 Νοεμβρίου, στον τομέα της Μεραρχίας Βενέτσια, όπου η αντίσταση των Ιταλών είναι τόση ώστε όλοι οι αξιωματικοί και οι οπλίτες των πυροβόλων συνοδείας πέφτουν γύρω από τα κανόνια τους. Εδώ ωστόσο, καθώς και στον τομέα της Μεραρχίας Πάρμα, παίρνονται από τους Έλληνες και αλλά υψώματα. Ηττημένοι οι Ιταλοί, έχουν απωθηθεί κιόλας στις πλαγιές της Μοράβας, πιάνουν τη γραμμή που σχηματίζεται από τα χωριά Τσαγκόνι, Βράνεστε, Μπαμπάν, Χότσιστε, βρίσκονται δηλαδή στην ανάγκη να καλύψουν την κύρια οχυρωματική τους γραμμή.
Στις 5 Νοεμβρίου το Γενικό Στρατηγείο διατάσσει το ΤΣΔΜ να αρχίσει με το Γ’ Σώμα Στρατού έντονη επιθετική ενέργεια, που να έχει γι’ αντικειμενικό σκοπό την κατάληψη της Κορυτσάς. Οι αμέσως επόμενες ημέρες Θ’ αφιερωθούν στις συνεννοήσεις των μονάδων μεταξύ τους για το πώς να προπαρασκευαστεί αύτη η επίθεση. Ύστερα από μελέτη της τοποθεσίας και των άλλων δεδομένων, ο διοικητής του Γ’ Σώματος Στρατού στρατηγός Τσολάκογλου απεφάσισε να επιτεθεί σ’ όλο μαζί το μέτωπό του. Η σχετική διαταγή επιχειρήσεων, με χρονολογία 7 Νοεμβρίου, προβλέπει επίθεση αιφνιδιαστική, χωρίς προπαρασκευή πυροβολικού, με αντικειμενικό σκοπό τον αποκλεισμό από βοριά και από νότια της Μοράβας, κατάληψη της τοποθεσίας Τσαγκόνι και τέλος της Κορυτσάς. Η κύρια προσπάθεια θα στρεφόταν στο νότιο τμήμα της Μοράβας. Εκεί το έδαφος ήταν πολύ τραχύ, δύσβατο, αλλά αυτό θα εμπόδιζε τον εχθρό να χρησιμοποιήσει άρματα μάχης.
Την απόφαση τούτη ωστόσο ήταν πεπρωμένο να την ακολουθήσει μια διαφωνία. Το Γενικό Στρατηγείο την ενέκρινε, το ΤΣΔΜ όμως τη θεώρησε επικίνδυνη: Φοβόταν τη φθορά δυνάμεων που θα ήταν ίσως αναγκαίες για να κρατηθεί άμυνα, αν το καλούσε η ανάγκη. Το Σώμα Στρατού ανέπτυξε τις απόψεις του. Θύμισε την ανάγκη να επιτεθεί γρήγορα, προτού ενισχυθεί τυχόν ο εχθρός, βεβαίωσε πως η επιχείρηση θα είχε επιτυχία και ας γινόταν μ’ ελλείψεις στα πυρομαχικά. Το ΤΣΔΜ επέμεινε στις απόψεις του και η επίθεση χρειάστηκε ν’ αναβληθεί.
Τελικά, ύστερα από επέμβαση του Γενικού Στρατηγείου, που πίστευε στην ανάγκη γοργής ενέργειας, αποφασίστηκε ν’ αρχίσει η επίθεση στις 14 Νοεμβρίου. Στη διάθεση τού ΤΣΔΜ το Γενικό Στρατηγείο έβαζε και το πυροβολικό της ΧΙΙΙ Μεραρχίας. Στο μεταξύ, και οι επιχειρήσεις στην Ήπειρο και στην Πίνδο είχανε πάρει την ευνοϊκή τους τροπή, ο εφιάλτης των πρώτων ημερών σήκωνε το βάρος του από το στήθος της χώρας. Το Γενικό Στρατηγείο κατέληγε στην απόφαση να επιχειρήσει προέλαση των ελληνικών δυνάμεων, που να ξεπερνούσαν όλες τις αντικρινές οροσειρές της Αλβανίας και να εξασφάλιζαν την ελεύθερη χρησιμοποίηση του στρατηγικότατου δρόμου που πάει από την Κορυτσά στα Γιάννινα.
Στις 8 Νοεμβρίου, η Χ Μεραρχία, αρχίζει να μεταφέρει τα τμήματά της στο Νεστόριο, στις όχθες του Αλιάκμονος, για να είναι έτοιμη να λάβει μέρος στην επίθεση κατά της Κορυτσάς. Η ζώνη της φτάνει, στα νότια, ίσαμε την Αητομηλίτσα και το Γράμμο.
Στις 12 του μηνός, η Μεραρχία προωθεί τις δυνάμεις της και παίρνει την επιθετική της διάταξη. Ο χειμώνας του βορρά έχει έρθει στο μεταξύ, πέφτει το χιόνι πυκνό. Οι πορείες γίνονται μέσα από χαράδρες που γλιστράνε, το πούσι σκεπάζει τα πάντα, πνίγει τον ορίζοντα, τα μονοπάτια έχουν χαθεί, οι ανεφοδιασμοί σταματάνε σχεδόν, ο στρατός πορεύεται αβοήθητος. Όμως πορεύεται, πάει να πιάσει τις θέσεις που πρέπει. Η στιγμή που θα εξαπολυθεί η επίθεση έχει οριστεί. Είναι τα χαράματα της 14ης Νοεμβρίου, ώρα εξίμιση.
Προετοιμάζονται και οι Χ και ΙΧ Μεραρχίες, που θα εξορμήσουν προς τη Μοράβα και η ΧV, που θα επιτεθεί στον ‘Ιβάν. Στον τομέα της ΧV μαίνονται οι χιονοθύελλες, οι μεγάλες βροχές το κρύο έχει γίνει απάνθρωπο. Όμως μέσα στις νύχτες, κάτω από νερό ασταμάτητο, τα τμήματα πορεύονται, πιάνουν θέσεις. Από όλες τις κατευθύνσεις, από μονοπάτια, χαράδρες, κορφοβούνια, ο ελληνικός στρατός ανεβαίνει προς τα σύνορα, την ‘Αλβανία, συγκεντρώνεται για τη μεγάλη του εξόρμηση.
Το Γ’ Σώμα Στρατού έχει παρατάξει τώρα, σε πρώτο κλιμάκιο, από νότο σε βοριά, τις Χ, ΙΧ και ΧV Μεραρχίες. Σε δεύτερο κλιμάκιο τη ΧΙΙΙ, που μόλις έφτασε. Οι Ιταλοί, αντίκρυ, έχουν φέρει ή φέρνουν, εκτός από τις τρείς μεραρχίες τους Βενέτσια, Πάρμα και Πιεμόντε, τη Μεραρχία Μοδένα, τη Μεραρχία Αρέτσο, τη Μεραρχία αλπινιστών Τριεντίνο, δύο συντάγματα Βερσαλλιέρων. Έχουν, τέλος, μια μονάδα άρματα μάχης και Ισχυρότατη Αεροπορία. (Συνεπώς είχε δίκιο το Γ΄ Σώμα που επέμενε για άμεση έναρξη της επίθεσης)

Έναρξη και διεξαγωγή των επιχειρήσεων


Είναι η νύχτα της 13 προς 14 Νοεμβρίου. Η πρώτη φάση του πολέμου, η αμυντική για τούς Έλληνες, έληξε. Αρχίζει η δεύτερη φάση, η επιθετική σ’ όλο το μάκρος του μετώπου, από το Ιόνιο ίσαμε τη Μεγάλη Πρέσπα. Γι’ άλλη μια φορά, την τέταρτη μέσα σε σαράντα χρόνια, ο ελληνικός στρατός θα τεντώσει το τόξο της μοίρας του.
Στις 6.30′ της 14ης Νοεμβρίου, η ΧV Μεραρχία άρχισε την επίθεση από τη χερσόνησο του Πυξού, ανάμεσα στις δύο Πρέσπες. Σύμφωνα με το σχέδιο, προπαρασκευή πυροβολικού δεν είχε προηγηθεί, η εξόρμηση γινόταν αιφνιδιαστικά και με τόση ορμή που ο εχθρός σάστισε, δεν μπόρεσε να βάλει σ’ εφαρμογή το σχέδιο των αυτομάτων όπλων του, τα προχωρημένα τμήματά του λύγισαν αμέσως. Τα ελληνικά τάγματα που έκαναν την επίθεση, προχώρησαν γοργά. Πιο πέρα όμως το έδαφος γινόταν ορεινό, ο εχθρός μπορούσε να προβάλει εκεί αποτελεσματική αντίσταση. Οι Ιταλοί, πραγματικά, άρχιζαν ν’ αγωνίζονται με πείσμα, πολυβόλα τους κρυμμένα μέσα σε πολυβολεία γερά, και μαζί όλμοι, πυροβολικό, είχαν αρχίσει να δουλεύουν όλα μαζί. Οι θέσεις τους σαΐτευαν φωτιά και σίδερο, η Αεροπορία χτυπούσε τις επιτιθέμενες ελληνικές δυνάμεις. Αλλεπάλληλες Ιταλικές αντεπιθέσεις προσπαθούσαν στο μεταξύ ν’ ανακόψουν την ελληνική προχώρηση. Ήταν ένας αγώνας σκληρός, που δεν μπόρεσε όμως, από Ιταλική πλευρά, να κρατήσει πάνω από τρεισήμισι ώρες. Στις 10 το πρωί, ο ελληνικός στρατός είχε σπάσει την κύρια ιταλική γραμμή.

Το απόγεμα έγινε νέα εξόρμηση, για να παρθεί το ύψωμα 1480. 0 λόγος δόθηκε τώρα στην ξιφολόγχη και τη χειροβομβίδα, γιατί οι αντίπαλοι ήταν αντικριστοί πια, αγγίζονταν μεταξύ τους. Το ύψωμα παίρνεται και το Ιβάν αρχίζει ν’ απομονώνεται. Ανάλογες επιτυχίες έχουν τα ελληνικά τμήματα που ενεργούν στα νότια της Μικρής Πρέσπας. Η γέφυρα του Δεβόλη κυριεύεται από τους Έλληνες, που προλαβαίνουν και αιφνιδιάζουν τη φρουρά της προτού προβεί σε ανατίναξη. Η προέλαση έχει φτάσει κιόλας σε βάθος τεσσάρων χιλιομέτρων.
Η X Μεραρχία, στον δικό της τον τομέα, τον νότιο, συναντάει δυνατή αντίσταση του εχθρού, προχωρεί σε λιγότερο βάθος. Μερικά τμήματά της καθηλώθηκαν μπροστά στις οχυρωμένες θέσεις των Ιταλών, παίρνεται όμως το Μπόζιγκραντ και τα υψώματα γύρω στο Νικολίτσε. Γενικά, ο απολογισμός της πρώτης ημέρας ήταν ικανοποιητικός : Είχε κατορθωθεί διάσπαση της αμυντικής τοποθεσίας του εχθρού στους τομείς της XV και της ΙΧ Μεραρχίας και αυτό ήταν σημάδι καλό για τη συνέχεια της μάχης. Αιχμάλωτοι πολλοί είχαν πιαστεί, πολεμικό υλικό κυριεύτηκε. Το ελληνικό πυροβολικό είχε κινηθεί μ’ ευελιξία, κατά κλιμάκια, κατόρθωσε να υπερνικήσει κακοτοπιές απίθανες, να υποστηρίξει με θαυμαστή αποτελεσματικότητα τις εφόδους του πεζικού. Αλλά η επίθεση είχε γίνει σε μέγα πλάτος, σε όλο το ανάπτυγμα του βόρειου μετώπου, όλες οι εφεδρείες είχαν χρησιμοποιηθεί. Αυτό δεν μπορούσε να γίνεται κάθε μέρα.
Την επομένη, 15 Νοεμβρίου, κυριεύονται και άλλα υψώματα, μ’ όλο που στο σύνολό της η επίθεση δείχνεται περισσότερο φειδωλή. Τα ελληνικά τμήματα πήρανε το χωριό Πολιόσκα, στα δυτικά τού Δεβόλη, ενώ κατόρθωναν και να στερεοποιήσουν το ρήγμα που είχε ανοιχτεί στην αμυντική τοποθεσία του εχθρού. Η 16 Νοεμβρίου, τρίτη ημέρα, βελτίωσε ακόμα περισσότερο τις ελληνικές θέσεις. Μολονότι στο Βόρειο τομέα η ΧV Μεραρχία δεν μπορούσε να πετύχει σημαντικά αποτελέσματα, στον Κεντρικό και στο Νότιο πάρθηκαν τα χωριά Ρέσνιτσε και Άρζα. Αιχμάλωτοι έδωσαν την πληροφορία πως μια ακόμα ιταλική μεραρχία, η Αρέτσο, έμπαινε στον αγώνα. Τώρα ήταν τέσσερες οι μεραρχίες που υπεράσπιζαν τη Μοράβα και το Ιβάν.


https://averoph.files.wordpress.com/2013/11/b6385-ceb5cf80ceb9cf87ceb5ceb9cf81ceaecf83ceb5ceb9cf82ceb3ce84cf83cf83_1.jpg
Έπρεπε να ενισχυθεί ανάλογα και η ελληνική παράταξη. Το ΤΣΔΜ είχε στη διάθεση του Γ’ Σώματος Στρατού τη ΧΙΙΙ Μεραρχία, που θα έπαιρνε θέση ανάμεσα στη ΙΧ και στη XV, με μέτωπο προς τη βορεινή ράχη της Μοράβας. Η ΧΙ εξάλλου, ήταν έτοιμη να κινηθεί προς το μέτωπο από την περιοχή της Οινόης, όπου βρισκόταν συγκεντρωμένη. Στις 17 Νοεμβρίου η XV Μεραρχία κατορθώνει να κρούσει τις πύλες του Ιβάν. Στο κέντρο, ύστερα από αγώνα σκληρό, ολοκληρωνόταν από τμήματα της ΙΧ Μεραρχίας η κατάληψη της κορυφογραμμής της Πρόπας. Γενικά άλλωστε η σύγκρουση είχε πάρει τώρα χαρακτήρα δραματικό. Οι Ιταλοί έβλεπαν τη γραμμή τους να καταρρέει και αγωνίζονταν με αληθινή απόγνωση να σώσουν ότι μπορούσαν, ν’ αγκιστρωθούν στις θέσεις τους. Οι Έλληνες κέρδιζαν μία – μία αυτές τις θέσεις, με προσπάθεια σκληρή, ενώ οι απώλειες γίνονταν βαριές και από τα δύο μέρη.
Ωστόσο η τύχη της Κορυτσάς είχε κιόλας κριθεί. Μάταια θα εμπλακεί στον αγώνα και νέα ιταλική μεραρχία, η Τριεντίνα, των αλπινιστών. Το μόνο της κατόρθωμα θα είναι ν’ ανακόψει για μια στιγμή την προχώρηση της ΧV Μεραρχίας. Στις 17 Νοεμβρίου η μεγάλη δημοσιά Ερσέκας – Κορυτσάς, πίσω από τη Μοράβα, βάλλεται από τα πυρά του ελληνικού πυροβολικού, που χτυπάει και τους στρατώνες της Κορυτσάς, και το αεροδρόμιο της.
Αλλά οι μάχες έχουν τις μεταπτώσεις τους, η τύχη τις εναλλαγές της. Μια στιγμιαία σύγχυση θα παρουσιαστεί στις τάξεις της ΧΙΙΙ Μεραρχίας, που έμπαινε στον αγώνα εκείνη ακριβώς την ημέρα. Η νυχτερινή πορεία κάτω από βροχή, το σκοτάδι, το άγνωστο έδαφος, είχανε κάνει να χαθεί η επαφή ανάμεσα σε κάποια τμήματα. Το επιφορτισμένο με την επίθεση απόσπασμα, ερχόταν σ’ επαφή, μεσημέρι της 18 Νοεμβρίου, με τήν οργανωμένη ιταλική τοποθεσία στην περιοχή του Χότσιστε, ανεύθυνες όμως διαδόσεις παρεπλάνησαν το Διοικητή του Συντάγματος, που βρισκόταν στα βορεινά της Πολιόσκας, και του δημιουργήθηκε η εντύπωση πως τα μαχόμενα τμήματά του είχαν διαλυθεί. Ευτυχώς η διαταγή για σύμπτυξη προς την Πολιόσκα άργησε να φτάσει στον προορισμό της, η κίνηση δεν ολοκληρώθηκε. Το Γεν. Στρατηγείο απομάκρυνε τους υπευθύνους και ανέθεσε τη διοίκηση της ΧΙΙΙ μεραρχίας στον ίσαμε τότε Αρχηγό πυροβολικού του Σώματος, τον υποστράτηγο Σωτ. Μουτούση.
Πρώτη ενέργεια του νέου μεράρχου ήταν να διατάξει αμέσως, για την άλλη μέρα, επίθεση. Η διαταγή τέλειωνε με τα απλά τούτα λόγια «Την Επίθεσιν θα υποστηρίξω δια του βαρέος πυροβολικού και θα την παρακολουθήσω έφιππος εκ του εγγύς». Υπάρχουν στον πόλεμο κάποιες απλές αλλά καίριες φράσεις, που βρίσκουν να πουν το μοναδικό που χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή.

H δυσκολία είναι να έχεις, την καρδιά που πρέπει, για να το βρεις.
Όσο και αν οι επιτυχίες, των πρώτων ημερών είχαν βαρύνουσα σημασία, ο αγώνας, δεν γινόταν λιγότερο σκληρός για τον ελληνικό στρατό καθώς οι μέρες περνούσαν.
Απεναντίας: Στην πεισματωμένη αντίσταση των ‘Ιταλών, στην υπεροχή τους σε δύναμη πυρός, σε Αεροπορία, ερχόταν τώρα να προστεθεί ο χειμώνας.

Με συνθήκες υπερβολικά δύσκολες αντιπάλευαν τα επιτιθέμενα τμήματα, ιδιαίτερα με την πυκνή καταχνιά, που τ’ ανάγκαζε εδώ – εκεί να σταματάνε, ανίκανα να ξεκρίνουν το δρόμο τους. Το πυροβολικό έπαυε την υποστήριξη του όταν βρισκόταν σ’ αδυναμία να κανονίσει βολή. Στα υψώματα έπεσε το πρώτο χιόνι. Κι όμως, άλλοτε περισσότερο αισθητά, άλλοτε ανεπαίσθητα, όλο και βελτιώνονταν οι ελληνικές θέσεις. Η ΙΧ Μεραρχία παίρνει το ύψωμα 1805 και η ανασυγκροτημένη ΧΙΙΙ τα χωριά Χότσιστε και Κράτσε, μ’ εξήντα αιχμαλώτους. Η ραχοκοκαλιά της Μοράβας, στη νότια άκρη της, έχει τώρα καβαλικευτεί από τις ελληνικές δυνάμεις και ο δρόμος από Ντάρζα σε Μπομποτίτσα χτυπιέται από τ’ αυτόματα και το πυροβολικό.
Από τις 19 Νοεμβρίου επεμβαίνει δραστήρια στον αγώνα η νεοσύστατη «Ομάς Μεραρχιών Κ», υπό τον αντιστράτηγο Γ. Κοσμά. Την αποτελούσαν οι μεραρχίες Χ και ΧΙ, που κατείχαν το αριστερό του μετώπου της Μοράβας. Οι μέρες και οι νύχτες της 19 και 20 Νοεμβρίου αφιερώνονται σε προετοιμασία για την επίθεση. θα έχει για στόχο της την εγκατάσταση στις δυτικές υπώρειες της Μοράβας και την εξασφάλιση ελέγχου πάνω στη μεγάλη αρτηρία Ερσέκας – Κορυτσάς. Η επίθεση αρχίζει, ύστερα από μιας ώρας προπαρασκευή πυροβολικού, στις δύο τ’ απομεσήμερο της 21ης Νοεμβρίου. 0 αγώνας είναι σκληρός. Παίρνεται το ύψωμα 1900 και νοτιότερα, άλλο ύψωμα, που είναι το κλειδί για όλη την αμυντική γραμμή της Μοράβας. Το ύψωμα τούτο οι Ιταλοί το είχαν διεκδικήσει με πείσμα, το ανακατέλαβαν ύστερα από ισχυρή αντεπίθεση, το ξανάχασαν.
Στις 21 Νοεμβρίου το Γενικό Στρατηγείο κοινοποίησε στο ΤΣΔΜ πληροφορία από γιουγκοσλαβική πηγή πως μια φάλαγγα ως είκοσι χιλιόμετρα μάκρος φάνηκε να οδεύει από την Κορυτσά στο Πόγραδετς. Ήταν φανερό πως οι Ιταλοί, που έχασαν πια τη Μοράβα, αδειάζουν την Κορυτσά. Η παραμονή τους εκεί Θα ήταν στο εξής πολύ επικίνδυνη, γιατί η ελληνική προέλαση θα τους υπερφαλάγγιζε, με αποτέλεσμα να κόψει το δρόμο για κάθε μελλοντική υποχώρηση από την Κορυτσά προς τα βόρεια.

Αμέσως το Γ΄ Σώμα Στρατού προώθησε ομάδες αναγνωρίσεως στα πλάγια της Μαλίκης, διέταξε την XV Μεραρχία να πιάσει τη δυτική έξοδο του στενού Τσαγκόνι και την ΙΧ να στείλει προφυλακές στο ρέμα δυτικά της Κορυτσάς. Μαζί, η Ομάς Μεραρχιών Κ θα ξανάρχιζε, ζωηρότερη τώρα, την επίθεση.

(Ἀπόσπασμα ἀπό ἄρθρο τοῦ Ἁρματιστῆ,στό enkripto.com)
ΑΒΕΡΩΦ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

(22 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1940 - 12 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1941) Η ΚΟΡΥΤΣΑ ΥΠΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ

Ύψωση της ελληνικής σημαίας στην Κορυτσά
Ανθστης(ΦΠΖ) Θεοφάνης Βλάχος – Ιστορικός


Η πόλη της Κορυτσάς περιήλθε τις απογευµατινές ώρες της 22ης Νοεµβρίου κάτω από ελληνική διοίκηση για τρίτη φορά από το 1912. Σε χρόνο ρεκόρ, ο πρώτος Έλληνας φρούραρχος της πόλης, Αντισυνταγµατάρχης Πεζικού ∆ηµήτριος Θεοδωράκης, τύπωσε και τοιχοκόλλησε παντού προκήρυξη γραµµένη στα ελληνικά και στα αλβανικά στην οποία αναφερόταν ότι:
«Εν Ονόµατι του Βασιλέως τον Ελλήνων Γεωργίου του Β΄ και της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Ανακηρύσσω αύθις τήν πόλιν Κορυτσάς Ελευθεραν και καλώ τον λαόν αυτής υποταγήν είς τους Ελληνικούς Νόµους.»
Με την είσοδο των ελληνικών δυνάµεων στην Κορυτσά συγκροτήθηκε µεικτή ελληνοαλβανική επιτροπή από τις θρησκευτικές αρχές και επιφανείς κατοίκους της πόλης οι οποίοι υπέγραψαν την παράδοση της Κορυτσάς στον Ελληνικό Στρατό:
«Η κάτωθι υπογεγραµµένη επιτροπή της πόλεως Κορυτσάς αποτελούµενη εκ των κυρίων: Αντιπροσώπου αρχιερέως Κορυτσάς Παπαϊωσήφ Σταυροφόρου, του Οσιωτάτου Μουφτή Αφεζ Τζαφέρ Αλή, του Γραµµατέως του ∆ηµαρχείου Κορυτσάς Πετράκη Πιλκάτη, του Προέδρου του εµπορικού Επιµελητηρίου Κορυτσάς Χαράλαµπου Μάνου, του Κότση Τζότζα, του Θεόδωρου Μαλίκη οδοντιάτρου, Βασιλείου Μπάλλη, Σκενδέρη Βίλα, Μηνά Ούτση, Τζάζε Ντισνίτσα, Μουαρέµ Μπούτκα, Σωτήριου Γκούρα, Ναούµ Στράλλα, Επαµεινώνδα Χαρισιάδη ιατρού παραδίδει την πόλη Κορυτσάς εις τους αντιπροσώπους των Ελληνικών Στρατευµάτων Αντισυνταγµατάρχη Θεοδωράκη ∆ηµήτριον και Ταγµατάρχη Πεζικού Χατζήν ∆ηµήτριον. Εν Κορυτσά της 22/Νοεµβρίου/1940.»
Μετά την ελληνική αντεπίθεση εντός του αλβανικού εδάφους και την απελευθέρωση πολλών περιοχών από την ιταλική κατοχή, προέκυψε η ανάγκη της εγκατάστασης ελληνικών υπηρεσιών για την άσκηση της πολιτικής και οικονοµικής διοίκησης. Το ελληνικό κράτος, έχοντας τη σχετική πείρα από προηγούµενους πολέµους, έθεσε άµεσα, στις 22 Νοεµβρίου, την Κορυτσά στην υπαγωγή της Στρατιωτικής ∆ιοικήσεως Κοζάνης, ενώ 5 µέρες αργότερα, στις 27 Νοεµβρίου, µε διαταγή του Αρχιστρατήγου Παπάγου συγκροτήθηκε η Στρατιωτική ∆ιοίκηση Κορυτσάς (Σ∆Κ). Αυτή θα περιελάµβανε οποιαδήποτε τµήµα του εχθρικού εδάφους θα περιερχόταν στη κατοχή του ΤΣ∆Μ ενώ Στρατιωτικός ∆ιοικητής Κορυτσάς ορίστηκε ο Υποστράτηγος Παπαδόπουλος Τηλέµαχος. 

%ce%ba%ce%bf%cf%81%cf%85%cf%84%cf%83%ce%b1
Τμήμα του Ελληνικού Στρατού στην Κορυτσά

Στις 10 ∆εκεµβρίου, ιδρύθηκε στην Κορυτσά έκτακτο Στρατοδικείου µε πρόεδρο τον Συνταγµατάρχη Χωροφυλακής Ντάκο Γεώργιο ενώ την ποινική αγωγή θα ασκούσε ο Στρατιωτικός ∆ιοικητής Κορυτσάς. Στις 14 ∆εκεµβρίου η Σ∆Κ αναβαθµίστηκε σε Ανώτερη Στρατιωτική ∆ιοίκηση Κορυτσάς (ΑΣ∆Κ) και τέθηκε στην υπαγωγή της η νεοσυσταθείσα Στρατιωτική ∆ιοίκηση Αργυροκάστρου (Σ∆Α). Στο τέλος ∆εκεµβρίου η ΑΣ∆Κ ανέφερε στο ΤΣ∆Μ ζητήµατα που είχαν ανακύψει στην περιοχή και ζήτησε την επίλυσή τους.  Αυτά αφορούσαν κυρίως την έλλειψη σε προσωπικό, καθορισµό των σχέσεων της µε τον µαχόµενο στρατό και τα πολιτικά Υπουργεία, ανάγκη δηµιουργίας δικτύου πληροφοριών και οργάνωσης στρατοδικείου,  ενίσχυση της φρουράς της πόλης και της υπηρεσίας περισυλλογής λαφύρων, ζητήµατα τροφοδοσίας του αµάχου πληθυσµού καθώς και θέµατα που αφορούσαν την εκµετάλλευση των δασών της περιοχής. 
Στις αρχές Ιανουάριου του 1941, η ΑΣ∆Κ, µε νέα διαταγή περνούσε στην υπαγωγή του Γενικού Στρατηγείου στην Αθήνα το οποίο και καθόρισε επ’ ακριβώς την αποστολή της. Ανάµεσα σε άλλα, της ανατέθηκε η εξασφάλιση του ανεφοδιασµού των στρατευµάτων που υπήρχαν στην περιοχή, ο έλεγχος των επιτόπιων γεωργικών και βιοµηχανικών πόρων, η οργάνωση στρατολογίας καθώς η λήψη µέτρων εναντίον εχθρικών άτακτων οµάδων. Παράλληλα, όφειλε να εξασφαλίσει την υγειονοµική περίθαλψη και στέγαση του αµάχου πληθυσµού, να µεριµνήσει για τους απόρους και να αναλάβει την επιδιόρθωση των κατεστραµµένων δικτύων συγκοινωνιών και διαβιβάσεων. Συγχρόνως επιφορτιζόταν για την τήρηση της δηµόσιας τάξης και ασφάλειας ενώ έπρεπε να δηµιουργήσει εσωτερικό γραφείο πληροφοριών σε συνεργασία µε τις στρατιωτικές µονάδες τις περιοχής. Τέλος καθοριζόταν η πειθαρχική και ποινική δικαιοδοσία του ∆ιοικητή της ΑΣ∆Κ και η δικαιοδοσία του πάνω στα όργανα της Βασιλικής Χωροφυλακής της περιοχής του.
Με την ίδια διαταγή, καθορίστηκε ότι η πολιτική διοίκηση της περιφέρειας της Στρατιωτικής ∆ιοίκησης Αργυροκάστρου περνούσε στην αρµοδιότητα του ∆ιοικητή της ΑΣ∆Κ.  Στις 7 Ιανουαρίου ιδρύθηκε στην Κορυτσά στρατιωτικό νοσοκοµείο τύπου Α χωρητικότητας 500 κλινών µε διευθυντή τον Αρχίατρο Σταθόπουλου Κωνσταντίνο. Αξίζει να αναφέρουµε ότι ήδη από τον ∆εκέµβριο λειτουργούσε και πρόχειρο νοσοκοµείο κτηνών υπό του ∆΄ Κτηνιατρικού Αποσπάσµατος.  Από τα παραπάνω φαίνεται το πόση σηµασία δόθηκε στην διοικητική οργάνωση της πόλης της Κορυτσάς η οποία άρχισε να µετεξελίσσεται σε κεντρικό σηµείο της συνέχισης του αγώνα στο αλβανικό έδαφος. Ο Ιταλικός Στρατός γνωρίζοντας τη σηµασία της πόλης και θέλοντας να πλήξει το ηθικό των κατοίκων και των ελληνικών δυνάµεων, εκτέλεσε το µεσηµέρι των Θεοφανίων, 6 Ιανουαρίου 1941, σφοδρό αεροπορικό βοµβαρδισµό.
%ce%ba%ce%bf%cf%81%cf%85%cf%84%cf%83%ce%b12
Οι συνέπειες για τα ελληνικά ένοπλα τµήµατα ήταν 8 στρατιώτες νεκροί και 26 τραυµατίες ενώ καταστράφηκε και ένα µέρος του νοσοκοµείου. Ο βοµβαρδισµός όµως έπληξε κυρίως τον άµαχο πληθυσµό της πόλης. Ο αριθµός των νεκρών έφτασε τους 36 (εκ των οποίων αρκετά µικρά παιδιά) και οι τραυµατίες ξεπέρασαν τους 43. Σηµαντικές καταστροφές υπήρξαν και σε πολλές δεκάδες σπίτια, ιδίως στις συνοικίες Μπάρτση και Μάνο, ενώ κατεδαφίστηκε ένα µεγάλο µέρος του µητροπολιτικού ναού.  Λίγες µέρες αργότερα, το Γενικό Στρατηγείο για να αποφύγει παρόµοιους βοµβαρδισµούς στο µέλλον, προώθησε στην Κορυτσά δύο ουλαµούς αντιαεροπορικών. 
Μέσα στα πλαίσια της αποστολής της ΑΣ∆Κ ήταν και η παρακολούθηση του «πνεύµατος του λαού» και των κοινωνικών και οικονοµικών συνθηκών του πληθυσµού της Κορυτσάς ο οποίος στο σύνολό του παρουσίαζε µεγάλη ετερογένεια. Αποκαλυπτική είναι η έκθεση για τη συµπεριφορά των κατοίκων της περιοχής της Κορυτσάς, η οποία στάλθηκε από την ΑΣ∆Κ στο Γενικό Στρατηγείο στις 4 Μάρτιου.
Σύµφωνα µε αυτή, η συµπεριφορά των κατοίκων υπήρξε σε γενικές γραµµές νοµοταγής µε ελάχιστες εξαιρέσεις ατόµων που καταδικάστηκαν για κατοχή όπλων, δολιοφθορές, κατασκοπία και διάδοση εχθρικής προπαγάνδας. Από την έκθεση γινόταν εµφανές ότι ο πληθυσµός της Κορυτσάς είχε χωριστεί σε τρεις κατηγορίες σχετικά µε την τύχη της περιοχής µετά τη λήξη του πολέµου. Οι κάτοικοι ελληνικής καταγωγής, όπως και την περίοδο 1912-1914, επιθυµούσαν την προσάρτησή της στο ελληνικό κράτος, ενώ όσοι ήταν αλβανικής καταγωγής είτε επιθυµούσαν µια ανεξάρτητη Αλβανία είτε ήταν φιλικά προσκείµενοι στην συνέχιση της ιταλοαλβανικής συνεργασίας. Βέβαια, οι εκδηλώσεις όλων των πλευρών ήταν διστακτικές διότι ούτε η Ελληνική Κυβέρνηση είχε ξεκαθαρίσει τη θέση της, πέρα από δηλώσεις ότι αγωνίζεται για την ελευθερία της Αλβανίας από τις ιταλικές δυνάµεις, ούτε η τύχη του πολέµου είχε κριθεί οριστικά.
Παράλληλα, η έκθεση αναφερόταν και στις δυσχέρειες που αντιµετώπιζε ο ντόπιος πληθυσµός λόγω της πολεµικής περιόδου. Γινόταν λόγος για στερήσεις σε είδη πρώτης ανάγκης, νέκρωση της εµπορικής κίνησης, καθυστερήσεις στην αποπληρωµή των επιταχθέντων ειδών, δυσκολία πληρωµής των µισθών και των συντάξεων καθώς και για την πίεση που δηµιουργούσε η συνεχή διέλευση στρατευµάτων. Σηµείωνε επίσης, ότι παρ’ όλη τη δυσµενή ατµόσφαιρα είχε δηµιουργηθεί µια θετική εντύπωση για τα ελληνικά στρατεύµατα λόγω του ότι σεβάστηκαν απόλυτα την οικογενειακή τιµή των κατοίκων.
Συγχρόνως, δίνονταν πληροφορίες σχετικά µε τις διαθέσεις των κατοίκων ανάλογα µε το θρήσκευµά τους. Οι χριστιανικοί πληθυσµοί της περιοχής, είτε ελληνικής καταγωγής είτε αλβανικής, ήταν στο σύνολό τους ορθόδοξοι. Η καθολική προπαγάνδα που διενεργούσε η Ιταλία καθώς και η εύνοια που έδειχνε προς τον µουσουλµανικό πληθυσµό είχε προκαλέσει την αντίδραση των ορθοδόξων οι οποίοι προέβησαν σε πράξεις αντίστασης κατά τη διάρκεια της ιταλικής διοίκησης της Κορυτσάς.
Οι πλέον δυσαρεστηµένοι µε την νέα κατάσταση ήταν οι πλούσιοι µουσουλµάνοι µπέηδες της περιοχής διότι µετά την αποχώρηση των ιταλικών δυνάµεων έχασαν µεγάλο µέρος της επιρροής τους στον πληθυσµό καθώς και πλήθος από τα προνόµια που απολάµβαναν. Επιπρόσθετα, µερικοί από τους µπέηδες είχαν συνάψει και οικογενειακούς δεσµούς µε τις ιταλικές δυνάµεις λόγω των πολλών µεικτών γάµων µε ιταλούς αξιωµατικούς και στρατιώτες. Παράλληλα, σύµφωνα µε την έκθεση, φιλοϊταλική ήταν και η διάθεση ορισµένων χωρικών µουσουλµάνων που επιθυµούσαν την επιστροφή της ιταλικής διοίκησης.
Η έκθεση κατέληγε µε προτάσεις για την βελτίωση του κλίµατος υπέρ της ελληνικής διοίκησης. Βασικός παράγοντας έπρεπε να είναι η προπαγάνδα για το αδύνατο της τελικής νίκης του Άξονα και η βεβαιότητα για την επικράτηση των Άγγλων και των Ελλήνων που πολεµούσαν τότε στο πλευρό τους. Επίσης, γινόταν λόγος για χρησιµοποίηση του συλλόγου της αλβανικής παροικίας των Η.Π.Α. µε στόχο την καλλιέργεια αντιϊταλικού κλίµατος στην Αλβανία ενώ προτεινόταν και µια ηθική συνδροµή της Τουρκίας µε την αποστολή προσώπων που είχαν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τον µουσουλµανικό πληθυσµό.
Οι φιλοϊταλικές εκδηλώσεις ορισµένων στελεχών του µουσουλµανικού κλήρου της περιοχής και η επιρροή που ασκούσε σε µεγάλο µέρος του πληθυσµού ανησύχησαν το ΤΣ∆Μ, το οποίο µε διαταγή72 του προς την ∆ιεύθυνση Χωροφυλακής Κορυτσάς, συνιστούσε την επιτήρησή τους ώστε να εξακριβωθεί εάν εκτός από τα θρησκευτικά τους καθήκοντα ενεργούσαν και προπαγάνδα υπέρ της Ιταλίας, λόγω όµως της λεπτότητας του ζητήµατος καθιστούσε σαφές ότι για κανένα λόγο δεν θα έπρεπε να θιγεί το θρησκευτικό αίσθηµα των κατοίκων και πρότεινε τη χρησιµοποίηση ατόµων που άνηκαν στο ίδιο δόγµα.

Η ΑΣ∆Κ λειτούργησε µέχρι και την 12η Απριλίου του 194173 οπότε λόγω της γερµανικής εισβολής στην Ελλάδα αποφασίστηκε από την Ελληνική Ηγεσία η εκκένωση όλων των εδαφών της Αλβανίας.  Το µεγαλύτερο πρόβληµα το είχαν τα τµήµατα του ΤΣ∆Μ που βρίσκονταν στην Κορυτσά διότι ήταν άµεσος ο κίνδυνος αποκοπής των οδών υποχωρήσεως από τον Γερµανικό Στρατό που προέλαυνε στην ∆υτική Μακεδονία. Η απαγκίστρωση ξεκίνησε τις βραδινές ώρες της 12ης Απριλίου και µέχρι τις 15 Απριλίου, ο υποχωρητικός ελιγµός των ελληνικών δυνάµεων από την ευρύτερη περιοχή της Κορυτσάς, είχε ολοκληρωθεί χωρίς να υπάρξει καµιά ενόχληση από τον Ιταλικό Στρατό. 


Γενικού Επιτελείου Στρατού
Μέλια.
ΑΒΕΡΩΦ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Πέμπτη, 17 Νοεμβρίου 2016

ΕΠΟΣ ΤΟΥ ΄40 : Η ΘΡΥΛΙΚΗ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΒΗΣΣΑΝΗΣ

Γράφει ο Γεώργιος Μέντζος

Η νικηφόρα μάχη της Βήσσανης εντάσσεται στις επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού για επανάκτηση των εδαφών της παραμεθορίου που είχαν καταληφθεί από τα ιταλικά στρατεύματα τις πρώτες ημέρες του πολέμου οπότε τα τμήματα προκαλύψεως της 8ης Μεραρχίας εκτελούσαν υποχωρητικό ελιγμό παρασύροντας τον αντίπαλο μέχρι τη γραμμή Καλπάκι-Καλαμάς.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. 
 Την ηρεμία των πρώτων πρωινών ωρών της Δευτέρας 28ης Οκτωβρίου διέκοψε στις 4:00 το ηχηρό κουδούνισμα του τηλεφώνου του αξιωματικού υπηρεσίας Ανθυπασπιστή Βασιλείου Ευφραιμίδη (τραυματίστηκε στη μάχη της Βήσσανης) του 3ου  Λόχου προκαλύψεως του Ανεξαρτήτου Τάγματος Δελβινακίου. Τηλεφωνούσε ο Διοικητής του Υποτομέα Δελβινακίου Αντισυνταγματάρχης Μαρδοχαίος Φριζής που γνωστο-ποιούσε την είδηση για την επίδοση του ιταλικού τελεσιγράφου του Μουσολίνι και ότι την 6:00 πρωινή θα άρχιζε η επίθεση των Ιταλών. Ευθύς αμέσως ειδοποιήθηκε και το φυλάκιο «Ταμπούρι» που ήταν το πρώτο τμήμα κρούσης του Λόχου με 8 άνδρες με επικεφαλής τον Λοχία Μιχαήλ Μέντζο από τη  Βήσσανη. Ως σήμα προ­ειδοποιήσεως ορίστηκε η ρίψη δύο πυροβολι­σμών τυφεκίου όταν οι Ιταλοί θα διέρχονταν τις πυραμίδες. Τούτο έγινε περί ώρα 5:55 με τους Ιταλούς να φωνάζουν «Μεσημέρι στα Γιάννενα, μεσάνυχτα στην Αθήνα» (Mezzogiorno Janina, mezzanotte Atene) ενώ οι Αλβανοί σύμμαχοί τους εξέβαλαν άναρθρες κραυγές προς εκφοβισμό των Ελλήνων. Πέντε λεπτά νωρίτερα είχαν ακουστεί οι κρότοι από την ανατίναξη της γέφυρας της Κακαβιάς.



    Έτσι άρχισε ο πόλεμος και τις επόμενες τρεις ημέρες, δηλαδή μέχρι τις 30 Οκτωβρίου τα τμή­ματα προκαλύψεως αντιμετώπιζαν τους εισβολείς με απα­ράμιλλο ηρωισμό συμπτυσσόμενα προς την αμυντική τοποθεσία Καλπάκι-Καλαμάς σύμφωνα με το σχέδιο που είχε εκπονήσει ο διοικητής της 8ης μεραρχίας Υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος. Το Γενικό Επιτελείο είχε καθορίσει εκ νέου την αποστολή της μεραρχίας, δηλαδή περαιτέρω υποχώρηση μέχρι την κάλυψη του Ζυγού Μετσόβου και της διόδου προς Αιτωλοακαρνανία. Το σχέδιο του Γενικού Επιτελείου ήταν ανεδαφικό αφού θα καθιστούσε αδύνατο ένα μείζονα ελιγμό για κύκλωση του αντιπάλου  που θα είχε ήδη εισχωρήσει βαθειά στο ελληνικό έδαφος αφού κάτι τέτοιο προϋπέθετε ελληνικές δυνάμεις πολύ μεγαλύτερες από τις διατιθέμε­νες. Εξάλλου το σχέδιο αυτό αντέφασκε προς την ηττοπαθή αντίληψη του Aρχιστρατήγου Αλέξανδρου Παπάγου και του μάλλον ανεπαρκούς επιτελείου του για εμπλοκή με τον εχθρό απλώς για την τιμή των όπλων.  
Όμως, κατά τη γνώμη του Κατσιμήτρου οι ΄Ελληνες στρατιώτες κυρίως των παραμεθορίων περιοχών θα πολεμούσαν δυσκολότερα αφού θα είχαν εγκαταλείψει τους βωμούς και εστίες τους υποχωρούντες ενδεχομένως και άτακτα προκειμένου να πολεμήσουν νοτιότερα. Για το λόγο αυτό ο μέραρχος εφήρμοσε το δικό του σχέδιο για άμυνα μέχρι εσχάτων στη γραμμή Καλπάκι-Καλαμάς και στη συνέχεια αντεπίθεση και καταδίωξη των ιταλών εντός του αλβανικού εδάφους. Παρά την ανεπάρκεια των κονδυλίων είχε κατορθώσει με τη βοήθεια των κατοίκων με ουσιαστική συμβολή των γυναικών να κατασκευάσει αξιόλογα οχυρωματικά έργα που εκπλήρωσαν το σκοπό τους.   





Από την πλευρά τους οι Ιταλοί θα εφάρμοζαν το σχέδιο του αρχιστρατήγου Σεβαστιάνο Βισκόντι Πράσκα που προέβλεπε αφενός διάσπαση της αμυντικής διάταξης στη στενωπό Καλπακίου και αφετέρου


υπερκερωτικό ελιγμό σε σχήμα λαβίδας με δυτικό σκέλος Κονίσπολη-Φιλιάτες-Παραμυθιά-Γλυκή-Φιλιπ- πιάδα και ανα­τολικό σκέλος Λιασκοβίκι-Στράτσανη-Κεράσοβο-Βωβούσα-Μέτσοβο.


 Ο Ιταλός αρχιστράτηγος είχε παρασύρει τον Μουσολίνι στην αντίληψη ότι η εισβολή στην Ελλάδα θα συναντούσε μόνο συμβολική αντίσταση και βέβαια το πλήρωσε με την απαξιωτική αποπομπή του στις 9 Νοεμβρίου για να αντικατασταθεί από τον Ουμπάλντο Σοντού που και αυτός δεν διατήρησε τη θέση του για περισσότερες από τέσσερεις εβδομάδες.


    Στις 2 Νοεμβρίου τα ιταλικά στρατεύματα μετά καταιγισμό πυροβολικού και αεροπορική συνερ­γασία άσκησαν πίεση στον υποτομέα Σουδενών και Καλπακίου και το απόγευμα κατάφεραν να καταλάβουν το σημαντικό ύψωμα Γκραμ­πάλα (υψόμετρο 1201 μέτρα). Ωστόσο, την επόμενη ημέρα με σφοδρή αντεπίθεση του 15ου Συντάγματος υπό τον ταγματάρχη Κωνσταντίνο Πανταζή έγινε ανακατάληψη του υψώματος. Την ίδια ημέρα οι ιταλοί επαναλαμβάνουν την πίεση στο υποτομέα αλλά οι επιθέσεις τους αποκρούονται. Ειδικότερα στις 3 το απόγευμα τάγμα Βερσαλλιέρων με γύρω στα 65 άρματα μάχης επιτίθεται στο ύψωμα Καλπακίου που υπεράσπιζε το 1ο τάγμα του 40ου Συντάγματος Ευζώνων με έδρα την Άρτα και επικεφαλής τον Tαγματάρχη Αλέξανδρο Χρυσοχόου. Μετά την αποτυχία τους τα επιστρέφοντα άρματα δέχονται ομοβροντίες από επτά πυροβολαρχίες εγκαταστημένες στη Γκρίμπιανη με διοικητή τον ταγματάρχη πυροβολικού Δημήτριο Κωστάκη γνωστό για την ευστοχία του.

   Στις 7 Νοεμβρίου οι Ιταλοί εξαπέλυσαν και νέα επίθεση κατά του υποτομέα Σουδενών και κατέλαβαν τη Γκραμπάλα που ωστόσο ανακαταλήφθηκε με κεραυνοβόλο αντεπίθεση των Ελλήνων. Στις 8 Νοεμβρίου η κατάσταση είχε σταθεροποιηθεί και ο Χ. Κατσιμήτρος διέταξε την διενέργεια αντεπιθέσεων ευρείας κλίμακας που θα άρχιζαν στις 14 του ίδιου μήνα και θα μετέτρεπαν τον αγώνα από αμυντικό σε επιθετικό για την εκδίωξη των εισβολέων πέραν των συνόρων αλλά και την καταδίωξη τους εντός του αλβανικού εδάφους. Ειδικότερα η μεραρχία ακολούθησε στο σύστημα της προσβολής των πλευρών και νότων του εχθρού μέσω ελιγμών από ελαφρά οπλισμένα και επομένως ευκίνητα τμή­ματα. Μια από τις κατευθύνσεις ήταν αυτή του άξονα Δολιανά-Κουτσόκρανο που προϋπέθετε την εκκαθάριση της περιοχής Βήσσανης-Ρονίτσας-Δελβινακίου. Η Ρονίτσα είναι ύψωμα νοτιοδυτικά της Βήσσανης (βλ. χάρτη).


Σύνθεση δυνάμεων που έλαβαν μέρος στη μάχη της Βήσσανης

  Επικεφαλής της διλοχίας του Ανεξάρτητου Τάγματος προκαλύψεως Δελβινακίου ήταν ο ταγματάρχης Τζανής Αλιβιζάτος. Ο 3ος λόχος είχε επικεφαλής τον Λοχαγό Χρήστο Παπα­κώστα και διέθετε διμοιρία πολυ­βόλων στο Σταυροσκιάδι και φυλάκια στους Δρυμάδες και Μακρύκαμπο. Διοικητής του 2ου λόχου ήταν ο λοχαγός Κωνσταντίνος Γιαννόπουλος και διέθετε διμοιρία πολυβόλων στους Ποντικάτες και φυλάκια στο Ορεινό, Σκίπη, Παναγιά, Κακαβιά και Κατούνα. Ο 1ος λόχος με επικεφαλής τον υπολοχαγό Κωνσταντίνο Παπαδήμα με διμοιρία πολυβόλων στην Καστάνιανη και φυλάκια από την Αγία Μαρίνα μέχρι τη Βάλτιστα (ανατολικά της Μουργκάνας) δεν ενεπλάκη στη μάχη της Βήσσανης. 
 Στη μάχη της Βησσάνης έλαβαν μέρος εκτός από την προαναφερόμενη διλοχία, ένας Λόχος του 1ου Τάγματος του 40ου  Συντάγματος και ο προσκολληθείς και διαδραματίσας κρίσιμο ρόλο 6ος Λόχος του 15ου Συντάγμα­τος Πεζικού με έδρα τα Γιάννενα και επικε­φαλής τον Λοχαγό Δημήτριο Καραχάλιο.  Η συνολική δύναμη του σχηματισμού ανερ­χόταν περίπου σε 400 μαχητές. 
Στο Ανεξάρτητο Τάγμα συμμετείχαν από τη Βήσσανη 30 άνδρες και συγκεκριμένα ο ανθυπολοχαγός Στέφανος Βοσινάκης, οι λοχίες Μιχαήλ Μέντζος, Ελευθέριος Μαρούκης, Παναγιώτης Μπούτζος, Απόστολος Κωτσάκης, Φίλιππος Γκαμπάλιος, Σταύρος Βασα­γιάννης, οι δεκανείς Γεώργιος Στάθης, Νικόλαος Βαϊμάκης, Ανδρέας Πατσούρας, Χρή­στος Αρχιμανδρίτης, Απόστολος Τζάκος και οι οπλίτες Παντελής Άρμπυρος, Θωμάς Κωτσάκης, Ευάγγελος Ράπτης, Όμηρος Παπαγεωργίου, Χρήστος Χατζής, Κων/νος Χαρισιάδης, Γεώργιος Νεοφώτιστος, Νικόλαος Μπούσιας, Χριστόφορος Τσάτσικας, Δημοσθένης Στούπης, Παντελής Κασιάνης, Ιωάννης Ράπτης, Παντελής Καββάκος, Αλέξανδρος Τζάκος, Ματθαίος Βαϊμάκης, Βασίλειος Μηλιώνης, Ιωάννης Βέης, και Κωνσταντίνος Γκορίτσας.

     Στην παραπάνω δύναμη συμμετείχαν και στρατιώτες από άλλα χωρία και συγκεκριμένα Λίμνη 6, Λαχανόκαστρο 10, Άγιος Κοσμάς 6, Γεροπλάτανος 8, Μερόπη 7, Καστάνιανη 12, Περιστέρι 15, Αγία Μαρίνα 16, Κοσοβίτσα Βορείου Ηπείρου 1, Βασιλικό 16, Λάβδα­νη 18, Κρυονέρι 3, Δρυμάδες 4, Κακόλακκος 2, Φαράγγιον 8, Ξηρόβαλτος 2, Άνω Ραβέ­νια 7, Κάτω Ραβένια 9, Αργυροχώριο 9, Κτίσματα 9, Σιταριά 9, Στρατινίστα 4, Σταυρο­σκιάδι 3, Ψηλόκαστρο 4, Μαυρονόρος 2, Ποντικάτες 5, Βάλτιστα 6, Μαυροβούνι 2, Παλαιόπυργος 4, Παρακάλαμος 9, Κάτω Μερόπη 6, Ορεινό 3, Πωγωνιανή 8. Εξάλλου από την επαρχία Δωδώνης συμμετείχαν στρατιώτες από Δολιανά 4, Ασπροχώρι 2, Ελευ­θεροχώρι 4, Βαρνάδες 1 και  Πετροβούνι 1. Επίσης από Μεσολόγγι 2, Τριχωνίδα 1 και  Κέρκυρα 1.

 Για τους τόπους προέλευσης των ανδρών του Λόχου της 1ου Τάγματος του 40ου Συντάγματος Ευζώνων και του 6ου λόχου του 15ου Συντάγματος δεν υπάρχουν στοιχεία.


Η μάχη της Βήσσανης
    Η Βήσσανη και τα γύρω υψώματα είχαν καταληφθεί από ιταλικά στρατεύματα δυνάμεως Τάγματος κατά της πρώτες ημέρες υποχωρητικών ελιγμών των ελληνικών τμημάτων προ­καλύψεως που διήρκεσαν από τις 28 Οκτωβρίου μέχρι τις 13 Νοεμβρίου 1940 δεδομέ­νου ότι την επόμενη μέρα άρχισε η νικηφόρα αντεπίθεση των ελληνικών δυνάμεων. Τα ιταλι­κά τμήματα ανήκαν στην 23η Ορεινή Μεραρχία Πεζικού «Φερράρα» με επίστρατους κυ­ρίως από το Μπάρι και τη γειτονική περιοχή του οροπεδίου Murge και επικεφαλής τον Στρατηγό Λυκούργο Ζανίνι. Η Μεραρχία είχε δύναμη 16.000 ανδρών από τους οποίους 3.500 αλβανοί και είχε υπαχθεί σε ευρύτερο στρατιωτικό σχηματισμό που για προπαγανδι­στικούς λόγους είχε ονομαστεί Σώμα Στρατού Τσαμουριάς. Στο σχολείο, το παρθενα­γωγείο και τη στέρνα
δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου της Βήσσανης οι Ιταλοί είχαν εγκαταστήσει μονάδες ορεινού πυροβολικού και πολυβόλων για τον έλεγχο της ευρύτερης πε­ριοχής.


Στις 19 Νοεμβρίου και περί ώρα 2:00 πρωινή η διλοχία του ανεξάρτητου Τάγματος Δελβι­νακίου και ο 6ος λόχος  του 15ου Συντάγματος Πεζικού δια­τάχθηκαν από τον Αντισυνταγμα­τάρχη Μαρδοχαίο Φριζή που είχε την ευθύνη όλων τμημάτων πεζικού και πυροβολικού της περιοχής Δελβινακίου να διέλθουν τον ποταμό Γορμό που αποτελεί παραπόταμο του Καλαμά και να ανακαταλάβουν τη Βήσσανη και τα γύρω υψώματα. Στο πλαίσιο αυτής της διαταγής αποφασίστηκε η διέλευση του ποτα­μού από ανατολή προς δύση από δύο σημεία.  Έτσι ο 6ος Λόχος του 15ου Συντάγματος μαζί με διμοιρία πολυβόλων διήλθε τον ποταμό σε θέση κατά τη γραμμή Κάτω Ραβένια-Άγιος Βασίλειος και κατέλαβε υψώματα δεσπόζοντα της δυτικής όχθης του ποταμού και με τον τρόπο αυτό διευκόλυνε τη διάβαση και της υπόλοιπης δύναμης από το προβλεπόμενο σημείο στο ύψος του χωριού Λίμνη. Ωστόσο τούτο δεν ήταν ευχερές αφού το ύψωμα Ψηλή Ράχη και το χωριό κατέχονταν από ιταλικές δυνάμεις. Πράγματι και στις δύο προσπάθειες διάβασης το Τάγμα είχε απώλειες 4 νεκρούς και περί τους 20 τραυματίες. Ωστόσο η Διοίκηση Πεζικού της 8ης Μεραρχίας αρνήθηκε να επιτρέψει στο υπόλοιπο του Τάγματος να διέλθει από άλλη διάβαση καλυμμένη από βλάστηση και ως εκ τούτου μη προσβαλλόμενη ευχερώς από τον εχθρό. Προφανής αιτία της άρνησης ήταν το γεγονός ότι η εναλλακτική αυτή διάβαση δεν ήταν σημειωμένη στο χάρτη και υπήρχε κίνδυνος το βάθος του ποταμού να προκαλούσε πνιγμούς ενώ στις σημειωμένες διαβάσεις το βάθος δεν υπερέβαινε το ένα μέτρο. Κατόπιν τούτου μέρος του τάγματος είχε καθηλωθεί ανατολικά του ποταμού ενώ το τμήμα που είχε διέλθει παρέμενε στις θέσεις του σφυροκοπούμενο από πυρά πυροβολικού, όλμων και αυτομάτων όπλων των ιταλικών δυνάμεων που βρίσκονταν στο ύψωμα Ψηλή Ράχη.


    Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο 6ος Λόχος αντί να διέλθει τον ποταμό στο σημείο για το οποίο είχε διαταχθεί, παρεξέκλινε λόγω εσφαλμένου προσανατολισμού του οπλίτη από τη Βήσσανη που είχε ζητήσει ως οδηγό και τούτο εξαιτίας του σκότους. Η απόκλιση αυτή προκάλεσε αραίωση των ελληνικών δυνάμεων και δυσχέρανε την ανακατάληψη της Βήσσανης. Συγκεκριμένα η διέλευση έγινε δύο χιλιόμετρα βορειότερα  και όταν τούτο έγινε αντιληπτό ο λόχος έκανε λοξή στροφή αριστερά προς την κατεύθυνση του υψώματος Καγιούνενα οπότε όμως δέχθηκε πλευρικά πυρά αντεπίθεσης από εχθρική δύναμη ενός Τάγματος. Την 8:30 πρωινή ώρα ο λόχος κατέλαβε το εν λόγω ύψωμα που βρίσκεται Βόρειο-ανατολικά της Βήσσανης όπου ακολούθησε συμπλοκή με δύναμη του εχθρού αποτελούμενη από δύο λόχους που εκδιώχθηκαν από την τοποθεσία αυτή. Έτσι διευ­κολύνθηκε η διάβαση του ποταμού από τις υπόλοιπες δυνάμεις του ανεξαρτήτου Τάγματος που κατέλαβε και άλλα υψώματα βορειότερα αυτού που βρίσκεται κοντά στο εξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου.


    Οι απώλειες του 6ου Λόχου ήταν μόνο ένας ελαφρά τραυματισμένος και τούτο οφείλεται μάλλον στην ταχύτητα της πορείας και τον αιφνιδιασμό του εχθρού που κατά τη φάση αυτή είχε 20 νεκρούς από τους οποίους δύο αξιωματικοί και 30 αιχμάλωτοι που παραδό­θηκαν προς φύλαξη στο ανεξάρτητο Τάγμα Δελβινακίου.


      Στη συνέχεια ο Λόχος απέκρουσε βέβαια την αντεπίθεση των Ιταλών αλλά καθηλώ­θηκε στη θέση αφού υφίστατο αρκετές απώλειες δεδομένου ότι τραυματίστηκε ο διοικητής του Δ. Καραχάλιος, δύο αξιω­ματικοί διμοιρίτες και 40 οπλίτες από τους οποίους τέσσερις θανάσιμα. Ωστόσο, το αίτημα του 6ου Λόχου προς το ανεξάρτητο Τάγμα που εκείνη τη στιγμή δεν υφίστατο πίεση, για ενίσχυση των νώτων του δεν φαίνεται να βρήκε ανταπό­κριση αλλά μόνο παρότρυνση για παραμονή στα καταληφθέντα υψώματα. Και ναι μεν οι εχθρικές επιθέσεις αποκρούον­ταν αλλά οι απώλειες του λόχου αυξάνονταν και τα πυρο­μαχικά εξαντλούνταν χωρίς και πάλι ανταπόκριση από το ανεξάρτητο Τάγμα με συνέπεια ο διοικητής του Λόχου να συστήσει οικονομία και εκδίωξη του εχθρού με τη φωνή «εφ’ όπλου λόγχη – Αέρα».


       Η θέση εξακολούθησε να κατέχεται μέχρι το απόγευμα και σ’ αυτό συνέτεινε η πα­ραμονή στο πεδίο της μάχης του τραυματισμένου Λοχαγού Δ. Καραχάλιου που δήλωσε στους στρατιώτες του ότι δεν εννοεί να εγκαταλείψει το ύψωμα λέγοντας επί λέξει «εγώ θα μείνω εδώ και αν θέλετε να αφήσετε τον λοχαγό σας να τον συλλάβουν αιχμάλωτο φύγετε». Η απάντηση των στρατιωτών ήταν με μια κραυγή «Όχι δεν θα τον εγκαταλεί­ψουμε, εδώ θα πεθάνουμε όλοι» και πυροβολούσαν όρθιοι. 


  Όταν τελικά ο διοικητής του Τάγματος ήλθε αυτοπροσώπως στο ύψωμα συνειδητο­ποίησε τη δυσχερή θέση στην οποία είχε περιέλθει ο 6ος Λόχος και διέταξε την ενίσχυσή του με πυρομαχικά. Επίσης διέταξε τον διοικητή του 3ου Λόχου Ευζώνων Λοχαγό Λέανδρο Δασκαλόπουλο προκειμένου με ένα ουλαμό του Λόχου του να διαβεί τον ποταμό και να προστρέξει προς ενίσχυση του 6ου Λόχου στο δεξιό του οποίου ο ουλαμός πράγματι έφθασε τις απογευματινές ώρες. Έτσι ο 6ος Λόχος όχι μόνο απέφυγε να συμπτυχθεί λόγω των απωλειών από τις συχνές επιθέσεις αλλά και να συγκρατηθεί στις θέσεις του επιφέ­ροντας σοβαρές απώλειες στον εχθρό.


   Τελικά παρά την άρνηση της Μεραρχίας και προκειμένου να ανακουφιστεί η δύναμη που είχε ήδη διέλθει τον Γορμό, έγινε διάβαση και της υπόλοιπης δύναμης από το μη χαρτο­γρα­φημένο σημείο και περί την 1:00 πρωινή ώρα της 20ης Νοεμβρίου άρχισε η κατά­ληψη των υψωμάτων νότια της Βήσσανης.


   Οι συγκρούσεις αυτής της ημέρας προκάλεσαν αυξημένες ελληνικές απώλειες. Για το λόγο αυτό εκδόθηκε διαταγή για την ταφή των νεκρών ελλήνων και ιταλών. Στη συνέχεια μετά από διαταγή του Αποσπάσματος έγινε συνένωση της εναπομείνασας δύναμης του 6ου Λόχου με το ΙΙ Τάγμα του 15ου Συντάγματος με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Μάρκο Κα­ραμαλέγκο. Με τη συνεργασία του ουλαμού του 3ου Λόχου Ευζώνων συνεχίστηκε η επίθεση και καταλήφθηκε η Βήσσανη και Λίμνη και τα γύρω υψώματα ενώ το Τάγμα κατέλαβε τα υψώματα Κουγιούνενα, Προφήτης Ηλίας και την περιοχή νότια της Βήσσανης. Συνελήφθησαν πολλοί αιχμάλωτοι και άφθονο πολεμικό υλικό. Οι εναπομεί­ναντες Ιταλοί για να αποφύγουν περικύκλωση και επωφελούμενοι από το εν τω μεταξύ επελθόν σκότος κατέφυγαν στους Ποντικάτες αφήνοντας πίσω τους τμήματα θυσίας. Επίσης καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας το πυροβολικό τους έβαλε κατά τακτά χρονικά διαστήματα.


    Ο ουλαμός υπό τον Λ. Δασκαλόπουλο κατέλαβε και τα αντερείσματα βόρεια του χω­ριού Λίμνη, καθώς και το χωριό όπου συνέλαβε περισσότερους από 100 Ιταλούς αιχμα­λώτους.
Απώλειες μάχης

     Στους νεκρούς της μάχης της Βήσσανης εξέχουσα θέση κατέχει ο επικεφαλής Ταγμα­τάρχης Τζαννής Αλιβιζάτος που είχε γεννηθεί στα Δαμολιανάτα της Κεφαλλονιάς το 1899 και από μικρή ηλικία είχε την επιθυμία να καταταγεί στο στράτευμα. Έτσι μετά τις γυμνασιακές σπουδές του εισήλθε στο Πολυτεχνείο, το οποίο εγκατέλειψε για να κατατα­γεί ως εθελοντής στο Στρατό της Εθνικής Άμυνας το 1917. Μετά από εξάμηνο ονομά­στηκε έφεδρος ανθυπολοχαγός και τραυματίστηκε στη μάχη του Σκρα (διαμπερές τραύμα δεξιού μηρού από θραύσμα οβίδας). Προτού αναρρώσει τελείως επανήλθε στο Λόχο του και τοποθετήθηκε στο τμήμα στρατού κατοχής Κωνσταντινουπόλεως. Στη συνέχεια ως Υπολοχαγός τοποθετήθηκε στη Μεραρχία Αρχιπελάγους και πολέμησε σχεδόν σε όλες τις μάχες της Μικράς Ασίας όπου τραυματίστηκε τρεις φορές



Το 1924 προήχθη σε λοχαγό και μονιμο­ποιήθηκε. Φοίτησε στη Σχολή Εφαρμογής Πεζικού και κατόπιν στην Ακαδημία Πολέμου.
Τον Αύγουστο του 1940 τοποθετήθηκε από το επιτελείο του Α΄ Σώματος Στρατού όπου είχε υπηρετήσει επί σειρά ετών ως επικεφαλής του ανεξάρτητου Τάγματος Δελβινακίου υπαγό­μενου στην 8η Μεραρχία. Έλαβε μέρος στη μάχη Καλπακίου και του υψώματος Προφήτης Ηλίας Δολιανών. Εφονεύθη στο εξωκλήσι Άγιοι Απόστολοι γύρω στις 2:00 το μεσημέρι στις 20 Νοεμβρίου τη στιγμή που παρακολου­θούσε με διόπτρα Zeiss Ikon τις κινήσεις των ιταλικών δυνάμεων στο ύψωμα απέναντι από το εξωκλήσι Αγίου Κοσμά δεχθείς σφαίρα από ριπή πολυβόλου στον αριστερό οφθαλμό που διήλθε πρώτα από τον αριστερό αντι­κειμενικό φακό της διόπτρας από πα­ρακείμενη ακατοίκητη οικία όπου ενέδρευαν τρεις Ιταλοί στρατιώτες. Ενταφιάστη­κε στο χωριό Δολιανά.

   Τη διοίκηση του Tάγματος ανέλαβε προσωρινά παρά τον τραυματισμό του ο Λοχαγός Χρήστος Παπακώστας που ήταν επικεφαλής του 3ου Λόχου προκαλύψεως. Ο Χ. Παπα­κώ­στας είχε γεννηθεί το 1900 στον Καταρράκτη Αγνάντων Άρτης και πολεμήσει στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας. Έλαβε μέρος μεταξύ άλλων στη μάχη Σταυροσκιαδίου-Δρυμάδων και τη γενική αντεπί­θεση Καλπακίου. Κατά τις επιθετικές ενέργειες του λόχου ετίθετο επικεφαλής και πα­ρέμενε πάντοτε όρθιος κινούμενος προς τα τμήματα του εχθρού εμψυχώνοντας τους άνδρες του με τα λόγια «Παιδιά όλες οι σφαίρες δεν σκοτώνουν». Εφονεύθη στις 28 Δεκεμβρίου 1940 κα­τά τη διάρκεια επίθεσης επί αλβανικού εδάφους προς κατάληψη του υψώματος 1730 ανατολικά του χωριού Λέκλη (Lekël). Συγκεκριμένα  εβλήθη στο στήθος από ριπή πολυβόλου στο ύψωμα 1615 Χόρμοβο (έκτοτε ύψωμα «Παπακώστα») νοτιοανατολικά του Τεπελενίου και εντα­φιάστηκε στο χωριό Λάμποβο (Ζάππα) που βρίσκεται βόρεια του Αργυροκάστρου.



     Ο 2ος Λόχος είχε 10 νεκρούς από τους οποίους ο διμοιρίτης ανθυπολοχαγός Κων­σταντίνος Παπαγεώργης της τάξης 1940 της Σχολής Ευελπίδων από τα Γαϊτανάκια Ζα­κύνθου που έπεσε στο ύψωμα του Αγίου Αθανασίου στις 19 Νοεμβρίου. Στο ύψωμα Άγιος Σπυρίδων έπεσε στις 20 Νοεμβρίου ο μόνιμος επιλοχίας Θεμιστοκλής Βαβουράκης από το χωριό Βισταγή Ρεθύμνου. Επίσης εφονεύθησαν, προερχόμενοι από άλλα χωριά του Πωγωνίου και διάφορες περιοχές της χώρας, οι μαχητές Σπυρίδων Δάκας από Αγία Μαρί­να, τραυματιστείς θανάσιμα στη θέση Μαντριά του υψώματος ΄Αγιος Αθανάσιος, Νικόλαος Χαρίσης από Σιταριά, τραυ­ματισθείς θανάσιμα στο ύψωμα Άγιος Κοσμάς και αποβιώσας στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων στις 25 Νοεμβρίου, Χρήστος Καρράς από Στρατινίστα, στα υψώ­ματα Βήσσανης, Γεώργιος Παπαγιάννης από Λάβδανη, στο άλσος της Μονής ‘Αβελ, Ευάγγελος Λάππας από Μουκοβίνα Λάκκας Σουλίου, στο ύψωμα Αγίου Κοσμά, Πέτρος Κεφαλάς από Πετροβούνι Δωδώνης, στα υψώματα Βήσσανης,  Βασίλειος Ράμμος από Καστάνιανη, στο ύψωμα Άγιος Σπυρίδων και Δημήτριος Παπαγρηγορίου από Καστρί Ηγου­μενίτσας, στα υψώματα Βήσσανης.
    
Ο 3ος Λόχος είχε 9 νεκρούς μεταξύ των οποίων ο Βησσα­νιώτης οπλίτης Όμηρος Παπαγεωργίου που εφονεύθη στη θέση Μαντριά του υψώματος Αγίου Αθανασίου στις 19 Νοεμβρίου. Από άλλα χωριά του Πωγωνίου και διάφορες περιοχές της χώρας εφονεύθησαν οι Παναγιώτης Κολίτας, δεκανέας από το Περιστέρι, στα υψώματα Βήσσανης, Κων­σταντίνος Νταβέλης από Μαυρονόρος, στα υψώματα Βήσσανης, Βασίλειος Δελάρης δεκανέας από Άγιο Κοσμά, στη θέση Μαντριά του υψώματος ΄Αγιος Αθανάσιος, Γρηγόριος Ζυγούνας από το Κεφαλόβρυσο, στη θέ­ση Μαντριά του υψώματος Αγίου Αθανασίου, Μιλά­νος Φωτιάδης από Φαράγ­γι, στο ύψωμα ΄Αγιος Αθανασιος, Λεβής Σαμουήλ από Κέρκυρα, στη θέση Μέγα Δένδρο,  Θεοφάνης Τσατής από Αγία Μαρίνα, στο ύψωμα  Άγιος Κωνσταντίνος και Θωμάς Σκέρλος από Λάβδανη, στο ύψωμα Άγιος Κων­σταντίνος.




Σ’ αυτούς θα πρέπει να προστεθούν και οι προερχό­μενοι από χωριά της Άρτας στρατιώτες Χρήστος Κακο­χρήστος από Μαρκινάδα, Αγαθοκλής Τσάκας από Τε­τράκωμο και  Κωνσταντίνος Δάσκαλος από Μεσόπυργο και υπηρετούντες στο 1ο Τάγμα του 40ου Συντάγματος Ευζώνων που εφονεύθησαν στη σύγκρουση στα υψώ­ματα Αγίας Τριάδας.

 Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, έπεσαν στο ύψωμα Αγίου Αθανασίου 4 στρατιώτες από τον 6ο λόχο του 15ου Συντάγματος Πεζικού. Πρόκειται για τους Τιμολέοντα Βάρδα από Δίλοφο Ζαγορίου, Γεώργιο Ευθυμίου από Κυραβγένα Τριχωνίδας, Νικόλαο Καλο­γιάννη από Βαρνάδες Δωδώνης και Δημήτριο Μέγγουλη από Λίππα Δωδώνης.

  Οι τραυματίες αξιωματικοί ήταν εκτός από τον Χρήστο Παπακώστα, οι Λοχαγοί Κωνσταντίνος Γιαννόπουλος και Δημήτριος Καραχάλιος, ο υπολοχαγός Βασίλειος Μπουζάνας, οι Ανθυπολοχαγοί Θεόδωρος Καλλικάντζαρος και Ελευθέριος Οικονόμου και οι Ανθυ­πασπιστές Βασίλειος Ευφραιμίδης και Στασινόπουλος. Οι οπλίτες τραυματίες ανήλθαν σε 36 μεταξύ των οποίων οι Βησσανιώτες Από­στολος Κωτσάκης, Βασίλειος Μηλιώνης, Κωνσταντίνος Χαρισιάδης και Κωνσταντίνος Τσέλιος.
  Από τους αμάχους η Άννα Χανδάνου εφονεύθη στις 20 Νοεμβρίου εντός της οικίας της από οβίδα πυροβόλου.
 Πηγές
Το παρόν σημείωμα κατέστη δυνατό να γραφεί κυρίως στη βάση του αρχείου που είχε συγκεντρώσει με προσπάθεια πολλών ετών ο πατέρας μου Μιχαήλ με την προοπτική συγγραφής λευκώματος πεσόντων στη μάχη της Βήσσανης και άλλες συγκρού­σεις στην ευρύτερη περιοχή του Πωγωνίου.

 Οι κυριότε­ρες πηγές για την περιγραφή των επιχειρήσεων που εξιστορούνται είναι ατελείς και προέρχονται από πολε­μικές αναφορές των Α. Χρυσοχόου μετέπειτα Ταξίαρ­χου σε πολεμική διαθεσιμότητα και Δ.Καραχάλιου, καθώς και σημειώσεις του διμοιρίτη του 6ου Λόχου του 15ου Συντάγματος Ανθυπολοχαγού Αλέξανδρου Σίτα, μετέπειτα Αντισυνταγματάρχη σε πολεμική διαθεσι­μότητα. Αντίθετα δεν υπάρχουν πηγές από υπηρετή­σαντες στη διλοχία του ανεξάρτητου Τάγματος Πωγωνίου με συνέπεια την έλλειψη περισ­σότερο ολοκληρωμένης αντίληψης των γεγονότων.


http://agpanag.blogspot.gr/search?updated-max=2014-08-14T13:22:00-07:00&max-results=7

Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2016

ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ : ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΕΘΝΟΚΡΑΤΙΑΣ

Το Κράτος τής Έθνοκρατίας είναι Επαναστατικό, Κοσμοθε­ωρητικό, Εθνικιστικό, Μοναδικό,  Ολοκληρωτικό, Βιοπολιτικώς Επιλεκτικό, Αξιοκρατικό, Οργανικώς Κοινωνικό, Πραγματιστικό, Αντικαπιταλιστικό,   Άντικομμουνιστικό,   Αντιπαρασιτικό,  
Προ­οδευτικό.
Τό Κράτος της ' Εθνοκρατίας είναι αδυσώπητα επαναστατικό, γιατί αποβλέπει καί αποσκοπεί σε μια ολοκληρωμένη και απολύ­τως ριζοσπαστική ανατροπή όλων των «άξιών» (πολιτικών, οικο­νομικών, κοινωνικών, βιοπολιτικών) τοϋ 1789 και της έξανδραποδιστικής άνωδομής τους του Μεταπολέμου. Πιστεύει ακράδαντα, ότι οί αιώνιες και φυσικές αξίες πού στήριξαν επί χιλιάδες χρόνια την ανθρώπινη έξέλιξι, ανελίσσοντας τον άνθρωπο άπό την ζω­ώδη κατάστασί του, γκρεμίσθηκαν, ποδοπατήθηκαν, λυώθηκαν, όχι γιατί είχαν πάψει ν' ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα (αυτό είναι αδύνατο, γιατί στηρίζονται στους φυσικούς νόμους) άλλα γιατί έτσι τό θέλησε μία ελαχίστη μειοψηφία ατόμων σέ συγκρότησι. Καί τό κατόρθωσε, κολακεύοντας καί καλλιεργώντας μέ­χρι παροξυσμού, όλα τά αρνητικά βιώματα πού ενυπάρχουν φυσιολογικώς στον άνθρωπο, με την δύναμι πού της έδωσε τό Χρήμα καί ή Συναλλαγή, απόρροια τού φαύλου κύκλου πού ή ίδια κατόρθωσε ν' άνοιξη τό 1789.
Τήν Έπανάστασι αύτη, πρέπει νά είναι έτοιμο νά την κάμη καταλαμβάνοντας ή μέ τήν βία, ή μέ λίγο ή πολύ ειρηνικά μέσα τήν εξουσία. Βλέπει μέ σαρκαστική συγκατάβασι καί μέ ηρεμία βεβαίου διακαιωμένου τό κύμα τής υστερικής παρακρούσεως καί τής ξέ­φρενης άποχαλινώσεως πού είναι πλέον φανερό, έχει ξεφύγει τε­λείως άπό τον έλεγχο τών «μαθητευομένων μάγων» πού τό
εξαπέ­λυσαν, πιστεύοντας ότι θά ήσαν πάντα ικανοί καί πάντα τυχεροί. Ξέρει ότι αυτό ακριβώς, αυτή ή έπιτάχυνσις, είναι ή ιστορική του δικαίωσις καί ευκαιρία γιά τήν πραγματοποίησι τής Ιεραποστο­λής τής Αναγεννήσεως τού Ανθρώπου.
Τήν Επαναστάστασι θά τήν ώθηση ώς τά άκρα τών συνεπειών  τών ευθυνών της, οργώνοντας σέ όλο τό βάθος τήν κοπριά του σήμερα καί ξεριζώνοντας αλύπητα καί με κάθε τρόπο, όλα άνεξαι­ρετως τά πλέγματα, τις ρίζες και τους σπόρους ακόμη τών Παρα­σιτισμών και τών ' Εκφυλισμών. Είναι αποφασισμένο νά την επιτύ­χη, άλλα καί νά την διατηρήση χωρ/ς προδιαγεγραμένο χρονικό όριο, εξασφαλίζοντας κατά τό δυνατόν διαδοχή, έξέλιξι, μεταρρύ­θμιση μεταμόρφωσι έστω, άλλά όχι μετουσίωσι.

 Σέ οποιαδήποτε περίπτωσι, θά σφράγιση την μνήμη γιά αιώνες, έφ' όσον την ανα­τροπή καί τήν έκθεμελίωσι τοϋ σημερινού ερειπίου, θά τήν άντικαταστήση μέτό νέο οικοδόμημα τών φυσικών άξιων, τών ιδεολογι­κών ανατάσεων, δίνοντας ένα νόημα στην ζωή τών ανθρώπων, αντιστρέφοντας τήν Αρνητική Έξέλιξι, επαναφέροντας τό πνεύμα στήν καθεδρική του θέσι. Αυτούς τούς Σκοπούς, αυτήν τήν Αποστολή ενστερνίζεται και θά πραγματοποίηση ή 'Εθνοκρατία.
Για αυτό και θά είναι Κράτος Επαναστατικό.

Πίστις του και όδηγητικό του άστρο είναι ή Κοσμοθεωρία του, πού ξεφεύγει άπ' τά στενά γεωγραφικά πλαίσια μιας μόνο χώρας και άφορά σ' ένα μεγαλύτερο σύνολο, τής Δυτικής Ευρώπης, τήν οποία τό σύστημα έχει φέρει, όχι πλέον στο χείλος τού γκρεμού, άλλά στήν πρώτη φάσι τής πτώσεως ήδη. Έχει εμπιστοσύνη στο άθικτο ακόμη τής ουσίας τών ψυχικών εκείνων ιδιοτήτων πού χαρακτηρίζουν τήν ευρωπαϊκή φυλή καί πού είναι στήν πηγή τής ακμής τού Έλληνοευρωπαϊκού Πολιτισμού και τής μεταλαμπαδεύσεως του σ' ολόκληρο σχεδόν τον Κόσμο, θεωρεϊ ότι υπάρχει ακόμη καιρός ν' αποτίναξη τά δεσμά πού τού επέβαλαν τά λημματικά του κατεστημένα και ν' άποφύγη τά έσχατα στάδια τού εκφυ­λισμού και τής ταπεινώσεως στήν καλύτερη περίπτωσι, ή στήν χειρότερη, τον εξανδραποδισμό όλων σχεδόν τών επίλεκτων του, κάτω άπό μία Εύρασιατική τυραννία χωρίς ελπίδα, χωρίς τέλος.

 Πιστεύει ότι ή Αναγεννητική του Έπανάστασις θά γίνη οπωσδή­ποτε, τουλάχιστον στήν χώρα τής Έθνοκρατίας, γιατί αποτελεί δίδαγμα καί αναγκαιότητα τής Ιστορίας, ή Άναγέννησις τής Ευ­ρώπης νά προέρχεται άπ' αυτήν τήν χώρα καί ότι θά μπόρεση τότε ν' άποτελέση τό φωτεινό παράδειγμα, τό μεγάλο σάλπισμα τού Σηκωμού, τής Επαναστάσεως τών Επίλεκτων, άλλά καί τής τεραστίας μάζας τών Απλών Ανθρώπων. Είναι βέβαιο, ότι οί άνθρωποι δεν είναι ούτε κακοί ούτε καλοί στήν φύσι τους, άλλά ότι, πάντως, μπορούν καί πρέπει νά βελτιωθούν, έφ' όσον παρα­κινούνται άπό τά σωστά κίνητρα, έχουν τούς σωστούς, φυσικούς τους σκοπούς καί καθοδηγούνται άπό τούς φυσικούς τους ηγή­τορες. Είναι πεπεισμένο, ότι ή προσπάθεια αυτή είναι δυνατή καί ή επιτυχία της σίγουρη, μέ μια μόνο προϋπόθεσι:

 τήν Δύναμι τής θελήσεως τους και τήν πίστι τους ότι « έφ' όσον θέλουν, μπο­ρούν». Μέ δυο λόγια, πιστεύει στην βελτίωσι και τήν βουλησιοκρατία.
Αυτή ακριβώς ή Κοσμοθεωρία του, είναι ή βάσις του Φυλετι­κού Ανθρωπισμού του.

Τό Κράτος τής Έθνοκρατίας είναι Εθνικιστικό, γιατί βασίζεται σέ άρχές,τών όποιων ή βάσις εκκινήσεως είναι ότι τό Κράτος είναι ή πολιτική όργάνωσις τού Έθνους σέ όλα ανεξαιρέτως τά επίπεδα του. Καί ή πολιτική αυτή όργάνωσις έχει ώς αποστολή τήν έκπλήρωσι τών Σκοπών τού "Εθνους καί τής Έθνοκρατικής Κοσμοθε­ωρίας του.

Θεωρεί ότι τό "Εθνος έχει, ανεξάρτητα άπό τις ατομι­κές επιδιώξεις καί επιθυμίες, μια Κοινή Βούλησι, τήν οποίαν ονο­μάζει Εθνική θέλησι και τό Κράτος τήν Ίσχύ, την Δυναμική Οντό­τητα πού τείνει προς τήν πραγματοποιησί της. Γιά τό Κράτος αυτό, Ηθικό είναι ότι διευκολύνει, προτρέπει, προάγει τήν έκπλήρωσι τής Εθνικής Θελήσεως και Ανήθικο ότι τήν παρεμποδίζει ή τήν υπονομεύει. Πιστεύει ότι ή προαγωγή τής γενικής αυτής ηθι­κής ιδέας τού "Εθνους ώς συνόλου, είναι συνάμα καί καθοριστική τής μερικής ατομικής ηθικής τών πολιτών, έφ' όσον συνιστά κανό­νες συμπεριφοράς, πού δεν μπορούν παρά νά άλληλοεπηρεάζωνται καί νά αποκλείουν τήν σημερινή έννοια του, ώς απλού οργανισμού εξυπηρετήσεως ατομικών καί εγωιστικών επιδιώξε­ων, στατικού καί αδρανούς. 

Όπως τό "Εθνος έχει ψυχή, έτσι καί τό κράτος, ώς συνημμένη απόρροια της, είναι ή Καθοδηγητική Δύναμίς του καί ώς τέτοια, τοποθετείται επάνω άπό όλες τις άλ­λες, μερικές επιδιώξεις καί συμφέροντα. Ή ενεργός παρουσία του σέ όλους τούς τομείς είναι ή φυσική καί άμεση συνέπεια τών άρχων αυτών, πού τό καθιστούν καθοριστικό παράγοντα τής Εθνικής θελήσεως.

Η συνέπεια αυτή συνιστά τήν Μοναδικότητα του. Μέ βάσι τήν άρχή τής πρωτοκαθεδρίας τής έννοιας τού Πνεύματος, τό Κράτος, ώς Πνευματική Όντότης καί Δύναμις, αποτελεί τήν Μοναδική Πηγή δυνάμεων και ενεργειών. Ή άρχή τής ενεργού παρουσίας του παντού, σημαίνει ότι ό έλεγχος του, ώς έκφραστού καί   καθοδηγητού τού "Εθνους στήν πορεία προς τούς σκοπούς του, περι­ορίζεται μόνον άπό τις αρχές, τις επιταγές καί τις ανάγκες τού Πραγυατισμού του, πού τού υπαγορεύει τήν άναζήτησι τής καλύτερης δυνατής ισορροπίας μεταξύ τών άρχων τής προτεραιότη-τος του Εθνικού ή Συνολικού Συμφέροντος κα) τού σεβασμού και ενισχύσεως τής Ατομικής Προσωπικότητος.

Μέ βάσι τήν πίστι του ότι είναι ή Μοναδική Πηγή δυνάμεων και ενεργειών, θεωρεί ύποχρέωσι και καθήκον, τήν καθοριστική καί καθοδηγητική αρμοδιότητα του σέ όλες τις υλικές καί ηθικές δρα­στηριότητες τού Έθνους καί τής Φυλής, μέ γνώμονα τήν ιδέα τής Κοσμοθεωρητικής ' Αποστολής του καί τήν απόλυτη άρνησί του νά έμπιστευθή τούς βασικούς τομείς τής Εθνικής, τής Φυλετικής και τής Κρατικής υποστάσεως στήν ανευθυνότητα καί τήν καταστρο­φική επιρροή τών πολιτικών, κοινωνικών καί οικονομικών συγ­κροτημάτων τού σήμερα, πού εργάζονται για δικό τους αποκλει­στικό όφελος, άπεργάζομενα τήν εκφυλιστική παρακμή τών πάν­των.
Οι βασικοί τομείς αυτοί, χωρίς νά είναι ποιοτικώς ή ποσοτικώς περιοριστικοί, είναι
α) Τά Μέσα Ενημερώσεως β) Ή Παιδεία γ) Ή Νεολαία δ) Ό Στρατός.

Τά Μέσα ενημερώσεως, στήν σημερινή τεχνολογική εποχή, έχουν πάρει μια άνάπτυξι, μια ευρύτητα καί ένα βάθος, πού μόνο ώς ιλιγγιώδη θά μπορούσε νά χαρακτηρισθούν.Δεν περιορίζονται πλέον μόνο στο Ραδιόφωνο, τον Τύπο καί τήν Τηλεόρασι, άλλά οί δυνατότητες τους καί κατά συνέπεια τό αντικείμενο τους, έχουν έπεκταθή καί διαφοροποιηθή σέ όλες σχεδόν τις μορφές τής
εκ­φράσεως τής σκέψεως, τής γνώμης, τής πληροφορήσεως, πού όλες έχουν σήμερα πάρει τήν μορφή τής «ενημερώσεως» τών αδαών και αφελών ή απληροφόρητων, άπησχολημένων τόσο πολύ με τον αγώνα και τον ρυθμό ζωής πού τούς έχει έπιβληθή, ώστε νά μην μπορούν πλέον νά βρουν χρόνο νά διακρίνουν και νά κρίνουν. Κινηματογράφος, θέατρο, εκδόσεις, κάθε τύπου και εί­δους, «Επιμορφωτικά Ινστιτούτα» και «Κέντρα» κάθε λογής, συναγωνίζονται σέ «παραμόρφωσι ενημερώσεως» καί διαστροφή γενική τών πνευμάτων, τών αντιλήψεων, τών δοξασιών, τον περίφημο «ελεύθερο τύπο», τού οποίου ή ελευθερία είναι τόσο ανύπαρκτη όσο καί διαστρεβλωτική.

"Ολες ανεξαιρέτως τις μορφές αυτές τής «ενημερώσεως» (καί όσες άλλες χρειασθούν) τό Κράτος τής ' Εθνοκρατίας τις θέτει ύπό τον άμεσο έλεγχο του.
Είτε ιδιωτικής μορφής, εϊτε κρατικής, είτε κοινωφελούς μικτής, όλες αυτές οι εκδηλώσεις θά αποβλέπουν απαραιτήτως στήν θετική έξυπηρετησι καί προαγωγή τών σκο­πώντής ' Εθνικής Θελήσεως, τής Κοσμοθεωρίας τής Έθνοκρατίας και στήν άπαρέκλιτη διατήρησι του αδιάσπαστου τής ' Εθνικής και Φυλετικής Αλυσίδας τού Παρελθόντος Παρόντος Μέλλοντος της. ' Η λεγομένη «ελεύθερη διανόηση», δηλαδή ή παρανόησις, δέν νοεί­ται νά εξακολούθηση τό εκφυλιστικό καί παρακμαστικό της «έρ­γο», ελευθερώνοντας, στο όνομα τής «ελευθερίας», όλα τά ζωώδη ένστικτα καί απωθημένα τού ανθρωπίνου κτήνους, πού επί τό­σους αιώνες, δισεκατομμύρια άνθρωποι καί χιλιάδες γενεές εργά­σθηκαν γιά νά αντιμετωπίσουν.

Δέν νοείται ή εξουσία και ή δύναμις διαμορφώσεως τής Κοινής Γνώμης, δηλαδή ό Τύπος, νά βρίσκεται σέ χέρια ιδιωτών.
Επιπλέον, τό Κράτος τής Έθνοκρατίας δέν θεωρεί ότι είναι μόνο Ανορθωτής καί Άναγεννητής. Πιστεύει ότι πρέπει νά είναι καί αδυσώπητος τιμωρός τών εγκλημάτων τής διανοήσεως παρα­νοήσεως και τού Τύπου κατά τά τελευταία 40 χρόνια, ώς εκφρα­στής τής εννοίας τής Ανθρώπινης, άλλά καί τής φυλετικής δικαι­οσύνης. Καί στους ορυμαγδούς τών βατράχων τού έλους καί τών αρουραίων τών βόθρων γιά τό δήθεν «δικαίωμα» μιάς τέτοιας δικαιοσύνης, ή άπάντησις έχει ήδη δοθή.

"Ενας άπό τούς σπουδαιότερους τομείς όπου εξαντλείται τό δηλητήριο καί τό ναρκωτικό τών σημερινών πλεγμάτων καί τής καταστροφικής μανίας τους, είναι ή Παιδεία. Σ' αυτόν ακριβώς τον τόσο ζωτικό τομέα, τό Κράτος τής ' Εθνοκρατίας θά εξάντληση όλα τά μέσα τής σημερινής τεχνολογίας, άλλά καί όλα τά μέσα πού τού απονέμει ό απολύτως καθοριστικός ρόλος του στά βασικά σημεία τής Εθνικής καί κοινωνικοπολιτικής υποδομής.

Η παιδεία

Τό Κράτος θεωρεί τήν Παιδεία ώς φυτώριο τού άνθρωπου. Απ' αυτήν εξαρτάται όχι μόνον τί είδους άνθρωποι θά βγουν σέ μιά δεδομένη γενεά, άλλά καί τό άν θά βγουν κάν άνθρωποι. Ύπό τό φώς τής κρίσεως κοινωνίας, πού μαστίζει τήν σημερινή Αν­θρωπότητα, είναι σαφές ότι ή Παιδεία βρίσκεται ύπό τήν πίεσι αναλόγων δεδομένων, μέ κριτήρια όχι τον άνθρωπο καί τήν καλλι­έργεια του, άλλά τήν εξειδικευμένη «χρήσι» του - πού δέν έχει σχέσι μέ τήν χρησιμότητα
του - άπό τούς παντοδύναμους καθο­ριστικούς συντελεστάς και παράγοντας τής σημερινής πολιτικής, οικονομικής καί κοινωνικής «υποστάσεως». Η περιφρόνησις - θεληματική - τής πλατειάς ανθρωπιστικής (ουμανιστικής) καλλιέργειας, προς όφελος τής «εξειδικεύσεως» καί τής διατυμπα­νισμένης έτσι «πολλαπλής άποδοτικότητος», ένα  μέρος σχεδίου, μέ σκοπό τήν δημιουργία ατόμων προσηλωμένων σέ μία ειδικό­τητα τομευτική καί σχετικώς ή απολύτως άγνοούντων όλους τούς άλλους τομείς. Τό αποτέλεσμα είναι ή δημιουργία πειθήνιων αν­θρωπίνων κυττάρων, πού εύκολα καθοδηγούνται καί χαλιναγω­γούνται στίς γενικές κατευθύνσεις, εκείνες πού ενδιαφέρουν ακρι­βώς τούς καθοριστικούς παράγοντας.

Η αρχική άγνοια ή ημιμά­θεια, μεταβάλλεται, άπό τήν βηματική εμπειρία τους σέ αδιαφορία καί τελικώς σέ άγελαία ύποκοή, χωρίς σκοπό, χωρίς ιδεώδες, χωρίς γνώσι, χωρίς συνείδησι. Καλλιεργείται μέ μανία ή πνευμα­τική οκνηρία, προς κάθε τομέα πού δέν είναι καθοριστικός προσω­πικού οφέλους ή κέρδους. Καλλιεργείται ό κλαδικός κατά τομείς εγωισμός καί ή θεοποίησις τού προσωπικού ή κλαδικού «εξειδι­κευμένου» οφέλους, μέ παράλληλη άγνοια και αδιαφορία τού πλησίον. ' Η γνώσις και έπίγνωσις τής ουσίας τού Παρελθόντος καί τού Παρόντος, ώς εμπειρίας καί μαθητεύσεως, αντικαθίσταται άπό σχηματική, ανούσια καί περιληπτική «ύπνοπαιδεία», σκοπί­μως καί έξακολουθητικώς, ώστε κάθε γενεά, μή αντλώντας μαθή­ματα καί εμπειρίες ουσιαστικές άπό τήν Γνώσι, νά είναι ώριμη καί επιρρεπής στήν συνέχισι τών προγενεστέρων σφαλμάτων καί κα­τευθύνσεων. 

Έτσι διαιωνίζεται ό έλεγχος της άπό τό πολιτικό, οικονομικό καί κοινωνικό σύστημα, πού δίδαξαν οί «πεφωτισμένοι»Τέκτονες τού 1750 - 1790 καί πού βρήκε τήν άποθέωσι - καί τήν παρακμή του - μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο. Τά μαζικά μέσα «ενημερώσεως», ή λαθρεμπορία τού πνεύματος μέ τις παν­τοειδείς «εγκυκλοπαίδειες» καί τις φυλλάδες τών πνευματικών περιττωμάτων, ή παραποίησις τής Ιστορίας, συστηματική καί καθοδηγούμενη, ή ακόμη απλούστερα, ή άγνοια της καί ή αποθε­ωτική τής πνευματικής οκνηρίας διάδοσις τών «Σχεδίων σέ σειρές» («κόμικς»), αποτελούν τά βασικά όπλα άποκτηνώσεως καί ουσι­αστικής καταργήσεως τής Παιδείας. (Αξίζει νά σημειωθή, ότι τά «Κόμικς» προβλέπονται άπό τά «Πρωτόκολλα τήςΣιών», ώς μέσον άποκτηνώσεως... 30-40 χρόνια προ τής εμφανίσεως τους, στις ΗΠΑ βέβαια). 

Η κάλυψις τοΰ κενοΰ τής Ανθρωπιστικής και πλα­τειάς καλλιέργειας, γίνεται μέ τό προσωπείο τού Διεθνισμού και τής διαδόσεως ψευδοαρχών και ψευδοστόχων, πού καμμία βο­ήθεια δέν προσφέρουν, απογυμνώνοντας αντιθέτως, τον άν­θρωπο άπό τις ουσιαστικές του ρίζες: τό Έθνος και τήν Φυλή του. Γιά τήν Έθνοκρατία, ή Παιδεία έχει ώς σκοπό τήν Δημιουργία Άν­θρωπου. Στην σημερινή κοινωνία, όπως έχει καταστροφικά διαμορφωθή, ό σκοπός γίνεται πολύ σύνθετος. Χρειάζεται ή Άναδιάρθρωσις τού Άνθρωπου καί ή Δημιουργία του Νέου Άνθρωπου, άπηλλαγμένου άπό τά μιάσματα τού σημερινού καρκινώματος. Τέρμα μέ τις «θεωρίες τής σύγχρονης παιδαγωγικής».

Η πειθαρ­χία, τό καθήκον και ή ύποχρέωσις τών παιδιών, συμβαδίζουν παράλληλα μέ τήν ψυχαγωγία και τήν συντροφικότητα, δημιουρ­γώντας έτσι τούς Ανθρώπους - Πολίτες. Τέρμα στην αχαλίνωτη αύτοδιάπλασι και αύτοπολλαπλασιασμό τού «Έγώ». Τέρμα στήν πνευματική οκνηρία - τήν πολιομυελίτιδα τού εγκεφάλου - τής απολύτου εξειδικεύσεως καί στήν κατευθυνόμενη έλάττωσι τών διανοητικών προσπαθειών καί δυνατοτήτων, μέ διάφορα γνωστά προσχήματα, πού καλύπτουν τον ουσιαστικό σκοπό, τής δημι­ουργίας Ύπανθρώπων και καλολαδωμένων τροχίσκων τής Μη­χανής τοΰ Κατεστημένου. Τέρμα στήν ανεξέλεγκτη παράδοσι τρυ­φερών ψυχών στήν επιθετική μανία τών συγχρόνων μιασμά­των - θεών του Εγωισμού, τής ' Αδιαφορίας, του Υλισμού, του Ευδαιμονισμού, τής ασυδοσίας, τής Αβάσιμης Παντογνωσίας, τής Αρνήσεως, μέ τήν όποια σφυροκοπούνται σέ όλες τις ώρες τής πρώιμης ζωής τους. Τέρμα στήν ανόσια λατρεία ψεύτικων καί βιομηχανικούς κατασκευασμένων «Ειδώλων», προς κατανάλωσι και γιά κατανάλωσι.

Η Έθνοκρατική Παιδεία θά είναι Εθνική, μέ βάσεις :
α) τήν ιστορική, φυλετική ιδιομορφία τού Λαού μας, ταγμένου στήν ορι­ακή καί συνάμα κεντρική αυτή γωνία τού Κόσμου, νά φυλάη Θερ­μοπύλες, δικές του καί άλλων

β) τήν κατανόησι τών λόγων καί τών συνθηκών τής επιβιώσεως τού Λαού μας, μέσα άπό κινδύνους 3000 χρόνων, πέρα άπό κάθε λογική, μέ τά μεγάλα προτερήματα καί ελαττώματα του, ώς οδηγούς γιά τό παρόν καί τό μέλλον

γ) τον ενστερνισμό τών στοιχείων εκείνων πού απετέλεσαν τήν δύναμι καί τήν αδυναμία του καί τήν αδυσώπητη συνέπεια καί τό τίμημα κάθε του πράξεως, μέσα στήν ιστορική έπιγνωσι τής Αποστόλης του, σέ κάθε δεδομένη στιγμή του κρίκου τής Αλυσίδας του. ' Η εισβολή τών ξένων πολιτιστικών στοιχείων, μέ τίς διάφορες «Σχολές» τους (Αμερικανικά Κολλέγια Βρετανικά «Συμβούλια», Ινστιτούτα διάφορα , Υπηρεσίες Προπαγανδιστικών Πληροφοριών κ.λ.π.) δέν έχουν θέσι στο  Εθνοκρατικό Κράτος, θά σταματήση αμέσως και θά παταχθή αμείλικτα. Μία «Διεθνής Σχολή» γιά όλα τά παιδιά τών έδώ ξένων και αποκλειστικώς γι' αυτά, είναι αρκετή.

Θά είναι Καθοριστική τού είδους του Ανθρώπου που θέλει νά δημιουργήση. Πού δέν μπορεί νά είναι συνονθήλευμα ατομικών εγωισμών καί ανταγωνιστικών προσπαθειών, άλλά συντονισμέ­νων, μέσα στο πλαίσιο τού Εθνικού Συνόλου, μέ τίς δυνατότητες, τίς υποχρεώσεις καί τά δικαιώματα πού απορρέουν καί τείνουν συνάμα προς τήν Κοινή Προσπάθεια καί μέσα στά αναγκαία όρια τής διαφυλάξεως καί τής αναδείξεως τής προσωπικότητας του. Πρέπει νά τείνη στήν δημιουργία συνειδητών ' Εθνοκρατών, μέ όλη τήν πνευματική καί ιδεολογική σημασία τής λέξεως, σέ έναν ολοένα αυξανόμενο ρυθμό, άπό τά απλούστερα στά πολυσύνθετα καί μέ έπικορωνίδα τήν Στρατιωτική Δοκιμασία, μέσα στήν όποια θά διαμορφώνεται ή τελική φάσις τους, πρίν άπό τήν Ανωτάτη 'Εκπαίδευσι καί τήν Σταδιοδρομία.

Θά είναι Γενική, δηλαδή γενικευμένη γιά όλους και όλες, ανε­ξάρτητα άπό γεωγραφικά, οικονομικά ή κοινωνικά δεδομένα καί θά άποτελή συνάμα αποκλειστικό δικαίωμα καί καθήκον τού Κρά­τους, πού μόνον αυτό, είναι ό εκφραστής τού Έθνους.

Θά είναι Συνεχές, ανεξάρτητα άπό τήν ηλικία, εξασφαλίζον­τας εκπαιδευτική άπασχόλησι, πνευματική καί σωματική, σέ πνεύμα ισομερούς καί άμφοτερόφυλης συντροφικότητος, μέ σκοπό τήν διάπλασι χαρακτήρων, βιωμάτων καί αντιδράσεων πνεύματος καί σώματος, καταλλήλων γιά τήν απαραίτητη δημι­ουργία Ανθρώπων ολοκληρωμένων κατά τό δυνατόν καί έτοιμων γιά τήν αποστολή τής Φυλετικής καί Ελληνικής Ζωής τους. Ή συντροφική καί συλλογική ζωή στήν Φύσι, ως Σωματικό αντίρροπο τής εκπαιδεύσεως τού Πνεύματος είναι απαραίτητη.

Θά είναι Σύγχρονη, θά ανταποκρίνεται δηλαδή στις σημερινές συνθήκες καί ανάγκες, άλλά καί μέ ολοκληρωμένη έπίγνωσι τών άξιων και τών διδαγμάτων τής Ελληνικής Σκέψεως, καί τής δι-καιώσεώς τους ώς Πηγής τής Γνώσεως.

Θά είναι Ελληνική, γιά νά γίνη επιτέλους γνωστή στους Έλλη­νες, ανεξάρτητα άπό ηλικία, ή βασική έμπέδωσις όλης τής Αν­θρωπινής Γνώσεως καί Σκέψεως άπό τήν Ελληνική Σκέψι. Όλοι οί Έλληνες μπορεί νά έχουν ακούσει γιά τούς Αρχαίους καί τήν Σκέψι τους, άλλά πόσοι ξέρουν τί είπαν;

Θά είναι τέλος Καθαρή, θά είναι δηλαδή Έκπαίδευσις καί Παίδευσις και όχι προθάλαμος εκμαθήσεως κλαδικού και συγκροτηματικού  Εγωισμού καί δημιουργίας ομάδων πιέσεως επάνω στήν Κοινωνική Όργάνική Συγκρότησι. Γιάτήν Εθνοκρατία δέν χωράει «Συνδικαλισμός» στήν Παιδεία. Δέν έχει μόνο Αρνητική Έπίπτωσι. Δέν έχει καν σκοπό, δεδομένου ότι ή Παιδεία καί ή ' Εκπαίδευσις δέν αποτελούν κάν επάγγελμα, άλλά Καθήκον καί ύποχρέωσι Κράτους καί Πολιτών. Είναι έπένδυσις τής Πολιτείας γιά τό Μέλλον της καί τό Μέλλον τού Έθνους καί τής Φυλής. Ό «συνδικαλισμός» τείνει θεληματικώς νά μεταβάλη τούς αυριανούς πολίτες σέ αλληλοσυγ­κρουόμενες ομάδες αντιθέτων «συμφερόντων » και σέ «έξ απαλών ονύχων» Εθισμό τού Διχασμού, πού διευκολύνει τό «έργο» τού Πολυκομματισμού καί τών πατρώνων του..

Η Νεολαία
Αντικείμενο τής Παιδείας είναι, φυσικά, ή Νεολαία τό νευραλ­γικό αυτό σημείο όλων των κοινωνιών και συνάμα τό πλέον ευαί­σθητο. Είναι τό Σημερινό Αύριο καί τό Αυριανό Σήμερα. Άπό τον τρόπο μέ τον όποϊο οι Κοινωνίες απαντούν στά προβλήματα καί στις ανησυχίες της, εξαρτάται καί τό δικό τους Μέλλον. ' Η Νεολαία δέν μπορεί καί δέν επιτρέπεται νά έχη τον ψεύτικο ή πραγματικό πραγματισμό τής ώριμότητος, ούτε τον κυνισμό.καί τήν πείρα τού «εφικτού» καί τού ανέφικτου πού προσπαθούν νά τής επιβάλλουν. Έχει Ιδεαλισμό, αναζητεί Ιδεολογίες άναπλαστικές και Ιδεώδη γιά αγκυροβόλια. Ή Νεολαία έχει οξεία άντίληψι τής έννοιας τού Φυσι­κού Δικαίου και ή ϊδια ή φύσις της γαλουχεί τις αυταπάτες. Λέξεις καί τυπολογίες τήν μεθούν καί τήν γαλβανίζουν. Τής είναι απαραί­τητα τά στοιχεία αυτά, όπως το χώμα στο φυτό καί ή τροφή στο όν. Είναι πρόθυμη νά θυσιασθή γι' αύτά,έφ' όσον τά πιστεύει, ή έφ' όσον τήν κάνουν νά τά πιστέψη. Ή έλλειψίς τους, ή - χειρότε­ρα - ή άπογοήτευσις, είναι ψυχικώς καταστροφικές για αυτήν και τήν οδηγούν μαθηματικώς προς μία μορφή αυτοκτονίας. "Οσο περισσότερο απορρίπτει τον Κυνισμό καί τον Πραγματισμό, τόσο περισσότερο είναι πρόθυμη νά άγωνισθή καί νά θυσιασθή, τόσο υγιέστερη είναι. Καί τόσο περισσότερο πρέπει νά διαφυλαχθή άπό οποιεσδήποτε καταστροφικές επιρροές.

Ή σημερινή εποχή είναι ή χαρακτηριστικότερη ιστορικούς άπόδειξις τού τί μπορεί νά συμβή στήν Νεολαία, όταν οι Κοινωνίες δέν έχουν και δέν μπορούν νά προσφέρουν καμμιά πνευματική οδό, καμμία άπάντησι, καμμία τροφή στήν Νεολαία τους. Η συ­στηματική μηδενιστική κατεδάφισις όλων τών Ιδεωδών καί ή άντικατάστασίς τους άπό τό Τίποτα ή τήν Υποκρισία, έχουν αφή­σει τήν Νεολαία σέ κατάστασι χέρσου χωραφιού, ή πλοίου χωρίς πηδάλιο. Εκείνοι πού πρωτοστάτησαν στήν κατεδάφισι αρνητι­κώς μέν οι ταγοί τού δυτικού συστήματος, μέ τήν ασυδοσία πού ανέλιξαν σέ δόγμα, θετικώς δέ οί ταγοί τού ανατολικού συστήμα­τος, μέ τούς υποκριτικούς άντικατοπτρισμούς τού δικού τους δόγματος - βρίσκονται τώρα μέ τήν σειρά τους μπροστά στο Κενό πού οί ϊδιοι έδημιούργησαν. Στήν Δύσι, οι Νέοι μήν ξέροντας πού νά στραφούν, βυθίζονται στήν στείρα άρνησι, τήν νεφελώδη άναζήτησι, τήν φοβία τού περιβάλλοντος τους, μέ συνέπεια τήν γενίκευσι τών τεχνητών παραδείσων, τών τρομοκρατιών, τής βίας γιά τήν βία, τού υλισμού μέ κάθε μέσο καί τρόπο, έρμαιοι στά χέρια επιτηδείων μέ σκοπούς ιδιοτελείς κάθε είδους.

Στήν Ανατολή, ή συνειδητοποίησις τής άλλης υποκρισίας καί τού ανώφελου τής θυσίας τούς βυθίζει σέ αδιαφορία προς τούς «λαμπρούς σκο­πούς» τού αιωνίου «αύριο». Ό άλληλομιμητισμός τους - οί νέοι τής Δύσεως ονειρεύονται μεγάλους«ήθικούς στόχους», σοσιαλισμούς δικαιοσύνες, ίσότητες κ.ο.κ., οι νέοι τής ανατολής διασκε­δάσεις, δυνατότητες, υλικές απολαβές - δείχνει πόσο ψεύτικα καί επίπλαστα είναι τά «Ιδεώδη» πού τούς παρουσιάζουν καί μέ τά όποια τούς σφυροκοπούν. Άλλά και πόσο τό νοιώθει αυτό ή Νεολαία.

Ή Νεολαία ζητεί τό Απόλυτο. Αδιάφορο αν δέν τό βρίσκη. Μή βρίσκοντας το, κλείνεται όλο καί περισσότερο μέσα σέ κύκλους, περισσότερο ή λιγότερο φαύλους.  Αναδιπλώνεται συνεχώς και άγγιστρώνεται σέ ουτοπικές άλληλοσυγκρούσεις: Εθνική Ανε­ξαρτησία σέ διεθνιστικό κλίμα, εθνικό - σοσιαλισμό χωρίς τήν λέξι, εθνικό κομμουνισμό χωρίς τήν πατρίδα. Όλες, έννοιες αλληλο­συγκρουόμενες, χωρίς λογικό είρμό, χωρίς αποδοχή τών πραγμα­τικών δεδομένων τους, χωρίς συναίσθησι τών αλυσιδωτών επι­πτώσεων καί πεπρωμένων τους. Μόνος κοινός παρονομαστής τους «τό Εθνικό», ό ομόφυλος πυρήνας και τελικώς, συνειδητά ή ασυνείδητα, ή Επιστροφή στις Πηγές.

Χρέος τής Έθνοκρατίας καί του έκφραστοϋ της "Εθνους - Κρά­τους, είναι νά άσχοληθή ολοκληρωτικά μέ τήν Νεολαία της. Άπό τήν πιό τρυφερή ηλικία, ώς τά πρόθυρα του αγώνα τής ζωής. Γιατί αν δέν άσχοληθή και τήν άφήση χέρσα, άλλοι θα άσχοληθοϋν και άλλοι θά δρέψουν τους καρπούς. 'Οποιοδήποτε δόγμα, πού, ατό όνομα μιας δήθεν «ελευθερίας», αφήνει τό σημερινό του Μέλλον έρμαιο τών ενστίκτων, τών ακαθόριστων παρορμήσεων, τών ανα­πάντητων ερωτηματικών, είναι δόγμα παρακμής, δόγμα κατα­στροφής , δόγμα ζωώδες και ανάξιο τής Άνθρωπότητος. Οποι­οδήποτε δόγμα, πού, στο όνομα «μεγάλων άρχων» και υλιστικών παραδείσων, τού μέλλοντος πάντα, χρησιμοποιεί τούς Νέους γιά σταθεροποίησι μιας τυφλής γραφειοκρατικής τυραννίας μόνο και τούς μεταβάλλει σέ άπλα όργανα ενός αλλότριου Εθνικού επεκτα­τισμού, είναι δόγμα ψεύδους, δόγμα υποκρισίας, δόγμα τυραννίας και σκοταδισμού πρωτογόνου, δόγμα ζωώδες ανάξιο τής Άν­θρωπότητος. Και ή Εθνοκρατία θά τά πατάξη δημιουργώντας μιά Πλαισίωσι τής Νεολαίας, άπό τήν τρυφερότερη ηλικία ώς τήν στι­γμή τού τερματισμού τής Ανωτάτης Εκπαιδεύσεως, μέ τήν ένταξι της σέ μία και μοναδική όργάνωσι, όπου οι Νέοι και οί Νέες θά εμποτίζονται μέ τήν 'Εθνοκρατική κοσμοθεωρία, παράλληλα μέ τήν καθαυτό έκπαιδευσί τους. 

'Η οργανωτική αυτή έκπαίδευσις, έκτος άπό τις Ιδεολογικές αρχές, θά περιλαμβάνη τήν έκμάθησι τής Φυσικής Συντρόφικότητος, τής διαπλάσεως υγιών χαρακτή­ρων καί σωμάτων, τής άγωνιστικότητος, τής προσφοράς καί θά τείνη στήν καλλιέργεια τών φυσικών καί πνευματικών ικανοτήτων της, ώστε άπό τήν Νεολαία νά έκπηδήση, πραγματικώς καί ούσιαστικώς ό Νέος Άνθρωπος ό Εθνοκράτης, που θά άγωνισθη «μόνος ή μετά πολλών» γιά τήν δημιουργία καί τήν πραγματοποίησι τής Εθνικής καί Φυλετικής Αναγεννήσεως.
Ή Νεολαία είναι ή Συνέχεια τής Άλυσίδος τού Έθνους. Είναι ό προσωρινός   σημερινός   κρίκος   του   Παρελθόντος - Παρόν­τος -Μέλλοντος του. Τό Κράτος οφείλει νά τήν πλαισίωση μόνο αυτό και νά τής δώση τά εφόδια, μόνο αυτό, πού θά εγγυηθούν τήν αδιάσπαστη συνέχεια του, τήν αδιάκοπη άνέλιξί του προς τά πεπρωμένα του.

Ή Νεολαία δέν είναι δημοκρατική στήν ψυχή. Καμμία Νεολαία δέν είναι, δέν μπορεί νά είναι δημοκρατική. Ή «δημοκρατία» είναι έφεύρεσις γερόντων, πού δέν έχουν Μέλλον, μόνο Παρελθόν καί όχι καθαρό. Είναι θέσις φόβου τής ζωής, φόβου τού θανάτου, φόβου τού ηρωισμού. Ή Νεολαία ονειρεύεται ακριβώς αυτά πού οι Γέροι φοβούνται. 'Ονειρεύεται γραμμές μάχης, ομάδες κρούσεως, λά­βαρα και σημαίες, μύθους και ανατάσεις, τραγούδια και πυρσούς, φλόγες καί κραυγές, οχυρά καί οδοφράγματα, αγώνες καί προ­κλήσεις, λόγους καί πυρετούς. Το όνειρο τού Απολύτου, πού τήν καίει, είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένο μέ τήν Νοοτροπία και τήν Ιδεολογία, πού τής έμαθαν - προσπάθησαν νά τής μάθουν - νά μισή, τής οποίας όμως κάθε ώρα, ξαναβρίσκει τούς Μύθους, τον Λόγο, τήν Πράξι «Της».

"Ονειρεύεται νά γίνη Μαχητής μιας ιδέας. Ασυντόνιστα καί αναρχικά, μέτήν ενστικτώδη βεβαιότητα ότι άπ' αυτό θά βρή τον δρόμο της. Τον δρόμο τής θυσίας καί τής Ανα­γεννήσεως πού τήν καλεϊ, μέ όλη τήν εκρηκτική δύναμι πού Κλείνει στήν Ψυχή της. Άρκεϊ νά τής δείξουν τον δρόμο.... Νά τής δώσουν τό Ιερό και νά τής υποδείξουν τον Διάβολο, πού τον βλέπει, άλλά δέν τολμάει νά τον όνομάση. Καί τό Κράτος τής Έθνοκρατίας θα τής δώση όλα όσα ονειρεύεται, θά τήν όδηγήση, χέρι μέ χέρι, σέ διαρκή κοινωνία καί Μετάληψι στον δρόμο τών Αγώνων, τών Προκλή­σεων τών θριάμβων, στον δρόμο τών Ηρώων...
Τό επόμενο στάδιο τής δημιουργίας τού Νέου Άνθρωπου, τού  Εθνοκράτου είναι ή Στρατιωτική Δοκιμασία. Άλλά όχι ή άπλή «στρατιωτική θητεία», όπως τήν εννοούν καί τήν έχουν καταντή­σει τά σημερινά πλέγματα τού εκφυλισμού καί τής παρακμής.  

' Ο Στρατός 

Γιά τήν Έθνοκρατία , ό Στρατός είναι ή πεμπτουσία τού 'Ορ­γανικού δεσμού τής Φυλής και τού "Εθνους. Μέσα σ' ένα κόσμο,
όπου ή Φύσις έχει τάξει τήν επιλεκτική της στήν έπιβίωσι καί στον αγώνα της, όπου οι νόμοι της είναι αδυσώπητα Αξιόματα, ή έπιβίωσις τής Φυλής καί τού Έθνους εξαρτώνται άπό τήν θέλησι καί τήν ικανότητα τους ν' αγωνισθούν γι' αυτήν. Τό όργανο τής επιβιώσεως τους είναι ό Στρατός, πού είναι τό Ένοπλο Έθνος, τό όποιο πρέπει νά είναι ουσιαστικώς καί πραγματικούς, στήν ψυχή καί στο σώμα έτσι. Στήν σημερινή παρηκμασμένη, ευνουχισμένη καί υλιστική κοινωνία, εμφανίζονται τάσεις μισθοφορικών επαγ­γελματικών στρατών. Είναι ή τελευταία φάσις τής υπάρξεως τους. Όταν τά Έθνη έπαφεθούν σέ μισθοδιαίτους δημοσίους υπαλλή­λους γιά τήν πραγμάτωσι τής υπερασπίσεως τής υπάρξεως τους, είναι ήδη ξαπλωμένα στον τάφο καί δέν μένει παρά ή ταφόπλακα καί τό χώμα. Ή καταστροφική γιά τήν Φυλή καί τό Έθνος τάσις αυτή, έχει τούς λόγους καί τις αίτιες της. Προέρχεται αρχικώς άπό τήν φυσική γιά εκφυλισμό και παρακμή απουσία όλο και περισσο­τέρων υπόχρεων άπό τήν έκπλήρωσι και αυτής τής υποχρεώσεως τους. Καί άπό τήν άλλο τόσο φυσική τάσι τών κατεστημένων νά θεωρούν τό Στρατό ώς υπηρέτη τους, υπηρέτη τών συμφερόντων τους και τών ορέξεων τους, εγγυητή πληρωμένο τής διαιωνίσεως τής εκφυλιστικής, «βασιλείας» τους.

 Η άναισχυντιά τους συναγω­νίζεται τον κυνισμό τους, άλλά καί τήν έθελοτύφλωσί τους, έφ' όσον πιστεύουν ότι είναι ακόμη δυνατόν ό Στρατός νά είναι όργανο τής θεσμοποιημένης παρακρούσεώς τους.
 Η ενστικτώδης περισ­σότερο παρά αναλυτική διαίσθησις καί άρχή συνειδητοποιήσεως τής μεταβολής αυτής, είναι καί ή βασική α'ιτία τού φαινομένου, πού, όπως όλα τά άλλα, δέν τείνουν προς τήν έπίλυσι τού προβλή­ματος, άλλά αντιθέτως προς τήν έπιτάχυνσι τής παρακμής καί τής καταστροφής τους. Αυτές, όπως καί οι άλλες ανάλογες τάσεις, δέν έχουν θέσι στο Νέο Κράτος. Στο Κράτος τής Έθνοκρατίας ό Στρα­τός είναι τό καζάνι, όπου καλουπώνωνται όλοι ανεξαιρέτως αγό­ρια καί κορίτσια (τά οποία, στο πλαίσιο τών ίσων καθηκόντων και δικαιωμάτων, θά υπόκειται στήν Στρατιωτική Δοκιμασία) σέ μα­χητός καί ύπερασπιστάς τού Παρελθόντος, τού Παρόντος καί τού Μέλλοντος τού Έθνους.

Είναι ή ευκαιρία, όπου όλοι οί κοινωνικοί κρίκοι, όλα τά κοινωνικά στρώματα, μπορούν νά γνωρισθούν, νά αναμιχθούν, νά εκτιμηθούν, νά κατανοηθούν και σφυρηλατήσουν μια φυλετική καί εθνική ψυχή. Είναι δηλαδή ό οργανικός δεσμός του Έθνους, όπου μπορεί νά συνειδητοποιηθούν πραγματικούς οί σωστές έννοιες τής Έλευθερίας,τού Έθνους, τής Ίσότητος τών κοινωνικών στρωμάτων και τής 'Αδελφότητος τών ατόμων.

Θά είναι ακόμη τό όργανο, τό μπράτσο και τό χέρι τής
πραγματώσεως τών Πεπρωμένων τής Φυλής, τών Ενοράσεων καί τών Ενδόμυχων καί Ενστικτωδών 'Οραματισμών της. θά είναι τέλος τό αποκορύφωμα τής ενσωματώσεως του Νέου Ανθρώ­που στήν ' Εθνική Κοινωνία, αμέσως μετά τήν περίοδο τής Παιδείας του καί πριν άπό τήν Ανώτερη Εκπαιδευτική καί Σταδιοδρομική Είδίκευσί του.  

Ο   Ολοκληρωτισμός

Η δομή τού Νέου Κράτους δέν μπορεί παρά νά είναι ό Εθνικός καί Φυλετικός 'Ολοκληρωτισμός, μόνη μέθοδος επιτυχίας τών πραγματικών καί ουσιαστικών Επαναστάσεων.
Ό 'Ολοκληρωτισμός, είναι μιά τελείως διαφορετική μορφή διακυβερνήσεως μιάς κοινωνίας. Αποβλέπει στη γενική και ολο­κληρωμένη κινητοποίησι καί χρησιμοποίησι όλων ανεξαιρέτως τών βιολογικών, ατομικών, εγκεφαλικών, διανοητικών, σωματι­κών Ικανοτήτων μιάς κοινωνίας, σέ συνδυασμό μέ τό ολικό
πλου­τοπαραγωγικό δυναμικό και τό ανθρώπινο βίωμα τής επιβολής, μέ σκοπό τήν έπιδίωξι άνέλιξι καί έκπλήρωσι μιάς Μεσσιανικής Αποστολής, έπι Φιλοσοφικής και Κοσμοθεωρητικής βάσεως. Ή βάσις αυτή, διαγράφει τά πλαίσια, τά κίνητρα, τήν κατεύθυνσι. Αποτελεί τήν κινητήριο δύναμί του και τήν πεμπτουσία τής υπάρ­ξεως του. Η Μεσσιανική Αποστολή και ή Κοσμοθεωρητική Φιλο­σοφία του, δημιουργούν κατ ανάγκην ενθουσιασμό καί άφοσίωσι, πίστι καί αύταπάρνησι, καθώς καί ένα συναίσθημα ατομικής συμμετοχής σέ μιά συνολική προσπάθεια, σχεδόν μεταφυσικής φύσεως.

Ό 'Ολοκληρωτισμός, είναι, στήν ουσία, ή μέθοδος μέτήν οποία επικρατεί, ή τείνει νά επικράτηση μιά Μεσσιανική Κοσμοθε­ωρία. "Οπως καί οί Θρησκείες-ουσιαστικά είναι θρησκεία και ώς φιλοσοφία και ώς μέθοδος- απαιτεί καί βρίσκει τήν απόλυτη άφοσίωσι στο δόγμα καί τήν «αυτοθυσία τού ήρωα», χωρίς τήν οποία δέν είναι δυνατή ή Μυθοποίησις, τό Μαρτύριο, απαραίτητες προϋποθέσεις δημιουργίας του Κύματος τής Έπικρατήσεως. Όπως καί στις θρησκείες, οι στόχοι του αναφέρονται σέ ' Ιδεώδη, αρκετά μάκρυνα, ώστε νά συντηρήται μακροχρόνια ή τάσις πρός τήν έπίτευξι, αρκετά πραγματιστικά, ώστε καί νά είναι καί νά φαίνωνται δυνατά.

Ό Ολοκληρωτισμός δέν είναι προσωρινός, ούτε λύσις ανάγ­κης, ούτε ή διάρκεια του συνδέεται μέ πρόσωπα. Είναι μέθοδος διακυβερνήσεως, Καθεστώς. Εξασφαλίζει τήν αλληλοδιαδοχή του, μέ τήν μέθοδο τής ετοιμασίας τών εκλεκτών, μέσα άπό τήν πυραμιδοειδή ιεραρχική δομή του, σκελετό τού μοναδικού σώμα­τος πού δημιουργεί, μέτήν συλλογική ολοκληρωτική προσπάθεια. Τά κριτήρια είναι ή Πίστις στήν Κοσμοθεωρία, ή ' Αγωνιστικότης, ή Ύπευθυνότης, ή Προσφορά, ή Πειθαρχία. Οι αρχές του είναι οί άρχέςτής «Κυβερνητικής», άπό τις οποίες βγαίνουν καθαρά ή δομή καί ή υποδομή τής Επιλεκτικής του καί τού Κινήματος του καί άρχή τού Όργανικού Συγκεντρωτισμού, πού διαπνέει ολόκληρη τήν υποδομή και τήν δομή τού Κινήματος.

Σύμφωνα μέ τήν άρχή αυτή, οί αποφάσεις δέν λαμβάνονται μέ τήν αφύσικη, έννοια τής «πλειοψηφίας», άλλά μέ τήν άρχή τής υπευθύνου συζητήσεως, τών επί μέρους προβλημάτων καί μετά τήν υποβολή τών γνωμών στον υπεύθυνο, ή άπόφασις λαμβάνεται άπό αυτόν, ό οποίος έχει καί τήν πλήρη ευθύνη της σέ όλη τήν πυραμίδα. Κατ' αυτόν τόν τρόπο, τό Κράτος τής ' Εθνοκρατίας αποτελείται άπό υπευθύνους, πού αποφασίζουν μέ πλήρη έπίγνωσι καί τών οποίων αυτή ακρι­βώς ή ικανότης τής αναλήψεως ευθυνών, αποτελεί ένα άπό τά βασικά κριτήρια τής εξελίξεως τους στήν Όργανική δομή τού Κράτους.

Μόνο μέ τήν ισχύ καί τόν δυναμισμό τού συστήματος αυτού είναι δυνατόν νά δημιουργηθή ό Νέος Τύπος Άνθρωπου καί νά τεθή στο περιθώριο, μέχρι τής φυσικής εξαφανίσεως του, ό σημε­ρινός εκφυλιστικός προαγωγός τής παρακμής, υπηρέτης ή μέλος τών Κατεστημένων τού παρασιτισμού.
Όποιαδήποτε «Ροπή τής Ιστορίας», οποιαδήποτε 'Αναγέννησις κοινωνίας, "Εθνους, Φυλής, μετά ή μέσα άπό μιά περίοδο Παρακμής και Βασικής Κρίσεως, δέν μπορεί νά προέλθη παρά άπό οργανικά σχήματα καί δομές Όλοκληρωτισμοϋ στήν υπηρεσία Κοσμοθεωρίας

Η  Β ι ο π ο λ ι τ ι κ ή

Τό Έθνοκρατικό Κράτος έχει σαν καθήκον βασικό τήν εφαρ­μογή μιάς αυστηρής κατά τό δυνατόν και οπωσδήποτε ολοκλη­ρωμένης Βιοπολιτικής. Σκοπός της είναι ή καταπολέμησις του βι­ολογικού εκφυλισμού και τής βιολογικής παρακμής τής Φυλής και τού Έθνους. Μέσον της ό Εύγονισμός, ή καταπολέμησιςτής Ύπο-γεννητικότητος (καταστροφικού όπλου αρνητικής επιλογής τής Φύσεως) και ή έπιδίωξις άπομακρύνσεως τών Αλλοφύλων.

'Ο βιολογικός εκφυλισμός τών Φυλών καί τών ' Εθνών προέρ­χεται, όπως είναι γνωστό, άπό τήν μέσω τού σημερινού πολιτικο­κοινωνικού συστήματος τάσι νά γίνεται αποδεκτή ή γονιμοποίησις καί ή γέννησιςτταιδιών άπό φυσικώς ή ψυχικώς άρρωστα άτομα, ή άτομα μέ νοσηρούς άτταβισμούς, στο όνομα μιάς αφύσικης καί καταστροφικής διαστροφής τών εννοιών τού «ανθρωπισμού» καί τής «ατομικής ελευθερίας». Τό βιολογικό αυτό έγκλημα κατά τής Φύσεως, καταλήγει στήν αυξησι τών εκφυλιστικών παραγόντων τής Φυλής, στήν αυξησι τών ψυχικών ασθενειών καί στήν μείωσι τών φυσικών καί διανοητικών δυνατοτήτων τών ατόμων, μέ τάσι γενικεύσεως καί καταστροφής, έφ' όσον τού δοθή ό χρόνος. 

Είναι ακόμη ή σήμερα θεληματικώς καλλιεργούμενη άπό τά Λήμματα τάσις νά γίνεται αποδεκτή (καί νά επιδιώκεται κιόλας) ή άνάμιξις τών φυλών, όχι στον ευρύτερο ομόφυλο κύκλο τους (πού εξασφα­λίζει φυλετική ευρωστία) άλλά μέ αλλόφυλα στοιχεία, μέ τά γνωστά τραγικά ανθρώπινα καί φυσικά αποτελέσματα, στο όνομα τής εκφυλιστικής προπαγάνδας περί δήθεν «ίσότητος τών φυλών». Τέλος, ή καταστροφική μορφή πού έχει πάρει ή Ύπογεννητικότης, σε όλακληρη τήν Δ. Ευρώπη καί στήν 1 Ελλάδα, δέν αφήνει περιθώ­ρια πολλά γιά νά προληφθή ό βιολογικός πλέον θάνατος τής Φυ­λής.

Έκτος άπό τήν φυσική τάσι μιάς εκφυλισμένης καί παρηκμάσμένης Φυλής νά μήν ανανεώνεται, εμφανίσθηκε καί ή καλλιέργεια τής τάσεως αυτής, άπό «περιέργους» παράγοντες, δημαγωγούς και ψευδοφιλοσόφους ενός εκφυλισμένου Ευδαιμονισμού, οί όποϊο,ι μέ τά προσχήματα τής «συνειδήσεως ευθύνης» τών ζευγα­ριών, τού «υπερπληθυσμού» (άλλά όχι τού υπερπληθυσμού τών Αλλοφύλων), τής «έξοικονομήσεωςεισοδημάτων», του «κάκου περιβάλλοντος» και τής «αστυφιλίας», προτρέπουν καί κατορθώ­νουν νά θεσμοποιήσουν τήν βιολογική καταδίκη τής Φυλής μας γενικώς, νομιμοποιώντας τις αμβλώσεις κυρίως, άλλά καί τις στει­ρώσεις, τά αντισυλληπτικά, παραβλέποντας και τις άγνωστες πα­ρενέργειες τους ακόμη γιά τό μέλλον και τήν ϊδια τήν υπαρξι μελ­λοντικών γενεών. Όλα αυτά τά «έργα» τών λημματικών αυτών «κατεστημένων» τής οικονομικής, κοινωνικής καί βιολογικής ακόμη «διανοήσεως - παρανοήσεως», αποβλέπουν σέ ένα και μόνο σκοπό: Μέ πρόσχημα τόν Ευδαιμονισμό «τους», νά ευνουχί­σουν τήν Φυλή, ώστε οι ίδιοι νά μήν διατρέξουν κινδύνους άπό οποιαδήποτε εξυγιαντική άντίδρασι τών Λαών.

Τό Κράτος θά διαδήλωση ότι τό Παιδί είναι τό πολυτιμότερο στοιχείο τού εθνικού πλούτου και ότι μόνον υγιή άτομα έχουν τό δικαίωμα νά γονιμοποιούν και νά γονιμοποιούνται, άλλά και τήν ύποχρέωσι, μέ παράλληλη ύποχρέωσι τού Κράτους νά έξασφαλίζη απολύτως τό βιοτικό επίπεδο τής οικογενείας, ιδίως πολυτε-κνικής, μέ μέτρα ουσιαστικά και αποδοτικά κοινωνικής και οικονο­μικής φύσεως, καί όχι μέ άπλες κοροϊδευτικές ελεημοσύνες.

' Η βαρύτατη ειδική φορολογία στους άγαμους μετά άπό ώρισμένη ηλικία, καθώς καί στά θεληματικώς άτεκνα ή μέ λιγότερα άπό 2 παιδιά ζευγάρια, σέ συνδυασμό μέ τήν γενίκευσι φορολογι­κών ατελειών καί μειώσεων στά πέραν τών 3 παιδιών ζευγάρια καί στις πολύτεκνες οικογένειες, είναι ή βάσις τών απαραιτήτων μέ­τρων γιά τήν έξυγίανσι τής θανατηφόρου αυτής πηγής.. Επιπλέ­ον, ή τοποθέτησις τής Γυναίκας σέ αρμονική συνάρτησι τού κο­σμογονικού της ρόλου τής Ζωοδότριας καί τών υποχρεώσεων άλλά και δικαιωμάτων πού τής απονείμει, μέ τήν δυνατότητα συμμετοχής της στήν αγωνιστική προσφορά τής ' Εθνικής καί Κοι­νωνικής Προσπάθειας μέ ανάλογους και κατά τό δυνατόν ίσους όρους, θά τής έπιτρέψη νά βρή καί νά άξιοποίηση τόν ουσιαστικό ρυθμιστικό της ρόλο, τόσο στήν Οικογένεια, όσο καί στήν Υλική καί Πνευματική άπόδοσι τών ικανοτήτων της. ιΗ προστασία τής μητέρας, οποιασδήποτε φύσεως, μέτολμηρά κοινωνικά μέτρα, θά συμπληρώνη τήν άποκαταστάσι τών ορθών κοινωνιστικών καί προοδευτικών κατευθύνσεων τού Κράτους.

Τό Κράτος θ' απαγόρευση επίσης κάθε επιμιξία μέ αλλόφυλα στοιχεία (δηλαδή άλλων φυσικών καί βιολογικών φυλών), στά όποϊα θά δοθή ή θέσις τών «Φιλοξενουμένων Λαών». Οί «φιλοξε­νούμενοι» αυτοί, θά έχουν τό δικαίωμα παραμονής, εργασίας, ώρισμένα πολιτικά δικαιώματα (μηνύσεως, υπερασπίσεως τής τιμής, τής ζωής, κ.λ.ττ.) άλλά όχι τής συμμετοχής στους 'Οργανι­κούς Δασμούς τού Έθνους καί τής Φυλής, ένώ τό δικαίωμα τής ιδιοκτησίας θά είναι αυστηρά κανονισμένο και περιορισμένο στήν προσωπική κατοικία και τά στοιχεία προσωπικής διαβιώσεως τους.
Τό Κράτος θά φροντίζη γιά τήν άναζήτησι, καί τήν συστημα­τική προώθησι τών ικανωτέρων, μέ αυστηρότατα και απολύτως καθορισμένα κριτήρια, ώστε νά έξασφαλίζη τήν ομαλή άνάδειξί τους καί τήν δική του διαδοχή.
Τό σύνολο τών μέτρων αυτών, καθώς και άλλων δευτερευόν­των, συνθέτουν τον Εύγονισμό και τήν Βιοπολιτική του.

Η Επιλεκτική
Στά πλαίσια τής πίστεως του στήν δυνατότητα βελτιώσεως του άνθρωπου, τό Κράτος θεωρεί ότι βασική αρετή του είναι ή - Ηρωική Ηθική.  Η πίστις στις έννοιες τού "Εθνους καί τής Φυλής, ό Εθνικισμός δηλαδή, είναι φυσικό συναίσθημα καί υπάρχει ουσι­αστικώς σέ όλα τά άτομα, έκτος τών ψυχοπαθών, αδιάφορα άπό στιγμιαίες ή περιστασιακές πολιτικοκοινωνικές δοξασίες ή 
διαστροφές, τών οποίων πέφτει θύμα ένα ποσοστό. Αργά ή γρήγο­ρα, τό φυσικό αυτό συναίσθημα θά έμφανισθή, μόλις του δοθή ή ευκαιρία ή ό ερεθισμός... Για αυτό καί ή μάζα πού υπακούει στο συναίσθημα αυτό μέ τήν άπλή, ακόμη ακαλλιέργητη μορφή του, είναι οι λεγόμενοι «Εθνικόφρονες», πού κατά τά άλλα, μπορεί νά είναι τυπικά υποδείγματα τού σημερινού κοινού άνθρωπου, πού αποδέχεται παθητικώς τον τραγέλαφο τής παρακμής καί τού εκ­φυλισμού πού τού επιβάλουν, άν μή καί νά συμμετέχη ενεργώς.

Έδώ ακριβώς επεμβαίνει ή Επιλεκτική. Μέ τίς κατάλληλες διεργασίες, δημιουργεί τον Συνειδητό Εθνικόφρονα, τον ανεβάζει δηλαδή σέ ένα άλλο, ανώτερο επίπεδο. Γίνεται Εθνικιστής όποιος τό θέλει πραγματικά, καί μπορεί ν' άγωνισθή γι' αυτό, αγωνιζόμε­νος γιά νά έπιβάλη τήν ιδέα τοΰ Έθνους, τής Φυλής, τής Αναγεν­νήσεως και των Πεπρωμένων τους. Άπό αυτούς, τούς Έθνικιστάς, έκπηδουν τελικώς ο! Ικανότεροι, εκείνοι τών οποίων ή Ηθική του Αγώνος, συμβαδίζει μέ τήν Ηθική τής Προσφοράς καί τής θυσίας. Οί Επίλεκτοι. Οί Ήρωες. Βασικά κριτήρια: ή φυσική τους Προσωπικότης ή καλλιέργεια της ανάλογα μέ τούς τομείς τής φυσικής τους τάσεως, ή Πίστις στόν αγώνα καί -ιδίως- ή Άνιδιοτέλεια. Μέ αυτούς, θαυματουργούν τό Έθνος καί ή Φυλή. Καί ό Εύγονισμός, κινητήριος δυναμις τής υγείας τής Φυλής, είναι ό βα­σικός γεννεσιουργός παράγων τους, σέ απόλυτη αναλογική έξάρτησι. "Ετσι είναι δεδομένη ή Αξιοκρατία τον Κράτους αυτού και δέ χρειάζεται μεγαλύτερη έξήγησι, όπως επίσης καί ό ειδικώς ανα­πτυχθείς 'Οργανικός Κοινωνισμός του.


Ή Κοσμοθεωρητική υφή καί τά Ιδεολογικά δόγματα τού ' Εθνοκρατικού Κράτους, αφορούν στις βασικές υποδομές του καί δέν τό εμποδίζουν, αντιθέτως, τού δημιουργούν άναγκαστικώς τό στοιχείο τού Πραγματισμού, στήν άντιμετώπισι τών πολυσυνθέ­των προβλημάτων πού δημιουργεί ή καθημερινή του Πράξις.
Στόν Πολιτικό τομέα, θεωρεί ότι δέν υπάρχουν «εθνικά δίκαια», υπάρχουν μόνον «Εθνικά Συμφέροντα», δεδομένου ότι ή έννοια τής «αδικίας» πού υφίσταται σέ δεδομένη στιγμή ένα "Εθνος, δέν είναι παρά μια προσβολή τοΰ Εθνικού Συμφέροντος καί ότι «εθνικό δίκαιο» είναι ότι εξυπηρετεί καί προάγει τό ' Εθνικό Συμφέ­ρον. Μέ τήν βεβαιότητα ότι οί διακρατικές σχέσεις υπόκεινται στόν «νόμο τού Ισχυρότερου και ίκανωτέρου», θεωρεί ότι οί συνεχείς επικλήσεις γιά «τήν αδικία» πού υφίσταται ένα Έθνος, δέν είναι παρά ή άπόκρυψις τής σκληρής πραγματικότητος τής παρακμής, τής ανικανότητας του νά πάρη στά χέρια του τό πεπρωμένο του καί τήν «ροπή τής Ιστορίας» του. Πιστεύει ότι μέ τήν ευελιξία καί τήν προσαρμογή του στά αντικειμενικά δεδομένα τών «δυνάμεων σχέσεως», εναπόκειται σ’ αυτό τό ϊδιο νά δημιουργήση τις προϋ­ποθέσεις και τά δεδομένα τής ταυτίσεως τών ' Εθνικών του Συμφε­ρόντων, μέ τις περιστασιακούς κατάλληλες καί αντικειμενικώς κα­θοριστικές δυνάμεις, πού θά τού επιτρέψουν τήν προώθησι καί τόν θρίαμβο τους.

Στόν Κοινωνικό τομέα, θεωρεί ότι τό Εθνικό Συμφέρον δέν ταυτίζεται απαραιτήτως μέ τό ατομικό ή και τό συλλογικό συμφέ­ρον μιάς παρούσης γενεάς, πού δέν είναι τίποτ' άλλο άπό ένας κρίκος τής τεραστίας άλυσίδος τού Έθνους και τής Φυλής. Τα γενικώτερα συμφέροντα τους υπερτερούν πάντοτε τών ιδιαιτέρων συμφερόντων, δεδομένου ότι ό ανταγωνισμός τών ' Εθνών καί τών Φυλών είναι ό βασικός παράγων επιβιώσεως, ένώ ό Κοινωνικός ανταγωνισμός είναι ό τάφος τους. Κανένα Κράτος, κανένα Έθνος δέν μπορεί νά περιμένη νά τού λύσουν οι άλλοι τά προβλήματα, ούτε νά τού συμπαρασταθούν ουσιαστικώς σέ κρίσιμη κατα­στροφική στιγμή, πού θά τού δημιουργούσε ή εσωτερική παρα­κμή καί σήψις του. 

Καί ό Πραγματισμός διδάσκει, ότι πολλά έθνη έσβυσαν οριστικώς άπό τήν στιγμή πού υπέκυψαν σ' αυτές καί έχασαν τίς χαρακτηριστικές ιδιότητες τού δυναμισμού καί τής αγωνιστικότητας τους. Γιά νά μήν υπάρξουν οι καταστροφικές αυτές δυνάμεις, πρέπει νά ύπάρχη ή έπίγνωσις τών ορίων καί τής κατά τό δυνατόν ορθολογιστικής ισορροπίας μεταξύ τών κοινωνι­κών καί τών προσωπικών δραστηριοτήτων. Δηλαδή ή συμφωνία καί ή αρμονία μετά βασικά ανθρώπινα βιώματα, πού επιτρέπουν τήν ανεμπόδιστη προαγωγή τών θετικών χαρακτηριστικών Ιδι­οτήτων τού άνθρωπου καί εξαφανίζουν τά άκρα τής ασυδοσίας τού άτομου καί τού συνόλου, γεννεσιουργά τής παρακμής καί τού εκφυλισμού τους.

Ό Πραγματισμός υπαγορεύει συνεπώς, ότι άν τό Σύνολο προέχει τού Άτομου, τό Άτομο πρέπει νά έχη τήν ελευθερία τής αναπτύξεως τής προσωπικότητας του καί τών δραστηριοτήτων του, μέσα στά παλαίσια τής ωφελείας τού Συν­όλου.

'Η Οικονομία
Μέσα σ' αυτά τά πλαίσια τού Πραγματισμού του, τό Κράτος τής Έθνοκρατίας βλέπει και τον άλλο βασικό τομέα τής Εθνικής Ζωής: τήν Οικονομία.
Ή Οικονομία έχει νόμους πού είναι απόλυτοι, σάν τούς φυσι­κούς. Μέσα στά όριά τους, κάθε άναγκαιότης, κάθε αιτία, έχει ώς επακόλουθο πράξεις καί μέτρα πού, οπωσδήποτε, θά φέρουν ,ττροδιαγεγραμμένες συνέπειες, είτε θετικές, είτε αρνητικές καί μά­λιστα αλυσιδωτές, χωρίς έξαίρεσι.

Είναι λειτούργημα και λειτουργία ανθρώπινη. Αποσκοπεί στο Έθνος, τό Κράτος, τήν Κοινωνία, τόν Άνθρωπο πού είναι ό φο-ρεύς της. Δέν είναι ό άνθρωπος πού εξαρτάται άπό τήν Οικονομία. Είναι ή Οικονομία ττού εξαρτάται άπό τόν άνθρωπο και είναι ή δική του έξέλιξις, εκείνη πού έδωσε στήν Οικονομία τήν έξέλιξί της. ' Εφ' όσον είναι ανθρώπινο λειτούργημα, πρέπει νά ύπακούη στά βα­σικά στοιχεία και βιώματα τής ανθρώπινης ψυχής. Ένα άπ' αυτά, είναι ή συνεχής προσπάθεια του νά καλυτερεύη τις συνθήκες και τούς όρους διαβιώσεως του, πέρα άπό δόγματα καί υπερβολές. Καί ή Οικονομία είναι τό μέσον πού διαθέτει. Συνεπώς, ή Οικονο­μία είναι μέσον προς ένα σκοπό και όχι αυτοσκοπός. Καί ότι ισχύει γιά τόν άνθρωπο, σάν άτομο, ισχύει και γιά τις ομάδες ανθρώπων σέ συμβίωσι, δηλαδή τήν κοινωνία, τό Έθνος, τήν Φυλή καθώς καί γιά τήν έκφρασί τους, τό Κράτος.

Ένα άλλο βίωμα ανθρώπινο είναι τό ένστικτο τής ιδιοκτησίας. Δέν είναι επίκτητο, είναι φυσικό ένστικτο καί αποδεικνύεται καθη­μερινώς, στο βρέφος πού αρνείται νά τού άφαιρεθή οτιδήποτε έχει στο χέρι του. Άλλά καί όλες οι Κοινωνίες, άπό τις αύγές τής  Ιστο­ρίας τό είχαν, τό έχουν καί θά τό έχουν. Κάθε προσπάθεια προς έκρίζωσί του είναι καταδικασμένη καί αυτό αποδεικνύεται άπό τις αποτυχημένες σημερινές προσπάθειες τού Μαρξισμού. Άλλο βί­ωμα τού άνθρωπου, είναι ή πρωτοβουλία του, χωρίς τήν οποία, ποτέ δέν θά είχε εξελίχθη άπό τήν πρωτόγονη ζωώδη ύπόστασί του.
Τέλος, βίωμα του είναι και τό ένστικτο τής βίας κα) τής επιβολής του, σέ οτιδήποτε τόν περιτριγυρίζει, πού είναι στήν πηγή τών περισσοτέρων δεινών όταν άφορα στο Άτομο. Άλλά ή Οικονομία είναι και μέσον επιβολής συλλογικών σκοπών, στά πλαίσια επιτεύ­ξεων τών Εθνικών Πεπρωμένων. Άπό τά βιώματα αυτά, βγαί­νουν φυσικές αλήθειες καί καθαρά συμπεράσματα:

α) ' Η Οικονομία, ώς μέσο προς τόν σκοπό τής συνεχούς βελ­τιώσεως τών συνθηκών ζωής τών κοινωνιών καί τών ατόμων πού τις απαρτίζουν, δημιουργίας δυνάμεωντής Εθνικής καί φυλετικής εξελίξεως, πρέπει οπωσδήποτε νά είναι άπηλλαγμένη άπό από­λυτα δόγματα. Τόσο τό δόγμα τού απολύτου φιλελευθερισμού, πού γεννάει καί καλλιεργεί τόν νόμο τής ζούγκλας στις σχέσεις μεταξύ ατόμων και κοινωνιών, όσο και τό δόγμα τού μαρξισμού, πού απογυμνώνει τον άνθρωπο άπό τις κινητήριες δυνάμεις του; τήν πρωτοβουλία καί τήν προσωπική ίκανοποίησι τής υποστά­σεως του, είναι αφύσικα καί συνεπώς απολύτως καταδικασμένο. Άλλωστε και τά δύο είναι οί δύο όψεις τού ιδίου νομίσματος: 

Τό ένα είναι ή συγκέντρωσις τών κεφαλαίων στά άτομα, ή συγκροτή­ματα ατόμων, τό άλλο είναι συγκέντρωσις σέ άτομα πού εκπρο­σωπούν συγκροτήματα ατόμων. Και τά δύο είναι άκρατοι καπιτα­λισμοί. Και τά δύο δημιουργούν σχέσεις σκλάβου προς κύριο. Καί τά δύο αυτοκαταδικάζονται σέ μαρασμό, γιατί παραβαίνουν τούς φυσικούς νόμους τής Οικονομίας καί τού φορέως της, τού άν­θρωπου. Καί στά δύο, παραβιάζεται ή άρχή τής Οικονομίας ώς μέσου, μέ τήν μεταβολή της σέ αυτοσκοπό ικανοποιήσεως και συνάμα καλλιεργείται, αντί νά τιθασσεύεται, τό ένστικτο τής βιαίας επιβολής κυριαρχίας, τού ισχυρού προς τον αδύνατο, μέσα στους κόλπους τής ιδίας Κοινωνίας.

β) Οι καταστάσεις μονοπωλείων ή όλιγοπωλείων ιδιωτών ή κράτους; πού δημιουργούνται έτσι, γίνονται πηγή δεινών καί καταστροφής τής αναγκαίας ισορροπίας καί Αρμονίας καί πρέ­πει νά πατάσσωνται. Τίς εσωτερικές αυτές αντιθέσεις πού δημι­ουργούνται, τά μέν κατεστημένα τού φιλελευθερισμού προσπα­θούν νά τιθασσεύσουν μέτόν μύθο τού απλού κρατικού παρεμβα­τισμού, μέ μικρά ρυθμιστικά δικαιώματα, εξαπατώντας τίς κοινω­νικές δυνάμεις καί νομίζοντας ότι εξορκίζουν τούς κινδύνους υπάρξεως τους. Τά μαρξιστικά κατεστημένα δέ, μέ τήν κατά και­ρούς καί προσωρινή άπεμπόλισι βασικών άρθρων πίστεως τού δόγματος, ώς προς τήν ατομική ιδιοκτησία καί τό δέλεαρ τού κέρδους καί τής πρωτοβουλίας, ίδίως στον αγροτικό και στον επιχειρησιακό τομέα. Καί τά δυο μάταια, όπως αποδεικνύουν κα­θημερινώς οι Κρίσεις τών δύο δογμάτων.

γ) Ή Οικονομία είναι σύνθετη επιστήμη. Είναι μέσον προς ένα σκοπό. Ό σκοπός είναι και αυτός σύνθετος. Άφορα, άφ' ενός μέν στά άτομα, άφ' έτερου δέ στις κοινωνίες τών ατόμων και στήν έκφρασί τους, τό Κράτος. Ώς προς τά άτομα, ό σκοπός είναι ή καλυτέρευσις τών συνθηκών διαβιώσεως, ύλικώς καί πνευματι-κώς καί ή παροχή όσο τό δυνατόν περισσοτέρων, ϊσων κατά τό δυνατόν, ευκαιριών αξιοποιήσεως τής προσωπικότητος, τής Ικα­νότητος καί εξελίξεως τών δυνατοτήτων τους. Ως προς τις κοι­νωνίες, ό σκοπός είναι ό συντονισμός τών προσπαθειών τους στο σύνολο, πέρα άπό ατομισμούς, προς τήν άξιοποίησι τού δυναμι­κού και τού δυναμισμού τους, σέ μία διαδοχή αλμάτων προς τά Πεπρωμένα τους, ώς Εθνών ώς Φυλών ώς Κρατών. Συνεπώς, ή Οικονομία, ώς μέσον ενός σκοπού πού άφορα στήν κοινωνία τών ατόμων, είναι απολύτως δεμένη μέ τήν Εθνική Πολιτική και τό Εθνικό Συμφέρον. Προσαρμόζεται καί αναπροσαρμόζεται, ανά­λογα προς τούς σκοπούς πού αποφασίζουν οι κοινωνίες, μέσω τών εκφράσεων τους, τού Έθνους, τής Φυλής και τού Κράτους.

δ) Μέσον και αντικείμενο τής Οικονομίας είναι ή παραγωγή αγαθών - προϊόντων και υπηρεσιών-. Καί ό πλούτος μετράται σέ είδος, ποσότητα και ποιότητα. Πρώτο αντικείμενο, ή Ικανοποίησις τών ποικίλων αναγκών, δεύτερο τό επιπλέον περίσσευμα, προς συναλλαγή ή ανταλλαγή μέ τυχόν ελλείψεις. Προϋπόθεσις, ή άξιοποίησις καί ή κατανομή, πλήρεις καί ορθολογιστικές τών πλουτοπαραγωγικών πηγών.

ε) Τό Εθνικό Συμφέρον επιτάσσει τήν κατά τό δυνατόν μεγαλύ­τερη αύτοϊκανοποίησι τών αναγκών, γνωστή σάν Αυτάρκεια. Απόλυτη αυτάρκεια είναι αδύνατη πρακτικά, ακόμη καί στις σπάνιες θεωρητικά δυνατές περιπτώσεις, γιατί αποβαίνει εις βά­ρος άλλων αναγκαίων οικονομικών κλάδων, όπως εμπόριο, μεταφορές. Άλλά ή Αυτάρκεια είναι ό κυριώτερος παράγων Ανε­ξαρτησίας και σάν τέτοιος πρέπει νά επιδιώκεται κατά τό δυνατόν θεωρητικά, ώστε νά είναι δυνατόν νά έφαρμοσθή στήν Εθνική Ανάγκη.

στ) Τό Εθνικό Συμφέρον απορρίπτει τήν τελευταία έφεύρεσι τών πολυεθνικών οικονομικών δυνάμεων: τήν Άλληλοεξάρτησι, όργανο και προσωπείο οικονομικής και πολιτικής ύποδουλώσεως στους Έπεκτατισμούς. Ή αποδοχή της, σημαίνει καταστροφή οι­ουδήποτε εθνικού αισθήματος καί φορείς της είναι τά σημερινά διεθνιστικά πολιτικά καί οικονομικά κατεστημένα καί οί ποικίλες εκφράσεις τους, φιλοσοφικές ή πραγματικές.

ζ) Προς έκπλήρωσι, κατά τό δυνατόν, τών νόμων, άρχων, σκοπών, καί προϋποθέσεων αυτών, ή Οικονομία πρέπει νά διαιρήται σέ δύο τομείς, ευέλικτους και προσαρμόσιμους και όχι αλύγι­στους και δογματικούς: Τόν Κοινωνικό και τόν Ιδιωτικό.

Μέ γνώμονα τά συμπεράσματα αυτά ή άντιμετώπισις τών προβλημάτων απλουστεύεται. Στόν Κοινωνικό τομέα τής Οίκονο­μίας, οι Πραγματιστικές συνθήκες καί ανάγκες λειτουργικότητος τών κλάδιυν της, θά αποφασίζουν γιά τήν αναγκαία μορφή τους, ή τήν Εθνικοποίηση δηλαδή τον πλήρη οικονομικό καί διοικητικό έλεγχο του Κράτους, ώς νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ή
τήν Κοινωνικοποίησι, δηλαδή τήν συμμετοχική ιδιοκτησία τών ερ­γαζομένων, υπό τον έλεγχο καί τήν έπίβλεψι του Κράτους, ώς νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου.  

Στον ' Ιδιωτικό τομέα τής Οικονομίας, τό κριτήριο είναι ό δια­χωρισμός του Κεφαλαίου σέ Παραγωγικό καί Παρασιτικό: Τό Παραγωγικό Κεφάλαιο είναι έκεϊνο πού έχει τήν έπίγνωσι τού κοι­νωνικού λειτουργήματος του. Μέ τίς επενδύσεις του, προσφέρει στο σύνολο τήν θετική πλευρά τών ανθρωπίνων βιωμάτων τής πρωτοβουλίας, τής ανόδου, τής βελτιώσεως, τής οικονομικής αποδόσεως και τού ορθολογισμού. Προσφέρει εργασία, παρα­γωγή αγαθών, χρηματοδότησι τών κοινωνικών αναγκών, φό­ρους, επενδύσεις τών αποσβέσεων. Μετά κριτήρια αυτά, αποτελεί βασικό κλάδο τής Εθνικής Προσπάθειας καί αντιμετωπίσεως τών αναγκών της. Τό Παρασιτικό Κεφάλαιο είναι έκεϊνο, πού απορρέει άπό τήν διαφορά τής άξιας προϊόντων άπό τήν παραγωγή στήν κατανάλωσι, άπό τήν συσσώρευσί του μέ τελικό προορισμό τήν κάθε είδους κερδοσκοπία, ή οποία αποβαίνει βασικός παράγων ανισορροπίας και κρίσεως, τόσο οικονομικής καί νομισματικής, όσο και κοινωνικής. Μέ τά κριτήρια αυτά, άποτελεϊ βδέλλα τής Εθνικής Προσπάθειας καί πατάσσεται αμείλικτα.

Ό τομεύς τών Γενικών Προσανατολισμών τής Οικονομίας υπόκειται περισσότερο οποιουδήποτε άλλου στον Πραγματισμό τού 'Εθνοκρατικού Κράτους, πού αρνείται τελείως τήν σημερινή τάσι τής Μερκαντιλιστικής Άλληλοεξαρτήσεως. ' Εκ πρώτης όψεως οξύμωρο, τό σχήμα αυτό είναι τραγικά αληθινό. 'Η παλαιότερη Μερκαντιλιστική άποψις «νά πουλάμε όσο περισσότερο γίνεται και ν' άγοράζωμε όσο λιγότερο», έφθασε στο μοιραϊο αδιέξοδο της, μεταξύ τών βιομηχανικών χωρών τουλάχιστον. Συμπληρώ­θηκε συνεπώς άπό τήν «'Αλληλοεξάρτησι», πού κάτω άπό έναν επιφανειακό καταμερισμό τής παραγωγής, έκρυψε τον ϊδιο άγριο ανταγωνισμό και αντικατέστησε τήν «πολιτική τής κανονιέρας» μέ τήν πολιτική τών «Πολυεθνικών Εταιριών», μέ αποτέλεσμα τήν χαριστική βολή σέ κάθε προσπάθεια εθνικού καί κοινωνικού έλεγ­χου τής οικονομίας και δημιουργία δυνατότητος στραγγαλισμού Κρατών, Λαών και Εθνών άπό τά «Κατεστημένα» τού Παρασιτι­σμού. 

Η ελευθερία μετακινήσεως κεφαλαίων και κερδών, μετέ­τρεψε τά μέν Κεφάλαια σέ ποταμούς αναζητήσεως μεγαλύτερης και εύκολώτερης αποδόσεως, τά δέ Κέρδη σέ χείμαρρους κερδο­σκοπίας, ανάλογους τής τεραστίας ποσότητος τους, πού δέν αν­ταποκρίνεται σέ καμμία πραγματική παραγωγή αγαθών, άλλά αντιθέτως, «παράγουν» νομισματική κερδοσκοπία και μόνιμη οι­κονομική ανισορροπία, κρίσεις υποδομής καί δομής, είς βάρος τών Κοινωνιών τις οποίες λυμαίνονται. Αλλά καί ό σκοπός τής συνεχούς αυξήσεως τής παραγωγής, μέ τούς βιομηχανικούς γί­γαντες χωρίς έλεγχο, φθάνει στόν κόρο τής άλληλοεξουδετερώ-σεως τής τάσεως αυτής, άλλά όχι καί τού κερδοσκοπικού πλούτου πού γεννά συνεχώς, ένώ πνίγει τελείως τόν βιοτέχνη καί μικρομε­σαίο επιχειρηματία παραγωγό, σπονδυλική στήλη τού Έθνους.

Τό «επιχείρημα» τού ανταγωνισμού προς όφελος τού κατανα­λωτού, έξουδετερώνέτα· άπό τήν ανισορροπία τής οικονομίας καί τού νομίσματος, πού επιβάλλει τήν άνάσχεσι τής ζητήσεως προς ζημία πλέον τών καταναλωτών. Οι αντιθέσεις αυτές, είναι φυσικές συνέπειες τού φαύλου κύκλου τής αχαλίνωτης πλέον μορφής εκ­μεταλλεύσεως τών κοινωνιών άπό τούς «προνομιούχους τής μά­ζας» καί ή δήθεν «Κοινωνία τής Αφθονίας» διαστρέφεται σέ Κοι­νωνία τής Αλόγιστης Σπατάλης καί σέ προαγωγό έκπορνεύσεως καί εκφυλισμού τών μελών της.

Τό Κράτος τής Έθνοκρατίας τήν αρνείται καί θά σπάση τόν φαύλο κύκλο, επιβάλλοντας μέ κάθε τρόπο τήν άρχή «Υπολόγισε στις δικές σου δυνάμεις», όπου και όπως μπορεί. 'Η άντικατάστασις τής εισαγωγής ξένων προϊόντων καί τεχνολογίας, μέ ύποδο-μική άναδιάρθρωσι καί πνευματική έπιστράτευσι των έθνικών δυ­νατοτήτων, είναι τά μέσα πού μπορούν νά επιτύχουν τούς σκο­πούς αυτούς, τουλάχιστον στήν πρώτη φάσι, τήν «εθνική φάσι».
Η βεβαιότης υπάρξεως καί δυνατότητος εθνικής εκμεταλλεύσεως τού γνωστού πλέον μεγάλου πλούτου τού υπεδάφους καί ή φυ­σική πνευματική ικανότης καί έφευρετικότης τών Ελλήνων, θά πραγματοποιήσουν θαύματα, μόλις ή επαναστατική μεταβολή τών δουλεμπορικών δομών τής χώρας γίνει πραγματικότης.

Η  Θρησκεία

Γιά τό Έθνοκρατικό Κράτος, ή Πίστις στον Θεό αποτελεί βάσι τής Ιδεαλιστικής και Πνευματικής ουσίας του. θεωρεί ότι ό αθεϊ­σμός είναι άπλή συμπεριφορά καί όχι πραγματική ψυχική παρόρ-μησις, ή οποία δέν μπορεί - έστω καί μέ τή Λογική - παρά νά αύτουποβάλλεται σέ ερωτήματα αιώνια, όπως τής ζωής, τού θανά­του, τής δημιουργίας καί τού υπερπέραν. Ό Πραγματισμός του όμως, τό υποχρεώνει στήν παρατήρησι ότι, σήμερα, ή θρησκεία δέν επηρεάζει πλέον, τήν Ιστορία, άλλά φαίνεται νά τήν ακόλουθη στίς ανεξέλεγκτες «ροπές» της. Οί «χριστιανοδημοκρατικές», απο­τελούν διαστροφές οπωσδήποτε τόσο απευκταίες, όσο και οί «πα­λαιοχριστιανικές», πού φαίνονται νά μήν λαμβάνουν ύπ όψιν τις εξελισσόμενες πραγματικότητες.

Γιά τό Κράτος, η άνάμιξις τής θρησκείας καί τής Πολιτικής είναι απαράδεκτη. Ή θέσις τής Εκ­κλησίας, έφ' όσον βρίσκεται σέ αρμονική συνάρτησι μέ τις Πνευμα­τικές της Υποθήκες, είναι εξασφαλισμένη καί σεβαστή.
Τό αβίαστο συμπέρασμα όλων αυτών τών δεδομένων είναι, ότι τό Κράτος τής Έθνοκρατίας είναι τό μόνο πραγματικούς και ουσι­αστικώς Προοδευτικό. Γιατί «Πρόοδος» σημαίνει -έξέλιξι, πορεία προς σκοπούς» καί οποιαδήποτε έξέλιξις, άξια του ονόματος και τής εννοίας της, πρέπει νά είναι απόρροια τών ' Επιταγών τής Φύ­σεως. Κάθε «έξέλιξις» αντίθετη προς τήν Φύσι καί τούς Νόμους της, είναι άντιεξέλιξις, αρνητική έξέλιξις, άντιεπιλογή καί ώς αφύ­σικη είναι μοιραίο νά τιμωρείται άπό τήν Φύσι μέ τήν παρακμή καί τήν καταστροφή της. Οι Νόμοι τής Φύσεως έχουν Οικουμενική ' Εφαρμογή καί κανένας τομεύς τής Ζωής, τών φαινομένων της καί τών εφαρμογών της δέν εξαιρείται.

Τό Έθνοκρατικό Κράτος, ώς βάσις, ώς ουσία, ώς Κοσμοθε­ωρία, ώς εφαρμογή, έναρμονίζεται-τελείως μέ τούς Φυσικούς Νό­μους τής εξελίξεως. Συνεπώς είναι Προοδευτικό. Κάθε άλλη έννοια, υποδύεται απλώς τήν Πρόοδο καί δέν άργεϊ ν' αποκάλυψη τά τρα­γικά συμπτώματα τής άντιφυσικής της ουσίας. Είναι Άντιπρό-οδος, αρνητική έξέλιξις καί δυναμική καί συνεπώς καταδικασμένη.
Τό Κράτος τής Έθνοκρατίας έχει καί ένα άλλο στοιχείο προοδευτικότητος. Σκοπεύει στήν πραγματοποίησι τών Μύθων τού Ελληνισμού καί τού Ευρωπαϊσμού. Σκοπεύει στήν Νέα Μεγάλη Ιδέα...

ΚΟΙΝΟΣ ΠΑΡΟΝΟΜΑΣΤΗΣ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ