Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΒΡΕΤΑΝΙΚΟΣ ΠΑΡΑΓΩΝ, Ο ΚΥΠΡΙΑΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΑΝΑ ΤΟΥ 1955

Του Ιωάννου Μάζη
Καθηγητού Οικονομικής Γεωγραφίας
και Γεωπολιτικής Θεωρίας, ΕΚΠΑ

Εισαγωγή.

Η επικρατούσα αγγλοσαξωνική γεωστρατηγική προσέγγιση, ιδιαιτέρως κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέµου εκφράζεται απολύτως από δύο σηµαντικότατους αγγλοσάξωνες Γεωγράφους και Γεωπολιτικούς: τον Sir Halford Mackinder (1861-1947) και τον Nicholas Spykman (1893-1943). Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα συγκεκριµένα γεωπολιτικά µοντέλα είναι ότι το στρατηγικό τµήµα της Rimland (Αναχωµατικού ∆ακτυλίου) το οποίο παραµένει ως σηµείο αστάθειας και για την περίπτωση της Ν/Α Πτέρυγας του ΝΑΤΟ, είναι η κατακόρυφη γεωγραφική ζώνη του Αιγαιακού Αρχιπελάγους και η συνέχειά της στην Κρήτη και στην Κύπρο. Το Αγγλοσαξωνικό ενδιαφέρον για την διατήρηση του στρατηγικού ελέγχου αυτών των σηµείων υπήρξε διακαές καθόλη την διάρκεια του 20ου αιώνα και έφθασε στα κορυφαία του σηµεία κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέµου.

H περίοδος µεταξύ των δεκαετιών ”50 και ”60 υπήρξε περίοδος όπου ο ψυχροπολεµικός ανταγωνισµός οξύνθηκε και τα επικίνδυνα συµβάντα µεταξύ των δύο µεγάλων ανταγωνιστών πολλαπλασιάζοντο. Η δική µας ανάλυση θεωρεί ότι η ∆υτική, λεγοµένη, πλευρά δεν έπαυσε ποτέ να χαρακτηρίζεται από την αγγλοσαξωνική «Ειδική Σχέση», δηλαδή την γεωστρατηγική σχέση Λονδίνου-Ουάσιγκτον.
Η οριζόντια αυτή ζώνη αγγλοσαξωνικού γεωστρατηγικού ενδιαφέροντος, µεταξύ 30ου και 36ου παραλλήλου, ενισχύεται ως προς τη σηµασία της στο ανατολικό της άκρο, λόγω των σηµαντικών απολήξεων (ή σχεδιαζοµένων απολήξεων) αγωγών µεταφοράς υδρογονανθράκων όπως οι αγωγοί: 1) Μπακού-Τυφλίδας-Ερζερούµ. Αγωγός ύψιστης πολιτικής σηµασίας για την αγγλοσαξωνική Ειδική Σχέση, εφόσον αποφεύγει τη διέλευση µέσω ρωσικών εδαφών. 2) Κιρκούκ-Μοσούλη-Χάιφα, µέσω Συρίας 3) Κιρκούκ-Μοσούλη-Τουρκικά εδάφη-Γιουµουρταλίκ.
Εξειδικεύοντας, τα στρατηγικής σηµασίας πολιτικά συµβάντα, τα οποία ήσαν ιδιαιτέρως ενοχλητικά για την φθίνουσα, ούτως ή άλλως, αποικιοκρατική δύναµη της τότε, Μ. Βρετανίας, πρέπει να κινηθούµε στην λεκάνη της Μεσογείου κατά το ένα σκέλος και στο διεθνές Υπερ-σύστηµα, κατά το άλλο. Η σειρά αυτή των γεγονότων κινείται µε την λογική της αντιπαραθέσεως µεταξύ της σοβιετικής υπερδυνάµεως και των δορυφόρων της (η οποία συγκεκριµενοποιείται και κορυφούται την 14η Μαΐου 1955, µε την αντικατοπτρική δηµιουργία του Συµφώνου της Βαρσοβίας) και των αγγλοσαξωνικής επιρροής κρατών-µελών του Βορειο-ατλαντικού Συµφώνου.
Η Βρετανία, εξερχοµένη από τον Β΄Παγκόσµιο Πόλεµο είναι οικονοµικά και κοινωνικο-πολιτικά εξουθενωµένη. Χαρακτηριστικό δείγµα αυτού του γεγονότος είναι ότι ο
«πατέρας της Νίκης» και ήρωας του Πολέµου W. Churchill (30 November 1874 – 24 January 1965) χάνει τις εκλογές της 26ης Ιουλίου 1945 µαζί µε τους συντηρητικούς και δίδει τη θέση του στο Εργατικό κόµµα. Η αµερικανική πολιτική δεν είναι αυτή που θα ανέµενε κανείς από την πρώην σύµµαχο της Αλβυώνας. Είναι πολιτική µεριµνούσα για τα αµερικανικά εθνικά συµφέροντα η οποία και ζηµειώνει βαθµιαίως και γοργά, τα αντίστοιχα αγγλο-γαλλικά αποικιακά συµφέροντα. Η νέα ∆ιεθνής ∆ύναµη των Η.Π.Α. ανατέλλει και οι παλαιές αποικιακές αυτοκρατορίες δύουν... Τα παραδείγµατα είναι σηµαντικά: η Ινδοκίνα (1946-1950), το Σουέζ (1956) και η υπό Βρετανική Εντολή Παλαιστίνη (1948) είναι τα σηµαντικότερα εξ αυτών.

Τα ∆εδοµένα που στοιχειοθετούν τις βρετανικές ανησυχίες.

I.) Αρχίζοντας από το 1952 και το αιγυπτιακό πραξικόπηµα των Zoubat al Ahrar/Ελευθέρων Αξιωµατικών που τελικά, φέρνει στην Προεδρία της Αιγύπτου τον Νάσερ (13 Νοεµβρίου 1954). Οι δηλώσεις και οι επιθυµίες του µαρξίζοντος Νάσερ αναφορικώς µε την αποικιοκρατική παρουσία και τα αντίστοιχα κεκτηµένα των Αγγλο-γάλλων στην Αίγυπτο δεν αποκρύπτονται, ήδη από το 1953. ∆ηλαδή, πριν από το θλιβερό διήµερο των Σεπτεµβριανών στην Πόλη. Αυτό σηµαίνει ότι η δοκιµασµένη και έµπειρη βρετανική διπλωµατία γνωρίζη πολύ καλά που οδηγεί η άνοδος του σοσιαλιστή Νάσερ στην εξουσία της Αιγύπτου.

Αντιλαµβάνεται πολύ καλά, έστω και αν δεν θέλει να το αποδεχθεί ευρισκοµένη ακόµη εις την αχλή του παρελθόντος της αυτοκρατορικού µεγαλείου, ότι τα γεγονότα αυτά µοιραίως θα καταλήξουν στην απώλεια της Αιγύπτου και φυσικά της διώρυγος του Σουέζ. Οι φόβοι αυτοί της Αλβυώνος επαληθεύθησαν στις 2 Αυγούστου 1956 µε την ανακήρυξη της εθνικοποίησης της ∆ιώρυγος του Σουέζ από τον Νάσερ. Η αντίδραση των Αγγλο-γάλλων υπήρξε σκληρότατη, αλλά ατυχέστατη: επετέθησαν εν συνεχεία από κοινού εναντίον της Αιγύπτου εκδιωκόµενοι τελικώς από τους πρώην συµµάχους των, τους Αµερικανούς!1 Η πρόθεση αυτή των αµερικανών άρχισε να γίνεται κατανοητή ήδη όταν στις 26 Σεπτεµβρίου 1956 εδέχθησαν να συζητηθεί η αιγυπτιακή προσφυγή για το Σουέζ, στην ηµερησία διάταξη του Συµβουλίου Ασφαλείας.
Το έκδηλο ενδιαφέρον των Η.Π.Α. για να εγγραφεί το θέµα προς συζήτηση στην ηµερησία διάταξη του Σ.Α. «καθ' όσον αύτη ήτο σύµφωνος προς ακολουθουµένη υπό ΗΠΑ φιλελευθέραν πολιτικήν εις ζητήµατα εγγραφής ακόµη και θεµάτων στρεφοµένων εναντίον των» ευλόγως οδήγησε τον γραµµατέα της Ελληνικής Αντιπροσωπείας στον ΟΗΕ ∆.
Καραγιάννη στην ερώτηση «κατά πόσον φιλελευθέρα πολιτική ΗΠΑ ισχύει και διά Κύπρον» (ΑΠ 2892, 26.9.1956). Και τούτο διότι το Κυπριακό την ίδια ακριβώς εποχή είχε έλθει για πρώτη φορά προς συζήτηση στον ΟΗΕ και δεν έµενε ανεπηρέαστο από τις διεθνείς εξελίξεις στην περιοχή. Οι αµερικανικές προθέσεις πάντως έγιναν σαφείς κατά τη δραµατική συνεδρίαση του Συµβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. στις 11 το πρωί της 30ής Οκτωβρίου, όταν οι ΗΠΑ έλαβαν θέση, σαφώς και απροκαλύπτως, εναντίον της αγγλογαλλικής επιθέσεως, καταθέτοντας το απόγευµα της ιδίας ηµέρας απόφαση προς «κατάπαυσιν του πυρός και επιστροφήν των ισραηλιτικών στρατευµάτων εις την γραµµήν Ανακωχής» (ΑΠ 3936 Παλαµάς από ΟΗΕ, 30.11.1956)2. Οι δικαιολογίες των Αγγλο-γάλλων για την επίθεση αυτή στερούντο κάθε βάσεως και δεν ελήφθησαν υπόψη. Όπως µας πληρογορεί σχετικώς ο τότε Μόνιµος Αντιπρόσωπος της Ελλάδος στο ΝΑΤΟ, πρέσβης Μ. Μελάς: «(ΑΠ3555/701 18.12.1956), ο νορβηγός ΥΠΕΞ «ουδεµίαν απέδιδεν πίστιν εις τας βεβαιώσεις των Αγγλογάλλων ότι η προληπτική των ενέργεια ήτο αναγκαία διότι τα Σοβιέτ ητοιµάζοντο να επιτεθούν κατά της Συµµαχίας εκ Νότου καθ' όσον τα εν Σινά ευρεθέντα εφόδια δεν επεδείκνυον τοιούτον ρωσικόν σχέδιον»3. Από την άλλη πλευρά και η Τουρκία δεν ήθελε σε καµία περίπτωση να αφήσει την κρίση ανεκµετάλλευτη. Όπως έγραφε ο Μελάς«προκειµένου η Τουρκία να χρησθή ως ο µέγας εµπειρογνώµων του θέµατος της Μ. Ανατολής και επιτύχη την λήψιν αποφάσεων µελλόντων να απολήξουν εις την ενίσχυσιν της τουρκικής θέσεως εις την περιοχήν... Εν τέλει το ανακοινωθέν ουδεµία των ειδικών τουρκικών εισηγήσεων περιέλαβεν» (όπ.αν.).

Η στιγµή αυτή απετέλεσε ένα από τα σηµαντικότερα οριοθέσια του Ψυχρού Πολέµου και σηµατοδότησε το τέλος της διεθνούς αποικιοκρατικής ηγεµονίας της Γηραιάς Αλβυώνος την οποία αντικαθιστούν πλέον οι όλο και περισσότερο ανερχόµενες ΗΠΑ οι οποίες και αναδεικνύονται ως νέα ηγέτιδα διεθνής δυτική δύναµη. Η άνοδος των µαρξιστών «Ελευθέρων Αξιωµατικών» στην αιγυπτιακή εξουσία είχε λοιπόν αρκετά ενοχλήσει, τραυµατίσει και ανησυχήσει την Αλβυώνα. Ήταν φυσικό µια θαλασσοκράτειρα δύναµη να ενδιαφέρεται να κρατήσει ανοικτές τις θαλάσσιες εµπορικές διόδους για το εµπόριό της και την ασφάλειά του. Η Κύπρος ήταν ένα “place of arms” ενώπιον του Σουέζ και της Μέσης Ανατολής, κατά την ρήση του Disraeli στην Βασίλισσα Βικτωρία, το 1878. Άλλωστε, τα τεράστια πετρελαϊκά κοιτάσµατα της περιοχής ήταν γνωστά ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα.

Συνεπώς δεν ήταν δυνατόν, η Βρετανία να ανεχθεί την ελληνική πολιτική, για την ένωση της Κύπρου µε την Μητέρα Ελλάδα. Είναι πασίγνωστη η σύγκρουση του Στρατάρχη Παπάγου, στις 22 Σεπτεµβρίου 1953, δύο χρόνια πρίν τα Σεπτεµβριανά, µε τον τότε Υπουργό Εξωτερικών της Μ. Βρετανίας Sir Antony Eden, όταν ο έλληνας πρωθυπουργός εδήλωσε την πρόθεση της κυβερνήσεώς του να ασκήσει πολιτική για την ένωση της Κύπρου µε την Ελλάδα. Ο Sir Eden, έχοντας απολέσει την ψυχραιµία του, απήντησε επιθετικότατα ότι: «∆ια την βρετανικήν Κυβέρνησιν δεν υφίσταται Κυπριακόν ούτε εις το παρόν, ούτε εις το µέλλον»!
Κάνει εντύπωση, η παντελής έλλειψη κοσµιότητας που υποτίθεται πως χαρακτηρίζει την διπλωµατία και δη την βρετανική και κάνει ακόµη πιο εµφανή την απώλεια του παροιµιώδους βρετανικού φλέγµατος! Ο Eden όµως πλήρωσε ένα χρόνο µετά, και σε προσωπική βάση, τα επίτιµα της συµπεριφοράς του. Εκλήθη να υπογράψη αυτός προσωπικώς, έναντι του Νάσερ, τη µοιραία για τους Βρετανούς Συµφωνία, δηλαδή την απώλεια της κατοχής της ∆ιώρυγας του Σουέζ, την 27η Ιουλίου 1954, ένα χρόνο πρίν τα Σεπτεµβριανά. Την ηµέρα εκείνη έληξαν εβδοµήντα δύο χρόνια βρετανικής κατοχής στην στρατηγική αυτή ναυτική πύλη του διεθνούς εµπορίου. Η µόνη λοιπόν στρατηγική βάση που αποµένει στους Βρετανούς για τον έλεγχο, πλέον, του Σουέζ είναι η Κύπρος. Και θα κάµουν οτιδήποτε είναι ανθρωπίνως δυνατόν για να την κρατήσουν.

II.) Την κατάσταση έντονης ενοχλήσεως και διαρκούς φοβίας της Βρετανίας σχετικά µε την συνεχή απώλεια καίριων στρατηγικών της θέσεων στη Μέση Ανατολή, εντείνει και η δηµιουργία της ΕΟΚΑ στην Κύπρο στις 26 Οκτωβρίου του 1954 από τον απόστρατο συνταγµατάρχη Γ. Γρίβα. Η ΕΟΚΑ, το βράδυ της 31ης Μαρτίου προς το ξηµέρωµα της 1ης Απριλίου του 1955 κυκλοφόρησε προκήρυξη (µε την υπογραφή ΕΟΚΑ-∆ιγενής) µε την οποία δήλωνε πως ανελάµβανε τον αγώνα για την αποτίναξη του αγγλικού ζυγού. Η προκήρυξη αυτή που ακολουθήθηκε από έντονη παραστρατιωτική πρακτική και συνεχή πλήγµατα βρετανικών στόχων στο νησί, έγινε πέντε µήνες πριν την Κωνσταντινουπολίτικη «Νύχτα των Κρυστάλλων». Αυτό που εµείς ονοµάζουµε «Σεπτεµβριανά». Πάντως πρέπει να σηµειώσουµε κάτι πολύ σηµαντικό το οποίο αναφέρει ο Σπύρος Βρυώνης σχετικά µε τις πρώτες «θερµές επιθέσεις» εναντίον του τουρκικού στοιχείου στην Κύπρο από την ΕΟΚΑ. Αναφερόµενος στον Robert Holland, σχολαστικό ερευνητή των δραστηριοτήτων της ΕΟΚΑ καταθέτει ότι: «Στο βιβλίο του Holland γίνεται σαφές ότι η ένοπλη εκστρατεία της ΕΟΚΑ στράφηκε κατά των Τούρκων ύστερα από το πογκρόµ της 6ης-7ης Σεπτεµβρίου 1955»5. Επίσης πρέπει να τονίσουµε ότι ενώ το ίδιο βράδυ χτυπήθηκαν αρµενικές και εβραϊκές περιουσίες αλλά και άτοµα, το γεγονός αποσιωπήθηκε. Τα στατιστικά στοιχεία που µας δίδει η ∆ρ. Ντιλέκ Γκιουβέν, µας πληροφορούν ότι άνω του 60% των πληγέντων ήσαν Ρωµηοί, 20% Αρµένιοι και 12% Εβραίοι. Επ’ αυτού η Ντιλέκ Γκιουβέν αναφέρει χαρακτηριστικά σε συνέντευξή της, στις 11-09-2005, στην εφηµερίδα «Καθηµερινή»6: «O βασικός σκοπός ήταν να αποδυναµωθούν αριθµητικά οι µειονότητες. Η έκρηξη στη Θεσσαλονίκη ήταν η αφορµή, ενώ το κυπριακό ζήτηµα δεν αποτελούσε τη βασική αιτία για τις επιθέσεις. Την περίοδο βρισκόταν ακόµα σε εξέλιξη η δηµιουργία του «εθνικού κράτους» που είχε ξεκινήσει µε την ίδρυση της Τουρκικής ∆ηµοκρατίας. Από τη δεκαετία του ’20 η ηγεσία της Τουρκίας δεν εµπιστευόταν τις µειονότητες, όπως τους Eλληνες, τους Αρµένιους αλλά και τους Εβραίους, φοβούµενη ότι θα συνεργάζονταν µε τους συµπατριώτες τους, που ζούσαν στα γειτονικά ανεξάρτητα κράτη. Για τον λόγο αυτό προηγήθηκαν µια σειρά από ενέργειες σε βάρος των µειονοτήτων όπως ο φόρος Περιουσίας ή ο εκτοπισµός των Αρµενίων και των Εβραίων από την περιφέρεια τη δεκαετία του ’30. Σε έκθεση που είχε συνταχθεί το 1944 υπογραµµιζόταν ότι «οι Ρωµιοί είναι η πολυπληθέστερη και η πλέον επικίνδυνη µειονότητα γιατί µπορεί να συνεργαστεί µε την Ελλάδα». Αυτό µαρτυρεί γιατί οι Eλληνες δέχθηκαν τον µεγαλύτερο όγκο των επιθέσεων χωρίς ωστόσο να είναι οι µόνοι. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα «Σεπτεµβριανά» δεν χτυπήθηκαν µόνον οι Eλληνες. Αν δούµε τους αριθµούς πρόκειται για πάνω από 60% Ρωµιούς, 20% Αρµένιους και 12% Εβραίους. Αυτό δεν ήταν τυχαίο. Στους καταλόγους που κρατούσαν στα χέρια τους οι καθοδηγητές υπήρχαν και τα αρµενικά καταστήµατα και οι αρµενικές οικογένειες. Κατά συνέπεια αν η αιτία ήταν το Κυπριακό για ποιο λόγο στράφηκαν εναντίον και των δύο άλλων κοινοτήτων; Γενικά οι µειονότητες ήταν ο πρώτος στόχος και ακολουθούσε το κυπριακό ζήτηµα.».

Βέβαια η Γκιουβέν κάπου αµφιβάλλει, για το κατά πόσον το Κυπριακό δεν αποτελούσε την βασική αιτία των γεγονότων της 6ης προς 7η/09/1955. Και αυτό διότι στη συνέχεια της συνέντευξής της, σε σχετική ερώτηση του Νίκου Παπαχρήστου7 (11-09-2005) αναφορικά µε το ρόλο της Βρετανίας στα «Σεπτεµβριανά», η Γκιουβέν απάντησε ευθέως ότι: «Το 1950 ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας είχε δηλώσει ότι «για εµάς δεν υπάρχει θέµα Κύπρου» προκαλώντας την ενόχληση των Βρετανών. Από τότε µέχρι και το 1955 άσκησαν τροµακτικές πιέσεις στην Τουρκία προκειµένου να εµπλακεί στην κυπριακή κρίση. Στόχος τους ήταν να µετατραπεί σε ελληνοτουρκική σύγκρουση. Υπάρχουν στοιχεία στα βρετανικά αρχεία που αποκαλύπτουν τον ρόλο της προς αυτή την κατεύθυνση8. Τον Αύγουστο του 1955 αποφασίσθηκε η διάσκεψη του Λονδίνου οπότε και η Τουρκία εµπλέκεται πλέον οριστικά στο Kυπριακό. Επίσης στα βρετανικά αρχεία υπάρχουν έγγραφα στα οποία τίθεται το ερώτηµα πόσο ωφέλιµο θα ήταν για την Αγγλία εάν υπήρχε στην Πόλη κάποιος ξεσηκωµός εναντίον των Ρωµιών. Είναι εξαιρετικά σηµαντικό ότι ένα χρόνο πριν από τα γεγονότα Aγγλος διπλωµάτης που υπηρετούσε στην Αθήνα σε τηλεγράφηµά του ενηµέρωνε το Λονδίνο ότι “αρκεί ένα χτύπηµα στο σπίτι όπου γεννήθηκε ο Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη για να προκληθεί µείζονα κρίση στις σχέσεις των δύο χωρών, οι οποίες την περίοδο αυτή είναι άριστες”. Με λίγα λόγια στη διοργάνωση των γεγονότων υπήρχε αγγλική προτροπή. Τα γεγονότα τους εξυπηρετούσαν και γι’ αυτό στα αρχεία δεν γίνεται λόγος για τις επιθέσεις κατά Αρµενίων και Εβραίων παρά µόνο πως «Τούρκοι και Eλληνες συγκρούσθηκαν για το Κυπριακό». Ταυτόχρονα απέτρεψαν τις ΗΠΑ να σταθούν στο πλευρό της Ελλάδας, η οποία σκόπευε να φέρει το πρόβληµα της Κύπρου στον ΟΗΕ». Στην αποστροφή αυτήν του λόγου της, όµως, η Γκιουβέν, εκτός του προεξάρχοντος ρόλου της Αλβυώνος στην θλιβερή αυτή υπόθεση, δίνει µόνη της και την εξήγηση στο ερώτηµα που η ίδια έθεσε στην προαναφερθείσα άποψή της, σχετικά µε το «γιατί τότε χτυπήθηκαν και αρµένιοι και εβραίοι». Από την πλευρά µας πρέπει να τονίσουµε ότι δεν αρνείται κανείς την αντι-µειονοτική κουλτούρα που επικρατούσε στην Τουρκία του Μεντερές. Ούτε αναιρούµε τους λόγους εθνοκάθαρσης που επέβαλλαν τα θλιβερά αυτά γεγονότα. Αλλά αυτήν ακριβώς τη φοβία εξεµεταλλεύθησαν στο Foreign Office για να καταστρέψουν τις ελληνο-τουρκικές σχέσεις και να οδηγήσουν σε διπλωµατικό στραγγαλισµό το Κυπριακό προς το στρατηγικό όφελος της Αγγλίας.

III.) Την βρετανική παρέµβαση ακόµη και στο εσωτερικό της Ελλάδας επιβεβαιώνει και η γνωστή υπόθεση της δίκης του άρθρου περί Κύπρου, του περιοδικού της Αστυνοµίας Πόλεων, «Αστυνοµικά Νέα», το οποίο χαρακτηρίσθηκε «αντεθνικό» από την κυβέρνηση και την κοινή γνώµη. ∆ίκη που διήρκεσε από τον Απρίλιο µέχρι τον Σεπτέµβριο του 1954 και όπου µε απόφαση του Τριµελούς Εφετείου επεβλήθη ποινή τεσσάρων και ήµισυ ετών στους προσυπογράφοντες ως συγγραφείς του ανωτέρω άρθρου. Οι συγγραφείς θεωρούσαν ότι η διεκδικητική ελληνική πολιτική στο Κυπριακό ζήτηµα ήταν λανθασµένη και έπρεπε να αλλάξει. Το βασικό συµπέρασµα του Τριµελούς Εφετείου ήταν ότι το άρθρο είχε γραφτεί «από άγγλο πράκτορα και όχι από έλληνα δηµοσιογράφο».
  
IV.) Ένα χρόνο µετά σηµειώνεται νέο σοβαρό πλήγµα για τα βρετανικά αποικιοκρατικά συµφέροντα, και ιδιαίτερα αυτά που αφορούσαν την περιοχή της Ν/Α Μεσογείου. Την 23η Απριλίου του 1955, εκπρόσωποι από 29 κράτη της Αφρικής και της Ασίας συναντήθηκαν στην Μπαντούγκ της Ινδονησίας και ίδρυσαν το «Κίνηµα των Αδασµεύτων», µια οικονοµική και πολιτιστική συνεργασία κατά της αποικιοκρατίας. Τα µυνήµατα που εξεπέµποντο από την αλλαγή της συνθέσεως των χωρών-µελών του ΟΗΕ δεν είσαν ευχάριστα για τα βρετανικά αποικιοκρατικά συµφέροντα: η σύνθεση του ΟΗΕ που ξεκίνησε το 1945 µε 51 κράτη – µέλη, είχε φθάσει το 1955 στα 76. Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος πριν ακόµα αναλάβει την Προεδρία της ανύπαρκτης τότε Κυπριακής ∆ηµοκρατίας, συµµετείχε ήδη ως παρατηρητής στην εν λόγω ∆ιάσκεψη. Φυσικά το γεγονός δεν πέρασε απαρατήρητο από το Foreign Office.

V.) Το σηµαντικότερο όµως και πλέον ανησυχητικό για τη Βρετανία γεγονός ήταν το ότι, ένα µήνα περίπου αργότερα από την δηµιουργία του κινήµατος των Αδεσµεύτων, την 14η Μαΐου του 1955 ιδρύεται το Σύµφωνο της Βαρσοβίας µε κατοπτρική λογική και δοµή, ως προς το ΝΑΤΟ. Τα πράγµατα πλέον στο διεθνές διακρατικό σύστηµα κατανοµής ισχύος είναι σοβαρά. Ο Ψυχρός πόλεµος κορυφώνεται και η Κύπρος αποκτά ακόµη µεγαλύτερη σηµασία, όχι µόνον για τους Βρετανούς αλλά για ολόκληρο το Βορειο-ατλαντικό αµυντικο-πολιτικό σύστηµα.

Η Βρετανία δια του γνωστού “DIVIDE AND RULE” συγκαλεί την 29η Αυγούστου του 1955 στο Λονδίνο, την περιβόητη "Τριµερή ∆ιάσκεψη" µε τη συµµετοχή της Ελλάδος και της Τουρκίας, καθιστώντας την Άγκυρα βασικό παράγοντα του Κυπριακού. Έτσι, το Λονδίνο, από τη θέση του κατηγορουµένου µπροστά στη διεθνή κοινή γνώµη, ως καταπιεστικό παράγοντα 500 χιλιάδων Κυπρίων, οι οποίοι, ήδη, θρηνούσαν αγωνιστές, παρουσιάσθηκε αίφνης ως διαιτητής σε µία δήθεν "διαφορά" µεταξύ Ελλάδος και την Τουρκίας.

Τις παραµονές της "Τριµερούς ∆ιασκέψεως", ο Τούρκος πρωθυπουργός Αντνάν Μεντερές ισχυρίσθηκε ότι την 28η Αυγούστου οι Τούρκοι της Κύπρου θα υποστούν σφαγές από τους Ελληνες, κάτι που βεβαίως και δεν συνέβη. Η ∆ιάσκεψη ξεκίνησε, αλλά µετά από την γνωστή προβοκάτσια στον κήπο του τουρκικού προξενείου της Θεσσαλονίκης, όπου ευρίσκετο επίσης το σπίτι στο οποίο θεωρείται ότι γεννήθηκε ο Κεµάλ Ατατούρκ, ξέσπασαν οι τουρκικές «Νύχτες των Κρυστάλλων», στις 6 Σεπτεµβρίου 1955, µε λεηλασίες, δολοφονίες, βιασµούς και βανδαλισµούς εις βάρος των Ελλήνων στη Σµύρνη και στην Κωνσταντινούπολη. Η "Τριµερής" κατέληξε συνεπώς σε, βρετανικού σχεδιασµού και εµπνεύσεως, ναυάγιο9.

Η µικροσκοπική προσέγγιση.

Πρέπει όµως να αναφερθούµε σε ορισµένα στοιχεία που αφορούν πρόσωπα, και πολιτικές της βραδυάς εκείνης:

1) Είναι γνωστό ότι ένα έτος πριν από τα Σεπτεµβριανά, το Foreign Office στο Λονδίνο, λαµβάνει τηλεγράφηµα από το βρετανικό Προξενείο στην Αθήνα, το οποίο αναφέρει τα εξής συνταρακτικά: «αρκεί ένα χτύπηµα στο σπίτι όπου γεννήθηκε ο Ατατούρκ στη Θεσσαλονίκη για να προκληθεί µείζονα κρίση στις σχέσεις των δύο χωρών, οι οποίες την περίοδο αυτή είναι άριστες»10. Πραγµατικά είναι εκπληκτικό πως έναν χρόνο µετά συµβαίνει στη Θεσσαλονίκη, αυτό ακριβώς που υποδεικνύει ο βρετανός διπλωµάτης του Προξενείου της Θεσσαλονίκης! Και φυσικά, λαµβάνοντας υπόψη και τις προηγηθείσες αναφορές της Γκιουβέν, µάλλον δεν θα πρέπει να πρόκειται για κάποια καταπληκτική σύµπτωση.

2) Εις επίρρωσιν της αντιλήψεως αυτής έρχονται και τα Αποµνηµονεύµατα του τότε υπουργού Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας, Sir Antony Eden, ο οποίος αναφέρει πως «µοναδικό ζωτικής σηµασίας θέµα για την βρετανική κυβέρνηση στη ∆ιάσκεψη του Λονδίνου ήταν να αποδείξει στη διεθνή σκηνή τη διάσταση απόψεων για το κυπριακό µεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας»11.

3) Επί πλέον, είναι γεγονός ότι τα Σεπτεµβριανά προσέφεραν στους βρετανούς άλλο ένα πλεονέκτηµα ως την υπόθεση του Κυπριακού η οποία εξελίσσετο σε άσχηµο στρατηγικό πονοκέφαλο για το Λονδίνο: τα Σεπτεµβριανά, ενόχλησαν τις ισορροπίες που ήθελαν να κρατήσουν οι Η.Π.Α. αναγκάζοντας την Ουάσιγκτον να αλλάξει στάση µετά τις ταραχές, έναντι της Κύπρου και να καταψηφίσει την εγγραφή του ελληνικού αιτήµατος στην ατζέντα του ΟΗΕ, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις τους προς την Ελλάδα12.

4) Οι δράστες της προβοκάτσιας ήταν δύο: ο πρώτος ήταν ο Oktay Engin ο οποίος το 1993 εξελέγη νοµάρχης στην επαρχία Nevşehir και ο άλλος ήταν ο κλητήρας του Τουρκικού Προξενείου (Σ.Σ. βρίσκεται ακριβώς δίπλα στο σπίτι όπου λέγεται ότι γεννήθηκε ο Ατατούρκ) Hasan Ucar.
Ο Engin έγραφε από την φυλακή στον πατέρα του: "∆ράστης ήταν ο Hasan. Η κατάσταση δεν είναι καθόλου καλή. Θέλω δικηγόρο". Απεναντίας, σε επιστολή του στο Hasan έγραφε: "Χασάν, µη φοβάσαι. Είναι δίπλα σου. Μην αποκαλύψεις τίποτα". Ο Engin, καταθέτοντας στη δίκη της κυβέρνησης του Αντνάν Μεντερές στη νήσο Πλάτη (Γιασίαντα), µετά το στρατιωτικό πραξικόπηµα της 27.5.1960 δήλωσε ότι: «Τις εκρηκτικές ύλες για την έκρηξη στο σπίτι του Ατατούρκ µετέφερε στη Θεσσαλονίκη ο βοηθός πρόξενος Μehmet Ali Tekinalp. Η ηµέρα της έκρηξης θα διεβιβάζετο µε σήµα από τον Πρόξενο Mehmet Ali Tekinalp, που βρισκόταν τότε στην Αγκυρα. Μετά την έκρηξη, µε κρυπτογραφικό σήµα θα ενηµερώνετο το ΥΠΕΞ και ο ευρισκόµενος στο Λονδίνο ΥΠΕΞ Rustu Zorlu». Άλλωστε σύµφωνα πάντοτε µε την Ντιλέκ Γκιουβέν, ο Oktay Engin ήταν άνθρωπος των τουρκικών µυστικών Υπηρεσιών ο οποίος εξετέλεσε συγκεκριµένη αποστολή τοποθετώντας τον εκρηκτικό µηχανισµό στο θεωρούµενο ως «σπίτι του Κεµάλ»13.


5) Η εισαγγελική αρχή στη Γιασίαντα (Πλάτη) κατέληξε ότι ο Μεντερές και ο Ζορλού είχαν πλήρη γνώση και συµµετείχαν στην οργάνωση και διεύθυνση των γεγονότων14.

6) Ο Ζορλού ισχυρίσθηκε ότι «αυτή η υπόθεση» τον είχε «βοηθήσει να προωθήσει τις τουρκικές διεκδικήσεις για την Κύπρο στο Λονδίνο»15. Υπερασπίσθηκε δηλαδή το πογκρόµ δίδοντας παράλληλα και µία σαφέστατη γεωπολιτική ερµηνεία της χρησιµότητάς του.

7) Σύµφωνα µε δηµοσίευµα της 12 Αυγούστου 2008 της εφηµερίδας ‘Radikal, τα γεγονότα που διαδραµατίστηκαν στις 6-7 Σεπτεµβρίου 1955 εναντίον των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης είχαν οργανωθεί από τη ∆ιοίκηση Ανορθοδόξου Πολέµου (Özel Harp), που αποτελούσε το µηχανισµό που είχε στηθεί από το ΝΑΤΟ (Επιχείρηση "Stay-Behind"), για την αποτροπή του κοµµουνιστικού κινδύνου. Ο καθηγητής Ν. Ουζούνογλου, µεταφράζοντας και σχολιάζοντας το σχετικό δηµοσίευµα της Radikal, αναφέρει χαρακτηριστικά16: «Σε πρόσφατη δηµοσίευση της εφηµερίδας ‘Radikal’ στις 12/8/08, παρουσιάστηκε η στενή σχέση µεταξύ της Οργάνωσης Εργκένεκον και της ∆ιεύθυνσης Ανορθόδοξου Πολέµου του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων ∆υνάµεων. Αρκετά, στελέχη της Εργκένεκον αποδεικνύεται ότι είχαν εργαστεί στην κεντρική υπηρεσία και τα παραρτήµατα της ∆ιεύθυνσης Ανορθόδοξου Πολέµου, που ιδρύθηκε το 1952 µε την καθοδήγηση των µυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ, µε την ονοµασία ‘Επιτροπή Προετοιµασίας Επιστράτευσης’. Η ∆ιεύθυνση Ανορθόδοξου Πολέµου της Τουρκίας για πολλές δεκαετίες υπήρξε υπό τη διοίκηση του στρατηγού Σάµπρι Γιρµιµπέσογλου, µε πολλαπλή δράση εντός και εκτός της Τουρκίας και ειδικά στην Κύπρο – αρχίζοντας από το 1953. Ο Γιρµιµπέσογλου σε µια αποκαλυπτική συνέντευξή του στον δηµοσιογράφο Φατίχ Γκουλάπογλου το 1991 είχε δηλώσει ότι ‘τα γεγονότα της 6-7 Σεπτεµβρίου 1955 υπήρξαν µια µεγαλειώδης πράξη ειδικού πολέµου που είχε απόλυτη επιτυχία’. Η αποκαλυπτική αυτή δήλωση ξεκαθάρισε το νέφος γύρω από τα Σεπτεµβριανά, καθ’ όσον η επίσηµη θέση του τουρκικού κράτους από το 1960 ήταν να ρίξει όλη την ευθύνη στην κυβέρνηση Μεντερές, ο οποίος ανατράπηκε το 1960 από τους στρατιωτικούς και στη συνέχεια - ύστερα από µια παρωδία σειράς δικών- στη νήσο Πλάτη καταδικάστηκε σε θάνατο και εκτελέστηκε για άλλα πολιτικά αδικήµατα – όχι όµως για αυτά των Σεπτεµβριανών. Μεταξύ των συλληφθέντων στην υπόθεση Εργκένεκον είναι ο απόστρατος ταγµατάρχης Φικρέτ Εµέκ, ο οποίος υπήρξε στενός συνεργάτης του στρατηγού Γιρµιµπέσογλου και είχε πλούσια παραστρατιωτική δράση στις περιοχές Καρς, Μούγλα και Μανίσα (Μαγνησίας). Στην οικία της µητέρας του ίδιου βρέθηκαν εκρηκτικά µεγάλης ποσότητας. Το 2.500 σελίδων κατηγορητήριο που έχει συνταχθεί από τον εισαγγελέα Ζεκεριά Οζ αναφέρει την ανάµειξη ατόµων που εµπλέκονται σε παλιές υποθέσεις που έχουν οµοιότητες µε τα Σεπτεµβριανά, όπως, π.χ., τα γεγονότα κατά των Αλεβιτών στη συνοικία Γκαζί το 1995, τα πολύνεκρα επεισόδια στην πλατεία Ταξίµ της 1ης Μαΐου 1977. Το τουρκικό κράτος από την επόµενη µέρα της επανασύστασής του το 1923 συνέχισε τις πολιτικές διώξεων κατά των µειονοτήτων, που είχαν κορυφωθεί την περίοδο 1914-23. Ειδικότερα µετά το 1950, όταν µεσουρανούσε ‘η ελληνοτουρκική φιλία’, άρχισε να τίθεται σε εφαρµογή το τελικό στάδιο του αφανισµού του εναποµείναντος ελληνισµού της Τουρκίας στην Κωνσταντινούπολη και στα νησιά Ίµβρος και Τένεδος».

8) Άλλωστε, τα ανωτέρω επαληθεύονται και από την ∆ρα Γκιουβέν της οποίας η έρευνα στηρίχθηκε στο ανέκδοτο υλικό του στρατιωτικού δικαστή Φαχρί Τσοκέρ, ο οποίος διεξήγαγε τις ανακρίσεις στη δίκη της Γιασίαντα (Πλάτης) και συνέταξε τη δικογραφία της υπόθεσης. Για πρώτη φορά στο βιβλίο της, που κυκλοφόρησε το Σεπτέµβρη του 2005 στην Τουρκία, δηµοσιεύονται έγγραφα και περισσότερες από διακόσιες φωτογραφίες που επιβεβαιώνουν την ενεργή συµµετοχή του στρατού και της αστυνοµίας στα γεγονότα. Στην συνέντευξη που παραχώρησε στην «Kαθηµερινή» η ∆ρ. Γκιουβέν επισηµαίνει ότι «όλα είχαν σχεδιαστεί από καιρό µε κάθε λεπτοµέρεια και αποτελούσαν µέρος ενός γενικότερου σχεδίου κατά των µειονοτήτων».

9) Προς την ίδια κατεύθυνση µε την τουρκική Radikal, κινείται και ο ελβετός Ιστορικός Daniele Ganser17 ο οποίος ρητώς αναφέρει ότι όταν η Τουρκία προσχώρησε στο ΝΑΤΟ, στις 4 Απριλίου 1952, ο Τουρκές είχε στήσει ήδη τον τουρκικό µυστικό στρατό µε την ονοµασία «Τακτική Οµάδα Κινητοποίησης/Seferberlik Taktik Kurulu» µε έδρα τα γραφεία της Οργάνωσης Αµερικανικής Αποστολής Βοήθειας (JUS-MATT/CIA) στην περιοχή Μπαχτσελίεβλερ της Άγκυρας. To 1965 η οµάδα αναδιοργανώθηκε και µετονοµάσθηκε σε «Τµήµα Ειδικών Πολεµικών Επιχειρήσεων/ ÖHD» όνοµα µε το οποίο έγινε γνωστό το κέντρο διοίκησης του µυστικού τουρκικού στρατού µετά τις αποκαλύψεις του 1990, για την Gladio. Εξαιτίας αυτών των αποκαλύψεων το τµήµα αυτό έπρεπε να µετονοµασθεί και πάλι. Έτσι µετονοµάσθηκε σε ∆ιοίκηση Ειδικών ∆υνάµεων (Özel Kuvvetler Komutanlığı)18.

Σχετικές πληροφορίες για το δυτικο-ευρωπαϊκό ∆ίκτυο “Stay Behind” alias “Gladio” αντλούµε από το διαρρεύσαν απόρρητο έγγραφο του Γενικού Επιτελείου των Η.Π.Α. υπό τον τίτλο “Overall Strategic Concepts” (Γενικές Έννοιες Στρατηγικής) και ηµεροµηνία 28 Μαρτίου 1949. Στο συνηµµένο σε αυτό έγγραφο JSPC 891/6. Section “Tab B”, γίνεται συγκεκριµένη αναφορά στο πως είναι δυνατόν να αξιοποιηθεί από τις µυστικές υπηρεσίες των Η.Π.Α. το κίνηµα του Παντουρκισµού19.

Έτσι, όπως αναφέρει και ο Selahattin Çelik, στον οποίον παραπέµπει ο Ganser, «στις 6 Σεπτεµβρίου 1955, σε µια κλασική συγκεκαλυµµένη επιχείρηση δηµιουργίας έντασης, τούρκοι πράκτορες του ÖHD έβαλαν βόµβα στο πατρικό σπίτι του Κεµάλ στη Θεσσαλονίκη.... Οι πράκτορες [Σ.Σ.: δηλ.ο O. Engin και ο H. Ucar] δεν άφησαν σχεδόν κανένα ίχνος. Έτσι στην Τουρκία, η κυβέρνηση και ο Τύπος απέδωσαν εντέχνως την πράξη στους έλληνες. Αµέσως, στις 6 και 7 Σεπτεµβρίου 1955, οµάδες φανατικών Τούρκων παρακινούµενες από Kontrguerilla, κατέστρεψαν εκατοντάδες σπίτια και µαγαζιά Ελλήνων στης Κωνσταντινούπολη και τη Σµύρνη, αφήνοντας πίσω τους 16 νεκρούς, 32 τραυµατίες και διακόσιες γυναίκες θύµατα βιασµού»20.

Λίγα χρόνια αργότερα, το 1959, σε διαβουλεύσεις της Ελλάδος µε την Τουρκία και τη Βρετανία στη Ζυρίχη και το Λονδίνο (που κατέληξαν στην υπογραφή σχετικών Συµφωνιών, παρά τις αρχικές αντιρρήσεις της κυπριακής ηγεσίας, η οποία ήλθε κατ' επανάληψη σε ρήξη µε την κυβέρνηση των Αθηνών) συµφωνήθηκε η δηµιουργία ανεξαρτήτου κυπριακού κράτους (1960) αλλά µε την παραµονή των Βρετανικών Βάσεων στην Κύπρο µέχρι σήµερα και τα γνωστά επεµβατικά δικαιώµατα των «Εγγυητριών ∆υνάµεων» τα οποία ουσιαστικά για πραγµατικούς αµυντικούς, γεωγραφικούς και πολιτικούς λόγους, καταλήγουν να οφελούν αποκλειστικώς την Τουρκία και την Βρετανία.

Συµπέρασµα:

Κατόπιν των ανωτέρω, η σχέση αυτή του Κυπριακού αγώνα µε τα Σεπτεµβριανά καθίσταται προφανής. Οπωσδήποτε αυτό συνέβη συµπληρωµατικώς και µε την αγωνία των µετακεµαλιστών να ελέγξουν την «εθνική οµοιογένεια» της µετακεµαλικής Τουρκίας, πράγµα το οποίο συνεπήγετο και διώξεις των εθνικών µειονοτήτων. Πάντως, η κατάσταση (status) των γενικότερων ελληνο-τουρκικών διπλωµατικών σχέσεων, υπήρξε καθοριστική. Προς τούτο δε συνηγορούν και σωρεία γεγονότων τα οποία επακολούθησαν. Είναι πολύ ενδιαφέρον να αναδείξουµε την παρατήρηση του Πρέσβη Αλέξη Αλεξανδρή (νυν Γενικού Προξένου της Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη), η οποία επισφραγίζει µε τον καλύτερο δυνατό και ιστορικά αποδεδειγµένο τρόπο το γεγονός ότι η εν γένει κατάσταση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων καθόρισε, καθορίζει και θα καθορίζει την συµπεριφορά των τουρκικών αρχών έναντι της ελληνικής µειονότητος της Πόλης, της Σµύρνης και αλλαχού: «Ένα σηµαντικό συµπέρασµα που προκύπτει από την εµπειρία των Ελλήνων Κωνσταντινουπολιτών είναι ότι οι µειονότητες µπορούν να υπάρξουν εντός των γειτονικών εθνικών κρατών µόνον αν οι γενικές τους σχέσεις είναι φιλικές. έτσι, κατά την διάρκεια τέτοιων διαλειµµάτων (1930-1940, 1947-54, 1959-64 και 1967-71) η ελληνική µειονότητα µπορούσε να απολαύσει µιά ορισµένη αίσθηση ασφάλειας και εντοπιότητας...∆εν είναι συµπτωµατικό ότι τα τέσσερα κύρια κύµατα της ελληνικής εξόδου από την Istanbul (sic) 1922-29, 1955-59, 1964-67 και 1972-75 έλαβαν χώρα κατά την διάρκεια των περιόδων που οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ήταν τεταµένες»21.


1 Σ.Σ.: Όπως παρουσιάζει στην εφηµερίδα «Το Βήµα της Κυριακής», η Φωτεινή Τοµαή, (26/11/2006 , Σελ.:A26): «Στις 31 Νοεµβρίου 1956 ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ απευθύνεται µε µακράς διαρκείας διάγγελµα προς τον αµερικανικό λαό, αναφερόµενος στις εξελίξεις στην Ανατολική Ευρώπη και στη Μ. Ανατολή, και υπογραµµίζει την ανάγκη ενίσχυσης του ρόλου του ΟΗΕ προκειµένου να εξασφαλίζει «δικαίας λύσεις συµφώνως προς το ∆ιεθνές ∆ίκαιον». Στη Μ. Βρετανία και στη Γαλλία οι πάντες παγώνουν. «Τοιαύτη αντίδρασις εκ µέρους Αµερικής ουδόλως ανεµένετο ενταύθα» τηλεγραφεί ο πρέσβης Ρ. Ραφαήλ από το Παρίσι (ΑΠ 1003.1.11.1956) παραθέτοντας χαρακτηριστικό δηµοσίευµα της εφηµερίδας «Le Monde»:«Παρακεκινδυνευµένη ενέργεια δεν πρέπει να αποδίδη τις µόνον εις αγγλικήν κυβέρνησιν. Γαλλική κυβέρνησις δεν έπαιξε εν προκειµένω ρόλον απλού συνοδού» (ό.π.π.). Με απόρρητο τηλεγράφηµά του ο Παλαµάς από τη Ν. Υόρκη αναφέρεται σε «επικίνδυνον ρευστότητα. Ανεξαρτήτως κινδύνου γενικότερων περιπλοκών τυχόν επιτυχίας αγγλογαλλικής επιχειρήσεως δηµιουργήση όχι µόνον διά Κυπριακόν αλλά και γενικότερα διάθεσιν χώρας µας λίαν δυσµενείς συνθήκας µε αποθράσυνσιν Τουρκίας...» (ΑΠ 3368 1.11.1956). [...].

Βλ. Φ. Τοµαή, όπ. π. 

Βλ. Μ. Μελάς (ΑΠ3555/701 18.12.1956) ,όπ.αν.

Βλ.:Μ. Μελάς (ΑΠ3555/701 18.12.1956),όπ.αν.

Σπύρος Βρυώνης, Ο µηχανισµός της Καταστροφής. Το τουρκικό πογκρόµ της 6ης-7ης Σεπτεµβρίου 1955 και ο αφανισµός της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας και Greekworks.com, Αθήνα 2007, σ. 128. 

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_world_1_11/09/2005_156399

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_world_1_11/09/2005_156399

Η υπογράµµιση δική µας.

Βλ. Φωτεινή Τοµαή, «Το ΒΗΜΑ», 26/11/2006 , Σελ.: A26: «Μία ηµέρα προτού κλείσει η τριµερής διάσκεψη του Λονδίνου µπαίνει σε εφαρµογή το δεύτερο µέρος του σχεδίου. Οι Τούρκοι αρχίζουν στις 6 Σεπτεµβρίου 1955 ένα διήµερο σφαγών, καταστροφών και λεηλασιών εναντίον των Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη και στη Σµύρνη. H Αθήνα είναι ανήµπορη να αντιδράσει και, το χειρότερο, δεν αντιλαµβάνεται ότι το Κυπριακό από διεθνές µε τις προσφυγές στον ΟΗΕ γίνεται ελληνοτουρκικό και οι εξελίξεις στο κυπριακό πρόβληµα θα καθορίζουν και τις σχέσεις των δύο χωρών. Παράλληλα η Τουρκία οργανώνει στη Βόρεια Κύπρο παραστρατιωτικές οµάδες για να είναι έτοιµη σε περίπτωση που αποφασίσει στρατιωτική επέµβαση.»

10 http://pontosandaristera.wordpress.com/2008/09/07/7-9-2008/#more-1095, συνέντευξη της τουρκίδας ιστορικού Ντιλέκ Γκιουβέν στον δολοφονηθέντα από το τουρκικό βαθύ κράτος, αρµένιο δηµοσιογράφο Χράντ Ντίνκ και επίσης: http://news.kathimerini.gr/, συνέντευξη της ιδίας στο Νίκο Παπαχρήστο της «Καθηµερινής»,στις 11/09/2005.

11 Βλ. Οµιλία Ντιλέκ Γκιουλέν, στην Ηµερίδα των: Κέντρου Μελέτης Μειονοτικών Οµάδων/ΚΕΜΟ, Εταιρείας της Καθ’ηµάς Ανατολής, 05/11/2005, Αίθουσα Ένωσης Κωνσταντινουπολιτών, Αθήνα.

12 Βλ. Οµιλία Ντιλέκ Γκιουλέν, Όπ. αν.

13 Λευκωσία, 4/9/1996 (Ο Σπύρος Αθανασιάδης από το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων, παρουσιάζει άρθρο του Haluk Hepkon, που δηµοσιεύτηκε στο περιοδικό "Aydinik").

14 Fersoy, Cemal O., Bir devre adını  başbakan Adnan Menderes, Istanbul, 1971, p. 343, in Σπ. Βρυώνης, Ο µηχανισµός της Καταστροφής. Το τουρκικό πογκρόµ της 6ης-7ης Σεπτεµβρίου 1955 και ο αφανισµός της ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας και Greekworks.com, Αθήνα 2007, σ.142. 

15 βλ. όπ. αν. σ. 143.

16 Ν. Ουζούνογλου, «Επενδυτής», ‘Το φάντασµα του ”55, στοιχειώνει ακόµα την Τουρκία», 6-09-2008, σσ. 24-25

17 Σπούδασε Σύγχρονη Ιστορία και Φιλοσοφία στην Ελβετία και στα Πανεπιστήµια του Άµστερνταµ και στο London School of Economics. ∆ιευθυντής από το 2001-2003 στο Think Tank “Avenir Suisse”.Από το 2003 - 2006 ∆ιευθυντής του Κέντρου Μελετών Ασφάλειας του Ελβετικού Οµοσπονδιακού Ινστιτούτoυ Τεχνολογίας της Ζυρίχης (ETHZ). Από το 2006 µέχρι σήµερα διδάσκει στο Τµήµα Ιστορίας του Πανεπιστηµίου της Βασιλείας.

18 Selahattin Çelik, Türkishe Kontrguerilla. Die Todesmachinerie, Mesopotamien Verlag, Köln 1999, p. 44 in D. Ganser, Οι µυστικοί στρατοί του ΝΑΤΟ, Πρ.-Επιµ. Κλεάνθης Γρίβας, Antilogos, Αθήνα 2007.

19 “The Origines of ‘Gladio’ in Turkey”, Intelligence Newsletter, 19 December 1990., in D. Ganser, όπ.αν. σ. 315. 

20 Selahattin Çelik, Türkishe Kontrguerilla. Die Todesmachinerie, Mesopotamien Verlag, Köln 1999, p. 44 in D. Ganser, όπ. αν. 316

21 A.  Alexandris,  The  Greek  minority  of  Instanbul  and  Greek-Turkish  Relations  1918-1974,  Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, 1983.



ΗΧΩ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 480 π.Χ : Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΗΣ ΣΑΛΑΜΙΝΑΣ - ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ

Ηροδότου Ιστορία, Βιβλίο Η - Ουρανία

Η μετάφραση είναι από τη σειρά "ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ" των εκδόσεων ΚΑΚΤΟΣ

[8,40] ὁ δὲ Ἑλλήνων ναυτικὸς στρατὸς ἀπὸ τοῦ Ἀρτεμισίου Ἀθηναίων δεηθέντων ἐς Σαλαμῖνα κατίσχει τὰς νέας. τῶνδε δὲ εἵνεκα προσεδεήθησαν αὐτῶν σχεῖν πρὸς Σαλαμῖνα Ἀθηναῖοι, ἵνα αὐτοὶ παῖδάς τε καὶ γυναῖκας ὑπεξαγάγωνται ἐκ τῆς Ἀττικῆς, πρὸς δὲ καὶ βουλεύσωνται τὸ ποιητέον αὐτοῖσι ἔσται. ἐπὶ γὰρ τοῖσι κατήκουσι πρήγμασι βουλὴν ἔμελλον ποιήσασθαι ὡς ἐψευσμένοι γνώμης. (2) δοκέοντες γὰρ εὑρήσειν Πελοποννησίους πανδημεὶ ἐν τῇ Βοιωτίῃ ὑποκατημένους τὸν βάρβαρον, τῶν μὲν εὗρον οὐδὲν ἐόν, οἳ δὲ ἐπυνθάνοντο τὸν Ἰσθμὸν αὐτοὺς τειχέοντας, ὡς τὴν Πελοπόννησον περὶ πλείστου τε ποιευμένους περιεῖναι καὶ ταύτην ἔχοντας ἐν φυλακῇ, τὰ ἄλλα δὲ ἀπιέναι. ταῦτα πυνθανόμενοι οὕτω δὴ προσεδεήθησαν σφέων σχεῖν πρὸς τὴν Σαλαμῖνα.
 
[8,41] οἱ μὲν δὴ ἄλλοι κατέσχον ἐς τὴν Σαλαμῖνα, Ἀθηναῖοι δὲ ἐς τὴν ἑωυτῶν. μετὰ δὲ τὴν ἄπιξιν κήρυγμα ἐποιήσαντο, Ἀθηναίων τῇ τις δύναται σώζειν τέκνα τε καὶ τοὺς οἰκέτας. ἐνθαῦτα οἱ μὲν πλεῖστοι ἐς Τροίζηνα ἀπέστειλαν, οἳ δὲ ἐς Αἴγιναν, οἳ δὲ ἐς Σαλαμῖνα. (2) ἔσπευσαν δὲ ταῦτα ὑπεκθέσθαι τῷ χρηστηρίῳ τε βουλόμενοι ὑπηρετέειν καὶ δὴ καὶ τοῦδε εἵνεκα οὐκ ἥκιστα. λέγουσι Ἀθηναῖοι ὄφιν μέγαν φύλακα τῆς ἀκροπόλιος ἐνδιαιτᾶσθαι ἐν τῷ ἱρῷ· λέγουσί τε ταῦτα καὶ δὴ ὡς ἐόντι ἐπιμήνια ἐπιτελέουσι προτιθέντες· τὰ δ᾽ ἐπιμήνια μελιτόεσσα ἐστί. (3) αὕτη δὴ ἡ μελιτόεσσα ἐν τῷ πρόσθε αἰεὶ χρόνῳ ἀναισιμουμένη τότε ἦν ἄψαυστος. σημηνάσης δὲ ταῦτα τῆς ἱρείης, μᾶλλόν τι οἱ Ἀθηναῖοι καὶ προθυμότερον ἐξέλιπον τὴν πόλιν, ὡς καὶ τῆς θεοῦ ἀπολελοιπυίης τὴν ἀκρόπολιν. ὡς δέ σφι πάντα ὑπεξέκειτο, ἔπλεον ἐς τὸ στρατόπεδον.
 
[8,42] ἐπεὶ δὲ οἱ ἀπ᾽ Ἀρτεμισίου ἐς Σαλαμῖνα κατέσχον τὰς νέας, συνέρρεε καὶ ὁ λοιπὸς πυνθανόμενος ὁ τῶν Ἑλλήνων ναυτικὸς στρατὸς ἐκ Τροίζηνος· ἐς γὰρ Πώγωνα τὸν Τροιζηνίων λιμένα προείρητο συλλέγεσθαι. συνελέχθησάν τε δὴ πολλῷ πλεῦνες νέες ἢ ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ ἐναυμάχεον καὶ ἀπὸ πολίων πλεύνων. (2) ναύαρχος μέν νυν ἐπῆν ὡυτὸς ὅς περ ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ, Εὐρυβιάδης ὁ Εὐρυκλείδεω ἀνὴρ Σπαρτιήτης, οὐ μέντοι γένεος τοῦ βασιληίου ἐών· νέας δὲ πολλῷ πλείστας τε καὶ ἄριστα πλεούσας παρείχοντο Ἀθηναῖοι.

[8,43] ἐστρατεύοντο δὲ οἵδε· ἐκ μὲν Πελοποννήσου Λακεδαιμόνιοι ἑκκαίδεκα νέας παρεχόμενοι, Κορίνθιοι δὲ τὸ αὐτὸ πλήρωμα παρεχόμενοι καὶ ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ· Σικυώνιοι δὲ πεντεκαίδεκα παρείχοντο νέας, Ἐπιδαύριοι δὲ δέκα, Τροιζήνιοι δὲ πέντε, Ἑρμιονέες δὲ τρεῖς, [...]
[8,44] [...] Ἀθηναῖοι μὲν πρὸς πάντας τοὺς ἄλλους παρεχόμενοι νέας ὀγδώκοντα καὶ ἑκατόν, μοῦνοι·
[8,45] Μεγαρέες δὲ τὠυτὸ πλήρωμα παρείχοντο καὶ ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ, Ἀμπρακιῶται δὲ ἑπτὰ νέας ἔχοντες ἐπεβοήθησαν, Λευκάδιοι δὲ τρεῖς,
 
[8,46] νησιωτέων δὲ Αἰγινῆται τριήκοντα παρείχοντο. [...] μετὰ δὲ Αἰγινήτας Χαλκιδέες τὰς ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ εἴκοσι παρεχόμενοι καὶ Ἐρετριέες τὰς ἑπτά· οὗτοι δὲ Ἴωνες εἰσί. μετὰ δὲ Κήιοι τὰς αὐτὰς παρεχόμενοι, ἔθνος ἐὸν Ἰωνικὸν ἀπὸ Ἀθηνέων. (3) Νάξιοι δὲ παρείχοντο τέσσερας, [...]  Στυρέες δὲ τὰς αὐτὰς παρείχοντο νέας τάς περ ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ, Κύθνιοι δὲ μίαν καὶ πεντηκόντερον, ἐόντες συναμφότεροι οὗτοι Δρύοπες. καὶ Σερίφιοί τε καὶ Σίφνιοι καὶ Μήλιοι ἐστρατεύοντο· οὗτοι γὰρ οὐκ ἔδοσαν μοῦνοι νησιωτέων τῷ βαρβάρῳ γῆν τε καὶ ὕδωρ.
 
[8,47] [...] Κροτωνιῆται μοῦνοι ἦσαν οἳ ἐβοήθησαν τῇ Ἑλλάδι κινδυνευούσῃ μιῇ νηί, τῆς ἦρχε ἀνὴρ τρὶς πυθιονίκης Φάυλλος· Κροτωνιῆται δὲ γένος εἰσὶ Ἀχαιοί.
 
[8,48] οἱ μέν νυν ἄλλοι τριήρεας παρεχόμενοι ἐστρατεύοντο, Μήλιοι δὲ καὶ Σίφνιοι καὶ Σερίφιοι πεντηκοντέρους· Μήλιοι μὲν γένος ἐόντες ἀπὸ Λακεδαίμονος δύο παρείχοντο, Σίφνιοι δὲ καὶ Σερίφιοι Ἴωνες ἐόντες ἀπ᾽ Ἀθηνέων μίαν ἑκάτεροι. ἀριθμὸς δὲ ἐγένετο ὁ πᾶς τῶν νεῶν, πάρεξ τῶν πεντηκοντέρων, τριηκόσιαι καὶ ἑβδομήκοντα καὶ ὀκτώ.
 
[8,49] ὡς δὲ ἐς τὴν Σαλαμῖνα συνῆλθον οἱ στρατηγοὶ ἀπὸ τῶν εἰρημενέων πολίων, ἐβουλεύοντο, προθέντος Εὐρυβιάδεω γνώμην ἀποφαίνεσθαι τὸν βουλόμενον, ὅκου δοκέοι ἐπιτηδεότατον εἶναι ναυμαχίην ποιέεσθαι τῶν αὐτοὶ χωρέων ἐγκρατέες εἰσί· ἡ γὰρ Ἀττικὴ ἀπεῖτο ἤδη, τῶν δὲ λοιπέων πέρι προετίθεε. (2) αἱ γνῶμαι δὲ τῶν λεγόντων αἱ πλεῖσται συνεξέπιπτον πρὸς τὸν Ἰσθμὸν πλώσαντας ναυμαχέειν πρὸ τῆς Πελοποννήσου, ἐπιλέγοντες τὸν λόγον τόνδε, ὡς εἰ νικηθέωσι τῇ ναυμαχίῃ, ἐν Σαλαμῖνι μὲν ἐόντες πολιορκήσονται ἐν νήσῳ, ἵνα σφι τιμωρίη οὐδεμία ἐπιφανήσεται, πρὸς δὲ τῷ Ἰσθμῷ ἐς τοὺς ἑωυτῶν ἐξοίσονται.
 
[8,50] ταῦτα τῶν ἀπὸ Πελοποννήσου στρατηγῶν ἐπιλεγομένων, ἐληλύθεε ἀνὴρ Ἀθηναῖος ἀγγέλλων ἥκειν τὸν βάρβαρον ἐς τὴν Ἀττικὴν καὶ πᾶσαν αὐτὴν πυρπολέεσθαι. (2) ὁ γὰρ διὰ Βοιωτῶν τραπόμενος στρατὸς ἅμα Ξέρξῃ, ἐμπρήσας Θεσπιέων τὴν πόλιν, αὐτῶν ἐκλελοιπότων ἐς Πελοπόννησον, καὶ τὴν Πλαταιέων ὡσαύτως, ἧκέ τε ἐς τὰς Ἀθήνας καὶ πάντα ἐκεῖνα ἐδηίου. ἐνέπρησε δὲ Θέσπειάν τε καὶ Πλάταιαν πυθόμενος Θηβαίων ὅτι οὐκ ἐμήδιζον. 

Η σύνθεση του ελληνικού στόλου

[8,43] ἐστρατεύοντο δὲ οἵδε· ἐκ μὲν Πελοποννήσου Λακεδαιμόνιοι ἑκκαίδεκα νέας παρεχόμενοι, Κορίνθιοι δὲ τὸ αὐτὸ πλήρωμα παρεχόμενοι καὶ ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ· Σικυώνιοι δὲ πεντεκαίδεκα παρείχοντο νέας, Ἐπιδαύριοι δὲ δέκα, Τροιζήνιοι δὲ πέντε, Ἑρμιονέες δὲ τρεῖς, [...]
[8,44] [...] Ἀθηναῖοι μὲν πρὸς πάντας τοὺς ἄλλους παρεχόμενοι νέας ὀγδώκοντα καὶ ἑκατόν, μοῦνοι·
[8,45] Μεγαρέες δὲ τὠυτὸ πλήρωμα παρείχοντο καὶ ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ, Ἀμπρακιῶται δὲ ἑπτὰ νέας ἔχοντες ἐπεβοήθησαν, Λευκάδιοι δὲ τρεῖς,
 
[8,46] νησιωτέων δὲ Αἰγινῆται τριήκοντα παρείχοντο. [...] μετὰ δὲ Αἰγινήτας Χαλκιδέες τὰς ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ εἴκοσι παρεχόμενοι καὶ Ἐρετριέες τὰς ἑπτά· οὗτοι δὲ Ἴωνες εἰσί. μετὰ δὲ Κήιοι τὰς αὐτὰς παρεχόμενοι, ἔθνος ἐὸν Ἰωνικὸν ἀπὸ Ἀθηνέων. (3) Νάξιοι δὲ παρείχοντο τέσσερας, [...]  Στυρέες δὲ τὰς αὐτὰς παρείχοντο νέας τάς περ ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ, Κύθνιοι δὲ μίαν καὶ πεντηκόντερον, ἐόντες συναμφότεροι οὗτοι Δρύοπες. καὶ Σερίφιοί τε καὶ Σίφνιοι καὶ Μήλιοι ἐστρατεύοντο· οὗτοι γὰρ οὐκ ἔδοσαν μοῦνοι νησιωτέων τῷ βαρβάρῳ γῆν τε καὶ ὕδωρ.
 
[8,47] [...] Κροτωνιῆται μοῦνοι ἦσαν οἳ ἐβοήθησαν τῇ Ἑλλάδι κινδυνευούσῃ μιῇ νηί, τῆς ἦρχε ἀνὴρ τρὶς πυθιονίκης Φάυλλος· Κροτωνιῆται δὲ γένος εἰσὶ Ἀχαιοί.
 
[8,48] οἱ μέν νυν ἄλλοι τριήρεας παρεχόμενοι ἐστρατεύοντο, Μήλιοι δὲ καὶ Σίφνιοι καὶ Σερίφιοι πεντηκοντέρους· Μήλιοι μὲν γένος ἐόντες ἀπὸ Λακεδαίμονος δύο παρείχοντο, Σίφνιοι δὲ καὶ Σερίφιοι Ἴωνες ἐόντες ἀπ᾽ Ἀθηνέων μίαν ἑκάτεροι. ἀριθμὸς δὲ ἐγένετο ὁ πᾶς τῶν νεῶν, πάρεξ τῶν πεντηκοντέρων, τριηκόσιαι καὶ ἑβδομήκοντα καὶ ὀκτώ.
 
[8,49] ὡς δὲ ἐς τὴν Σαλαμῖνα συνῆλθον οἱ στρατηγοὶ ἀπὸ τῶν εἰρημενέων πολίων, ἐβουλεύοντο, προθέντος Εὐρυβιάδεω γνώμην ἀποφαίνεσθαι τὸν βουλόμενον, ὅκου δοκέοι ἐπιτηδεότατον εἶναι ναυμαχίην ποιέεσθαι τῶν αὐτοὶ χωρέων ἐγκρατέες εἰσί· ἡ γὰρ Ἀττικὴ ἀπεῖτο ἤδη, τῶν δὲ λοιπέων πέρι προετίθεε. (2) αἱ γνῶμαι δὲ τῶν λεγόντων αἱ πλεῖσται συνεξέπιπτον πρὸς τὸν Ἰσθμὸν πλώσαντας ναυμαχέειν πρὸ τῆς Πελοποννήσου, ἐπιλέγοντες τὸν λόγον τόνδε, ὡς εἰ νικηθέωσι τῇ ναυμαχίῃ, ἐν Σαλαμῖνι μὲν ἐόντες πολιορκήσονται ἐν νήσῳ, ἵνα σφι τιμωρίη οὐδεμία ἐπιφανήσεται, πρὸς δὲ τῷ Ἰσθμῷ ἐς τοὺς ἑωυτῶν ἐξοίσονται.
 
[8,50] ταῦτα τῶν ἀπὸ Πελοποννήσου στρατηγῶν ἐπιλεγομένων, ἐληλύθεε ἀνὴρ Ἀθηναῖος ἀγγέλλων ἥκειν τὸν βάρβαρον ἐς τὴν Ἀττικὴν καὶ πᾶσαν αὐτὴν πυρπολέεσθαι. (2) ὁ γὰρ διὰ Βοιωτῶν τραπόμενος στρατὸς ἅμα Ξέρξῃ, ἐμπρήσας Θεσπιέων τὴν πόλιν, αὐτῶν ἐκλελοιπότων ἐς Πελοπόννησον, καὶ τὴν Πλαταιέων ὡσαύτως, ἧκέ τε ἐς τὰς Ἀθήνας καὶ πάντα ἐκεῖνα ἐδηίου. ἐνέπρησε δὲ Θέσπειάν τε καὶ Πλάταιαν πυθόμενος Θηβαίων ὅτι οὐκ ἐμήδιζον. 


[8,51] ἀπὸ δὲ τῆς διαβάσιος τοῦ Ἑλλησπόντου, ἔνθεν πορεύεσθαι ἤρξαντο οἱ βάρβαροι, ἕνα αὐτοῦ διατρίψαντες μῆνα ἐν τῷ διέβαινον ἐς τὴν Εὐρώπην, ἐν τρισὶ ἑτέροισι μησὶ ἐγένοντο ἐν τῇ Ἀττικῇ, Καλλιάδεω ἄρχοντος Ἀθηναίοισι. (2) καὶ αἱρέουσι ἔρημον τὸ ἄστυ, καί τινας ὀλίγους εὑρίσκουσι τῶν Ἀθηναίων ἐν τῷ ἱρῷ ἐόντας, ταμίας τε τοῦ ἱροῦ καὶ πένητας ἀνθρώπους, οἳ φραξάμενοι τὴν ἀκρόπολιν θύρῃσί τε καὶ ξύλοισι ἠμύνοντο τοὺς ἐπιόντας, ἅμα μὲν ὑπ᾽ ἀσθενείης βίου οὐκ ἐκχωρήσαντες ἐς Σαλαμῖνα, πρὸς δὲ αὐτοὶ δοκέοντες ἐξευρηκέναι τὸ μαντήιον τὸ ἡ Πυθίη σφι ἔχρησε, τὸ ξύλινον τεῖχος ἀνάλωτον ἔσεσθαι· αὐτὸ δὴ τοῦτο εἶναι τὸ κρησφύγετον κατὰ τὸ μαντήιον καὶ οὐ τὰς νέας.
 
[8,52] οἱ δὲ Πέρσαι ἱζόμενοι ἐπὶ τὸν καταντίον τῆς ἀκροπόλιος ὄχθον, τὸν Ἀθηναῖοι καλέουσι Ἀρήιον πάγον, ἐπολιόρκεον τρόπον τοιόνδε· ὅκως στυππεῖον περὶ τοὺς ὀιστοὺς περιθέντες ἅψειαν, ἐτόξευον ἐς τὸ φράγμα. ἐνθαῦτα Ἀθηναίων οἱ πολιορκεόμενοι ὅμως ἠμύνοντο, καίπερ ἐς τὸ ἔσχατον κακοῦ ἀπιγμένοι καὶ τοῦ φράγματος προδεδωκότος· (2) οὐδὲ λόγους τῶν Πεισιστρατιδέων προσφερόντων περὶ ὁμολογίης ἐνεδέκοντο, ἀμυνόμενοι δὲ ἄλλα τε ἀντεμηχανῶντο καὶ δὴ καὶ προσιόντων τῶν βαρβάρων πρὸς τὰς πύλας ὀλοιτρόχους ἀπίεσαν, ὥστε Ξέρξην ἐπὶ χρόνον συχνὸν ἀπορίῃσι ἐνέχεσθαι οὐ δυνάμενον σφέας ἑλεῖν.
 
[8,53] χρόνῳ δ᾽ ἐκ τῶν ἀπόρων ἐφάνη δή τις ἔξοδος τοῖσι βαρβάροισι· ἔδεε γὰρ κατὰ τὸ θεοπρόπιον πᾶσαν τὴν Ἀττικὴν τὴν ἐν τῇ ἠπείρῳ γενέσθαι ὑπὸ Πέρσῃσι. ἔμπροσθε ὦν πρὸ τῆς ἀκροπόλιος, ὄπισθε δὲ τῶν πυλέων καὶ τῆς ἀνόδου, τῇ δὴ οὔτε τις ἐφύλασσε οὔτ᾽ ἂν ἤλπισε μή κοτέ τις κατὰ ταῦτα ἀναβαίη ἀνθρώπων, ταύτῃ ἀνέβησαν τινὲς κατὰ τὸ ἱρὸν τῆς Κέκροπος θυγατρὸς Ἀγλαύρου, καίτοι περ ἀποκρήμνου ἐόντος τοῦ χώρου. (2) ὡς δὲ εἶδον αὐτοὺς ἀναβεβηκότας οἱ Ἀθηναῖοι ἐπὶ τὴν ἀκρόπολιν, οἳ μὲν ἐρρίπτεον ἑωυτοὺς κατὰ τοῦ τείχεος κάτω καὶ διεφθείροντο, οἳ δὲ ἐς τὸ μέγαρον κατέφευγον. τῶν δὲ Περσέων οἱ ἀναβεβηκότες πρῶτον μὲν ἐτράποντο πρὸς τὰς πύλας, ταύτας δὲ ἀνοίξαντες τοὺς ἱκέτας ἐφόνευον· ἐπεὶ δέ σφι πάντες κατέστρωντο, τὸ ἱρὸν συλήσαντες ἐνέπρησαν πᾶσαν τὴν ἀκρόπολιν.
 
[8,54] σχὼν δὲ παντελέως τὰς Ἀθήνας Ξέρξης ἀπέπεμψε ἐς Σοῦσα ἄγγελον ἱππέα Ἀρταβάνῳ ἀγγελέοντα τὴν παρεοῦσάν σφι εὐπρηξίην. ἀπὸ δὲ τῆς πέμψιος τοῦ κήρυκος δευτέρῃ ἡμέρῃ συγκαλέσας Ἀθηναίων τοὺς φυγάδας, ἑωυτῷ δὲ ἑπομένους, ἐκέλευε τρόπῳ τῷ σφετέρῳ θῦσαι τὰ ἱρὰ ἀναβάντας ἐς τὴν ἀκρόπολιν, εἴτε δὴ ὦν ὄψιν τινὰ ἰδὼν ἐνυπνίου ἐνετέλλετο ταῦτα, εἴτε καὶ ἐνθύμιόν οἱ ἐγένετο ἐμπρήσαντι τὸ ἱρόν. οἱ δὲ φυγάδες τῶν Ἀθηναίων ἐποίησαν τὰ ἐντεταλμένα.
 
[8,55] τοῦ δὲ εἵνεκεν τούτων ἐπεμνήσθην, φράσω. ἔστι ἐν τῇ ἀκροπόλι ταύτῃ Ἐρεχθέος τοῦ γηγενέος λεγομένου εἶναι νηός, ἐν τῷ ἐλαίη τε καὶ θάλασσα ἔνι, τὰ λόγος παρὰ Ἀθηναίων Ποσειδέωνά τε καὶ Ἀθηναίην ἐρίσαντας περὶ τῆς χώρης μαρτύρια θέσθαι. ταύτην ὦν τὴν ἐλαίην ἅμα τῷ ἄλλῳ ἱρῷ κατέλαβε ἐμπρησθῆναι ὑπὸ τῶν βαρβάρων· δευτέρῃ δὲ ἡμέρῃ ἀπὸ τῆς ἐμπρήσιος Ἀθηναίων οἱ θύειν ὑπὸ βασιλέος κελευόμενοι ὡς ἀνέβησαν ἐς τὸ ἱρόν, ὥρων βλαστὸν ἐκ τοῦ στελέχεος ὅσον τε πηχυαῖον ἀναδεδραμηκότα. οὗτοι μέν νυν ταῦτα ἔφρασαν.

Συζητήσεις για το πού θα δοθεί η ναυμαχία

[8,56] οἱ δὲ ἐν Σαλαμῖνι Ἕλληνες, ὥς σφι ἐξηγγέλθη ὡς ἔσχε τὰ περὶ τὴν Ἀθηναίων ἀκρόπολιν, ἐς τοσοῦτον θόρυβον ἀπίκοντο ὡς ἔνιοι τῶν στρατηγῶν οὐδὲ κυρωθῆναι ἔμενον τὸ προκείμενον πρῆγμα, ἀλλ᾽ ἔς τε τὰς νέας ἐσέπιπτον καὶ ἱστία ἀείροντο ὡς ἀποθευσόμενοι· τοῖσί τε ὑπολειπομένοισι αὐτῶν ἐκυρώθη πρὸ τοῦ Ἰσθμοῦ ναυμαχέειν. νύξ τε ἐγίνετο καὶ οἳ διαλυθέντες ἐκ τοῦ συνεδρίου ἐσέβαινον ἐς τὰς νέας.
 
[8,57] ἐνθαῦτα δὴ Θεμιστοκλέα ἀπικόμενον ἐπὶ τὴν νέα εἴρετο Μνησίφιλος ἀνὴρ Ἀθηναῖος ὅ τι σφι εἴη βεβουλευμένον. πυθόμενος δὲ πρὸς αὐτοῦ ὡς εἴη δεδογμένον ἀνάγειν τὰς νέας πρὸς τὸν Ἰσθμὸν καὶ πρὸ τῆς Πελοποννήσου ναυμαχέειν, εἶπε (2) “οὔτ᾽ ἄρα, ἤν ἀπαείρωσι τὰς νέας ἀπὸ Σαλαμῖνος, περὶ οὐδεμιῆς ἔτι πατρίδος ναυμαχήσεις· κατὰ γὰρ πόλις ἕκαστοι τρέψονται, καὶ οὔτε σφέας Εὐρυβιάδης κατέχειν δυνήσεται οὔτε τις ἀνθρώπων ἄλλος ὥστε μὴ οὐ διασκεδασθῆναι τὴν στρατιήν· ἀπολέεταί τε ἡ Ἑλλὰς ἀβουλίῃσι. ἀλλ᾽ εἴ τις ἐστὶ μηχανή, ἴθι καὶ πειρῶ διαχέαι τὰ βεβουλευμένα, ἤν κως δύνῃ ἀναγνῶσαι Εὐρυβιάδην μεταβουλεύσασθαι ὥστε αὐτοῦ μένειν”.
 
[8,58] κάρτα τε τῷ Θεμιστοκλέι ἤρεσε ἡ ὑποθήκη, καὶ οὐδὲν πρὸς ταῦτα ἀμειψάμενος ἤιε ἐπὶ τὴν νέα τὴν Εὐρυβιάδεω. ἀπικόμενος δὲ ἔφη ἐθέλειν οἱ κοινόν τι πρῆγμα συμμῖξαι· ὃ δ᾽ αὐτὸν ἐς τὴν νέα ἐκέλευε ἐσβάντα λέγειν, εἴ τι θέλει. (2) ἐνθαῦτα ὁ Θεμιστοκλέης παριζόμενός οἱ καταλέγει ἐκεῖνά τε πάντα τὰ ἤκουσε Μνησιφίλου, ἑωυτοῦ ποιεύμενος, καὶ ἄλλα πολλὰ προστιθείς, ἐς ὃ ἀνέγνωσε χρηίζων ἔκ τε τῆς νεὸς ἐκβῆναι συλλέξαι τε τοὺς στρατηγοὺς ἐς τὸ συνέδριον.
 
[8,59] ὡς δὲ ἄρα συνελέχθησαν, πρὶν ἢ τὸν Εὐρυβιάδην προθεῖναι τὸν λόγον τῶν εἵνεκα συνήγαγε τοὺς στρατηγούς, πολλὸς ἦν ὁ Θεμιστοκλέης ἐν τοῖσι λόγοισι οἷα κάρτα δεόμενος· λέγοντος δὲ αὐτοῦ, ὁ Κορίνθιος στρατηγὸς Ἀδείμαντος ὁ Ὠκύτου εἶπε “ὦ Θεμιστόκλεες, ἐν τοῖσι ἀγῶσι οἱ προεξανιστάμενοι ῥαπίζονται”. ὁ δὲ ἀπολυόμενος ἔφη “οἱ δέ γε ἐγκαταλειπόμενοι οὐ στεφανοῦνται”.
 
[8,60] τότε μὲν ἠπίως πρὸς τὸν Κορίνθιον ἀμείψατο, πρὸς δὲ τὸν Εὐρυβιάδην ἔλεγε ἐκείνων μὲν ἔτι οὐδὲν τῶν πρότερον λεχθέντων, ὡς ἐπεὰν ἀπαείρωσι ἀπὸ Σαλαμῖνος διαδρήσονται· παρεόντων γὰρ τῶν συμμάχων οὐκ ἔφερέ οἱ κόσμον οὐδένα κατηγορέειν· ὁ δὲ ἄλλου λόγου εἴχετο, λέγων τάδε. (60A) “ἐν σοὶ νῦν ἐστὶ σῶσαι τὴν Ἑλλάδα, ἢν ἐμοὶ πείθῃ ναυμαχίην αὐτοῦ μένων ποιέεσθαι, μηδὲ πειθόμενος τούτων τοῖσι λόγοισι ἀναζεύξῃς πρὸς τὸν Ἰσθμὸν τὰς νέας. ἀντίθες γὰρ ἑκάτερον ἀκούσας. πρὸς μὲν τῷ Ἰσθμῷ συμβάλλων ἐν πελάγεϊ ἀναπεπταμένῳ ναυμαχήσεις, ἐς τὸ ἥκιστα ἡμῖν σύμφορον ἐστὶ νέας ἔχουσι βαρυτέρας καὶ ἀριθμὸν ἐλάσσονας· τοῦτο δὲ ἀπολέεις Σαλαμῖνά τε καὶ Μέγαρα καὶ Αἴγιναν, ἤν περ καὶ τὰ ἄλλα εὐτυχήσωμεν. ἅμα δὲ τῷ ναυτικῷ αὐτῶν ἕψεται καὶ ὁ πεζὸς στρατός, καὶ οὕτω σφέας αὐτὸς ἄξεις ἐπὶ τὴν Πελοπόννησον, κινδυνεύσεις τε ἁπάσῃ τῇ Ἑλλάδι. (60B) ἢν δὲ τὰ ἐγὼ λέγω ποιήσῃς, τοσάδε ἐν αὐτοῖσι χρηστὰ εὑρήσεις· πρῶτα μὲν ἐν στεινῷ συμβάλλοντες νηυσὶ ὀλίγῃσι πρὸς πολλάς, ἢν τὰ οἰκότα ἐκ τοῦ πολέμου ἐκβαίνῃ, πολλὸν κρατήσομεν· τὸ γὰρ ἐν στεινῷ ναυμαχέειν πρὸς ἡμέων ἐστί, ἐν εὐρυχωρίῃ δὲ πρὸς ἐκείνων. αὖτις δὲ Σαλαμὶς περιγίνεται, ἐς τὴν ἡμῖν ὑπέκκειται τέκνα τε καὶ γυναῖκες. καὶ μὲν καὶ τόδε ἐν αὐτοῖσι ἔνεστι, τοῦ καὶ περιέχεσθε μάλιστα· ὁμοίως αὐτοῦ τε μένων προναυμαχήσεις Πελοποννήσου καὶ πρὸς τῷ Ἰσθμῷ, οὐδὲ σφέας, εἴ περ εὖ φρονέεις, ἄξεις ἐπὶ τὴν Πελοπόννησον. (60C) ἢν δέ γε καὶ τὰ ἐγὼ ἐλπίζω γένηται καὶ νικήσωμεν τῇσι νηυσί, οὔτε ὑμῖν ἐς τὸν Ἰσθμὸν παρέσονται οἱ βάρβαροι οὔτε προβήσονται ἑκαστέρω τῆς Ἀττικῆς, ἀπίασί τε οὐδενὶ κόσμῳ, Μεγάροισί τε κερδανέομεν περιεοῦσι καὶ Αἰγίνῃ καὶ Σαλαμῖνι, ἐν τῇ ἡμῖν καὶ λόγιον ἐστὶ τῶν ἐχθρῶν κατύπερθε γενέσθαι. οἰκότα μέν νυν βουλευομένοισι ἀνθρώποισι ὡς τὸ ἐπίπαν ἐθέλει γίνεσθαι· μὴ δὲ οἰκότα βουλευομένοισι οὐκ ἐθέλει οὐδὲ ὁ θεὸς προσχωρέειν πρὸς τὰς ἀνθρωπηίας γνώμας”.
 
[8,61] ταῦτα λέγοντος Θεμιστοκλέος αὖτις ὁ Κορίνθιος Ἀδείμαντος ἐπεφέρετο, σιγᾶν τε κελεύων τῷ μὴ ἐστὶ πατρὶς καὶ Εὐρυβιάδην οὐκ ἐῶν ἐπιψηφίζειν ἀπόλι ἀνδρί· πόλιν γὰρ τὸν Θεμιστοκλέα παρεχόμενον οὕτω ἐκέλευε γνώμας συμβάλλεσθαι. ταῦτα δέ οἱ προέφερε ὅτι ἡλώκεσάν τε καὶ κατείχοντο αἱ Ἀθῆναι. (2) τότε δὴ ὁ Θεμιστοκλέης κεῖνόν τε καὶ τοὺς Κορινθίους πολλά τε καὶ κακὰ ἔλεγε, ἑωυτοῖσι τε ἐδήλου λόγῳ ὡς εἴη καὶ πόλις καὶ γῆ μέζων ἤ περ ἐκείνοισι, ἔστ᾽ ἂν διηκόσιαι νέες σφι ἔωσι πεπληρωμέναι· οὐδαμοὺς γὰρ Ἑλλήνων αὐτοὺς ἐπιόντας ἀποκρούσεσθαι.
 
[8,62] σημαίνων δὲ ταῦτα τῷ λόγῳ διέβαινε ἐς Εὐρυβιάδην, λέγων μᾶλλον ἐπεστραμμένα. “σὺ εἰ μενέεις αὐτοῦ καὶ μένων ἔσεαι ἀνὴρ ἀγαθός· εἰ δὲ μή, ἀνατρέψεις τὴν Ἑλλάδα· τὸ πᾶν γὰρ ἡμῖν τοῦ πολέμου φέρουσι αἱ νέες. ἀλλ᾽ ἐμοὶ πείθεο. (2) εἰ δὲ ταῦτα μὴ ποιήσῃς, ἡμεῖς μὲν ὡς ἔχομεν ἀναλαβόντες τοὺς οἰκέτας κομιεύμεθα ἐς Σῖριν τὴν ἐν Ἰταλίῃ, ἥ περ ἡμετέρη τε ἐστὶ ἐκ παλαιοῦ ἔτι, καὶ τὰ λόγια λέγει ὑπ᾽ ἡμέων αὐτὴν δέειν κτισθῆναι· ὑμεῖς δὲ συμμάχων τοιῶνδε μουνωθέντες μεμνήσεσθε τῶν ἐμῶν λόγων”.
 
[8,63] ταῦτα δὲ Θεμιστοκλέος λέγοντος ἀνεδιδάσκετο Εὐρυβιάδης· δοκέειν δέ μοι, ἀρρωδήσας μάλιστα τοὺς Ἀθηναίους ἀνεδιδάσκετο, μή σφεας ἀπολίπωσι, ἢν πρὸς τὸν Ἰσθμὸν ἀγάγῃ τὰς νέας· ἀπολιπόντων γὰρ Ἀθηναίων οὐκέτι ἐγίνοντο ἀξιόμαχοι οἱ λοιποί. ταύτην δὲ αἱρέεται τὴν γνώμην, αὐτοῦ μένοντας διαναυμαχέειν.
 
[8,64] οὕτω μὲν οἱ περὶ Σαλαμῖνα ἔπεσι ἀκροβολισάμενοι, ἐπείτε Εὐρυβιάδῃ ἔδοξε, αὐτοῦ παρεσκευάζοντο ὡς ναυμαχήσοντες. ἡμέρη τε ἐγίνετο καὶ ἅμα τῷ ἡλίῳ ἀνιόντι σεισμὸς ἐγένετο ἔν τε τῇ γῇ καὶ τῇ θαλάσσῃ. (2) ἔδοξε δέ σφι εὔξασθαι τοῖσι θεοῖσι καὶ ἐπικαλέσασθαι τοὺς Αἰακίδας συμμάχους. ὡς δέ σφι ἔδοξε, καὶ ἐποίευν ταῦτα· εὐξάμενοι γὰρ πᾶσι τοῖσι θεοῖσι, αὐτόθεν μὲν ἐκ Σαλαμῖνος Αἴαντά τε καὶ Τελαμῶνα ἐπεκαλέοντο, ἐπὶ δὲ Αἰακὸν καὶ τοὺς ἄλλους Αἰακίδας νέα ἀπέστελλον ἐς Αἴγιναν.
 
[8,65] ἔφη δὲ Δίκαιος ὁ Θεοκύδεος, ἀνὴρ Ἀθηναῖος φυγάς τε καὶ παρὰ Μήδοισι λόγιμος γενόμενος τοῦτον τὸν χρόνον, ἐπείτε ἐκείρετο ἡ Ἀττικὴ χώρη ὑπὸ τοῦ πεζοῦ στρατοῦ τοῦ Ξέρξεω ἐοῦσα ἔρημος Ἀθηναίων, τυχεῖν τότε ἐὼν ἅμα Δημαρήτῳ τῷ Λακεδαιμονίῳ ἐν τῷ Θριασίῳ πεδίῳ, ἰδεῖν δὲ κονιορτὸν χωρέοντα ἀπ᾽ Ἐλευσῖνος ὡς ἀνδρῶν μάλιστά κῃ τρισμυρίων, ἀποθωμάζειν τε σφέας τὸν κονιορτὸν ὅτεων κοτὲ εἴη ἀνθρώπων, καὶ πρόκατε φωνῆς ἀκούειν, καί οἱ φαίνεσθαι τὴν φωνὴν εἶναι τὸν μυστικὸν ἴακχον. (2) εἶναι δ᾽ ἀδαήμονα τῶν ἱρῶν τῶν ἐν Ἐλευσῖνι γινομένων τὸν Δημάρητον, εἰρέσθαί τε αὐτὸν ὅ τι τὸ φθεγγόμενον εἴη τοῦτο. αὐτὸς δὲ εἰπεῖν “Δημάρητε, οὐκ ἔστι ὅκως οὐ μέγα τι σίνος ἔσται τῇ βασιλέος στρατιῇ· τάδε γὰρ ἀρίδηλα, ἐρήμου ἐούσης τῆς Ἀττικῆς, ὅτι θεῖον τὸ φθεγγόμενον, ἀπ᾽ Ἐλευσῖνος ἰὸν ἐς τιμωρίην Ἀθηναίοισί τε καὶ τοῖσι συμμάχοισι. (3) καὶ ἢν μέν γε κατασκήψῃ ἐς τὴν Πελοπόννησον, κίνδυνος αὐτῷ τε βασιλέι καὶ τῇ στρατιῇ τῇ ἐν τῇ ἠπείρῳ ἔσται, ἢν δὲ ἐπὶ τὰς νέας τράπηται τὰς ἐν Σαλαμῖνι, τὸν ναυτικὸν στρατὸν κινδυνεύσει βασιλεὺς ἀποβαλεῖν. (4) τὴν δὲ ὁρτὴν ταύτην ἄγουσι Ἀθηναῖοι ἀνὰ πάντα ἔτεα τῇ Μητρὶ καὶ τῇ Κούρῃ, καὶ αὐτῶν τε ὁ βουλόμενος καὶ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων μυεῖται· καὶ τὴν φωνὴν τῆς ἀκούεις ἐν ταύτῃ τῇ ὁρτῇ ἰακχάζουσι”. πρὸς ταῦτα εἰπεῖν Δημάρητον “σίγα τε καὶ μηδενὶ ἄλλῳ τὸν λόγον τοῦτον εἴπῃς· (5) ἢν γάρ τοι ἐς βασιλέα ἀνενειχθῇ τὰ ἔπεα ταῦτα, ἀποβαλέεις τὴν κεφαλήν, καὶ σε οὔτε ἐγὼ δυνήσομαι ῥύσασθαι οὔτ᾽ ἄλλος ἀνθρώπων οὐδὲ εἶς. ἀλλ᾽ ἔχ᾽ ἥσυχος, περὶ δὲ στρατιῆς τῆσδε θεοῖσι μελήσει”. (6) τὸν μὲν δὴ ταῦτα παραινέειν, ἐκ δὲ τοῦ κονιορτοῦ καὶ τῆς φωνῆς γενέσθαι νέφος καὶ μεταρσιωθὲν φέρεσθαι ἐπὶ Σαλαμῖνος ἐπὶ τὸ στρατόπεδον τὸ τῶν Ἑλλήνων. οὕτω δὴ αὐτοὺς μαθεῖν ὅτι τὸ ναυτικὸν τὸ Ξέρξεω ἀπολέεσθαι μέλλοι. ταῦτα μὲν Δίκαιος ὁ Θεοκύδεος ἔλεγε, Δημαρήτου τε καὶ ἄλλων μαρτύρων καταπτόμενος. 

Συζητήσεις μεταξύ των Περσών

[8,66] οἱ δὲ ἐς τὸν Ξέρξεω ναυτικὸν στρατὸν ταχθέντες, ἐπειδὴ ἐκ Τρηχῖνος θεησάμενοι τὸ τρῶμα τὸ Λακωνικὸν διέβησαν ἐς τὴν Ἱστιαίην, ἐπισχόντες ἡμέρας τρεῖς ἔπλεον δι᾽ Εὐρίπου, καὶ ἐν ἑτέρῃσι τρισὶ ἡμέρῃσι ἐγένοντο ἐν Φαλήρῳ. ὡς μὲν ἐμοὶ δοκέειν, οὐκ ἐλάσσονες ἐόντες ἀριθμὸν ἐσέβαλον ἐς τὰς Ἀθήνας, κατά τε ἤπειρον καὶ τῇσι νηυσὶ ἀπικόμενοι, ἢ ἐπί τε Σηπιάδα ἀπίκοντο καὶ ἐς Θερμοπύλας· (2) ἀντιθήσω γὰρ τοῖσί τε ὑπὸ τοῦ χειμῶνος αὐτῶν ἀπολομένοισι καὶ τοῖσι ἐν Θερμοπύλῃσι καὶ τῇσι ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ ναυμαχίῃσι τούσδε τοὺς τότε οὔκω ἑπομένους βασιλέι, Μηλιέας καὶ Δωριέας καὶ Λοκροὺς καὶ Βοιωτοὺς πανστρατιῇ ἑπομένους πλὴν Θεσπιέων καὶ Πλαταιέων, καὶ μάλα Καρυστίους τε καὶ Ἀνδρίους καὶ Τηνίους τε καὶ τοὺς λοιποὺς νησιώτας πάντας, πλὴν τῶν πέντε πολίων τῶν ἐπεμνήσθημεν πρότερον τὰ οὐνόματα. ὅσῳ γὰρ δὴ προέβαινε ἐσωτέρω τῆς Ἑλλάδος ὁ Πέρσης, τοσούτῳ πλέω ἔθνεά οἱ εἵπετο.
 
 
[8,67] ἐπεὶ ὦν ἀπίκατο ἐς τὰς Ἀθήνας πάντες οὗτοι πλὴν Παρίων (Πάριοι δὲ ὑπολειφθέντες ἐν Κύθνῳ ἐκαραδόκεον τὸν πόλεμον κῇ ἀποβήσεται), οἱ δὲ λοιποὶ ὡς ἀπίκοντο ἐς τὸ Φάληρον, ἐνθαῦτα κατέβη αὐτὸς Ξέρξης ἐπὶ τὰς νέας, ἐθέλων σφι συμμῖξαί τε καὶ πυθέσθαι τῶν ἐπιπλεόντων τὰς γνώμας. (2) ἐπεὶ δὲ ἀπικόμενος προΐζετο, παρῆσαν μετάπεμπτοι οἱ τῶν ἐθνέων τῶν σφετέρων τύραννοι καὶ ταξίαρχοι ἀπὸ τῶν νεῶν, καὶ ἵζοντο ὥς σφι βασιλεὺς ἑκάστῳ τιμὴν ἐδεδώκεε, πρῶτος μὲν ὁ Σιδώνιος βασιλεύς, μετὰ δὲ ὁ Τύριος, ἐπὶ δὲ ὧλλοι. ὡς δὲ κόσμῳ ἐπεξῆς ἵζοντο, πέμψας Ξέρξης Μαρδόνιον εἰρώτα ἀποπειρώμενος ἑκάστου εἰ ναυμαχίην ποιέοιτο.
 
 
 
[8,68] ἐπεὶ δὲ περιιὼν εἰρώτα ὁ Μαρδόνιος ἀρξάμενος ἀπὸ τοῦ Σιδωνίου, οἱ μὲν ἄλλοι κατὰ τὠυτὸ γνώμην ἐξεφέροντο κελεύοντες ναυμαχίην ποιέεσθαι, Ἀρτεμισίη δὲ τάδε ἔφη. (68A) “εἰπεῖν μοι πρὸς βασιλέα, Μαρδόνιε, ὡς ἐγὼ τάδε λέγω, οὔτε κακίστη γενομένη ἐν τῇσι ναυμαχίῃσι τῇσι πρὸς Εὐβοίῃ οὔτε ἐλάχιστα ἀποδεξαμένη. δέσποτα, τὴν δὲ ἐοῦσαν γνώμην με δίκαιον ἐστὶ ἀποδείκνυσθαι, τὰ τυγχάνω φρονέουσα ἄριστα ἐς πρήγματα τὰ σά. καὶ τοι τάδε λέγω, φείδεο τῶν νεῶν μηδὲ ναυμαχίην ποιέο. οἱ γὰρ ἄνδρες τῶν σῶν ἀνδρῶν κρέσσονες τοσοῦτο εἰσὶ κατὰ θάλασσαν ὅσον ἄνδρες γυναικῶν. (2) τί δὲ πάντως δέει σε ναυμαχίῃσι ἀνακινδυνεύειν; οὐκ ἔχεις μὲν τὰς Ἀθήνας, τῶν περ εἵνεκα ὁρμήθης στρατεύεσθαι, ἔχεις δὲ τὴν ἄλλην Ἑλλάδα ; ἐμποδὼν δέ τοι ἵσταται οὐδείς· οἳ δέ τοι ἀντέστησαν, ἀπήλλαξαν οὕτω ὡς κείνους ἔπρεπε. (68B) τῇ δὲ ἐγὼ δοκέω ἀποβήσεσθαι τὰ τῶν ἀντιπολέμων πρήγματα, τοῦτο φράσω. ἢν μὲν μὴ ἐπειχθῇς ναυμαχίην ποιεύμενος, ἀλλὰ τὰς νέας αὐτοῦ ἔχῃς πρὸς γῇ μένων ἢ καὶ προβαίνων ἐς τὴν Πελοπόννησον, εὐπετέως τοι δέσποτα χωρήσει τὰ νοέων ἐλήλυθας. (2) οὐ γὰρ οἷοί τε πολλὸν χρόνον εἰσί τοι ἀντέχειν οἱ Ἕλληνες, ἀλλὰ σφέας διασκεδᾷς, κατὰ πόλις δὲ ἕκαστοι φεύξονται. οὔτε γὰρ σῖτος πάρα σφι ἐν τῇ νήσῳ ταύτῃ, ὡς ἐγὼ πυνθάνομαι, οὔτε αὐτοὺς οἰκός, ἢν σὺ ἐπὶ τὴν Πελοπόννησον ἐλαύνῃς τὸν πεζὸν στρατόν, ἀτρεμιεῖν τοὺς ἐκεῖθεν αὐτῶν ἥκοντας, οὐδέ σφι μελήσει πρὸ τῶν Ἀθηνέων ναυμαχέειν. (68C) ἢν δὲ αὐτίκα ἐπειχθῇς ναυμαχῆσαι, δειμαίνω μὴ ὁ ναυτικὸς στρατὸς κακωθεὶς τὸν πεζὸν προσδηλήσηται. πρὸς δὲ, ὦ βασιλεῦ, καὶ τόδε ἐς θυμὸν βάλευ, ὡς τοῖσι μὲν χρηστοῖσι τῶν ἀνθρώπων κακοὶ δοῦλοι φιλέουσι γίνεσθαι, τοῖσι δὲ κακοῖσι χρηστοί. σοὶ δὲ ἐόντι ἀρίστῳ ἀνδρῶν πάντων κακοὶ δοῦλοι εἰσί, οἳ ἐν συμμάχων λόγῳ λέγονται εἶναι ἐόντες Αἰγύπτιοί τε καὶ Κύπριοι καὶ Κίλικες καὶ Πάμφυλοι, τῶν ὄφελος ἐστὶ οὐδέν”.
 
[8,69] ταῦτα λεγούσης πρὸς Μαρδόνιον, ὅσοι μὲν ἦσαν εὔνοοι τῇ Ἀρτεμισίῃ, συμφορὴν ἐποιεῦντο τοὺς λόγους ὡς κακόν τι πεισομένης πρὸς βασιλέος, ὅτι οὐκ ἔα ναυμαχίην ποιέεσθαι· οἳ δὲ ἀγαιόμενοί τε καὶ φθονέοντες αὐτῇ, ἅτε ἐν πρώτοισι τετιμημένης διὰ πάντων τῶν συμμάχων, ἐτέρποντο τῇ ἀνακρίσι ὡς ἀπολεομένης αὐτῆς. (2) ἐπεὶ δὲ ἀνηνείχθησαν αἱ γνῶμαι ἐς Ξέρξην, κάρτα τε ἥσθη τῇ γνώμῃ τῇ Ἀρτεμισίης, καὶ νομίζων ἔτι πρότερον σπουδαίην εἶναι τότε πολλῷ μᾶλλον αἴνεε. ὅμως δὲ τοῖσι πλέοσι πείθεσθαι ἐκέλευε, τάδε καταδόξας, πρὸς μὲν Εὐβοίῃ σφέας ἐθελοκακέειν ὡς οὐ παρεόντος αὐτοῦ, τότε δὲ αὐτὸς παρεσκεύαστο θεήσασθαι ναυμαχέοντας.
 
[8,70] ἐπεὶ δὲ παρήγγελλον ἀναπλέειν, ἀνῆγον τὰς νέας ἐπὶ τὴν Σαλαμῖνα καὶ παρεκρίθησαν διαταχθέντες κατ᾽ ἡσυχίην. τότε μέν νυν οὐκ ἐξέχρησέ σφι ἡ ἡμέρη ναυμαχίην ποιήσασθαι· νὺξ γὰρ ἐπεγένετο· οἳ δὲ παρεσκευάζοντο ἐς τὴν ὑστεραίην. (2) τοὺς δὲ Ἕλληνας εἶχε δέος τε καὶ ἀρρωδίη, οὐκ ἥκιστα δὲ τοὺς ἀπὸ Πελοποννήσου· ἀρρώδεον δὲ ὅτι αὐτοὶ μὲν ἐν Σαλαμῖνι κατήμενοι ὑπὲρ γῆς τῆς Ἀθηναίων ναυμαχέειν μέλλοιεν, νικηθέντες τε ἐν νήσῳ ἀπολαμφθέντες πολιορκήσονται, ἀπέντες τὴν ἑωυτῶν ἀφύλακτον· τῶν δὲ βαρβάρων ὁ πεζὸς ὑπὸ τὴν παρεοῦσαν νύκτα ἐπορεύετο ἐπὶ τὴν Πελοπόννησον. 

Το χτίσιμο του τείχους στον Ισθμό

[8,71] καίτοι τὰ δυνατὰ πάντα ἐμεμηχάνητο ὅκως κατ᾽ ἤπειρον μὴ ἐσβάλοιεν οἱ βάρβαροι. ὡς γὰρ ἐπύθοντο τάχιστα Πελοποννήσιοι τοὺς ἀμφὶ Λεωνίδην ἐν Θερμοπύλῃσι τετελευτηκέναι, συνδραμόντες ἐκ τῶν πολίων ἐς τὸν Ἰσθμὸν ἵζοντο, καί σφι ἐπῆν στρατηγὸς Κλεόμβροτος ὁ Ἀναξανδρίδεω, Λεωνίδεω δὲ ἀδελφεός. (2) ἱζόμενοι δὲ ἐν τῷ Ἰσθμῷ καὶ συγχώσαντες τὴν Σκιρωνίδα ὁδόν, μετὰ τοῦτο ὥς σφι ἔδοξε βουλευομένοισι, οἰκοδόμεον διὰ τοῦ Ἰσθμοῦ τεῖχος. ἅτε δὲ ἐουσέων μυριάδων πολλέων καὶ παντὸς ἀνδρὸς ἐργαζομένου, ἤνετο τὸ ἔργον· καὶ γὰρ λίθοι καὶ πλίνθοι καὶ ξύλα καὶ φορμοὶ ψάμμου πλήρεες ἐσεφέροντο, καὶ ἐλίνυον οὐδένα χρόνον οἱ βοηθήσαντες ἐργαζόμενοι, οὔτε νυκτὸς οὔτε ἡμέρης.
 
[8,72] οἱ δὲ βοηθήσαντες ἐς τὸν Ἰσθμὸν πανδημεὶ οἵδε ἦσαν Ἑλλήνων, Λακεδαιμόνιοί τε καὶ Ἀρκάδες πάντες καὶ Ἠλεῖοι καὶ Κορίνθιοι καὶ Ἐπιδαύριοι καὶ Φλιάσιοι καὶ Τροιζήνιοι καὶ Ἑρμιονέες. οὗτοι μὲν ἦσαν οἱ βοηθήσαντες καὶ ὑπεραρρωδέοντες τῇ Ἑλλάδι κινδυνευούσῃ· τοῖσι δὲ ἄλλοισι Πελοποννησίοισι ἔμελε οὐδέν. Ὀλύμπια δὲ καὶ Κάρνεια παροιχώκεε ἤδη.
 
[8,73] οἰκέει δὲ τὴν Πελοπόννησον ἔθνεα ἑπτά. τούτων δὲ τὰ μὲν δύο αὐτόχθονα ἐόντα κατὰ χώρην ἵδρυται νῦν τε καὶ τὸ πάλαι οἴκεον, Ἀρκάδες τε καὶ Κυνούριοι· ἓν δὲ ἔθνος τὸ Ἀχαιϊκὸν ἐκ μὲν Πελοποννήσου οὐκ ἐξεχώρησε, ἐκ μέντοι τῆς ἑωυτῶν, οἰκέει δὲ τὴν ἀλλοτρίην. (2) τὰ δὲ λοιπὰ ἔθνεα τῶν ἑπτὰ τέσσερα ἐπήλυδα ἐστί, Δωριέες τε καὶ Αἰτωλοὶ καὶ Δρύοπες καὶ Λήμνιοι. Δωριέων μὲν πολλαί τε καὶ δόκιμοι πόλιες, Αἰτωλῶν δὲ Ἦλις μούνη, Δρυόπων δὲ Ἑρμιών τε καὶ Ἀσίνη ἡ πρὸς Καρδαμύλῃ τῇ Λακωνικῇ, Λημνίων δὲ Παρωρεῆται πάντες. (3) οἱ δὲ Κυνούριοι αὐτόχθονες ἐόντες δοκέουσι μοῦνοι εἶναι Ἴωνες, ἐκδεδωρίευνται δὲ ὑπό τε Ἀργείων ἀρχόμενοι καὶ τοῦ χρόνου, ἐόντες Ὀρνεῆται καὶ οἱ περίοικοι. τούτων ὦν τῶν ἑπτὰ ἐθνέων αἱ λοιπαὶ πόλιες, πάρεξ τῶν κατέλεξα, ἐκ τοῦ μέσου κατέατο· εἰ δὲ ἐλευθέρως ἔξεστι εἰπεῖν, ἐκ τοῦ κατήμενοι ἐμήδιζον.
 
[8,74] οἳ μὲν δὴ ἐν τῷ Ἰσθμῷ τοιούτῳ πόνῳ συνέστασαν, ἅτε περὶ τοῦ παντὸς ἤδη δρόμου θέοντες καὶ τῇσι νηυσὶ οὐκ ἐλπίζοντες ἐλλάμψεσθαι· οἳ δὲ ἐν Σαλαμῖνι ὅμως ταῦτα πυνθανόμενοι ἀρρώδεον, οὐκ οὕτω περὶ σφίσι αὐτοῖσι δειμαίνοντες ὡς περὶ τῇ Πελοποννήσῳ. (2) τέως μὲν δὴ αὐτῶν ἀνὴρ ἀνδρὶ παραστὰς σιγῇ λόγον ἐποιέετο, θῶμα ποιεύμενοι τὴν Εὐρυβιάδεω ἀβουλίην· τέλος δὲ ἐξερράγη ἐς τὸ μέσον. σύλλογός τε δὴ ἐγίνετο καὶ πολλὰ ἐλέγετο τῶν αὐτῶν, οἳ μὲν ὡς ἐς τὴν Πελοπόννησον χρεὸν εἴη ἀποπλέειν καὶ περὶ ἐκείνης κινδυνεύειν μηδὲ πρὸ χώρης δοριαλώτου μένοντας μάχεσθαι, Ἀθηναῖοι δὲ καὶ Αἰγινῆται καὶ Μεγαρέες αὐτοῦ μένοντας ἀμύνεσθαι.

Το τέχνασμα του Θεμιστοκλή

[8,75] ἐνθαῦτα Θεμιστοκλέης ὡς ἑσσοῦτο τῇ γνώμῃ ὑπὸ τῶν Πελοποννησίων, λαθὼν ἐξέρχεται ἐκ τοῦ συνεδρίου, ἐξελθὼν δὲ πέμπει ἐς τὸ στρατόπεδον τὸ Μήδων ἄνδρα πλοίῳ ἐντειλάμενος τὰ λέγειν χρεόν, τῷ οὔνομα μὲν ἦν Σίκιννος, οἰκέτης δὲ καὶ παιδαγωγὸς ἦν τῶν Θεμιστοκλέος παίδων· τὸν δὴ ὕστερον τούτων τῶν πρηγμάτων Θεμιστοκλέης Θεσπιέα τε ἐποίησε, ὡς ἐπεδέκοντο οἱ Θεσπιέες πολιήτας, καὶ χρήμασι ὄλβιον. (2) ὃς τότε πλοίῳ ἀπικόμενος ἔλεγε πρὸς τοὺς στρατηγοὺς τῶν βαρβάρων τάδε. “ἔπεμψέ με στρατηγὸς ὁ Ἀθηναίων λάθρῃ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων (τυγχάνει γὰρ φρονέων τὰ βασιλέος καὶ βουλόμενος μᾶλλον τὰ ὑμέτερα κατύπερθε γίνεσθαι ἢ τὰ τῶν Ἑλλήνων πρήγματα) φράσοντα ὅτι οἱ Ἕλληνες δρησμὸν βουλεύονται καταρρωδηκότες, καὶ νῦν παρέχει κάλλιστον ὑμέας ἔργων ἁπάντων ἐξεργάσασθαι, ἢν μὴ περιίδητε διαδράντας αὐτούς. (3) οὔτε γὰρ ἀλλήλοισι ὁμοφρονέουσι οὔτε ἀντιστήσονται ὑμῖν, πρὸς ἑωυτούς τε σφέας ὄψεσθε ναυμαχέοντας τοὺς τὰ ὑμέτερα φρονέοντας καὶ τοὺς μή”.
 
[8,76] ὃ μὲν ταῦτά σφι σημήνας ἐκποδὼν ἀπαλλάσσετο· τοῖσι δὲ ὡς πιστὰ ἐγίνετο τὰ ἀγγελθέντα, τοῦτο μὲν ἐς τὴν νησῖδα τὴν Ψυττάλειαν, μεταξὺ Σαλαμῖνός τε κειμένην καὶ τῆς ἠπείρου, πολλοὺς τῶν Περσέων ἀπεβιβάσαντο· τοῦτο δέ, ἐπειδὴ ἐγίνοντο μέσαι νύκτες, ἀνῆγον μὲν τὸ ἀπ᾽ ἑσπέρης κέρας κυκλούμενοι πρὸς τὴν Σαλαμῖνα, ἀνῆγον δὲ οἱ ἀμφὶ τὴν Κέον τε καὶ τὴν Κυνόσουραν τεταγμένοι, κατεῖχόν τε μέχρι Μουνυχίης πάντα τὸν πορθμὸν τῇσι νηυσί. (2) τῶνδε δὲ εἵνεκα ἀνῆγον τὰς νέας, ἵνα δὴ τοῖσι Ἕλλησι μηδὲ φυγεῖν ἐξῇ, ἀλλ᾽ ἀπολαμφθέντες ἐν τῇ Σαλαμῖνι δοῖεν τίσιν τῶν ἐπ᾽ Ἀρτεμισίῳ ἀγωνισμάτων. ἐς δὲ τὴν νησῖδα τὴν Ψυττάλειαν καλεομένην ἀπεβίβαζον τῶν Περσέων τῶνδε εἵνεκεν, ὡς ἐπεὰν γίνηται ναυμαχίη, ἐνθαῦτα μάλιστα ἐξοισομένων τῶν τε ἀνδρῶν καὶ τῶν ναυηγίων (ἐν γὰρ δὴ πόρῳ τῆς ναυμαχίης τῆς μελλούσης ἔσεσθαι ἔκειτο ἡ νῆσος), ἵνα τοὺς μὲν περιποιέωσι τοὺς δὲ διαφθείρωσι. (3) ἐποίευν δὲ σιγῇ ταῦτα, ὡς μὴ πυνθανοίατο οἱ ἐναντίοι. οἱ μὲν δὴ ταῦτα τῆς νυκτὸς οὐδὲν ἀποκοιμηθέντες παραρτέοντο.
 
[8,77] χρησμοῖσι δὲ οὐκ ἔχω ἀντιλέγειν ὡς οὐκ εἰσὶ ἀληθέες, οὐ βουλόμενος ἐναργέως λέγοντας πειρᾶσθαι καταβάλλειν, ἐς τοιάδε πρήγματα ἐσβλέψας. ἀλλ᾽ ὅταν Ἀρτέμιδος χρυσαόρου ἱερὸν ἀκτήν νηυσὶ γεφυρώσωσι καὶ εἰναλίην Κυνόσουραν ἐλπίδι μαινομένῃ, λιπαρὰς πέρσαντες Ἀθήνας, δῖα δίκη σβέσσει κρατερὸν κόρον, ὕβριος υἱόν, δεινὸν μαιμώοντα, δοκεῦντ᾽ ἀνὰ πάντα πίεσθαι. (2) χαλκὸς γὰρ χαλκῷ συμμίξεται, αἵματι δ᾽ Ἄρης πόντον φοινίξει. τότ᾽ ἐλεύθερον Ἑλλάδος ἦμαρ εὐρύοπα Κρονίδης ἐπάγει καὶ πότνια Νίκη. ἐς τοιαῦτα μὲν καὶ οὕτω ἐναργέως λέγοντι Βάκιδι ἀντιλογίης χρησμῶν πέρι οὔτε αὐτὸς λέγειν τολμέω οὔτε παρ᾽ ἄλλων ἐνδέκομαι.
 
[8,78] τῶν δὲ ἐν Σαλαμῖνι στρατηγῶν ἐγίνετο ὠθισμὸς λόγων πολλός· ᾔδεσαν δὲ οὔκω ὅτι σφέας περιεκυκλοῦντο τῇσι νηυσὶ οἱ βάρβαροι, ἀλλ᾽ ὥσπερ τῆς ἡμέρης ὥρων αὐτοὺς τεταγμένους, ἐδόκεον κατὰ χώρην εἶναι.
 
[8,79] συνεστηκότων δὲ τῶν στρατηγῶν, ἐξ Αἰγίνης διέβη Ἀριστείδης ὁ Λυσιμάχου, ἀνὴρ Ἀθηναῖος μὲν ἐξωστρακισμένος δὲ ὑπὸ τοῦ δήμου· τὸν ἐγὼ νενόμικα, πυνθανόμενος αὐτοῦ τὸν τρόπον, ἄριστον ἄνδρα γενέσθαι ἐν Ἀθήνῃσι καὶ δικαιότατον. (2) οὗτος ὡνὴρ στὰς ἐπὶ τὸ συνέδριον ἐξεκαλέετο Θεμιστοκλέα, ἐόντα μὲν ἑωυτῷ οὐ φίλον ἐχθρὸν δὲ τὰ μάλιστα· ὑπὸ δὲ μεγάθεος τῶν παρεόντων κακῶν λήθην ἐκείνων ποιεύμενος ἐξεκαλέετο, θέλων αὐτῷ συμμῖξαι· προακηκόεε δὲ ὅτι σπεύδοιεν οἱ ἀπὸ Πελοποννήσου ἀνάγειν τὰς νέας πρὸς τὸν Ἰσθμόν. (3) ὡς δὲ ἐξῆλθέ οἱ Θεμιστοκλέης, ἔλεγε Ἀριστείδης τάδε. “ἡμέας στασιάζειν χρεόν ἐστι ἔν τε τῷ ἄλλῳ καιρῷ καὶ δὴ καὶ ἐν τῷδε περὶ τοῦ ὁκότερος ἡμέων πλέω ἀγαθὰ τὴν πατρίδα ἐργάσεται. (4) λέγω δέ τοι ὅτι ἴσον ἐστὶ πολλά τε καὶ ὀλίγα λέγειν περὶ ἀποπλόου τοῦ ἐνθεῦτεν Πελοποννησίοισι. ἐγὼ γὰρ αὐτόπτης τοι λέγω γενόμενος ὅτι νῦν οὐδ᾽ ἢν θέλωσι Κορίνθιοί τε καὶ αὐτὸς Εὐρυβιάδης οἷοί τε ἔσονται ἐκπλῶσαι· περιεχόμεθα γὰρ ὑπὸ τῶν πολεμίων κύκλῳ. ἀλλ᾽ ἐσελθών σφι ταῦτα σήμηνον”. ὃ δ᾽ ἀμείβετο τοῖσιδε.
 
[8,80] “κάρτα τε χρηστὰ διακελεύεαι καὶ εὖ ἤγγειλας· τὰ γὰρ ἐγὼ ἐδεόμην γενέσθαι, αὐτὸς αὐτόπτης γενόμενος ἥκεις. ἴσθι γὰρ ἐξ ἐμέο τὰ ποιεύμενα ὑπὸ Μήδων· ἔδεε γάρ, ὅτε οὐκ ἑκόντες ἤθελον ἐς μάχην κατίστασθαι οἱ Ἕλληνες, ἀέκοντας παραστήσασθαι. σὺ δὲ ἐπεί περ ἥκεις χρηστὰ ἀπαγγέλλων, αὐτός σφι ἄγγειλον. (2) ἢν γὰρ ἐγὼ αὐτὰ λέγω, δόξω πλάσας λέγειν καὶ οὐ πείσω, ὡς οὐ ποιεύντων τῶν βαρβάρων ταῦτα. ἀλλά σφι σήμηνον αὐτὸς παρελθὼν ὡς ἔχει. ἐπεὰν δὲ σημήνῃς, ἢν μὲν πείθωνται, ταῦτα δὴ τὰ κάλλιστα, ἢν δὲ αὐτοῖσι μὴ πιστὰ γένηται, ὅμοιον ἡμῖν ἔσται· οὐ γὰρ ἔτι διαδρήσονται, εἴ περ περιεχόμεθα πανταχόθεν, ὡς σὺ λέγεις”.
 
[8,81] ἐνθαῦτα ἔλεγε παρελθὼν ὁ Ἀριστείδης, φάμενος ἐξ Αἰγίνης τε ἥκειν καὶ μόγις ἐκπλῶσαι λαθὼν τοὺς ἐπορμέοντας· περιέχεσθαι γὰρ πᾶν τὸ στρατόπεδον τὸ Ἑλληνικὸν ὑπὸ τῶν νεῶν τῶν Ξέρξεω· παραρτέεσθαι τε συνεβούλευε ὡς ἀλεξησομένους. καὶ ὃ μὲν ταῦτα εἴπας μετεστήκεε, τῶν δὲ αὖτις ἐγίνετο λόγων ἀμφισβασίη· οἱ γὰρ πλεῦνες τῶν στρατηγῶν οὐκ ἐπείθοντο τὰ ἐσαγγελθέντα.
 
[8,82] ἀπιστεόντων δὲ τούτων ἧκε τριήρης ἀνδρῶν Τηνίων αὐτομολέουσα, τῆς ἦρχε ἀνὴρ Παναίτιος ὁ Σωσιμένεος, ἥ περ δὴ ἔφερε τὴν ἀληθείην πᾶσαν. διὰ δὲ τοῦτο τὸ ἔργον ἐνεγράφησαν Τήνιοι ἐν Δελφοῖσι ἐς τὸν τρίποδα ἐν τοῖσι τὸν βάρβαρον κατελοῦσι. (2) σὺν δὲ ὦν ταύτῃ τῇ νηὶ τῇ αὐτομολησάσῃ ἐς Σαλαμῖνα καὶ τῇ πρότερον ἐπ᾽ Ἀρτεμίσιον τῇ Λημνίῃ ἐξεπληροῦτο τὸ ναυτικὸν τοῖσι Ἕλλησι ἐς τὰς ὀγδώκοντα καὶ τριηκοσίας νέας· δύο γὰρ δὴ νεῶν τότε κατέδεε ἐς τὸν ἀριθμόν. 


[8,83] τοῖσι δὲ Ἕλλησι ὡς πιστὰ δὴ τὰ λεγόμενα ἦν τῶν Τηνίων ῥήματα, παρεσκευάζοντο ὡς ναυμαχήσοντες. ἠώς τε διέφαινε καὶ οἳ σύλλογον τῶν ἐπιβατέων ποιησάμενοι, προηγόρευε εὖ ἔχοντα μὲν ἐκ πάντων Θεμιστοκλέης, τὰ δὲ ἔπεα ἦν πάντα κρέσσω τοῖσι ἥσσοσι ἀντιτιθέμενα, ὅσα δὴ ἐν ἀνθρώπου φύσι καὶ καταστάσι ἐγγίνεται· (2) παραινέσας δὲ τούτων τὰ κρέσσω αἱρέεσθαι καὶ καταπλέξας τὴν ῥῆσιν, ἐσβαίνειν ἐκέλευε ἐς τὰς νέας. καὶ οὗτοι μὲν δὴ ἐσέβαινον, καὶ ἧκε ἡ ἀπ᾽ Αἰγίνης τριήρης, ἣ κατὰ τοὺς Αἰακίδας ἀπεδήμησε.
 
[8,84] ἐνθαῦτα ἀνῆγον τὰς νέας ἁπάσας Ἕλληνες, ἀναγομένοισι δέ σφι αὐτίκα ἐπεκέατο οἱ βάρβαροι. οἱ μὲν δὴ ἄλλοι Ἕλληνες ἐπὶ πρύμνην ἀνεκρούοντο καὶ ὤκελλον τὰς νέας, Ἀμεινίης δὲ Παλληνεὺς ἀνὴρ Ἀθηναῖος ἐξαναχθεὶς νηὶ ἐμβάλλει· συμπλακείσης δὲ τῆς νεὸς καὶ οὐ δυναμένων ἀπαλλαγῆναι, οὕτω δὴ οἱ ἄλλοι Ἀμεινίῃ βοηθέοντες συνέμισγον. (2) Ἀθηναῖοι μὲν οὕτω λέγουσι τῆς ναυμαχίης γενέσθαι τὴν ἀρχήν, Αἰγινῆται δὲ τὴν κατὰ τοὺς Αἰακίδας ἀποδημήσασαν ἐς Αἴγιναν, ταύτην εἶναι τὴν ἄρξασαν. λέγεται δὲ καὶ τάδε, ὡς φάσμα σφι γυναικὸς ἐφάνη, φανεῖσαν δὲ διακελεύσασθαι ὥστε καὶ ἅπαν ἀκοῦσαι τὸ τῶν Ἑλλήνων στρατόπεδον, ὀνειδίσασαν πρότερον τάδε, “ὦ δαιμόνιοι, μέχρι κόσου ἔτι πρύμνην ἀνακρούεσθε;”
 
[8,85] κατὰ μὲν δὴ Ἀθηναίους ἐτετάχατο Φοίνικες (οὗτοι γὰρ εἶχον τὸ πρὸς Ἐλευσῖνός τε καὶ ἑσπέρης κέρας), κατὰ δὲ Λακεδαιμονίους Ἴωνες· οὗτοι δ᾽ εἶχον τὸ πρὸς τὴν ἠῶ τε καὶ τὸν Πειραιέα. ἐθελοκάκεον μέντοι αὐτῶν κατὰ τὰς Θεμιστοκλέος ἐντολὰς ὀλίγοι, οἱ δὲ πλεῦνες οὔ. (2) ἔχω μέν νυν συχνῶν οὐνόματα τριηράρχων καταλέξαι τῶν νέας Ἑλληνίδας ἑλόντων, χρήσομαι δὲ αὐτοῖσι οὐδὲν πλὴν Θεομήστορός τε τοῦ Ἀνδροδάμαντος καὶ Φυλάκου τοῦ Ἱστιαίου, Σαμίων ἀμφοτέρων. (3) τοῦδε δὲ εἵνεκα μέμνημαι τούτων μούνων, ὅτι Θεομήστωρ μὲν διὰ τοῦτο τὸ ἔργον Σάμου ἐτυράννευσε καταστησάντων τῶν Περσέων, Φύλακος δὲ εὐεργέτης βασιλέος ἀνεγράφη καὶ χώρῃ ἐδωρήθη πολλῇ. οἱ δ᾽ εὐεργέται βασιλέος ὀροσάγγαι καλέονται περσιστί.
 
[8,86] περὶ μέν νυν τούτους οὕτω εἶχε· τὸ δὲ πλῆθος τῶν νεῶν ἐν τῇ Σαλαμῖνι ἐκεραΐζετο, αἳ μὲν ὑπ᾽ Ἀθηναίων διαφθειρόμεναι αἳ δὲ ὑπ᾽ Αἰγινητέων. ἅτε γὰρ τῶν μὲν Ἑλλήνων σὺν κόσμῳ ναυμαχεόντων καὶ κατὰ τάξιν, τῶν δὲ βαρβάρων οὔτε τεταγμένων ἔτι οὔτε σὺν νόῳ ποιεόντων οὐδέν, ἔμελλε τοιοῦτό σφι συνοίσεσθαι οἷόν περ ἀπέβη. καίτοι ἦσάν γε καὶ ἐγένοντο ταύτην τὴν ἡμέρην μακρῷ ἀμείνονες αὐτοὶ ἑωυτῶν ἢ πρὸς Εὐβοίῃ, πᾶς τις προθυμεόμενος καὶ δειμαίνων Ξέρξην, ἐδόκεέ τε ἕκαστος ἑωυτὸν θεήσασθαι βασιλέα.
 
[8,87] κατὰ μὲν δὴ τοὺς ἄλλους οὐκ ἔχω μετεξετέρους εἰπεῖν ἀτρεκέως ὡς ἕκαστοι τῶν βαρβάρων ἢ τῶν Ἑλλήνων ἠγωνίζοντο· κατὰ δὲ Ἀρτεμισίην τάδε ἐγένετο, ἀπ᾽ ὧν εὐδοκίμησε μᾶλλον ἔτι παρὰ βασιλέι. (2) ἐπειδὴ γὰρ ἐς θόρυβον πολλὸν ἀπίκετο τὰ βασιλέος πρήγματα, ἐν τούτῳ τῷ καιρῷ ἡ νηῦς ἡ Ἀρτεμισίης ἐδιώκετο ὑπὸ νεὸς Ἀττικῆς· καὶ ἣ οὐκ ἔχουσα διαφυγεῖν, ἔμπροσθε γὰρ αὐτῆς ἦσαν ἄλλαι νέες φίλιαι, ἡ δὲ αὐτῆς πρὸς τῶν πολεμίων μάλιστα ἐτύγχανε ἐοῦσα, ἔδοξέ οἱ τόδε ποιῆσαι, τὸ καὶ συνήνεικε ποιησάσῃ. διωκομένη γὰρ ὑπὸ τῆς Ἀττικῆς φέρουσα ἐνέβαλε νηὶ φιλίῃ ἀνδρῶν τε Καλυνδέων καὶ αὐτοῦ ἐπιπλέοντος τοῦ Καλυνδέων βασιλέος Δαμασιθύμου. (3) εἰ μὲν καί τι νεῖκος πρὸς αὐτὸν ἐγεγόνεε ἔτι περὶ Ἑλλήσποντον ἐόντων, οὐ μέντοι ἔχω γε εἰπεῖν οὔτε εἰ ἐκ προνοίης αὐτὰ ἐποίησε, οὔτε εἰ συνεκύρησε ἡ τῶν Καλυνδέων κατὰ τύχην παραπεσοῦσα νηῦς. (4) ὡς δὲ ἐνέβαλέ τε καὶ κατέδυσε, εὐτυχίῃ χρησαμένη διπλᾶ ἑωυτὴν ἀγαθὰ ἐργάσατο. ὅ τε γὰρ τῆς Ἀττικῆς νεὸς τριήραρχος ὡς εἶδέ μιν ἐμβάλλουσαν νηὶ ἀνδρῶν βαρβάρων, νομίσας τὴν νέα τὴν Ἀρτεμισίης ἢ Ἑλληνίδα εἶναι ἢ αὐτομολέειν ἐκ τῶν βαρβάρων καὶ αὐτοῖσι ἀμύνειν, ἀποστρέψας πρὸς ἄλλας ἐτράπετο.
 
[8,88] τοῦτο μὲν τοιοῦτο αὐτῇ συνήνεικε γενέσθαι διαφυγεῖν τε καὶ μὴ ἀπολέσθαι, τοῦτο δὲ συνέβη ὥστε κακὸν ἐργασαμένην ἀπὸ τούτων αὐτὴν μάλιστα εὐδοκιμῆσαι παρὰ Ξέρξῃ. (2) λέγεται γὰρ βασιλέα θηεύμενον μαθεῖν τὴν νέα ἐμβαλοῦσαν, καὶ δή τινα εἰπεῖν τῶν παρεόντων “δέσποτα, ὁρᾷς Ἀρτεμισίην ὡς εὖ ἀγωνίζεται καὶ νέα τῶν πολεμίων κατέδυσε;” καὶ τὸν ἐπειρέσθαι εἰ ἀληθέως ἐστὶ Ἀρτεμισίης τὸ ἔργον, καὶ τοὺς φάναι, σαφέως τὸ ἐπίσημον τῆς νεὸς ἐπισταμένους· τὴν δὲ διαφθαρεῖσαν ἠπιστέατο εἶναι πολεμίην. (3) τά τε γὰρ ἄλλα, ὡς εἴρηται, αὐτῇ συνήνεικε ἐς εὐτυχίην γενόμενα, καὶ τὸ τῶν ἐκ τῆς Καλυνδικῆς νεὸς μηδένα ἀποσωθέντα κατήγορον γενέσθαι. Ξέρξην δὲ εἰπεῖν λέγεται πρὸς τὰ φραζόμενα “οἱ μὲν ἄνδρες γεγόνασί μοι γυναῖκες, αἱ δὲ γυναῖκες ἄνδρες”. ταῦτα μὲν Ξέρξην φασὶ εἰπεῖν.
 
[8,89] ἐν δὲ τῷ πόνῳ τούτῳ ἀπὸ μὲν ἔθανε ὁ στρατηγὸς Ἀριαβίγνης ὁ Δαρείου, Ξέρξεω ἐὼν ἀδελφεός, ἀπὸ δὲ ἄλλοι πολλοί τε καὶ ὀνομαστοὶ Περσέων καὶ Μήδων καὶ τῶν ἄλλων συμμάχων, ὀλίγοι δὲ τινὲς καὶ Ἑλλήνων· ἅτε γὰρ νέειν ἐπιστάμενοι, τοῖσι αἱ νέες διεφθείροντο, καὶ μὴ ἐν χειρῶν νόμῳ ἀπολλύμενοι, ἐς τὴν Σαλαμῖνα διένεον. (2) τῶν δὲ βαρβάρων οἱ πολλοὶ ἐν τῇ θαλάσσῃ διεφθάρησαν νέειν οὐκ ἐπιστάμενοι. ἐπεὶ δὲ αἱ πρῶται ἐς φυγὴν ἐτράποντο, ἐνθαῦτα αἱ πλεῖσται διεφθείροντο· οἱ γὰρ ὄπισθε τεταγμένοι, ἐς τὸ πρόσθε τῇσι νηυσὶ παριέναι πειρώμενοι ὡς ἀποδεξόμενοί τι καὶ αὐτοὶ ἔργον βασιλέι, τῇσι σφετέρῃσι νηυσὶ φευγούσῃσι περιέπιπτον.
 
[8,90] ἐγένετο δὲ καὶ τόδε ἐν τῷ θορύβῳ τούτῳ. τῶν τινες Φοινίκων, τῶν αἱ νέες διεφθάρατο, ἐλθόντες παρὰ βασιλέα διέβαλλον τοὺς Ἴωνας, ὡς δι᾽ ἐκείνους ἀπολοίατο αἱ νέες, ὡς προδόντων. συνήνεικε ὦν οὕτω ὥστε Ἰώνων τε τοὺς στρατηγοὺς μὴ ἀπολέσθαι Φοινίκων τε τοὺς διαβάλλοντας λαβεῖν τοιόνδε μισθόν. (2) ἔτι τούτων ταῦτα λεγόντων ἐνέβαλε νηὶ Ἀττικῇ Σαμοθρηικίη νηῦς. ἥ τε δὴ Ἀττικὴ κατεδύετο καὶ ἐπιφερομένη Αἰγιναίη νηῦς κατέδυσε τῶν Σαμοθρηίκων τὴν νέα. ἅτε δὲ ἐόντες ἀκοντισταὶ οἱ Σαμοθρήικες τοὺς ἐπιβάτας ἀπὸ τῆς καταδυσάσης νεὸς βάλλοντες ἀπήραξαν καὶ ἐπέβησάν τε καὶ ἔσχον αὐτήν. (3) ταῦτα γενόμενα τοὺς Ἴωνας ἐρρύσατο· ὡς γὰρ εἶδε σφέας Ξέρξης ἔργον μέγα ἐργασαμένους, ἐτράπετο πρὸς τοὺς Φοίνικας οἷα ὑπερλυπεόμενός τε καὶ πάντας αἰτιώμενος, καὶ σφεων ἐκέλευσε τὰς κεφαλὰς ἀποταμεῖν, ἵνα μὴ αὐτοὶ κακοὶ γενόμενοι τοὺς ἀμείνονας διαβάλλωσι. (4) ὅκως γάρ τινα ἴδοι Ξέρξης τῶν ἑωυτοῦ ἔργον τι ἀποδεικνύμενον ἐν τῇ ναυμαχίῃ, κατήμενος ὑπὸ τῷ ὄρεϊ τῷ ἀντίον Σαλαμῖνος τὸ καλέεται Αἰγάλεως, ἀνεπυνθάνετο τὸν ποιήσαντα, καὶ οἱ γραμματισταὶ ἀνέγραφον πατρόθεν τὸν τριήραρχον καὶ τὴν πόλιν. πρὸς δέ τι καὶ προσεβάλετο φίλος ἐὼν Ἀριαράμνης ἀνὴρ Πέρσης παρεὼν τούτου τοῦ Φοινικηίου πάθεος. οἳ μὲν δὴ πρὸς τοὺς Φοίνικας ἐτράποντο.
 
[8,91] τῶν δὲ βαρβάρων ἐς φυγὴν τραπομένων καὶ ἐκπλεόντων πρὸς τὸ Φάληρον, Αἰγινῆται ὑποστάντες ἐν τῷ πορθμῷ ἔργα ἀπεδέξαντο λόγου ἄξια. οἱ μὲν γὰρ Ἀθηναῖοι ἐν τῷ θορύβῳ ἐκεράιζον τάς τε ἀντισταμένας καὶ τὰς φευγούσας τῶν νεῶν, οἱ δὲ Αἰγινῆται τὰς ἐκπλεούσας· ὅκως δὲ τινὲς τοὺς Ἀθηναίους διαφύγοιεν, φερόμενοι ἐσέπιπτον ἐς τοὺς Αἰγινήτας.
 
[8,92] ἐνθαῦτα συνεκύρεον νέες ἥ τε Θεμιστοκλέος διώκουσα νέα καὶ ἡ Πολυκρίτου τοῦ Κριοῦ ἀνδρὸς Αἰγινήτεω νηὶ ἐμβαλοῦσα Σιδωνίῃ, ἥ περ εἷλε τὴν προφυλάσσουσαν ἐπὶ Σκιάθῳ τὴν Αἰγιναίην, ἐπ᾽ ἧς ἔπλεε Πυθέης ὁ Ἰσχενόου, τὸν οἱ Πέρσαι κατακοπέντα ἀρετῆς εἵνεκα εἶχον ἐν τῇ νηὶ ἐκπαγλεόμενοι· τὸν δὴ περιάγουσα ἅμα τοῖσι Πέρσῃσι ἥλω ἡ νηῦς ἡ Σιδωνίη, ὥστε Πυθέην οὕτω σωθῆναι ἐς Αἴγιναν. (2) ὡς δὲ ἐσεῖδε τὴν νέα τὴν Ἀττικὴν ὁ Πολύκριτος, ἔγνω τὸ σημήιον ἰδὼν τῆς στρατηγίδος, καὶ βώσας τὸν Θεμιστοκλέα ἐπεκερτόμησε ἐς τῶν Αἰγινητέων τὸν μηδισμὸν ὀνειδίζων. ταῦτα μέν νυν νηὶ ἐμβαλὼν ὁ Πολύκριτος ἀπέρριψε ἐς Θεμιστοκλέα· οἱ δὲ βάρβαροι τῶν αἱ νέες περιεγένοντο, φεύγοντες ἀπίκοντο ἐς Φάληρον ὑπὸ τὸν πεζὸν στρατόν.
 
[8,93] ἐν δὲ τῇ ναυμαχίῃ ταύτῃ ἤκουσαν Ἑλλήνων ἄριστα Αἰγινῆται, ἐπὶ δὲ Ἀθηναῖοι, ἀνδρῶν δὲ Πολύκριτός τε ὁ Αἰγινήτης καὶ Ἀθηναῖοι Εὐμένης τε ὁ Ἀναγυράσιος καὶ Ἀμεινίης Παλληνεύς, ὃς καὶ Ἀρτεμισίην ἐπεδίωξε. εἰ μέν νυν ἔμαθε ὅτι ἐν ταύτῃ πλέοι Ἀρτεμισίη, οὐκ ἂν ἐπαύσατο πρότερον ἢ εἷλέ μιν ἢ καὶ αὐτὸς ἥλω. (2) τοῖσι γὰρ Ἀθηναίων τριηράρχοισι παρεκεκέλευστο, πρὸς δὲ καὶ ἄεθλον ἔκειτο μύριαι δραχμαί, ὃς ἄν μιν ζωὴν ἕλῃ· δεινὸν γάρ τι ἐποιεῦντο γυναῖκα ἐπὶ τὰς Ἀθήνας στρατεύεσθαι. αὕτη μὲν δή, ὡς πρότερον εἴρηται, διέφυγε· ἦσαν δὲ καὶ οἱ ἄλλοι, τῶν αἱ νέες περιεγεγόνεσαν, ἐν τῷ Φαλήρῳ.
 
[8,94] Ἀδείμαντον δὲ τὸν Κορίνθιον στρατηγὸν λέγουσι Ἀθηναῖοι αὐτίκα κατ᾽ ἀρχάς, ὡς συνέμισγον αἱ νέες, ἐκπλαγέντα τε καὶ ὑπερδείσαντα, τὰ ἱστία ἀειράμενον οἴχεσθαι φεύγοντα, ἰδόντας δὲ τοὺς Κορινθίους τὴν στρατηγίδα φεύγουσαν ὡσαύτως οἴχεσθαι. (2) ὡς δὲ ἄρα φεύγοντας γίνεσθαι τῆς Σαλαμινίης κατὰ ἱρὸν Ἀθηναίης Σκιράδος, περιπίπτειν σφι κέλητα θείῃ πομπῇ, τὸν οὔτε πέμψαντα φανῆναι οὐδένα, οὔτε τι τῶν ἀπὸ τῆς στρατιῆς εἰδόσι προσφέρεσθαι τοῖσι Κορινθίοισι. τῇδε δὲ συμβάλλονται εἶναι θεῖον τὸ πρῆγμα. ὡς γὰρ ἀγχοῦ γενέσθαι τῶν νεῶν, τοὺς ἀπὸ τοῦ κέλητος λέγειν τάδε. (3) “Ἀδείμαντε, σὺ μὲν ἀποστρέψας τὰς νέας ἐς φυγὴν ὅρμησαι καταπροδοὺς τοὺς Ἕλληνας· οἳ δὲ καὶ δὴ νικῶσι ὅσον αὐτοὶ ἠρῶντο ἐπικρατήσαντες τῶν ἐχθρῶν”. ταῦτα λεγόντων ἀπιστέειν γὰρ τὸν Ἀδείμαντον, αὖτις τάδε λέγειν, ὡς αὐτοὶ οἷοί τε εἶεν ἀγόμενοι ὅμηροι ἀποθνήσκειν, ἢν μὴ νικῶντες φαίνωνται οἱ Ἕλληνες. (4) οὕτω δὴ ἀποστρέψαντα τὴν νέα αὐτόν τε καὶ τοὺς ἄλλους ἐπ᾽ ἐξεργασμένοισι ἐλθεῖν ἐς τὸ στρατόπεδον. τούτους μὲν τοιαύτη φάτις ἔχει ὑπὸ Ἀθηναίων, οὐ μέντοι αὐτοί γε Κορίνθιοι ὁμολογέουσι, ἀλλ᾽ ἐν πρώτοισι σφέας αὐτοὺς τῆς ναυμαχίης νομίζουσι γενέσθαι· μαρτυρέει δέ σφι καὶ ἡ ἄλλη Ἑλλάς.
 
[8,95] Ἀριστείδης δὲ ὁ Λυσιμάχου ἀνὴρ Ἀθηναῖος, τοῦ καὶ ὀλίγῳ τι πρότερον τούτων ἐπεμνήσθην ὡς ἀνδρὸς ἀρίστου, οὗτος ἐν τῷ θορύβῳ τούτῳ τῷ περὶ Σαλαμῖνα γενομένῳ τάδε ἐποίεε· παραλαβὼν πολλοὺς τῶν ὁπλιτέων οἳ παρατετάχατο παρὰ τὴν ἀκτὴν τῆς Σαλαμινίης χώρης, γένος ἐόντες Ἀθηναῖοι, ἐς τὴν Ψυττάλειαν νῆσον ἀπέβησε ἄγων, οἳ τοὺς Πέρσας τοὺς ἐν τῇ νησῖδι ταύτῃ κατεφόνευσαν πάντας.

Μετά τη ναυμαχία

[8,96] ὡς δὲ ἡ ναυμαχίη διελέλυτο, κατειρύσαντες ἐς τὴν Σαλαμῖνα οἱ Ἕλληνες τῶν ναυηγίων ὅσα ταύτῃ ἐτύγχανε ἔτι ἐόντα, ἕτοιμοι ἦσαν ἐς ἄλλην ναυμαχίην, ἐλπίζοντες τῇσι περιεούσῃσι νηυσὶ ἔτι χρήσεσθαι βασιλέα. (2) τῶν δὲ ναυηγίων πολλὰ ὑπολαβὼν ἄνεμος ζέφυρος ἔφερε τῆς Ἀττικῆς ἐπὶ τὴν ἠιόνα τὴν καλεομένην Κωλιάδα· ὥστε ἀποπλησθῆναι τὸν χρησμὸν τόν τε ἄλλον πάντα τὸν περὶ τῆς ναυμαχίης ταύτης εἰρημένοι Βάκιδι καὶ Μουσαίῳ, καὶ δὴ καὶ κατὰ τὰ ναυήγια τὰ ταύτῃ ἐξενειχθέντα τὸ εἰρημένον πολλοῖσι ἔτεσι πρότερον τούτων ἐν χρησμῷ Λυσιστράτῳ Ἀθηναίῳ ἀνδρὶ χρησμολόγῳ, τὸ ἐλελήθεε πάντας τοὺς Ἕλληνας, Κωλιάδες δὲ γυναῖκες ἐρετμοῖσι φρύξουσι τοῦτο δὲ ἔμελλε ἀπελάσαντος βασιλέος ἔσεσθαι.
 
[8,97] Ξέρξης δὲ ὡς ἔμαθε τὸ γεγονὸς πάθος, δείσας μή τις τῶν Ἰώνων ὑποθῆται τοῖσι Ἕλλησι ἢ αὐτοὶ νοήσωσι πλέειν ἐς τὸν Ἑλλήσποντον λύσοντες τὰς γεφύρας, καὶ ἀπολαμφθεὶς ἐν τῇ Εὐρώπῃ κινδυνεύσῃ ἀπολέσθαι, δρησμὸν ἐβούλευε. θέλων δὲ μὴ ἐπίδηλος εἶναι μήτε τοῖσι Ἕλλησι μήτε τοῖσι ἑωυτοῦ, ἐς τὴν Σαλαμῖνα χῶμα ἐπειρᾶτο διαχοῦν, γαύλους τε Φοινικηίους συνέδεε, ἵνα ἀντί τε σχεδίης ἔωσι καὶ τείχεος, ἀρτέετό τε ἐς πόλεμον ὡς ναυμαχίην ἄλλην ποιησόμενος. (2) ὁρῶντες δέ μιν πάντες οἱ ἄλλοι ταῦτα πρήσσοντα εὖ ἠπιστέατο ὡς ἐκ παντὸς νόου παρεσκεύασται μένων πολεμήσειν· Μαρδόνιον δ᾽ οὐδὲν τούτων ἐλάνθανε ὡς μάλιστα ἔμπειρον ἐόντα τῆς ἐκείνου διανοίης.
 
[8,98] ταῦτά τε ἅμα Ξέρξης ἐποίεε καὶ ἔπεμπε ἐς Πέρσας ἀγγελέοντα τὴν παρεοῦσάν σφι συμφορήν. τούτων δὲ τῶν ἀγγέλων ἐστὶ οὐδὲν ὅ τι θᾶσσον παραγίνεται θνητὸν ἐόν· οὕτω τοῖσι Πέρσῃσι ἐξεύρηται τοῦτο. λέγουσι γὰρ ὡς ὁσέων ἂν ἡμερέων ᾖ ἡ πᾶσα ὁδός, τοσοῦτοι ἵπποι τε καὶ ἄνδρες διεστᾶσι κατὰ ἡμερησίην ὁδὸν ἑκάστην ἵππος τε καὶ ἀνὴρ τεταγμένος· τοὺς οὔτε νιφετός, οὐκ ὄμβρος, οὐ καῦμα, οὐ νὺξ ἔργει μὴ οὐ κατανύσαι τὸν προκείμενον αὐτῷ δρόμον τὴν ταχίστην. (2) ὁ μὲν δὴ πρῶτος δραμὼν παραδιδοῖ τὰ ἐντεταλμένα τῷ δευτέρῳ, ὁ δὲ δεύτερος τῷ τρίτῳ· τὸ δὲ ἐνθεῦτεν ἤδη κατ᾽ ἄλλον καὶ ἄλλον διεξέρχεται παραδιδόμενα, κατά περ ἐν Ἕλλησι ἡ λαμπαδηφορίη τὴν τῷ Ἡφαίστῳ ἐπιτελέουσι. τοῦτο τὸ δράμημα τῶν ἵππων καλέουσι Πέρσαι ἀγγαρήιον.
 
[8,99] ἡ μὲν δὴ πρώτη ἐς Σοῦσα ἀγγελίη ἀπικομένη, ὡς ἔχοι Ἀθήνας Ξέρξης, ἔτερψε οὕτω δή τι Περσέων τοὺς ὑπολειφθέντας ὡς τάς τε ὁδοὺς μυρσίνῃ πάσας ἐστόρεσαν καὶ ἐθυμίων θυμιήματα καὶ αὐτοὶ ἦσαν ἐν θυσίῃσί τε καὶ εὐπαθείῃσι. (2) ἡ δὲ δευτέρη σφι ἀγγελίη ἐπεσελθοῦσα συνέχεε οὕτω ὥστε τοὺς κιθῶνας κατερρήξαντο πάντες, βοῇ τε καὶ οἰμωγῇ ἐχρέωντο ἀπλέτῳ, Μαρδόνιον ἐν αἰτίῃ τιθέντες. οὐκ οὕτω δὲ περὶ τῶν νεῶν ἀχθόμενοι ταῦτα οἱ Πέρσαι ἐποίευν ὡς περὶ αὐτῷ Ξέρξῃ δειμαίνοντες.
 
[8,100] καὶ περὶ Πέρσας μὲν ἦν ταῦτα τὸν πάντα μεταξὺ χρόνον γενόμενον, μέχρι οὗ Ξέρξης αὐτός σφεας ἀπικόμενος ἔπαυσε. [...]

.....................................................................................................................................................
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

40. Ο στόλος των Ελλήνων, αφού απέπλευσε από το Αρτεμίσιο, έδεσε, σύμφωνα με το αίτημα των Αθηναίων, στη Σαλαμίνα. Σκοπός των Αθηναίων, που πίεσαν του διοικητές να αγκυροβολήσουν εκεί, ήταν να έχουν το χρόνο να βγάλουν τις γυναίκες και τα παιδιά τους από την Αττική, καθώς και να συζητήσουν την επόμενη κίνησή τους, όπως απαιτούσαν οι νέες συνθήκες που διαμορφώθηκαν και διέψευδαν τις ελπίδες τους. Πίστευαν ότι ολόκληρος ο πελοποννησιακός στρατός θα συγκεντρωνόταν στη Βοιωτία, για να εμποδίσει την προέλαση των Περσών, αλλά δεν έγιναν έτσι τα πράγματα· αντίθετα, είχαν αναφορές ότι οι Πελοποννήσιοι ενδιαφέρονταν αποκλειστικά για τη δική τους ασφάλεια και οχύρωναν τον Ισθμό, για να προστατεύσουν την Πελοπόννησο, αδιαφορώντας για τον κίνδυνο που διέτρεχε η υπόλοιπη Ελλάδα. Αυτή η είδηση τους ώθησε να αγκυροβολήσει ο στόλος στη Σαλαμίνα.

 

41. Έτσι οι άλλοι κατευθύνθηκαν στη Σαλαμίνα, ενώ οι Αθηναίοι στη χώρα τους. Όταν οι Αθηναίοι γύρισαν στα λιμάνια τους προκήρυξαν ότι όσοι ζούσαν στην πόλη και τα περίχωρα, έπρεπε να πάνε τα παιδιά και τις οικογένειές τους σε ασφαλές μέρος. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς στάλθηκαν στην Τροιζήνα καθώς και άλλοι στην Αίγινα και άλλοι στη Σαλαμίνα. Η μετακίνηση των οικογενειών τους έγινε με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα, από τη μια επειδή βιάζονταν να συμμορφωθούν με τη συμβουλή του χρησμού αλλά και για έναν ακόμα σοβαρότερο λόγο. Οι Αθηναίοι λένε ότι η ακρόπολη φρουρείται από ένα μεγάλο φίδι , που ζει μέσα στον ναό· έχουν μάλιστα τόση πίστη στην ύπαρξή του, ώστε του προσφέρουν κάθε μήνα πίτες με μέλι. Στο παρελθόν, οι πίτες αυτές εξαφανίζονταν πάντα, αλλά αυτή την περίοδο έμεναν ανέγγιχτες. Η ιέρεια τους το είπε και, κατά συνέπεια, πιστεύοντας ότι η προστάτιδα θεά είχε εγκαταλείψει την ακρόπολη, ανυπομονούσαν ακόμα περισσότερο να εκκενώσουν την πόλη. Αφού μετέφεραν τα πάντα, επέστρεψαν στο στρατόπεδο.

 

42. Όταν πληροφορήθηκε ότι ο υπόλοιπος στόλος είχε φύγει από το Αρτεμίσιο για τη Σαλαμίνα, το υπόλοιπο στράτευμα ξεκίνησε με τα πλοία να τον συναντήσει εκεί από την Τροιζήνα. Γιατί πρωτύτερα είχε δοθεί διαταγή να συγκεντρώνονται στον Πώγωνα, λιμάνι των Τροιζηνίων. Έτσι ο στόλος ήταν τώρα μεγαλύτερος απ’ αυτόν που είχε πολεμήσει στη ναυμαχία του Αρτεμισίου κι απαρτιζόταν από πλοία περισσότερων πόλεων. Είχε ακόμα τον ίδιο ναύαρχο, τον Ευρυβιάδη, γιο του Ευρυκλείδη, ένα Σπαρτιάτη που δεν ανήκε στη βασιλική οικογένεια. Πάντως, η πόλη που έδωσε τα περισσότερα και ταχύτερα πλοία ήταν και πάλι η Αθήνα.

43. Η σύνθεση του στόλου είχε ως εξής: Από την Πελοπόννησο δεκαέξι πλοία των Λακεδαιμονίων, από την Κόρινθο όσα είχε και στο Αρτεμίσιο, (σαράντα) δεκαπέντε από τη Σικυώνα, δέκα από την Επίδαυρο, πέντε από την Τροιζήνα και τρία από την Ερμιόνη […]

44. [...] ο στόλος των Αθηναίων με εκατόν ογδόντα πλοία […]

45. Τα Μέγαρα είχαν τον ίδιο αριθμό πλοίων που είχαν και στο Αρτεμίσιο (είκοσι)· επιπλέον, υπήρχαν επτά πλοία από την Αμπρακία και τρία από τη Λευκάδα […]

 

46. Από τα νησιωτικά κράτη, η Αίγινα συμμετείχε με τριάντα πλοία. […] Μετά ήταν ο στόλος από τη Χαλκίδα, που είχε τα ίδια είκοσι πλοία που πολέμησαν και στο Αρτεμίσιο· από την Ερέτρια ήταν επίσης τα αρχικά επτά πλοία. Οι δύο αυτοί λαοί είναι Ίωνες. Οι Κείοι είναι Ίωνες από την Αθήνα και έστειλαν τον ίδιο αριθμό που είχαν και πριν (δύο πλοία και δύο πεντηκόντοροι) και η Νάξος έστειλε τέσσερα. […] Οι Στυρείς παρείχαν τα ίδια πλοία που είχαν και στο Αρτεμίσιο (δύο) και η Κύθνος μία πεντηκόντορο. Οι Στυρείς και οι Κύθνιοι είναι Δρύοπες. Τα νησιά Σέριφος, Σίφνος και Μήλος συμμετείχαν επίσης· ήταν τα μόνα που δε δήλωσαν υποταγή στους βαρβάρους. […]

 

47. […] Οι Κροτωνιάτες έστειλαν ένα πλοίο, κάτω από τις διαταγές του Φαΰλλου, ενός άνδρα που είχε κερδίσει τρεις νίκες στους Πυθικούς αγώνες. Οι Κροτωνιάτες έχουν αχαϊκή καταγωγή.

 

48. Όλες οι ναυτικές μοίρες που ανέφερα αποτελούνταν από τριήρεις, εκτός από τους Μηλίους, τους Σιφναίους και τους Σεριφίους, που έστειλαν πεντηκοντόρους. Οι Μήλιοι, που κατάγονται από τους Λακεδαιμονίους, έστειλαν δύο, ενώ οι νησιώτες της Σίφνου και της Σερίφου, που είναι Ίωνες από την Αθήνα, από ένα. Έτσι ο συνολικός αριθμός των πολεμικών πλοίων (χωρίς τις πεντηκοντόρους) ήταν τριακόσια εβδομήντα οχτώ.

 

49. Όταν οι διοικητές των στόλων που ανέφερα συναντήθηκαν στη Σαλαμίνα, έγινε ένα συμβούλιο κι ο Ευρυβιάδης ζήτησε ν’ ακούσει τις προτάσεις όποιου ήθελε να μιλήσει, σχετικά με το ποιο ήταν το καταλληλότερο μέρος μέσα στα ύδατα που ήταν ακόμα κάτω από τον έλεγχό τους, για να ναυμαχήσουν. Η Αττική είχε αποκλειστεί ήδη, αφού είχε εκκενωθεί, και έτσι ζητούσε τη γνώμη τους για τα υπόλοιπα μέρη. Η άποψη που φαινόταν να κυριαρχεί ήταν να πλεύσουν στον Ισθμό και να υπερασπιστούν την Πελοπόννησο, με το επιχείρημα ότι, αν τους νικούσαν στη Σαλαμίνα, θα πολιορκούνταν σε ένα νησί όπου δεν μπορούσαν να ελπίζουν σε βοήθεια. Ενώ, αν πάθαιναν τέτοια καταστροφή στον Ισθμό, θα έβρισκαν τουλάχιστον καταφύγιο ανάμεσα στους συμπατριώτες τους.

 
50. Κι ενώ συνεχίζονταν οι συζητήσεις των Πελοποννησίων στρατηγών, έφτασε ένας άνδρας από την Αθήνα, με την είδηση ότι οι Πέρσες είχαν μπει στην Αττική κι έκαιγαν τα πάντα. Αυτό ήταν έργο του τμήματος του στρατού που είχε προχωρήσει με τον Ξέρξη δια μέσου της Βοιωτίας αυτοί έκαψαν τις Θεσπιές, αφού οι κάτοικοί της είχαν καταφύγει στην Πελοπόννησο, και τις Πλαταιές κι έπειτα, μπήκαν στην Αθήνα, προκαλώντας τεράστιες καταστροφές. Οι Θηβαίοι τους είπαν ότι οι Θεσπιείς κι οι Πλαταιείς είχαν αρνηθεί να συμπαραταχθούν με τους Πέρσες, κι έτσι έκαψαν τις δύο αυτές πόλεις.

51. Μετά το πέρασμα του Ελλησπόντου, απ’ όπου οι βάρβαροι ξεκίνησαν την πορεία τους, πέρασε ένας μήνας μέχρι να περάσουν στην Ευρώπη και άλλοι τρεις μέχρι να φτάσουν στην Αττική· έφτασαν στην Αττική στη διάρκεια της βασιλείας του Καλλιάδη. Οι Πέρσες βρήκαν την Αθήνα έρημη, εκτός από λίγους που είχαν μείνει στο ναό — ιερείς του ναού κι άπορους ανθρώπους — που είχαν οχυρώσει την ακρόπολη ενάντια στους εισβολείς με σανίδες και ξύλα. Αυτοί δεν είχαν ζητήσει καταφύγιο στη Σαλαμίνα εξαιτίας της φτώχειας τους και κυρίως επειδή νόμιζαν ότι ήξεραν το πραγματικό νόημα του χρησμού της Πύθιας, ότι «τα ξύλινα τείχη δεν θα έπεφταν». Πίστευαν ότι το ξύλινο τείχος δεν ήταν τα πλοία αλλά το καταφύγιο αυτό που θα τους έσωζε.

 

52. Οι Πέρσες κατέλαβαν το λόφο που οι Αθηναίοι ονομάζουν Άρειο Πάγο, απέναντι από την ακρόπολη κι άρχισαν την πολιορκία. Η μέθοδος που επινόησαν ήταν ρίχνουν στο φράγμα βέλη με φλεγόμενα στουπιά. Το ξύλινο τείχος τούς είχε προδώσει, αλλά οι Αθηναίοι, μολονότι αντιμετώπιζαν άμεσα θανάσιμο κίνδυνο, και το φράγμα άρχισε να αχρηστεύεται, αρνήθηκαν να παραδοθούν ή να ακούσουν τις προτάσεις που τους έκαναν οι Πεισιστρατίδες για συνθηκολόγηση. Όλη τους η εφευρετικότητα διοχετεύτηκε στον αγώνα να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους· ανάμεσα στα άλλα, έσπρωξαν στρογγυλούς λίθους πάνω τους, όταν οι εχθροί επιχείρησαν να πλησιάσουν τις πύλες και για αρκετό διάστημα ο Ξέρξης δεν ήξερε τι να κάνει, για να τους καταλάβει.

 

53. Στο τέλος, όμως, οι Πέρσες έλυσαν αυτό το πρόβλημα, βρίσκοντας δίοδο στην ακρόπολη· άλλωστε, ο χρησμός όριζε ότι όλο το Αττικό έδαφος μέσα στην ξηρά έπρεπε να καταληφθεί από τους Πέρσες. Υπάρχει ένα σημείο μπροστά στην ακρόπολη, πίσω από τον δρόμο που οδηγεί στις πύλες, όπου η πλαγιά είναι τόσο απόκρημνη ώστε δεν υπήρχαν σκοποί εκεί, γιατί το θεωρούσαν αδύνατο να σκαρφαλώσει κανείς· εκεί, κοντά στον ναό της κόρης του Κέκροπα, της Αγλαύρου, μερικοί στρατιώτες κατάφεραν να ανέβουν στον απόκρημνο βράχο. Όταν οι Αθηναίοι τους αντίκρισαν στην κορυφή, άλλοι έπεσαν στο κενό από τα τείχη και σκοτώθηκαν κι άλλοι ζήτησαν καταφύγιο στο εσωτερικό του ναού· οι Πέρσες, πάντως, που είχαν καταφέρει ν’ ανέβουν, πήγαν στις πύλες, τις άνοιξαν διάπλατα και κατέσφαξαν τους ικέτες. Όταν δεν άφησαν κανένα ζωντανό, άρπαξαν όλους τους θησαυρούς από τον ναό κι έκαψαν τα πάντα πάνω στην ακρόπολη.

 

54. Ο Ξέρξης, κύριος πια της Αθήνας, έστειλε έναν ιππέα στα Σούσα να αναγγείλει την επιτυχία του στον Αρτάβανο. Την επόμενη μέρα, κάλεσε μπροστά του τους Αθηναίους εξόριστους οι οποίοι είχαν πάει με το μέρος του, και τους διέταξε ν’ ανέβουν στην ακρόπολη και να κάνουν θυσίες σύμφωνα με το αθηναϊκό τυπικό· ίσως τον ώθησε σ’ αυτή την απόφαση κάποιο όνειρο που είδε ή επειδή είχε τύψεις που έκαψε το ναό. Οι Αθηναίοι εξόριστοι έκαναν ό,τι τους πρόσταξε.

 

55. Έχω ένα συγκεκριμένο λόγο που αναφέρω αυτές τις λεπτομέρειες. Στην ακρόπολη υπάρχει ένας ναός του Ερεχθέα που ονομάζεται γηγενής και μέσα σ’ αυτόν υπάρχει ένα ελαιόδεντρο και μια πηγή με αλμυρό νερό. Σύμφωνα μ’ έναν τοπικό μύθο, τοποθετήθηκαν εκεί από τον Ποσειδώνα και την Αθηνά, όταν ανταγωνίζονταν για την κατοχή της περιοχής, ως τεκμήρια της διεκδίκησης τους. Αυτή η ελιά, λοιπόν, είχε καταστραφεί από την πυρκαγιά, μαζί με τον υπόλοιπο ιερό χώρο από τους βαρβάρους· την επόμενη ακριβώς μέρα, όταν οι Αθηναίοι που διατάχτηκαν από τον βασιλιά να κάνουν θυσίες ανέβηκαν στον ιερό χώρο, είδαν ότι ένα καινούριο κλαδί, ένα πήχη μακρύ, είχε φυτρώσει από τον κορμό. Το ανέφεραν αμέσως στον βασιλιά.

56. Στο μεταξύ στη Σαλαμίνα, η είδηση για τα όσα έγιναν στην ακρόπολη της Αθήνας είχε τόσο μεγάλο αντίκτυπο, ώστε μερικοί από τους στρατηγούς δεν περίμεναν να συζητηθεί το θέμα σε συμβούλιο αλλά επιβιβάστηκαν στα πλοία τους κι ετοιμάστηκαν να αποπλεύσουν. Κι αυτοί που έμειναν στη θέση τους, ψήφισαν να φύγουν για να υπερασπιστούν τον Ισθμό. Στη διάρκεια της νύχτας, αφού διέλυσαν τη συνέλευση ανέβαιναν στα πλοία.

 

57. Ένας Αθηναίος που λεγόταν Μνησίφιλος πήγε στο πλοίο του Θεμιστοκλή και τον ρώτησε τι είχαν αποφασίσει. Όταν έμαθε ότι είχαν συμφωνήσει σχεδόν να φύγουν για τον Ισθμό και να υπερασπιστούν όλοι μαζί την Πελοπόννησο, είπε: «Ασφαλώς, μόλις ο στόλος φύγει από τη Σαλαμίνα, δε θα πολεμάτε πια για μια χώρα. Ο καθένας θα πάει στην πατρίδα του κι ούτε ο Ευρυβιάδης ούτε κανείς δε θα μπορέσει να εμποδίσει την ολοκληρωτική διάλυση του στόλου μας. Αυτό το σχέδιο είναι παράλογο και θα οδηγήσει την Ελλάδα στον όλεθρο. Προσπάθησε, αν μπορείς, να ανατρέψεις την απόφαση του Ευρυβιάδη και μείνετε εδώ».

 

58. Ο Θεμιστοκλής συμφώνησε μ’ αυτή την πρόταση και, χωρίς να πει λέξη, πήγε στο πλοίο του Ευρυβιάδη και ζήτησε να τον δει για κάτι που αφορούσε στο γενικό συμφέρον. Ο Ευρυβιάδης τον κάλεσε στο πλοίο του και του ζήτησε να πει τη γνώμη του, οπότε ο Θεμιστοκλής κάθισε πλάι του, επανέλαβε ως δικές του ιδέες τα επιχειρήματα του Μνησίφιλου προσθέτοντας και μερικά άλλα, ώσπου τον έπεισε, με την επιτακτική έκκλησή του, ότι έπρεπε να πάει αμέσως στην ξηρά και να καλέσει νέο συμβούλιο των στρατηγών.

 

59. Το συμβούλιο συγκλήθηκε και, πριν προλάβει ο Ευρυβιάδης να ανακοινώσει τον λόγο για τον οποίο συγκέντρωσε τους στρατηγούς, ο Θεμιστοκλής, συνεπαρμένος από την ανυπομονησία του, άρχισε ένα μεγάλο λόγο. Τον διέκοψε ο Αδείμαντος, γιος του Ωκύτου, διοικητής του κορινθιακού στρατού. «Θεμιστοκλή», είπε, «αυτός που ξεκινάει πριν δοθεί το σύνθημα μαστιγώνεται». «Ναι», απάντησε ο Θεμιστοκλής, «αλλά αυτοί που αργούν να ξεκινήσουν δεν κερδίζουν κανένα έπαθλο».
 

60. Ήταν μια ήπια απάντηση προς τον Κορίνθιο για την ώρα. Στον Ευρυβιάδη δεν είπε κανένα από τα προηγούμενα επιχειρήματά του, σχετικά με τον κίνδυνο να διασπαστεί ο στόλος αν έφευγε από τη Σαλαμίνα, γιατί ήταν ανάρμοστο να κατηγορήσει κατά πρόσωπο τους συμμάχους. Αυτή τη φορά, ακολούθησε έναν εντελώς διαφορετικό δρόμο και είπε τα εξής: «Η σωτηρία της Ελλάδας εξαρτάται τώρα αποκλειστικά από σένα, αν ακολουθήσεις τη συμβουλή μου και αντιμετωπίσεις τον εχθρό εδώ, στη Σαλαμίνα, αντί να αποσυρθείς στον Ισθμό όπως σου προτείνουν οι άλλοι. Άφησε με να σου εκθέσω τα δυο σχέδια και μπορείς να τα συγκρίνεις και να διαλέξεις το καλύτερο. Ας μιλήσουμε πρώτα για τον Ισθμό. Αν πολεμήσεις εκεί, θα πρέπει, να γίνει στην ανοιχτή θάλασσα, πράγμα που είναι εναντίον μας, αφού έχουμε λιγότερα και πιο αργά πλοία. Επιπλέον, ακόμα κι αν όλα πάνε καλά, θα χάσεις τη Σαλαμίνα, Μέγαρα και την Αίγινα. Αν, πάλι, ο εχθρικός στόλος πλεύσει προς την Πελοπόννησο, ο στρατός θα τον ακολουθήσει· οπότε, εσύ ο ίδιος θα έχεις οδηγήσει τον εχθρό εκεί, βάζοντας έτσι ολόκληρη την Ελλάδα σε κίνδυνο. Το δικό μου σχέδιο, αν το ακολουθήσεις, θα έχεις τα εξής πλεονεκτήματα. Πρώτον, η ναυμαχία θα γίνει σε στενό πέρασμα εκεί, αν τα πράγματα έρθουν όπως είναι λογικό να ελπίζουμε, πολεμώντας με λιγότερα πλοία εναντίον πολλών, θα νικήσουμε. Πράγματι η σύγκρουση σε περιορισμένο χώρο ευνοεί εμάς, ενώ το ανοιχτό πέλαγος δίνει στους Πέρσες το πλεονέκτημα. Δεύτερον, θα διασωθεί η Σαλαμίνα, όπου έχουμε μεταφέρει τις γυναίκες και τα παιδιά μας· και, τρίτον —και σπουδαιότερο για σας— υπερασπίζεστε την Πελοπόννησο εξίσου καλά μένοντας εδώ και κάνοντας ναυμαχία για την Πελοπόννησο, όπως και στον Ισθμό. Με αυτό τον τρόπο, αν σκέφτεσαι σωστά, δε θα προσελκύσεις τους εχθρούς στην Πελοπόννησο. Αν τους νικήσουμε στη θάλασσα, όπως πιστεύω ότι θα γίνει, δε θα προχωρήσουν να σας επιτεθούν στον Ισθμό, ούτε θα κάνουν βήμα πιο κάτω από την Αττική · θα τραπούν σε άτακτη φυγή κι εμείς θα διατηρήσουμε την κυριαρχία μας στα Μέγαρα, στην Αίγινα και στη Σαλαμίνα, όπου ο χρησμός πρόβλεψε τη νίκη μας. Όταν ένας άνδρας καταστρώνει τα σχέδιά του με βάση την κοινή λογική, συνήθως πετυχαίνει το στόχο του· διαφορετικά, ούτε οι θεοί δεν είναι πρόθυμοι να στηρίξουν τα σχέδιά του».
 

61. Στη διάρκεια της ομιλίας του, ο Θεμιστοκλής δέχτηκε κι άλλες επιθέσεις από τον Κορίνθιο Αδείμαντο, ο οποίος του είπε ότι δεν είχε δικαίωμα να μιλά, αφού δεν είχε πια πατρίδα, και προσπάθησε να εμποδίσει τον Ευρυβιάδη να θέσει σε ψηφοφορία την παράκληση ενός άνδρα χωρίς πατρίδα. Ας αποκτήσει πρώτα πατρίδα ο Θεμιστοκλής, φώναξε, κι έπειτα ας δίνει τις συμβουλές του. Η ειρωνεία του, φυσικά, βασιζόταν στο γεγονός ότι η Αθήνα είχε πέσει στα χέρια των Περσών. Ο Θεμιστοκλής έλεγε πολλά κακά για τον Αδείμαντο και τους Κορίνθιους και ξεκαθάρισε με τα λόγια του ότι, όσο η Αθήνα συμμετείχε στο συμμαχικό στόλο με διακόσια πολεμικά πλοία, είχε και πόλη και χώρα πολύ ισχυρότερη από τη δική τους, αφού δεν υπήρχε ούτε ένα ελληνικό κράτος που μπορούσε να τους απωθήσει, αν αποφάσιζαν να του επιτεθούν.
 

62. Μετά απ’ αυτό, στράφηκε πάλι στον Ευρυβιάδη και, μιλώντας πια βίαια από ποτέ, φώναξε: «Όσο για σένα, αν μείνεις εδώ θα αποδειχτείς ενάρετος άνδρας. Αν φύγεις, θα καταστρέψεις την Ελλάδα. Σ’ αυτό τον πόλεμο, όλα εξαρτώνται από το στόλο. Σε ικετεύω ν’ ακολουθήσεις τη συμβουλή μου· αν αρνηθείς, θα επιβιβάσουμε αμέσως στα πλοία τις οικογένειές μας και θα φύγουμε για τη Σίρη της Ιταλίας· μας ανήκει εδώ και πολύ καιρό κι οι χρησμοί έχουν προβλέψει ότι οι Αθηναίοι πρέπει να ζήσουν κάποτε εκεί. Όταν εσείς χάσετε τέτοιους συμμάχους, να θυμηθείτε τα λόγια μου».
 

63. Τα λόγια αυτά του Θεμιστοκλή ήταν αρκετά για να μεταπείσουν τον Ευρυβιάδη· αναμφίβολα, το κυριότερο κίνητρό του ήταν ο φόβος μήπως έχανε την αθηναϊκή υποστήριξη, υποχωρώντας στον Ισθμό. Γιατί χωρίς τους Αθηναίους δεν είχε καμιά ελπίδα αν εμπλεκόταν σε ναυμαχία. Έτσι αποφάσισε να μείνουν εκεί που βρίσκονταν και να αντιμετωπίσουν τον εχθρό στη Σαλαμίνα.
 

64. Μετά απ’ αυτές τις λογομαχίες κι αφού ο Ευρυβιάδης ανακοίνωσε την απόφασή του, άρχισαν οι ετοιμασίες για τη ναυμαχία. Ξημέρωνε πια όταν έγινε ένας σεισμός, αισθητός τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα. Οι Έλληνες αποφάσισαν να προσευχηθούν στους θεούς και να κάνουν έκκληση να πολεμήσουν στο πλευρό τους οι γιοι του Αιακού. Και δεν έχασαν στιγμή. Προσευχήθηκαν σε όλους τους θεούς, επικαλέστηκαν τον Αίαντα και τον Τελαμώνα από τη Σαλαμίνα κι έστειλαν ένα πλοίο στην Αίγινα, για να φέρει τον Αιακό και τους άλλους γιους.
 
65. Υπάρχει μια ιστορία που λεγόταν από τον Δίκαιο, γιο του Θεοκύδη, έναν Αθηναίο εξόριστο που είχε αρκετή δύναμη ανάμεσα στους Πέρσες. Μετά την εκκένωση της Αθήνας κι ενώ ο στρατός του Ξέρξη ρήμαζε τα περίχωρα, έτυχε να βρίσκεται στο Θριάσιο Πεδίο μαζί με τον Σπαρτιάτη Δημάρατο. Είδαν ένα σύννεφο σκόνης, όπως αυτό που σηκώνει ένα σώμα τριάντα χιλιάδων πολεμιστών που προελαύνει, να έρχεται από την κατεύθυνση της Ελευσίνας κι αναρωτήθηκαν ποιος στρατός μπορούσε να είναι· όταν, ξαφνικά, άκουσαν φωνές. Ο Δίκαιος νόμισε πως αναγνώρισε τον ύμνο του Ιάκχου αλλά ο Δημάρατος, που δεν ήταν εξοικειωμένος με τη θρησκευτική τελετή της Ελευσίνας, ρώτησε τον σύντροφό του σε ποιους ανήκαν αυτές οι φωνές. Και αυτός είπε: «Δημάρατε, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι ο στρατός του βασιλιά θα υποστεί φοβερή καταστροφή. Δεν έχει απομείνει ούτε ένας άνδρας ζωντανός στην Αττική· άρα η φωνή που ακούγεται πρέπει να ανήκει σε κάποιο θεό που έρχεται από την Ελευσίνα φέρνοντας βοήθεια στην Αθήνα και τους συμμάχους της. Αν κατέβει προς την Πελοπόννησο, ο στρατός κι ο ίδιος ο βασιλιάς θα διατρέξουν θανάσιμο κίνδυνο· αν κινηθεί προς τη Σαλαμίνα, ο Ξέρξης μπορεί να χάσει τον στόλο του. Κάθε χρόνο οι Αθηναίοι κάνουν μια γιορτή προς τιμήν της Μητέρας και της Κόρης, κι όποιος θέλει από τους ντόπιους ή και τους άλλους Έλληνες μπορεί να μυηθεί στα μυστήρια· αυτό που ακούς είναι ο ύμνος του Ιάκχου, που ψάλλεται πάντα σ’ αυτή τη γιορτή». «Μην πεις λέξη σε κανένα γι’ αυτό», είπε ο Δημάρατος. «Αν φτάσει στ’ αυτιά του βασιλιά, μπορεί να χάσεις το κεφάλι σου κι ούτε εγώ ούτε κανείς άλλος στον κόσμο δε θα μπορέσει να σε σώσει. Γι’ αυτό, κράτα το στόμα σου κλειστό και οι θεοί θα φροντίσουν το στρατό του βασιλιά». Ενώ μιλούσε ο Δημάρατος, το σύννεφο της σκόνης, από το οποίο ακουγόταν η μυστηριώδης φωνή, υψώθηκε ψηλά στον ουρανό και απομακρύνθηκε πετώντας προς τη Σαλαμίνα, όπου ήταν αγκυροβολημένος ο Ελληνικός στόλος. Έτσι κατάλαβαν οι δυο άνδρες ότι η ναυτική δύναμη του Ξέρξη ήταν γραφτό να καταστραφεί. Αυτή ήταν η ιστορία του Δικαίου, του γιου του Θεοκύδη, που επικαλείται τη μαρτυρία του Δημάρατου και άλλων.

66. Στο μεταξύ, οι Πέρσες ναύτες είχαν γυρίσει από την Τραχίνα στην Ιστιαία, αφού επισκέφτηκαν το πεδίο όπου καταστράφηκαν οι Λακεδαιμόνιοι και τρεις μέρες αργότερα ο στόλος απέπλευσε. Τα πλοία διέσχισαν τα στενά του Ευρίπου και μετά από τρεις μέρες, έφτασαν έξω από το Φάληρο. Υπολογίζω ότι οι δυνάμεις ξηράς και θάλασσας ήταν εξίσου ισχυρές όταν μπήκαν στην Αττική όπως και πριν μπουν στη Σηπιάδα και τις Θερμοπύλες· γιατί, αντί για τις απώλειες που είχαν στην καταιγίδα, στη μάχη των Θερμοπυλών και στο Αρτεμίσιο, υπολογίζω αυτές που αποτελούνταν από Μηλιείς, Δωριείς και Λοκρούς και δεν είχαν τότε ακόμη ακολουθήσει το βασιλιά· οι Βοιωτοί συμμετείχαν σύσσωμοι, με μόνη εξαίρεση τους Θεσπιείς και τους Πλαταιείς· και, υπήρχαν ακόμα οι νησιώτες από την Κάρυστο, την Άνδρο, την Τήνο κι όλα τα άλλα νησιά εκτός από τα πέντε που ήδη ανέφερα. Πράγματι, όσο πιο βαθιά στην Ελλάδα προχωρούσε ο Πέρσης, τόσο περισσότεροι λαοί τον ακολουθούσαν.
 

67. Όλες αυτές οι μονάδες προέλασαν μέχρι την Αττική εκτός από τους Παριανούς (αυτοί έμειναν πίσω στην Κύθνο για να παρακολουθήσουν την έκβαση του πολέμου). Ο στόλος έφτασε, όπως ανέφερα ήδη, στο Φάληρο. Εκεί τον επισκέφτηκε ο ίδιος ο Ξέρξης, γιατί ήθελε να μιλήσει με τους διοικητές του και ν’ ακούσει τις προτάσεις τους· αφού κάθισε λοιπόν ο ίδιος, κάλεσε να παρουσιαστούν μπροστά του οι τύραννοι των κρατών και οι διοικητές των διάφορων πλοίων, που πήραν τις θέσεις τους με την προτεραιότητα που είχε ορίσει ο βασιλιάς. Πρώτος ο άρχοντας της Σιδώνας, μετά της Τύρου κι ούτω καθεξής. Αφού κάθισαν όλοι με τη σειρά, ο Ξέρξης έστειλε το Μαρδόνιο να ρωτήσει τη γνώμη του καθενός για την προοπτική μιας ναυμαχίας.
 

68. Αυτός πέρασε πράγματι απ’ όλους τους αξιωματούχους κάνοντας αυτή την ερώτηση, αρχίζοντας από τον άρχοντα της Σιδώνας. Όλες οι απαντήσεις, με μια μοναδική εξαίρεση, ήταν υπέρ μιας αναμέτρησης με τον ελληνικό στόλο. Η εξαίρεση ήταν η Αρτεμισία που είπε: «Μαρδόνιε, να μεταφέρεις στο βασιλιά την απάντηση που θα δώσω εγώ, που το θάρρος και τα επιτεύγματά μου στις ναυμαχίες της Εύβοιας δεν ήταν λίγα. Πες του: "Αφέντη, οι προηγούμενες υπηρεσίες μου δίνουν το δικαίωμα να σε συμβουλεύσω για την τακτική που θεωρώ την καλύτερη για σένα. Σώσε τα πλοία σου και μην ξεκινήσεις ναυμαχία, γιατί οι Έλληνες είναι τόσο ανώτεροι από μας σε ναυτικά θέματα όσο και οι άνδρες από τις γυναίκες. Τι σε πιέζει να διακινδυνεύσεις κι άλλες αναμετρήσεις στη θάλασσα; Δεν κατέλαβες την Αθήνα, τον κύριο στόχο της εκστρατείας σου; Δεν έχεις και όλη την άλλη Ελλάδα; Δεν υπάρχει κανείς τώρα που μπορεί να σου αντισταθεί, γιατί αυτοί που σου αντιστάθηκαν ήδη πήραν την τιμωρία που τους άξιζε. Άσε με να σου πω πώς πιστεύω ότι θα εξελιχθούν τα πράγματα για τον εχθρό· αν δε βιαστείς να ναυμαχήσεις μαζί τους και κρατήσεις το στόλο εκεί που βρίσκεται τώρα, θα πετύχεις πολύ εύκολα το σκοπό σου, είτε αποφασίσεις να μείνεις εδώ είτε προελάσεις στην Πελοπόννησο. Οι Έλληνες δε θα είναι σε θέση να σου αντισταθούν για πολύ· θα τους αναγκάσεις να διασπάσουν τις δυνάμεις τους· πολύ γρήγορα, θα διαλυθούν και θα γυρίσει ο καθένας στην πατρίδα του. Άκουσα ότι δεν έχουν προμήθειες στο νησί που βρίσκονται τώρα. Τουλάχιστον όσοι έχουν έρθει από την Πελοπόννησο είναι απίθανο να μείνουν άπραγοι, αν προελάσεις με τον στρατό σου προς τη Πελοπόννησο, και πολύ δύσκολα θα δεχτούν να μείνουν και να υπερασπίζονται την Αθήνα. Αν, αντίθετα, βιαστείς να διατάξεις μια ναυμαχία, φοβάμαι ότι η ήττα του στόλου σου θα έχει αντίκτυπο και στο στρατό σου. Και, υπάρχει άλλο ένα σημείο, βασιλιά μου, που πρέπει να λάβεις υπόψη σου· καλοί αφέντες έχουν συνήθως κακούς υπηρέτες κι οι κακοί αφέντες καλούς. Εσύ, λοιπόν, που είσαι ο καλύτερος αφέντης στον κόσμο, έχεις τους χειρότερους υπηρέτες· αυτοί οι λαοί που υποτίθεται πως είναι σύμμαχοί σου, οι Αιγύπτιοι, οι Κύπριοι, οι Κίλικες, οι Πάμφυλοι, δεν παρέχουν καμιά ωφέλεια".
 

69. Οι φίλοι της Αρτεμισίας έμειναν έκπληκτοι, όταν άκουσαν την απάντησή της στο Μαρδόνιο, και φοβήθηκαν ότι ο Ξέρξης θα την τιμωρούσε, επειδή ήθελε να τον αποτρέψει από τη ναυμαχία· αντίθετα, αυτοί που τη ζήλευαν επειδή ήταν ανάμεσα στις πιο ισχυρές προσωπικότητες της συμμαχικής δύναμης, ενθουσιάστηκαν με την απάντηση γιατί πίστευαν ότι θα έφερνε την πτώση της. Όταν ο βασιλιάς άκουσε τις απαντήσεις τους, έμεινε πολύ ικανοποιημένος απ’ αυτή της Αρτεμισίας· τη θεωρούσε και πρωτύτερα αξιοθαύμαστο άτομο, αλλά μετά απ’ αυτό την εκτίμησε περισσότερο από ποτέ. Παρ’ όλα αυτά, υποστήριξε την πρόταση της πλειοψηφίας, γιατί πίστευε ότι στις συμπλοκές στα παράλια της Εύβοιας οι άνδρες του απέφυγαν να κάνουν το καθήκον τους επειδή δεν ήταν παρών ο ίδιος, ενώ, αυτή τη φορά, είχε κανονίσει να παρακολουθεί τη ναυμαχία με τα ίδια του τα μάτια.
 

70. Η επόμενη διαταγή του ήταν να αποπλεύσουν τα πλοία, που βγήκαν ανοιχτά στο πέλαγος και κατευθύνθηκαν προς τη Σαλαμίνα, όπου πήραν τις θέσεις τους με ησυχία. Ήταν αργά το απόγευμα κι είχε σκοτεινιάσει αρκετά, ώστε να μην μπορούν να εξαπολύσουν αμέσως επίθεση· έτσι ετοιμάστηκαν για επίθεση την επομένη. Οι Έλληνες ήταν τρομοκρατημένοι και ιδιαίτερα οι Πελοποννήσιοι, που βρίσκονταν στη Σαλαμίνα· γιατί φοβούνταν ότι μένοντας στη Σαλαμίνα επρόκειτο να πολεμήσουν για τη γη των Αθηναίων κι αν τους νικούσαν, θα αποκλείονταν στο νησί, αφήνοντας ανυπεράσπιστη την πατρίδα τους.

71. Ο στρατός των βαρβάρων ξεκινούσε την πορεία του για την Πελοπόννησο το ίδιο κιόλας βράδυ. Είχαν επιστρατευτεί όλα τα μέσα για να εμποδίσουν τους βαρβάρους να περάσουν τον Ισθμό από την ξηρά. Μόλις έφτασαν τα νέα για την καταστροφή της δύναμης του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, μαζεύτηκαν στον Ισθμό στρατεύματα απ’ όλες τις πόλεις και μπήκαν στις διαταγές του Κλεόμβροτου, γιου του Αναξανδρίδη κι αδελφού του Λεωνίδα. Στρατοπέδευσαν στον Ισθμό και απέκλεισαν με χώματα τη Σκειρωνίδα οδό. Μετά, ακολουθώντας την απόφαση που πήρε το συμβούλιο, άρχισαν να χτίζουν τείχος στον Ισθμό. Αφού είχαν συγκεντρωθεί πολλές δεκάδες χιλιάδες και δούλευαν όλοι ανεξαιρέτως, το έργο προχωρούσε γοργά. Κουβαλούσαν πέτρες, πλίνθους, ξύλα, κοφίνια με άμμο, ενώ η δουλειά συνεχιζόταν αδιάκοπα μέρα νύχτα.
 

72. Οι λαοί που συμμετείχαν σύσσωμοι στο έργο στον Ισθμό ήταν οι εξής· οι Λακεδαιμόνιοι και όλοι οι Αρκάδες, οι Ηλείοι, οι Κορίνθιοι, οι Σικυώνιοι, οι Επιδαύριοι, οι Φλειάσιοι, οι Τροιζήνιοι και οι Ερμιονείς· όλοι αυτοί, φοβισμένοι για την ασφάλεια της Ελλάδας, βοήθησαν στο έργο, ενώ οι άλλες κοινότητες της Πελοποννήσου (παρ’ όλο που τα Ολύμπια και τα Κάρνεια είχαν τελειώσει) έμειναν αδιάφορες.
 

73. Στην Πελοπόννησο υπάρχουν επτά διαφορετικοί λαοί. Δύο απ’ αυτούς, οι Αρκάδες και οι Κυνούριοι, είναι αυτόχθονες και ως τώρα κατοικούν όπου κατοικούσαν και παλιά. Οι Αχαιοί ζούσαν πάντα στην Πελοπόννησο, μολονότι μετακινήθηκαν από τα αρχικά τους εδάφη· οι τέσσερις άλλοι από τους επτά —οι Δωριείς, οι Αιτωλοί, οι Δρύοπες και οι Λήμνιοι— είναι ξένοι μετανάστες. Οι δωρικές κοινότητες είναι πολυάριθμες και πολύ γνωστές· οι Αιτωλοί έχουν μόνο μία, την Ηλεία· η Ερμιόνη και η Ασίνη κοντά στην Καρδαμύλη της Λακωνίας, ανήκουν στους Δρύοπες και όλοι οι Παρωρεάτες είναι Λήμνιοι. Οι αυτόχθονες Κυνούριοι φαίνεται πως ήταν οι μόνοι Ίωνες σ’ αυτή την περιοχή της Ελλάδας, με τον καιρό όμως έγιναν Δωριείς, στο διάστημα που ήταν υποτελείς του Άργους, καθώς ήταν Θυρεάτες και κάτοικοι των περιχώρων της Θυρέας. Από τις επτά αυτές κοινότητες, όλοι οι λαοί εκτός απ’ αυτούς που ανέφερα, προτίμησαν να μείνουν ουδέτεροι σ’ αυτόν τον πόλεμο, πράγμα που, για να μιλήσω πιο ελεύθερα, είναι το ίδιο σαν να είχαν συμπαραταχτεί με τους Πέρσες.
 
74. Οι Έλληνες που είχαν συγκεντρωθεί στον Ισθμό, ήταν σίγουροι πως αγωνίζονταν τον υπέρ πάντων αγώνα και χωρίς να τρέφουν πολλές ελπίδες για μια νίκη των Ελλήνων στη θάλασσα, συνέχισαν να πασχίζουν να ενισχύσουν με κάθε τρόπο την άμυνά τους. Τα νέα για τις προσπάθειές τους προκάλεσαν αναστάτωση στη Σαλαμίνα· κι όλοι φοβούνταν όχι τόσο για τους εαυτούς τους, όσο για την Πελοπόννησο. Στην αρχή ακούγονταν κάποιοι ψίθυροι για την απερισκεψία του Ευρυβιάδη· έπειτα οι συγκρατημένες κριτικές ξέσπασαν σε φανερή αντίθεση κι έγινε νέο συμβούλιο. Τα ίδια θέματα συζητήθηκαν ξανά, με ένα μέρος των αξιωματικών να επιμένουν ότι ήταν ανούσιο να μείνουν και να πολεμήσουν για μια χώρα που ήταν ήδη στα χέρια του εχθρού. Το καλύτερο που είχε να κάνει ο στόλος ήταν να αποπλεύσει και να υπερασπιστεί την Πελοπόννησο, ενώ οι Αθηναίοι, οι Αιγινήτες και οι Μεγαρείς υποστήριζαν πάντα ότι η ναυμαχία έπρεπε να γίνει στη Σαλαμίνα.

75. Τότε ο Θεμιστοκλής, βλέποντας τον κίνδυνο να καταψηφιστεί από τους Πελοποννήσιους, έφυγε απαρατήρητος από το συμβούλιο κι έστειλε έναν άνδρα με πλοίο στον στόλο των Μήδων, με οδηγίες τι έπρεπε να πει φτάνοντας εκεί. Ο άνδρας αυτός ήταν ο Σίκιννος, ένας από τους σκλάβους του Θεμιστοκλή που φρόντιζε τους γιους του· αργότερα, όταν οι Θεσπιείς ενέγραφαν νέους πολίτες στην πόλη τους, ο Θεμιστοκλής τον εγκατέστησε εκεί και τον έκανε πλούσιο. Ακολουθώντας, λοιπόν, τις οδηγίες του αφέντη του, ο Σίκιννος πήγε στους Πέρσες στρατηγούς και είπε: «Φέρνω ένα μυστικό μήνυμα από τον Αθηναίο ναύαρχο (που τρέφει φιλικά αισθήματα για τον βασιλιά σας κι ελπίζει να κερδίσουν τη νίκη οι Πέρσες και όχι οι Έλληνες). Μου είπε να σας αναφέρω ότι οι Έλληνες δειλιάζουν και σχεδιάζουν να φύγουν. Αν τους εμποδίσετε να ξεγλιστρήσουν κρυφά, σας περιμένει μια ανεπανάληπτη νίκη. Δε συμφωνούν μεταξύ τους και δε θα προβάλουν αντίσταση, αντίθετα, θα δείτε αυτούς που είναι μυστικά με το μέρος σας να επιτίθενται στους υπόλοιπους». Μόλις παρέδωσε το μήνυμά του, ο Σίκιννος γύρισε αμέσως στη βάση του.
 

76. Οι Πέρσες πίστεψαν ό,τι τους είχε πει κι αποβίβασαν μια ισχυρή δύναμη στο νησάκι Ψυττάλεια, ανάμεσα στη Σαλαμίνα και την ακτή· έπειτα γύρω στα μεσάνυχτα, μετακίνησαν τη δυτική τους πτέρυγα σε κυκλική πορεία για να περικυκλώσουν τη Σαλαμίνα, ενώ ταυτόχρονα, τα πλοία που ήταν αγκυροβολημένα κοντά στην Κέα και την Κυνόσουρα προχώρησαν επίσης κι έκλεισαν όλο το κανάλι μέχρι τη Μουνιχία. Έκαναν αυτά με σκοπό να αποκόψουν τους Έλληνες στη Σαλαμίνα και να τους εκδικηθούν εκεί για τις καταστροφές που τους προκάλεσαν στις ναυμαχίες του Αρτεμισίου. Τα στρατεύματα αποβιβάστηκαν στην Ψυττάλεια γιατί έλπιζαν ότι, μόλις άρχιζε η σύγκρουση, πολλοί άνδρες και χτυπημένα πλοία θα κατέφευγαν εκεί, (γιατί το νησί βρίσκεται ακριβώς στο στενό της ναυμαχίας). Εκεί θα μπορούσαν να περιποιούνται τους δικούς τους και να σκοτώνουν τους εχθρούς. Αυτές οι κινήσεις έγιναν τελείως αθόρυβα, για να μην αντιληφθεί τίποτα εχθρός· κράτησαν ολόκληρη τη νύχτα με αποτέλεσμα κανένας από τους άνδρες να μην προλάβει να κοιμηθεί.
 

77. Δεν μπορώ να αρνηθώ ότι υπάρχει αλήθεια στους χρησμούς και δεν έχω πρόθεση να τους υποτιμήσω αφού λένε τα πράγματα τόσο φανερά. Αλλά όταν την ιερή ακτή της Άρτεμης με το χρυσό ξίφος καλύψουν με πλοία και την παραθαλάσσια Κυνόσουρα, συνεπαρμένοι από ελπίδες με την καταστροφή της όμορφης Αθήνας, τότε η θεϊκή Δικαιοσύνη θα σβήσει την Υπερβολή, παιδί της Αλαζονείας, τρομερή κι έξαλλη, έτοιμη να καταβροχθίσει τα πάντα. O χαλκός θα χτυπηθεί με χαλκό κι ο Άρης με αίμα θα κοκκινίσει τη θάλασσα· τότε ελεύθερη μέρα στην Ελλάδα θα φέρουν ο γιος του Κρόνου που βλέπει μακριά και η σεβάσμια Νίκη.
 Έχοντας αυτά τα λόγια του Βάκη κατά νου, ξεκάθαρα όπως είναι, δεν τολμώ να πω τίποτα ενάντια στις προφητείες ούτε προτίθεμαι να ακούσω επικρίσεις από άλλους.
 

78. Οι Έλληνες διοικητές στη Σαλαμίνα δεν συμφωνούσαν ακόμη μεταξύ τους. Δεν ήξεραν ακόμα ότι τα εχθρικά πλοία είχαν κλείσει και τις δύο διεξόδους, αλλά νόμιζαν ότι βρίσκονταν ακόμα αραγμένα εκεί όπου τα είχαν δει στη διάρκεια της μέρας.
 

79. Ωστόσο, ενώ η συζήτηση συνεχιζόταν σε οξύτατους τόνους, ο Αριστείδης έφτασε με ένα πλοίο από την Αίγινα. Αυτός ο Αθηναίος, γιος του Λυσίμαχου, είχε εξοριστεί από την Αθήνα μετά από λαϊκή ψηφοφορία· όσο περισσότερα μαθαίνω για το χαρακτήρα του, τόσο πείθομαι ότι ήταν ο καλύτερος κι εντιμότερος άνδρας που έζησε ποτέ στην Αθήνα. Φτάνοντας στη Σαλαμίνα ο Αριστείδης πήγε εκεί όπου γινόταν το συμβούλιο και, μένοντας έξω, φώναξε το Θεμιστοκλή. Μόνο φίλος του δεν ήταν αυτός· για την ακρίβεια, ήταν ο πια άσπονδος εχθρός του· ο Αριστείδης, όμως, μπροστά στο μέγεθος του κινδύνου που τους απειλούσε, ήταν πρόθυμος να ξεχάσει τις παλιές διαφορές κι ήθελε να συμφωνήσει μαζί του. Ήξερε την ανυπομονησία που είχε κυριέψει τους Πελοποννήσιους να αποσυρθούν με τα πλοία στον Ισθμό· έτσι μόλις βγήκε ο Θεμιστοκλής, του είπε: «Αυτή τη στιγμή, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, εμείς οι δυο θα έπρεπε να φιλονικούμε για το ποιος από μας μπορεί να κάνει μεγαλύτερο καλό στην πατρίδα. Αρχικά, πρέπει να σου πω ότι οι Πελοποννήσιοι μπορούν να συζητούν όσο θέλουν την αναχώρησή τους από τη Σαλαμίνα, γιατί δεν έχει καμιά σημασία πλέον. Αυτό που θα σου πω, το είδα με τα ίδια μου τα μάτια. Δεν μπορούν να βγουν από τα στενά, όσο κι αν το θέλουν, ούτε οι Κορίνθιοι ούτε ο ίδιος ο Ευρυβιάδης, γιατί ο στόλος μας είναι περικυκλωμένος. Πήγαινε, λοιπόν να τους τα πεις».
 

80. «Καλά τα νέα και καλή η συμβουλή», απάντησε ο Θεμιστοκλής· «αυτό που ευχόμουν πάνω απ’ όλα έγινε κι εσύ ο ίδιος είσαι αυτόπτης μάρτυρας ότι είναι αλήθεια. Εγώ είμαι υπεύθυνος γι’ αυτή την ενέργεια των Μήδων· αφού οι σύμμαχοί μας δεν ήθελαν να πολεμήσουν εδώ από δική τους ελεύθερη βούληση, ήταν απαραίτητο να τους υποχρεώσω είτε το ήθελαν είτε όχι. Πες τους εσύ τα καλά νέα· αν τους τα πω εγώ, θα νομίσουν ότι τα επινόησα και δε θα πιστέψουν ότι οι βάρβαροι έπραξαν έτσι. Σε παρακαλώ, λοιπόν, πήγαινε μέσα να αναφέρεις μόνος σου ό,τι είδες. Αν σε πιστέψουν, όταν τους τα πεις, τόσο το καλύτερο· αν όχι, δεν έχει σημασία· γιατί, αν είμαστε περικυκλωμένοι, όπως λες, δεν έχουν δυνατότητα διαφυγής πια».
 

81. Ο Αριστείδης πήγε πράγματι μέσα κι έκανε την αναφορά του, λέγοντας ότι μόλις είχε φτάσει από την Αίγινα και δυσκολεύτηκε πολύ να περάσει κρυφά μέσα από τον κλοιό του στόλου του Ξέρξη, αφού η Ελληνική δύναμη ήταν περικυκλωμένη. Τους συμβούλεψε, λοιπόν, ν’ αρχίσουν αμέσως τις προετοιμασίες για ν’ αποκρούσουν μια επίθεση. Αφού είπε αυτά, έφυγε από το συμβούλιο, όπου ξέσπασε καινούρια διαμάχη, γιατί οι περισσότεροι στρατηγοί αρνούνταν να πιστέψουν αυτή την αναφορά.
 

82. Ενώ όμως έτρεφαν ακόμα αμφιβολίες, μια τριήρης της Τήνου με διοικητή τον Παναίτιο, γιο του Σωσιμένη, αυτομόλησε και ήρθε με πλήρη αναφορά του αληθινού σχεδίου. Γι’ αυτή τους την υπηρεσία, το όνομα των Τηνίων χαράχτηκε αργότερα στον τρίποδα των Δελφών, ανάμεσα σ’ αυτά των άλλων πόλεων που βοήθησαν στη νίκη των Ελλήνων ενάντια στους εχθρούς τους. Μ’ αυτό το πλοίο που ήρθε να συμπαραταχτεί με τον Ελληνικό στόλο στη Σαλαμίνα κι εκείνο από τη Λήμνο που είχε πάει νωρίτερα στο Αρτεμίσιο, ο αριθμός των πλοίων συμπλήρωσε τα τριακόσια ογδόντα. Δυο έλειπαν μόνο ως τότε για να συμπληρωθεί ο αριθμός.

83. Υποχρεωμένοι να δεχτούν την αναφορά των Τηνίων, οι Έλληνες άρχισαν επιτέλους να προετοιμάζονται για την επικείμενη ναυμαχία.
Την αυγή, οι πολεμιστές είχαν συγκεντρωθεί και ο Θεμιστοκλής μίλησε πιο αξιόλογα από όλους. Ο λόγος του στηριζόταν σε μια σύγκριση ανάμεσα στα καλύτερα και χειρότερα πράγματα στη ζωή και την τύχη του ανθρώπου και στην προτροπή να διαλέξουν τα καλύτερα. Έπειτα, αφού ολοκλήρωσε το λόγο του, έδωσε τη διαταγή για τον απόπλου. Τη στιγμή που οι άνδρες επιβιβάζονταν, έφτασε η τριήρης που είχε πάει στην Αίγινα για να φέρει τους Αιακίδες. Ολόκληρος ο στόλος είχε ξεκινήσει τώρα και, την επόμενη στιγμή, οι Πέρσες κινήθηκαν κατά πάνω του.
 

84. Οι Έλληνες άρχισαν να υποχωρούν με την πρύμνη, ενώ πήγαιναν εναντίον τους οι βάρβαροι· κόντευαν να ρίξουν τα πλοία στη στεριά, όταν ο Αμεινίας από την Παλλήνη κυβερνήτης ενός Αθηναϊκού πλοίου, όρμησε μπροστά και επιτέθηκε σ’ ένα εχθρικό πλοίο. Βλέποντας τα δύο πλοία σφηνωμένα μαζί, τα άλλα Ελληνικά πλοία έσπευσαν να βοηθήσουν τον Αμεινία κι έτσι άρχισε η ναυμαχία όπως ισχυρίζονται οι Αθηναίοι. Οι Αιγινήτες υποστηρίζουν ότι το πρώτο πλοίο που ρίχτηκε στον αγώνα ήταν αυτό που είχε πάρει τους γιους του Αιακού από την Αίγινα. Λέγεται επίσης ότι εμφανίστηκε ένα φάντασμα μιας γυναίκας και, με βροντερή φωνή που άκουσαν όλοι οι άνδρες του στόλου, φώναξε περιφρονητικά: «Ανόητοι, πόσο ακόμα σκοπεύετε να υποχωρήσετε;»
 

85. Οι Αθηναίοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους Φοίνικες, (που αποτελούσαν τη δυτική πτέρυγα των Περσών προς την Ελευσίνα), οι Λακεδαιμόνιοι ήταν αντικριστά με τα πλοία των Ιώνων, που είχαν παραταχθεί προς τον Πειραιά, δηλαδή στο ανατολικό άκρο. Μερικοί από τους Ίωνες θυμήθηκαν την έκκληση του Θεμιστοκλή κι έμειναν πίσω στη διάρκεια της σύγκρουσης, αλλά οι περισσότεροι την αγνόησαν. Θα μπορούσα να δώσω τα ονόματα των τριηράρχων του εχθρικού στόλου που κατέλαβαν ελληνικά πλοία, αλλά θα αρκεστώ στον Θεομήστορα, γιο του Ανδροδάμαντα, και τον Φύλακο, γιο του Ιστιαίου, που ήταν κι οι δυο Σάμιοι. Ο λόγος για τον οποίο τους αναφέρω είναι ότι, σε αμοιβή γι’ αυτή τους την υπηρεσία, ο Θεομήστορας διορίστηκε από τους Πέρσες τύραννος της Σάμου, ενώ ο Φύλακος εγγράφηκε στον κατάλογο των ευεργετών του βασιλιά και του παραχωρήθηκε μια μεγάλη έκταση γης. Η περσική λέξη για τους ευεργέτες του βασιλιά είναι «οροσάγγες». Αυτοί οι δύο αξιωματικοί, όπως είπα, είχαν κάποια επιτυχία.
 

86. Όμως το μεγαλύτερο μέρος του στόλου έπαθε μεγάλες ζημιές στη Σαλαμίνα, από τις οποίες άλλες οφείλονταν στους Αθηναίους και άλλες στους Αιγινήτες. Από τη στιγμή που ο Ελληνικός στόλος άρχισε να ενεργεί ως σύνολο και με τάξη ενώ οι Πέρσες είχαν χαλάσει την παράταξή τους και δεν πολεμούσαν με βάση κάποιο σχέδιο, η κατάληξη ήταν αναπόφευκτη. Πολέμησαν ωστόσο καλά αυτή τη μέρα, πολύ καλύτερα απ’ ό,τι στις συμπλοκές κοντά στην Εύβοια. Κάθε άνδρας έδωσε τον καλύτερο εαυτό του από φόβο για την εκδίκηση του Ξέρξη, νιώθοντας το βλέμμα του βασιλιά καρφωμένο πάνω του
 

87. Δεν μπορώ να δώσω ακριβείς πληροφορίες για τον ρόλο που έπαιξε σ’ αυτή τη ναυμαχία καθένας από τον στόλο των Ελλήνων και των βαρβάρων. Οφείλω, ωστόσο, να αναφέρω την Αρτεμισία και την πράξη που την ανέβασε ακόμα περισσότερο στην εκτίμηση του Ξέρξη. Όταν ο περσικός στόλος βρισκόταν σε μεγάλη ταραχή, η Αρτεμισία καταδιωκόταν από μια αθηναϊκή τριήρη. Αφού το πλοίο της έτυχε να βρίσκεται πιο κοντά στον εχθρό και μπροστά της υπήρχαν άλλα φιλικά πλοία, ήταν αδύνατο να ξεφύγει. Σ’ αυτή την απελπιστική κατάσταση, συνέλαβε ένα σχέδιο που την ωφέλησε όταν το εφάρμοσε. Με το αθηναϊκό πλοίο πολύ κοντά στην πρύμνη της, έπλευσε ολοταχώς μπροστά και επιτέθηκε σ’ ένα από τα συμμαχικά της πλοία, συγκεκριμένα ένα από την Κάλυνδα στο οποίο μάλιστα επέβαινε ο Δαμασίθυμος, ο Καλυνδέας βασιλιάς. Δεν μπορώ να πω αν το έκανε εσκεμμένα, εξαιτίας κάποιας διαμάχης που είχε μ’ αυτό τον άνδρα όσο βρίσκονταν στον Ελλήσποντο, ή αν έτυχε απλώς να βρεθεί το πλοίο του στον δρόμο της· γεγονός όμως παραμένει ότι το χτύπησε και το βύθισε, με αποτέλεσμα, χάρη στην τύχη της, να έχει διπλό κέρδος. Από τη μια, ο Αθηναίος τριήραρχος βλέποντάς τη να επιτίθεται σ’ έναν εχθρό, υπέθεσε, όπως ήταν φυσικό, ότι το πλοίο ήταν Ελληνικό ή ότι ήταν κάποιος λιποτάκτης που είχε ταχτεί με το μέρος των Ελλήνων· έτσι, σταμάτησε την καταδίωξη κι επιτέθηκε σε άλλο πλοίο.
 

88. Αυτό ήταν μεγάλη τύχη, γιατί έσωσε τη ζωή της· επιπλέον, αυτή ακριβώς η πράξη της, αν και κακή, την ανέβασε ακόμα ψηλότερα στην εκτίμηση του Ξέρξη. Γιατί λέγεται ότι ο βασιλιάς, που παρακολουθούσε τη ναυμαχία, παρατήρησε το περιστατικό και κάποιος από τους παρόντες είπε: «Βλέπεις, αφέντη, πόσο καλά πολεμά η Αρτεμισία; Βύθισε ένα εχθρικό πλοίο». Ο Ξέρξης ρώτησε αν ήταν σίγουροι πως ήταν αυτή και του απάντησαν ότι δεν είχαν καμιά αμφιβολία, γιατί γνώριζαν το έμβλημά της. Φυσικά, υπέθεσαν ότι το πλοίο που βύθισε ήταν εχθρικό. Πράγματι, η Αρτεμισία στάθηκε τυχερή από πολλές απόψεις, αφού δεν επιβίωσε ούτε ένας από το Καλυνδικό πλοίο που θα μπορούσε να την κατηγορήσει. Λέγεται ότι ο Ξέρξης έκανε τότε το εξής σχόλιο: «Οι άνδρες μου μετατράπηκαν σε γυναίκες και οι γυναίκες σε άνδρες». Αυτά λέγεται ότι είπε ο Ξέρξης.
 

89. Ανάμεσα στους νεκρούς της ναυμαχίας αυτής ήταν ο Αριαβίγνης, ο γιος του Δαρείου κι αδελφός του Ξέρξη, καθώς και πολλοί άλλοι διακεκριμένοι άνδρες από την Περσία, τη Μηδία και άλλα συμμαχικά κράτη. Η ελληνική πλευρά είχε λίγες απώλειες, αφού οι περισσότεροι Έλληνες ήξεραν κολύμπι κι όσοι έχαναν τα πλοία τους, δε σκοτώνονταν στη μάχη, κολυμπούσαν μέχρι τη Σαλαμίνα. Οι περισσότεροι από τους εχθρούς, αντίθετα, που δεν ήξεραν κολύμπι, πνίγηκαν. Η μεγαλύτερη καταστροφή έγινε όταν τα περσικά πλοία που μπήκαν πρώτα στη συμπλοκή έκαναν μεταβολή, με αποτέλεσμα να συγκρούονται με αυτά που προσπαθούσαν να περάσουν στην πρώτη γραμμή και να μπουν στη δράση μπροστά στο βασιλιά που παρακολουθούσε.
 

90. Στη σύγχυση που δημιουργήθηκε έγιναν τα εξής. Μερικοί Φοίνικες που είχαν χάσει τα πλοία τους πήγαν στον Ξέρξη και υπαινίχτηκαν ότι η απώλεια των πλοίων τους οφειλόταν σε προδοσία των Ιώνων. Η κατάληξη ήταν ότι δεν εκτελέστηκαν οι στρατηγοί των Ιώνων για κακή συμπεριφορά αλλά αυτοί. Ενώ μιλούσαν, ένα πλοίο της Σαμοθράκης χτύπησε ένα αθηναϊκό· αυτό άρχισε να βουλιάζει, όταν ένα πλοίο από την Αίγινα χτύπησε τους Σαμοθράκες και βύθισε το πλοίο τους· το πλήρωμα όμως, που ήταν οπλισμένο με ακόντια, πρόλαβε να ρίξει έξω όλους όσοι βρίσκονταν στο κατάστρωμα του αιγινήτικου πλοίου και μετά πήδηξε πάνω και το κατέλαβε. Αυτό το κατόρθωμα έσωσε τους Ίωνες, γιατί όταν είδε ο Ξέρξης το ιωνικό πλοίο να καταφέρνει κάτι τόσο αξιοθαύμαστο, γύρισε στους Φοίνικες και, εκνευρισμένος όπως ήταν κι έτοιμος να ρίξει ευθύνες σε οποιονδήποτε, διέταξε να τους κόψουν το κεφάλι για να μη διαδίδουν συκοφαντίες ενάντια σε καλύτερούς τους. Ο Ξέρξης παρακολουθούσε τη ναυμαχία από τους πρόποδες του όρους που ονομάζεται Αιγάλεω απέναντι από τα στενά της Σαλαμίνας· όποτε έβλεπε κάποιον κυβερνήτη του στόλου του να διαπρέπει, μάθαινε το όνομά του κι έβαζε τους γραμματείς του να το σημειώσουν, μαζί με την πόλη και το όνομα του πατέρα του. Ο Πέρσης Αριαράμνης, που ήταν φίλος των Ιώνων και παρών στη διάρκεια της ναυμαχίας, είχε μια ανάμειξη στην τιμωρία των Φοινίκων. Αυτοί λοιπόν ξέσπασαν πάνω στους Φοίνικες.
 

91. Όταν άρχισε η φυγή των πλοίων των βαρβάρων, που προσπαθούσαν να επιστρέψουν στο Φάληρο, οι Αιγινήτες, που τους περίμεναν στα στενά, πολέμησαν αξιομνημόνευτα. Όσα πλοία αντιστέκονταν ή προσπαθούσαν να ξεφύγουν, συντρίφτηκαν από τους Αθηναίους μέσα στην ταραχή, ενώ οι Αιγινήτες αναλάμβαναν αυτούς που προσπαθούσαν ν’ απομακρυνθούν, έτσι ώστε, όσα πλοία γλίτωναν από τον πρώτο εχθρό, έπεφταν σίγουρα πάνω στον άλλο.
 

92. Έτυχε σ’ αυτό το στάδιο της ναυμαχίας ο Θεμιστοκλής, που καταδίωκε ένα εχθρικό πλοίο, να περάσει πολύ κοντά από το πλοίο που διοικούσε ο Αιγινήτης Πολύκριτος, γιος του Κριού. Αυτός είχε μόλις χτυπήσει ένα πλοίο Σιδωνίων, το ίδιο που είχε καταλάβει το πλοίο των Αιγινητών που περιπολούσε κοντά στη Σκιάθο, στο οποίο επέβαινε ο Πυθέας, ο γιος του Ισχενόου, ο Αιγινήτης που οι Πέρσες είχαν περιθάλψει και κρατήσει μαζί τους από θαυμασμό για την ανδρεία του που αρνιόταν να παραδοθεί παρά τις τρομερές πληγές του. Όταν το πλοίο των Σιδωνίων που τον μετέφερε καταλήφθηκε μαζί με το πλήρωμά του, αυτός γύρισε ασφαλής στην Αίγινα. Τη στιγμή που ο Πολύκριτος πρόσεξε το Αθηναϊκό πλοίο κι αναγνώρισε το έμβλημα του ναύαρχου, φώναξε το Θεμιστοκλή και τον ρώτησε ειρωνικά αν θεωρούσε ακόμα τους Αιγινήτες φίλους των Περσών. Τέτοια λόγια ξεστόμισε ο Πολύκριτος στο Θεμιστοκλή, όταν χτύπησε το εχθρικό πλοίο. Όσα περσικά πλοία γλίτωσαν από την καταστροφή, γύρισαν στο Φάληρο και σύρθηκαν στην ακτή, κάτω από την προστασία του στρατού.
 

93. Όλοι παραδέχονται ότι αυτοί που διέπρεψαν κυρίως στη ναυμαχία της Σαλαμίνας ήταν οι Αιγινήτες και μετά ερχόταν η Αθήνα. Τη μεγαλύτερη ατομική διάκριση κέρδισε ο Αιγινήτης Πολύκριτος κι από τους Αθηναίους, οι Ευμένης ο Αναγυράσιος και ο Αμεινίας από την Παλλήνη. Ο Αμεινίας ήταν αυτός που είχε καταδιώξει την Αρτεμισία και, αν το ήξερε ότι αυτή διοικούσε το πλοίο, δε θα είχε σταματήσει την καταδίωξη ώσπου να το βυθίσει ή να νικηθεί· γιατί οι Αθηναίοι, οργισμένοι επειδή μια γυναίκα είχε όπλα και πολεμούσε εναντίον τους, είχαν δώσει ειδικές διαταγές γι’ αυτή στους κυβερνήτες κι είχαν υποσχεθεί βραβείο δέκα χιλιάδων δραχμών σ’ όποιον την αιχμαλώτιζε ζωντανή. Όπως ανέφερα ήδη, αυτή κατάφερε να ξεφύγει, όπως και μερικοί άλλοι, που άραξαν στο Φάληρο.
 

94. Οι Αθηναίοι λένε ότι, στην αρχή της ναυμαχίας, ο Κορίνθιος διοικητής Αδείμαντος σήκωσε πανιά κι έφυγε πανικόβλητος. Βλέποντας οι Κορίνθιοι το ναύαρχό τους να απομακρύνεται, τον ακολούθησαν. Ενώ όμως βρίσκονταν στο ύψος της ακτής της Σαλαμίνας όπου είναι χτισμένος ο ναός της Σκιράδας Αθήνας, συνάντησαν ένα παράξενο πλοίο που το έστειλε ο θεός. Αυτό πλησίασε τους Κορινθίους χωρίς να φανεί ότι το έστειλε κάποιος. Οι Κορίνθιοι, όταν τους έφτασε, δεν είχαν ιδέα τι έκανε ο υπόλοιπος στόλος. Απ’ αυτό που συνέβη αμέσως μετά, όμως, οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι επρόκειτο για θεϊκή επέμβαση· όταν το πλοίο τους πλησίασε αρκετά, άνδρες που βρίσκονταν στο κατάστρωμα φώναξαν: «Αδείμαντε, ενώ εσύ φέρεσαι ως προδότης λιποτακτώντας μαζί με τα πλοία σου, οι προσευχές της Ελλάδας εισακούστηκαν και νικά τους εχθρούς της». Ο Αδείμαντος δεν τους πίστεψε και τότε αυτοί του πρότειναν να τους πάρει ομήρους και να τους εκτελέσει όλους, αν οι Έλληνες δεν κέρδιζαν πράγματι στη ναυμαχία. Έτσι αυτός και τα υπόλοιπα πλοία του γύρισαν στον Ελληνικό στόλο αφού είχε τελειώσει η αναμέτρηση. Αυτή, όπως είπα ήδη, είναι μια ιστορία που λένε οι Αθηναίοι, ενώ οι Κορίνθιοι τη διαψεύδουν· αντίθετα, υποστηρίζουν ότι τα πλοία τους έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη ναυμαχία, πράγμα που παραδέχονται κι όλοι οι υπόλοιποι Έλληνες.

 

95. Μέσα στη σύγχυση της ναυμαχίας στη Σαλαμίνα ο Αθηναίος Αριστείδης, γιος του Λυσιμάχου, του οποίου τον λαμπρό χαρακτήρα σχολίασα λίγο νωρίτερα, πρόσφερε πολύ σημαντική υπηρεσία. Πήρε ένα τμήμα των Αθηναίων οπλιτών με βαρύ οπλισμό, που ήταν συγκεντρωμένοι στα παράλια της Σαλαμίνας, και τους πέρασε στην Ψυττάλεια, όπου σκότωσαν όλους τους Πέρσες στρατιώτες που είχαν αποβιβαστεί εκεί.

96. Μετά τη ναυμαχία, οι Έλληνες έσυραν στη Σαλαμίνα όλα τα χτυπημένα πλοία που είχαν μείνει έρμαια στη γύρω θαλάσσια περιοχή κι ετοιμάστηκαν για μια επανάληψη της σύγκρουσης, σίγουροι ότι ο Ξέρξης θα έστελνε τα υπόλοιπα πλοία του να επιχειρήσουν δεύτερη επίθεση. Πολλά από τα αχρηστευμένα πλοία καθώς και απομεινάρια από ναυάγια παρασύρθηκαν από τον ζέφυρο άνεμο σε ένα τμήμα των παραλίων της Αττικής που λέγεται Κωλιάδα. Έτσι δεν εκπληρώθηκαν μόνο οι χρησμοί του Βάκη και του Μουσαίου σχετικά μ’ αυτή τη ναυμαχία αλλά και μια άλλη προφητεία σχετική με αυτά τα ναυάγια που είχε ειπωθεί πριν πολλά χρόνια από έναν Αθηναίο μάντη που λεγόταν Λυσίστρατος. Όλοι οι Έλληνες είχαν ξεχάσει αυτό που είχε πει:
 Οι γυναίκες της Κωλιάδας θα μαγειρεύουν το φαγητό τους πάνω σε φωτιά από κουπιά.
Αυτό επρόκειτο να γίνει μετά την αποχώρηση του βασιλιά.
 

 97. Ο Ξέρξης, όταν συνειδητοποίησε το μέγεθος της καταστροφής, φοβήθηκε μήπως οι Έλληνες, είτε ενεργώντας με δική τους πρωτοβουλία είτε μετά από προτροπή των Ιώνων, έπλεαν στον Ελλήσποντο και κατέστρεφαν τις γέφυρές του. Αν συνέβαινε αυτό, θα βρισκόταν αποκομμένος στην Ευρώπη και θα διέτρεχε θανάσιμο κίνδυνο. Έτσι άρχισε να σχεδιάζει τη φυγή του· ταυτόχρονα, όμως, για να κρατήσει μυστικό αυτό το σκοπό του και από τους Έλληνες και από τους δικούς του, άρχισε να κάνει μια πρόσχωση προς τη Σαλαμίνα, δένοντας μαζί μερικά φοινικικά εμπορικά πλοία, που χρησίμευαν ταυτόχρονα ως γέφυρα και τείχος. Επίσης, έκανε μερικές προετοιμασίες ώστε να φαίνεται ότι σχεδίαζε να ξαναεπιτεθεί με το στόλο του. Η θέα αυτής της δραστηριότητας τους έπεισε όλους ότι σκόπευε να μείνει στην Ελλάδα και να συνεχίσει τον πόλεμο με μεγαλύτερη αποφασιστικότητα· υπήρχε μια εξαίρεση. Ο Μαρδόνιος, που ήξερε πώς σκεφτόταν ο αφέντης του, δεν ξεγελάστηκε.
 

98. Ταυτόχρονα, ο Ξέρξης έστειλε αγγελιαφόρο στους Πέρσες με την είδηση της ήττας του. Τίποτα στον κόσμο δεν ταξιδεύει γρηγορότερα απ’ αυτούς τους Πέρσες αγγελιαφόρους. Αυτό το πετυχαίνουν με τον εξής τρόπο. Υπάρχουν ιππείς τοποθετημένοι κατά μήκος του δρόμου, ίσοι σε αριθμό με τον αριθμό των ημερών που χρειάζεται το ταξίδι, δηλαδή ένας άνδρας κι ένα άλογο για κάθε μέρα. Τίποτα δεν είναι ικανό να εμποδίσει αυτούς τους αγγελιαφόρους να καλύψουν την απόσταση που τους αντιστοιχεί στο συντομότερο δυνατό χρόνο, ούτε το χιόνι, η βροχή, η ζέστη ή το σκοτάδι. Ο πρώτος, στο τέλος του ταξιδιού του, παραδίδει το μήνυμα στο δεύτερο, αυτός στον τρίτο και ούτω καθεξής, ώσπου να καλυφθεί όλη η απόσταση, όπως στις λαμπαδηφορίες που οργανώνονται προς τιμήν του Ηφαίστου στην Ελλάδα. Η περσική λέξη γι’ αυτού του είδους το τρέξιμο των αλόγων είναι «αγγαρείο».
 

99. Το πρώτο μήνυμα του Ξέρξη, που ανέφερε την κατάληψη της Αθήνας, προκάλεσε τέτοιο ενθουσιασμό στους Πέρσες που είχαν μείνει πίσω, ώστε έστρωσαν τους δρόμους με κλαδιά μυρσίνης, θυμιάτιζαν με λιβάνι και ρίχτηκαν σε κάθε είδους εορτασμούς· το δεύτερο, ωστόσο, που ακολούθησε πολύ σύντομα, έδωσε τέλος στη χαρά όλων· Τόση ήταν η απογοήτευσή τους, ώστε δεν υπήρχε ούτε ένας άνδρας που δεν έσκισε τα ρούχα του και δεν έκλαψε και θρήνησε από αβάσταχτη οδύνη, ρίχνοντας όλο το βάρος της ευθύνης στο Μαρδόνιο. Όλες αυτές οι εκδηλώσεις δεν προκλήθηκαν τόσο από λύπη για την απώλεια των πλοίων τους, όσο από φόβο για την προσωπική ασφάλεια του βασιλιά.
 

100. Αυτά έκαναν οι Πέρσες τότε και δε σταμάτησαν μέχρι που επέστρεψε ο ίδιος ο Ξέρξης. […]