Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

ΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΤΩΝ ΝΑΖΙ ΣΤΗΝ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΤΗΣ «ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ»!

Του Δημητρίου Περδίκη 
Ερευνητή - μελετητή βορειοηπειρωτικών θεμάτων.
 
Έξω από το χωριό Τζάρα, στα νότια των Αγίων Σαράντα έχει ανεγερθεί ένα μνημειακό συγκρότημα που περιλαμβάνει τζαμί, επίγραμμα, μνημείο κ.ά. Είναι αφιερωμένο στην αποκαλούμενη «γενοκτονία των Τσάμηδων από τους Έλληνες το 1944». Κάθε χρόνο στα τέλη Ιουνίου πραγματοποιούνται εδώ τελετές και πορεία με πλήθος κόσμου, σημαίες και πανό που κατευθύνεται προς τον μεθοριακό σταθμό Μαυρομάτι, στην ελληνική μεθόριο.

Τα σχολικά βιβλία της Αλβανίας διδάσκουν στους μαθητές, σε όλους τους μαθητές, Αλβανούς και Βορειοηπειρώτες πως οι Έλληνες διέπραξαν γενοκτονία σκοτώνοντας τους Αλβανούς Τσάμηδες της Τσαμουριάς. Εκπομπές στην τηλεόραση, δημοσιεύματα και ανακοινώσεις των πολιτικών κομμάτων συντηρούν και διογκώνουν έναν χείμαρρο μίσους, ψεύδους και χειραγώγησης.
Αυτά όλα προς μεγάλη τέρψη της Τουρκίας, η οποία κατηγορούμενη η ίδια για σειρά γενοκτονιών και εθνοκαθάρσεων πολύ θα ήθελε να δει και την πατρίδα μας στην θέση της, για προφανείς λόγους.
Δεν είναι όμως μόνο η υποτιθέμενη γενοκτονία. Τα πάντα στην Αλβανία δείχνουν να βρίσκονται στον κόσμο της μυθοπλασίας. Βυζαντινοί αυτοκράτορες, αγωνιστές του 1821, αρχαίες πόλεις, μνημεία, περιοχές, καλλιτέχνες, ιστορικά γεγονότα, τα πάντα αναφέρονται ως αλβανικά και το αλβανικό έθνος ως το αρχαιότερο και το ενδοξότερο επί της Γης. Πρόσφατο παράδειγμα, η αναφορά του Αλβανού πρωθυπουργού Έντι Ράμα στην Τσάμικη (ήτοι Αλβανική) καταγωγή του… Δία και του μαντείου της Δωδώνης!
Προφανώς ο κ. Ράμα έμαθε για την επίκληση του Αχιλλέα στην Ιλιάδα του Ομήρου «Ζευ άνα Δωδωναίε Πελασγικέ» και πλέον εφόσον σύμφωνα με την αλβανική μυθοπλασία οι Πελασγοί ήταν αρχαίοι Αλβανοί, όλα πλέον μπορούν να κολλήσουν και να γίνουν αλβανικά. Η Αθήνα, ο Όλυμπος, τα πάντα…
Πολλά και αποτρόπαια εγκλήματα
Η πραγματικότητα όμως είναι αρκετά διαφορετική. Οι περί τον Θύαμη (ποταμό Καλαμά) κατοικούντες, οι Θυάμιδες, οι Τσάμηδες προκύπτουν ως παραφθορά, ήταν κατά τον 13ο αιώνα Βυζαντινοί μεγαλογαιοκτήμονες. Κάποια ονόματα που βρίσκονται από την εποχή εκείνη, του Δεσποτάτου της Ηπείρου, συνδέονται με την δυναστεία των Αγγέλων, όμως και αυτούς οι Αλβανοί δικούς τους, τους θεωρούν. Στις αρχές του 17ου αιώνα, μετά την επανάσταση του Διονυσίου επισκόπου Τρίκκης, εξισλαμίστηκαν και ως εξισλαμισμένοι έγιναν φανατικότεροι των Τούρκων. Έτσι φτάσαμε στην απελευθέρωση από τον οθωμανικό ζυγό της περιοχής, το 1913, οπότε η πληθυσμιακή αυτή ομάδα έγινε εύκολα πιόνι αυστριακών, ιταλικών και τουρκικών συμφερόντων στα γεωπολιτικά παιχνίδια λίγο πριν από το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Με την έναρξη του ελληνοϊταλικού πολέμου σχημάτισαν στρατιωτικά σώματα και ακολούθησαν τους Ιταλούς και στην συνέχεια τους Γερμανούς κατακτητές, συνεργαζόμενοι και μαχόμενοι στο πλευρό τους. Σχημάτισαν ιδιαίτερη μορφή πολιτικής εξουσίας, την KSILIA. Κατά την περίοδο της κατοχής στην Θεσπρωτία διέπραξαν πολλά και αποτρόπαια εγκλήματα. Καταγεγραμμένα είναι τα εξής: Δολοφονηθέντες από Τσάμηδες 632. Αφανισθέντες και απαχθέντες ως όμηροι 428. Βιασμοί 209. Απαγωγές 31. Πυρποληθείσες οικίες 2.332. Λεηλατηθέντα ολοσχερώς χωριά 53. Διαρπαγέντα ζώα: Αιγοπρόβατα 37.556, βοοειδή 9.285, ιπποειδή 4.185, πουλερικά 30.000, κυψέλες 742.
Με την απελευθέρωση εγκατέλειψαν την Ελλάδα και πέρασαν στην Αλβανία. Καταλάβαιναν ότι μετά τα τόσα εγκλήματά τους η οργή του λαού και η δικαιοσύνη θα τους κυνηγούσαν παντού. Περνώντας στην αλβανική επικράτεια στρατοπέδευσαν έξω από το χωριό Τζάρα όπου σύντομα αρκετοί έχασαν την ζωή τους από λοιμώδεις ασθένειες. Αυτή είναι η πραγματική ιστορία την οποία μετέτρεψαν σε «γενοκτονία από τους Έλληνες».
Μετά τον πόλεμο συγκροτήθηκε δικαστήριο εγκλημάτων πολέμου, όπου καταδικάστηκαν ερήμην και οι περιουσίες τους δημεύτηκαν. Το καθεστώς Χότζα στην Αλβανία επίσης τους αντιμετώπισε ως εγκληματίες πολέμου και εκτέλεσε τους επικεφαλής τους. Σε ολόκληρη την Ευρώπη μετά τον πόλεμο οι πληθυσμιακές ομάδες σε κατεχόμενες χώρες που συνεργάστηκαν με τις δυνάμεις κατοχής καταδικάστηκαν από ειδικά δικαστήρια και οι περιουσίες τους δημεύτηκαν. Στην Τσεχοσλοβακία οι Σουδήτες συνεργάτες των Γερμανών, στο Βέλγιο οι Φλαμανδοί ναζιστές, στην Ουκρανία οι ομάδες του Στέπαν Μπαντέρα και άλλοι.
Συμπαραστάτης η Τουρκία
Οι Τσάμηδες προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατά της Ελλάδας για αυτό που θέλουν να αποκαλούν γενοκτονία. Η προσφυγή τους δεν πρέπει να έχει καμία τύχη. Όμως επειδή στην γεωπολιτική σκηνή παίζονται τεράστια συμφέροντα και ο κόσμος που ζούμε δεν είναι αγγελικά πλασμένος, χρειάζεται σοβαρότητα και προσοχή. Η Αλβανία χρησιμοποιεί το καλούμενο «Τσάμικο ζήτημα» ως εργαλείο για την υλοποίηση του οράματός της περί «Μεγάλης Αλβανίας». Στο πλαίσιο αυτό επιχειρεί να αρπάξει εδάφη από τις γειτονικές της χώρες, μεταξύ των οποίων και η πατρίδα μας. Σε αυτά τα σχέδια έχει την συμπαράσταση της Τουρκίας και άλλων μουσουλμανικών χωρών, καθώς και ισλαμικών οργανώσεων. Χώρα κατά βάση μουσουλμανική, η Αλβανία έχει ήδη καταστεί δορυφόρος της Τουρκίας, η οποία την έχει εντάξει στα σχέδιά της περί «νεοθωμανισμού» αλλά και «ισλαμικού βαλκανικού τόξου». Χρειάζεται λοιπόν να μελετηθεί σχολαστικά η ελληνική πολιτική απέναντι σε αυτή την χώρα, σε συνάρτηση πάντα με όλες τις δυνάμεις και τους παράγοντες που επιδρούν στην περιοχή μας.
Ωστόσο θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι όταν κάποιος διεκδικεί είναι πολύ πιθανό κάποια στιγμή να πάρει κάτι. Όταν υπάρχουν διεκδικήσεις απέναντι στην χώρα μας εντελώς άδικες και ανιστόρητες θα πρέπει να υψώνονται και οι δικές μας απαιτήσεις και διεκδικήσεις οι οποίες έχουν πολύ πιο στέρεες βάσεις από τις αλβανικές. Η Τουρκία προσπαθεί να εφεύρει «γκρίζες ζώνες», η Αλβανία ονειρεύεται ελληνικά εδάφη, μια άλλη χώρα δίπλα ονειρεύεται να φτάσει στο Αιγαίο και η Ελλάδα παραμένει προσκολλημένη στο δόγμα του «δεν διεκδικούμε τίποτα».
Ο ελληνισμός στο απόσπασμα
Κάποιοι ίσως δεν το γνωρίζουν, κάποιοι το έχουν ίσως ξεχάσει όμως υπάρχει ένα ζήτημα «παγωμένο» από το 1946 για την τύχη της Βόρειας Ηπείρου στην Διάσκεψη των Παρισίων.
Στις πατρογονικές της εστίες υπάρχει η ελληνική εθνική μειονότητα, ο βορειοηπειρωτικός ελληνισμός δηλαδή, που ακόμα περιμένει να δει να εφαρμόζονται όσα απορρέουν από τις διεθνείς και ευρωπαϊκές συμβάσεις περί ανθρωπίνων και μειονοτικών δικαιωμάτων. Ο ελληνισμός αυτός βλέπει όλο και εντονότερα τα τελευταία χρόνια να του αρπάζουν με διάφορες μεθοδεύσεις την περιουσία, να γκρεμίζουν τις εκκλησίες του, να σφετερίζονται την πολιτιστική του κληρονομιά, την εκπαίδευση, το δικαίωμα του στον αυτοπροσδιορισμό. Η ελληνική εθνική μειονότητα, αναγνωρισμένη και από την Αλβανία και από την διεθνή κοινότητα, είναι και δίκαιο αλλά και χρήσιμο να αναβαθμιστεί στους σχεδιασμούς της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Στο παρελθόν οι ελληνικές κυβερνήσεις συνήθιζαν να λένε ότι οι ελληνοαλβανικές σχέσεις περνούν μέσα από τον σεβασμό των δικαιωμάτων της μειονότητας. Δυστυχώς αυτά έμειναν σκέτα λόγια, αφού οι αλβανικές κυβερνήσεις, συναγωνιζόμενες η μία την άλλη, βλέπουν τον ελληνισμό στην Αλβανία ως κάτι το στοχοποιημένο, προς αλβανοποίηση, προς απόκρυψη, προς εξαφάνιση, χωρίς να θέλουν να του αποδώσουν όσα απορρέουν από τις διεθνείς συνθήκες. Η αναβάθμιση της ελληνικής εθνικής μειονότητας στην Αλβανία ως θεσμικά ισότιμο στοιχείο της Αλβανικής Δημοκρατίας θα δημιουργούσε μια διαφορετική προσέγγιση και προοπτική.

Όσα αναφέρονται στο παρόν άρθρο καθώς και αρκετά ακόμα που δεν αναφέρονται, πιστεύω ότι πρέπει να αποτελέσουν στοιχεία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Μιας πολιτικής πιο διεκδικητικής, πιο «εύστροφης» και πιο αποτελεσματικής από αυτήν που ακολούθησε η πατρίδα μας εδώ και αρκετά χρόνια.


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
ΑΚΤΙΝΕΣ

Τρίτη 17 Μαΐου 2016

Η ΧΕΙΜΑΡΡΑ ΠΗΓΗ TOΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Απόσπασμα απο το βιβλίο του Rene Puaux ''Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος'' (Οδοιπορικό 1913 - Απελευθέρωση - Αυτονομία) Πρόλογος - Σχόλια - Χρονικό: Αχ. Γ. Λαζάρου Μετάφραση: Α. Αχ. Λαζάρου εκδόσεις Τροχαλία

Αυτή η εντύπωση της εναγώνιας παρακλήσεως που τόσο με συγκίνησε στα άλλα χωριά, στη Χειμάρρα εξαλείφθηκε τελείως. Οι Χειμαρριώτες δεν υπέφεραν από τον τουρκαλβανικό ζυγό γιατί είχαν εξασφαλίσει προνόμια. Εδώ και αιώνες είχαν σχηματίσει ένα είδος κράτους εν κράτει. Μία ελληνική 126 περιοχή με αυτονομία, την οποία η τουρκι­κή κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποδεχθεί. Η επαρχία της Χείμαρρας περιλαμβάνει επτά χωριά: Χειμάρρα, Κήπαρο, Βουνό, Δρυμάδες, Παλάσσα, Πυλιόρι και Κουβέτσι με 12.000 κατοίκους, οι οποίοι πληρώνουν στην Υψηλή Πύλη συνολικά 16.000 φράγκα το χρόνο. Αυτός ο φόρος γινόταν δεκτός με ευγνωμοσύνη, επειδή η Υψηλή Πύλη πίστευε πως απαιτώντας παραπάνω δεν θα έπαιρνε τίποτε απολύτως. Μ' αυτές τις συνθήκες οι Χειμαρριώτες, πραγματικοί Έλληνες127 από αιώνες, δεν έδειχναν καμιά ανησυχία για το μέλλον. Εάν η ευρωπαϊκή διπλωματία ήθελε να τους προ­σαρτήσει στο βασίλειο του Εσσάτ πασά ή του Κεμάλ πασά ή οποιουδήποτε άλλου φανταστικού Αλβανού μονάρχη, εκεί­νοι θα συνέχιζαν πολύ απλά την ανεξάρτητη πολιτική του παρελθόντος. Εκεί όπου η οθωμανική αυτοκρατορία απέτυ­χε να επιβάλει τους νόμους της, ο βασιλιάς του Σκουτάρι είχε πολύ λίγες πιθανότητες να επιβάλει τους δικούς του.
 
 
Ο ΛΟΧΑΓΟΣ ΣΠΥΡΟΣ ΣΠΥΡΟΜΙΛΙΟΣ

Δεν θα μπορούσα να διηγηθώ εδώ την ιστορία της Χειμάρρας από τον 15ο αιώνα, όταν οι Χειμαρριώτες αποτέλε­σαν, με τη γαλανόλευκη σημαία, τα χρώματα των Ελλήνων, ένα επίλεκτο σώμα στα στρατεύματα του Γεωργίου Καστριώτη128, ο οποίος μαχόταν ενάντια στους σουλτάνους. Η Χει­μάρρα ήταν τότε μία επαρχία διπλής σπουδαιότητας. Ο Αλή πασάς κατόρθωσε με τη μέθοδο του αφανισμού και της τρο­μοκρατίας να εξισλαμίσει129 μερικά χωριά από την άλλη πλευρά του βουνού. Παρ' όλα αυτά, η επαρχία εξακολουθού­σε να αποτελεί έως το 1833 ξεχωριστή ελληνική επισκο­πη130. Μέχρι σήμερα οι Χειμαρριώτες με την παλικαριά τους (και είναι πάρα πολύ καλοί σκοπευτές, όπως οι Ελβε­τοί) έχουν απολαύσει το προνόμιο να οπλοφορούν, να μην πληρώνουν έγγειο φόρο και καπνικό φόρο και απαλλάχθηκαν από τους τελωνειακούς δασμούς.
 Αυτοκυβερνώνται με το αρχέγονο σύστημα της δημογεροντίας (λαϊκή γερουσία). Οι οκτώ αρχαιότεροι στα χωριά απονέμουν τη δικαιοσύνη και διοικούν την κοινότητα. Για τις υποθέσεις που αφορούν ολόκληρη την επαρχία οι δημογέροντες συγκεντρώνονται στο κυριότερο χωριό της Χειμάρρας και αυτός ο πατριαρχικός θεσμός αρκεί για να εξασφαλίσει την τάξη και την ηρεμία.
 Τα τελευταία χρόνια, η τουρκική κυβέρνηση, η οποία ποτέ δεν είχε κανέναν αντιπρόσωπο στην επαρχία, έκρινε ότι για λόγους γοήτρου έπρεπε να στείλει κάποιον. Και πράγματι επέσπευσε την αποστολή έπαρχου, χότζα, δικα­στή, εισαγγελέα, δύο γραμματέων για τους δύο προηγούμε­νους κυβερνητικούς υπαλλήλους, μερικών χωροφυλάκων και δύο τηλεγραφητών. Τα άτομα αυτά έμεναν στην είσοδο του χωριού σε δύο κτίρια που κτίστηκαν αποκλειστικά γι' αυτά και ήλθαν σε επαφή με τον πληθυσμό, που αποδέχθηκε την παρουσία τους με σχετική ευκολία, δεδομένου ότι δεν ήταν καθόλου ενοχλητικά. Φοβισμένοι από την αδιάφορη στάση των Χειμαρριωτών οι Τούρκοι υπάλληλοι δεν το κουνούσαν από το κατάλυμά τους, αρκούμενοι να πληροφορούν τους προϊσταμένους τους στην Κωνσταντινούπολη για τα φιλελ­ληνικά αισθήματα των διοικούμενων τους. Κάποτε έφτανε κάποια διαταγή φυλακίσεως κάποιου Χειμαρριώτη αλλά μπροστά στην αδυναμία πραγματοποιήσεως της, ο δυστυχής έπαρχος αναφερόταν στα Ιωάννινα και η υπόθεση τελείωνε εκεί.
 Οι Χειμαρριώτες έδειχναν πλήρη αδιαφορία για την παρουσία των τουρκικών αρχών. Στο εξωτερικό γράφονταν στα ελληνικά προξενεία. Πολλοί από αυτούς ήταν Έλληνες αξιωματικοί και παρά την ιδιότητα αυτή επέστρεφαν στην Χειμάρρα, για να επισκεφθούν τα σπίτια τους. Πάντως η κατάσταση ήταν λεπτή γι' αυτούς γιατί και η συνεχής ανυ­ποταξία κρύβει κινδύνους. Όταν μάλιστα αποφασίστηκε η στρατολογία των χριστιανών στον τουρκικό στρατό, 700 νέοι Χειμαρριώτες προτίμησαν την ξενιτιά (πολλοί απ' αυτούς ήρθαν στη Γαλλία, και ιδίως στο Σαιν-Ετιέν με τα μεταλλουργεία), παρά να κρύβονται από τις τουρκικές αρχές. Όλοι όμως αυτοί, τη στιγμή της κηρύξεως του πολέ­μου επέστρεψαν για να καταταχθούν στον Ελληνικό131 στρατό.


Η άνοδος των Νεότουρκων στην εξουσία δεν άλλαξε καθόλου την κατάσταση αλλά μετέβαλε την τακτική.
Ο νέος έπαρχος επεδίωξε να μεταστρέψει τα φιλελλη­νικά αισθήματα των Χειμαρριωτών προσπαθώντας να τους εξηγήσει τα πλεονεκτήματα της ένωσης τους με τον Ισμαήλ Κεμάλ132 και τους Αλβανούς ενάντια στην Υψηλή Πύλη. Η απόπειρα απέτυχε. Οι Χειμαρριώτες δεν άκουγαν παρά μονάχα τη φωνή ενός από τους συμπατριώτες τους, από­στρατου Έλληνα αξιωματικού, του Σπύρου Σπυρομήλιου133, του Βενιζέλου των Κρητών της Ηπείρου. Σύμφωνα μ' αυτήν δεν έπρεπε να υπάρχει παρά μόνο ένα πολιτικό δόγμα στη Χειμάρρα: η ένωση με την Ελλάδα. Κανένας άλλος συν­δυασμός δεν μπορούσε να υπάρξει. Μήπως οι δωρεές των Χειμαρριωτών που είχαν πλουτίσει στη Ρωσία και την Αίγυπτο, αυτές οι κληροδοσίες των εκατοντάδων χιλιάδων φράγκων για την Εκκλησία και τα ελληνικά σχολεία της Χειμάρρας, μήπως είχαν γίνει για να υποστηρίξουν τις μηχανορραφίες του Τουρκαλβανού έπαρχου;
 Τις πρώτες μέρες του περασμένου Οκτωβρίου, ο έπαρχος γνωστοποίησε με τον κ. Ανδρέα Δήμα —αρμόδιο για τις επαφές μεταξύ των κατοίκων και των τουρκικών αρχών — ότι η Τουρκία καλούσε στα όπλα όλους τους πολίτες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η απάντηση σε αυτή την ανακοίνωση ήταν η γενική αδιαφορία. Ταυτόχρονα οι Χειμαρριώτες πείστηκαν ότι ο πόλεμος δεν θα αργούσε να ξεσπάσει. Διότι σ' αυτή την πλευρά της Ηπείρου οι ειδήσεις φτάνουν σπάνια και δύσκολα και ο Τούρκος τηλεγραφητής δεν ανεκοίνωνε τα τηλεγραφήματα που έπαιρνε από τα Ιωάννινα.

 
Μια μεγάλη κινητοποίηση παρατηρήθηκε στη Χειμάρρα. Γέμισαν τις φυσιγγιοθήκες και περίμεναν. Την 18η του μηνός, ώρα 6 το απόγευμα, ο τηλεγραφητής άφηνε να διαρρεύσει η είδηση της κηρύξεως του πολέμου, την οποία είχε μόλις λάβει. Την 19η η είδηση επιβεβαιώθηκε επίσημα. Είδαν τότε να κατεβαίνουν απ' το βουνό οι λίγοι δημόσιοι υπάλληλοι και οι Τούρκοι χωροφύλακες, που είχαν διασκορπιστεί, και να συγκεντρώνονται σε αυτό που οι εδώ Έλληνες ονομάζουν Καστέλλο, τα δύο κτίρια της πλατείας στα ριζά του χωριού. Συγκεντρώθηκαν εκεί καμιά σαρανταριά άνθρωποι. Για ένα μήνα, ενώ ο πόλεμος μαινόταν στη Θράκη, τη Μακεδονία και τη νότια Ήπειρο, στη Χειμάρρα ζούσαν εν αναμονή. Τρεις Τούρκοι κατέβαιναν κάθε πρωί στην αγορά για να προμηθευτούν λαχανικά και κρέας και επέστρεφαν στο Καστέλλο, όπου οι άλλοι περνούσαν ζωή φυλακισμένων.
 Κατά το διάστημα αυτό, οι Χειμαρριώτες ζούσαν με τα μάτια στραμμένα στη θάλασσα προς τη μεριά της Κέρκυρας. Ο κ. Ιωάννης Σπυρομήλιος, που επέστρεψε την 6η Νοεμβρίου στη Χειμάρρα, ανακοίνωσε ότι ο αδελφός του ετοίμαζε κάτι, αλλά ο ίδιος δεν γνώριζε ούτε τη σπουδαιότητα ούτε την ημερομηνία.
Την 18η Νοεμβρίου, ώρα 8 το πρωί, ο κ. Ιωάννης Σπυρομήλιος, ο οποίος κοιμόταν ακόμα (στο δωμάτιο μάλιστα όπου γράφω το κείμενο τούτο) άκουσε φωνές. Η γυναίκα του πήδησε από το κρεβάτι και ανοίγοντας το παράθυρο έμαθε από τη γειτόνισσα πως είχαν φθάσει πλοία και πως είχε ακούσει και μια κανονιά.
Ο κ. Σπυρομήλιος έτρεξε στο μπαλκόνι του σαλονιού απ' όπου χαίρεται τη γενική θαυμάσια θέα του όρμου. Πράγματι είδε τρεις κανονιοφόρους στο νότιο φυσικό ορμίσκο, που οι Έλληνες ονομάζουν Ποταμό. Όλο το χωριό βρισκόταν στο πόδι, ζητωκραυγές ανταλλάσσονταν μεταξύ των χωρικών που κατηφόριζαν προς την παραλία από τα σκαλοπάτια και τις βυζαντινές καμάρες. Όλη αυτή την ώρα, αγωνία κυριαρχούσε στο τουρκικό κατάλυμα.
 Ο Ανδρέας Δήμας μαζί με δύο γέροντες τους επισκέφθηκε. Ο ένας μάλιστα από τους Τούρκους, που τυχαία βρέθηκε στο γειτονικό ύψωμα του Αγίου Θεοδώρου, είχε έλθει για να δώσει το σήμα συναγερμού. Οι σαράντα υπάλληλοι του σουλτάνου βγήκαν από το Καστέλλο και συσκέπτονταν ποια κατεύθυνση να ακολουθήσουν, για να διαφύγουν. Ο κ. Δήμας τους διαβεβαίωσε, και ιδιαίτερα το γραμματέα του εισαγγελέα, ο οποίος έκλαιγε, πως οι Έλληνες δεν θα τους έκαναν κακό134. Μισή ώρα αργότερα ακούγονταν αλλεπάλληλοι πυροβολισμοί. Είναι το έθιμο αυτής της χώρας να εκδηλώνεται η χαρά με πυροβολισμούς. ( Έχω και εγώ πείρα αυτής της συνήθειας. Χθες σε μια προσπάθεια να ξεκουραστώ, καμιά εικοσαριά πατριώτες, όταν πληροφορήθηκαν την παρουσία μου, κατέβηκαν από το βουνό όπου είχαν ανεβεί εσπευσμένα ακούγοντας το θόρυβο από κάποια αλβανική συμπλοκή, ήρθαν και άδειασαν τα τουφέκια τους κάτω από τα παράθυρα μου.) Η άφιξη των 200 Κρητικών και Ηπειρωτών εθελοντών του Σπυρομήλιου είχε κορυφώσει τον ενθουσιασμό.
 Οι Τούρκοι επέστρεψαν βιαστικά σε ένα από τα κτίρια του Καστέλλου (το οποίο χρησιμοποιείται τώρα ως στρα­τώνας των ελληνικών αποσπασμάτων). Μόνο οι δύο τηλε­γραφητές προσπάθησαν να προβάλουν κάποια αντίσταση και πυροβόλησαν κατά των ερχομένων. Οι τουρκικές αρχές και οι χωροφύλακες δεν παραδίδονταν παρά μόνο σε απόσπασμα τακτικού ελληνικού στρατού, το οποίο εκπροσώπησαν ένας αξιωματικός του ναυτικού και λίγοι ναύτες, τους οποίους εσπευσμένα αναζήτησαν για την εκπλήρωση αυτής της δια­δικασίας. Οι κατ' ευφημισμόν αρχές του σουλτάνου ύστερα από μερικά χρόνια άκαρπης προσπάθειας έπαψαν να υπάρ­χουν στην Χειμάρρα. Οι χωροφύλακες, οι τρεις δικαστές, ο εισαγγελέας, ο μουφτής και ο γραμματέας του, ο ταμίας και ο γραμματέας του, ο ένας από τους τηλεγραφητές (ο άλλος είχε σκοτωθεί), ο τελωνειακός και ο γιατρός στάλθηκαν στην Κέρκυρα. Όσο για τον έπαρχο εδώ και δύο εβδομάδες είχε φύγει...
 Η αποστολή όμως δεν είχε ακόμα τελειώσει. Στα αλβανικά χωριά βλέποντας τις πρώτες αποτυχίες του ελλη­νικού στρατού στην επίθεση κατά των Ιωαννίνων πήραν θάρρος. Πίστευαν ότι δεν θα έφταναν ποτέ οι  Έλληνες ως αυτούς. Την 1η Δεκεμβρίου στο Πυλιόρι, την 3η Δεκεμ­βρίου στα Λόγαρα, την 9η Φεβρουαρίου πάλι στο Πυλιόρι, όπου χρειάστηκε να συγκρουστούν.
 Στην πρώτη συμπλοκή οι Έλληνες είχαν 7 νεκρούς και 5 τραυματίες, στη δεύτερη πέντε νεκρούς και δύο τραυματίες και στην τρίτη δύο νεκρούς και δώδεκα τραυματίες. Οι τουρκικές απώλειες είναι άγνωστες. Η εξιστόρηση των μαχών, ειδικά στη μεσογειακή λεκάνη, έχει εύκολη την αριθμητική υπερβολή. «Ήμασταν 350 ενάντια σε 3.500!» μου έλεγαν καθώς απο­λαμβάναμε τον καφέ μας κατά τον τουρκικό τρόπο.
 Αφού δεν είμαι ο Ξενοφών135 αυτής της εποποιίας, από τις διάφορες ιστορίες που μου διηγήθηκαν θέλω να συγκρατήσω δύο ανέκδοτα. Κατά την τελευταία σύγκρουση, εκείνη της 9ης Φεβρουαρίου, ο τακτικός τουρκικός στρατός έστειλε από το Δέλβινο 500 άνδρες και δύο κανόνια. Το μουλάρι που μετέφερε το πρώτο έπεσε σε έναν γκρεμό. Το δεύτερο το έκλεψαν οι Αλβανοί σ' ένα χωριό, όπου είχε σταθμεύσει το τουρκικό απόσπασμα. Το αρπακτικό ένστικτο των Αλβανών αποδείχθηκε ισχυρότερο από το στρατιωτικό καθήκον!136
 Όταν δόθηκε η ίδια αυτή μάχη, στη Χειμάρρα δεν είχαν μείνει παρά μόνο τρία πρόσωπα. Όλοι οι άλλοι, γυναίκες και παιδιά, βρίσκονταν μαζί με το στρατό στο βουνό. Και ήταν οι γυναίκες που μετέφεραν τα πολεμοφόδια.
 Σήμερα στην επαρχία αυτή υπάρχουν 2.000 άνδρες του τακτικού στρατού, που υποστηρίζονται από όλους τους εθε­λοντές. Όλοι οι άνδρες —-ανεξαρτήτως ηλικίας— οπλοφορούν. Σε μία συνομιλία που είχα με ένα ηλικιωμένο παλικάρι, που φορούσε φουστανέλα —εθνικό ένδυμα137—, μου δήλωσε: «Είμαι εξήντα πέντε χρονών μα θέλω να ζήσω μέχρι την τελική ένωση μας με την Ελλάδα και κρατώ ακόμα καλά το τουφέκι μου». Και μου έτεινε ένα μάνλιχερ138, προειδοποιώντας με: «Είναι γεμάτο!».
 Όλες αυτές τις αναμνήσεις, όλα αυτά τα ανέκδοτα μου τα διηγούνται στο σαλόνι του Ιωάννη Σπυρομήλιου. Καναπέ­δες και καρέκλες είναι κατά μήκος των τοίχων, στους οποίους κρέμονται παλαιές εικόνες του βασιλιά και της βασίλισσας της Ελλάδας, καθώς και του Σαντί Καρνό139 δίπλα σε αναρίθμητες οικογενειακές φωτογραφίες. Πάνω σε μια κλειστή πόρτα είναι ζωγραφισμένη στον ασβέστη με γαλάζιο χρώμα η ελληνική γενεαλογία των Σπυρομήλιων και απέναντι, σαν σε διάζωμα, μια αρχαϊκή τοιχογραφία της Κέρκυρας, της εποχής των Βενετών, κοσμεί τον τοίχο.
 Στο σαλόνι είναι συγκεντρωμένοι προύχοντες, στρατιωτικοί, άνθρωποι των οποίων το βλέμμα σπιθίζει ευφυΐα και πονηριά. Μου απευθύνουν το λόγο στα γαλλικά. Αυτή την ώρα κρατώ στο χέρι μου ένα μικρό τριαντάφυλλο, το οποίο ένας νεαρός βοσκός, ο Μήλιος Μπολάνος140, πήγε να κόψει για μένα στο λόφο του Αγίου Μιχαήλ και μου το πρόσφερε, με ένα χαμόγελο ευχαρίστησης, όταν έβγαινα από το Καστέλλο.


Σημειώσεις:
126. Την περιοχή ο Πυώ αποκαλεί αβίαστα ελληνική, αλλά οι Αλβανοί σήμερα αρνούνται την ελληνικότητα της.
127. Επανέρχεται ο Πυώ στους κατοίκους της Χείμαρρος και με φυσικότητα εκπληκτική διακηρύσσει ότι είναι Έλληνες, μάλιστα πραγ­ματικοί. Βλ. και Φ. Μιχαλόπουλου, «Χειμάρρα, κοιτίδα του ανατολικού αρματολισμού», Nεα Εστία 29 (1941) 176-179.
128. Βλ. Καρτάλη, Ιά., 8. Ελληνική Επιτροπή Σπουδών ΝΑ Ευρώπης - Κέντρο Σπουδών ΝΑ Ευρώπης, Συμβολή στη Βαλκανική Βιβλιογραφία, Επιμ. - Πρόλογος Τ.Π. Γιοχάλα, Αθήνα 1987, 317. Άχ. Γ. Λαζάρου, Βόρειος Ήπειρος, 26-27.
129. Φαίνεται περίεργο. Διότι κατά (Βάθος ο Αλή πάσας δεν δια­κρινόταν για την πίστη του, μολονότι προσποιόταν τον μπεκτασή.
130. Κατά την Ελευθερία Νικολαΐδου, Οι κρυπτοχριστιανοί της Σπαθίας, 27, «μεγάλη έκταση πήραν οι εξισλαμισμοί ύστερα από το θάνατο του Αλή πάσα».
131. Οι Βορειοηπειρώτες είτε ελληνόφωνοι είτε αλβανόφωνοι και γενικά οι απανταχού Αρβανίτες σε όλους τους πολέμους έσπευσαν να βοηθήσουν την πατρίδα τους. Βλ. Κ. Χρ. Χρήστου, Αγωνιστές του ‘21 περιοχής τέως δήμου Πλαταιέων (Συμβολή στη νεότερη ιστορία των χωριών),. Αθήνα 1984, 80 κ.ε.
132· Άλλοτε ο ίδιος πίστευε ότι είναι προτιμότερη «μια Ελλάς φίλη και σύμμαχος από μία Ιταλία που εποφθαλμιά την Αλβανία, έτοι­μη να στραγγαλίσει την ελευθερία των Αλβανών». Πβ. Σπ. Στούπη, Ηπειρώτες και Αλβανοί. Η προσφορά της Ηπείρου προς το έθνος. Εκδόσεις ΙΒΕ, Ιωάννινα 1976, 104.
133. Ο Σπ. Σπυρομήλιος (1864-1930) είναι ο αρχηγός της Χειμάρρας κατά την εξέγερση των Χειμαρριωτών κατά των Τούρκων το 1913.
134. Φανερώνει την ανωτερότητα των Ελλήνων στη μεταχείριση των αδυνάτων.
135. Ο πρώτος στην ιστορία πολεμικός ανταποκριτής!
136. Η έννοια του καθήκοντος επικεντρωνόταν στο πλιάτσικο, στη λεία, στα κλοπιμαία.
137. Αυτός είναι ο ορθός ορισμός.
138. Και μάννλιχερ. Είναι οπισθογεμές επαναληπτικό όπλο αυτό­ματης οπλίσεως, που οφείλει το όνομά του στον εφευρέτη του Αυστριακό μηχανικό και οπλομηχανικό Φερδινάνδο φον Μάννλιχερ (1848-1904).
139. Της ονομαστής γαλλικής οικογένειας της Βουργουνδίας. Γεννήθηκε το 1837 και δολοφονήθηκε από τον Ιταλό αναρχικό Καζέριο. Διετέλεσε το 1887 πρόεδρος της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας.
140. Υπάρχει τοπωνύμιο, όρμος της ΒΑ Κερκύρας, Μπολάνα.

ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
ΑΙΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ

Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2015

ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1914 : Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΒΕΡΑΤΙΟΥ - Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ


Πηγές:
- «Ο Βορειοηπειρωτικός  Αγώνας» Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού,
- «Ο Αυτονομιακός Αγώνας της Β. Ηπείρου 1914 από τη σκοπιά των Αγωνστών» Απόστολου Παπαθεοδώρου

Στις τελευταίες επιχειρήσεις τον Αύγουστο του 1914 οι εθελοντές των τμημάτων  του  Αυτονομιακού Στρατού της Φράσερης και της Κολώνιας διαπίστωναν ότι υπήρχαν πολλοί Ηπειρώτες Χριστιανοί στην περιοχή της Μάργιανης και στην κοιλάδα του Τομορίτσα ποταμού. Από Χριστιανούς μάλιστα που διέφυγαν στην ελεύθερη περιοχή, πληροφορήθηκαν ότι το ίδιο συνέβαινε και ακόμα βορειότερα, μέχρι τον Γεννούσο ποταμό.

Οι επιτυχίες του Αυτονομιακού Στρατού είχαν διεγείρει τον ενθουσιασμό στους Ηπειρώτες του Βερατίου και της Μουζακιάς (πέρα από τη διαχωριστική γραμμή) και είχαν αρχίσει οι μυστικές συνεννοήσεις με τις αρχές της Πρεμετής.


Επίσης πολλοί Ηπειρώτες που είχαν καταταγεί  στα Σώματα της Κολώνιας δήλωναν  απερίφραστα ότι σε περίπτωση  επαναλήψεως προκλήσεων από μέρους των Αλβανών θα αποφάσιζαν να προελάσουν ακόμα και μόνοι τους.
Έτσι στις 10 Σεπτεμβρίου  κινήθηκαν χωρίς διαταγή από  την Προσωρινή Κυβέρνηση προς το Βεράτι με σκοπό την απελευθέρωση του. Το Σώμα του Υπολοχαγού Περικλή Δρέλλια μετά από σύντομη μάχη με τους Αλβανούς κατέλαβε το ύψωμα Κιάφα Μπέτσιτ και την επομένη το Σώμα του Ανθυπολοχαγού Βιτωράτου έτρεψε σε φυγή τις αντίπαλες δυνάμεις ύστερα από σύγκρουση κοντά στο χωριό Γκογκοβίτσα.

Στις 11 Σεπτεμβρίου  παράλληλα, η δύναμη του Δρέλλια  δέχθηκε κοντά στο χωριό Ντούσιαρι  πυρά από ομάδες ενόπλων Μουσουλμάνων.
Ένα τμήμα των  Αυτονομιακών Δυνάμεων υπό τον επιλοχία Γαλάνη έμεινε πίσω για να αντιμετωπίσει  την επίθεση ενώ το υπόλοιπο σώμα συνέχισε την πορεία του προς τη διάβαση Κιάφα Γκούρι Πρερ όπου θα συναντούσε το Σώμα του Ανθυπασπιστή Πανταζόπουλου. Εκεί όμως τις απογευματινές ώρες  η φάλαγγα του Υπολοχαγού Δρέλλια αντιμετώπισε σοβαρή αντίσταση από καλά οργανωμένο σώμα Αλβανών μουσουλμάνων οι οποίοι μετά από αποφασιστική επίθεση των Αυτονομιακών διασκορπίστηκαν αφήνοντας στο πεδίο της μάχης όπλα, πυρομαχικά και πενήντα νεκρούς. Οι Αυτονομιακοί είχαν μόνο έναν τραυματία.

Στις 12 Σεπτεμβρίου  το τμήμα του Επιλοχία Γαλάνη αντιμετώπισε αλβανικά σώματα που είχαν οχυρωθεί στα υψώματα Μπέγκου Μαδ. Οι Αυτονομιακοί μετά από σκληρή μάχη χρησιμοποίησαν δύο βόμβες των οποίων ο κρότος από την έκρηξη τους δημιούργησε στους Αλβανούς την εντύπωση βλημάτων πυροβολικού, ενώ παράλληλα άρχισαν να πυροβολούν οι άντρες των Αυτονομιακών Δυνάμεων την ώρα που οι σάλπιγγες σήμαιναν έφοδο. Ολόκληρη η δύναμη όρμησε προς τις αλβανικές θέσεις με τη λόγχη. Οι Αλβανοί εγκατέλειψαν τα υψώματα και πανικόβλητοι πέταξαν τα όπλα και τράπηκαν σε φυγή προς τις ανατολικές πλαγιές του βουνού Τόμορος.

Στις νότιες διαβάσεις του όρους την ίδια μέρα, το Σώματα Βιτωράτου και Στράτου ήρθαν σε σύγκρουση με  αντίπαλες δυνάμεις τις οποίες και διέλυσαν μετά από σύντομη αλλά σκληρή μάχη, για να φτάσουν στην κοιλάδα του Άψου ποταμού στο χωριό Μπαρκουλάς, κοντά στην πόλη του Βερατίου. Εκεί πληροφορήθηκαν ότι κανένα άλλο τμήμα του Αυτονομιακού Στρατού δεν είχε κινηθεί, εκτός από τα Σώματα της Κολώνιας και έλαβαν τη διαταγή από τον Ταγματάρχη Νικόλαο Τσίπουρα - ο οποίος ενημερώθηκε εκ των υστέρων για όσα συνέβησαν - να επιστρέψουν στις θέσεις απ’ όπου είχαν ξεκινήσει, όπως και έπραξαν.

Ο Υπολοχαγός Περικλής Δρέλλιας, χωρίς να είναι γνωστό αν έλαβε τη διαταγή, εξακολούθησε την  κίνηση του, ενώ το Σώμα Πανταζόπουλου, εκτός από μία ομάδα του, είχε ήδη επιστρέψει. 
Ο Λοχαγός των  Σωμάτων της Κολώνιας Αντώνης  Λεοντοκιανάκος, έσπευσε να ακολουθήσει  τη φάλαγγα του Δρέλλια, την οποία  και συνάντησε στις 13 Σεπτεμβρίου, ώρα 11 το πρωί, στο χωριό Αρμένι, όπου κατέφτασαν και δέκα άνδρες του Σώματος  Πανταζόπουλου.  Έτσι η δύναμη των Αυτονομιακών έφτασε στους 169 άνδρες.

Ο Λεοντοκιανάκος αποφάσισε τότε να συνεχισθεί η προέλαση και να καταληφθεί ο αντικειμενικός σκοπός που είχε καθορισθεί, το Βεράτι.
Το Απόσπασμα  στράφηκε προς τα δυτικά, πέρασε τον  ποταμό Τομορίτσα και συνέχισε προς τη διάβαση Ντάρντας στα βόρεια υψώματα  του Τόμορου. Στη συνέχεια όταν έφτασε στο χωριό Κερπίτσα δέχθηκε πυρά από τα γύρω μουσουλμανικά χωριά Τρόβα, Οστίνα και Ρόμασι. Μετά από σύντομη συμπλοκή τα τμήματα των Οπλαρχηγών Νικοθύμιου και Γαλάνη κατέλαβαν αυτά τα χωριά και τα πυρπόλισαν.
Τις απογευματινές  ώρες το Απόσπασμα έφτασε στο μουσουλμανικό  χωριό Τομόρι, κέντρο της περιοχής, όπου και διανυκτέρευσε.

Το πρωί της  επομένης, 14 Σεπτεμβρίου, συνέχισε την  πορεία του και ύστερα από δύο  ώρες έφτασε στο χριστιανικό χωριό  Βερτόπι, όπου οι κάτοικοι τους υποδέχθηκαν  με μεγάλο ενθουσιασμό και δάκρυα χαράς ως ελευθερωτές.
Μετά από ανάπαυση λίγων ωρών η φάλαγγα συνέχισε την κίνηση της προς το Βεράτι, που  απέχει από το χωριό Βερτόπι τέσσερις ώρες πορείας. Μικρό τμήμα από  έξι έφιππους ανιχνευτές με επικεφαλής τον Επιλοχία Γαλάνη, προηγείτο της  φάλαγγας. Μετά από μίας ώρας πορεία φάνηκε από μακρυά το Βεράτι και  οι ανιχνευτές με καλπασμό απομακρύνθηκαν από τη φάλαγγα για να φτάσουν  όσο γρηγορότερα μπορούσαν στην πόλη.

Ο Υπολοχαγός Δρέλλιας, ύστερα από διαταγή του Αρχηγού  του Αποσπάσματος, τους πρόλαβε στην είσοδο της πόλης ενώ η υπόλοιπη δύναμη βρισκόταν σε απόσταση τριών  ωρών περίπου. Ο Επιλοχίας Γαλάνης  και οι ανιχνευτές του δεν δέχθηκαν να περιμένουν και έτσι ο Δρέλλιας τέθηκε επικεφαλής του μικρού τμήματος και κινήθηκε προς την πόλη.
Στην αρχή κανείς δεν έδωσε προσοχή στο μικρό  έφιππο τμήμα που περνούσε. Σύντομα  όμως οι Έλληνες και οι Χριστιανοί της πόλης αντελήφθησαν ότι επρόκειτο  για Αυτονομιακούς στρατιώτες και  με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις τους οδήγησαν στο Διοικητήριο. 

Έπειτα ο Αλβανός Διοικητής παρέδωσε άνευ όρων την πόλη στον Αυτονομιακό Στρατό. Μετά από λίγες ώρες έφτασε και το Απόσπασμα με επικεφαλής το Λοχαγό Λεοντοκιανάκο.
Το Βεράτι είχε σκεπαστεί από χιλιάδες ελληνικές  σημαίες και όλοι οι Έλληνες κάτοικοι είχαν συγκεντρωθεί στην είσοδο και  τους δρόμους για να υποδεχθούν τους στρατιώτες

Ο Λεοντοκιανάκος επέτρεψε στους Αλβανούς αξιωματικούς να φέρουν τα ξίφη τους, ενώ η αλβανική χωροφυλακή αφοπλίστηκε, αλλά παρέμεινε  στις θέσεις της. Οι φυλακισμένοι για πολιτικά αδικήματα και όλοι οι Έλληνες μετά από διαταγή αποφυλακίστηκαν και τέλος για την εδραίωση της τάξης πάρθηκαν όλα τα αναγκαία μέτρα και κηρύχθηκε ο στρατιωτικός νόμος.

Στον Στρατιωτικό  και Πολιτικό Αρχηγό Κολώνιας –  Πρεμετής Θεόδωρο Μαντούβαλο εστάλη  τηλεγράφημα που πληροφορούσε για  την κατάληψη του Βερατίου και  ζητούνταν ενισχύσεις άμεσα.
Η Κυβέρνηση  της Αυτονόμου Ηπείρου  πληροφορηθείσα τα γεγονότα και δεσμευμένη από προηγηθείσες σχετικές συμφωνίες αποστέλλει το επείγον  τηλεγράφημα προς τον Μαντούβαλο:
«Εγκαταλείψατε  Βεράτιον, ύψιστα εθνικά συμφέροντα καταστρέφονται.
Γ. Ζωγράφος –  Δ. Δούλης».
Τα πράγματα αρχίζουν σύντομα να μεταβάλλονται. Πριν κοπάσουν οι πανηγυρισμοί με τηλεγράφημα  από Έλληνες του Δυρραχίου γίνεται γνωστό ότι πάνω από 2000 Αλβανοί στρατιώτες κατευθύνονται προς το Βεράτι υπό την αρχηγία του Συνταγματάρχη Μουσά Κιαζήμ.
Ο Υπολοχαγός Δρέλλιας με εντολή του Λεοντοκιανάκου κινήθηκε προς τα νότια για να βρει τα υπόλοιπα Αυτονομιακά Σώματα προς ενίσχυση και  στις 16 Σεπτεμβρίου συνάντησε τον  Ταγματάρχη Τσίπουρα, ο οποίος του  μεταβίβασε ότι μετά από εντολή της Ελληνικής Κυβέρνησης ο Ελληνικός Στρατός ανακαταλαμβάνει τη Βόρειο Ήπειρο, δίνοντας του τη διαταγή να ειδοποιήσει όσους βρίσκονταν στο Βεράτι να επιστρέψουν στις θέσεις τους.
Τότε το Απόσπασμα  Λεοντοκιανάκου βγήκε από το Βεράτι για να αντιμετωπίσει τις αλβανικές  δυνάμεις που έρχονταν από το Δυρράχιο. Μόλις έφτασαν στη γέφυρα Χασάν  Μπέουτ και πριν προλάβουν να εγκατασταθούν  εμφανίστηκαν οι Αλβανοί που άρχισαν  να βάλουν κατά των Αυτονομιακών οι οποίοι έσπευσαν να λάβουν γρήγορα πρόχειρες θέσεις άμυνας.

Η μάχη που ακολούθησε ήταν άνιση και απεγνωσμένη. Ο εχθρός διέθετε πολύ περισσότερες δυνάμεις (αναλογία 12 προς 1), πολυβόλα, πυροβολικό και άφθονα πυρομαχικά. Οι Αλβανοί εκμεταλλεύτηκαν το πυροβολικό τους και αποδεκάτισαν τους Αυτονομιακούς οι οποίοι παρόλα αυτά απέκρουσαν όσες επιθέσεις γίνονταν για να εκτοπιστούν από τις θέσεις τους. Οι απώλειες ήταν μεγάλες και για τις δύο πλευρές. Ο Λεοντοκιανάκος σε κάποια στιγμή διέταξε τις σάλπιγγες να σημάνουν έφοδο στις γραμμές των κατάπληκτων Αλβανών. Οι εχθρικές γραμμές κλονίστηκαν και άρχισαν να οπισθοχωρούν. 


Τα πολυβόλα τους αχρηστεύτηκαν και τρία από αυτά έπεσαν στα χέρια των Αυτονομιακών οι οποίοι έμειναν όμως με 70 άνδρες. Οι μόνοι επικεφαλής που ζούσαν ακόμα ήταν ο Λεοντοκιανάκος και ο Γαλάνης οι οποίοι οργάνωσαν τη μεταφορά των τραυματιών και την υποχώρηση στο Βεράτι. Οι Αλβανοί είχαν περίπου 400 νεκρούς.

Την επομένη, 17 Σεπτεμβρίου, ο Λοχαγός Λεοντοκιανάκος με τον ξάδερφο του Γεώργιο Στεφανάκο εγκατέστησαν φυλάκια προς την κατεύθυνση του εχθρού ο οποίος επιτέθηκε την αυγή από πολλά σημεία συγχρόνως. Οι Αυτονομιακοί προσπάθησαν να διασπάσουν τον κλοιό με ηρωική έξοδο. Ελάχιστοι όμως το κατόρθωσαν. Συνελήφθησαν αιχμάλωτοι 25 άνδρες, μεταξύ των οποίων οι Λεοντοκιανάκος και Στεφανάκος. Από τους τραυματίες δεν επέζησε κανείς.

Στις 18 Σεπτεμβρίου  επέρχεται το τέλος και των  δύο αυτών όντως ηρώων, τους οποίους  αφού περιήγαγαν οι δήμιοι με χλευασμούς και βασανιστήρια ανά την πόλη, τους έστησαν στα εδώλια της εκτελέσεως στην πλατεία. Πρώτα εκτέλεσαν δια  ριπών πολυβόλου τον Γεώργιο  Στεφανάκο τον οποίον εκπνέοντα  ασπάζεται ο Λεοντοκιανάκος για  να ακολουθήσει ο παρακάτω διάλογος:

Μουσά Κιαζήμ: Εάν  ζητωκραυγάσεις υπέρ της Αλβανίας θα σου χαρίσω τη ζωή

Αντώνης Λεοντοκιανάκος: Εάν εκ τούτου εξαρτάται η ζωή μου, φωνάζω με όλη μου τη δύναμη «ΖΗΤΩ Η ΕΛΛΑΣ»!

και εξέπνευσε  επαναλαμβάνοντας τα τελευταία αυτά λόγια, δεχόμενος τις σφαίρες  από το πιστόλι του Κιαζήμ και  τις μαχαιριές ενός άγριου Αλβανού  δημίου του.
Την ίδια τύχη αλλά δι’ αγχονισμού είχε και ο κατ’ εξοχήν ανθρωπιστής και πατριώτης  ιατρός Καϊάνας καθώς και άλλοι, που εξετέθησαν στην υποδοχή των  τολμηρών Αυτονομιακών.

Οι  Έλληνες  του Βερατίου ενταφίασαν τους ήρωες  στο Ελληνικό Σχολείο της πόλης.
Το ηρωικό αυτό ολοκαύτωμα δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει  από άλλα ανάλογα της ελληνικής ιστορίας, τα οποία πρέπει να προβάλλονται ως πρότυπα ηρωισμού αυτοθυσίας για κάθε υψηλό ιδεώδες και δη για την Πατρίδα.
Ο Λεοντοκιανάκος και οι Στρατιώτες του στέκονται  επάξια μαζί με τον Λεωνίδα και  τους 300 του και όσους εθελοντές  ήρωες ακολούθησαν σε αντίστοιχες  ηρωικές πράξεις. 



http://toorama.blogspot.gr/2011/09/14-1914.html

Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

Η ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΗ ΑΛΛΟΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ ΣΤΗ ΒΟΡΕΙΟ ΗΠΕΙΡΟ

Γράφει η Αθηνάς Κρεμμύδα, Ραδιοφωνικής παραγωγού του «Βόρειος Ήπειρος. GR»

Η εθνολογική αλλοίωση πληθυσμού είναι μια πάγια τακτική κατάκτησης ή εξαφάνισης εθνοτήτων και εφαρμόστηκε με ιδιαίτερη έμφαση την περίοδο της οθωμανικής αυτοκρατορίας στα Βαλκάνια.

Η τακτική αυτή εφαρμόζεται ακόμα και σήμερα απέναντι σε εθνικές μειονότητες όπως η διεθνώς αναγνωρισμένη Ελληνική Εθνική Μειονότητα της Αλβανίας, όταν το αλβανικό κράτος αγνοεί, καταπιέζει και προσπαθεί να εξαφανίσει τους ...
Έλληνες.

Όταν μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Βόρειος Ήπειρος προσαρτήθηκε στο αλβανικό κράτος, το κομμουνιστικό δικτατορικό καθεστώς Χότζα ακολούθησε μία πολιτική συρρίκνωσης της Ελληνικής μειονότητας αναγνωρίζοντάς ως Ελληνικά μόνο 99 χωριά αφήνοντας απ’ έξω τις μεγάλες πόλεις, αλλά και στρατηγικής σημασίας περιοχές όπως η Χιμάρα, δημιουργώντας έτσι την μειονοτική ζώνη η οποία δυστυχώς ισχύει ακόμα και σήμερα.

Στα πλαίσια αυτής της πολιτικής εκτός των άλλων, προέβη και σε μία επιχείρηση μετακίνησης αλβανικού πληθυσμού στο νότο της χώρας στις μεγάλες πόλεις, με πρόσχημα την ανάπτυξη, αλλά σκοπό την αλλοίωση του πληθυσμιακού συσχετισμού.

Παρ’ όλα αυτά οι Βορειοηπειρώτες στην πλειοψηφία τους αντιστάθηκαν, κράτησαν αλώβητη την Ελληνική τους συνείδηση, την γλώσσα, τον πολιτισμό τα ήθη τα έθιμα ακόμα και την θρησκεία τους σε ένα αθεϊστικό καθεστώς.

Το 1990 το κομμουνιστικό καθεστώς πέφτει και τα σύνορα ανοίγουν. Στην Αλβανία επικρατεί χάος και υπό αυτές τις συνθήκες με οδηγό την νοσταλγία για την Ελλάδα, ακολουθεί μαζική φυγή Βορειοηπειρωτών από τις πατρογονικές τους εστίες.

Η ανασφάλεια και η άθλια οικονομική, πολιτική και κοινωνική κατάσταση στην Αλβανία, αλλά και η παντελής έλλειψη σχεδίου προστασίας και επαναπατρισμού της Ελληνικής μειονότητας από την Ελλάδα, είχε ως αποτέλεσμα σχεδόν την ερήμωση της Βορείου Ηπείρου δημιουργώντας ταυτόχρονα τις κατάλληλές προϋποθέσεις για των εποικισμό της.

Την ίδια περίοδο η φτώχεια μαστίζει την Αλβανία, με αποτέλεσμα την κατά περιόδους οργανωμένη ή μη κάθοδο πληθυσμού, σε ποιο εύπορες και τουριστικές περιοχές, όπως στους Αγίους Σαράντα, στο Δέλβινο, στη Χιμάρα.

Το 1997 ακολουθεί δεύτερη κρίση στην Αλβανία με την πτώση των οικονομικών «πυραμίδων» η οποία περιέργως εντοπίζεται σε μεγάλο βαθμό στο νότο της χώρας, δηλαδή στην περιοχή της Βορείου Ηπείρου. Οι ένοπλες εξεγέρσεις και τα εγκλήματα καλλιεργούν έντονα τον φόβο και την ανασφάλεια στους Βορειοηπειρώτες, οι οποίοι αναγκάζονται σε δεύτερο μαζικό κύμα φυγής από τα χωριά τους. Κάτι το οποίο θα είναι και καθοριστικό για τις μετέπειτα συνθήκες που διαμορφώνονται στην περιοχή. Και σε αυτή την περίπτωση η Ελλάδα ήταν απούσα και ανίκανη να προλάβει τις εξελίξεις αλλά και τις νέες συνθήκες που διαμορφώνονται στο χώρο.

Από το 1990 έως σήμερα έχει αλλάξει δραματικά ο συσχετισμός πληθυσμών στις μεγάλες πόλεις, οι οποίες έχουν επεκταθεί πολλαπλάσια σε σύγκριση με πριν το 1990. Έχουν δημιουργηθεί καινούρια αλβανικά χωριά ανάμεσα στα Ελληνικά, όπως επίσης έχει αλλοιωθεί και το επίπεδο των κατοίκων, αφού οι καινούριοι «κάτοικοι» είναι κυρίως χαμηλής κοινωνικής τάξης και εκπαιδευτικής μορφώσεως, εύκολα διαχειρίσιμοι από διάφορους εθνικιστικούς κύκλους που ακμάζουν τελευταία στην Αλβανία.

Επίσημα και αληθή στοιχεία για τον πληθυσμό της Αλβανίας δεν υπάρχουν, καθώς ακόμα και σήμερα η χώρα δεν κατάφερε να διεξάγει μια σωστή και δημοκρατική απογραφή πληθυσμού, με αποτέλεσμα το Συμβούλιο της Ευρώπης να μην αναγνωρίζει ούτε τα αποτελέσματα της τελευταίας απογραφής, κατόπιν πιέσεων βέβαια και από τους εκπροσώπους της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας για παρατυπίες και αλλοίωση αποτελεσμάτων.

Εδώ να υπενθυμίσω ότι η Αλβανία είναι πλέον υποψήφια χώρα προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και έχει επίσης υπογράψει και την Σύμβαση Πλαίσιο για την προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων. Η Σύμβαση έχει απόλυτα νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα και στο άρθρο 16 αναφέρει ότι «τα κράτη-μέλη δεν επιτρέπεται να μεταβάλλουν την πληθυσμιακή αναλογία σε περιοχές με συγκεντρώσεις μειονοτήτων, όταν αυτά τα μέτρα αποσκοπούν στον περιορισμό των δικαιωμάτων που καλύπτονται από την Σύμβαση».

Η αλλοίωση πληθυσμού στην περιοχή της Βορείου Ηπείρου εξυπηρετεί πλήρως την πολιτική εξαφάνισης της Ελληνικής μειονότητας, και η τακτική αυτή ακολουθείται από όλες τις αλβανικές κυβερνήσεις τα τελευταία χρόνια.
Τρανή απόδειξη το τελευταίο νομοσχέδιο που ψηφίστηκε το καλοκαίρι από την αλβανική Βουλή για την νέα διοικητική μεταρρύθμιση, που ενέταξε την Χιμάρα μαζί με άλλους αλβανικούς δήμους καθιστώντας τους Έλληνες μειοψηφία στην συγκεκριμένη εκλογική περιφέρεια.

Αντιλαμβανόμαστε, λοιπόν, ότι η αλλοίωση του πληθυσμού των Ελλήνων στην Αλβανία περιορίζει κατά πολύ τις πιθανότητες της πολιτικής τους εκπροσώπησης στο αλβανικό κράτος. Όπως επίσης και την δυνατότητα διεκδίκησης των δικαιωμάτων τους όπως αυτά απορρέουν από την Σύμβαση Πλαίσιο για την προστασία των Εθνικών Μειονοτήτων.

Η αλλοίωση και κατ΄ επέκταση η μείωση του Ελληνικού πληθυσμού στην Αλβανία σε συνδυασμό με το τεράστιο πρόβλημα της μη αναγνώρισης και μη απόδοσης των περιουσιών στους δικαιούχους 25 χρόνια μετά την πτώση του κομμουνισμού, οδηγεί όχι απλώς στον περιορισμό των δικαιωμάτων των Βορειοηπειρωτών αλλά και στην ολοκληρωτική εξαφάνιση έπειτα από κάποια χρόνια, ενός πληθυσμού που αριθμεί 3000 χρόνια στην περιοχή.

Τα αποτελέσματα είναι, εκτός όλων των άλλων, η απώλεια από μέρους της Ελλάδας ενός φοβερά σημαντικού γεωπολιτικού και αναπτυξιακού «εργαλείου» για την περιοχή των δυτικών Βαλκανίων, που άλλες χώρες θα παρακαλούσαν να είχαν…
.


http://www.epirus-ellas.gr/2014/12/blog-post.html

Πέμπτη 26 Μαρτίου 2015

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΒΟΡΕΙΟΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

Γράφει ο ΝΙΚΟΣ Θ. ΥΦΑΝΤΗΣ
Η Ήπειρος, και το Βόρειο τμήμα της, έχουν κάμει μακρύ ταξίδι στο χρόνο και στην ιστορία. Γνωστή η Ήπειρος από τα χρόνια του Ομήρου. Κατά τον Θουκυδίδη «η ήπειρος είναι η καταντικρύ, η κατά Κερκύραν ήπειρος». 
Γνωστές οι Κορινθιακές και Κερκυραϊκές αποικίες των ηπειρωτικών ακτών, η Επίδαμνος (σ. Δυρράχιο), ο Ωρκός, η Απολλωνία. Γνωστές επίσης οι αρχαιοελληνικές πόλεις, οχυρά της Χαονίας: η Αντιγονεία, η Φοινίκη, ο Βουθρωτός, ο Ογχισμός (Άγιοι Σαράντα), το Παλέρμο (Πάνορμος). Από τα σπουδαιότερα επιτεύγματα του 3ου π.Χ αιώνα, η ίδρυση της Ηπειρωτικής Συμπολιτείας, με την ονομασία «Κοινόν των Απειρωτάν» με πρωτεύουσα τη Φοινίκη κοντά στο Δέλβινο.
Το 168 π.Χ. οι Ρωμαϊκές λεγεώνες εκθεμελίωσαν 70 ηπειρωτικές πόλεις και εξόντωσαν 150 χιλιάδες Ηπειρώτες. Η Ρωμαιοκρατία δεν μετέβαλε τον χαρακτήρα της Ηπείρου με το ισχυρό ελληνικό στοιχείο. Το αυτόχθονο στοιχείο ζει στην περιοχή και μετά τις σλαβικές επιδρομές. Το όνομα των Αλβανών (το Άρβανον – τα Άρβανα) αναφέρεται μόνο ως γεωγραφικός προσδιορισμός γύρω στο 1080 μ.Χ. Με την κατάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τους Φράγκιους (1204) αναφαίνεται το Δεσποτάτο της Ηπείρου.
Μετά το Βυζάντιο η Οθωμανική κυριαρχία. Τα μέτρα των Τούρκων εξουθενωτικά. Βίαιοι εξισλαμισμοί, εξοντωτική φορολογία. Τότε κάνουν την εμφάνισή τους οι Τουρκαλβανοί (εξωμότες), περιβόητοι για τη σκληρότητά τους. Παρόλη τη βιαιότητα των μέτρων ο Χριστιανισμός επέζησε. Οι Γκέγκηδες του Βορρά ασπάστηκαν τον Ρωμαιοκαθολικισμό, ενώ οι Τόσκηδες στο Νότο διατήρησαν την Ορθοδοξία.
Ο Γενούσος (Σκούμπη) ποταμός στάθηκε το φυσικό όριο Βόρειας και Νότιας Αλβανίας. Στη Βόρειο Αλβανία κυριάρχησε η φυλή των Γκέκηδων και στη Νότια των Τόσκηδων. Η Νότια Αλβανία, γεωγραφικά, ιστορικά, φυλετικά, πολιτιστικά ταυτίζεται με την Βόρειο Ήπειρο. Στη Νότια Αλβανία και κυρίως, στις περιοχές Αργυροκάστρου, Δελβίνου, Αγίων Σαράντα, Χιμάρας, Μοσχόπολης, Κορυτσάς, Λεσκοβικίου, Πρεμετής, κυριαρχεί η παρουσία του Ελληνικού πληθυσμού. 
Σημαντική υπήρξε η προσφορά του Πατροκοσμά που μαρτύρησε στα 1779 στο Κολικόντασι, στον Άψο ποταμό της Βορείας Ηπείρου. Προς τιμή του ο Αλή – Πασάς των Ιωαννίνων ανήγειρε ναό. Η ιεραποστολική και εθνική δράση του Αγίου Κοσμά ανυπολόγιστη. Εργάστηκε για την ανάσχεση του εξισλαμισμού στην Ελλάδα και κατά κύριο λόγο στην Βόρειο Ήπειρο όπου και άφησε την τελευταία του πνοή, σε έναν τόπο, όπου οριοθετούνται τα βόρεια εθνολογικά μας σύνορα. Η ζωή και οι διδαχές του, η λαϊκή απήχηση του κηρύγματός του, παραμένουν ζωντανά μέχρι σήμερα, παρότι πέρασαν τριακόσια χρόνια από τη γέννησή του το 1714.


Η φυλετική και πολιτιστική ενότητα της Βορείου Ηπείρου με τον Μητροπολιτικό χώρο είναι δεδομένη και κάθε προσπάθεια συσκότισης και διαστρέβλωσης της αλήθειας δεν μπορεί να μεταβάλει την ιστορική πραγματικότητα. Οι Βορειοηπειρώτες, όπως όλοι οι Ηπειρώτες, συμμετείχαν και πρόσφεραν πολλά στον Αγώνα της Εθνεγερσίας. Στην αναπτυξιακή πορεία της Πατρίδας οι Βορειοηπειρώτες έπαιξαν ουσιαστικό ρόλο. Οι περισσότεροι Ευεργέτες που διέθεσαν τις περιουσίες τους για την ανάπτυξη του εθνικού χώρου κατάγονταν από τη Βόρειο Ήπειρο. Τα έργα τους κοσμούν την Ελλάδα, αλλά ποιος γνωρίζει την καταγωγή τους; 
Ο Απόστολος Αρσάκης από το Χοτάχοβο της Πρεμετής, οι αδελφοί Ζάπτα από το Άνω Λάμποβο (Λάμποβο του Ζάππα), ο Ιωάννης Μπάγκας από την Κορυτσά, ο Χρηστάκης Ζωγράφος από το Κεστοράτι Αργυροκάστρου, οι Σιναίοι από τη Μοσχόπολη. 
Η υπαγωγή της Βορείου Ηπείρου στο νεοπαγές αλβανικό κράτος είχε τραγικές συνέπειες για τον Βορειοηπειρωτικό Ελληνισμό. Οι Έλληνες αποφάσισαν να πολεμήσουν για την αδικία που τους έγινε. Στις 17.2.1914 ανεκήρυξαν την Αυτονομία της Βορείου Ηπείρου. Ο αγώνας στέφτηκε από επιτυχία και στις 17-5-1914 υπογράφτηκε το Πρωτόκολλο της Κέρκυρας με το οποίο παρέχονταν ευρεία διοικητική και πολιτική αυτονομία στις Βοεριοηπειρωτικές περιοχές Αργυροκάστρου και Κορυτσάς.
Δυστυχώς, το πρωτόκολλο της Κέρκυρας δεν εφαρμόστηκε γιατί κηρύχτηκε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Με το τέλος του πολέμου (9-11-1921) η Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη επανέφερε το Πρωτόκολλο της Φλωρεντίας και όρισε τα ελληνοαλβανικά σύνορα.
Η Βόρειος Ήπειρος υπήχθη στο αλβανικό κράτος και από τότε αρχίζει ένας νέος Γολγοθάς για τους ελληνικούς πληθυσμούς.

Το πρώτο Βήμα των Αλβανών ήταν το κλείσιμο των ελληνικών σχολείων, γεγονός για το οποίο οι Βορειοηπειρώτες προσέφυγαν στο Δικαστήριο της Χάγης και δικαιώθηκαν. Οι Αλβανοί αναγκάστηκαν να ξανανοίξουν τα ελληνικά σχολεία. Στη διάρκεια του Δευτέρου Μεγάλου Πολέμου το Ελληνικό στοιχείο διώκεται. Φυλακίσεις, εξορίες, θάνατοι. Με την επικράτηση του «Προλεταριάτου» υπό την ηγεσία του Ενβέρ Χότζα επεβλήθη ένα στυγνό δικτατορικό καθεστώς. Αρχίζει το σκοτάδι, η απομόνωση, τα συρματοπλέγματα, οι απηνείς διωγμοί με σκοπό τον βίαιο αφελληνισμό του ελληνικού στοιχείου. Το απολυταρχικό καθεστώς του Ενβέρ Χότζα και του διαδόχου του Ραμίζ Αλία (1945 – 1990) κατέβαλε φιλότιμες προσπάθειες να ισοπεδώσει τις πολιτιστικές διαφορές και να συνθέσει κάποιο ακαθόριστο «ιλλυρικό» στοιχείο με τον ντόπιο, τον ελληνικό πολιτισμό. Όμως, οι διαφορές αυτές δεν γεφυρώνονται, εξακολουθούν να διαφοροποιούν το αλβανικό και το ελληνικό στοιχείο.
Η κατάρρευση του μισητού καθεστώτος βρήκε τους ανθρώπους ψυχικά και σωματικά ράκη. Κοπαδιαστά είχε αρχίσει η φυγή προς την ελευθερία και το άγνωστο. Άδειασαν τα ελληνοχώρια από τους νέους, οι οποίοι αλαφιασμένοι δρασκέλιζαν βουνά, λαγκάδια και χαράδρες και περιπλανιόταν ρακένδυτοι και ανυπόδητοι σε πόλεις και χωριά της Μάνας Πατρίδας.
Όλοι εκείνοι που από την ανάγκη της επιβίωσης εγκατέλειψαν τις πατρογονικές τους εστίες, λίγο πολύ, με σκληρή εργασία, αποκαταστάθηκαν στην Ελλάδα και τα παιδιά τους αποφοίτησαν από Πανεπιστημιακές Σχολές. Ο μαρτυρικός τους τόπος ερήμωσε από έμψυχο νεανικό δυναμικό και σε πολλές περιπτώσεις τα κενά καλύφτηκαν από Αλβανούς του Βορρά.
Στους υπερήλικες Βορειοηπειρώτες είχε δοθεί ένα ελάχιστο βοήθημα. Όμως, και αυτό οι ηλικιωμένοι για να το παίρνουν έπρεπε να είναι εγκατεστημένοι στην Ελλάδα. Δεύτερο τραγικό πλήγμα για τον μειονοτικό χώρο. Δυστυχώς, και το ελάχιστο αυτό επίδομα, λόγω της οικονομικής κρίσης, κόπηκε. Φαίνεται ότι η κρίση που έπληξε τη χώρα ήταν απότοκη του πενιχρού επιδόματος που δινόταν στους γέροντες Βορειοηπειρώτες. Η χώρα σιγά – σιγά ανακάμπτει οικονομικά και συνέρχεται από την κρίση. Καιρός είναι να σκεφτούν οι κυβερνώντες ότι η επαναχορήγηση κάποιου συμβολικού επιδόματος στους υπερήλικες Έλληνες της Βορείου Ηπείρου θα έχει πολλαπλό κέρδος για όλους.
Είναι καθήκον της Ελληνικής Πολιτείας να μην αφήσει στην τύχη του τον Ελληνισμό της Βορείου Ηπείρου. Καθήκον επίσης της Ελληνικής πολιτείας να εγκαταλείψει την ενδοτικότητα και να απαιτήσει από τους Αλβανούς την απόδοση όλων των κατοχυρωμένων δικαιωμάτων στους Έλληνες μειονοτικούς. Ματωμένος για χρόνια ο βορειοηπειρωτικός ελληνισμός ασφυκτιά και σήμερα κάτω από το βάρος ψυχολογικών και άλλων πιέσεων. Βασανισμένος, ταλαιπωρημένος κόσμος από συνεχείς καταπιέσεις, οι οποίες, δυστυχώς, συνεχίζονται και σήμερα από τις παράλογες σοβινιστικές θέσεις αλβανικών κύκλων. 
ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ
http://ellogosar.blogspot.gr/2015/03/blog-post_24.html


Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2014

ΕΝΑ ΞΕΧΑΣΜΕΝΟ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ ΕΛΛΗΝΩΝ ΠΕΣΟΝΤΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΤΟΥ '40

Δίπλα ακριβώς στην Πυραμίδα υπ. αρ. 24, απ’ τη σειρά των πυραμίδων που οριοθετούν τα χερσαία σύνορα της Ελλάδας με την αλβανική επικράτεια, υπάρχει εγκαταλειμμένο νεκροταφείο. Όχι απλώς τόπος ενταφίασης αλλά σχεδόν κανονικό νεκροταφείο. Πληροφορίες που είχαμε συλλέξει και περισσότερο ομολογίες ηλικιωμένων ανθρώπων οδήγησαν την πορεία μας εκεί στα στενά του Μπογάζι, απέναντι απ’ τους Γεωργουτσάτες και ανάμεσα στο χωριό Ραντάτες και Άνω Επισκοπή. Εκεί όπου σταματάει το όρος Μπουρέτο και που στο βάθος είναι το πρώτο χωριό της ελληνικής επικράτειας, το Ορεινό. Εγκαταλειμμένοι στη σιωπή τους,είναι ίσως ..
.. απ’ τους πρώτους ήρωες που έπεσαν στις μάχες με τους Ιταλούς σε «ξένο» έδαφος. Διότι ξένο δεν είναι, απλώς για την αυστηρή των συγκυριών γλώσσα της οριοθέτησης των συνόρων…
Τα ονόματα αυτών των πεσόντων ελλήνων στρατιωτικών όταν άρχισε πλέον η αντεπίθεση επί των εισβολέων Ιταλών, αφού η άμυνα στη γραμμή του Καλπακίου είχε αποδώσει πλέον, όπως μπορέσαμε να τα συλλέξουμε απ’ τον κατάλογο που είχε το 1996 δημοσιεύσει η «Καθημερινή», τα δημοσιεύουμε πιο κάτω. Σαν ένα μνημόσυνο απλό. Έστω και για να μην μνημονεύονται πλέον ως άγνωστος έλληνας στρατιωτικός. Ή και για να παρακινήσουμε εάν υπάρχουν συγγενείς που τους ψάχνουν… Γιατί το αξίζουν!
Η Πυραμίδα 24 στα ελληνο-αλβανικά σύνορα

Άρχιζε η καταδίωξη και η συνέχεια των πολεμικών πράξεων επί του εδάφους της Βορείου Ηπείρου και απ’ τον κατάλογο αυτό του ΓΕΣ προκύπτει ότι όλοι οι προαναφερθέντες και άλλοι ενδεχομένως που διαφεύγουν έπεσαν σε μάχες για την κατάκτηση του υψώματος 1488 και εκείνου 669 για τον έλεγχο της διάβασης αυτής, του Μπογάζι, απ’ όπου στη συνέχεια θα διέρχονταν περισσότερα στρατεύματα για τις ανάγκες του μετώπου. Οι μάχες είχαν ένταση και ήταν φονικές. Όλοι οι φονευθέντες στρατιώτες και αξιωματικοί έπεσαν μεταξύ 2,3 και 4 Δεκεμβρίου. Και κηδεύτηκαν εκεί… Στο μεταίχμιο. Μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας.
Η θέση του νεκροταφείου, περιφραγμένου με πρόχειρο πλην όμως όμορφο τοίχο πέτρινο, 30μΧ30 περίπου είναι ακριβώς στην ευθεία που ορίζει η Πυραμίδα αρ. 24. Στο πρανές ενός λόφου που μάλλον με τη λογική της ροής των υδάτων μάλλον θα είναι εντός των εδαφών της σημερινής αλβανικής επικράτειας. Και πάνω στην κορυφή του λόφου το Ελληνικό στρατιωτικό Φυλάκιο. Λες να γνώριζαν τόσα χρόνια οι στρατιώτες που φυλούσαν και υπηρετούσαν εκεί τόσες δεκαετίες στη σειρά ότι ακριβώς κάτω στα πόδια τους αναπαύονται πεσόντες που έπεσαν για την Ελευθερία.


Πάνω από το νεκροταφείο το ελληνικό φυλάκιο
Και έχει και άλλους συμβολισμούς η τοποθεσία αυτή του ενταφιασμού. Ότι έπεσαν και για την αποκατάσταση μιας ιστορικής αδικίας που έγινε με μας εδώ. Ότι έπεσαν επιπλέον όχι μόνο για την ελευθερία της Ελλάδας αλλά και για την αξιοπρέπεια και άλλων λαών της περιοχής. Για την αξιοπρέπεια της Ευρώπης όλης που δεν έπρεπε να υποκύψει στο τέρας του φασισμού που πλανιόνταν πάνω της. Έπεσαν για να δώσουν και στον Αλβανικό λαό παράδειγμα ηρωισμού και αντίστασης …
Και παραμένουν εκεί τόσες δεκαετίες μετά. Μας περιμένουν τώρα που μάθαμε γι’ αυτούς. Η σιωπή τους έσπασε. Βέβαια στις ψυχές και τις καρδιές μας μιλούσαν πάντοτε μέσα απ’ τις μνήμες, απ’ τις διηγήσεις των μεγαλύτερων απ’ τις εκδηλώσεις που διοργανώνουμε κάθε χρόνο και τους μνημονεύουμε. Αλλά τώρα μας περιμένουν να τους επισκεφθούμε και εκεί στα στενά του Ραντατίου, σε μια τόσο εύκολη στην πρόσβαση τοποθεσία τόσο απ’ την Ελλάδα όσο και τη Δερόπολη. Οφείλουμε να πάμε και να περιποιηθούμε το Νεκροταφείο τους. Τώρα μάθαμε τόσα πολλά και περισσότερα θα πρέπει να διδαχτούν οι μέλλουσες γενιές .


Βουλιράτι  1991. Μετά την πτώση του
Κομουνισμού Βορειοηπειρώτες τιμούν
για πρώτη φορά τους ήρωες του ’40
Γιατί εμείς έχουμε υπόψη μας το Μπογάζι ως σημείο που επιχειρούσαν να δραπετεύσουν τα μαύρα χρόνια των διωγμών και ακούγαμε τα πολυβόλα των βόρειων συνοροφυλάκων να κόβουν τη ζωή στη μέση των τολμηρών που επιχειρούσαν να εγκαταλείψουν τον κομμουνιστικό «παράδεισο». Και μετά όλα τα χρόνια της μετακομμουνιστικής περιόδου να περνούν από κει δεκάδες χιλιάδες Βορειοηπειρώτες και Αλβανοί πρόσφυγες που αναζητούσαν από εκείνα τα στενά μια καλύτερη οικονομική μοίρα στην Ελλάδα.
Αλλά βλέπεις εκείνα τα στενά έχουν και ένα άλλο μυστικό που μας κάνει περίφανους σαν Έλληνες.

Έπεσαν στο Μπουρέτο, Δεκέμβριος 1940
Αραπογράννης Απόστολος του Νικ. Στρ. 36ου Σ. Π.
Βελέντζας Σεραφείμ του Γεωργίου Στρ. 40ου Συντ. Ευζώνων
Βερύκιος Κωνσταντίνος του Γεωργίου Ανθ/στης 40ου Συντ. Ευζώνων
Γκαραγκούνης Δημήτριος του Ιωάννη Στρ. 15ου Σ. Π.
Γκόγκος Ευάγγελος του Ιωάννη Στρ. 15ου Σ. Π.
Γκιούλος Σταύρος του Νικολάου Στρ. 36ου Σ. Π.
Γκόγκος Ευάγγελος του Ιωάννη Στρ. 15ου Σ. Π.
Ζαχάρης Αντώνιος του Δημητρίου Στρ. 40ου Συντ. Ευζώνων
Καζακόπολουλος Λεωνίδας του Αποστ. Ανθ/στης 42ου Συντ. Ευζώνων
Καντερές Χρήστος του Ιωάννη Στρ. 42ου Συντ. Ευζώνων
Καραγκούνης Δημήτριος του Ιωάννη Στρ. 15ου Σ. Π.
Κιτσάρας Δημήτριος του Θωμά Στρ. 15ου Σ. Π.
Κοντός Πολύβιος του Γεωργίου Δ/νέας 12ου Σ. Π.
Κορομπίλης Κωνσταντίνος του Νικ. Στρ. 40ου Συντ. Ευζώνων
Κουτσάφτης Παναγιώτης του Νικ. Ανθ/γος 42ου Συντ. Ευζώνων
Λαδόπουλος Βασίλειος του Σπυρίδωνα Δ/νέας 15ου Σ. Π.
Λάτας Χρήστος του Δημητρίου Στρ. 42ου Συντ. Ευζώνων
Λιόντος Κωνσταντίνος του Δημητρίου Δ/νέας 15ου Σ. Π.
Λογοθέτης Σωτήριος του Γεωργίου Λοχίας 42ου Συντ. Ευζώνων
Μανούσης Λάζαρος του Ευαγγέλου Δ/νέας 15ου Σ. Π.
Μαυραγάνης Δημήτριος του Κων. Λοχαγός 36ου Σ. Π.
Μιχελής Απόστολος του Δημ. Στρ. 42ου Συντ. Ευζώνων
Μολιώτης Γεώργιος του Ιωάννη Στρ. 42ου Συντ. Ευζώνων
Μυλωνάς Γεώργιος του Κων. Στρ. 15ου Σ. Π.
Μυλωνάς Θωμάς του Αποστόλου Στρ. 40ου Συντ. Ευζώνων
Νάσης Πέτρος του Δημητρίου Ανθ/γος 36ου Σ. Π.
Ντούγιας Σπυρίδων του Σωτηρίου Στρ. 15ου Σ. Π.
Παλόδιος Γεώργιος του Κων. Λοχίας 15ου Σ. Π.
Παπαδόπουλος Ανδρέας του Δημ. Δ/νέας 42ου Συντ. Ευζώνων
Παπαρούνας Σταύρος του Αναστασίου Στρ. 15ου Σ. Π.
Παπάς Ιωάννης του Βασιλείου Στρ. 15ου Σ. Π.
Παπασταθόπουλος Ιωάννης του Ευαγγ. Ανθ/γος 42ου Συντ. Ευζώνων
Σαρής Νικόλαος του Παναγιώτη Ανθ/γος 15ου Σ. Π.
Σταθόπουλος Ανδρέας του Αθαν. Στρ. ΙΙΙ Λόχου Πολ/λων
Στεφανής Βλάσσιος του Λεωνίδα Στρ. 36ου Σ. Π.
Τάμος (ή Παπατάγος) Ευάγγελος του Σωτ. Στρ. 42ου Συντ. Ευζώνων
Τασιάκος Ηλίας του Ευθυμίου Στρ. 36ου Σ. Π.
Τζώνης Αθανάσιος του Ιωάννη Ανθ.στης 42ου Συντ. Ευζώνων
Τσαούσης Αναστάσιος του Γεωργίου Ανθ/γος 42ου Συντ. Ευζώνων
Φώτου Νικόλαος του Μάνθου Λοχίας 15ου Σ. Π.
Χρόνας Στέργιος του Νικολάου Στρ. 15ου Σ. Π.


http://www.deropoli.com/?p=7461


Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

ΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΕΣ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ Ο «ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ»

Το φαινόμενο των ευεργεσιών απόκτησε στον Ηπειρωτικό χώρο ιδιαίτερες διαστάσεις που όμοιές της δεν εμφανίσθηκαν σε κανένα άλλο σημείο της Ελλάδας. Δεν ήταν μόνο ο μεγάλος αριθμός των ευεργετών και των ευεργεσιών αλλά και η ποιότητα και το όραμα των σχεδίων τους που προσδίδουν μια ξεχωριστή αίγλη στους Ηπειρώτες ευεργέτες. Οι Ηπειρώτες αυτοί που έζησαν και πρόκοψαν σε κάποια βαλκανική, ανατολική ή κεντροευρωπαϊκή χώρα ακόμα και στην Αίγυπτο, δεν λησμόνησαν ούτε τις ρίζες τους ούτε τους ανθρώπους τους. Η ηπειρωτική αποδημία κράτησε ολόκληρη την περίοδο της Τουρκοκρατίας αλλά και αργότερα γεμίζοντας κατ’ αυτό τον τρόπο τις ελληνικές παροικίες του εξωτερικού με δραστήριους ανθρώπους που είχαν οικονομικές φιλοδοξίες αλλά και εθνικά οράματα. Στους λόγους της αποδημίας θα πρέπει να τονίσουμε όχι μόνο την τοπογεωγραφία της Ηπείρου που σίγουρα περιόριζε τις οικονομικές δραστηριότητες αλλά θα πρέπει να σταθούμε και στο ζωηρό εμπορικό πνεύμα που διέκρινε ανέκαθεν τον Ηπειρώτη και την τάση του για αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Αυτή η αγάπη του Ηπειρώτη για την αλλαγή, για το ταξίδι στο άγνωστο και οι ελκυστικές προκλήσεις που πρόσφεραν οι μακρινές και άγνωστες χώρες δεν στέρησαν σε καμία των περιπτώσεων τους δεσμούς του ανθρώπου από τον τόπο του την γενέτειρα.
Οι ευεργεσίες ξεκίνησαν χρονικά από τα τέλη του 16ου αιώνα, χωρίς να αποκλείονται και κάποιες προηγούμενες ατομικές προσπάθειες. Από την εποχή αυτή οι Ηπειρώτες της Βενετίας και σταδιακά οι απόδημοι της Ρωσίας, της Αιγύπτου, της Ρουμανίας και άλλων περιοχών αρχίζουν να προσφέρουν μεγάλα ποσά για την ανασυγκρότηση και ανακούφιση της ταλαίπωρης πατρίδας τους. Οι ευεργεσίες αποτέλεσαν κατά την Τουρκοκρατία τις μοναδικές πηγές που συντηρούσαν και ενίσχυαν την πνευματική, οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της περιοχής. Οι στόχοι των ευεργετών αυτών — που όπως είναι γνωστό δεν περιορίστηκαν στα στενά όρια της Ηπείρου — ήταν πιο αναλυτικά:
Α) Η ενίσχυση των ορθόδοξων εκκλησιών που αποτελούσαν τον βασικό πυρήνα δημιουργίας και διατήρησης της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης των υπόδουλων.
Β) Η ανάπτυξη της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες με την ίδρυση και συντήρηση σχολείων, τον διορισμό ικανών δασκάλων, την χορήγηση υποτροφιών σπονδών και με την έκδοση βιβλίων.
Γ) Η θεραπεία κοινωνικών αναγκών όπως ήταν η ενίσχυση των φτωχών οικογενειών της Ηπείρου, το προίκισμα των άπορων κοριτσιών, η αποφυλάκιση ανθρώπων που είχαν φυλακιστεί λόγω χρεών, η ενίσχυση και η ίδρυση ορφανοτροφείων, πτωχοκομείων και νοσοκομειακών ιδρυμάτων.
Δ) Η κατασκευή έργων κοινής ωφέλειας όπως γεφυριών, υδραγωγείων κ.α.
Ε) Η οικονομική και ηθική στήριξη των ελληνικών — ηπειρωτικών κοινοτήτων και παροικιών του εξωτερικού που αποτελούσαν τους πόλους για την περαιτέρω ανάπτυξη της δραστηριότητας των αποδήμων σε όλους τους τομείς και συντελούσαν στην ανάδειξη και ενδυνάμωση της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων.
Ξεκινώντας την ανάλυση και παρουσίαση των δραστηριοτήτων των Ηπειρωτών ευεργετών θα πρέπει να κάνουμε μια ειδική αναφορά στους έλληνες αποδήμους στη Ρωσία. Η ηπειρωτική κοινότητα ήταν ευάριθμη και οικονομικά πολύ ισχυρή. Οι Ηπειρώτες που ήταν συγκεντρωμένοι κυρίως στη Μόσχα, την Οδησσό, τη Νίζνα και την Πετρούπολη θα αποκτήσουν τεράστιες περιουσίες κατά τα τέλη τον 18ου αιώνα και θα ξεκινήσουν μια μεγάλη προσπάθεια για την τόνωση της πνευματικής ζωής της Ηπείρου και των υπόλοιπων ελληνικών περιοχών καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Επιπλέον θα δραστηριοποιηθούν έντονα για την εθνική αποκατάσταση των Ελλήνων και θα πρωτοστατήσουν στις επαναστατικές κινήσεις που γεννήθηκαν στη Ρωσική Αυτοκρατορία με στόχο την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού στην Ελλάδα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι δύο από τους τρεις ιδρυτές της Φιλικής Εταιρείας το 1814 στην Οδησσό ήταν Ηπειρώτες (Α. Τσακάλωφ και Ν. Σκουφάς), ενώ τα αξιολογότερα μέλη των Ηπειρωτών αποδήμων οργανώθηκαν γύρω από το νέο φορέα του ελληνισμού πολύ γρήγορα.
Οι αδελφοί Ζωσιμάδες, οι έξι αυτοί Ηπειρώτες από το ορεινό Γραμμένο που το όνομά τους κατέστη συνώνυμο με την αναζωογόνηση της εκπαίδευσης στην Ελλάδα, ήταν εγκατεστημένοι στη Νίζνα και στο Λιβόρνο της Ιταλίας και επένδυσαν τα τεράστια κέρδη τους από τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες στην εκπαίδευση. Με δικά τους χρήματα ιδρύθηκε το 1828 η «Ζωσιμαία Σχολή» στα Ιωάννινα που αποτέλεσε πραγματικό φυτώριο για την ανάδειξη πολλών νέων επιστημόνων που πρόσφεραν τις γνώσεις τους στην Ήπειρο και το Ελληνικό Κράτος. Η «Ζωσιμαία» θα αγκαλιάσει ολόκληρη την φιλομαθή νεολαία της Ηπείρου αλλά και της Αλβανίας με αποτέλεσμα πολλοί από τους πρωταγωνιστές αργότερα στην αλβανική εθνική αφύπνιση να έχουν λάβει καλή ελληνική παιδεία. Οι εκατοντάδες απόφοιτοί της διέπρεψαν σε όλους τους τομείς της επιστήμης και ανέπτυξαν μεγάλη και ποικίλη δράση σε ολόκληρη την Ελλάδα. Με δαπάνη των Ζωσιμάδων εξάλλου χτίστηκε το κτίριο του Νομισματικού Μουσείου στην Αθήνα, το Ορφανοτροφείο Πατρών και χρηματοδοτήθηκαν οι εκδοτικές προσπάθειες του Αδαμάντιου Κοραή. Το εθνικό τους έργο συνεχίστηκε με την εκπροσώπηση στην Ιταλία των συμφερόντων της Ιονίου Πολιτείας και με την ενίσχυση των ταμείων του πρώιμου αυτού νεοελληνικού κρατικού μορφώματος. Για την προσφορά τους μάλιστα αυτή τιμήθηκαν ως επίτιμα μέλη της Ιονίου Γερουσίας. Οι Ζωσιμάδες ενίσχυσαν εξάλλου με μεγάλα χρηματικά ποσά τις επαναστατικές κινήσεις του Αλέξανδρου Υψηλάντη στις Παραδουνάβιες χώρες και αργότερα στην Πελοπόννησο. Οι διαθήκες τους συντέλεσαν στην συντήρηση και ανάπτυξη των εκπαιδευτικών και κοινωνικών στόχων που είχαν θέσει σε ολόκληρη τη ζωή τους και το έργο τους αποτέλεσε παράδειγμα για πολλούς Ηπειρώτες εμπόρους που έσπευσαν να τους μιμηθούν και να ιδρύσουν σχολεία και άλλα κοινωφελή ιδρύματα όπως για παράδειγμα η ίδρυση της «Καπλανείου Σχολής» από τους αδερφούς Μάνθο και Ζώη Καπλάνη στα Γιάννενα.
Στον χώρο της παιδείας θα δραστηριοποιηθούν πάμπολλοι Ηπειρώτες έμποροι, οι οποίοι εκτός από τους αναγκαίους οικονομικούς πόρους διέθεταν και όραμα που συχνά ξεπερνούσε την εποχή τους. Το παράδειγμα του Ιωάννη Δομπόλη είναι ενδεικτικό. Ο έμπορος αυτός από τα Κούρεντα Ιωαννίνων μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρώτος ιδρυτής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Χάρη στην στενή φιλία του με τον Καποδίστρια και το θαυμασμό που έτρεφε για τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, κληροδότησε ολόκληρη την περιουσία του με σκοπό την ίδρυση «Καποδιστριακού Πανεπιστημίου». Ο Δομπόλης μάλιστα βάσει της διαθήκης του είχε την φιλοδοξία να γίνονται κάθε χρόνο δεκτοί φοιτητές από την Ήπειρο σε ποσοστό ως και το μισό του συνολικού αριθμού των φοιτητών του ιδρύματος. Το πρώτο παρθεναγωγείο στον ηπειρωτικό χώρο οφείλεται σε μια ιδέα των Ζαγορίσιων αδελφών Ριζάρη, οι οποίοι θα επηρεαστούν έντονα από τις εξελίξεις στην Ευρώπη και θα προωθήσουν την εκπαίδευση των κοριτσιών. Παράλληλα θα μεριμνήσουν για την ανώτερη μόρφωση των κληρικών και για το σκοπό αυτό ίδρυσαν το 1843 στην Αθήνα Ανώτατη Ιερατική Σχολή που έλαβε το όνομά τους («Ριζάρειος»).
Σημαντική και πρωτοποριακή για τα δεδομένα της εποχής μπορεί να χαρακτηριστεί και η κοινωφελής δραστηριότητα μιας σειράς Ηπειρωτών ευεργετών που συνέβαλαν στην οικονομική ανόρθωση και οργάνωση του νεοσύστατου ελληνικού βασιλείου μετά το 1830. Τα μεγάλα πνευματικά ιδρύματα που κοσμούν την Αθήνα είναι αποτέλεσμα της φιλοπατρίας των Ηπειρωτών. Παράλληλα με τα χρήματα που διέθεσαν για εκπαιδευτικούς σκοπούς, κληροδότησαν επίσης μεγάλα ποσά για την ανάπτυξη του τόπου και σε άλλους τομείς. Ο Γεώργιος Σταύρος συμμετείχε ενεργά στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Ελλάδας ολόκληρο το β’ μισό του 19ου αιώνα. Η ίδρυση από τον Σταύρου ενός μεγάλου τραπεζικού-πιστωτικού ιδρύματος ώθησε την οικονομική ζωή της Ελλάδας προς την εξέλιξη και αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες βάσεις ανάπτυξης του εμπορίου. Επιπλέον η δράση του συνεχίστηκε με την ανέγερση νοσοκομείων, οικοτροφείων και γηροκομείων στην πατρίδα του τα Γιάννενα. Με τους ίδιους στόχους ο Δημήτριος Ζέρβας θα προχωρήσει στην ίδρυση ναυτικής σχολής και χειροτεχνικών σχολών που έδωσαν μια νέα δυναμική στην τεχνική εκπαίδευση που ήταν πολύ αναγκαία για την ταχύτερη ανάπτυξη του ελληνικού κράτους.
Μια ιδιαίτερη κατηγορία ευεργετών αποτελούν εκείνοι οι Ηπειρώτες —κυρίως με καταγωγή από το Μέτσοβο — που δραστηριοποιήθηκαν στην Αίγυπτο από την εποχή του Μωχάμεντ Αλί και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα. Ο Μιχαήλ Τοσίτσας κατάφερε να σχηματίσει με κολοσσιαία περιουσία το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, την οποία και διέθεσε για κοινωφελή ιδρύματα στο Μέτσοβο, την Αθήνα και την Αλεξάνδρεια. Ο Τοσίτσας θα φανερώσει μια άλλη πτυχή της ευεργεσίας όταν θα δαπανήσει πολλά χρήματα για να εξασφαλίσει την απελευθέρωση γυναικόπαιδων που είχαν πουληθεί σε σκλαβοπάζαρα στην Αίγυπτο. Παρόμοια, ο Νικόλαος Στουρνάρας κληροδότησε τεράστια ποσά χάρη στα οποία και με βάση τη διαθήκη του οργανώθηκε το Πολυτεχνείο Αθηνών σε ευρωπαϊκά πρότυπα γεγονός που φανερώνει την ευρυμάθεια και την ενημέρωση που είχαν οι άνθρωποι αυτοί για τις παιδευτικές καινοτομίες που έρχονταν από τη Δύση αλλά συγχρόνως και τη γνώση των αναγκών που είχε το νεαρό Βασίλειο. Ο Γεώργιος Αβέρωφ θα φροντίσει με τη σειρά του για την θεμελίωση του Καλλιμάρμαρου Σταδίου στο οποίο έγιναν το 1896 οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες, την επέκταση του Πολυτεχνείου, την δημιουργία κτιρίου για τη Σχολή Ευελπίδων κ.α. Ειδική αναφορά πρέπει να γίνει στην αγορά του περίφημου θωρηκτού «Αβέρωφ» που 12 χρόνια μετά το θάνατο του Μετσοβίτη ευεργέτη θα λάβει μέρος στους βαλκανικούς πολέμους χάρη στους οποίους απελευθερώθηκε η πατρίδα του η Ήπειρος.
Η Βόρεια Ήπειρος γέννησε σημαντικούς ευεργέτες που με ιδιαίτερη θέρμη προώθησαν την εκπαίδευση στην περιοχή. Στην Ήπειρο και την Αλβανία από τα μέσα του 19ου αιώνα εκδηλώνεται μια σταθερή οικονομική πρόοδος. Οι εμπορικές συναλλαγές σταθεροποιούνται και επεκτείνονται σε ολόκληρη την περιοχή από την Αδριατική ως την Κωνσταντινούπολη ιδίως από το 1850 και εξής. Η επίκαιρη θέση της Βόρειας Ηπείρου — ιδιαιτέρως της Κοριτσάς — ως σταυροδρόμι στο διαμετακομιστικό εμπόριο ανάμεσα στην Αυστρία και την Ιταλία αφενός και την Ήπειρο, τη Μακεδονία και την περιοχή της Κωνσταντινούπολης αφετέρου, αποτελεί ουσιαστικό παράγοντα διαμόρφωσης της οικονομικής ζωής. Δίνεται έτσι η δυνατότητα στους δραστήριους Έλληνες εμπόρους της περιοχής να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους σε ολόκληρη την έκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Βορειοηπειρώτες έχοντας ως εμπορικό άξονα την πόλη της Κοριτσάς συναλλάσσονται με την Αγγλία, τη Γαλλία, την Ελβετία, την Ολλανδία και με τις άλλες περιοχές της Αυτοκρατορίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι εξαιτίας του μεγάλου όγκου των εμπορικών συναλλαγών με τη Βρετανία, στην Κοριτσά λειτούργησε υποπροξενείο για τέσσερα χρόνια (1858-1862). Μάλιστα, έγιναν προσπάθειες για τη σύσταση και εμπορικού δικαστηρίου και Τράπεζας με πρωτοβουλία του υποπρόξενου της Βρετανίας Georgevitch, οι οποίες όμως απέτυχαν.
Η νέα αστική τάξη που διαμορφώθηκε στην Κοριτσά, το Αργυρόκαστρο, το Δέλβινο, τη Μοσχόπολη και στις άλλες πόλεις της περιοχής πέτυχε μέσω της οικονομικής προόδου να συνδράμει το έργο της εκπαίδευσης των Ελλήνων της περιοχής, να βοηθήσει στην πολιτισμική ανάταση των κατοίκων και να ενισχύσει την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ιδιαίτερα θα συμβάλει στην οικονομική και πολιτισμική αυτή ανανέωση η έκδοση του Χάτι Χουμαγιούν το 1856 που παραχωρούσε σημαντικά δικαιώματα στις εθνότητες της Αυτοκρατορίας. Τα εμβάσματα των Ελλήνων της διασποράς, εκείνων δηλ. που είχαν πλουτίσει από τις εμπορικές δραστηριότητες που ανέπτυξαν στα Βαλκάνια, την Κεντρική Ευρώπη και τη Ρωσία, αποτέλεσαν την βασική πηγή χρηματοδότησης της εκπαιδευτικής διαδικασίας στην περιοχή. Οι ίδιοι αυτοί οι έμποροι θα κατανοήσουν σύντομα τη σημασία της διαμόρφωσης μιας εθνικής παιδείας στα πλαίσια της προσπάθειας για την εθνική αποκατάσταση και ενώ οι βαλκανικοί εθνικισμοί γίνονται περισσότερο αισθητοί παρά ποτέ. Ειδικότερα με την όξυνση του Ανατολικού Ζητήματος από το 1878 και εξής, η ελληνική εκπαίδευση θα προσλάβει σημαίνουσα βαρύτητα στον Βορειοηπειρωτικό χώρο και στον αγώνα του Ελληνισμού απέναντι τόσο στο Νεοτουρκισμό που θα εκδηλωθεί το 1908 όσο και στην αφυπνισμένη αλβανική εθνική Κίνηση.
Ο Γεώργιος Σίνας με καταγωγή από τη Μοσχόπολη, γόνος μιας πανίσχυρης οικονομικά οικογένειας που είχε δημιουργήσει περιουσία στην Αυστροουγγαρία στα τέλη του 18ου αιώνα και είχε ενταχθεί επιτυχημένα στην ντόπια αριστοκρατία, συνέχισε την εμπορική αλλά και την αγαθοεργή δράση των προγόνων του. Η οικογένεια Σίνα είχε εγκατασταθεί από τα μέσα του 19ου αιώνα στη Βιέννη, είχε δραστηριοποιηθεί έντονα στο εμπόριο αλλά και στις εθνικές αναζητήσεις της ελληνικής ομογένειας, η οποία ήταν εξαιρετικά ευαίσθητη στα κελεύσματα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και πρωτοπόρα στην ανανέωση της ελληνικής παιδείας. Ο Γεώργιος Σίνας είχε εμπορικές επιχειρήσεις αλλά και βιομηχανίες νημάτων, χαρτοποιίες, σιδηροδρομικές και ακτοπλοϊκές εταιρίες, τράπεζα κ.ά. Από το 1833 μάλιστα ο Σίνας διατέλεσε γενικός πρόξενος της Ελλάδας στη Βιέννη και το 1842 ίδρυσε το Αστεροσκοπείο Αθηνών με δικά του έξοδα. Με τη διαθήκη του το 1856 φρόντισε να ενισχύσει την ελληνική κοινότητα Βιέννης και τα σχολεία της με σημαντικά ποσά. Ο διάδοχος του Σίμων Σίνας ο Νεώτερος, κληρονόμος μιας αμύθητης περιουσίας αλλά και έντονης φιλοπατρίας, προχώρησε στη χορήγηση ενός μεγάλου ποσού για την δημιουργία του κτιρίου της Ακαδημίας Αθηνών. Με δικές του δαπάνες αποκαταστάθηκε το κτίριο του Αστεροσκοπείου Αθηνών που είχε θεμελιώσει ο πατέρας του, ανοικοδομήθηκε η ορθόδοξη εκκλησία της Αγίας Τριάδας στη Βιέννη, και αποπερατώθηκε ο Μητροπολιτικός Ναός Αθηνών. Αλλά και στην Αυστρία και την Ουγγαρία ο Σίνας χορήγησε μεγάλα ποσά για την ενίσχυση της Παιδείας (κυρίως σε εμπορικές, καλλιτεχνικές σχολές και στην Ακαδημία της Βουδαπέστης) συνεχίζοντας έτσι την παράδοση των ελλήνων ευεργετών που φρόντιζαν και για τις χώρες όπου δραστηριοποιούνταν και πλούτιζαν. Ο Σίνας υπήρξε γενικός πρόξενος της Ελλάδας στη Βιέννη από το 1856 διαδεχόμενος τον πατέρα του και από το 1858 πρεσβευτής της Ελλάδας στη Βιέννη, το Μόναχο και το Βερολίνο ως το 1864.
Σημαντική υπήρξε η παρουσία των Ζωγράφειων Σχολείων στο μικρό χωριό Κεστοράτι, κοντά στο Αργυρόκαστρο. Η πλούσια οικογένεια των Ζωγράφων πρόσφεραν στην γενέτειρά τους εκπαιδευτικά ιδρύματα υψηλού επιπέδου, ισάξια με εκείνα των άλλων μεγάλων κέντρων του υπόδουλου Ελληνισμού (Κων/πολη, Σμύρνη, Θεσσαλονίκη κ.α.). Με δαπάνες του Χρηστάκη Ζωγράφου ιδρύθηκαν δύο διδασκαλεία αρρένων και θηλέων που προετοίμαζαν εκτός των άλλων δασκάλους για τα αλληλοδιδακτικά σχολεία της περιοχής. Την σημασία των διδασκαλείων τόσο στην εκπαίδευση των Ελλήνων όσο και στην προετοιμασία νέων δασκάλων επισήμαιναν συχνά και ο Ελληνικός Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος Κων/πολης και ο Ηπειρωτικός Φιλεκπαιδευτικός Σύλλογος της Κων/πολης τονίζοντας ιδιαίτερα την σημασία που είχε για το έθνος η παρεχόμενη παιδεία.
Ο Απόστολος Αρσάκης έζησε και έκανε περιουσία στη Ρουμανία όπου και κατάφερε το 1860 να αναδειχθεί και Υπουργός Εξωτερικών. Παρόλη την πολυσχεδή ενασχόλησή του ο Χοταχόβα ευεργέτης δεν λησμόνησε την πατρίδα του. Ένα σημαντικότατο μέρος της περιουσίας του το διέθεσε για την ενίσχυση της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας Αθηνών και για την ίδρυση των περίφημων σχολείων που έφεραν το όνομά του.
Από τη Βόρεια Ήπειρο (Άνω Λάμποβο) κατάγονταν και οι Αφοί Ζάππα. Τα εκπαιδευτήρια που φέρουν το όνομά τους στη Βόρεια Ήπειρο, στη Θράκη και στην Κωνσταντινούπολη εντάσσονται στην προσπάθεια για τόνωση των γραμμάτων. Το κληροδότημα του Κωνσταντίνου Ζάππα έδωσε τη δυνατότητα να χτιστούν πάμπολλα εκπαιδευτήρια στο Λάμποβο, στο Δέλβινο, στην Πρεμετή, στη Δρόβιανη και στη Νίβανη, Οι Ζάππα προώθησαν εξάλλου την ιδέα της βιομηχανικής ανάπτυξης της Ελλάδας και την Τεχνική εκπαιδευτική κατάρτιση, ενώ μεγάλα χρηματικά ποσά κατατέθηκαν στην «Εθνική Τράπεζα» με σκοπό την εκπαίδευση των νέων σε γεωργικές σχολές και για την έκδοση σύγχρονων γεωργικών εγχειριδίων, Στους στόχους τους εξάλλου ήταν η αναγέννηση της ολυμπιακής ιδέας και με δικά τους έξοδα ιδρύθηκε το «Ζάππειο Μέγαρο» με σκοπό την ενίσχυση των εμπορικών ανταλλαγών στην Αθήνα. Η περιουσία του Ζάππα ήταν τεράστια και η κληροδότησή της εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα προκάλεσε ένα τεράστιο νομικό ζήτημα που προσέλαβε το 1892 μεγάλες και απρόβλεπτες διπλωματικές διαστάσεις. Η ρουμανική κυβέρνηση επιζητούσε να παραμείνει στη Ρουμανία το μισό της περιουσίας του έλληνα ευεργέτη βάσει της νέας νομοθεσίας της χώρας. Το γεγονός αυτό προκάλεσε την αντίδραση της Ελλάδας σε μια εποχή μάλιστα που κορυφώνονταν οι προπαγανδιστικές δραστηριότητες των Ρουμάνων στην Μακεδονία με σκοπό τον προσηλυτισμό των Βλάχων. Οι Ρουμάνοι εξαπέλυσαν κύμα διώξεων εις βάρος των Ελλήνων που ζούσαν στη χώρα και μόνο μετά από μια πενταετία αποκαταστάθηκαν οι ελληνορουμανικές σχέσεις.
Στην νοτιοανατολική Αλβανία η Κοριτσά αποτελεί από τα μέσα του αιώνα το εκπαιδευτικό κέντρο ολόκληρης της περιοχής. Χάρη στη βοήθεια των ελλήνων εμπόρων από την Αίγυπτο ανασυστάθηκε το σχολείο της πόλης το 1836 και κλήθηκαν δάσκαλοι της αλληλοδιδακτικής μεθόδου. Χαρακτηριστική για τη σημασία που έδιναν οι Κοριτσαίοι στην εκπαίδευση είναι και το γεγονός της ίδρυσης ενός κοινοτικού ταμείου για την εκπαίδευση, του «Λάσσου», όπου οι πλούσιοι έμποροι αλλά και οι υπόλοιποι κάτοικοι κατέθεταν τις οικονομίες τους για τη συντήρηση και ενίσχυση των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της πόλης. Η Κοριτσά όμως στάθηκε και πρωτοπόρος στην εκπαίδευση καθώς από το 1857 και μετά λειτουργεί Παρθεναγωγείο, ένα από τα πρώτα στην περιοχή της Ηπείρου. Το 1889 ο Κοριτσαίος έμπορος Ιωάννης Μπάγκας, ο οποίος είχε δραστηριοποιηθεί επιχειρηματικά στην Αίγυπτο, τη Ρουμανία και την Αθήνα, πρόσφερε στην ελληνική κυβέρνηση το σύνολο της περιουσίας του. Ο Μπάγκας που τα προηγούμενα χρόνια συντηρούσε όπως και οι άλλοι Κοριτσαίοι έμποροι, το κοινοτικό ταμείο του «Λάσσου», εκτός από τα ποσά που διέθεσε για το ελληνικό βασίλειο υποστήριξε την ίδρυση Ελληνικού γυμνασίου στην πατρίδα του με σημαντικά υψηλή ετήσια τροφεία. Παρόμοια δαπάνη προέβλεψε και για τους Κοριτσαίους που θα φοιτούσαν στη Ριζάρειο Σχολή Αθηνών. Λίγα χρόνια αργότερα και χάρη στις ευεργεσίες του Αναστάσιου Αβραμίδη-Λιάκτση και του Ναούμ Κωνσταντίνου λειτουργεί μεγάλη αστική σχολή. Η περίπτωση του Αναστάσιου Αβραμίδη-Λιάκτση παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο Κοριτσαίος αυτός έμπορος που ζούσε και εργαζόταν στο Βουκουρέστι, είχε έρθει σε επαφή με την ευάριθμη αλβανική παροικία και ως το 1884 μετείχε σε ρουμανοβλαχικό σύλλογο από τον οποίο προήλθε η αλβανική εθνική κίνηση Dritta. Οι Αλβανοί του Βουκουρεστίου επεδίωξαν να πείσουν τον Λιάκτση να διαθέσει την περιουσία του για την ίδρυση αλβανικού σχολείου στην πόλη. Ύστερα από έναν ευρύ κύκλο συζητήσεων και επαφών ο Λιάκτσης αποφάσισε να χορηγήσει το κληροδότημά του στην ελληνική κοινότητα για τη συντήρηση και λειτουργία των σχολείων και άλλων κοινωφελών ιδρυμάτων στην Κοριτσά. Η δράση του Λιάκτση παρόλο που δεχόταν ισχυρές πιέσεις από τους «αλβανίζοντες» κύκλους του Βουκουρεστίου, προσέλαβε στο τέλος καθαρά ελληνικές εθνικές κατευθύνσεις σε μια περίοδο ιδιαίτερα έντονων εθνικών ζυμώσεων στον ευρύτερο αλβανικό χώρο.
Η ελληνική εκπαίδευση στην περιοχή απέκτησε σαφή εθνικό προσανατολισμό κυρίως μετά το 1880. Στόχος είναι η ενίσχυση της εθνικής συνείδησης των κατοίκων μέσω της γλώσσας και της θρησκείας. Η εμφάνιση μετά το 1878 ενός ολοένα και εντονότερου εθνικιστικού αλβανικού ρεύματος, καθώς και οι έντονοι εθνικιστικοί ανταγωνισμοί στον βαλκανικό χώρο, στρέφουν ολόκληρη την εκπαιδευτική διαδικασία στην τόνωση του εθνικού αισθήματος των Ελλήνων. Επιπλέον, η ελληνική εκπαίδευση έχει να αντιμετωπίσει ποικίλες προκλήσεις των ξένων προπαγανδών (κυρίως αυστριακή και ιταλική) που αναπτύσσονται στον χώρο.
Συνοψίζοντας, οι ποικίλες ανάγκες για την ίδρυση, συντήρηση και λειτουργία των σχολείων στις περισσότερες περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας καλύπτονταν από την τοπική εκκλησία, τις κοινότητες, τους συλλόγους και από δωρεές και ευεργεσίες ομογενών. Η Κοριτσά λόγου χάριν η οποία γύρω στα 1850 κατέχει τα σκήπτρα κοινοτικού πλούτου στην Ήπειρο και στη Μακεδονία, οφείλει τη διαμόρφωση αυτής της ιδιαίτερης πραγματικότητας στον ελληνισμό της διασποράς που βρίσκεται έξω από τον συγκεκριμένο τόπο, αλλά διατηρεί με αυτόν σταθερούς δεσμούς, οι οποίοι εστιάζονται στο ιδεολογικό επίπεδο. Έτσι διατηρούν τις ευγενείς παραδόσεις, τη φιλεργία, το φιλότιμο και το δια βίου διακαή πόθο να ευεργετήσουν την ελληνική τους γενέτειρα και τα πνευματικά της ιδρύματα. Στις χώρες του εξωτερικού, όπου είναι εγκατεστημένοι, παρά το γεγονός ότι κατέχουν ρυθμιστικές και ηγετικές θέσεις στους οικονομικούς κύκλους που ανήκουν, μένουν χωρίς ιδιαίτερους δεσμούς ενσωμάτωσης, αναφομοίωτοι από το ντόπιο στοιχείο.
Βασικό στοιχείο της περιόδου 1850-1900 για την αστική τάξη της διασποράς στη Ρουμανία αποτελούσε το θέμα των κληροδοτημάτων. Τα κληροδοτήματα αυτά συνήθως περιελάμβαναν ακίνητη περιουσία, καλλιεργήσιμες εκτάσεις, εκμίσθωση γαιών. Οι πόροι αυτοί εξασφάλιζαν ένα τακτικό εισόδημα, ικανοποιητικό και συνήθως ετήσιο. Αυτοί και ίσως και κάποιοι άλλοι ιδεολογικοί παράγοντες, καθώς και η ακτινοβολία της ελεύθερης Ελλάδας λειτουργούν ως ισχυρά κίνητρα όπως προκύπτει από την προσεκτική ανάγνωση των όρων των διαθηκών τους και εκφράζουν μια γενικότερη νοοτροπία των ευεργετών.
Οι ενέργειες αυτές συνηγορούν υπέρ της γενικότερης άποψης ότι η εθνική συνείδηση η οποία αναπτύσσεται στα Βαλκάνια και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη είναι συναρτημένη με τον πολιτισμικό πατριωτισμό. Εστιάζεται στο ιδεολογικό επίπεδο και τροφοδοτεί τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και την παρεχόμενη από αυτά παιδεία. Το κοινοτικό πνεύμα και το αίσθημα αλληλεγγύης προς το γενέθλιο τόπο συντελεί έτσι ώστε να ρυθμίζουν τις μετακινήσεις τους από τόπο σε τόπο, να συλλέγουν μεγαλύτερα κεφάλαια με σκοπό να εκπληρώσουν πληρέστερα τον εθνικό τους σκοπό. Δηλαδή τη γενική συνείδηση ταύτισης των εθνικών ιδεωδών με την πολιτισμική ακτινοβολία, καθώς και την συνείδηση της ελληνικής αστικής τάξης ότι η οικονομική της θέση δεν μπορούσε να διατηρηθεί χωρίς να αναπαραχθεί μια ειδικευμένη κοινωνική ομάδα με ευρύτερες πρακτικές οικονομικές γνώσεις και καλύτερη κλασική θεωρητική παιδεία μέσα στις συνεχώς διευρυμένες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες.

Σημείωση: Οι πάμπολλες παραπομπές και σημειώσεις της συγγραφέας δεν μεταφέρονται για λόγους ευνόητους.


Πηγή: Τα πρακτικά του ΚΒ’ Πανελληνίου Ιστορικού Συνεδρίου, που έλαβε χώρα στις 25, 26 και 27 Μαΐου του 2001.

Πηγή2: www.e-istoria.com

http://www.ideografhmata.gr/forum/viewtopic.php?f=114&t=10663