Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ ΣΤΟ ΠΡΟΚΟΠΙ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ

Από το βιβλίο του Λάζαρου Ευπραξιάδη ΠΡΟΚΟΠΙ ΚΑΠΑΔΟΚΙΑΣ Μ.ΑΣΙΑΣ..

Όπως στα χωριά και της πόλης στην  Ελλάδα έτσι και στο Προκόπι της Καππαδοκίας οι Προκοπιείς γιόρταζαν τις απόκριες, δύο εβδομάδες προ της Σαρακοστής ήσαν οι απόκριες.  Η πρώτη εβδομάδα ήτο κρεατοαποκριά  (Έτ χαφτασή). Όλη την εβδομάδα έτρωγαν κρέας και κρεατινά χωρίς εξαίρεση της Τετάρτης και της Παρασκευής. Η δεύτερη εβδομάδα ήταν της Τυρινής (Πεΐνίρ χαφτασή).Την εβδομάδα αυτή δεν τρώγανε κρέας αλλά μόνο αυγά, γαλακτοκομικά και τυροκομικά. Τα πιο εκλεκτά φαγητά ήταν το μαντί (ζυμαρικό είδος χυλοπίτας που όταν έβραζε και το στράγγιζαν από το νερό του το περιέβρεχαν με μπόλικο τσιγαρισμένο βούτυρο και κατόπιν το ανακάτευαν με γιαούρτι που μέσα είχε σκόρδο ψιλοκομμένο, όταν έτρωγαν κρέας έβαζαν και κιμά). Από την Κυριακή που άρχιζε η αποκριά άρχιζαν και οι διασκεδάσεις. Σ’ αυτές λάμβαναν μέρος όλοι οι κάτοικοι και έδιναν πανηγυρικό χαρακτήρα. Αυτές γίνονταν όχι μόνο μέσα στα σπίτια μεταξύ συγγενών, αλλά και στους δρόμους, στις αυλές και στις πλατείες. Τις ημέρες των Αποκριών τις θεωρούσαν μέρες ψυχαγωγίας με εκδήλωση ευθυμίας και χαράς όλων των κατοίκων σαν μία οικογένεια χωρίς παρεξηγήσεις μεταξύ των.   Τα χαρακτηριστικά των διασκεδάσεων ήσαν οι χαριτολογίες, οι εύθυμοι σατυρισμοί, οι αστεϊσμοί, τα καλαμπούρια, οι ομαδικοί χοροί, τα τραγούδια, διάφορες κωμικές παραστάσεις και πολλά διασκεδαστικά παιγνίδια όπως οι:
Μεταμφιέσεις, η καμήλα, η αρκούδα, κρέμασμα μουσταλευριάς ή χαλβά.
ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΕΙΣ

Άντρες και γυναίκες φορούσαν τα πιο παλιά τους ρούχα ή τα φορούσαν και ανάποδα. Συνήθως οι άντρες φορούσαν γυναικεία και οι γυναίκες αντρικά. Ένα μικρόσωμο άντρα τον έντυναν με νυφικά και μία ψηλόσωμη γυναίκα με αντρικά ρούχα σαν γαμπρό με στριμμένο ψεύτικο μουστάκι. Τα πρόσωπά τους ήσαν βαμμένα λογιών-λογιών χρώματα, ακόμη και με μαύρη καπνιά. Κάποιος φορούσε μαύρο αντερί σαν ράσο και στο κεφάλι μαύρο ψηλό καπέλο με μαύρο βέλο σαν καλυμμαύκι και στεφάνωνε τη νύφη και το γαμπρό.
Άλλοι μεταμφιέζονταν σε διάφορες μορφές ζώων, που προκαλούσαν τα γέλια στους υπόλοιπους.  Οι μεταμφιεσμένοι σχημάτιζαν ομάδες από 5-10 άτομα και είχαν μαζί τους αν όχι κλαρίνο ή βιολί, οπωσδήποτε ένα ντέφι και όπως ήταν αγνώριστοι έμπαιναν σε όποιο σπίτι ήθελαν απρόσκλητοι, γιατί όλες οι πόρτες τις ημέρες αυτές ήσαν ανοιχτές σε όλες τις παρέες και τις υποδέχονταν μετά χαράς.   Εκεί με εύθυμα καλαμπούρια, ευχάριστα και τολμηρά ανέκδοτα  ξεκαρδιστικά γέλια και ανάμεσα στα κεράσματα έβγαζαν από τις ζώνες τους ανά δύο ζευγάρια, τα ξύλινα κουτάλια (χουλιάρια) και αφού πέρναγαν  ένα  κουτάλι  ανάμεσα  (στο μεγάλο  δάκτυλο και στο δείκτη και  ανάμεσα στο μεσαίο  δάκτυλο και το παράμεσο) δύο στο κάθε χέρι  και με τους ρυθμικούς ήχους από το ντέφι άρχιζαν το χορό, του καρσιλαμά, το τσιφτετέλι και το κόνιαλη (το οποίο κόνιαλη εμείς οι απόγονοι χορεύουμε μέχρις σήμερα). Οι μεταμφιεσμένοι πέρναγαν σχεδόν από όλα τα σπίτια, σε όλα υπήρχε στρωμένο τραπέζι με ποτά και μεζέδες.
    Η  ΚΑΜΗΛΑ
Δύο ή τρείς μαζί λίγο μεγαλόσωμοι άντρες όρθιοι σκεπασμένοι με παλιές κουβέρτες ή κιλίμια και με μαξιλάρια έκαμαν ένα αριστοτεχνικό σχήμα καμήλας. Την καμήλα έσερνε κάποιος μεταμφιεσμένος σε καμηλιέρη και καθισμένος πάνω σ’ έναν γάιδαρο. Η καμήλα,    ο καμηλιέρης και ο γάιδαρος είχαν κρεμασμένα κουδουνάκια που κουδούνιζαν συνέχεια.
Εάν η παρέα αποτελείτο από περισσότερα άτομα έκαμαν δεύτερη και τρίτη καμήλα που δεμένες η μία με την άλλη, σχημάτιζαν καραβάνι. Η πομπή με τα κουδουνίσματα και τα γέλια περνούσε απ’ όλες  τις συνοικίες και ξεσήκωνε όλο τον κόσμο, ο οποίος έβγαινε στους δρόμους. Στην ευθυμία αυτή συμμετείχαν και οι Τούρκοι κάτοικοι και διασκέδαζαν μαζί με τους Έλληνες, γιατί αυτοί δεν είχαν τέτοια ψυχαγωγικά έθιμα.
Η ΑΡΚΟΥΔΑ
Κάποιος φορούσε ρούχα ραμμένα από προβιά. Όλο το σώμα, τα άκρα καθώς και το κεφάλι και το πρόσωπο ήταν φτιαγμένα από προβιά στο σχήμα της αρκούδας και περπατούσε στα τέσσερα. Την αρκούδα πολλές φορές και δύο έσερνε ο μεταμφιεσμένος αρκουδιάρης με το ραβδί και το ντέφι. Σε κάθε σπίτι και πλατεία ο αρκουδιάρης διέταζε την αρκούδα να σηκωθεί στα δύο πισινά πόδια και να χορέψει με τους ήχους του ντεφιού και εάν ήσαν δύο να χορέψουν καρσιλαμά και άλλους χορούς. Έλληνες και Τούρκοι παρακολουθούσαν με κέφι και ενθουσιασμό τους χορούς της αρκούδας.
ΚΡΕΜΑΣΜΑ μουσταλευριάς ή χαλβάς.  
Για τα παιδιά ηλικίας μέχρι 12 ετών, το βράδυ της τελευταίας Κυριακής της αποκριάς γινόταν το εξής παιγνίδι:
Σ’ ένα δωμάτιο σε κάποια σπίτια μαζεύονταν παρέες παιδιών μαζί με τους γονείς, τ’ αδέλφια, συγγενείς, φίλους. Από τον κρίκο της οροφής του δωματίου διαπερνούσαν ένα σπάγκο του  οποίου την μία άκρη κρατούσε ο νοικοκύρης και στην άλλη άκρη ήτο δεμένο ένα κομμάτι σκληρής μουσταλευριάς ή σκληρού χαλβά, στο ύψος του αναστήματος των παιδιών. Έδεναν τα δύο χέρια των παιδιών πισθάγκωνα και ξεκινούσε το παιγνίδι. Μόλις ορμούσαν τα παιδιά να δαγκώσουν το γλυκό, ο νοικοκύρης τραβώντας το σπάγκο το ανέβαζε πιο ψηλά. Έτσι με το ανεβοκατέβασμα του γλυκίσματος και την προσπάθεια που έκαμαν τα παιδιά να το δαγκάσουν, πασαλείβονταν τα πρόσωπά τους και δημιουργείτο μία ξεκαρδιστική ατμόσφαιρα χαράς και γέλιου.
Οι Προκοπιείς σοφίζοντο και άλλα πολλά διασκεδαστικά παιγνίδια της ημέρες της Αποκριάς. Σαν π.χ. επισκέψεις με αμάξια ντυμένοι με καρναβαλίστικα ρούχα και προσωπίδες φτιαγμένες από του ίδιους, περπάτημα με ψηλά ξυλένια πόδια, (ξυλοπόδαρα)και άλλα. Εκτός από τα παιγνίδια αυτά που στα περισσότερα έπαιρναν μέρος μόνο άντρες, τα κορίτσια και οι γυναίκες τις ημέρες τις Αποκριάς μαζευόντουσαν, στις πλατείες ή σε σπίτια της γειτονιάς με μεγάλη αυλή και εκεί με κλαρίνο, βιολί και ντέφι ή εν ανάγκη μόνο με ντέφι που ήξεραν να παίζουν σχεδόν όλες οι γυναίκες, στήνανε το χορό. Συρτό (είδος καλαματιανού).Καρσιλαμά (αντικριστό).Τσιφτετέλι ή το χορό της νύφης.(Κελήν ογιουνού)κ.τ.λ.  Την τελευταία μέρα αφού τελείωναν τα γλέντια ο καθένας έτρωγε σαν τελευταίο φαγητό ένα αυγό, για να έχουν το στόμα τους σφραγισμένο και να μη φάνε αρτυμένα έως το Πάσχα.  Τα έθιμα της Αποκριάς γινόντουσαν σε όλες τις ελληνικές περιοχές, της Καππαδοκίας με σχεδόν ομοιόμορφες εκδηλώσεις.
Πριν από μερικά χρόνια αυτά τα όμορφα έθιμα υπήρχαν και στην Ελλάδα , όπως: το γαϊτανάκι (κάποιος κρατούσε ένα ψηλό κοντάρι και γύρω του υπήρχαν κορδέλες δεμένες χρωματιστές, οι μασκαρεμένοι άντρες και γυναίκες που το συνόδευαν κρατούσαν καθ’ ένας την άκρη από μία κορδέλα και με τραγούδια και γέλια περνούσαν ο ένας ανάμεσα στον άλλο και γινόταν μία πλεξίδα επάνω στο κοντάρι ,κατόπιν περνούσαν αντίθετα και λυνόταν η πλεξούδα και πάλι από την αρχή).Επίσης ήταν η καμήλα, οι ξυλοπόδαροι, ο γύφτος με την μαϊμού ή την αρκούδα τις  οποίες είχε ντύσει μπαλαρίνα  και χτυπώντας το ντέφι τις διέταζε να κάμουν διάφορες αστείες κινήσεις. Σίγουρα οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας αυτά τα  θυμούνται και ίσως θυμούνται ακόμη περισσότερα.
Πιο παλιά έβλεπες μασκαράδες κάθε ηλικίας στους δρόμους, στα σπίτια να χαίρονται και να γλεντάνε όλοι μαζί,  δυστυχώς, σήμερα δεν το βλέπουμε πια, όλοι έχουμε απομονωθεί ο καθ’ ένας στα δικά του προβλήματα, τόσα που είναι!
Οι Έλληνες όμως ξέρουν τις ημέρες των εορτών να βάζουν στην άκρη τα προβλήματα και να περνάνε καλά με τις οικογένειές τους.

ΚΑΛΕΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ πάντα με υγεία.
Καπετανίδου  Βάσω Προκοπιανή.


http://mikrasiatis.gr/

Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ : ΜΙΑ ΑΦΟΡΜΗ ΓΙΑ ΤΑ ΑΚΡΙΤΙΚΑ ΕΠΗ

Έργο Δημήτρη Σκουρτέλη
Η ΚΑΙΣΑΡΕΙΑ, 
ΤΟΠΟΣ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΤΩΝ 
ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΣΤΡΑΤΕΥΜΑΤΩΝ
ΤΟΥ ΤΗΛΕΜΑΧΟΥ Κ. ΛΟΥΓΓΗ 

Απόσπασμα από την μελέτη του:

«ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ 
ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ»
Σύμφωνα με τον Νικηφόρο Βρυέννιο, στο τρίτο τέταρτο του ενδέκατου αιώνα, η αρχαία των Καππαδοκών μητρόπολις, φημί δη την περιβόητον Καισάρειαν, είχε τα τείχη της διερρωγότα και μόνο μερικοί πύργοι είχαν απομείνει, εις απόδειξιν οίμαι της παλαιάς ευδαιμονίας της πόλεως.

Η βαρύτητα, αν όχι η ευδαιμονία της Καισαρείας έναν αιώνα νωρίτερα από την εποχή που περιγράφει ο Βρυέννιος φαίνεται από το γεγονός ότι, το 956, ο νέος πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Πολύευκτος (956 - 970) χειροτονείται όχι από το μητροπολίτη Ηράκλειας Περίνθου, σύμφωνα με το έθος, αλλά από το μητροπολίτη Καισαρείας.
Ήδη από το 923, ο ευγενής και ικανότατος δομέστικος των σχολών Ιωάννης Κουρκούας φέρεται να έχει ως έδρα των στρατευμάτων του την Καισαρεία. Από εκεί, θα καταπνίξει την εξέγερση που θα ξεσπάσει στο θέμα Χαλδίας την εποχή αυτή.
Αν, από καθαρά στρατιωτική άποψη, η Καισαρεία ασκεί κάποια ιδιαίτερη επιρροή στα πράγματα της αυτοκρατορίας κατά το δεύτερο ήμισυ του δέκατου αιώνα, αυτό θα γίνει αισθητό στον τρόπο, με τον οποίο θα εκπληρωθεί ο χρησμός της Κρήτης.
Στις αρχές Ιουλίου του 963, ο δομέστικος των σχολών της Ανατολής Νικηφόρος Φωκάς μαζί με τον ανηψιό του στρατηγό των Ανατολικών Ιωάννη Τζιμισκήυποδέχεται την στρατιάν στην Καισαρεία.
Έπεί δε εντός ολίγων ημερών άπαν το της Ασίας προς αυτόν συνήθροιστο στράτευμα, οι στρατηγοί των θεμάτων με επικεφαλής τους τον στρατηγό Ανατολικών Ιωάννη, τά ξίφη γυμνώσαντες και την στρατήγιον σκηνήν κυκλωσάμενοι επευφημούν αυτοκράτορα το Νικηφόρο πολύχρονων κράτος αύτω επευχόμενοι.
Όταν οι επευφημίες κάμπτουν την τυπική αντίσταση του Νικηφόρου που επιθυμεί μάλλον να τηρήσει κάποια προσχήματα, ο νέος αυτοκράτορας βγαίνει από τη σκηνή φορώντας ήδη τα ερυθρά πέδιλα, ζωσμένος το ξίφος του και στηριζόμενος σε δόρυ. Ανεβαίνει σε ένα ύψωμα και δημηγορεί εις επήκοον της στρατιάς:
«ο τωρινός μας αγώνας δεν είναι ούτε εναντίον των Αράβων της Κρήτης, ούτε εναντίον Σκυθών ή Αράβων που, χάρη στη δική σας αρετή, νικήσαμε ήδη, αλλά εναντίον της Ρωμαίων πολιτείας, σε ολόκληρη την επικράτεια της οποίας υπάρχουν δυσκολίες και αυτήν δεν μπορούμε να την κατακτήσουμε με μια έφοδο, όπως ένα φρούριο. Περιβρέχεται από τη θάλασσα, διαθέτει οχυρά σε διάφορες τοποθεσίες, έχει πολυάριθμο άλκιμο πληθυσμό και υπερέχει σε πλούτο και κειμήλια από ολόκληρη την οικουμένη... Αναλογισθείτε λοιπόν τη δόξα που αποκτήσατε κερδίζοντας νίκες υπό τις διαταγές μου και ακολουθήστε με αμετάκλητα, επιστρατεύοντας την αρετή σας».

Καππαδοκία. Σήμερα.
Η Καισαρεία με παρατεταγμένο τον στρατό της απειλεί την Κωνσταντινούπολη και, αν κρίνει κανείς από την περίπτωση αυτής της επιθεώρησης του στρατού, θα συμπεράνει ότι δεν νικά πάντα ό εν Κωνσταντινουπόλει καθεζόμενος, όπως θα ισχυριστεί λίγο περισσότερο από έναν αιώνα μετά ο Κεκαυμένος, επικουρούμενος ίσως και από το πραγματικό γεγονός ότι η Καισαρεία είχε σβήσει σχεδόν μαζί με τους Φωκάδες.
Διατρέχοντας τον Δέοντα Διάκονο, αποκομίζει κανείς την εντύπωση ότι η Καισαρεία και, γενικά, η Καππαδοκία δεν υπακούουν σε άλλον εκτός από τους Φωκάδες. Οι εκστρατείες του Νικηφόρου Φωκά ξεκινούν συνήθως από την Καππαδοκία και επιστρέφουν σ' αυτήν. Με αυτό, ίσως, υπόψη του, ο δουξ Βάρδας Φωκάς εξεγείρεται το 970 και φθάνει στην Καισαρεία, όπου προσπαθεί να συγκεντρώσει στρατό, όπως επτά χρόνια νωρίτερα ο θείος του Νικηφόρος.
Στην Καισαρεία θα απευθύνει γράμμα προς το στασιαστή Βάρδα Φωκά ο αυτοκράτορας πια Ιωάννης Τζιμισκής και ο στασιαστής θα απαντήσει με τρόπο υπερφίαλο.
Ο Φωκάς αντιμετωπίζοντας τον Βάρδα Σκληρό στο Διπόταμον - Μεσάνακτα, θα επιχειρήσει τον ίππου έπίβήναι και διιέναι το στράτευμα. Στην επιθεώρηση του στρατού του οι οιωνοί είναι κακοί καί η στρατιά της Καισαρείας θα διαλυθεί χωρίς να δώσει μάχη.
 Δεκαεπτά χρόνια αργότερα, στο θέμα Χαρσιανού που έχει για πρωτεύουσα του την Καισαρεία, ο Βάρδας Φωκάς θα ανακηρυχθεί αυτοκράτορας από τους ευγενείς συγγενείς του και τους ηγήτορες των στρατευμάτων της Ανατολής(Αύγουστος 987) και η τελευταία αυτή απόπειρα θα διαρκέσει ως το 989.
Στην συνέχεια, είναι το τέλος της Καισαρείας και των Φωκάδων και η οριστική επικράτηση της Κωνσταντινούπολης, που τόσο φαίνεται ότι εντυπωσίασε τον Κεκαυμένο τον ενδέκατο αιώνα.
Σημείωση Δημητρη Σκουρτέλη:

Είναι ακριβώς την εποχή που περιγράφεται στο άρθρο που αποκρυσταλλώνονται τα Ακριτικά Έπη, και μέσα τους εντάσσεται η τάση εξέγερσης κατά της Αυτοκρατορίας.
Καταλαβαίνουμε, ακόμη, γιατί ο Διγενής παρουσιάζεται να γεννιέται στην Καππαδοκία, ακριβώς αυτήν την περίοδο.
Άλλωστε, ο Νικηφόρος Φωκάς, ο Βάρδας Φωκάς και ο Τζιμισκής αναφέρονται ακόμα στα προφορικά παραδομένα Δημοτικά τραγούδια.


skourtakrdiaf.blogspot.gr
yiorgosthalassis.blogspot.com

http://networkedblogs.com/WLYal


Κυριακή 1 Σεπτεμβρίου 2013

ΟΙ ΞΕΧΑΣΜΕΝΕΣ ΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

του Κωνσταντίνου Ν. Θώδη, σύγχρονου ιστορικού αναλυτή

«Ανατολική χώρα». Έτσι ονόμαζαν στην αρχαιότητα οι ‘Ελληνες την ευρεία περιοχή που καλύπτει τη μέση της Μικράς Ασίας από το βορρά μέχρι το νότο. Ήταν η περιοχή που γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν μερικοί από τους αρχαιότερους πολιτισμούς. Εδώ συναντήθηκαν, συγκρούστηκαν και άνθισαν αμοιβαία ο ασιατικός, ο ευρωπαϊκός και ο αφρικανικός πολιτισμός. Στο κεντρικό τμήμα της «Ανατολίας» τοποθετείται η Καππαδοκία – στην περσική γλώσσα σημαίνει τη χώρα με τα όμορφα άλογα. Η Καππαδοκία αποτέλεσε μικρό τμήμα του ελληνικού κόσμου και μετέπειτα της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας κάτω από την ίδια ονομασία. Η Ανατολία μπορεί να χαρακτηρισθεί ως χώρα των φυσικών αντιθέσεων. Το κεντρικό μέρος της περιλαμβάνει απομονωμένα και μονότονα οροπέδια, φαράγγια και υψώματα καθώς και απέραντες ξηρές στέπες. Οι έρημες εκτάσεις της κεντρικής Ανατολίας προκαλούν μια μελαγχολική εντύπωση στον επισκέπτη. Ο εκθαμβωτικός ήλιος, η αίσθηση του θερμού αέρα στον ορίζοντα και η γαλάζια ομίχλη καλύπτουν συχνά την γκριζοκίτρινη στέπα. Σπάνια βοσκότοποι, μοναχικές λεύκες και αγραπιδιές ενισχύουν την αίσθηση της ερημιάς. «Ούτε πουλί πετούμενο, ούτε καραβάνι δεν περνά στους έρημους δρόμους της Ανατολίας …» λέει μια τουρκική παροιμία. Αλλά μόλις ο δρόμος σιγά – σιγά οδηγεί τον επισκέπτη στην πρώτη πολιτεία, η ομορφιά του τοπίου στην όρασή του τον αφήνει κατάπληκτο αποτυπώνοντας μια αίσθηση εικονικής πραγματικότητας. Όσοι περιόδευσαν τη Μικρά Ασία, φθάνοντας στην Καππαδοκία έχουν την αίσθηση ότι έχασαν τον κόσμο. Σε πολλά σημεία της μοιάζει με σεληνιακό τοπίο. Πολυάριθμοι κωνοειδείς βράχοι που μοιάζουν με «μηρμηγκοφωλιές» αποτελούν τα λαξευμένα σπίτια κάτοικοι των οποίων ήταν οι πρώτοι χριστιανοί. Σήμερα, μερικές από αυτές τις «μηρμηγκοφωλιές» έχουν μετατραπεί σε μικρά, αλλά πολυτελή ξενοδοχεία.

Μερικές από τις μεγαλύτερες επαρχίες της Καππαδοκίας είναι η επαρχία Νεβσεχίρ, Καϋσερί, Ακσαράϊ και Νίγδη. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον ηφαιστειακό τοπίο με υπόγειες πόλεις που δημιουργήθηκαν περίπου τον 10ο αι. π.Χ. Στην εποχή των πρώτων χριστιανών χτίστηκαν εκεί πολλά μοναστήρια σε σπηλαιώδη μορφή και ευρεία σε μεγάλη έκταση. Το εθνικό πάρκο Γκιόρεμε – Κόραμα στην ελληνική – και οι σπηλαιώδεις οικισμοί της Καππαδοκίας καταλαμβάνουν αξιόλογη και σημαντική θέση στον κατάλογο μνημείων παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της Unesco. Ήδη από τους πρώτους αιώνες του χριστιανισμού η περιοχή μετατρέπεται σε έναν από τους κύριους πυρήνες διάδοσής του χάρη στην ευρεία διάδοση των μοναστηριών. Εγκαταλελειμένες υπόγειες πόλεις της Καππαδοκίας ανακαλύπτονται από τους αρχαιολόγους στις αρχές του 19ου αι. Ο Γάλλος Ιησουίτης λόγιος π. Ζερβανόν, κατά το ταξίδι του στην Καππαδοκία το 1907 ανακάλυψε μια τρύπα στο μέσον ενός μικρού οροπεδίου. Κατεβαίνοντας αυτή την τρύπα έπεσε πάνω σε μια τεράστια υπόγεια πόλη, η οποία ήταν δομημένη σε πολλά επίπεδα, με φρεάτια νερού, φρεάτια εξαερισμού, εγκαταστάσεις αποθήκευσης σιτηρών, χώρους φροντίδας κατοικιδίων ζώων, πατητήρια για παραγωγή κρασιού και πολλές εκκλησίες. Ο πληθυσμός αυτής της πόλης κυρίως ασχολούνταν με την καλλιέργεια της γης. Υπήρχαν στενά περάσματα που οδηγούσαν στην επιφάνεια σε περίπτωση κινδύνου και τα οποία επικαλύπτονταν με βαριές μυλόπετρες. Αρχικά βρέθηκαν 6 τέτοιες πόλεις. Μόνο σε μια κοιλάδα του Γκιόρεμε ο Ζερβανόν μέτρησε όχι λιγότερες από 350 λαξευτές εκκλησίες της περιόδου από τον 9ο – 13ο αι. μ.Χ. Σήμερα στην Καππαδοκία βρίσκονται περίπου 1500 εκκλησίες από τις οποίες έχουν διασωθεί μόνο οι 200. Οι αρχαιολόγοι υποθέτουν ότι υπάρχουν πολλές εκκλησίες που δεν έχουν βρεθεί ακόμη, επειδή αγρότες και κτηνοτρόφοι της περιοχής χρησιμοποιούν τα υλικά τους για να χτίσουν τις αποθήκες και τα μαντριά τους. Μερικοί από αυτούς βρίσκονται στην περιοχή Ουτσχισάρ. Η περιοχή είναι γνωστή για την καλή ποιότητα των δημητριακών και των φρούτων της. Σε μια μικρή εκκλησία και στον ένα από τους τοίχους της γίνονται ορατά τα θραύσματα των αγιογραφιών και στο θόλο της δεσπόζει το πρό σωπο του Ιησού Χριστού. Δυστυχώς αυτή, όπως και πολλές άλλες χριστιανικές εκκλησίες στη Μικρά Ασία δεν ξέφυγαν από τη βεβήλωση. Σχεδόν όλες οι ορθόδοξες εκκλησίες στην Τουρκία παρέμειναν εξωτερικά σχεδόν όπως ήταν αρχικά, ενώ εσωτερικά μετατράπηκαν σε τζαμιά με όλες τις απαραίτητες ιδιότητες και λειτουργίες.

Σύμφωνα με πολλές αξιόπιστες πηγές το χριστιανισμό στην Ανατολία έφερε ο απόστολος Πέτρος τον 1ο αι. μ.Χ. Τον 4ο αι. ο χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και μετέπειτα βυζαντινής. Σύντομα, ο πληθυσμός της δυτικής και κεντρικής Ανατολίας ήταν χριστιανικός. Η κυρίαρχη μορφή που έλαβε ο χριστιανισμός εδώ ήταν η ορθοδοξία, η εκκλησία της οποίας διαχώρισε τη θέση της από τη ρωμαιοκαθολική εκκλησία και είχε ως πνευματικό ηγέτη τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Στην ανατολική περιοχή της Ανατολίας διαδόθηκε ο χριστιανισμός με τους Νεστοριανούς και τους Ιακωβίτες, ενώ οι Αρμένιοι δημιούργησαν τη δική τους εκκλησία που ονομάστηκε Αρμενική – Γρηγοριανή Εκκλησία. Πρώτος επίσκοπος της Καισάρειας, πρωτεύουσας της Καππαδοκίας, ήταν ο Μέγας Βασίλειος. Αυτός ενθάρρυνε τη δημιουργία νέων μοναστικών κοινοτήτων και από τότε και κατά τη διάρκεια της επόμενης χιλιετίας, μοναχοί έσκαψαν και έχτισαν στην έρημο της Καππαδοκίας μεγάλο αριθμό εκκλησιών και κελιών. Η παλαιότερη εκκλησία στην Καππαδοκία χρονολογείται τον 4ο αι. μ.Χ. και συνδέεται με τη δραστηριότητα του Μεγάλου Βασιλείου. Οι πρώτες εκκλησίες χτίστηκαν με τον πιο απλό τρόπο, με θολωτή καμάρα, ορθογώνιο σηκό και μεγάλο αλτάρι (ιερό). Το μήκος του ναού συνήθως δεν ξεπερνούσε τα 8 μέτρα. Όταν κατά τον 7ο αι. άρχισαν οι επιδρομές των Αράβων οι οικοδόμοι εγκατέλειψαν τη διακόσμηση στην πρόσοψη για να μην προσελκύουν την προσοχή των εισβολέων. Ο Μέγας Βασίλειος μαζί με τους άλλους δύο Καππαδόκες πατέρες της ορθοδόξου εκκλησίας, τον Γρηγόριο Ναζιανζηνό (Θεολόγο) και τον Γρηγόριο Νύσσης – μικρότερο αδελφό του Βασιλείου – έθεσαν τα θεμέλια της νέας περιόδου στην ιστορία της εκκλησίας του Χριστού. Οι δύο πρώτοι μαζί με τον Ιωάννη το Χρυσόστομο είναι οι συγγραφείς της θείας λειτουργείας. Μετά από αυτή την εποχή ο χριστιανισμός προσέλκυσε όλα τα κοινωνικά στρώματα, συμπεριλαμβανόμενης της διανόησης και της αριστοκρατίας. Παρά την εθνοτική πολυμορφία η ελληνιστική κουλτούρα τους προσέλκυσε όλους και το κλειδί για την κατανόηση της νοοτροπίας μεταξύ τους ήταν η ελληνική φιλοσοφία. Για να «μεταλάβουν» το χριστιανισμό απαραίτητη ήταν η ερμηνεία των εννοιών στην ελληνική γλώσσα, όπου συμμετείχαν με τη δημιουργική προσπάθεια του νου, του πνεύματος και της καρδιάς. Η ερμηνεία ήταν ένα κατόρθωμα που εμπεριείχε το νήμα της χριστιανικής μαρτυρίας. Τον 4ο αι. αυτό το κατόρθωμα ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας οι Καππαδόκες Άγιοι Πατέρες. Το αποτέλεσμα της ιερής δράσης τους ήταν η ορθόδοξη κουλτούρα η οποία καθόρισε την τύχη πολλών λαών.

Τον 8ο αι. μ.Χ. οι εικονομάχοι μέλη της χριστιανικής αίρεσης απαγόρευσαν τη λατρεία των εικόνων, κατέστρεψαν πολλές από τις πρώτες αγιογραφίες στο εσωτερικό των ναών και τις αντικατέστησαν με γεωμετρικά μοτίβα. Την κατάλληλη στιγμή, συγκεκριμένα την περίοδο της εικονομαχίας, αναπτύχθηκε στην Καππαδοκία το πιο ισχυρό κίνημα των ορθόδοξων χριστιανών κατά της εικονομαχίας. Μ’ αυτό τον τρόπο αυτή η περιοχή για μεγάλο χρονικό διάστημα παρέμεινε μια από τις ελάχιστες περιοχές λατρείας των εικόνων με τη συμβολική τους σημασία στο Βυζάντιο. Έτσι, τον 10ο αι. έχουμε επιστροφή της πολύχρωμης διακόσμησης των ναών. Άρχισαν να χτίζονται εκκλησίες μεγαλύτερες σε βυζαντινό ρυθμό σταυροειδή με τρούλο στο κέντρο και στα πλάγια, διακοσμημένοι επίσης σε βυζαντινό ύφος. Η εισβολή των Τούρκων τον 13ο αι. προκάλεσε ανεπανόρθωτο πλήγμα, όχι μόνο για την οικοδόμηση των εκκλησιών, αλλά και για τους φιλειρηνικούς και φιλήσυχους χριστιανούς που αναγκάστηκαν να κρυφτούν κάτω από τη γη. Στα νότια του Νέβσεχιρ, μια από τις ωραιότερες πόλεις της Καππαδοκίας βρίσκονται αρκετοί υπόγειοι οικισμοί – κοινόβια – στους οποίους κατέφυγαν οι χριστιανοί την εποχή εκείνη. Καθένας από αυτούς τους οικισμούς μπορούσε να φιλοξενήσει αρκετές χιλιάδες ανθρώπων κρυμμένων από τις στρατιές των εισβολέων. Από τον 10ο αι. είναι γνωστό ότι οι κάτοικοι κατοίκησαν τα σπήλαια με τις δαιδαλώδεις υπόγειες κατοικίες, τις τρύπες και τις ρωγμές στις οποίες είχαν καταφύγει οι πρώτοι χριστιανοί σε περιόδους διωγμών, ενώ τελευταίοι κάτοικοι αυτών των υπόγειων κοινοβίων ήταν το 19ο αι. και οι Τούρκοι για να σωθούν από τα αιγυπτιακά στρατεύματα που εισέβαλαν στην περιοχή.

Η πιο γνωστή ορεινή κοιλάδα με εκκλησίες θεωρείται η κοιλάδα Γκιόρεμε με έκταση 111 τ.χλμ. Στις αρχές του 4ου αι. κάτω από την επίδραση των βυζαντινών μοναχών το Γκιόρεμε εξελίχθηκε σε προσκυνηματικό κέντρο της ορθοδοξίας. Ο κλήρος, αποτελούμενος από τους μοναχούς και τους ερημίτες εγκαταστάθηκε εδώ και δημιούργησε σκήτες και κελιά. Σε γενικές γραμμές η γη της Ανατολίας είναι ένας ανεξάντλητος θησαυρός ιστορικών και πολιτισμικών μνημείων. Εδώ και συγκεκριμένα στην πόλη της Ταρσού γεννήθηκε ο απόστολος των εθνών, Παύλος. Σήμερα στη μικρή αυτή πόλη υπάρχει μια μικρή και σκοτεινή ανάμνηση αυτού του γεγονότος με τη διάσωση μιας μικρής καθαρής αυλής με τσιμεντένιο δάπεδο στην οποία βρίσκεται το πηγάδι του αποστόλου Παύλου. Στην πόλη Ικόνιο έζησε η Αγία Θέκλα, μαθήτρια του αποστόλου Παύλου, η πρώτη χριστιανή που μαρτύρισε για την ορθόδοξη πίστη και η οποία προσέλκυσε πολλούς ειδωλολάτρες κοντά στο Χριστό. Στην μικρή πόλη Φάρασα της Καππαδοκίας γεννήθηκε ο Άγιος Αρσένιος καθώς και ο σύγχρονος Άγιος της εποχής μας Γέρων Παίσιος ο Αγιορείτης. Στην Καππαδοκία «τίποτε δεν προλαβαίνεις και τίποτε δεν κοιτάζεις με μεγάλη προσοχή, επειδή εδώ, όπως λένε υπήρχαν 30 υπόγειες πόλεις με 400 εκκλησιές …» Κάποιες από αυτές τις εκκλησιές φέρουν τα ονόματα : “Σκοτεινή εκκλησία”, “Εκκλησία με τα φίδια”, “Εκκλησία – παπούτσι του γεωργού” κλπ. Αξίζει κανείς να επισκεφθεί την κοιλάδα Γκιόρεμε και να θαυμάσει τις τοιχογραφίες της λαξευτής εκκλησίας του Αγ. Ιωάννη, τους βράχους Περιμπατζαλάρ κοντά στο Ουργκιούπ, τη μονή Ακσαράϊ, το ναό που χτίστηκε προς τιμήν του Γρηγορίου του Θεολόγου το 385 μ.Χ. στη Ναζιανζό, το ιερό της εκκλησίας του Μεγάλου Βασιλείου στη Σινασσό κ.ά.


www.ktdrus.gr
http://mikrasiatis.gr/oi-xexasmenes-poleis-tis-kappadokias/


Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ : ΟΙ ΦΟΡΕΣΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

Δύσκολα η έρευνα καταλήγει σε ένα γενικό τύπο ενδυμασίας στην Καππαδοκία ως το 1924, εξαιτίας της πολυμορφίας και της διαφοροποίησης1 των επιμέρους ενδυμάτων ανά περιφέρεια.2 Ο κυρίαρχος δομικός ενδυματολογικός τύπος, διαφοροποιούμενος κατά περίπτωση μορφικά, με ποσοτικό και ποιοτικό εμπλουτισμό ή απλούστευση, βάσει μαρτυριών και εικονογραφικών τεκμηρίων από την Ανακού, την Καρβάλη, το Μιστί, την Αξό, το Τσαρικλί, τα Φλαβιανά (Ζιντζίντερε) και τη Σινασό, είναι ο ακόλουθος:3

Φαρδύ βαμβακερό εσώρουχο ως τους αστραγάλους, με μακρύ κεντρικό τμήμα. Η καθημερινή φορεσιά, υφαντή στον αργαλειό, είναι συνήθως ακόσμητη, ενώ η γιορτινή έχει κεντητό ή επίρραπτο κάτω μέρος (βρατσί, πατσάι στο Μιστί, τσιντιάνι και σαλβάρι σε Τσαρικλί και Νίγδη).
Μακρυμάνικο ένδυμα ως τους αστραγάλους, ελαφρώς τραπεζιόσχημο. Φτιαχνόταν συνήθως από ύφασμα του αργαλειού (μετ’, ιμάτ’).
Αμάνικο εφαρμοστό ένδυμα ως τη μέση που κουμπώνει μπροστά. Φτιαχνόταν από τσόχα και βαμβάκι, με απλό κέντημα (ουσλούτς).
Ποδήρες ένδυμα, στενό στο πάνω τμήμα, κλειστό μπροστά, άρραφο στα πλάγια από τη μέση και κάτω. Τα καθημερινά φορέματα φτιάχνονταν συνήθως από ριγωτό ύφασμα που αγοραζόταν από τη Νεάπολη, τη Νίγδη ή το Προκόπι, ενώ τα γιορτινά ή νυφικά από υφάσματα πολίτικα ή εισαγόμενα από τη Συρία (σειτερjί, εντερί, γομάσ’ – ονομασία ακριβού υφάσματος και συνεκδοχικά ονομασία του ενδύματος).
Μακρύ και σταυρωτό, κατεξοχήν επίσημο γυναικείο ένδυμα, έκρυβε τελείως τα ενδύματα που φοριούνταν κάτω από αυτό. Ραβόταν και κεντιόταν από τεχνίτες με ιδιαίτερη τεχνική (τσόχα ή τσοχά ή τσογά).
Ελαφρύς εξωτερικός κοντός επενδύτης, που φοριόταν πάνω από το φόρεμα, με ή χωρίς μανίκια (σάλτα, κιρλίκ στην Ανακού μετά το 1880, ζουμπούνα, εσλίτσι σερεφλού, αμαζόνα με στενές πιέτες στο πίσω μέρος, σελίκ για τις ηλικιωμένες, λιbαdέ, ζιμπούνα / βαμβακούλα, φέρμενε στη Σινασό).
Μακριά ορθογώνια ποδιά, με χρηστικό χαρακτήρα, κάλυπτε το μπροστινό τμήμα της φορεσιάς. Η επίσημη τσόχα συνοδευόταν από τιζλίκα με ταιριαστό κεντητό διάκοσμο. Έδενε στη μέση με κορδόνια που κατέληγαν σε φούντες, τα ράμμαντα (τιζλίκα σε Κάρβαλη και Μιστί, ιγκιλίκ στην Ανακού, πεσκίρ στη Σινασό).
Απαραίτητο μετά τα δώδεκα χρόνια ήταν το ζωνάρι, που φοριόταν είτε πάνω από την τιζλίκα (Τσαρικλί, Αξό, Μιστί), είτε έσφιγγε κατευθείαν το φόρεμα ή την τσόχα (Νίγδη, Καρβάλη). Τα απλά καθημερινά ζωνάρια φτιάχνονταν από υφαντό του αργαλειού, ενώ τα επίσημα από εισαγόμενο ύφασμα (κεμέρ, λαχούρι).
Το χειμώνα φορούσαν επιπλέον ενδύματα, όπως το μπαμπουκλού, ένα γιλέκο με βαμβακερή επένδυση πάνω από το πουκάμισο, ή το κουτούκ, ένα μακρύ επενδύτη μεταξύ φορέματος και τσόχας στην Καρβάλη.
Το κεφάλι κάλυπταν με μαντίλι (γεμενί, γιασμά, τιβάχ, κιβράχ, με χάντρες περιμετρικά) ανοιχτόχρωμο οι νέες, σκουρόχρωμο οι ηλικιωμένες. Σε ολόκληρη την Καππαδοκία υπάρχουν περίτεχνοι και ογκώδεις γαμήλιοι κεφαλόδεσμοι, συχνά αρχαΐζοντες 4 (τερλίτσι στο Μιστί, τσάφκα στην Αξό, τάκα ή ταχιά στην Ανακού, τακέ στα Φλαβιανά (Ζιντζίντερε) σε σχήμα φεσιού, κάσσαπα στη Σινασό). Τα μαλλιά τα είχαν σε μεγάλη υπόληψη («πολύ έχισκάν τα σην υπόλεψη»).5 Η πιο συνηθισμένη γυναικεία καππαδοκική κόμμωση ήταν οι πλεξίις, τέσσερις για τα κορίτσια και τις νέες γυναίκες, δύο για τις ηλικιωμένες. Σε επίσημες περιστάσεις και σε περιοχές, όπως το Γκέλβερι, η Σινασός, η Ανακού, τα Φλαβιανά (Ζιντζίντερε), οι πλεξούδες έφταναν ως και τις σαράντα.6 Στις μεγαλύτερες πόλεις, όπως η Σινασός, η Τελμησσός, η Ανακού, υπήρχαν ειδικές τεχνίτρες, οι εριτζüδες,7 για το πλέξιμο των μαλλιών. Άλλοτε το ρόλο αυτό αναλάμβαναν φίλες μεταξύ τους, ενώ στο γάμο η νονά της κοπέλας ή η συντέξα, γυναίκα που οι γονείς της νύφης της είχαν βαφτίσει τα παιδιά. Αφού χώριζαν τα μαλλιά στη μέση, τα έκαναν πλεξιδάκια, τα λεγόμενα φιτίλια. Στις απολήξεις τους στερέωναν φλουριά (σατσ-αλτινί) και κατόπιν περνούσαν ανάμεσά τους τσόχινο κορδόνι με ραμμένα φλουριά και χάντρες, έτσι που τα φιτίλια να ενώνονται μεταξύ τους κάτω από το μέσο του μήκους τους.
Η ανδρική ενδυμασία εντάσσεται σε πιο σταθερό τύπο που απαντούσε στην ευρύτερη περιοχή της Καππαδοκίας. Ειδικότερα, πέρα από διαφοροποιήσεις κυρίως στα υφάσματα λόγω της τοπικής οικοτεχνίας και των επαγγελματικών ιδιαιτεροτήτων, η ανδρική ενδυμασία ως τα μέσα του 19ου αιώνα αποτελούνταν από:
Εσώρουχο (βρατσίε). Πουκάμισο (μέτ’, ιμάτ’). Παντελόνι (σαλβάρ, κιατιπιγές, πιο φαρδύ από παντελόνι και πιο στενό από σαλβάρι, που φοριόταν στη μεταβατική φάση της ανδρικής ενδυμασίας, τέλη 19ου αιώνα). Γιλέκο (ισλίτς). Ζωνάρι (κεμέρ και σιλαχλούλ). Σακκάκι (σάλτα). Επενδύτη: γούνα, κάπα, γιαμψί (<τουρκ. yamps?), ριχτό, αμάνικο, με επένδυση φλόκων εξωτερικά πάνω από ένα στρώμα κετσέ. Συνηθιζόταν σε ρωσικούς πληθυσμούς και κάποτε τον δανείζονταν και οι Μιστιώτες που ταξίδευαν σε αυτές τις περιοχές.
Στις γαμήλιες και γιορτινές φορεσιές χρησιμοποιούνταν κοσμήματα, κυρίως φλουριά. Το στήθος ανδρών και γυναικών κοσμούσαν σειρές από νομίσματα ραμμένα σε τσόχα (γκιζντανούχι σε Νίγδη και Μιστί) ή περασμένων σε αλυσίδα (γκιλντίν), ενώ το ζωνάρι των γυναικών έκλεινε με περίτεχνη πόρπη (μπασκουσαγούδια).
Οι ανάγκες για υπόδεση καλύπτονταν από την τοπική παραγωγή τσαρουχιών ή με κάλτσες (μπεέρτσια στο Τσαρικλί, σαπούχια σε Τσαρικλί και Μιστί, ποδόρτια στη Σινασό, τσουράπια) που έπλεκαν οι γυναίκες. Μόνο μέσα στο 19ο αιώνα γενικεύτηκε η χρήση των πατίν καλόσ’, πιθανότατα κατά μουσουλμανική επίδραση. Γιορτινά παπούτσια ήταν οι δερμάτινες κοντούρες ή τα καλίκια, που κατασκεύαζαν οι υποδηματοποιοί στα μεγάλα εμπορικά κέντρα.
2. Η κοινωνική λειτουργία του ενδύματος
Το ένδυμα εξέφραζε κοινωνικά χαρακτηριστικά του ανδρικού και του γυναικείου φύλου των χριστιανικών, ελληνόφωνων μα και τουρκόφωνων πληθυσμών της Καππαδοκίας και παράλληλα συνδεόταν με την κοινωνική συγκρότηση.
Μεταξύ χριστιανικών κοινοτήτων παρατηρούνταν συμπεριφορές άρρητης, μα σχεδόν απαράβατης ενδογαμίας, ακόμη και σε επίπεδο χωριών.8 Είχαν διαμορφωθεί τοπικά ενδυματολογικά στοιχεία, που χωρίς να διαταράσσουν τον προαναφερθέντα γενικό τύπο, λειτουργούσαν ως μορφικές παραλλαγές και συνιστούσαν «διάλεκτο» μεταξύ των κατοίκων της ίδιας κοινότητας. Η υπακοή σε παγιωμένους τοπικούς παραδειγματικούς ενδυματολογικούς τύπους9 ήταν απαραίτητη για την κοινωνική αποδοχή στην Καππαδοκία. Το ζωνάρι σε άνδρες και γυναίκες μετά τα δώδεκα χρόνια, τα λιγότερα πλεξούδια στις γυναίκες προχωρημένης ηλικίας, η αποφυγή του κόκκινου, μπλε σκούρου και μαύρου χρώματος10 στα καθημερινά ενδύματα ήταν κάποιες βασικές επιταγές του καππαδοκικού ενδυματολογικού κώδικα, κοινές στα περισσότερα κατά τόπους ιδιώματα. Κάθε χρωματική λεπτομέρεια ή κάθε ποσοτικός εμπλουτισμός είχε ένα έντονο σημαντικό φορτίο. Για παράδειγμα, οι νιόνυφες στο χορό του Αγίου Βασιλείου φορούσαν ανοιχτόχρωμα και πλουμισμένα μαντίλια, τα τιβάχ, ενώ οι από χρόνια παντρεμένες απλούστερα.11
Το χαρακτηριστικότερο ίσως στοιχείο της εμφάνισης της παντρεμένης Καππαδόκισσας, πέρα από αυστηρά εθιμικά πλαίσια, όπως αυτά του γάμου, ήταν η κάλυψη ολόκληρης της κεφαλής, έτσι που φαινόταν μόνο μια μικρή περιοχή γύρω από τα μάτια. Στο γάμο, η κάλυψη του προσώπου της νύφης από πέπλο12 πυκνά υφασμένο, που στερεωνόταν στον κεφαλόδεσμο και έφτανε κάποτε ως τα γόνατα,13 δικαιολογείται με βάση δεισιδαιμονικές πίστεις που ήθελαν τη νύφη πομπό αλλά και δέκτη βασκανίας.14 Στην Καππαδοκία, η γυναίκα μετά το γάμο, άρα συχνά πριν από τα δεκαοκτώ της χρόνια, υποχρεωνόταν να φέρει κεφαλοκάλυμμα χαμηλά στο μέτωπο και να το δένει πίσω στον αυχένα, σταυρώνοντάς το γύρω από το λαιμό και σκεπάζοντας μύτη και στόμα. Μια τέτοια ενδυματολογική επιλογή ήταν δηλωτική της κοινωνικής θέσης της γυναίκας στην Καππαδοκία. Το ανδροπατροτοπικό σύστημα εγκατάστασης ενίσχυε την υποτέλεια της γυναίκας15 στα άρρενα μέλη της οικογένειας, με τα οποία δεν επιτρεπόταν να συντρώει,16 να συνομιλεί, να συνυπάρχει ως αυτόνομη μονάδα.
Ενδιαφέρον στοιχείο που προκύπτει μέσα από μαρτυρίες είναι η «εξαγορά της νύφης». Η οικογένεια του γαμπρού έδινε ένα ποσό στην οικογένεια της νύφης δεδομένου ότι στερούσε την τελευταία από την εργατική δύναμη της νύφης. Η συμφωνία εθιμοτυπικά σφραγιζόταν με την προσφορά από την πλευρά του γαμπρού ενός λεπτού, μονόχρωμου ή κλαρωτού μαντιλιού, του γιασμά(χ) ή γεμενιού, που φορούσαν ως καθημερινό κεφαλόδεσμο σε όλη την Καππαδοκία. Συνεκδοχικά οι ονομασίες των μαντιλιών έφτασαν να σημαίνουν τη συνήθεια της εξαγοράς της νύφης .
Η δομή της ενδυμασίας προάσπιζε τη σεμνότητα, πρωτεύουσα γυναικεία αρετή στις παραδοσιακές κοινωνίες, που μεταφραζόταν σε επιβεβλημένη σιωπή και χαμηλό βλέμμα: η τσόχα, ραδινή και σχεδόν ακίνητη –λόγω κοψίματος, υφής των υφασμάτων, λιτής διακόσμησης και σκούρων χρωμάτων–, επέτρεπε ανεπαίσθητες κινήσεις τόσο στους κυκλικούς όσο και στους αντικριστούς χορούς.
Ο κοινωνικός ρόλος του ενδύματος ως «συλλογικού θεσμού»17 αναβαθμίζεται σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Στο γάμο η γυναίκα φορούσε οπωσδήποτε την τσοχά, που καθιερώθηκε αρχικά στα κέντρα της Καππαδοκίας και κατόπιν γενικεύτηκε ως επίσημο ένδυμα και στις φτωχότερες περιφέρειες. Στο πένθος, άνδρες και γυναίκες έβγαζαν τα διακοσμημένα ενδύματα και για καιρό φορούσαν τα ίδια εξωτερικά ρούχα, πρακτική την τήρηση της οποίας ήλεγχε η ίδια η κοινότητα.18 Παρά την οικονομική δυσπραγία, τα γιορτινά ρούχα19 δεν έπρεπε να λείπουν από κανένα νοικοκυριό. Έτσι σχεδόν όλες οι γυναίκες διέθεταν παραπάνω από μια τσοχά. Για να τηρηθούν όλα «όπως ορίζονταν» ενεργοποιούνταν, ενδεχομένως ασυναίσθητα, συγκεκριμένες μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης. Έτσι, αν κάποια Μιστιώτισσα δεν μπορούσε να αγοράσει έτοιμη τσοχά ή ύφασμα από τη Νεάπολη (Νέβσεχιρ), το Προκόπι (Ουργκιούπ) ή την Πόλη, δανειζόταν από συντοπίτισσά της, όσο και αν κάτι τέτοιο δεν την τιμούσε ιδιαιτέρως.20 Κάποτε η εκκλησία διέθετε τον κόκκινο τελετουργικό μανδύα του γάμου, επιτρέποντάς μας, τηρουμένων των αναλογιών, να χαρακτηρίσουμε το ένδυμα οιονεί κοινοτικό,21 αφού δεν υπάρχει μαρτυρημένη ενοικίαση. Κάποιες φορές22 το γαμήλιο πέπλο, το αl, δωριζόταν από τη νύφη στην εκκλησία του χωριού, που συχνά το ενοικίαζε σε άλλες νύφες που δεν είχαν.
Η σχέση των Καππαδόκων με τα ενδύματά τους ήταν τέτοια που ενισχύει την άποψη όσων θεωρούν ότι τα ενδύματα αντιπροσωπεύουν μέρη του σώματος που καλύπτουν.23 Έτσι έχει παρατηρηθεί ότι χριστιανοί24 κατά περιπτώσεις αφιέρωναν ή έταζαν25 ενδύματα σε εκκλησίες, οι οποίες με τη σειρά τους τα έβγαζαν σε δημοπρασία, για να καλύψουν εκκλησιαστικές ανάγκες.26
3. Ιστορικά συμφραζόμενα και ενδυμασία
Η εξέλιξη και εν τέλει η παγίωση της καππαδοκικής γυναικείας και ανδρικής ενδυμασίας συντελέστηκαν σε δεδομένα ιστορικά συμφραζόμενα. Και εδώ οι χριστιανικοί πληθυσμοί συμμορφώνονταν στις υπαγορεύσεις αναφορικά με την αμφίεση των μιλλέτ, των εθνοθρησκευτικών ομάδων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με έντονο όμως το μουσουλμανικό στοιχείο, με ένα μεγάλο μέρος του χριστιανικού πληθυσμού να τείνει σταδιακά σε εκτεταμένη ή και αποκλειστική χρήση της τουρκικής γλώσσας, με τη θρησκεία ως μόνο συνεκτικό στοιχείο «εθνικής» ταυτότητας, οι ενδυματολογικές επιλογές των χριστιανών, και ιδίως των γυναικών, φορτίζονταν με αναγνωριστικά, διακοινοτικά σχήματα και ανάγονταν σε στοιχείο ενδοκοινοτικής συνοχής. Έτσι οι χριστιανές Καππαδόκισσες δεν υιοθέτησαν το σαλβάρι ως βασικό εξωτερικό ένδυμα, κάτι που συναντάμε στις μουσουλμάνες, ενώ οι γαμήλιοι κεφαλόδεσμοί τους αποτελούσαν απόηχους βυζαντινών και διαφοροποιούνταν από τους μουσουλμανικούς. Οι αλληλεπιδράσεις27 όμως ήταν αναπόφευκτες. Συνήθειες όπως οι πλεξίδες ή η συνολική κάλυψη κεφαλής και προσώπου απαντούσαν και σε χριστιανές και σε μουσουλμάνες Καππαδόκισσες, χωρίς να μπορούμε με ασφάλεια να πούμε σε ποια από τις δύο κοινότητες εμφανίστηκαν για πρώτη φορά .
Όταν στα τέλη 19ου αιώνα28 οι Καππαδόκες για εμπορικούς και επαγγελματικούς λόγους μετανάστευαν ή απλώς ταξίδευαν άρχισαν να μεταβάλλονται οι ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες, λ.χ. αναβαθμίστηκε η θέση της γυναίκας, ενδυναμώθηκαν οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί που απασχολούνταν στα κτήματα των μεταναστών εμπόρων, αλλά και οι ενδυματολογικές συνήθειες. Τη συγκυρία ευνόησε και η εποχή των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ, που δεν επέβαλλε πλέον τόσους περιορισμούς. Σε κάθε επιστροφή οι ξενιτεμένοι έφερναν ως δώρα μαντίλια, ζωνάρια, λαχούρια και υφάσματα (π.χ. ριγωτά μεταξωτά από τη Δαμασκό) αγορασμένα στα αστικά κέντρα της ΝΑ Μικράς Ασίας ή της Πόλης. Οι γυναίκες κατασκεύαζαν πια ενδύματα με αυτά τα υλικά ή ενσωμάτωναν νέα ενδύματα στα παλαιά.
Η επικοινωνία των Καππαδόκων με τα αστικά κέντρα είχε άμεσες συνέπειες στην εξέλιξη και του ανδρικού ενδύματος, που επηρεάστηκε από τον κυρίαρχο πληθυσμό κάθε τόπου. Έτσι, όσοι σχετίζονταν με βορειοανατολικές επαρχίες υιοθέτησαν ρωσικά ενδυματολογικά στοιχεία,29 οι Αξενοί που ασχολούνταν με το εσωτερικό εμπόριο γίνονταν οι κατεξοχήν φορείς του τουρκικού πολιτισμού, στο ένδυμα και στη γλώσσα,30 ενώ όσοι έφταναν ως την Πόλη ήταν οι πρώτοι που φορούσαν «φράγκικα».
Από το 1870 και εξής συντελέστηκε σειρά ενδυματολογικών διαφοροποιήσεων και στο γυναικείο ένδυμα. Τα καταστήματα από όπου εύκολα προμηθεύονταν υλικά, όπως κλωστές, βελόνια, μα κάποτε και υφάσματα και έτοιμα ενδύματα, τα παζάρια της Νίγδης και της Νεάπολης,31 οι πραγματευτές και η επιστροφή των εμπόρων άμβλυναν τα αυστηρά ήθη. Ήδη από το 1850 η κάλυψη του προσώπου της νύφης στη Νεάπολη απέκτησε τελετουργικό χαρακτήρα, απαλλαγμένη από την κοινωνική σήμανση που έφερε το 18ο αιώνα.32 Το 1870 άρχισε μια σταδιακή απλούστευση του αρχικού τύπου: στην Αξό τότε παρουσιάστηκε μια τάση εκμοντερνισμού.33 Στην Ανακού φορέθηκε το πρώτο κοινό φουστάνι. Όμως μόνο μετά το 1920 κυκλοφόρησαν ευρύτερα τα δυτικά ενδύματα.34
1. Η διαφοροποίηση εντοπίζεται κυρίως στη διακόσμηση, στα υλικά κατασκευής, ακόμη και στην ονομασία, ανάλογα με το αν πρόκειται για ελληνόφωνο ή τουρκόφωνο πληθυσμό.
2. Η Καππαδοκία διαιρείται, σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, σε επτά περιφέρειες: Καισαρείας, Προκοπίου, Νεαπόλεως (Nevşehir), Ακσεράι-Γκέλβερι, Νίγδης, Φαράσων και αποικιών των Φαράσων. Βλ. Πετρόπουλος Δ. – Ανδρεάδης Ε., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι, (Αθήνα 1971), σελ. 14.
3. Αν θέλαμε να κατατάξουμε με βάση τα γνωστά ενδυματολογικά ταξινομικά συστήματα (Παπαντωνίου, Χατζημιχάλη) το γενικό ενδυματολογικό τύπο της καππαδοκικής φορεσιάς, θα λέγαμε ότι πρόκειται για φορεσιά με το καβάδι. Σύμφωνα με το ταξινομικό σύστημα που επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί στη δεκαετία του 1980 από ομάδα εμπειρογνωμόνων στο Musée des Arts et des Traditions Populaires, μπορεί να θεωρηθεί σύνολο από ραμμένα ενδύματα που φοριούνται από το κεφάλι και τα περισσότερα στηρίζονται στους ώμους. Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με το νέο ταξινομικό σύστημα βλ. Groupe de Travail sur le Vêtement, “La constitution d’un prôtocole d’enquête”, L’Ethnographie 92-94, Actes du colloque national CNRS “Vers une anthropologie du vêtement”, Musée de l’Homme (9-11 mars 1983) publiés sous la direction d’ Y. Delaportes (Paris 1984), σελ. 287-289.
4. Κορρέ- Ζωγράφου, Κ., Ο νεοελληνικός κεφαλόδεσμος (Αθήνα 1991), σελ. 10.
5. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 100. Τα μαλλιά θεωρούνταν βασικό στοιχείο γυναικείας ομορφιάς. Στο Γκέλβερι για να δυναμώσουν και να μακρύνουν τα μαλλιά τους οι κοπέλες επιδίωκαν να βραχούν από το πρώτο νερό του Μαΐου· Βλ. Πετρόπουλος, Δ. – Ανδρεάδης Ερ., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι (Αθήνα 1971), σελ. 164. Ενδεικτικά για το πόσο σημαντικά ήταν για τις ίδιες τις γυναίκες τα πλούσια και μακριά μαλλιά είναι όσα έγιναν κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών (1924), όταν επιβάλλονταν αναγκαστικά υγειονομικά μέτρα στους προσφυγικούς πληθυσμούς. «Όταν ήρθαμε πρόσφυγες, στην καραντίνα, μας κόβαν τα μαλλιά, κόβανε τα φιτίλια. Αχ! Να ’βλεπες τι έγινε τότε. Τι κλάμα ήταν εκείνο! Ένα κορίτσι πήγε να πέσει στη θάλασσα, για να μην του κόψουν τα φιτίλια. Μια νύφη τσίριζε: “Πώς να πάω τώρα στον άνδρα μου;”. Μια άλλη νύφη πέθανε από τη στενοχώρια της. Τότε απαγορεύτηκε και δεν μας κόψανε πια τα μαλλιά». Μαρτυρία Ιορδάνας Κουβάρογλου, από τη Δελμησσό, που δόθηκε στη Σόφη Αναστασιάδη το 1950, και περιλαμβάνεται στους φακέλους της Καππαδοκίας από το υλικό του Κ.Μ.Σ.
6. Η επιλογή του αριθμού 40 για τις πλεξίδες δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαία. Από τα βυζαντινά χρόνια το 40 συγκαταλέγεται στους συμβολικά φορτισμένους αριθμούς. Βλ. Σπυριδάκης, Γ.Κ., Ο αριθμός τεσσαράκοντα παρά τοις Βυζαντινοίς και νεωτέροις Έλλησι (Αθήναι 1939), σελ. 101-102. Τα παραπάνω ενισχύουν και μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες κατά τη γιορτή των Σαράντα Μαρτύρων στο Γκέλβερι οι γυναίκες συνήθιζαν για καλοτυχία να περνούν 40 βελονιές στα κεντήματά τους ή 40 βελονιές στους αργαλειούς τους. Βλ. και Πετρόπουλος, Δ. – Ανδρεάδης Ε., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι (Αθήνα 1971), σελ. 151. Επιπλέον, η πεθερά στο ίδιο χωριό το Μεγάλο Σάββατο δώριζε στην αρραβωνιαστικιά του γιου της 40 φλουριά για τις πλεξούδες της, βλ. Πετρόπουλος Δ. – Ανδρεάδης Ε., ό.π., σελ. 156.
7. Μαρτυρία Ιορδάνας Κουβάρογλου, από τη Δελμησσό, που δόθηκε στη Σόφη Αναστασιάδη το 1950 και περιλαμβάνεται στους φακέλους της Καππαδοκίας από το υλικό του Κ.Μ.Σ. Μας δίνει πληροφορίες ακόμη και για το εργασιακό καθεστώς των εριτζüδων, που μισθώνονταν σε ετήσια βάση. Στις αρχές του 20ού αιώνα η ετήσια αμοιβή τους ήταν 6-7 γρόσια από κάθε γυναίκα.
8. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ελληνόφωνου Μιστιού, όπου οι γυναίκες δίσταζαν να παντρευτούν σε άλλο χωριό, αφού μεταφέροντας εκεί το παράξενο ντύσιμό τους θα γίνονταν αντικείμενο «περιέργειας και εμπαιγμού». Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας (Αθήνα 1977), σελ. 202. Για περισσότερα σχετικά με τη σημασία ενδογαμικών πρακτικών στην παγίωση ενδυματολογικών τύπων βλ. Μελλίδου-Κεφαλά, Ν., «Η γυναικεία παραδοσιακή φορεσιά από το Μέγα Ζαλούφι», Εθνογραφικά 7 (Ναύπλιο 1989), σελ. 68.
9. «Αν έφερνες εκατό γυναίκες τη μία κοντά στην άλλη, όλες το ίδιο ρούχο φορούσαν, σαν τους στρατιώτες, δεν μπορούσαν να φορέσουν διαφορετικά γιατί τις κορόιδευαν». Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Α΄ (Αθήνα 1977), σελ. 144. Κάτι τέτοιο δεν έχει να κάνει με την έννοια της «μόδας» όπως εννοείται σήμερα, μα με τη λειτουργία του ενδύματος ως αναγνωριστικού κώδικα μεταξύ των μελών μιας κοινότητας και με το βαθμό αποδοχής και ένταξης στα όριά της. Βλ. Τσένογλου, Ε., «Τα γυναικεία καστελλοριζιακά ενδύματα», Εθνογραφικά 4-5 (Ναύπλιο 1985), σελ. 59-61.
10. Ιωσηφίδης, Κ., Η Καρβάλη της Καππαδοκίας – Η Φορεσιά (Νέα Καρβάλη 1988), σελ. 13.
11. Κορρέ-Ζωγράφου, Κ., Ο νεοελληνικός κεφαλόδεσμος (Αθήνα 1991), σελ. 132.
12. Στο Μιστί, χωριό της περιφέρειας Νίγδης, η καλύπτρα αυτή λέγεται αl, και λίγο πριν από την ανταλλαγή δε φοριόταν παρά μία εβδομάδα. Σε παλαιότερες εποχές έχουν καταγραφεί ακόμη πιο συντηρητικές συμπεριφορές. Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Α΄ (Αθήνα 1977), σελ. 230. Στην Αξό, οι νεόνυμφες υποχρεώνονταν να φορούν την καλύπτρα για απροσδιόριστο εθιμικά χρονικό διάστημα, που μπορούσε να φτάσει και το έτος, ανάλογα με τη βούληση και την απόφαση του επικεφαλής της οικογενειακής μονάδας. Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξό Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 217, 221.
13. Έτσι σημειώνεται για την περίπτωση της Αξού, όπου ο νυφικός πέπλος, το doυβάχji, λέγεται άλης και είναι ένα κόκκινο διάφανο τούλι με φάρδος 50 εκ. και μήκος περίπου ένα μέτρο. Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξό Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 249.
14. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη δύναμη της βασκανίας βλ. Μιχαλοπούλου-Βέικου, Χ., Το μάτιασμα, η κοινωνική δυναμική του βλέμματος σε μια κοινότητα της Μακεδονίας, διδ. διατρ. (Αθήνα 1996).
15. Χαρακτηριστικά λεγόταν στην Ανακού, μολονότι εκεί λόγω των ιδιαίτερων κοινωνικών συνθηκών (έντονο μεταναστευτικό ρεύμα των ανδρών στη Πόλη, επαφές με άλλα, λιγότερο ή περισσότερο αστικά κέντρα κτλ.) η θέση της γυναίκας δεν ήταν και τόσο υποβαθμισμένη, ότι «νύφ’ και σκλάβος ψυσή δεν έχουν». Βλ. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 183.
16. Για να φάει, όταν της επιτρεπόταν να καθήσει στο ίδιο τραπέζι με τους άνδρες, έπρεπε για κάθε μπουκιά να αποστρέφει το κεφάλι, να σηκώνει την καλύπτρα ή να κατεβάζει το γιασμάχ, να φέρνει το κουτάλι στο στόμα και προτού καν καταπιεί να ξανανεβάσει το κεφαλόδεμα. Για κάθε μπουκιά επαναλαμβανόταν η αυτή διαδικασία. Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 222.
17. Παπαντωνίου Ι., «Συμβολή στη μελέτη της γυναικείας παραδοσιακής φορεσιάς», Εθνογραφικά 1 (Ναύπλιο 1989), σελ. 5.
18. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 193.
19. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 73.
20. Αν ο πατέρας της δεν της έκανε δώρο τσοχά για το γάμο, η νύφη ξεσπούσε το παράπονό της στη φράση: «Για μένα οι ραφτάδες σπάσαν τα βολόνια;». Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Α΄ (Αθήνα 1977), σελ. 219.
21. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 214.
22. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 182.
23. Πρόκειται για την αντίληψη του pars pro toto, ήτοι του ότι το μέρος λειτουργεί για λογαριασμό του όλου. Βλ. Λεκατσάς, Π., Η καταγωγή των θεσμών, των εθίμων και των δοξασιών (Αθήνα 1951), σελ. 56.
24. Εδώ αξίζει να σημειωθεί και μια συνήθεια που απαντούσε τόσο σε χριστιανικούς όσο και σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Καππαδοκίας και αποδείκνυε δοξασιολογικό συγκρητισμό. Στο δρόμο προς Göstük μουσουλμάνοι και χριστιανοί έκοβαν και κρεμούσαν πάνω σε αγριοαπιδιά κουρελάκια από ρούχα τους, ευχόμενοι για υγεία και ευετηρία. Βλ. Πετρόπουλος Δ. – Ανδρεάδης Ε., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι (Αθήνα 1971), σελ. 85. Πανομοιότυπη πρακτική τηρείται ως σήμερα από μουσουλμάνους στη Σινασό, στον περίβολο της ερειπωμένης πια  εκκλησίας του Αγίου Νικολάου.
25. Μπαλτά, Ε. (επιμ.), Προκόπι (Αθήνα 2004), σελ. 102, μαρτυρία Ελισάβετ Ισαακίδου (1949).
26. Μαυροχαλυβίδης Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 147.
27. Εκτός από τις ενδυματολογικές συνήθειες, αλληλεπιδράσεις διαπιστώνονταν και σε τρόπους καθαριότητας ή υγιεινής του σώματος. Στην Ανακού, για παράδειγμα, μαρτυρήθηκε την παραμονή του γάμου τελετουργική αποτρίχωση των απόκρυφων σημείων του σώματος ανδρών και γυναικών με ένα βοτάνι, πρακτική που δεν παρατηρήθηκε σε άλλους χριστιανικούς πληθυσμούς, ιδιαιτέρως δόκιμη όμως στους μουσουλμάνους. Βλ. Κωστάκη, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 168. Για περισσότερα στοιχεία αναφορικά με τις αλληλεπιδράσεις σε επίπεδο δοξασιών και εθιμικής συμπεριφοράς βλ. Πετρόπουλου Δ. – Ανδρεάδης Ε., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι (Αθήνα 1971), σελ. 56.
28. Οι Καππαδόκες από τη βόρεια Καππαδοκία μετανάστευσαν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, ενώ αυτοί από την κεντρική και νότια Καππαδοκία προς τα ΝΑ (κυρίως στα Άδανα). Βλ. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 391.
29. Οι Μιστιώτες που δούλευαν στους κετσέδες περνούσαν σημαντικό μέρος του χρόνου σε άλλες περιοχές και κάποτε ταξίδευαν ως τις επαρχίες που συνόρευαν με τη ρωσική επικράτεια. Συχνά οι κλιματικές συνθήκες κάθε τόπου τους ανάγκαζαν να υιοθετήσουν ενδύματα όπως το γιαμψί, αντί της γνωστής τους κάπας, ή το πασλίκ, πανωφόρι με κουκούλα. Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Β΄ (Αθήνα 1977), σελ. 449.
30. Η ενδυμασία των Αξενών εμπόρων του εσωτερικού της Ασίας επηρεάστηκε από τους τουρκικούς πληθυσμούς: Η κάπα αντικαταστάθηκε από τσόχινη σάλτα και κατόπιν από σάκκο, ενώ η ποδήρης κάπα από το αραβικό μασλάχ. Το σαλβάρι από μαύρο υφαντό, τόσο τυπικό στους Αξενούς, υποχώρησε μπροστά στον κιατιπιγέ, μια περισκελίδα στενότερη από σαλβάρι, που έμοιαζε με παντελόνι, το δε χωρικό φέσι πλέον εγκαταλείφθηκε και υιοθετήθηκε το τουρκικό με φούντα μία πήχη και αργότερα το dαλφές (φέσι με μικρή φούντα). Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 85-87. Όσον αφορά τα υποδήματα οι Καππαδόκες χριστιανοί έμποροι μιμούμενοι τους Τούρκους άρχοντες των πόλεων φόρεσαν όχι πια τσαρούχια ή κοντούρες μα ποτίν καλόσ’. Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 26.
31. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Β΄ (Αθήνα 1977), σελ. 440.
32. Κουκίδης, Γ., Η Νεάπολις της Καππαδοκίας (Αθήναι 1975), σελ. 80.
33. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 243.
34. Το κοινό φουστάνι που επικράτησε αποτελείται από πουκάμισο (ιμάτ), γιλέκο (κιρλίκ), φουστάνι με σφιχτή μέση, εφαρμοστό πανωκόρμι, μακριά μανίκια και στενό σακάκι (αμαζόνα). Βλ. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 99.

[Πηγή:  http://kapadokiko.blogspot.gr,   
ellinwnparadosi.blogspot.gr]
http://ellas2.wordpress.com/

Δευτέρα 21 Ιανουαρίου 2013

ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑ : ΟΙ ΤΑΦΟΠΛΑΚΕΣ...ΜΙΛΟΥΝ

1 Έξω από τα θεοδοσιανά τείχη της Κωνσταντινούπολης και περίπου διακόσια μέτρα από την Πύλη της Πηγής, τη Συληβριανή  των Ρωμιών, βρίσκεται η εκκλησία Παναγία  Ζωοδόχος Πηγή- Μπαλουκλί, (τόπος ψαριών)… με τον ιστορικό ναό να έχει θεμελιωθεί μόλις τον 5ο αιώνα από τον Λέοντα τον Μακέλλη…
Στο σύντομο σημείωμά μας δεν πρόκειται να ασχοληθούμε με τον πραγματικά καταπληκτικό ναό μα ούτε με τους θρύλους και τις παραδόσεις οι οποίες τον καλύπτουν αλλά… τον  προαύλιο χώρο του. Που μας άφησε άφωνους, ίσως άναυδους, ενδεχόμενα θυμωμένους, από την αμετροέπεια με την οποία εμείς οι ρωμιοί αντιμετωπίζουμε την όποια ιστορία μας, τις προγονικές ρίζες, με μια ιδιαίτερη επισήμανση: ο γράφων δεν πάσχει από  προγονολατρεία μα ούτε από φονταμενταλισμό… αλλά απλά θέλει να πιστεύει από ρομαντισμό και ίσως-ίσως ένα βαθύ σεβασμό  προς τους νεκρούς.
Εξηγούμεθα άμεσα.
Ο χώρος της αυλής καλύπτεται από ταφόπλακες του 19ου αιώνα που, ειρήσθω εν παρόδω, οι περισσότερες είναι γραμμένες εις την καραμανλίδικη διάλεκτο, δείγματα μιας ιδιαίτερης γραφής που χρόνια ολάκερα χρησιμοποιούσαν οι  ρωμιοί της Καππαδοκίας… με τα «σημάδια» του βιοποριστικού  επαγγέλματος του νεκρού.
Ειλικρινά σπάνια δείγματα, που κατά την ταπεινή μας άποψη θα έπρεπε να φυλάσσονται μετά περισσής επιμελείας σε κάποιο μουσείο ή κάπου τέλος πάντων, να διατηρηθούν στους αιώνες και να «μιλούν» για το χθες.

Σας τις παρουσιάζουμε…



ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΕΔΩ : http://diasporic.org/mnimes/archives/oi-tafoplakes-miloun