Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΙΑΣ ΣΤΟ ΠΡΟΚΟΠΙ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ

Από το βιβλίο του Λάζαρου Ευπραξιάδη ΠΡΟΚΟΠΙ ΚΑΠΑΔΟΚΙΑΣ Μ.ΑΣΙΑΣ..

Όπως στα χωριά και της πόλης στην  Ελλάδα έτσι και στο Προκόπι της Καππαδοκίας οι Προκοπιείς γιόρταζαν τις απόκριες, δύο εβδομάδες προ της Σαρακοστής ήσαν οι απόκριες.  Η πρώτη εβδομάδα ήτο κρεατοαποκριά  (Έτ χαφτασή). Όλη την εβδομάδα έτρωγαν κρέας και κρεατινά χωρίς εξαίρεση της Τετάρτης και της Παρασκευής. Η δεύτερη εβδομάδα ήταν της Τυρινής (Πεΐνίρ χαφτασή).Την εβδομάδα αυτή δεν τρώγανε κρέας αλλά μόνο αυγά, γαλακτοκομικά και τυροκομικά. Τα πιο εκλεκτά φαγητά ήταν το μαντί (ζυμαρικό είδος χυλοπίτας που όταν έβραζε και το στράγγιζαν από το νερό του το περιέβρεχαν με μπόλικο τσιγαρισμένο βούτυρο και κατόπιν το ανακάτευαν με γιαούρτι που μέσα είχε σκόρδο ψιλοκομμένο, όταν έτρωγαν κρέας έβαζαν και κιμά). Από την Κυριακή που άρχιζε η αποκριά άρχιζαν και οι διασκεδάσεις. Σ’ αυτές λάμβαναν μέρος όλοι οι κάτοικοι και έδιναν πανηγυρικό χαρακτήρα. Αυτές γίνονταν όχι μόνο μέσα στα σπίτια μεταξύ συγγενών, αλλά και στους δρόμους, στις αυλές και στις πλατείες. Τις ημέρες των Αποκριών τις θεωρούσαν μέρες ψυχαγωγίας με εκδήλωση ευθυμίας και χαράς όλων των κατοίκων σαν μία οικογένεια χωρίς παρεξηγήσεις μεταξύ των.   Τα χαρακτηριστικά των διασκεδάσεων ήσαν οι χαριτολογίες, οι εύθυμοι σατυρισμοί, οι αστεϊσμοί, τα καλαμπούρια, οι ομαδικοί χοροί, τα τραγούδια, διάφορες κωμικές παραστάσεις και πολλά διασκεδαστικά παιγνίδια όπως οι:
Μεταμφιέσεις, η καμήλα, η αρκούδα, κρέμασμα μουσταλευριάς ή χαλβά.
ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΕΙΣ

Άντρες και γυναίκες φορούσαν τα πιο παλιά τους ρούχα ή τα φορούσαν και ανάποδα. Συνήθως οι άντρες φορούσαν γυναικεία και οι γυναίκες αντρικά. Ένα μικρόσωμο άντρα τον έντυναν με νυφικά και μία ψηλόσωμη γυναίκα με αντρικά ρούχα σαν γαμπρό με στριμμένο ψεύτικο μουστάκι. Τα πρόσωπά τους ήσαν βαμμένα λογιών-λογιών χρώματα, ακόμη και με μαύρη καπνιά. Κάποιος φορούσε μαύρο αντερί σαν ράσο και στο κεφάλι μαύρο ψηλό καπέλο με μαύρο βέλο σαν καλυμμαύκι και στεφάνωνε τη νύφη και το γαμπρό.
Άλλοι μεταμφιέζονταν σε διάφορες μορφές ζώων, που προκαλούσαν τα γέλια στους υπόλοιπους.  Οι μεταμφιεσμένοι σχημάτιζαν ομάδες από 5-10 άτομα και είχαν μαζί τους αν όχι κλαρίνο ή βιολί, οπωσδήποτε ένα ντέφι και όπως ήταν αγνώριστοι έμπαιναν σε όποιο σπίτι ήθελαν απρόσκλητοι, γιατί όλες οι πόρτες τις ημέρες αυτές ήσαν ανοιχτές σε όλες τις παρέες και τις υποδέχονταν μετά χαράς.   Εκεί με εύθυμα καλαμπούρια, ευχάριστα και τολμηρά ανέκδοτα  ξεκαρδιστικά γέλια και ανάμεσα στα κεράσματα έβγαζαν από τις ζώνες τους ανά δύο ζευγάρια, τα ξύλινα κουτάλια (χουλιάρια) και αφού πέρναγαν  ένα  κουτάλι  ανάμεσα  (στο μεγάλο  δάκτυλο και στο δείκτη και  ανάμεσα στο μεσαίο  δάκτυλο και το παράμεσο) δύο στο κάθε χέρι  και με τους ρυθμικούς ήχους από το ντέφι άρχιζαν το χορό, του καρσιλαμά, το τσιφτετέλι και το κόνιαλη (το οποίο κόνιαλη εμείς οι απόγονοι χορεύουμε μέχρις σήμερα). Οι μεταμφιεσμένοι πέρναγαν σχεδόν από όλα τα σπίτια, σε όλα υπήρχε στρωμένο τραπέζι με ποτά και μεζέδες.
    Η  ΚΑΜΗΛΑ
Δύο ή τρείς μαζί λίγο μεγαλόσωμοι άντρες όρθιοι σκεπασμένοι με παλιές κουβέρτες ή κιλίμια και με μαξιλάρια έκαμαν ένα αριστοτεχνικό σχήμα καμήλας. Την καμήλα έσερνε κάποιος μεταμφιεσμένος σε καμηλιέρη και καθισμένος πάνω σ’ έναν γάιδαρο. Η καμήλα,    ο καμηλιέρης και ο γάιδαρος είχαν κρεμασμένα κουδουνάκια που κουδούνιζαν συνέχεια.
Εάν η παρέα αποτελείτο από περισσότερα άτομα έκαμαν δεύτερη και τρίτη καμήλα που δεμένες η μία με την άλλη, σχημάτιζαν καραβάνι. Η πομπή με τα κουδουνίσματα και τα γέλια περνούσε απ’ όλες  τις συνοικίες και ξεσήκωνε όλο τον κόσμο, ο οποίος έβγαινε στους δρόμους. Στην ευθυμία αυτή συμμετείχαν και οι Τούρκοι κάτοικοι και διασκέδαζαν μαζί με τους Έλληνες, γιατί αυτοί δεν είχαν τέτοια ψυχαγωγικά έθιμα.
Η ΑΡΚΟΥΔΑ
Κάποιος φορούσε ρούχα ραμμένα από προβιά. Όλο το σώμα, τα άκρα καθώς και το κεφάλι και το πρόσωπο ήταν φτιαγμένα από προβιά στο σχήμα της αρκούδας και περπατούσε στα τέσσερα. Την αρκούδα πολλές φορές και δύο έσερνε ο μεταμφιεσμένος αρκουδιάρης με το ραβδί και το ντέφι. Σε κάθε σπίτι και πλατεία ο αρκουδιάρης διέταζε την αρκούδα να σηκωθεί στα δύο πισινά πόδια και να χορέψει με τους ήχους του ντεφιού και εάν ήσαν δύο να χορέψουν καρσιλαμά και άλλους χορούς. Έλληνες και Τούρκοι παρακολουθούσαν με κέφι και ενθουσιασμό τους χορούς της αρκούδας.
ΚΡΕΜΑΣΜΑ μουσταλευριάς ή χαλβάς.  
Για τα παιδιά ηλικίας μέχρι 12 ετών, το βράδυ της τελευταίας Κυριακής της αποκριάς γινόταν το εξής παιγνίδι:
Σ’ ένα δωμάτιο σε κάποια σπίτια μαζεύονταν παρέες παιδιών μαζί με τους γονείς, τ’ αδέλφια, συγγενείς, φίλους. Από τον κρίκο της οροφής του δωματίου διαπερνούσαν ένα σπάγκο του  οποίου την μία άκρη κρατούσε ο νοικοκύρης και στην άλλη άκρη ήτο δεμένο ένα κομμάτι σκληρής μουσταλευριάς ή σκληρού χαλβά, στο ύψος του αναστήματος των παιδιών. Έδεναν τα δύο χέρια των παιδιών πισθάγκωνα και ξεκινούσε το παιγνίδι. Μόλις ορμούσαν τα παιδιά να δαγκώσουν το γλυκό, ο νοικοκύρης τραβώντας το σπάγκο το ανέβαζε πιο ψηλά. Έτσι με το ανεβοκατέβασμα του γλυκίσματος και την προσπάθεια που έκαμαν τα παιδιά να το δαγκάσουν, πασαλείβονταν τα πρόσωπά τους και δημιουργείτο μία ξεκαρδιστική ατμόσφαιρα χαράς και γέλιου.
Οι Προκοπιείς σοφίζοντο και άλλα πολλά διασκεδαστικά παιγνίδια της ημέρες της Αποκριάς. Σαν π.χ. επισκέψεις με αμάξια ντυμένοι με καρναβαλίστικα ρούχα και προσωπίδες φτιαγμένες από του ίδιους, περπάτημα με ψηλά ξυλένια πόδια, (ξυλοπόδαρα)και άλλα. Εκτός από τα παιγνίδια αυτά που στα περισσότερα έπαιρναν μέρος μόνο άντρες, τα κορίτσια και οι γυναίκες τις ημέρες τις Αποκριάς μαζευόντουσαν, στις πλατείες ή σε σπίτια της γειτονιάς με μεγάλη αυλή και εκεί με κλαρίνο, βιολί και ντέφι ή εν ανάγκη μόνο με ντέφι που ήξεραν να παίζουν σχεδόν όλες οι γυναίκες, στήνανε το χορό. Συρτό (είδος καλαματιανού).Καρσιλαμά (αντικριστό).Τσιφτετέλι ή το χορό της νύφης.(Κελήν ογιουνού)κ.τ.λ.  Την τελευταία μέρα αφού τελείωναν τα γλέντια ο καθένας έτρωγε σαν τελευταίο φαγητό ένα αυγό, για να έχουν το στόμα τους σφραγισμένο και να μη φάνε αρτυμένα έως το Πάσχα.  Τα έθιμα της Αποκριάς γινόντουσαν σε όλες τις ελληνικές περιοχές, της Καππαδοκίας με σχεδόν ομοιόμορφες εκδηλώσεις.
Πριν από μερικά χρόνια αυτά τα όμορφα έθιμα υπήρχαν και στην Ελλάδα , όπως: το γαϊτανάκι (κάποιος κρατούσε ένα ψηλό κοντάρι και γύρω του υπήρχαν κορδέλες δεμένες χρωματιστές, οι μασκαρεμένοι άντρες και γυναίκες που το συνόδευαν κρατούσαν καθ’ ένας την άκρη από μία κορδέλα και με τραγούδια και γέλια περνούσαν ο ένας ανάμεσα στον άλλο και γινόταν μία πλεξίδα επάνω στο κοντάρι ,κατόπιν περνούσαν αντίθετα και λυνόταν η πλεξούδα και πάλι από την αρχή).Επίσης ήταν η καμήλα, οι ξυλοπόδαροι, ο γύφτος με την μαϊμού ή την αρκούδα τις  οποίες είχε ντύσει μπαλαρίνα  και χτυπώντας το ντέφι τις διέταζε να κάμουν διάφορες αστείες κινήσεις. Σίγουρα οι άνθρωποι μεγαλύτερης ηλικίας αυτά τα  θυμούνται και ίσως θυμούνται ακόμη περισσότερα.
Πιο παλιά έβλεπες μασκαράδες κάθε ηλικίας στους δρόμους, στα σπίτια να χαίρονται και να γλεντάνε όλοι μαζί,  δυστυχώς, σήμερα δεν το βλέπουμε πια, όλοι έχουμε απομονωθεί ο καθ’ ένας στα δικά του προβλήματα, τόσα που είναι!
Οι Έλληνες όμως ξέρουν τις ημέρες των εορτών να βάζουν στην άκρη τα προβλήματα και να περνάνε καλά με τις οικογένειές τους.

ΚΑΛΕΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ πάντα με υγεία.
Καπετανίδου  Βάσω Προκοπιανή.


http://mikrasiatis.gr/

Δευτέρα 9 Ιουνίου 2014

ΠΑΡΑΔΟΣΗ : ΤΡΟΦΟΣ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ



Γράφει ο Δημήτρης Νατσιός
Δάσκαλος, Κιλκίς

«Ήμασταν 400-500 χρόνια σκλάβοι, κάτω από την πιο φρικτή και βάρβαρη δουλεία που γνώρισε ποτέ ο κόσμος. Και όμως «ιδού ζώμεν» Αλλά πώς; Στα μέσα του 17ου αι. ένας Γάλλος Ιησουίτης ονόματι Ρισάρντ, περιηγείται την σκλαβωμένη Ελλάδα. Επιστρέφοντος στη χώρα του έγραψε ένα βιβλίο. Αποσπώ μια εντύπωσή του.
«Πολλές φορές απορώ πως κατόρθωσε να επιβιώση η χριστιανική πίστη στην Τουρκία και πώς υπάρχουν στην Ελλάδα 1.200.000 Ορθόδοξοι. Και να σκεφτή κανείς ότι ουδέποτε από την εποχή του Νέρωνος, του Δομητιανού και του Διοκλητιανού έχει υποστή ο Χριστιανισμός διωγμούς σκληρότερους από αυτούς, που αντιμετωπίζει σήμερα η ανατολική Εκκλησία… Και όμως οι Έλληνες είναι ευτυχισμένοι που παραμένουν Χριστιανοί. Νομίζω πως αυτό οφείλεται στην λατρεία που τρέφουν στην Παναγία… Σε όλα τα σπίτια βλέπεις εικόνες της Παναγίας. Είναι ο φρουρός ή καλύτερα η νοικοκυρά του σπιτιού. Σ’ αυτήν την εικόνα στρέφουν το βλέμμα, όταν τους συμβή κάτι κακό, ικετεύοντάς την βοήθειά της. Σ’ αυτήν απευθύνονται για να ευχαριστήσουν τον Θεό, αν με τη δική της μεσολάβηση έλθη κάτι καλό στο σπιτικό τους…
Ο ίδιος διαπίστωσα με πόση φυσικότητα, με πόση ευγλωττία και συγκίνηση μιλούν στις οικογενειακές τους κουβέντες γι’ αυτή τη βασίλισσα των Ουρανών». Θαύμα της Θεομάνας μας ήταν η σωτηρία του Γένους. Ταις πρεσβείας της Θεοτόκου Σώτερ σώσον ημάς, έψαλλαν οι ηρωικοί ραγιάδες. Μόνο αυτό το ρουσφέτι μας επιτρέπεται. Η εκκλησία μας, ο Κυρηναίος του Γένους, στάθηκε ελληνοσώτειρα στα χρόνια της σκλαβιάς. «…Σωστά τόπανε, πως σε πολλές κρίσιμες ώρες το ράσο στάθηκε η εθνική σημαία της Ελλάδας στα χρόνια της σκλαβιάς. Αν υπάρχουμε σήμερα σαν ελληνική φυλή, είναι γιατί κρατηθήκαμε από το άμφιο της θρησκείας μας όλα αυτά τα χρόνια» διαλαλεί ο λογοτέχνης Στρατής Μυριβήλης. Και στα σπίτια των Ρωμηών έστεκαν ολόρθες οι μάνες. Απ’ όλα τα λαλούμενα / κάλλιο λαλεί η καμπάνα / κι από όλα τα μυρωδικά / κάλλιο μυρίζει η μάνα» λέει ο λαός μας. Σήμερα στα βιβλία γλώσσας του Δημοτικού – τα περιοδικά ποικίλης ύλης, όπως απροκάλυπτα τα ονομάζω – ζητούν από τα παιδιά να γράψουν, να βρουν ένα νανούρισμα για… χταπόδια. Λέει ένας πατήρ της Εκκλησίας μας “έκαστος ερμηνεύει τα πράγματα κατά το ίδιον νόσημα”. Η παράδοσή μας δεν περιέχει τέτοιες εξοργιστικές ανοησίες. Μεταφέρω ένα ωραίο νανούρισμα από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
«Κάμε, Χριστέ και Παναγιά / και θρέψε το παιδί μου / να μεγαλώση να θραφή / καλό παιδί να γίνη. / Τύχη χρυσή ας του δίνεται / και φώτιση μεγάλη / να μάθη γράμματα πολλά /και φρόνιμο να γίνη / γιά να κερδίζη χρήματα / παντού καλά να κάμνη / ένα και είκοσι σχολειά / μ’ αληθινούς δασκάλους / να μάθουν γράμματα οι φτωχοί / ανθρώποι να γενούνε / να μάθουν πως ορφανέψαμε / από τους άρχοντάς μας / να μάθουν πως ξεχάσαμεν του γένους μας τα φρένα / πώς ο καθείς μας χρεωστεί / βοήθειαν να δίνη / εις τα σχολειά στις εκκλησιές / και τα ορφανεμένα».
Στο σπίτι έπαιρναν τα παιδιά αγωγή αγιότητας. Είναι ευαγγελική επιταγή: «Άγιοι γίγνεσθε» λέει ο Κύριος. Και μετά πηγαίνανε στα «Κρυφά Σχολειά», «όπου μέσα τους χιονισμένο, βρεγμένο συνάζονταν όλο το Έθνος. Και το κιτρινισμένο ράσο του παπαδάσκαλου, μύριζε σμύρνα από κείνη που οι μάγοι οδοιπορούντες επήγαν και φιλέψανε τον Ιησού», γράφει όμορφα ο Νικ. Βρεττάκος. Κι αν πάμε σε εκείνη την έσχατη γωνιά της Ρωμηοσύνης, την Κύπρο, θα βρούμε γύρω στα 1600 τον Νεόφυτο Ροδινό να γράφει λόγια σπουδαία και επίκαιρα: «Δύο πράγματα από όλα περισσότερον μου φαίνεται και είναι ο άνθρωπος χρεώστης εις την ζωήν του, να αγαπά, να τιμά και να διαφενδεύει· ήγουν την πίστιν του και την πατρίδα του. Την πίστιν του, διότι διά μέσου αυτής της πίστεως όπου κρατεί εβγαίνοντας από τούτην την ζωήν, ελπίζει να έχει ανταμοιβήν και πλερωμήν, καθότι έζησεν εις εκείνην. Την πατρίδα χρεωστεί κάθε εις να την αγαπά και να την τιμά και να πολεμά διά εκείνην, διότι εβγάζοντας την παλαιάν παραγγελίαν όπου νουθετά και λέγει μάχου υπέρ πατρίδος, πολέμα διά την πατρίδα σου, είναι ακόμη και ηθικός μάλιστα φυσικός νόμος, κάθε ένας να αντιστέκεται και να υπερμαχεί της πατρίδος του, καν τε καλή και ονομαστή είναι, καν τε αχαμνή (= αδύνατη) και εις τους πολλούς αγνώριστη». Η πατρίδα μας σήμερα είναι «αχαμνή και αγνώριστη», αλλά την αγαπάμε, ας φτώχυνε, δεν φτύνουμε τη μάνα μας όταν είναι αναγκεμένη. «Φίλει την πατρίδα καν άδικος ή», έλεγε ο Πλάτων. Και ο πατριδοφύλακας στρατηγός Μακρυγιάννης, που έγραφε με το σπαθί του και όχι με το κοντύλι, μας κανοναρχεί όλους εμάς που λιποψυχήσαμε γιατί έπεσε το κατά κεφαλήν εισόδημα: «Όταν μου πειράζουν την πατρίδα μου και θρησκεία μου, θα μιλήσω, θα ‘νεργήσω κι ό,τι θέλουν ας μου κάμουν». Και μια και είμαστε στο ’21, την “αγιασμένη Επανάσταση” που έλεγε ο Κόντογλου, θα αναφερθώ και σ’ άλλο ένα λιοντάρι, στον θρυλικό «Γέρο του Μοριά», τον Θοδωρή Κολοκοτρώνη. Το 1838, μετά από πρόσκληση του Δασκάλου του Γένους, Γ. Γεννάδιου, ανεβαίνει στην Πνύκα και μιλά στους νέους των Αθηνών, στους νέους της Ελλάδας και τότε και τώρα. Ας ακούσουμε τον γερο-καπετάνιο. Αφού προτάσσει την μεγάλη αλήθεια που δεν μπορούν να χωνέψουν οι τωρινοί εκκλησιομάχοι «πρέπει να φυλάξετε την πίστι σας, και να την στερεώνετε, διότι, όταν επιάσαμε τ’ άρματα, είπαμε πρώτα, υπέρ Πίστεως και έπειτα υπέρ Πατρίδος», λέει:
«Παιδιά μου, να μην έχετε πολυτέλεια, να μην πηγαίνετε εις τους καφενέδες και εις τα μπιλιάρδα. Να δοθήτε εις τας σπουδάς σας και καλλίτερα να κοπιάσετε ολίγον δύο και τρεις χρόνους, ζωής σας, παρά να περάσετε τέσσαρους πέντε χρόνους τη νεότητά σας, και να μείνετε αγράμματοι. Να σκλαβωθήτε εις τα γράμματά σας. Να ακούετε τας συμβουλάς των διδασκάλων και γεροντοτέρων, και, κατά την παροιμία, μύρια ήξευρε και χίλια μάθαινε. Η προκοπή σας και η μάθησή σας να μην γίνη σκεπάρνι μόνο διά το άτομό σας, αλλά να κυττάζη το καλό της κοινότητος, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας». Η μόνη σκλαβιά που μας αξίζει είναι στα γράμματα. Αλλά στα «γράμματα» που διαβάζουν οι αγράμματοι κι αγιάζουνε», στα γράμματα των Τριών Ιεραρχών, των αγίων, των ηρώων. Ο αγράμματος, αλλά βαθιά μορφωμένος Κολοκοτρώνης, με τα τελευταία του λόγια επαναλαμβάνει έναν από τους γοναίγους της ανθρωπότης, τον Θουκυδίδη. Γράφει στο Β’, 60. «Καλώς μεν γαρ φερόμενος ανήρ το καθ’ εαυτόν, διαφθειρομένης της πατρίδος, ουδέν ήσσον ξυναπόλλυται κακοτυχών δε, εν ευτυχούση, πολλώ μάλλον διασώζεται». Μεταφράζει ο Ελ. Βενιζέλος. «Διότι ο άνθρωπος που ευδοκιμεί εις τα ιδιωτικάς του υποθέσεις, εάν η πατρίς του καταστραφεί, χάνεται κι αυτός μαζί της, ενώ είναι πολύ πιθανόν ότι θα σωθεί, εάν κακοτυχεί μεν ο ίδιος, η πατρίς του όμως ευτυχεί». Μεγάλα λόγια. Το «εμείς μας σώζει», το «ίνα ώσιν εν καθώς ημείς» της αρχιερατικής προσευχής. Έλεγε χαριτωμένα ο άγιος Γέροντας Παϊσιος ο Αγιορείτης. «Κλείνουμε λάθος την αντωνυμία. Λέμε εγώ, εσύ αυτός. Να λέμε αυτός, εσύ, εγώ». Ξέρετε πότε να λέμε εγώ, λέει ένας άλλος γέροντας, «όταν εξομολογούμαστε την αμαρτία, «εγώ φταίω», και όταν ομολογούμε Χριστό, την πίστι μας. “Χριστιανός ειμί” έλεγαν οι μάρτυρες. Και πίστη είναι λέει ένας άλλος ποιητής, που ύμνησε τον Ποιητή των όλων, ο Γεώργιος Δροσίνης «Πίστη είναι όταν / όσο αλόγιστο και πλάνο / ο νους κι αν το ξέρη. / Ήλιο προσμένει τα μεσάνυχτα / κι αστροφεγγιά το μεσημέρι». Ναι, να ομολογούμε την αμώμητο πίστη μας. Σήμερα η πατρίδα, η Εκκλησία δεν θέλει δεινούς συζητητές, αλλά ατρόμητος ομολογητές. Να ομολογούμε την πίστη μας, να ομολογούμε την φιλοπατρία μας. Ήταν νέο παιδί, 18 χρονών δροσιά ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, προτείνουν οι Άγγλοι στη μάνα του να προδώσει να τον πείσει. Απαντά η αγέρωχη Ρωμηά. «Εγώ δεν εγέννησα παιδίν να το λαλούν προδότην. Χαλάλι της πατρίδας μου το γαίμαν του παιδιού μου». Έτσι έγινε, πήρε, ο αντρειωμένος Ευαγόρας, την ανηφοριά, τα σκαλοπάτια, που παν στην λευτεριά. Σήμερα που φτώχυνε η πατρίδα μας, που παρέπεσε η μάνα μας, θέλει να την σηκώσουμε στα χέρια. Δεν ηττηθήκαμε. «Ημείς νικώμεν, νικώντων των άλλων», λέει ο άγιος Ν. Καβάσιλας. Μας ποδοπατούν οι Φράγκοι ηγεμόνες μας λοιδορούν, μας πομπεύουν. Τα ίδια έλεγαν και για εκείνα τα λιοντάρια, με τα λερά ρούχα και τα σκελετωμένα κορμιά, του Εικοσιένα. Και τους απαντούσε ο γερο-Μακρυγιάννης “…του κάκου κοπιάζετε. Αν δεν υπάρχει σ’ εσάς αρετή, υπάρχει η δικαιοσύνη του μεγάλου Θεού, του αληθινού βασιλέα. Ότι εκείνου η δικαιοσύνη μας έσωσε και θέλει μας σώσει· κι όλοι οι τίμιοι Έλληνες δεν θέλει κανένας ούτε να σας ακούσει ούτε να σας ιδεί, ότι μας φαρμάκωσε η κακία σας”.
Όταν εγίναμε κράτος, όταν η οικονομία του Θεού το επέτρεψε – η οικονομία των σημερινών χαλασσοχώρηδων πάει να ακυρώσει το ’21 – οι πατέρες μας αποφάνθηκαν, στην Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας «Κάλλιον να μην υπάρχει Έλλην εις τον κόσμον, παρά να ατιμάζει το κατ’ εικόνα Θεού και ομοίωσιν». Το πρόβλημα μας είναι αποκλειστικά πνευματικό. Δηλαδή πρόβλημα που έχει να κάνει με τη στάση απέναντι στο Θεό και κατά συνέπεια τους ανθρώπους και τα πράγματα. Δεν έχει απολύτως κανένα νόημα να μιλώ για ελευθερία, πατρίδα, πολιτισμό, αν δεν ξεκαθαρίσω επιτέλους ως ληστής που υφίσταται τις συνέπειες της βιοτής του, τί θα πω στον Εσταυρωμένο Κύριο, που εκουσίως μαρτυρεί δίπλα μου: Θα πω «μνησθητί μου, Κύριε» ή «εαυτόν ου δύναται σώζειν». Με το «μνήσθητι» υπάρχω και σώζομαι με την διαβολή, ατιμάζω το κατ’ εικόνα.
Ας μην ακούμε τον μάταιο αυτό κόσμο. Ο κόσμος σήμερα πλανάται. Ένας από τους τελευταίους Γεροντάδες του Γένους, ο μακαριστός Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός έλεγε ότι άκουσε μία μάνα να λέει στην κόρη της: «Άκουσε, κόρη μου, εγώ σαν μεγαλύτερη θα πεθάνω, και οι μέρες που έρχονται είναι πολύ δύσκολες. Μπορεί να έρθει μία περίοδος όπως τότε στους Εβραίους της Π.Δ. και να χαθούν οι γραφές και τα Ευαγγέλια. Όπως και ήρθε αυτή η περίοδος επί Ιωσίου του ευσεβούς Βασιλέως. Αν λοιπόν έλθει μια περίοδος τέτοια, της λέει, και δεις ότι δεν υπάρχει το Ευαγγέλιο και έτσι δεν θα ξέρετε τι να κάνετε, τότε να κοιτάς τι κάνει ο κόσμος κι εσύ να κάνεις το αντίθετο. Και αυτό θα είναι το Ευαγγέλιο».Με άλλα λόγια αυτό είναι η Επανάσταση…


ΑΝΤΙΒΑΡΟ

Τρίτη 12 Φεβρουαρίου 2013

ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ : ΟΙ ΦΟΡΕΣΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

Δύσκολα η έρευνα καταλήγει σε ένα γενικό τύπο ενδυμασίας στην Καππαδοκία ως το 1924, εξαιτίας της πολυμορφίας και της διαφοροποίησης1 των επιμέρους ενδυμάτων ανά περιφέρεια.2 Ο κυρίαρχος δομικός ενδυματολογικός τύπος, διαφοροποιούμενος κατά περίπτωση μορφικά, με ποσοτικό και ποιοτικό εμπλουτισμό ή απλούστευση, βάσει μαρτυριών και εικονογραφικών τεκμηρίων από την Ανακού, την Καρβάλη, το Μιστί, την Αξό, το Τσαρικλί, τα Φλαβιανά (Ζιντζίντερε) και τη Σινασό, είναι ο ακόλουθος:3

Φαρδύ βαμβακερό εσώρουχο ως τους αστραγάλους, με μακρύ κεντρικό τμήμα. Η καθημερινή φορεσιά, υφαντή στον αργαλειό, είναι συνήθως ακόσμητη, ενώ η γιορτινή έχει κεντητό ή επίρραπτο κάτω μέρος (βρατσί, πατσάι στο Μιστί, τσιντιάνι και σαλβάρι σε Τσαρικλί και Νίγδη).
Μακρυμάνικο ένδυμα ως τους αστραγάλους, ελαφρώς τραπεζιόσχημο. Φτιαχνόταν συνήθως από ύφασμα του αργαλειού (μετ’, ιμάτ’).
Αμάνικο εφαρμοστό ένδυμα ως τη μέση που κουμπώνει μπροστά. Φτιαχνόταν από τσόχα και βαμβάκι, με απλό κέντημα (ουσλούτς).
Ποδήρες ένδυμα, στενό στο πάνω τμήμα, κλειστό μπροστά, άρραφο στα πλάγια από τη μέση και κάτω. Τα καθημερινά φορέματα φτιάχνονταν συνήθως από ριγωτό ύφασμα που αγοραζόταν από τη Νεάπολη, τη Νίγδη ή το Προκόπι, ενώ τα γιορτινά ή νυφικά από υφάσματα πολίτικα ή εισαγόμενα από τη Συρία (σειτερjί, εντερί, γομάσ’ – ονομασία ακριβού υφάσματος και συνεκδοχικά ονομασία του ενδύματος).
Μακρύ και σταυρωτό, κατεξοχήν επίσημο γυναικείο ένδυμα, έκρυβε τελείως τα ενδύματα που φοριούνταν κάτω από αυτό. Ραβόταν και κεντιόταν από τεχνίτες με ιδιαίτερη τεχνική (τσόχα ή τσοχά ή τσογά).
Ελαφρύς εξωτερικός κοντός επενδύτης, που φοριόταν πάνω από το φόρεμα, με ή χωρίς μανίκια (σάλτα, κιρλίκ στην Ανακού μετά το 1880, ζουμπούνα, εσλίτσι σερεφλού, αμαζόνα με στενές πιέτες στο πίσω μέρος, σελίκ για τις ηλικιωμένες, λιbαdέ, ζιμπούνα / βαμβακούλα, φέρμενε στη Σινασό).
Μακριά ορθογώνια ποδιά, με χρηστικό χαρακτήρα, κάλυπτε το μπροστινό τμήμα της φορεσιάς. Η επίσημη τσόχα συνοδευόταν από τιζλίκα με ταιριαστό κεντητό διάκοσμο. Έδενε στη μέση με κορδόνια που κατέληγαν σε φούντες, τα ράμμαντα (τιζλίκα σε Κάρβαλη και Μιστί, ιγκιλίκ στην Ανακού, πεσκίρ στη Σινασό).
Απαραίτητο μετά τα δώδεκα χρόνια ήταν το ζωνάρι, που φοριόταν είτε πάνω από την τιζλίκα (Τσαρικλί, Αξό, Μιστί), είτε έσφιγγε κατευθείαν το φόρεμα ή την τσόχα (Νίγδη, Καρβάλη). Τα απλά καθημερινά ζωνάρια φτιάχνονταν από υφαντό του αργαλειού, ενώ τα επίσημα από εισαγόμενο ύφασμα (κεμέρ, λαχούρι).
Το χειμώνα φορούσαν επιπλέον ενδύματα, όπως το μπαμπουκλού, ένα γιλέκο με βαμβακερή επένδυση πάνω από το πουκάμισο, ή το κουτούκ, ένα μακρύ επενδύτη μεταξύ φορέματος και τσόχας στην Καρβάλη.
Το κεφάλι κάλυπταν με μαντίλι (γεμενί, γιασμά, τιβάχ, κιβράχ, με χάντρες περιμετρικά) ανοιχτόχρωμο οι νέες, σκουρόχρωμο οι ηλικιωμένες. Σε ολόκληρη την Καππαδοκία υπάρχουν περίτεχνοι και ογκώδεις γαμήλιοι κεφαλόδεσμοι, συχνά αρχαΐζοντες 4 (τερλίτσι στο Μιστί, τσάφκα στην Αξό, τάκα ή ταχιά στην Ανακού, τακέ στα Φλαβιανά (Ζιντζίντερε) σε σχήμα φεσιού, κάσσαπα στη Σινασό). Τα μαλλιά τα είχαν σε μεγάλη υπόληψη («πολύ έχισκάν τα σην υπόλεψη»).5 Η πιο συνηθισμένη γυναικεία καππαδοκική κόμμωση ήταν οι πλεξίις, τέσσερις για τα κορίτσια και τις νέες γυναίκες, δύο για τις ηλικιωμένες. Σε επίσημες περιστάσεις και σε περιοχές, όπως το Γκέλβερι, η Σινασός, η Ανακού, τα Φλαβιανά (Ζιντζίντερε), οι πλεξούδες έφταναν ως και τις σαράντα.6 Στις μεγαλύτερες πόλεις, όπως η Σινασός, η Τελμησσός, η Ανακού, υπήρχαν ειδικές τεχνίτρες, οι εριτζüδες,7 για το πλέξιμο των μαλλιών. Άλλοτε το ρόλο αυτό αναλάμβαναν φίλες μεταξύ τους, ενώ στο γάμο η νονά της κοπέλας ή η συντέξα, γυναίκα που οι γονείς της νύφης της είχαν βαφτίσει τα παιδιά. Αφού χώριζαν τα μαλλιά στη μέση, τα έκαναν πλεξιδάκια, τα λεγόμενα φιτίλια. Στις απολήξεις τους στερέωναν φλουριά (σατσ-αλτινί) και κατόπιν περνούσαν ανάμεσά τους τσόχινο κορδόνι με ραμμένα φλουριά και χάντρες, έτσι που τα φιτίλια να ενώνονται μεταξύ τους κάτω από το μέσο του μήκους τους.
Η ανδρική ενδυμασία εντάσσεται σε πιο σταθερό τύπο που απαντούσε στην ευρύτερη περιοχή της Καππαδοκίας. Ειδικότερα, πέρα από διαφοροποιήσεις κυρίως στα υφάσματα λόγω της τοπικής οικοτεχνίας και των επαγγελματικών ιδιαιτεροτήτων, η ανδρική ενδυμασία ως τα μέσα του 19ου αιώνα αποτελούνταν από:
Εσώρουχο (βρατσίε). Πουκάμισο (μέτ’, ιμάτ’). Παντελόνι (σαλβάρ, κιατιπιγές, πιο φαρδύ από παντελόνι και πιο στενό από σαλβάρι, που φοριόταν στη μεταβατική φάση της ανδρικής ενδυμασίας, τέλη 19ου αιώνα). Γιλέκο (ισλίτς). Ζωνάρι (κεμέρ και σιλαχλούλ). Σακκάκι (σάλτα). Επενδύτη: γούνα, κάπα, γιαμψί (<τουρκ. yamps?), ριχτό, αμάνικο, με επένδυση φλόκων εξωτερικά πάνω από ένα στρώμα κετσέ. Συνηθιζόταν σε ρωσικούς πληθυσμούς και κάποτε τον δανείζονταν και οι Μιστιώτες που ταξίδευαν σε αυτές τις περιοχές.
Στις γαμήλιες και γιορτινές φορεσιές χρησιμοποιούνταν κοσμήματα, κυρίως φλουριά. Το στήθος ανδρών και γυναικών κοσμούσαν σειρές από νομίσματα ραμμένα σε τσόχα (γκιζντανούχι σε Νίγδη και Μιστί) ή περασμένων σε αλυσίδα (γκιλντίν), ενώ το ζωνάρι των γυναικών έκλεινε με περίτεχνη πόρπη (μπασκουσαγούδια).
Οι ανάγκες για υπόδεση καλύπτονταν από την τοπική παραγωγή τσαρουχιών ή με κάλτσες (μπεέρτσια στο Τσαρικλί, σαπούχια σε Τσαρικλί και Μιστί, ποδόρτια στη Σινασό, τσουράπια) που έπλεκαν οι γυναίκες. Μόνο μέσα στο 19ο αιώνα γενικεύτηκε η χρήση των πατίν καλόσ’, πιθανότατα κατά μουσουλμανική επίδραση. Γιορτινά παπούτσια ήταν οι δερμάτινες κοντούρες ή τα καλίκια, που κατασκεύαζαν οι υποδηματοποιοί στα μεγάλα εμπορικά κέντρα.
2. Η κοινωνική λειτουργία του ενδύματος
Το ένδυμα εξέφραζε κοινωνικά χαρακτηριστικά του ανδρικού και του γυναικείου φύλου των χριστιανικών, ελληνόφωνων μα και τουρκόφωνων πληθυσμών της Καππαδοκίας και παράλληλα συνδεόταν με την κοινωνική συγκρότηση.
Μεταξύ χριστιανικών κοινοτήτων παρατηρούνταν συμπεριφορές άρρητης, μα σχεδόν απαράβατης ενδογαμίας, ακόμη και σε επίπεδο χωριών.8 Είχαν διαμορφωθεί τοπικά ενδυματολογικά στοιχεία, που χωρίς να διαταράσσουν τον προαναφερθέντα γενικό τύπο, λειτουργούσαν ως μορφικές παραλλαγές και συνιστούσαν «διάλεκτο» μεταξύ των κατοίκων της ίδιας κοινότητας. Η υπακοή σε παγιωμένους τοπικούς παραδειγματικούς ενδυματολογικούς τύπους9 ήταν απαραίτητη για την κοινωνική αποδοχή στην Καππαδοκία. Το ζωνάρι σε άνδρες και γυναίκες μετά τα δώδεκα χρόνια, τα λιγότερα πλεξούδια στις γυναίκες προχωρημένης ηλικίας, η αποφυγή του κόκκινου, μπλε σκούρου και μαύρου χρώματος10 στα καθημερινά ενδύματα ήταν κάποιες βασικές επιταγές του καππαδοκικού ενδυματολογικού κώδικα, κοινές στα περισσότερα κατά τόπους ιδιώματα. Κάθε χρωματική λεπτομέρεια ή κάθε ποσοτικός εμπλουτισμός είχε ένα έντονο σημαντικό φορτίο. Για παράδειγμα, οι νιόνυφες στο χορό του Αγίου Βασιλείου φορούσαν ανοιχτόχρωμα και πλουμισμένα μαντίλια, τα τιβάχ, ενώ οι από χρόνια παντρεμένες απλούστερα.11
Το χαρακτηριστικότερο ίσως στοιχείο της εμφάνισης της παντρεμένης Καππαδόκισσας, πέρα από αυστηρά εθιμικά πλαίσια, όπως αυτά του γάμου, ήταν η κάλυψη ολόκληρης της κεφαλής, έτσι που φαινόταν μόνο μια μικρή περιοχή γύρω από τα μάτια. Στο γάμο, η κάλυψη του προσώπου της νύφης από πέπλο12 πυκνά υφασμένο, που στερεωνόταν στον κεφαλόδεσμο και έφτανε κάποτε ως τα γόνατα,13 δικαιολογείται με βάση δεισιδαιμονικές πίστεις που ήθελαν τη νύφη πομπό αλλά και δέκτη βασκανίας.14 Στην Καππαδοκία, η γυναίκα μετά το γάμο, άρα συχνά πριν από τα δεκαοκτώ της χρόνια, υποχρεωνόταν να φέρει κεφαλοκάλυμμα χαμηλά στο μέτωπο και να το δένει πίσω στον αυχένα, σταυρώνοντάς το γύρω από το λαιμό και σκεπάζοντας μύτη και στόμα. Μια τέτοια ενδυματολογική επιλογή ήταν δηλωτική της κοινωνικής θέσης της γυναίκας στην Καππαδοκία. Το ανδροπατροτοπικό σύστημα εγκατάστασης ενίσχυε την υποτέλεια της γυναίκας15 στα άρρενα μέλη της οικογένειας, με τα οποία δεν επιτρεπόταν να συντρώει,16 να συνομιλεί, να συνυπάρχει ως αυτόνομη μονάδα.
Ενδιαφέρον στοιχείο που προκύπτει μέσα από μαρτυρίες είναι η «εξαγορά της νύφης». Η οικογένεια του γαμπρού έδινε ένα ποσό στην οικογένεια της νύφης δεδομένου ότι στερούσε την τελευταία από την εργατική δύναμη της νύφης. Η συμφωνία εθιμοτυπικά σφραγιζόταν με την προσφορά από την πλευρά του γαμπρού ενός λεπτού, μονόχρωμου ή κλαρωτού μαντιλιού, του γιασμά(χ) ή γεμενιού, που φορούσαν ως καθημερινό κεφαλόδεσμο σε όλη την Καππαδοκία. Συνεκδοχικά οι ονομασίες των μαντιλιών έφτασαν να σημαίνουν τη συνήθεια της εξαγοράς της νύφης .
Η δομή της ενδυμασίας προάσπιζε τη σεμνότητα, πρωτεύουσα γυναικεία αρετή στις παραδοσιακές κοινωνίες, που μεταφραζόταν σε επιβεβλημένη σιωπή και χαμηλό βλέμμα: η τσόχα, ραδινή και σχεδόν ακίνητη –λόγω κοψίματος, υφής των υφασμάτων, λιτής διακόσμησης και σκούρων χρωμάτων–, επέτρεπε ανεπαίσθητες κινήσεις τόσο στους κυκλικούς όσο και στους αντικριστούς χορούς.
Ο κοινωνικός ρόλος του ενδύματος ως «συλλογικού θεσμού»17 αναβαθμίζεται σε ιδιαίτερες περιστάσεις. Στο γάμο η γυναίκα φορούσε οπωσδήποτε την τσοχά, που καθιερώθηκε αρχικά στα κέντρα της Καππαδοκίας και κατόπιν γενικεύτηκε ως επίσημο ένδυμα και στις φτωχότερες περιφέρειες. Στο πένθος, άνδρες και γυναίκες έβγαζαν τα διακοσμημένα ενδύματα και για καιρό φορούσαν τα ίδια εξωτερικά ρούχα, πρακτική την τήρηση της οποίας ήλεγχε η ίδια η κοινότητα.18 Παρά την οικονομική δυσπραγία, τα γιορτινά ρούχα19 δεν έπρεπε να λείπουν από κανένα νοικοκυριό. Έτσι σχεδόν όλες οι γυναίκες διέθεταν παραπάνω από μια τσοχά. Για να τηρηθούν όλα «όπως ορίζονταν» ενεργοποιούνταν, ενδεχομένως ασυναίσθητα, συγκεκριμένες μορφές κοινωνικής αλληλεγγύης. Έτσι, αν κάποια Μιστιώτισσα δεν μπορούσε να αγοράσει έτοιμη τσοχά ή ύφασμα από τη Νεάπολη (Νέβσεχιρ), το Προκόπι (Ουργκιούπ) ή την Πόλη, δανειζόταν από συντοπίτισσά της, όσο και αν κάτι τέτοιο δεν την τιμούσε ιδιαιτέρως.20 Κάποτε η εκκλησία διέθετε τον κόκκινο τελετουργικό μανδύα του γάμου, επιτρέποντάς μας, τηρουμένων των αναλογιών, να χαρακτηρίσουμε το ένδυμα οιονεί κοινοτικό,21 αφού δεν υπάρχει μαρτυρημένη ενοικίαση. Κάποιες φορές22 το γαμήλιο πέπλο, το αl, δωριζόταν από τη νύφη στην εκκλησία του χωριού, που συχνά το ενοικίαζε σε άλλες νύφες που δεν είχαν.
Η σχέση των Καππαδόκων με τα ενδύματά τους ήταν τέτοια που ενισχύει την άποψη όσων θεωρούν ότι τα ενδύματα αντιπροσωπεύουν μέρη του σώματος που καλύπτουν.23 Έτσι έχει παρατηρηθεί ότι χριστιανοί24 κατά περιπτώσεις αφιέρωναν ή έταζαν25 ενδύματα σε εκκλησίες, οι οποίες με τη σειρά τους τα έβγαζαν σε δημοπρασία, για να καλύψουν εκκλησιαστικές ανάγκες.26
3. Ιστορικά συμφραζόμενα και ενδυμασία
Η εξέλιξη και εν τέλει η παγίωση της καππαδοκικής γυναικείας και ανδρικής ενδυμασίας συντελέστηκαν σε δεδομένα ιστορικά συμφραζόμενα. Και εδώ οι χριστιανικοί πληθυσμοί συμμορφώνονταν στις υπαγορεύσεις αναφορικά με την αμφίεση των μιλλέτ, των εθνοθρησκευτικών ομάδων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Με έντονο όμως το μουσουλμανικό στοιχείο, με ένα μεγάλο μέρος του χριστιανικού πληθυσμού να τείνει σταδιακά σε εκτεταμένη ή και αποκλειστική χρήση της τουρκικής γλώσσας, με τη θρησκεία ως μόνο συνεκτικό στοιχείο «εθνικής» ταυτότητας, οι ενδυματολογικές επιλογές των χριστιανών, και ιδίως των γυναικών, φορτίζονταν με αναγνωριστικά, διακοινοτικά σχήματα και ανάγονταν σε στοιχείο ενδοκοινοτικής συνοχής. Έτσι οι χριστιανές Καππαδόκισσες δεν υιοθέτησαν το σαλβάρι ως βασικό εξωτερικό ένδυμα, κάτι που συναντάμε στις μουσουλμάνες, ενώ οι γαμήλιοι κεφαλόδεσμοί τους αποτελούσαν απόηχους βυζαντινών και διαφοροποιούνταν από τους μουσουλμανικούς. Οι αλληλεπιδράσεις27 όμως ήταν αναπόφευκτες. Συνήθειες όπως οι πλεξίδες ή η συνολική κάλυψη κεφαλής και προσώπου απαντούσαν και σε χριστιανές και σε μουσουλμάνες Καππαδόκισσες, χωρίς να μπορούμε με ασφάλεια να πούμε σε ποια από τις δύο κοινότητες εμφανίστηκαν για πρώτη φορά .
Όταν στα τέλη 19ου αιώνα28 οι Καππαδόκες για εμπορικούς και επαγγελματικούς λόγους μετανάστευαν ή απλώς ταξίδευαν άρχισαν να μεταβάλλονται οι ευρύτερες κοινωνικές συνθήκες, λ.χ. αναβαθμίστηκε η θέση της γυναίκας, ενδυναμώθηκαν οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί που απασχολούνταν στα κτήματα των μεταναστών εμπόρων, αλλά και οι ενδυματολογικές συνήθειες. Τη συγκυρία ευνόησε και η εποχή των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ, που δεν επέβαλλε πλέον τόσους περιορισμούς. Σε κάθε επιστροφή οι ξενιτεμένοι έφερναν ως δώρα μαντίλια, ζωνάρια, λαχούρια και υφάσματα (π.χ. ριγωτά μεταξωτά από τη Δαμασκό) αγορασμένα στα αστικά κέντρα της ΝΑ Μικράς Ασίας ή της Πόλης. Οι γυναίκες κατασκεύαζαν πια ενδύματα με αυτά τα υλικά ή ενσωμάτωναν νέα ενδύματα στα παλαιά.
Η επικοινωνία των Καππαδόκων με τα αστικά κέντρα είχε άμεσες συνέπειες στην εξέλιξη και του ανδρικού ενδύματος, που επηρεάστηκε από τον κυρίαρχο πληθυσμό κάθε τόπου. Έτσι, όσοι σχετίζονταν με βορειοανατολικές επαρχίες υιοθέτησαν ρωσικά ενδυματολογικά στοιχεία,29 οι Αξενοί που ασχολούνταν με το εσωτερικό εμπόριο γίνονταν οι κατεξοχήν φορείς του τουρκικού πολιτισμού, στο ένδυμα και στη γλώσσα,30 ενώ όσοι έφταναν ως την Πόλη ήταν οι πρώτοι που φορούσαν «φράγκικα».
Από το 1870 και εξής συντελέστηκε σειρά ενδυματολογικών διαφοροποιήσεων και στο γυναικείο ένδυμα. Τα καταστήματα από όπου εύκολα προμηθεύονταν υλικά, όπως κλωστές, βελόνια, μα κάποτε και υφάσματα και έτοιμα ενδύματα, τα παζάρια της Νίγδης και της Νεάπολης,31 οι πραγματευτές και η επιστροφή των εμπόρων άμβλυναν τα αυστηρά ήθη. Ήδη από το 1850 η κάλυψη του προσώπου της νύφης στη Νεάπολη απέκτησε τελετουργικό χαρακτήρα, απαλλαγμένη από την κοινωνική σήμανση που έφερε το 18ο αιώνα.32 Το 1870 άρχισε μια σταδιακή απλούστευση του αρχικού τύπου: στην Αξό τότε παρουσιάστηκε μια τάση εκμοντερνισμού.33 Στην Ανακού φορέθηκε το πρώτο κοινό φουστάνι. Όμως μόνο μετά το 1920 κυκλοφόρησαν ευρύτερα τα δυτικά ενδύματα.34
1. Η διαφοροποίηση εντοπίζεται κυρίως στη διακόσμηση, στα υλικά κατασκευής, ακόμη και στην ονομασία, ανάλογα με το αν πρόκειται για ελληνόφωνο ή τουρκόφωνο πληθυσμό.
2. Η Καππαδοκία διαιρείται, σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, σε επτά περιφέρειες: Καισαρείας, Προκοπίου, Νεαπόλεως (Nevşehir), Ακσεράι-Γκέλβερι, Νίγδης, Φαράσων και αποικιών των Φαράσων. Βλ. Πετρόπουλος Δ. – Ανδρεάδης Ε., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι, (Αθήνα 1971), σελ. 14.
3. Αν θέλαμε να κατατάξουμε με βάση τα γνωστά ενδυματολογικά ταξινομικά συστήματα (Παπαντωνίου, Χατζημιχάλη) το γενικό ενδυματολογικό τύπο της καππαδοκικής φορεσιάς, θα λέγαμε ότι πρόκειται για φορεσιά με το καβάδι. Σύμφωνα με το ταξινομικό σύστημα που επιχειρήθηκε να δημιουργηθεί στη δεκαετία του 1980 από ομάδα εμπειρογνωμόνων στο Musée des Arts et des Traditions Populaires, μπορεί να θεωρηθεί σύνολο από ραμμένα ενδύματα που φοριούνται από το κεφάλι και τα περισσότερα στηρίζονται στους ώμους. Για περισσότερα στοιχεία σχετικά με το νέο ταξινομικό σύστημα βλ. Groupe de Travail sur le Vêtement, “La constitution d’un prôtocole d’enquête”, L’Ethnographie 92-94, Actes du colloque national CNRS “Vers une anthropologie du vêtement”, Musée de l’Homme (9-11 mars 1983) publiés sous la direction d’ Y. Delaportes (Paris 1984), σελ. 287-289.
4. Κορρέ- Ζωγράφου, Κ., Ο νεοελληνικός κεφαλόδεσμος (Αθήνα 1991), σελ. 10.
5. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 100. Τα μαλλιά θεωρούνταν βασικό στοιχείο γυναικείας ομορφιάς. Στο Γκέλβερι για να δυναμώσουν και να μακρύνουν τα μαλλιά τους οι κοπέλες επιδίωκαν να βραχούν από το πρώτο νερό του Μαΐου· Βλ. Πετρόπουλος, Δ. – Ανδρεάδης Ερ., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι (Αθήνα 1971), σελ. 164. Ενδεικτικά για το πόσο σημαντικά ήταν για τις ίδιες τις γυναίκες τα πλούσια και μακριά μαλλιά είναι όσα έγιναν κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών (1924), όταν επιβάλλονταν αναγκαστικά υγειονομικά μέτρα στους προσφυγικούς πληθυσμούς. «Όταν ήρθαμε πρόσφυγες, στην καραντίνα, μας κόβαν τα μαλλιά, κόβανε τα φιτίλια. Αχ! Να ’βλεπες τι έγινε τότε. Τι κλάμα ήταν εκείνο! Ένα κορίτσι πήγε να πέσει στη θάλασσα, για να μην του κόψουν τα φιτίλια. Μια νύφη τσίριζε: “Πώς να πάω τώρα στον άνδρα μου;”. Μια άλλη νύφη πέθανε από τη στενοχώρια της. Τότε απαγορεύτηκε και δεν μας κόψανε πια τα μαλλιά». Μαρτυρία Ιορδάνας Κουβάρογλου, από τη Δελμησσό, που δόθηκε στη Σόφη Αναστασιάδη το 1950, και περιλαμβάνεται στους φακέλους της Καππαδοκίας από το υλικό του Κ.Μ.Σ.
6. Η επιλογή του αριθμού 40 για τις πλεξίδες δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαία. Από τα βυζαντινά χρόνια το 40 συγκαταλέγεται στους συμβολικά φορτισμένους αριθμούς. Βλ. Σπυριδάκης, Γ.Κ., Ο αριθμός τεσσαράκοντα παρά τοις Βυζαντινοίς και νεωτέροις Έλλησι (Αθήναι 1939), σελ. 101-102. Τα παραπάνω ενισχύουν και μαρτυρίες σύμφωνα με τις οποίες κατά τη γιορτή των Σαράντα Μαρτύρων στο Γκέλβερι οι γυναίκες συνήθιζαν για καλοτυχία να περνούν 40 βελονιές στα κεντήματά τους ή 40 βελονιές στους αργαλειούς τους. Βλ. και Πετρόπουλος, Δ. – Ανδρεάδης Ε., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι (Αθήνα 1971), σελ. 151. Επιπλέον, η πεθερά στο ίδιο χωριό το Μεγάλο Σάββατο δώριζε στην αρραβωνιαστικιά του γιου της 40 φλουριά για τις πλεξούδες της, βλ. Πετρόπουλος Δ. – Ανδρεάδης Ε., ό.π., σελ. 156.
7. Μαρτυρία Ιορδάνας Κουβάρογλου, από τη Δελμησσό, που δόθηκε στη Σόφη Αναστασιάδη το 1950 και περιλαμβάνεται στους φακέλους της Καππαδοκίας από το υλικό του Κ.Μ.Σ. Μας δίνει πληροφορίες ακόμη και για το εργασιακό καθεστώς των εριτζüδων, που μισθώνονταν σε ετήσια βάση. Στις αρχές του 20ού αιώνα η ετήσια αμοιβή τους ήταν 6-7 γρόσια από κάθε γυναίκα.
8. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του ελληνόφωνου Μιστιού, όπου οι γυναίκες δίσταζαν να παντρευτούν σε άλλο χωριό, αφού μεταφέροντας εκεί το παράξενο ντύσιμό τους θα γίνονταν αντικείμενο «περιέργειας και εμπαιγμού». Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας (Αθήνα 1977), σελ. 202. Για περισσότερα σχετικά με τη σημασία ενδογαμικών πρακτικών στην παγίωση ενδυματολογικών τύπων βλ. Μελλίδου-Κεφαλά, Ν., «Η γυναικεία παραδοσιακή φορεσιά από το Μέγα Ζαλούφι», Εθνογραφικά 7 (Ναύπλιο 1989), σελ. 68.
9. «Αν έφερνες εκατό γυναίκες τη μία κοντά στην άλλη, όλες το ίδιο ρούχο φορούσαν, σαν τους στρατιώτες, δεν μπορούσαν να φορέσουν διαφορετικά γιατί τις κορόιδευαν». Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Α΄ (Αθήνα 1977), σελ. 144. Κάτι τέτοιο δεν έχει να κάνει με την έννοια της «μόδας» όπως εννοείται σήμερα, μα με τη λειτουργία του ενδύματος ως αναγνωριστικού κώδικα μεταξύ των μελών μιας κοινότητας και με το βαθμό αποδοχής και ένταξης στα όριά της. Βλ. Τσένογλου, Ε., «Τα γυναικεία καστελλοριζιακά ενδύματα», Εθνογραφικά 4-5 (Ναύπλιο 1985), σελ. 59-61.
10. Ιωσηφίδης, Κ., Η Καρβάλη της Καππαδοκίας – Η Φορεσιά (Νέα Καρβάλη 1988), σελ. 13.
11. Κορρέ-Ζωγράφου, Κ., Ο νεοελληνικός κεφαλόδεσμος (Αθήνα 1991), σελ. 132.
12. Στο Μιστί, χωριό της περιφέρειας Νίγδης, η καλύπτρα αυτή λέγεται αl, και λίγο πριν από την ανταλλαγή δε φοριόταν παρά μία εβδομάδα. Σε παλαιότερες εποχές έχουν καταγραφεί ακόμη πιο συντηρητικές συμπεριφορές. Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Α΄ (Αθήνα 1977), σελ. 230. Στην Αξό, οι νεόνυμφες υποχρεώνονταν να φορούν την καλύπτρα για απροσδιόριστο εθιμικά χρονικό διάστημα, που μπορούσε να φτάσει και το έτος, ανάλογα με τη βούληση και την απόφαση του επικεφαλής της οικογενειακής μονάδας. Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξό Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 217, 221.
13. Έτσι σημειώνεται για την περίπτωση της Αξού, όπου ο νυφικός πέπλος, το doυβάχji, λέγεται άλης και είναι ένα κόκκινο διάφανο τούλι με φάρδος 50 εκ. και μήκος περίπου ένα μέτρο. Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξό Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 249.
14. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη δύναμη της βασκανίας βλ. Μιχαλοπούλου-Βέικου, Χ., Το μάτιασμα, η κοινωνική δυναμική του βλέμματος σε μια κοινότητα της Μακεδονίας, διδ. διατρ. (Αθήνα 1996).
15. Χαρακτηριστικά λεγόταν στην Ανακού, μολονότι εκεί λόγω των ιδιαίτερων κοινωνικών συνθηκών (έντονο μεταναστευτικό ρεύμα των ανδρών στη Πόλη, επαφές με άλλα, λιγότερο ή περισσότερο αστικά κέντρα κτλ.) η θέση της γυναίκας δεν ήταν και τόσο υποβαθμισμένη, ότι «νύφ’ και σκλάβος ψυσή δεν έχουν». Βλ. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 183.
16. Για να φάει, όταν της επιτρεπόταν να καθήσει στο ίδιο τραπέζι με τους άνδρες, έπρεπε για κάθε μπουκιά να αποστρέφει το κεφάλι, να σηκώνει την καλύπτρα ή να κατεβάζει το γιασμάχ, να φέρνει το κουτάλι στο στόμα και προτού καν καταπιεί να ξανανεβάσει το κεφαλόδεμα. Για κάθε μπουκιά επαναλαμβανόταν η αυτή διαδικασία. Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 222.
17. Παπαντωνίου Ι., «Συμβολή στη μελέτη της γυναικείας παραδοσιακής φορεσιάς», Εθνογραφικά 1 (Ναύπλιο 1989), σελ. 5.
18. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 193.
19. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 73.
20. Αν ο πατέρας της δεν της έκανε δώρο τσοχά για το γάμο, η νύφη ξεσπούσε το παράπονό της στη φράση: «Για μένα οι ραφτάδες σπάσαν τα βολόνια;». Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Α΄ (Αθήνα 1977), σελ. 219.
21. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 214.
22. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 182.
23. Πρόκειται για την αντίληψη του pars pro toto, ήτοι του ότι το μέρος λειτουργεί για λογαριασμό του όλου. Βλ. Λεκατσάς, Π., Η καταγωγή των θεσμών, των εθίμων και των δοξασιών (Αθήνα 1951), σελ. 56.
24. Εδώ αξίζει να σημειωθεί και μια συνήθεια που απαντούσε τόσο σε χριστιανικούς όσο και σε μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Καππαδοκίας και αποδείκνυε δοξασιολογικό συγκρητισμό. Στο δρόμο προς Göstük μουσουλμάνοι και χριστιανοί έκοβαν και κρεμούσαν πάνω σε αγριοαπιδιά κουρελάκια από ρούχα τους, ευχόμενοι για υγεία και ευετηρία. Βλ. Πετρόπουλος Δ. – Ανδρεάδης Ε., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι (Αθήνα 1971), σελ. 85. Πανομοιότυπη πρακτική τηρείται ως σήμερα από μουσουλμάνους στη Σινασό, στον περίβολο της ερειπωμένης πια  εκκλησίας του Αγίου Νικολάου.
25. Μπαλτά, Ε. (επιμ.), Προκόπι (Αθήνα 2004), σελ. 102, μαρτυρία Ελισάβετ Ισαακίδου (1949).
26. Μαυροχαλυβίδης Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 147.
27. Εκτός από τις ενδυματολογικές συνήθειες, αλληλεπιδράσεις διαπιστώνονταν και σε τρόπους καθαριότητας ή υγιεινής του σώματος. Στην Ανακού, για παράδειγμα, μαρτυρήθηκε την παραμονή του γάμου τελετουργική αποτρίχωση των απόκρυφων σημείων του σώματος ανδρών και γυναικών με ένα βοτάνι, πρακτική που δεν παρατηρήθηκε σε άλλους χριστιανικούς πληθυσμούς, ιδιαιτέρως δόκιμη όμως στους μουσουλμάνους. Βλ. Κωστάκη, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 168. Για περισσότερα στοιχεία αναφορικά με τις αλληλεπιδράσεις σε επίπεδο δοξασιών και εθιμικής συμπεριφοράς βλ. Πετρόπουλου Δ. – Ανδρεάδης Ε., Η θρησκευτική ζωή στην περιφέρεια Ακσεράι-Γκέλβερι (Αθήνα 1971), σελ. 56.
28. Οι Καππαδόκες από τη βόρεια Καππαδοκία μετανάστευσαν κυρίως στην Κωνσταντινούπολη, ενώ αυτοί από την κεντρική και νότια Καππαδοκία προς τα ΝΑ (κυρίως στα Άδανα). Βλ. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 391.
29. Οι Μιστιώτες που δούλευαν στους κετσέδες περνούσαν σημαντικό μέρος του χρόνου σε άλλες περιοχές και κάποτε ταξίδευαν ως τις επαρχίες που συνόρευαν με τη ρωσική επικράτεια. Συχνά οι κλιματικές συνθήκες κάθε τόπου τους ανάγκαζαν να υιοθετήσουν ενδύματα όπως το γιαμψί, αντί της γνωστής τους κάπας, ή το πασλίκ, πανωφόρι με κουκούλα. Βλ. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Β΄ (Αθήνα 1977), σελ. 449.
30. Η ενδυμασία των Αξενών εμπόρων του εσωτερικού της Ασίας επηρεάστηκε από τους τουρκικούς πληθυσμούς: Η κάπα αντικαταστάθηκε από τσόχινη σάλτα και κατόπιν από σάκκο, ενώ η ποδήρης κάπα από το αραβικό μασλάχ. Το σαλβάρι από μαύρο υφαντό, τόσο τυπικό στους Αξενούς, υποχώρησε μπροστά στον κιατιπιγέ, μια περισκελίδα στενότερη από σαλβάρι, που έμοιαζε με παντελόνι, το δε χωρικό φέσι πλέον εγκαταλείφθηκε και υιοθετήθηκε το τουρκικό με φούντα μία πήχη και αργότερα το dαλφές (φέσι με μικρή φούντα). Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 85-87. Όσον αφορά τα υποδήματα οι Καππαδόκες χριστιανοί έμποροι μιμούμενοι τους Τούρκους άρχοντες των πόλεων φόρεσαν όχι πια τσαρούχια ή κοντούρες μα ποτίν καλόσ’. Βλ. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 26.
31. Κωστάκης, Θ., Το Μιστί της Καππαδοκίας, τόμος Β΄ (Αθήνα 1977), σελ. 440.
32. Κουκίδης, Γ., Η Νεάπολις της Καππαδοκίας (Αθήναι 1975), σελ. 80.
33. Μαυροχαλυβίδης, Γ., Η Αξός της Καππαδοκίας (Αθήνα 1990), σελ. 243.
34. Το κοινό φουστάνι που επικράτησε αποτελείται από πουκάμισο (ιμάτ), γιλέκο (κιρλίκ), φουστάνι με σφιχτή μέση, εφαρμοστό πανωκόρμι, μακριά μανίκια και στενό σακάκι (αμαζόνα). Βλ. Κωστάκης, Θ., Ανακού (Αθήνα 1963), σελ. 99.

[Πηγή:  http://kapadokiko.blogspot.gr 
ellinwnparadosi.blogspot.gr]
http://ellas2.wordpress.com/

Δευτέρα 23 Ιουλίου 2012

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ : Η ΚΥΠΡΟΣ ΚΑΙ Η ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ


Υιέ, μή σε καταλάβη βουλή κακή, ή απολείπουσα διδασκαλίαν νεότητος, και διαθήκην θείαν επιλελησμένη- Υιέ, φύλασσε νόμους πατρός σου και μη απώση θεσμούς μητρός σου- Εισίν οδοί δοκούσαι είναι ορθαί, ανδρί, τα μέντοι τελευταία αυτών βλέπει εις πυθμένα, άδου.
Η Κύπρος, που έχει τόση γερή παράδοση κι αγνόν Ελληνισμό, αρχίζει και κείνη να αρρωσταίνει. Να αρρωσταίνει από την πνευματική αρρώστεια, που λέγεται κοσμοπολιτισμός και νεωτερισμός, δηλαδή λεβαντινισμός.
Ο λεβαντινισμός είναι ο πιο σιχαμερός κι ο πιο ύπουλος οχτρός του Ελληνισμού. Γιατί δεν έρχεται σαν φανερός οχτρός, παρά χαϊδεύει σαν φίλος και παραπλανά τον πολύν κόσμο πως θα γίνει μοντέρνος, Ευρωπαίος, και τον βγάζει από την αληθινή ζωή του και τον κάνει κούφιον και πεθαμένον
, όπως το φίδι που παραπλάνησε τους πρωτόπλαστους με τις ψευτιές του, κι αντί να γίνουνε θεοί, όπως τους είπε, καταντήσανε πονηροί και καταραμένοι. Κι όπως ο Αδάμ, ύσπερ' από την παρακοή, διώχτηκε από τον Παράδεισο και κάθησε απ' όξω θρηνώντας, έτσι κι ο λαός μας θά' ρθει μέρα, σαν χάσει την απλότητά του και την αγνότητά του κι ό,τι πατρογονικό έχει, που θα νοιώσει τί έχασε και θα θρηνεί σαν τον Αδάμ, μα θα' ναι αργά. Τώρα είναι ζαλισμένος και δεν καταλαβαίνει τί χάνει.
Υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζουνται για τη σωματική υγεία τους, για το ψωμί τους, για το κορμί τους, μα για την ψυχή του κανένας δεν νοιάζεται. Και κείνοι οι γραμματιζούμενοι που έχουνε χρέος να φροντίζουνε νύκτα - μέρα για την πνευματική υγεία του, αυτοί ίσια - ίσια συνεργούνε στην πνευματική του αρρώστεια, δίνονατάς του τροφή βλαβερή, ξένη για το στομάχι του. Σε τούτο έχουνε μεγάλο κρίμα, επειδής αντίς οδηγοί, γίνονται πλανευτές του λαού τους, για να χορτάσουνε την κενοδοξία τους και για να φανούνε έξυπνοι και προοδευτικοί. Γίνουνται προδότες της φυλής τους και βοηθάνε τους οχτρούς της, που τους συγχαίρουνε πονηρά για το λάκκο που ανοίγουνε να πέσει μέσα ο Ελληνισμός και να χαθεί. Γιατί πρέπει να καταλάβουμε πως ο Ελληνισμός δεν χάνεται μονάχα σαν χάσει την πολιτική ελευθερία του, αλλά σαν χάσει την πνευματική ελευθερία του. Στα χρόνια της σκλαβιάς, όσοι αλλαξοπιστούσανε, το έθνος τους λογάριαζε για χαμένους. Μα τώρα τί είναι άλλο από αλλαξόπιστοι όσοι αρνιούνται τη μάννα τους και το σπίτι τους και καταφρονάνε τα δικά τους και θέλουνε να τα θάψουνε, και να πάρουν αισθήματα και φερσίματα ξένα ολότελα στον χαραχτήρα τους;
Αν θέλουμε η Κύπρος νά' ναι αληθινά ελληνική, έχουμε χρέος να τη φυλάξουμε από τη φυλλοξηρία του λεβαντινισμού, όπως φυλάχτηκε μοναχή της τόσους αιώνες. Ή, καλύτερα, όχι να την φυλάξουμε, αλλά εμείς να μην την παραμορφώσουμε με τον νεωτεριστικόν υστερισμό που μας έχει πιάσει.
Το ραδιόφωνό μας τί τροφή δίνει στους Έλληνες και τους Κυπριώτες, με τα σαχλά τραγούδια που λένε μέρα - νύχτα ένα σωρό κανταδόροι λεβαντίνοι κι' ένα σωρό εκφυλισμένες γάτες, ακόμα και με τις αχώνευτες όπερες, τον Σοπέν, τον Μότσαρτ, τον Τσαϊκόφσκι και δεν ξέρω ποιους άλλους; Τί ακούνε τ' αυτιά των παιδιών στα χωριά, για νά 'χουνε ψυχή ελληνική σαν μεγαλώσουνε; Πώς να μην εκφυλιστεί η ψυχή τους; Μήπως τα δύο -τρία δημοτικά τραγουδάκια που μεταδίνει ο Σταθμός κάθε βδομάδα, κατά συγκατάβαση, λες και βρίσκεται κανένας στην Βενεζουέλα, και τα βάζουνε σαν παράξενα τραγούδια μιας μακρινής χώρας, όπως ακούμε απ' αλλού κάποια τραγούδια της Γιάβας ή της Ταϊτής; Μόλις ανοίξει ο Έλληνας τα μάτια του το πρωί, ή τους «καμπαλέρους» θα ακούσει ή «τη σάμπα και την καράμπα». Χαθήκανε τα ελληνικά τραγούδια, πού 'ναι αριστουργήματα σαν ποίηση και σαν σκοπός, τραγουδισμένα όχι από τα «ωδεία», αλλά από τραγουδιστάδες του λαού; Τόσο μας στράβωσε η μοντέρνα τσίμπλα; Τί αισθήματα θά 'χει μεθαύριο αυτό το παιδί, που ολοένα ακούγει τέτοια πράγματα; Κ' ύστερα μιλάμε για Ελληνισμό και για φυλή και για αρχαίες κληρονομιές. Ή αποβλακωθήκαμε ή ξεγελάμε τον εαυτό μας.
Λοιπόν στην Κύπρο φτάξανε κιόλας οι ιεραπόστολοι του νεοελληνικού μοντερνισμού, για να «μετεκπαιδεύσουν» τους Κυπριώτες και να τους τελειοποιήσουνε. Κατά δυστυχία, την παντιέρα αυτής της μοντερνοποιήσεως, δηλαδή του θαψίματος του κάθε τι που είναι ελληνικό, την βαστά η Εκκλησία. Οι παπάδες έχουνε πάθει έναν υστερισμό μοντερνοποιήσεως που ξεπερνά και τη μανία των κοσμικών, επειδή πήρανε στραβά το ζήτημα της ζωντανής Εκκλησίας, και νομίζουνε πως «ζώσα Εκκλησία» θα πει «λεβαντίνικη Εκκλησία». Αρχίσανε λοιπόν από τη βυζαντινή μουσική, που θέλουνε να την εξοστρακίσουνε, γιατί ως φαίνεται, δεν είναι ελληνική, αλλά είναι ελληνική η μουσική της Τραβιάτας και του «ντο-ρε-μι-φα». Επειδή, κατά κάποια βαθύτατη θεωρία, ελληνικό θα πει κατάργηση της παράδοσης. Και την καταργούνε, οι αμαθέστατοι, λέγοντας πως την «εξελίσσουν». Εξέλιξις γι' αυτούς δεν είναι ο πλουτισμός της ελληνικής παράδοσης με ελληνικά στοιχεία μέσα στον αιώνιο χαραχτήρα της, αλλά μια ρούσικη σαλάτα από λογιών - λογιών ευρωπαϊκά αποφάγια, που τα νομίζουνε οι ξιππασμένοι χωριάτες της «προόδου» πιο νόστιμα από τα μοσκομυρισμένα ελληνικά φαγητά μας.
Μαθαίνω λοιπόν πως πιάσανε και ψέλνουνε στις εκκλησίες της Κύπρου με τις άνοστες και πρόστυχες πολυφωνίες που τραγουδάνε στις επιθεωρήσεις. Απ' αυτό άρχισε η «μετεκπαίδευσις» της Κύπρου, πριν την πάρουμε. Φαίνεται πως δεν είμαστε καλά! Σκοτώνουμε την ψυχή της Ελλάδας, τρίβουνε τα χέρια τουςοι οχτροί μας γιατί αποστραγγίζουμε τη βασανισμένη φυλή μας από το μαρτυρικό αίμα της, κ' εμείς καμαρώνουμε «ως σκαπανείς της προόδου και του πολιτισμού». Πολιτισμό θάβουμε και για πολιτισμό ανύπαρχτο καυκιόμαστε!
Από που, τέλος πάντων, τον φέρνουμε αυτόν τον πολιτισμό; Από την Ιρλανδία ή το Τέχας ή από το Μεξικό; Πού είναι αυτό το νταμάρι που τον βγάζει αυτόν τον ανάλατον πολιτισμό; Πολιτιστήκαμε εμείς εδώ στην Αθήνα, και κάνουμε και εξαγωγή! Ήμαρτον σοι, Κύριε! Αντίς ο κλήρος να είναι συμπαραστάτης θερμός σε όσους αφιερώσανε τη ζωή τους στο πώς θα σωθεί και θα δυναμώσει η ελληνική παράδοση, παρουσιάζεται θιασώτης κάθε νεωτερισμού στη λατρεία, υποστηριχτής των ανθρώπων που δεν αγαπάνε την Εκκλησία και τις παραδόσεις της και που κάνουνε τον «ελεύθερον στοχαστήν». Δε χρειάζουνται πια για την προκοπή της Εκκλησίας οι Παπαδιαμάντηδες κι οι Μωραϊτίδηδες, αλλά της χρειάζουνται οι κανταδόροι, οι θεατρίνοι, οι κάθε λογής ρεκλαμαδόροι, που δεν έχουνε ιδέα από Ελλάδα, από ευσέβεια, από σεμνότητα, από βαθύ κι αληθινό αίσθημα, κοράκια που τσιμπάνε την ελληνική Κιβωτό!
Προχτές ήρθε στο σπίτι μου ένας αληθινός Έλληνας Κυπριώτης, που δεν ξιππάστηκε από τους μοντερνισμούς, ο Θεόδουλος Καλλίνικος, πρωτοψάλτης της Αρχιεπισκοπής Κύπρου. Μού 'φερε ένα βιβλίο πολύτιμο, την «Κυπριακή λαϊκή μούσα». Μέσα σ' αυτή έχει μαζέψει κι' έχει αποθησαυρίσει με πόθο και με ευλάβεια αθάνατα λαϊκά τραγούδια της Κύπρου, σαν κι αυτά που έκανε ο Βασίλης Μιχαηλίδης. Δε μού 'πε καθαρά το τί γίνεται στην Κύπρο, για να μην παρεξηγηθεί. Αλλά, απ' ό,τι τον ρώτισα, κατάλαβα πως κ' εκεί δουλέβουνε οι νεκροθάφτες, οι «νεωτεριστές». Η λεβαντίνικη μουσική του Σακελλαρίδη ανοίγει τον δρόμο, για να μπούνε μέσα στις εκκλησίες όλα τα κοινά δαιμόνια: κομμένα μαλλιά, ύφος κοσμικό των παπάδων, χαριεντολογία με Γενοβέφες ξανθομαλλούσες κι' ιταλιάνικους Χριστούς με μελοδραματικό ύφος, πετσόκομμα του τυπικού, περιφρόνηση για κάθε σεβάσμια πνευματική κληρονομιά, δηλαδή όλα όσα σιγά - σιγά φέρνουνε την αθεΐα. Ο Καλλίνικος αγωνίζεται να σωθεί η παράδοση, κι είμαι βέβαιος πως, αντίς υποστήριξη, θα ποτίζεται όξος και χολήν. Γιατί οι τέτοιοι άνθρωποί σήμερα στην Ελλάδα βρίσκουνε τον μπελά τους, σαν να κάνουνε κανένα έγκλημα. Το ξέρω από τον εαυτό μου.
Ένας άλλος Κυπριώτης φοιτητής, μού 'πε πως το μοναστήρι της εγκλείστρας, του Αγίου Νεοφύτου, το κάνανε τουριστικό κέντρο, με ηλεχτρικά κι άλλα θεατρικά σύνεργα, από κείνα που αγαπάνε τόσο οι νερόβραστοι κι άψυχοι μεταρρυθμιστές, που πέφτουνε παντού σαν ακρίδα και δεν αφήνουνε τίποτ΄από την ελληνική πρασινάδα. Αντί τους παλιούς απλούς και σεβάσμιους παπάδες, που τους είχανε τα χωριά σαν πατεράδες, μπαίνουνε οι καινούργιοι σπουδασμένοι, γεμάτοι αμάθεια, εγωϊσμό και λεβαντινισμό, οι λεγόμενοι « μορφωμένοι», κι ας μην ξέρουνε ούτε δυο ειρμούς από τις καταβασίες κι ας μην είναι σε θέση να πούνε τρεις αράδες από τον Προοιμιακό χωρίς να κοιτάζουνε στο Ρολόγι. Ερασιτεχνισμός, προχειρολογία, αλλά «πτυχίον της Θεολογικής Σχολής ή της Ριζαρείου». Φτάνει που έχουνε πατέντα! Ξέχασα να πω πως στο μοναστήρι της Εγκλείστρας πήρανε κ' έναν κακορρίζικον αγιογράφο (αμαθέστατον, αφού κι αυτός κάνει τον μοντέρνο), που καταγίνεται να χαλάσει τις παλιές τοιχογραφίες του ΙΔ' αιώνος, πασαλείφοντας τους τοίχους με λαδομπογιές. Τελειοποίησις και μετεκπαίδευσις! Να μην αβασκαθούμε!
Σ' αυτό το αξιοδάκρυτο χάλι βρισκόμαστε. Από δω, από την Αθήνα, αυτή η νεωτεριστική πανούκλα ρίχνει τα πλοκάμια της ως την Κύπρο. Όπως έπεσε στα νύχια της όλη η Παλιά Ελλάδα, έχει σγιαν έχουν ούλοι τους κι' η Κύπρος τα κακά της!
Όσοι απομείναμε πιστοί στην παράδοση, όσοι δεν αρνηθήκαμε το γάλα που βυζάξαμε, αγωνιζόμαστε, άλλος εδώ, άλλος εκεί, καταπάνω στην ψευτιά. Καταπάνω σ' αυτούς που θέλουνε την Ελλάδα ένα κουφάρι χωρίς ψυχή, ένα λουλούδι χωρίς μυρουδιά. Κουράγιο! Ο καιρός θα δείξει ποιος έχει δίκιο, αν και δε χρειάζεται ολότελα αυτή η απόδειξη.
Πηγή:  NOCTOC
http://ellinwnparadosi.blogspot.gr/search/label/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B4%CE%BF%CF%83%CE%B7

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

ΜΟΥΣΕΙΟ ΒΡΕΛΛΗ : ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΚΕΡΙΝΑ ΟΜΟΙΩΜΑΤΑ ΖΩΝΤΑΝΕΥΕΙ ΤΟ 1940





Ευχαριστώ αυτούς που κράτησαν τη Θρησκεία μου, τη Γλώσσα μου και την Εθνικότητά μου, για να είμαι Χριστιανός και να λέγομαι Έλληνας.
Η αγάπη και η λατρεία που είχα - από μικρό παιδί - στους ήρωες της Προεπανάστασης και της Επανάστασης του 1821, έγινε αγάπη και θαυμασμός και για τους μετέπειτα ήρωες.

Αυτοί σφάχτηκαν, κρεμάστηκαν, γδάρθηκαν, ταπεινώθηκαν ... , για να κερδίσουμε εμείς σήμερα τον τόπο τούτο ελεύθερο - χωρίς σκλαβιά.


Αυτός ο μικρός λαός της γης, έδειξε την ανδρεία του σε όλες τις εποχές. Αντικατέστησε το δόρυ με το καριοφίλι ή το σύγχρονο όπλο και βροντοφώναξε προς όλους τους λαούς της γης: " Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει".

Σαν φόρο τιμής, αγάπης και πίστης στους ανώνυμους και επώνυμους ήρωές μας, έφτιαξα τούτο το Μουσείο Ελληνικής Ιστορίας με κέρινα ομοιώματα, στο χωριό Μπιζάνι Ιωαννίνων.
Θέλω να κάνω Ιστορική αγωγή, μνήμη ιερή όλων των ηρωικών μορφών και γεγονότων. Οι συνθέσεις είναι όλες δικές μου. Δούλεψα όχι μόνο με βάση την πλούσια βιβλιογραφία που συγκέντρωσα (για ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία) αλλά και τις πληροφορίες - στοιχεία - που πήρα από τα μέρη που περπάτησα, γνώρισα, φωτογράφησα και σχεδίασα (επί χρόνια). Ευχαριστώ όλους τους Έλληνες και ξένους συγγραφείς που στάθηκαν - με τις πηγές τους - πολύτιμοι οδηγοί μου στο δρόμο της δημιουργίας τούτου του έργου, αλλά και στο γράψιμό του βιβλίου που έχετε στα χέρια σας σήμερα.

Ένα μεγάλο επίσης ευχαριστώ οφείλω στους καθηγητές και δασκάλους μου στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, για τις γνώσεις που μου έδωσαν στα θεωρητικά και πρακτικά μαθήματα - και που τόσο πολύ με βοήθησαν αυτές οι γνώσεις για την δημιουργία τούτου του έργου.

Γιάννενα, χειμώνας 1995

Παύλος Π. Βρέλλης - γλύπτης









http://www.vrellis.org/gr/prolog.html