Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΟΣ ΤΟΥ 40. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΟΣ ΤΟΥ 40. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016

(22 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1940 - 12 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1941) Η ΚΟΡΥΤΣΑ ΥΠΟ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ

Ύψωση της ελληνικής σημαίας στην Κορυτσά
Ανθστης(ΦΠΖ) Θεοφάνης Βλάχος – Ιστορικός


Η πόλη της Κορυτσάς περιήλθε τις απογευµατινές ώρες της 22ης Νοεµβρίου κάτω από ελληνική διοίκηση για τρίτη φορά από το 1912. Σε χρόνο ρεκόρ, ο πρώτος Έλληνας φρούραρχος της πόλης, Αντισυνταγµατάρχης Πεζικού ∆ηµήτριος Θεοδωράκης, τύπωσε και τοιχοκόλλησε παντού προκήρυξη γραµµένη στα ελληνικά και στα αλβανικά στην οποία αναφερόταν ότι:
«Εν Ονόµατι του Βασιλέως τον Ελλήνων Γεωργίου του Β΄ και της Ελληνικής Κυβερνήσεως. Ανακηρύσσω αύθις τήν πόλιν Κορυτσάς Ελευθεραν και καλώ τον λαόν αυτής υποταγήν είς τους Ελληνικούς Νόµους.»
Με την είσοδο των ελληνικών δυνάµεων στην Κορυτσά συγκροτήθηκε µεικτή ελληνοαλβανική επιτροπή από τις θρησκευτικές αρχές και επιφανείς κατοίκους της πόλης οι οποίοι υπέγραψαν την παράδοση της Κορυτσάς στον Ελληνικό Στρατό:
«Η κάτωθι υπογεγραµµένη επιτροπή της πόλεως Κορυτσάς αποτελούµενη εκ των κυρίων: Αντιπροσώπου αρχιερέως Κορυτσάς Παπαϊωσήφ Σταυροφόρου, του Οσιωτάτου Μουφτή Αφεζ Τζαφέρ Αλή, του Γραµµατέως του ∆ηµαρχείου Κορυτσάς Πετράκη Πιλκάτη, του Προέδρου του εµπορικού Επιµελητηρίου Κορυτσάς Χαράλαµπου Μάνου, του Κότση Τζότζα, του Θεόδωρου Μαλίκη οδοντιάτρου, Βασιλείου Μπάλλη, Σκενδέρη Βίλα, Μηνά Ούτση, Τζάζε Ντισνίτσα, Μουαρέµ Μπούτκα, Σωτήριου Γκούρα, Ναούµ Στράλλα, Επαµεινώνδα Χαρισιάδη ιατρού παραδίδει την πόλη Κορυτσάς εις τους αντιπροσώπους των Ελληνικών Στρατευµάτων Αντισυνταγµατάρχη Θεοδωράκη ∆ηµήτριον και Ταγµατάρχη Πεζικού Χατζήν ∆ηµήτριον. Εν Κορυτσά της 22/Νοεµβρίου/1940.»
Μετά την ελληνική αντεπίθεση εντός του αλβανικού εδάφους και την απελευθέρωση πολλών περιοχών από την ιταλική κατοχή, προέκυψε η ανάγκη της εγκατάστασης ελληνικών υπηρεσιών για την άσκηση της πολιτικής και οικονοµικής διοίκησης. Το ελληνικό κράτος, έχοντας τη σχετική πείρα από προηγούµενους πολέµους, έθεσε άµεσα, στις 22 Νοεµβρίου, την Κορυτσά στην υπαγωγή της Στρατιωτικής ∆ιοικήσεως Κοζάνης, ενώ 5 µέρες αργότερα, στις 27 Νοεµβρίου, µε διαταγή του Αρχιστρατήγου Παπάγου συγκροτήθηκε η Στρατιωτική ∆ιοίκηση Κορυτσάς (Σ∆Κ). Αυτή θα περιελάµβανε οποιαδήποτε τµήµα του εχθρικού εδάφους θα περιερχόταν στη κατοχή του ΤΣ∆Μ ενώ Στρατιωτικός ∆ιοικητής Κορυτσάς ορίστηκε ο Υποστράτηγος Παπαδόπουλος Τηλέµαχος. 

%ce%ba%ce%bf%cf%81%cf%85%cf%84%cf%83%ce%b1
Τμήμα του Ελληνικού Στρατού στην Κορυτσά

Στις 10 ∆εκεµβρίου, ιδρύθηκε στην Κορυτσά έκτακτο Στρατοδικείου µε πρόεδρο τον Συνταγµατάρχη Χωροφυλακής Ντάκο Γεώργιο ενώ την ποινική αγωγή θα ασκούσε ο Στρατιωτικός ∆ιοικητής Κορυτσάς. Στις 14 ∆εκεµβρίου η Σ∆Κ αναβαθµίστηκε σε Ανώτερη Στρατιωτική ∆ιοίκηση Κορυτσάς (ΑΣ∆Κ) και τέθηκε στην υπαγωγή της η νεοσυσταθείσα Στρατιωτική ∆ιοίκηση Αργυροκάστρου (Σ∆Α). Στο τέλος ∆εκεµβρίου η ΑΣ∆Κ ανέφερε στο ΤΣ∆Μ ζητήµατα που είχαν ανακύψει στην περιοχή και ζήτησε την επίλυσή τους.  Αυτά αφορούσαν κυρίως την έλλειψη σε προσωπικό, καθορισµό των σχέσεων της µε τον µαχόµενο στρατό και τα πολιτικά Υπουργεία, ανάγκη δηµιουργίας δικτύου πληροφοριών και οργάνωσης στρατοδικείου,  ενίσχυση της φρουράς της πόλης και της υπηρεσίας περισυλλογής λαφύρων, ζητήµατα τροφοδοσίας του αµάχου πληθυσµού καθώς και θέµατα που αφορούσαν την εκµετάλλευση των δασών της περιοχής. 
Στις αρχές Ιανουάριου του 1941, η ΑΣ∆Κ, µε νέα διαταγή περνούσε στην υπαγωγή του Γενικού Στρατηγείου στην Αθήνα το οποίο και καθόρισε επ’ ακριβώς την αποστολή της. Ανάµεσα σε άλλα, της ανατέθηκε η εξασφάλιση του ανεφοδιασµού των στρατευµάτων που υπήρχαν στην περιοχή, ο έλεγχος των επιτόπιων γεωργικών και βιοµηχανικών πόρων, η οργάνωση στρατολογίας καθώς η λήψη µέτρων εναντίον εχθρικών άτακτων οµάδων. Παράλληλα, όφειλε να εξασφαλίσει την υγειονοµική περίθαλψη και στέγαση του αµάχου πληθυσµού, να µεριµνήσει για τους απόρους και να αναλάβει την επιδιόρθωση των κατεστραµµένων δικτύων συγκοινωνιών και διαβιβάσεων. Συγχρόνως επιφορτιζόταν για την τήρηση της δηµόσιας τάξης και ασφάλειας ενώ έπρεπε να δηµιουργήσει εσωτερικό γραφείο πληροφοριών σε συνεργασία µε τις στρατιωτικές µονάδες τις περιοχής. Τέλος καθοριζόταν η πειθαρχική και ποινική δικαιοδοσία του ∆ιοικητή της ΑΣ∆Κ και η δικαιοδοσία του πάνω στα όργανα της Βασιλικής Χωροφυλακής της περιοχής του.
Με την ίδια διαταγή, καθορίστηκε ότι η πολιτική διοίκηση της περιφέρειας της Στρατιωτικής ∆ιοίκησης Αργυροκάστρου περνούσε στην αρµοδιότητα του ∆ιοικητή της ΑΣ∆Κ.  Στις 7 Ιανουαρίου ιδρύθηκε στην Κορυτσά στρατιωτικό νοσοκοµείο τύπου Α χωρητικότητας 500 κλινών µε διευθυντή τον Αρχίατρο Σταθόπουλου Κωνσταντίνο. Αξίζει να αναφέρουµε ότι ήδη από τον ∆εκέµβριο λειτουργούσε και πρόχειρο νοσοκοµείο κτηνών υπό του ∆΄ Κτηνιατρικού Αποσπάσµατος.  Από τα παραπάνω φαίνεται το πόση σηµασία δόθηκε στην διοικητική οργάνωση της πόλης της Κορυτσάς η οποία άρχισε να µετεξελίσσεται σε κεντρικό σηµείο της συνέχισης του αγώνα στο αλβανικό έδαφος. Ο Ιταλικός Στρατός γνωρίζοντας τη σηµασία της πόλης και θέλοντας να πλήξει το ηθικό των κατοίκων και των ελληνικών δυνάµεων, εκτέλεσε το µεσηµέρι των Θεοφανίων, 6 Ιανουαρίου 1941, σφοδρό αεροπορικό βοµβαρδισµό.
%ce%ba%ce%bf%cf%81%cf%85%cf%84%cf%83%ce%b12
Οι συνέπειες για τα ελληνικά ένοπλα τµήµατα ήταν 8 στρατιώτες νεκροί και 26 τραυµατίες ενώ καταστράφηκε και ένα µέρος του νοσοκοµείου. Ο βοµβαρδισµός όµως έπληξε κυρίως τον άµαχο πληθυσµό της πόλης. Ο αριθµός των νεκρών έφτασε τους 36 (εκ των οποίων αρκετά µικρά παιδιά) και οι τραυµατίες ξεπέρασαν τους 43. Σηµαντικές καταστροφές υπήρξαν και σε πολλές δεκάδες σπίτια, ιδίως στις συνοικίες Μπάρτση και Μάνο, ενώ κατεδαφίστηκε ένα µεγάλο µέρος του µητροπολιτικού ναού.  Λίγες µέρες αργότερα, το Γενικό Στρατηγείο για να αποφύγει παρόµοιους βοµβαρδισµούς στο µέλλον, προώθησε στην Κορυτσά δύο ουλαµούς αντιαεροπορικών. 
Μέσα στα πλαίσια της αποστολής της ΑΣ∆Κ ήταν και η παρακολούθηση του «πνεύµατος του λαού» και των κοινωνικών και οικονοµικών συνθηκών του πληθυσµού της Κορυτσάς ο οποίος στο σύνολό του παρουσίαζε µεγάλη ετερογένεια. Αποκαλυπτική είναι η έκθεση για τη συµπεριφορά των κατοίκων της περιοχής της Κορυτσάς, η οποία στάλθηκε από την ΑΣ∆Κ στο Γενικό Στρατηγείο στις 4 Μάρτιου.
Σύµφωνα µε αυτή, η συµπεριφορά των κατοίκων υπήρξε σε γενικές γραµµές νοµοταγής µε ελάχιστες εξαιρέσεις ατόµων που καταδικάστηκαν για κατοχή όπλων, δολιοφθορές, κατασκοπία και διάδοση εχθρικής προπαγάνδας. Από την έκθεση γινόταν εµφανές ότι ο πληθυσµός της Κορυτσάς είχε χωριστεί σε τρεις κατηγορίες σχετικά µε την τύχη της περιοχής µετά τη λήξη του πολέµου. Οι κάτοικοι ελληνικής καταγωγής, όπως και την περίοδο 1912-1914, επιθυµούσαν την προσάρτησή της στο ελληνικό κράτος, ενώ όσοι ήταν αλβανικής καταγωγής είτε επιθυµούσαν µια ανεξάρτητη Αλβανία είτε ήταν φιλικά προσκείµενοι στην συνέχιση της ιταλοαλβανικής συνεργασίας. Βέβαια, οι εκδηλώσεις όλων των πλευρών ήταν διστακτικές διότι ούτε η Ελληνική Κυβέρνηση είχε ξεκαθαρίσει τη θέση της, πέρα από δηλώσεις ότι αγωνίζεται για την ελευθερία της Αλβανίας από τις ιταλικές δυνάµεις, ούτε η τύχη του πολέµου είχε κριθεί οριστικά.
Παράλληλα, η έκθεση αναφερόταν και στις δυσχέρειες που αντιµετώπιζε ο ντόπιος πληθυσµός λόγω της πολεµικής περιόδου. Γινόταν λόγος για στερήσεις σε είδη πρώτης ανάγκης, νέκρωση της εµπορικής κίνησης, καθυστερήσεις στην αποπληρωµή των επιταχθέντων ειδών, δυσκολία πληρωµής των µισθών και των συντάξεων καθώς και για την πίεση που δηµιουργούσε η συνεχή διέλευση στρατευµάτων. Σηµείωνε επίσης, ότι παρ’ όλη τη δυσµενή ατµόσφαιρα είχε δηµιουργηθεί µια θετική εντύπωση για τα ελληνικά στρατεύµατα λόγω του ότι σεβάστηκαν απόλυτα την οικογενειακή τιµή των κατοίκων.
Συγχρόνως, δίνονταν πληροφορίες σχετικά µε τις διαθέσεις των κατοίκων ανάλογα µε το θρήσκευµά τους. Οι χριστιανικοί πληθυσµοί της περιοχής, είτε ελληνικής καταγωγής είτε αλβανικής, ήταν στο σύνολό τους ορθόδοξοι. Η καθολική προπαγάνδα που διενεργούσε η Ιταλία καθώς και η εύνοια που έδειχνε προς τον µουσουλµανικό πληθυσµό είχε προκαλέσει την αντίδραση των ορθοδόξων οι οποίοι προέβησαν σε πράξεις αντίστασης κατά τη διάρκεια της ιταλικής διοίκησης της Κορυτσάς.
Οι πλέον δυσαρεστηµένοι µε την νέα κατάσταση ήταν οι πλούσιοι µουσουλµάνοι µπέηδες της περιοχής διότι µετά την αποχώρηση των ιταλικών δυνάµεων έχασαν µεγάλο µέρος της επιρροής τους στον πληθυσµό καθώς και πλήθος από τα προνόµια που απολάµβαναν. Επιπρόσθετα, µερικοί από τους µπέηδες είχαν συνάψει και οικογενειακούς δεσµούς µε τις ιταλικές δυνάµεις λόγω των πολλών µεικτών γάµων µε ιταλούς αξιωµατικούς και στρατιώτες. Παράλληλα, σύµφωνα µε την έκθεση, φιλοϊταλική ήταν και η διάθεση ορισµένων χωρικών µουσουλµάνων που επιθυµούσαν την επιστροφή της ιταλικής διοίκησης.
Η έκθεση κατέληγε µε προτάσεις για την βελτίωση του κλίµατος υπέρ της ελληνικής διοίκησης. Βασικός παράγοντας έπρεπε να είναι η προπαγάνδα για το αδύνατο της τελικής νίκης του Άξονα και η βεβαιότητα για την επικράτηση των Άγγλων και των Ελλήνων που πολεµούσαν τότε στο πλευρό τους. Επίσης, γινόταν λόγος για χρησιµοποίηση του συλλόγου της αλβανικής παροικίας των Η.Π.Α. µε στόχο την καλλιέργεια αντιϊταλικού κλίµατος στην Αλβανία ενώ προτεινόταν και µια ηθική συνδροµή της Τουρκίας µε την αποστολή προσώπων που είχαν τη δυνατότητα να επηρεάσουν τον µουσουλµανικό πληθυσµό.
Οι φιλοϊταλικές εκδηλώσεις ορισµένων στελεχών του µουσουλµανικού κλήρου της περιοχής και η επιρροή που ασκούσε σε µεγάλο µέρος του πληθυσµού ανησύχησαν το ΤΣ∆Μ, το οποίο µε διαταγή72 του προς την ∆ιεύθυνση Χωροφυλακής Κορυτσάς, συνιστούσε την επιτήρησή τους ώστε να εξακριβωθεί εάν εκτός από τα θρησκευτικά τους καθήκοντα ενεργούσαν και προπαγάνδα υπέρ της Ιταλίας, λόγω όµως της λεπτότητας του ζητήµατος καθιστούσε σαφές ότι για κανένα λόγο δεν θα έπρεπε να θιγεί το θρησκευτικό αίσθηµα των κατοίκων και πρότεινε τη χρησιµοποίηση ατόµων που άνηκαν στο ίδιο δόγµα.

Η ΑΣ∆Κ λειτούργησε µέχρι και την 12η Απριλίου του 194173 οπότε λόγω της γερµανικής εισβολής στην Ελλάδα αποφασίστηκε από την Ελληνική Ηγεσία η εκκένωση όλων των εδαφών της Αλβανίας.  Το µεγαλύτερο πρόβληµα το είχαν τα τµήµατα του ΤΣ∆Μ που βρίσκονταν στην Κορυτσά διότι ήταν άµεσος ο κίνδυνος αποκοπής των οδών υποχωρήσεως από τον Γερµανικό Στρατό που προέλαυνε στην ∆υτική Μακεδονία. Η απαγκίστρωση ξεκίνησε τις βραδινές ώρες της 12ης Απριλίου και µέχρι τις 15 Απριλίου, ο υποχωρητικός ελιγµός των ελληνικών δυνάµεων από την ευρύτερη περιοχή της Κορυτσάς, είχε ολοκληρωθεί χωρίς να υπάρξει καµιά ενόχληση από τον Ιταλικό Στρατό. 


Γενικού Επιτελείου Στρατού
Μέλια.
ΑΒΕΡΩΦ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Πέμπτη 17 Νοεμβρίου 2016

ΕΠΟΣ ΤΟΥ ΄40 : Η ΘΡΥΛΙΚΗ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΒΗΣΣΑΝΗΣ

Γράφει ο Γεώργιος Μέντζος

Η νικηφόρα μάχη της Βήσσανης εντάσσεται στις επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού για επανάκτηση των εδαφών της παραμεθορίου που είχαν καταληφθεί από τα ιταλικά στρατεύματα τις πρώτες ημέρες του πολέμου οπότε τα τμήματα προκαλύψεως της 8ης Μεραρχίας εκτελούσαν υποχωρητικό ελιγμό παρασύροντας τον αντίπαλο μέχρι τη γραμμή Καλπάκι-Καλαμάς.
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. 
 Την ηρεμία των πρώτων πρωινών ωρών της Δευτέρας 28ης Οκτωβρίου διέκοψε στις 4:00 το ηχηρό κουδούνισμα του τηλεφώνου του αξιωματικού υπηρεσίας Ανθυπασπιστή Βασιλείου Ευφραιμίδη (τραυματίστηκε στη μάχη της Βήσσανης) του 3ου  Λόχου προκαλύψεως του Ανεξαρτήτου Τάγματος Δελβινακίου. Τηλεφωνούσε ο Διοικητής του Υποτομέα Δελβινακίου Αντισυνταγματάρχης Μαρδοχαίος Φριζής που γνωστο-ποιούσε την είδηση για την επίδοση του ιταλικού τελεσιγράφου του Μουσολίνι και ότι την 6:00 πρωινή θα άρχιζε η επίθεση των Ιταλών. Ευθύς αμέσως ειδοποιήθηκε και το φυλάκιο «Ταμπούρι» που ήταν το πρώτο τμήμα κρούσης του Λόχου με 8 άνδρες με επικεφαλής τον Λοχία Μιχαήλ Μέντζο από τη  Βήσσανη. Ως σήμα προ­ειδοποιήσεως ορίστηκε η ρίψη δύο πυροβολι­σμών τυφεκίου όταν οι Ιταλοί θα διέρχονταν τις πυραμίδες. Τούτο έγινε περί ώρα 5:55 με τους Ιταλούς να φωνάζουν «Μεσημέρι στα Γιάννενα, μεσάνυχτα στην Αθήνα» (Mezzogiorno Janina, mezzanotte Atene) ενώ οι Αλβανοί σύμμαχοί τους εξέβαλαν άναρθρες κραυγές προς εκφοβισμό των Ελλήνων. Πέντε λεπτά νωρίτερα είχαν ακουστεί οι κρότοι από την ανατίναξη της γέφυρας της Κακαβιάς.



    Έτσι άρχισε ο πόλεμος και τις επόμενες τρεις ημέρες, δηλαδή μέχρι τις 30 Οκτωβρίου τα τμή­ματα προκαλύψεως αντιμετώπιζαν τους εισβολείς με απα­ράμιλλο ηρωισμό συμπτυσσόμενα προς την αμυντική τοποθεσία Καλπάκι-Καλαμάς σύμφωνα με το σχέδιο που είχε εκπονήσει ο διοικητής της 8ης μεραρχίας Υποστράτηγος Χαράλαμπος Κατσιμήτρος. Το Γενικό Επιτελείο είχε καθορίσει εκ νέου την αποστολή της μεραρχίας, δηλαδή περαιτέρω υποχώρηση μέχρι την κάλυψη του Ζυγού Μετσόβου και της διόδου προς Αιτωλοακαρνανία. Το σχέδιο του Γενικού Επιτελείου ήταν ανεδαφικό αφού θα καθιστούσε αδύνατο ένα μείζονα ελιγμό για κύκλωση του αντιπάλου  που θα είχε ήδη εισχωρήσει βαθειά στο ελληνικό έδαφος αφού κάτι τέτοιο προϋπέθετε ελληνικές δυνάμεις πολύ μεγαλύτερες από τις διατιθέμε­νες. Εξάλλου το σχέδιο αυτό αντέφασκε προς την ηττοπαθή αντίληψη του Aρχιστρατήγου Αλέξανδρου Παπάγου και του μάλλον ανεπαρκούς επιτελείου του για εμπλοκή με τον εχθρό απλώς για την τιμή των όπλων.  
Όμως, κατά τη γνώμη του Κατσιμήτρου οι ΄Ελληνες στρατιώτες κυρίως των παραμεθορίων περιοχών θα πολεμούσαν δυσκολότερα αφού θα είχαν εγκαταλείψει τους βωμούς και εστίες τους υποχωρούντες ενδεχομένως και άτακτα προκειμένου να πολεμήσουν νοτιότερα. Για το λόγο αυτό ο μέραρχος εφήρμοσε το δικό του σχέδιο για άμυνα μέχρι εσχάτων στη γραμμή Καλπάκι-Καλαμάς και στη συνέχεια αντεπίθεση και καταδίωξη των ιταλών εντός του αλβανικού εδάφους. Παρά την ανεπάρκεια των κονδυλίων είχε κατορθώσει με τη βοήθεια των κατοίκων με ουσιαστική συμβολή των γυναικών να κατασκευάσει αξιόλογα οχυρωματικά έργα που εκπλήρωσαν το σκοπό τους.   





Από την πλευρά τους οι Ιταλοί θα εφάρμοζαν το σχέδιο του αρχιστρατήγου Σεβαστιάνο Βισκόντι Πράσκα που προέβλεπε αφενός διάσπαση της αμυντικής διάταξης στη στενωπό Καλπακίου και αφετέρου


υπερκερωτικό ελιγμό σε σχήμα λαβίδας με δυτικό σκέλος Κονίσπολη-Φιλιάτες-Παραμυθιά-Γλυκή-Φιλιπ- πιάδα και ανα­τολικό σκέλος Λιασκοβίκι-Στράτσανη-Κεράσοβο-Βωβούσα-Μέτσοβο.


 Ο Ιταλός αρχιστράτηγος είχε παρασύρει τον Μουσολίνι στην αντίληψη ότι η εισβολή στην Ελλάδα θα συναντούσε μόνο συμβολική αντίσταση και βέβαια το πλήρωσε με την απαξιωτική αποπομπή του στις 9 Νοεμβρίου για να αντικατασταθεί από τον Ουμπάλντο Σοντού που και αυτός δεν διατήρησε τη θέση του για περισσότερες από τέσσερεις εβδομάδες.


    Στις 2 Νοεμβρίου τα ιταλικά στρατεύματα μετά καταιγισμό πυροβολικού και αεροπορική συνερ­γασία άσκησαν πίεση στον υποτομέα Σουδενών και Καλπακίου και το απόγευμα κατάφεραν να καταλάβουν το σημαντικό ύψωμα Γκραμ­πάλα (υψόμετρο 1201 μέτρα). Ωστόσο, την επόμενη ημέρα με σφοδρή αντεπίθεση του 15ου Συντάγματος υπό τον ταγματάρχη Κωνσταντίνο Πανταζή έγινε ανακατάληψη του υψώματος. Την ίδια ημέρα οι ιταλοί επαναλαμβάνουν την πίεση στο υποτομέα αλλά οι επιθέσεις τους αποκρούονται. Ειδικότερα στις 3 το απόγευμα τάγμα Βερσαλλιέρων με γύρω στα 65 άρματα μάχης επιτίθεται στο ύψωμα Καλπακίου που υπεράσπιζε το 1ο τάγμα του 40ου Συντάγματος Ευζώνων με έδρα την Άρτα και επικεφαλής τον Tαγματάρχη Αλέξανδρο Χρυσοχόου. Μετά την αποτυχία τους τα επιστρέφοντα άρματα δέχονται ομοβροντίες από επτά πυροβολαρχίες εγκαταστημένες στη Γκρίμπιανη με διοικητή τον ταγματάρχη πυροβολικού Δημήτριο Κωστάκη γνωστό για την ευστοχία του.

   Στις 7 Νοεμβρίου οι Ιταλοί εξαπέλυσαν και νέα επίθεση κατά του υποτομέα Σουδενών και κατέλαβαν τη Γκραμπάλα που ωστόσο ανακαταλήφθηκε με κεραυνοβόλο αντεπίθεση των Ελλήνων. Στις 8 Νοεμβρίου η κατάσταση είχε σταθεροποιηθεί και ο Χ. Κατσιμήτρος διέταξε την διενέργεια αντεπιθέσεων ευρείας κλίμακας που θα άρχιζαν στις 14 του ίδιου μήνα και θα μετέτρεπαν τον αγώνα από αμυντικό σε επιθετικό για την εκδίωξη των εισβολέων πέραν των συνόρων αλλά και την καταδίωξη τους εντός του αλβανικού εδάφους. Ειδικότερα η μεραρχία ακολούθησε στο σύστημα της προσβολής των πλευρών και νότων του εχθρού μέσω ελιγμών από ελαφρά οπλισμένα και επομένως ευκίνητα τμή­ματα. Μια από τις κατευθύνσεις ήταν αυτή του άξονα Δολιανά-Κουτσόκρανο που προϋπέθετε την εκκαθάριση της περιοχής Βήσσανης-Ρονίτσας-Δελβινακίου. Η Ρονίτσα είναι ύψωμα νοτιοδυτικά της Βήσσανης (βλ. χάρτη).


Σύνθεση δυνάμεων που έλαβαν μέρος στη μάχη της Βήσσανης

  Επικεφαλής της διλοχίας του Ανεξάρτητου Τάγματος προκαλύψεως Δελβινακίου ήταν ο ταγματάρχης Τζανής Αλιβιζάτος. Ο 3ος λόχος είχε επικεφαλής τον Λοχαγό Χρήστο Παπα­κώστα και διέθετε διμοιρία πολυ­βόλων στο Σταυροσκιάδι και φυλάκια στους Δρυμάδες και Μακρύκαμπο. Διοικητής του 2ου λόχου ήταν ο λοχαγός Κωνσταντίνος Γιαννόπουλος και διέθετε διμοιρία πολυβόλων στους Ποντικάτες και φυλάκια στο Ορεινό, Σκίπη, Παναγιά, Κακαβιά και Κατούνα. Ο 1ος λόχος με επικεφαλής τον υπολοχαγό Κωνσταντίνο Παπαδήμα με διμοιρία πολυβόλων στην Καστάνιανη και φυλάκια από την Αγία Μαρίνα μέχρι τη Βάλτιστα (ανατολικά της Μουργκάνας) δεν ενεπλάκη στη μάχη της Βήσσανης. 
 Στη μάχη της Βησσάνης έλαβαν μέρος εκτός από την προαναφερόμενη διλοχία, ένας Λόχος του 1ου Τάγματος του 40ου  Συντάγματος και ο προσκολληθείς και διαδραματίσας κρίσιμο ρόλο 6ος Λόχος του 15ου Συντάγμα­τος Πεζικού με έδρα τα Γιάννενα και επικε­φαλής τον Λοχαγό Δημήτριο Καραχάλιο.  Η συνολική δύναμη του σχηματισμού ανερ­χόταν περίπου σε 400 μαχητές. 
Στο Ανεξάρτητο Τάγμα συμμετείχαν από τη Βήσσανη 30 άνδρες και συγκεκριμένα ο ανθυπολοχαγός Στέφανος Βοσινάκης, οι λοχίες Μιχαήλ Μέντζος, Ελευθέριος Μαρούκης, Παναγιώτης Μπούτζος, Απόστολος Κωτσάκης, Φίλιππος Γκαμπάλιος, Σταύρος Βασα­γιάννης, οι δεκανείς Γεώργιος Στάθης, Νικόλαος Βαϊμάκης, Ανδρέας Πατσούρας, Χρή­στος Αρχιμανδρίτης, Απόστολος Τζάκος και οι οπλίτες Παντελής Άρμπυρος, Θωμάς Κωτσάκης, Ευάγγελος Ράπτης, Όμηρος Παπαγεωργίου, Χρήστος Χατζής, Κων/νος Χαρισιάδης, Γεώργιος Νεοφώτιστος, Νικόλαος Μπούσιας, Χριστόφορος Τσάτσικας, Δημοσθένης Στούπης, Παντελής Κασιάνης, Ιωάννης Ράπτης, Παντελής Καββάκος, Αλέξανδρος Τζάκος, Ματθαίος Βαϊμάκης, Βασίλειος Μηλιώνης, Ιωάννης Βέης, και Κωνσταντίνος Γκορίτσας.

     Στην παραπάνω δύναμη συμμετείχαν και στρατιώτες από άλλα χωρία και συγκεκριμένα Λίμνη 6, Λαχανόκαστρο 10, Άγιος Κοσμάς 6, Γεροπλάτανος 8, Μερόπη 7, Καστάνιανη 12, Περιστέρι 15, Αγία Μαρίνα 16, Κοσοβίτσα Βορείου Ηπείρου 1, Βασιλικό 16, Λάβδα­νη 18, Κρυονέρι 3, Δρυμάδες 4, Κακόλακκος 2, Φαράγγιον 8, Ξηρόβαλτος 2, Άνω Ραβέ­νια 7, Κάτω Ραβένια 9, Αργυροχώριο 9, Κτίσματα 9, Σιταριά 9, Στρατινίστα 4, Σταυρο­σκιάδι 3, Ψηλόκαστρο 4, Μαυρονόρος 2, Ποντικάτες 5, Βάλτιστα 6, Μαυροβούνι 2, Παλαιόπυργος 4, Παρακάλαμος 9, Κάτω Μερόπη 6, Ορεινό 3, Πωγωνιανή 8. Εξάλλου από την επαρχία Δωδώνης συμμετείχαν στρατιώτες από Δολιανά 4, Ασπροχώρι 2, Ελευ­θεροχώρι 4, Βαρνάδες 1 και  Πετροβούνι 1. Επίσης από Μεσολόγγι 2, Τριχωνίδα 1 και  Κέρκυρα 1.

 Για τους τόπους προέλευσης των ανδρών του Λόχου της 1ου Τάγματος του 40ου Συντάγματος Ευζώνων και του 6ου λόχου του 15ου Συντάγματος δεν υπάρχουν στοιχεία.


Η μάχη της Βήσσανης
    Η Βήσσανη και τα γύρω υψώματα είχαν καταληφθεί από ιταλικά στρατεύματα δυνάμεως Τάγματος κατά της πρώτες ημέρες υποχωρητικών ελιγμών των ελληνικών τμημάτων προ­καλύψεως που διήρκεσαν από τις 28 Οκτωβρίου μέχρι τις 13 Νοεμβρίου 1940 δεδομέ­νου ότι την επόμενη μέρα άρχισε η νικηφόρα αντεπίθεση των ελληνικών δυνάμεων. Τα ιταλι­κά τμήματα ανήκαν στην 23η Ορεινή Μεραρχία Πεζικού «Φερράρα» με επίστρατους κυ­ρίως από το Μπάρι και τη γειτονική περιοχή του οροπεδίου Murge και επικεφαλής τον Στρατηγό Λυκούργο Ζανίνι. Η Μεραρχία είχε δύναμη 16.000 ανδρών από τους οποίους 3.500 αλβανοί και είχε υπαχθεί σε ευρύτερο στρατιωτικό σχηματισμό που για προπαγανδι­στικούς λόγους είχε ονομαστεί Σώμα Στρατού Τσαμουριάς. Στο σχολείο, το παρθενα­γωγείο και τη στέρνα
δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου της Βήσσανης οι Ιταλοί είχαν εγκαταστήσει μονάδες ορεινού πυροβολικού και πολυβόλων για τον έλεγχο της ευρύτερης πε­ριοχής.


Στις 19 Νοεμβρίου και περί ώρα 2:00 πρωινή η διλοχία του ανεξάρτητου Τάγματος Δελβι­νακίου και ο 6ος λόχος  του 15ου Συντάγματος Πεζικού δια­τάχθηκαν από τον Αντισυνταγμα­τάρχη Μαρδοχαίο Φριζή που είχε την ευθύνη όλων τμημάτων πεζικού και πυροβολικού της περιοχής Δελβινακίου να διέλθουν τον ποταμό Γορμό που αποτελεί παραπόταμο του Καλαμά και να ανακαταλάβουν τη Βήσσανη και τα γύρω υψώματα. Στο πλαίσιο αυτής της διαταγής αποφασίστηκε η διέλευση του ποτα­μού από ανατολή προς δύση από δύο σημεία.  Έτσι ο 6ος Λόχος του 15ου Συντάγματος μαζί με διμοιρία πολυβόλων διήλθε τον ποταμό σε θέση κατά τη γραμμή Κάτω Ραβένια-Άγιος Βασίλειος και κατέλαβε υψώματα δεσπόζοντα της δυτικής όχθης του ποταμού και με τον τρόπο αυτό διευκόλυνε τη διάβαση και της υπόλοιπης δύναμης από το προβλεπόμενο σημείο στο ύψος του χωριού Λίμνη. Ωστόσο τούτο δεν ήταν ευχερές αφού το ύψωμα Ψηλή Ράχη και το χωριό κατέχονταν από ιταλικές δυνάμεις. Πράγματι και στις δύο προσπάθειες διάβασης το Τάγμα είχε απώλειες 4 νεκρούς και περί τους 20 τραυματίες. Ωστόσο η Διοίκηση Πεζικού της 8ης Μεραρχίας αρνήθηκε να επιτρέψει στο υπόλοιπο του Τάγματος να διέλθει από άλλη διάβαση καλυμμένη από βλάστηση και ως εκ τούτου μη προσβαλλόμενη ευχερώς από τον εχθρό. Προφανής αιτία της άρνησης ήταν το γεγονός ότι η εναλλακτική αυτή διάβαση δεν ήταν σημειωμένη στο χάρτη και υπήρχε κίνδυνος το βάθος του ποταμού να προκαλούσε πνιγμούς ενώ στις σημειωμένες διαβάσεις το βάθος δεν υπερέβαινε το ένα μέτρο. Κατόπιν τούτου μέρος του τάγματος είχε καθηλωθεί ανατολικά του ποταμού ενώ το τμήμα που είχε διέλθει παρέμενε στις θέσεις του σφυροκοπούμενο από πυρά πυροβολικού, όλμων και αυτομάτων όπλων των ιταλικών δυνάμεων που βρίσκονταν στο ύψωμα Ψηλή Ράχη.


    Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο 6ος Λόχος αντί να διέλθει τον ποταμό στο σημείο για το οποίο είχε διαταχθεί, παρεξέκλινε λόγω εσφαλμένου προσανατολισμού του οπλίτη από τη Βήσσανη που είχε ζητήσει ως οδηγό και τούτο εξαιτίας του σκότους. Η απόκλιση αυτή προκάλεσε αραίωση των ελληνικών δυνάμεων και δυσχέρανε την ανακατάληψη της Βήσσανης. Συγκεκριμένα η διέλευση έγινε δύο χιλιόμετρα βορειότερα  και όταν τούτο έγινε αντιληπτό ο λόχος έκανε λοξή στροφή αριστερά προς την κατεύθυνση του υψώματος Καγιούνενα οπότε όμως δέχθηκε πλευρικά πυρά αντεπίθεσης από εχθρική δύναμη ενός Τάγματος. Την 8:30 πρωινή ώρα ο λόχος κατέλαβε το εν λόγω ύψωμα που βρίσκεται Βόρειο-ανατολικά της Βήσσανης όπου ακολούθησε συμπλοκή με δύναμη του εχθρού αποτελούμενη από δύο λόχους που εκδιώχθηκαν από την τοποθεσία αυτή. Έτσι διευ­κολύνθηκε η διάβαση του ποταμού από τις υπόλοιπες δυνάμεις του ανεξαρτήτου Τάγματος που κατέλαβε και άλλα υψώματα βορειότερα αυτού που βρίσκεται κοντά στο εξωκλήσι του Αγίου Αθανασίου.


    Οι απώλειες του 6ου Λόχου ήταν μόνο ένας ελαφρά τραυματισμένος και τούτο οφείλεται μάλλον στην ταχύτητα της πορείας και τον αιφνιδιασμό του εχθρού που κατά τη φάση αυτή είχε 20 νεκρούς από τους οποίους δύο αξιωματικοί και 30 αιχμάλωτοι που παραδό­θηκαν προς φύλαξη στο ανεξάρτητο Τάγμα Δελβινακίου.


      Στη συνέχεια ο Λόχος απέκρουσε βέβαια την αντεπίθεση των Ιταλών αλλά καθηλώ­θηκε στη θέση αφού υφίστατο αρκετές απώλειες δεδομένου ότι τραυματίστηκε ο διοικητής του Δ. Καραχάλιος, δύο αξιω­ματικοί διμοιρίτες και 40 οπλίτες από τους οποίους τέσσερις θανάσιμα. Ωστόσο, το αίτημα του 6ου Λόχου προς το ανεξάρτητο Τάγμα που εκείνη τη στιγμή δεν υφίστατο πίεση, για ενίσχυση των νώτων του δεν φαίνεται να βρήκε ανταπό­κριση αλλά μόνο παρότρυνση για παραμονή στα καταληφθέντα υψώματα. Και ναι μεν οι εχθρικές επιθέσεις αποκρούον­ταν αλλά οι απώλειες του λόχου αυξάνονταν και τα πυρο­μαχικά εξαντλούνταν χωρίς και πάλι ανταπόκριση από το ανεξάρτητο Τάγμα με συνέπεια ο διοικητής του Λόχου να συστήσει οικονομία και εκδίωξη του εχθρού με τη φωνή «εφ’ όπλου λόγχη – Αέρα».


       Η θέση εξακολούθησε να κατέχεται μέχρι το απόγευμα και σ’ αυτό συνέτεινε η πα­ραμονή στο πεδίο της μάχης του τραυματισμένου Λοχαγού Δ. Καραχάλιου που δήλωσε στους στρατιώτες του ότι δεν εννοεί να εγκαταλείψει το ύψωμα λέγοντας επί λέξει «εγώ θα μείνω εδώ και αν θέλετε να αφήσετε τον λοχαγό σας να τον συλλάβουν αιχμάλωτο φύγετε». Η απάντηση των στρατιωτών ήταν με μια κραυγή «Όχι δεν θα τον εγκαταλεί­ψουμε, εδώ θα πεθάνουμε όλοι» και πυροβολούσαν όρθιοι. 


  Όταν τελικά ο διοικητής του Τάγματος ήλθε αυτοπροσώπως στο ύψωμα συνειδητο­ποίησε τη δυσχερή θέση στην οποία είχε περιέλθει ο 6ος Λόχος και διέταξε την ενίσχυσή του με πυρομαχικά. Επίσης διέταξε τον διοικητή του 3ου Λόχου Ευζώνων Λοχαγό Λέανδρο Δασκαλόπουλο προκειμένου με ένα ουλαμό του Λόχου του να διαβεί τον ποταμό και να προστρέξει προς ενίσχυση του 6ου Λόχου στο δεξιό του οποίου ο ουλαμός πράγματι έφθασε τις απογευματινές ώρες. Έτσι ο 6ος Λόχος όχι μόνο απέφυγε να συμπτυχθεί λόγω των απωλειών από τις συχνές επιθέσεις αλλά και να συγκρατηθεί στις θέσεις του επιφέ­ροντας σοβαρές απώλειες στον εχθρό.


   Τελικά παρά την άρνηση της Μεραρχίας και προκειμένου να ανακουφιστεί η δύναμη που είχε ήδη διέλθει τον Γορμό, έγινε διάβαση και της υπόλοιπης δύναμης από το μη χαρτο­γρα­φημένο σημείο και περί την 1:00 πρωινή ώρα της 20ης Νοεμβρίου άρχισε η κατά­ληψη των υψωμάτων νότια της Βήσσανης.


   Οι συγκρούσεις αυτής της ημέρας προκάλεσαν αυξημένες ελληνικές απώλειες. Για το λόγο αυτό εκδόθηκε διαταγή για την ταφή των νεκρών ελλήνων και ιταλών. Στη συνέχεια μετά από διαταγή του Αποσπάσματος έγινε συνένωση της εναπομείνασας δύναμης του 6ου Λόχου με το ΙΙ Τάγμα του 15ου Συντάγματος με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Μάρκο Κα­ραμαλέγκο. Με τη συνεργασία του ουλαμού του 3ου Λόχου Ευζώνων συνεχίστηκε η επίθεση και καταλήφθηκε η Βήσσανη και Λίμνη και τα γύρω υψώματα ενώ το Τάγμα κατέλαβε τα υψώματα Κουγιούνενα, Προφήτης Ηλίας και την περιοχή νότια της Βήσσανης. Συνελήφθησαν πολλοί αιχμάλωτοι και άφθονο πολεμικό υλικό. Οι εναπομεί­ναντες Ιταλοί για να αποφύγουν περικύκλωση και επωφελούμενοι από το εν τω μεταξύ επελθόν σκότος κατέφυγαν στους Ποντικάτες αφήνοντας πίσω τους τμήματα θυσίας. Επίσης καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας το πυροβολικό τους έβαλε κατά τακτά χρονικά διαστήματα.


    Ο ουλαμός υπό τον Λ. Δασκαλόπουλο κατέλαβε και τα αντερείσματα βόρεια του χω­ριού Λίμνη, καθώς και το χωριό όπου συνέλαβε περισσότερους από 100 Ιταλούς αιχμα­λώτους.
Απώλειες μάχης

     Στους νεκρούς της μάχης της Βήσσανης εξέχουσα θέση κατέχει ο επικεφαλής Ταγμα­τάρχης Τζαννής Αλιβιζάτος που είχε γεννηθεί στα Δαμολιανάτα της Κεφαλλονιάς το 1899 και από μικρή ηλικία είχε την επιθυμία να καταταγεί στο στράτευμα. Έτσι μετά τις γυμνασιακές σπουδές του εισήλθε στο Πολυτεχνείο, το οποίο εγκατέλειψε για να κατατα­γεί ως εθελοντής στο Στρατό της Εθνικής Άμυνας το 1917. Μετά από εξάμηνο ονομά­στηκε έφεδρος ανθυπολοχαγός και τραυματίστηκε στη μάχη του Σκρα (διαμπερές τραύμα δεξιού μηρού από θραύσμα οβίδας). Προτού αναρρώσει τελείως επανήλθε στο Λόχο του και τοποθετήθηκε στο τμήμα στρατού κατοχής Κωνσταντινουπόλεως. Στη συνέχεια ως Υπολοχαγός τοποθετήθηκε στη Μεραρχία Αρχιπελάγους και πολέμησε σχεδόν σε όλες τις μάχες της Μικράς Ασίας όπου τραυματίστηκε τρεις φορές



Το 1924 προήχθη σε λοχαγό και μονιμο­ποιήθηκε. Φοίτησε στη Σχολή Εφαρμογής Πεζικού και κατόπιν στην Ακαδημία Πολέμου.
Τον Αύγουστο του 1940 τοποθετήθηκε από το επιτελείο του Α΄ Σώματος Στρατού όπου είχε υπηρετήσει επί σειρά ετών ως επικεφαλής του ανεξάρτητου Τάγματος Δελβινακίου υπαγό­μενου στην 8η Μεραρχία. Έλαβε μέρος στη μάχη Καλπακίου και του υψώματος Προφήτης Ηλίας Δολιανών. Εφονεύθη στο εξωκλήσι Άγιοι Απόστολοι γύρω στις 2:00 το μεσημέρι στις 20 Νοεμβρίου τη στιγμή που παρακολου­θούσε με διόπτρα Zeiss Ikon τις κινήσεις των ιταλικών δυνάμεων στο ύψωμα απέναντι από το εξωκλήσι Αγίου Κοσμά δεχθείς σφαίρα από ριπή πολυβόλου στον αριστερό οφθαλμό που διήλθε πρώτα από τον αριστερό αντι­κειμενικό φακό της διόπτρας από πα­ρακείμενη ακατοίκητη οικία όπου ενέδρευαν τρεις Ιταλοί στρατιώτες. Ενταφιάστη­κε στο χωριό Δολιανά.

   Τη διοίκηση του Tάγματος ανέλαβε προσωρινά παρά τον τραυματισμό του ο Λοχαγός Χρήστος Παπακώστας που ήταν επικεφαλής του 3ου Λόχου προκαλύψεως. Ο Χ. Παπα­κώ­στας είχε γεννηθεί το 1900 στον Καταρράκτη Αγνάντων Άρτης και πολεμήσει στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας. Έλαβε μέρος μεταξύ άλλων στη μάχη Σταυροσκιαδίου-Δρυμάδων και τη γενική αντεπί­θεση Καλπακίου. Κατά τις επιθετικές ενέργειες του λόχου ετίθετο επικεφαλής και πα­ρέμενε πάντοτε όρθιος κινούμενος προς τα τμήματα του εχθρού εμψυχώνοντας τους άνδρες του με τα λόγια «Παιδιά όλες οι σφαίρες δεν σκοτώνουν». Εφονεύθη στις 28 Δεκεμβρίου 1940 κα­τά τη διάρκεια επίθεσης επί αλβανικού εδάφους προς κατάληψη του υψώματος 1730 ανατολικά του χωριού Λέκλη (Lekël). Συγκεκριμένα  εβλήθη στο στήθος από ριπή πολυβόλου στο ύψωμα 1615 Χόρμοβο (έκτοτε ύψωμα «Παπακώστα») νοτιοανατολικά του Τεπελενίου και εντα­φιάστηκε στο χωριό Λάμποβο (Ζάππα) που βρίσκεται βόρεια του Αργυροκάστρου.



     Ο 2ος Λόχος είχε 10 νεκρούς από τους οποίους ο διμοιρίτης ανθυπολοχαγός Κων­σταντίνος Παπαγεώργης της τάξης 1940 της Σχολής Ευελπίδων από τα Γαϊτανάκια Ζα­κύνθου που έπεσε στο ύψωμα του Αγίου Αθανασίου στις 19 Νοεμβρίου. Στο ύψωμα Άγιος Σπυρίδων έπεσε στις 20 Νοεμβρίου ο μόνιμος επιλοχίας Θεμιστοκλής Βαβουράκης από το χωριό Βισταγή Ρεθύμνου. Επίσης εφονεύθησαν, προερχόμενοι από άλλα χωριά του Πωγωνίου και διάφορες περιοχές της χώρας, οι μαχητές Σπυρίδων Δάκας από Αγία Μαρί­να, τραυματιστείς θανάσιμα στη θέση Μαντριά του υψώματος ΄Αγιος Αθανάσιος, Νικόλαος Χαρίσης από Σιταριά, τραυ­ματισθείς θανάσιμα στο ύψωμα Άγιος Κοσμάς και αποβιώσας στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων στις 25 Νοεμβρίου, Χρήστος Καρράς από Στρατινίστα, στα υψώ­ματα Βήσσανης, Γεώργιος Παπαγιάννης από Λάβδανη, στο άλσος της Μονής ‘Αβελ, Ευάγγελος Λάππας από Μουκοβίνα Λάκκας Σουλίου, στο ύψωμα Αγίου Κοσμά, Πέτρος Κεφαλάς από Πετροβούνι Δωδώνης, στα υψώματα Βήσσανης,  Βασίλειος Ράμμος από Καστάνιανη, στο ύψωμα Άγιος Σπυρίδων και Δημήτριος Παπαγρηγορίου από Καστρί Ηγου­μενίτσας, στα υψώματα Βήσσανης.
    
Ο 3ος Λόχος είχε 9 νεκρούς μεταξύ των οποίων ο Βησσα­νιώτης οπλίτης Όμηρος Παπαγεωργίου που εφονεύθη στη θέση Μαντριά του υψώματος Αγίου Αθανασίου στις 19 Νοεμβρίου. Από άλλα χωριά του Πωγωνίου και διάφορες περιοχές της χώρας εφονεύθησαν οι Παναγιώτης Κολίτας, δεκανέας από το Περιστέρι, στα υψώματα Βήσσανης, Κων­σταντίνος Νταβέλης από Μαυρονόρος, στα υψώματα Βήσσανης, Βασίλειος Δελάρης δεκανέας από Άγιο Κοσμά, στη θέση Μαντριά του υψώματος ΄Αγιος Αθανάσιος, Γρηγόριος Ζυγούνας από το Κεφαλόβρυσο, στη θέ­ση Μαντριά του υψώματος Αγίου Αθανασίου, Μιλά­νος Φωτιάδης από Φαράγ­γι, στο ύψωμα ΄Αγιος Αθανασιος, Λεβής Σαμουήλ από Κέρκυρα, στη θέση Μέγα Δένδρο,  Θεοφάνης Τσατής από Αγία Μαρίνα, στο ύψωμα  Άγιος Κωνσταντίνος και Θωμάς Σκέρλος από Λάβδανη, στο ύψωμα Άγιος Κων­σταντίνος.




Σ’ αυτούς θα πρέπει να προστεθούν και οι προερχό­μενοι από χωριά της Άρτας στρατιώτες Χρήστος Κακο­χρήστος από Μαρκινάδα, Αγαθοκλής Τσάκας από Τε­τράκωμο και  Κωνσταντίνος Δάσκαλος από Μεσόπυργο και υπηρετούντες στο 1ο Τάγμα του 40ου Συντάγματος Ευζώνων που εφονεύθησαν στη σύγκρουση στα υψώ­ματα Αγίας Τριάδας.

 Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, έπεσαν στο ύψωμα Αγίου Αθανασίου 4 στρατιώτες από τον 6ο λόχο του 15ου Συντάγματος Πεζικού. Πρόκειται για τους Τιμολέοντα Βάρδα από Δίλοφο Ζαγορίου, Γεώργιο Ευθυμίου από Κυραβγένα Τριχωνίδας, Νικόλαο Καλο­γιάννη από Βαρνάδες Δωδώνης και Δημήτριο Μέγγουλη από Λίππα Δωδώνης.

  Οι τραυματίες αξιωματικοί ήταν εκτός από τον Χρήστο Παπακώστα, οι Λοχαγοί Κωνσταντίνος Γιαννόπουλος και Δημήτριος Καραχάλιος, ο υπολοχαγός Βασίλειος Μπουζάνας, οι Ανθυπολοχαγοί Θεόδωρος Καλλικάντζαρος και Ελευθέριος Οικονόμου και οι Ανθυ­πασπιστές Βασίλειος Ευφραιμίδης και Στασινόπουλος. Οι οπλίτες τραυματίες ανήλθαν σε 36 μεταξύ των οποίων οι Βησσανιώτες Από­στολος Κωτσάκης, Βασίλειος Μηλιώνης, Κωνσταντίνος Χαρισιάδης και Κωνσταντίνος Τσέλιος.
  Από τους αμάχους η Άννα Χανδάνου εφονεύθη στις 20 Νοεμβρίου εντός της οικίας της από οβίδα πυροβόλου.
 Πηγές
Το παρόν σημείωμα κατέστη δυνατό να γραφεί κυρίως στη βάση του αρχείου που είχε συγκεντρώσει με προσπάθεια πολλών ετών ο πατέρας μου Μιχαήλ με την προοπτική συγγραφής λευκώματος πεσόντων στη μάχη της Βήσσανης και άλλες συγκρού­σεις στην ευρύτερη περιοχή του Πωγωνίου.

 Οι κυριότε­ρες πηγές για την περιγραφή των επιχειρήσεων που εξιστορούνται είναι ατελείς και προέρχονται από πολε­μικές αναφορές των Α. Χρυσοχόου μετέπειτα Ταξίαρ­χου σε πολεμική διαθεσιμότητα και Δ.Καραχάλιου, καθώς και σημειώσεις του διμοιρίτη του 6ου Λόχου του 15ου Συντάγματος Ανθυπολοχαγού Αλέξανδρου Σίτα, μετέπειτα Αντισυνταγματάρχη σε πολεμική διαθεσι­μότητα. Αντίθετα δεν υπάρχουν πηγές από υπηρετή­σαντες στη διλοχία του ανεξάρτητου Τάγματος Πωγωνίου με συνέπεια την έλλειψη περισ­σότερο ολοκληρωμένης αντίληψης των γεγονότων.


http://agpanag.blogspot.gr/search?updated-max=2014-08-14T13:22:00-07:00&max-results=7

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

16 έως 18 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1940 : Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΓΚΡΑΜΠΑΛΑΣ ΣΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ '40

Πηγή: Επίτομη Ιστορία του Ελληνοϊταλικού και Ελληνογερμανικού Πολέμου 1940-41 (ΓΕΣ / ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΡΑΤΟΥ) (Σελ. 48,49.50,51)
 
Στις 2 Νοεμβρίου το πρωί οι Ιταλοί είχαν ολοκληρώσει τις προετοιμασίες τους για την αποφασιστική τους επίθεση και από τις 0900 σμήνη ιταλικών αεροσκαφών σε διαδοχικά κύματα άρχισαν να βομβαρδίζουν τον Τομέα Νεγράδων και ιδιαίτερα τη Γκραμπάλα, το Καλπάκι, τη Μονή Βελάς, το αεροδρόμιο Ιωαννίνων και τη γέφυρα Μαζαράκη, χωρίς όμως σοβαρά αποτελέσματα. Βομβάρδισαν επίσης τα Ιωάννινα με αρκετές ζημιές και θύματα μεταξύ του άμαχου πληθυσμού. Τις μεσημβρινές ώρες αποχώρησε η αεροπορία και άρχισε σφοδρός βομβαρδισμός της τοποθεσίας από το ιταλικό πυροβολικό, με μεγαλύτερη πυκνότητα κατά της τοποθεσίας Ελαίας—Γκραμπάλας, με ασήμαντα όμως και πάλι αποτελέσματα. 

Στο μεταξύ τμήματα της Μεραρχίας «Φερράρα», η οποία είχε ενισχυθεί και με άρματα από τη Μεραρχία «Κενταύρων», άρχισαν να κινούνται κατά του Τομέα Νεγράδων και στις 1500 εκτόξευσαν την πρώτη τους επίθεση από πολλές συγχρόνως κατευθύνσεις, με ιδιαίτερη βαρύτητα κατά των υψωμάτων Γκραμπάλα και Ψηλορράχη. Η επίθεση, παρά την προετοιμασία της και τους σφοδρούς βομβαρδισμούς που είχαν προηγηθεί, αποκρούστηκε με σοβαρές απώλειες για τους Ιταλούς. Έτσι η ημέρα της 2ας Νοεμβρίου πέρασε χωρίς οι Ιταλοί να μπορέσουν να διαρρήξουν την τοποθεσία Ελαίας.



Στην απόκρουση της ιταλικής επιθέσεως συνέβαλε αποφασιστικά και το ελληνικό πυροβολικό, το οποίο, βάλλοντας με καταιγιστικά και εύστοχα πυρά κατά των επιτιθεμένων, τους αποδιοργάνωσε και τους ανάγκασε να κινούνται με αργό ρυθμό ή να ανακόπτουν την κίνηση τους, εξαιτίας των απωλειών. Κατά τη διάρκεια της νύχτας, επίλεκτα τμήματα ιταλικού πεζικού, ενισχυμένα και με Αλβανούς, κατόρθωσαν να αιφνιδιάσουν ελληνικό τμήμα, δυνάμεως λόχου περίπου, που κατείχε το ύψωμα Γκραμπάλα, να το ανατρέψουν και να καταλάβουν το ύψωμα. Η κατάληψη όμως αυτή δε διάρκεσε για πολύ, γιατί τις πρωινές ώρες της 3ης Νοεμβρίου τα ελληνικά τμήματα ενήργησαν αντεπίθεση και με αγώνα με τη λόγχη ανακατέλαβαν τη Γκραμπάλα. Ο εχθρός εγκατέλειψε σ' αυτή 20 νεκρούς, 6 αιχμαλώτους και πολλά όπλα και πυρομαχικά.


Εξάλλου το 47ο Ιταλικό Σύνταγμα Πεζικού που ήταν συγκεντρωμένο κοντά στη Γκραμπάλα—με αποστολή να ανέβει σ' αυτή μετά την κατάληψη της για να συνεχίσει προς τα υψώματα Ψηλορράχη και Ασσόνισα—έγινε έγκαιρα αντιληπτό και με τα πυρά τεσσάρων ελληνικών πυροβολαρχιών διαλύθηκε πριν καν εκδηλώσει την ενέργεια του. Το πρωινό της 3ης Νοεμβρίου πέρασε με την ανταλλαγή πυρών πυροβολικού και από τις δύο πλευρές στους Τομείς Νεγράδων και Καλαμά. Από τις 1000 εισήλθε στον αγώνα και η Ιταλική Αεροπορία, η οποία βομβάρδισε κυρίως τον Τομέα Νεγράδων. Στις 1600 ο εχθρός εκτόξευσε νέα επίθεση κατά του λόφου Καλπακίου με 50-60 άρματα, πλαισιωμένα με 80 περίπου μοτοσικλετιστές. Και αυτή όμως αναχαιτίστηκε από τα αντιαρματικά κωλύματα και τα εύστοχα πυρά του πυροβολικού. Τα περισσότερα από τα άρματα και τις μοτοσικλέτες καταστράφηκαν, ενώ τα υπόλοιπα υποχρεώθηκαν να υποχωρήσουν με σοβαρές ζημιές. Επίσης πολλές απώλειες είχε και το ιταλικό πεζικό, το οποίο δέχτηκε τα ελληνικά πυρά στους χώρους συγκεντρώσεως του, με αποτέλεσμα να μην εκδηλώσει την επίθεση του. Η αποτυχία αυτή του εχθρού αναπτέρωσε κατά πολύ το φρόνημα των Ελλήνων μαχητών, οι οποίοι για πρώτη φορά αντίκριζαν άρματα και εδραίωσε την πεποίθηση τους για την αποτελεσματικότητα της αντιαρματικής άμυνας.


Για τις 4 Νοεμβρίου, οι Ιταλοί προέβλεπαν να ενεργήσουν γενική επίθεση σε ολόκληρο το μέτωπο, πλην όμως την ανέβαλαν για την επόμενη ημέρα προφανώς για την πληρέστερη προπαρασκευή της. Έτσι η 4η Νοεμβρίου διέρρευσε μόνο με την προσβολή ολόκληρης της τοποθεσίας με πυρά πυροβολικού και σε ορισμένες περιπτώσεις και με την αεροπορία.


Στο μεταξύ η VIII Μεραρχία για να ενισχύσει τις θέσεις της στην τοποθεσία Ελαίας, απέσυρε τη νύχτα της 3/4 Νοεμβρίου τα τμήματα της, που βρίσκονταν στις θέσεις Σιάστη, Μονή Σωσσίνου και Ρεπετίστη δυτικά του Καλαμά, σε νέα τοποθεσία, στα ανατολικά του ποταμού, η οποία θεωρούνταν λιγότερο ευπρόσβλητη στα εχθρικά άρματα. Η σύμπτυξη πραγματοποιήθηκε αθόρυβα, στη διάρκεια της νύχτας, χωρίς να γίνει αντιληπτή από τους Ιταλούς.


 Από το πρωί της 5ης Νοεμβρίου οι Ιταλοί βομβάρδισαν σφοδρά τις περιοχές Γκραμπάλας και Βροντισμένης στον Τομέα Νεγράδων, τις θέσεις δυτικά  του Καλαμά ποταμού που είχαν ήδη εγκαταλειφθεί από τα ελληνικά τμήματα και την περιοχή Παραποτάμου (Βάρφανης) στον Τομέα Θεσπρωτίας.


Στον Τομέα Νεγράδων, οι Ιταλοί ύστερα από την προαναφερόμενη προπαρασκευή του πυροβολικού και της αεροπορίας, ενήργησαν στις 1430 νέα γενική επίθεση σε ολόκληρο το μέτωπο του, με μεγάλες δυνάμεις πεζικού και αρμάτων μάχης. Όμως και αυτή η επίθεση, παρά την ισχυρή υποστήριξη της από την αεροπορία και το πυροβολικό, απέτυχε και οι δυνάμεις των Ιταλών καθηλώθηκαν από τα ελληνικά πυρά, προ της αμυντικής τοποθεσίας με πολύ σοβαρές απώλειες. Τα άρματα μάχης, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν κυρίως στην περιοχή Παρακάλαμου, δέχτηκαν τα συγκεντρωτικά και εύστοχα πυρά του ελληνικού πυροβολικού με αποτέλεσμα να διασκορπιστούν και να καθηλωθούν στις ελώδεις εκτάσεις του Καλαμά ποταμού.


Η ιταλική επίθεση στον Τομέα αυτό συνεχίστηκε και κατά τις δύο επόμενες ημέρες, κυρίως κατά της τοποθεσίας Ελαίας, χωρίς κανένα και πάλι αποτέλεσμα. Επίλεκτα ιταλικά τμήματα, που κατόρθωσαν το βράδυ της 7ης Νοεμβρίου να καταλάβουν το ύψωμα Ψηλορράχη, νότια κορυφή της Γκραμπάλας, δέχτηκαν άμεση ελληνική αντεπίθεση και ύστερα από αγώνα «εκ των συστάδην» υποχρεώθηκαν να υποχωρήσουν αφού εγκατέλειψαν επί τόπου 45 νεκρούς, 7 αιχμαλώτους, 5 όλμους, 3 πολυβόλα και 4 οπλοπολυβόλα. Οι ελληνικές απώλειες ανήλθαν σε έναν αξιωματικό και 11 οπλίτες νεκρούς και έναν αξιωματικό και 33 οπλίτες τραυματίες. Αυτή ήταν και η τελευταία ιταλική προσπάθεια κατά της τοποθεσίας Ελαίας. Η Γκραμπάλα, το κλειδί της τοποθεσίας αυτής και του υψιπέδου των Ιωαννίνων γενικότερα, παρέμεινε στην κατοχή της VIII Μεραρχίας.


Στον τομέα Καλαμά, καμιά σοβαρή ιταλική ενέργεια δε σημειώθηκε κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, εκτός από την κατάληψη των εγκαταλειμμένων, από τα ελληνικά τμήματα, προωθημένων θέσεων στα δυτικά του Καλαμά ποταμού.


Στον Τομέα Θεσπρωτίας, οι Ιταλοί με την κάλυψη της αεροπορίας και του πυροβολικού, κατόρθωσαν στις 1015 της 5ης Νοεμβρίου να ζεύξουν τον Καλαμά ποταμό στην περιοχή Τσιφλίκι, να διαπεραιωθούν νότια από αυτόν και να δημιουργήσουν μικρό προγεφύρωμα. Την επομένη τα ιταλικά τμήματα—αφού διεύρυναν το προγεφύρωμα—κινήθηκαν προς τα νότια, κατέλαβαν την Ηγουμενίτσα και εξανάγκασαν τις εκεί υπάρχουσες περιορισμένες ελληνικές δυνάμεις να συμπτυχθούν νοτιότερα.


Η VIII Μεραρχία, εξαιτίας της ελλείψεως επαρκών εφεδρειών για τη διεξαγωγή επιβραδυντικού αγώνα στην περιοχή αυτή, διέταξε τα τμήματα της να διακόψουν την επαφή με τον εχθρό και να αποσυρθούν σε νέες θέσεις επί της τοποθεσίας όρη Σουλίου—Αχέροντας ποταμός, με αποστολή να απαγορεύσουν τις διαβάσεις προς την Πρέβεζα και τα Ιωάννινα. Για την ενίσχυση της παραπάνω νέας τοποθεσίας προωθήθηκε στη Φιλιππιάδα το 39ο Σύνταγμα Ευζώνων (μείον) της III Μεραρχίας. Ωστόσο οι ιταλικές δυνάμεις δεν παρενόχλησαν τις συμπτυσσόμενες ελληνικές δυνάμεις και δεν επιδίωξαν να εκμεταλλευτούν την επιτυχία τους. Αρκέστηκαν μόνο στην προώθηση ενός τμήματος Ιππικού μέχρι το χωριό Μαργαρίτι. Η στάση αυτή των Ιταλών δικαιολογείται μόνο από το φόβο τους να μην αποκοπούν από τις βάσεις τους, συνεχίζοντας την προέλαση τους στον Τομέα Θεσπρωτίας, ενώ δεν είχε ακόμη διασπαστεί η τοποθεσία Ελαίας.


Από τις 8 Νοεμβρίου, η επιθετική δραστηριότητα των Ιταλών διακόπηκε. Όπως διαπιστώθηκε αργότερα, κατά την ημέρα αυτή, ο Ανώτατος Διοικητής των ιταλικών δυνάμεων στην Αλβανία Στρατηγός Βισκόντι Πράσκα διατάχθηκε να αναστείλει τις επιθετικές του ενέργειες, ενώ ταυτόχρονα γινόταν αντικατάσταση του με το Στρατηγό Σοντού. Από τις 9 Νοεμβρίου, στο μέτωπο Ηπείρου, οι όροι των αντιπάλων αντιστράφηκαν. Οι Ιταλοί στον Τομέα Νεγράδων μετέπεσαν σε κατάσταση άμυνας, «ενώ στον Τομέα Θεσπρωτίας άρχισαν να συμπτύσσονται, διατηρώντας μόνο ένα περιορισμένο προγεφύρωμα νότια του Καλαμά ποταμού, που αποτέλεσε και το μοναδικό επίτευγμα της αιφνιδιαστικής επιθέσεως τους στο μέτωπο Ηπείρου. Έτσι, ύστερα από αμυντικό αγώνα δώδεκα ημερών κατορθώθηκε να συγκρατηθούν προ της τοποθεσίας Ελαίας οι ιταλικές δυνάμεις, που ανέρχονταν σε δύο μεραρχίες και να υποστούν φθορά ηθική και υλική τέτοια, ώστε η Ανώτατη Διοίκηση τους να αποφασίσει την αναστολή των επιθετικών επιχειρήσεων μέχρι την άφιξη νέων ενισχύσεων.


Στις 10 Νοεμβρίου το Στρατηγείο της VIII Μεραρχίας που βρισκόταν μέχρι τότε στο Φρούριο Ιωαννίνων, μετακινήθηκε στο χωριό Βελτίστα (Κληματιά).
Κατά τις τρεις επόμενες ημέρες η Μεραρχία ασχολήθηκε με διάφορες επιθετικές αναγνωρίσεις, η σημαντικότερη των οποίων υπήρξε αυτή που έγινε από τον Τομέα Θεσπρωτίας προς την κατεύθυνση της Ηγουμενίτσας και είχε ως αποτέλεσμα την κατάληψη, μέχρι τις 13 Νοεμβρίου, των υψωμάτων Αγίας Μαρίνας—Νεοχωρίου στα νότια του Καλαμά ποταμού και την εξάλειψη σχεδόν του ιταλικού προγεφυρώματος στην περιοχή αυτή. Στο μεταξύ, ύστερα από διαταγή του Γενικού Στρατηγείου, από τις 12 Νοεμβρίου η VIII Μεραρχία έπαυε να υπάγεται απευθείας σ' αυτό και στο εξής θα υπαγόταν στο Α' Σώμα Στρατού. Το Στρατηγείο του Α' Σώματος Στρατού από την ίδια ημερομηνία είχε προωθηθεί από την Αθήνα, δια μέσου της Καλαμπάκας, στο χωριό Βοτονόσι, παρά το 43ο χιλιόμετρο της οδού Ιωαννίνων—Μετσόβου. Προς την VIII Μεραρχία διαβιβάστηκε η παρακάτω διαταγή του Αρχιστράτηγου με την οποία εκφραζόταν η ευαρέσκεια του για τις μέχρι τότε επιτυχίες της: «Εκφράζομεν πλήρη Ικανοποίησιν δι' επιτυχή αντιμετώπισιν καταστάσεως επί λήξει περιόδου ενεργείας σας ως ανεξαρτήτου Μεραρχίας. Τούτο αφορά διοικητήν μεραρχίας πρωτίστως και εv αναλόγω βαθμώ συνεργάτας του».
 

Οι απώλειες της VIII Μεραρχίας κατά τον αμυντικό της αγώνα, από 1 μέχρι 5 Νοεμβρίου, ανήλθαν σε 3 αξιωματικούς και 57 οπλίτες νεκρούς και σε 5 αξιωματικούς και 203 οπλίτες τραυματίες. Οι περισσότερες από τις απώλειες αυτές οφείλονταν στους βομβαρδισμούς της Ιταλικής Αεροπορίας κατά των θέσεων του πυροβολικού, καθώς και στις τοπικές αντεπιθέσεις, οι οποίες έγιναν για την ανάκτηση εδαφών που είχαν καταληφθεί από τον εχθρό. Οι απώλειες των ιταλικών δυνάμεων, σύμφωνα με τις απόψεις του Στρατηγού Πράσκα, ανήλθαν από την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων μέχρι τις 5 Νοεμβρίου σε 17 αξιωματικούς και 354 οπλίτες νεκρούς και σε 65 αξιωματικούς και 1.134 οπλίτες τραυματίες. Ως αγνοούμενοι φέρονται 10 αξιωματικοί και 648 οπλίτες.

ΝΕΑ ΕΠΟΧΗ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Τετάρτη 7 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΕΑΡΙΝΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΤΩΝ ΙΤΑΛΩΝ (9-24 ΜΑΡΤΙΟΥ 1941)

Του Αντγου ε.α. Νικολάου Κολόμβα

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ελληνική . 
Χειμερινοί επιχειρήσεις-Ιταλική Εαρινή Επίθεσις (7 ίαν.-26 Map. 1941), Αθήναι, 1966.
. Επίτομη ιστορία του Ε/Ι και Ε/Γ Πολέμου 1940-41, ΔΙΣ/ΓΕΣ, Αθήνα 1985.
. Ιστορία Ελληνοϊταλικού Πολέμου 1940-1941, Αντιστρατήγου Αλ. Εδιπίδου, Αθήνα (Χ.Ε.).
. Οι δύο Πόλεμοι του 1940-41, Δ. Κόκκινου, Αθήναι 1945.
. Ελληνοϊταλικός Πόλεμος, Στρατηγού Δ. Μαχά, Αθήναι 1967.
. Ελληνική Εποποιία 1940-1941, Αγγ. Τερζάκη, Αθήνα, 1964.

Ξένη
. Ignavia contro, Francesco Pricolo, Roma 1946.
. Storia della Guerra di Grecia, Mario Cervi, Milano 19863.
. L' Esercito Italiano nella Campagnia di Grecia, Mario Montanari, Roma 1993.
Από το περιοδικό: Στρατιωτική Επιθεώρηση (Σεπ-Οκτ 2005)

Τα Προηγηθέντα
Οι αλλεπάλληλες ήττες που υπέστησαν οι ιταλικές δυνάμεις από την αρχή του πολέ­μου και η συνεχιζόμενη προέλαση του ελληνικού στρατού μέσα στο βορειοηπειρωτικό έδαφος, προκάλεσαν έντονες ανησυχίες στην ανώτατη ιταλική ηγεσία και ανάγκασαν τον Μουσολίνι να διατάξει στις 29/12/1940 την αντικατάσταση του, μόλις από τις 9/ 11/1940, Αρχιστράτηγου του θεάτρου Επιχειρήσεων Αλβανίας Στρατηγού Ουμπάλντο Σοντού (Ubaldo Soddu), με το νέο Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων Στρατηγό Ούγο Καβαλλέρο (Ugo Cavallero).
Ο Χίτλερ, στο μεταξύ, επειγόμενος να εκστρατεύσει κατά της Ρωσίας, συγκάλεσε στις 19 και 20 Ιανουαρίου 1941 μεγάλη σύσκεψη στο Σάλτσμπουργκ, όπου ο Μουσολίνι κατόρθωσε να αποσπάσει τη συγκατάθεση του Χίτλερ να οργανώσει μόνος του μια αποφασιστική επίθεση κατά της Ελλάδος, υπό τον όρο όμως να έχει ξεκαθαρίσει την κατάσταση μέχρι τέλος Μαρτίου 1941.
Για τον Μουσολίνι, κατά συνέπεια, δεν ήταν απλώς ζήτημα γοήτρου, αλλά κυρίως θέμα ύπαρξης και υπολογισμού πλέον της Ιταλίας ως ουσιαστικού - και όχι ως δορυφό­ρου - συμμάχου της Γερμανίας. Γι' αυτό σε μια απόρρητη έκθεσή του προς τον βασιλιά Βιττόριο Εμανουέλε (Vittorio Emanuele), ανέφερε: «Οφείλομεν να έχωμεν τουλάχιστον μίαν στρατιωτικήν επιτυχίαν, προ της εξαπολύσεως της επιθέσεως (κατά της Ελλάδος) κατά τας αρχάς Απριλίου υπό των Γερμανών».
Ο Μουσολίνι από την ημέρα εκείνη αφοσιώθηκε με όλες τις δυνάμεις του στην προπαρασκευή της επιχείρησης αυτής, αναπτύσσοντας πραγματικά καταπληκτική δρα­στηριότητα και ακούραστη ενεργητικότητα. Δέκα νωπές ιταλικές μεραρχίες στάλθηκαν στην Αλβανία, και προστέθηκαν στις ήδη εκεί υπάρχουσες δεκαπέντε. Αεροπλάνα κα­ταδιωκτικά και βομβαρδιστικά ενίσχυσαν την ιταλική αεροπορία που δρούσε κατά της Ελλάδος. Αυτοκίνητα σε χιλιάδες, πυροβόλα σε εκατοντάδες, παντοειδή άλλα εφόδια προωθήθηκαν μέρα νύχτα στην Αλβανία. Εκεί, νέοι δρόμοι διανοίχθηκαν, παλαιοί διευθετή­θηκαν, πολεμικά αεροδρόμια βελτιώθηκαν και γενικώς σημειώθηκαν άνευ προηγουμένου εργώδεις προσπάθειες και πυρετώδεις προετοιμασίες.
Ακόμη για να αναπτερωθεί το ηθικό του ιταλικού στρατού, ο «Ντούτσε του Φασισμού», όπως αρεσκόταν να προσαγορεύεται ο Μουσολίνι, προέτρεψε να καταταγούν στις Ένοπλες Δυνάμεις οι παράγοντες του Φασισμού. Στην πρόσκλησή του ανταποκρίθηκαν μέχρι τέλος Φεβρουαρίου και προσήλθαν στην Αλβανία να υπηρετήσουν ως αξιωματικοί, οι υπουργοί Μπαρτάι, Παβολίνι, Ρικάρντι, Ρίτσι, Γκόρλα, οι θορυβωδέστεροι από τους ανώτερους αξιωματούχους του Φασισμού Φαρινάτσι και Τζιανέτι, καθώς και ο γαμπρός του Μουσολίνι κόμητας Γκαλεάτσο Τσιάνο.
Τελικά, όταν ο Μουσολίνι πείσθηκε ότι τα πάντα έβαιναν κατ' ευχήν, το πρωί της 2ας Μαρτίου προσγειώθηκε στα Τίρανα πιλοτάροντας ο ίδιος το προσωπικό του αεροπλάνο. Μόλις έφθασε στην Αλβανία επέδειξε ακόμη πιο έντονη δραστηριότητα. Επισκέφθηκε τους σταθμούς διοικήσεως των μεραρχιών, των συνταγμάτων, των ταγμάτων και των λόχων ακόμα. Συνομίλησε με αξιωματικούς, αναμείχθηκε με τους στρατιώτες, δοκίμα­σε το συσσίτιό τους, χώθηκε κάτω από αντίσκηνα, πήγε σε αεροδρόμια, νοσοκομεία. Έλεγε σ' όλους, ακόμα και στους Αλβανούς «εθελοντές», πως από την επίθεση αυτήν και την επιτυχία της εξαρτιόταν το μέλλον της Ιταλίας και η ευτυχία αυτών των ίδιων. Προσπάθησε ιδιαίτερα - παραδόξως, χωρίς ν' αντιμετωπίσει αποδοκιμασίες - και τον εγωισμό τους να ερεθίσει, και τα ταπεινά τους ένστικτα να υποδαυλίσει.
Και όταν τέλος θεώρησε πως όλα ήταν έτοιμα, έδωσε το παράγγελμα της επίθεσης. Το βράδυ της 8ης προς 9η Μαρτίου διανυκτέρευσε στο προκεχωρημένο παρατηρητήριο του όρους Κόμαριτ, απ' όπου όχι μόνο επρόκειτο να παρακολουθήσει απλώς την επίθε­ση, αλλά και να τη διευθύνει ο ίδιος προσωπικά, δίνοντας διαταγές στον Αρχιστράτηγο Καβαλλέρο, που βρισκόταν συνεχώς στο πλάι του.
Υπενθυμίζεται ότι μετά την προσχώρηση της Βουλγαρίας στον Άξονα την 1/3/1941, άρχισαν από τις 2/3/1941 να εισέρχονται Γερμανικές Δυνάμεις στο έδαφός της και των οποίων οι εμπροσθοφυλακές έφθασαν στις 9/3/1941 προ των Ε/Β Συνόρων.


O Χώρος και οι Αντίπαλοι
α. H περιοχή του πεδίου της μάχης περιελάμβανε την εδαφική έκταση μεταξύ των ποταμών Άψου και Αώου, ιππαστί της κοιλάδας του παραποτάμου του Αώου π. Ντεσνίτσα και της κυρίας οδού Βεράτι-Μπαλαμπάν-Κλεισούρα. H γραμμή επαφής των εμπολέμων στοιχιζόταν επί των ΒΔ καταπτώσεων της Τρεμπεσίνας (υψ. 1710) - Φόντε (υψ. 1030) - Μπούμπεσι (υψ. 710) - Μάλι Σπαντάριτ (υψ. 1110).
Σημειώνεται, ότι η κατεχόμενη από τις ελληνικές δυνάμεις γραμμή, που είχε δημι­ουργηθεί συνεπεία των προσφάτων επιχειρήσεων, παρουσίαζε ορισμένες επικίνδυνες «εξέχουσες» προς τον εχθρό.
β. Οι Ιταλοί, είχαν αναθέσει την όλη επιχείρηση στην 11η Στρατιά, (Αντιστράτηγος Κάρλο Τζελόζο (Carlo Geloso)), ενώ η αναπτυγμένη βορειότερα 9η Στρατιά, (Αντιστράτηγος Αλεσσάντρο Πίρτσιο Μπιρόλι Masandro Pirzio Biroli)), δεν είχε καν ειδοποιηθεί ότι ο Ιταλικός Στρατός θα αποδυόταν στην πιο σοβαρή προσπάθειά του από την έναρξη του πολέμου. Οι δυνάμεις τους είχαν διατεθεί από βορρά προς νότον ως εξής:
Πρώτο Κλιμάκιο:
- 22 ΜΠ «Κυνηγοί των «Άλπεων». [Ταξίαρχος Τζιοβάννι Πιβάνο (Giovanni Pivano)]
- 59 ΜΠ «Κάλιαρι». [Υποστράτηγος Γκιουζέππε Τζιάννι (Giuseppe Gianni)]
- 38 ΜΠ «Πούλιε». [Υποστράτηγος Αλμπέρτο Ντ' Απόντε (Α^ιτΌ D' Aponte)]
- Λεγεώνα Μελανοχιτώνων με τα 152 και 155 Τάγματα Μελανοχιτώνων (στον αυχένα Σίσικουτ ιππαστί της αμαξιτής οδού).
- 24 ΜΠ «Πινερόλο». [Υποστράτηγος Γκιουζέππε Ντε Στέφανις (Giuseppe De Stefanis)]
- 2α ΜΠ «Σφορτσέσκα». [Υποστράτηγος Αλφόνσο Ολλεάρο (Alfonso Ollearo)]
Δεύτερο Κλιμάκιο:
- 47 ΜΠ «Μπάρι». [Υποστράτηγος Ματτέο Νέγκρο Matteo Negro)]
- 51 ΜΠ «Σιένα». [Υποστράτηγος Γκουαλτιέρο Γκαμπούττι (Gualtiero Gabutti)]
- 7 ΜΠ «Λύκοι της Τοσκάνης». [Υποστράτηγος Οττάνιο Μπολλέα (Ottanio Bollea)]
- Τρεις Λεγεώνες Μελανοχιτώνων. Εφεδρεία, στην περιοχή Τεπελενίου:
- 29 ΜΠ «Πιεμόντε». [Υποστράτηγος Ροντόλφο Νάλντι
- 131 Τεθωρακισμένη Μεραρχία «Κένταυροι». [Υποστράτηγος Τζιοβάννι Μάλι (Giovanni Magli)] Εκτός από τις ανωτέρω δυνάμεις, διέθεταν μεταξύ Άψου και Αώου ποταμών διάφορα συντάγματα Βερσαλλιέρων και τάγματα Αλπινιστών, των οποίων το σύνολο ανερχόταν σε δεκαπέντε περίπου τάγματα πεζικού και δύο τάγματα πολυβόλων. Επισημαίνεται, ακόμη, ότι οι Ιταλοί διέθεταν αρκετές «νωπές» δυνάμεις και δεν αντι­μετώπιζαν πρόβλημα αναπλήρωσης των απωλειών, ενώ η εξαιρετικά πολυάριθμη ιταλική αεροπορία υπερίσχυε σαφώς της ελληνικής, παρά τη σχετική ενίσχυσή της από την αγγλική αεροπορία.
γ. Οι Έλληνες, με το Β' Σώμα Στρατού, (Υποστράτηγος Γεώργιος Μπάκος), στην ζώνη του οποίου θα εκτοξευόταν η ιταλική επίθεση, παρέτασσαν από τον Αώο μέχρι τον Άψο π. τις ακόλουθες δυνάμεις:
Πρώτο Κλιμάκιο:
XVII ΜΠ (Υποστράτηγος Αναστάσιος Ρουσσόπουλος)
V ΜΠ (Υποστράτηγος Γεώργιος Παπαστεργίου) I ΜΠ (Υποστράτηγος Βασίλειος Βραχνός)
VI ΜΠ (Συνταγματάρχης (ΠΣ) Παναγιώτης Σπηλιωτόπουλος) XI ΜΠ (Συνταγματάρχης (ΙΠ) Σωκράτης Δημαράτος)
Δεύτερο Κλιμάκιο:
Ως εφεδρείες του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου (ΤΣΗ), (Αντιστράτηγος Ιωάννης Πιτσίκας), διατέθηκαν τρία συντάγματα, ανά ένα από τις ΜΠ πρώτου κλιμακίου XV και XVII και ένα από την VI ΜΠ, (Υποστράτηγος Νικόλαος Μάρκου), η οποία στάθμευσε στην περιοχή βορείως της Κλεισούρας. Επίσης, στην περιοχή του χωριού Λίμπχοβα (ΝΑ Αργυροκάστρου) είχε ετοιμότητα επέμβασης στη ζώνη του Β' ΣΣ. η IV ΜΠ.
Υπογραμμίζεται ότι η δύναμη των Ελληνικών Σχηματισμών είχε αισθητά μειωθεί, χωρίς να υφίσταται πλέον δυνατότητα ικανοποιητικής αναπλήρωσης των απωλειών. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι η V Μεραρχία Κρητών από την είσοδό της στον αγώνα στις 29 Ιανουαρίου μέχρι στις 18 Φεβρουαρίου είχε απώλειες 3344 άνδρες (νεκρούς, τραυ­ματίες, παγόπληκτους), επί συνόλου 13000 περίπου.
Τα Σχέδια των Αντιπάλων
Ιταλοί
H ιταλική επίθεση, σύμφωνα με το σχέδιο του Καβαλλέρο, που βρέθηκε στα έγγραφα συλληφθέντος τραυματία Ιταλού ταγματάρχη, θα εξαπολυόταν στις 9 Μαρτίου και θα εκδηλωνόταν σε περιορισμένο μέτωπο μεταξύ των ποταμών Αώου και Άψου, στη γενική κατεύθυνση Γκλάβα-Μπούμπεσι-Κλεισούρα, με σκοπό τη διάρρηξη της τοποθεσίας, στον τομέα της I Ελληνικής ΜΠ μεταξύ Τρεμπεσίνας και Μπούμπεσι και την προώθηση υπό μορφή σφήνας δια της κοιλάδας του Ντέσνιτσα π. προς τον οδικό κόμβο της Κλεισούρας. Έτσι, αποκόπτοντας στην Τρεμπεσίνα και στο Σεντέλι τις V και XVII ΜΠ αντιστοίχως και απωθώντας προς το Μάλι Γαρονίν τις XV και XI ΜΠ, θα προελαύναν στη συνέχεια δια της κοιλάδας του Αώου π. προς Πρεμετή-Λεσκοβίκι-Μέρτζανη, θα διαχώριζαν το βόρειο από το νότιο μέτωπο και θα κατευθύνονταν προς τα !ωάννινα, τα οποία αποτελούσαν και τον τελικό αντικειμενικό σκοπό της επίθεσης.
Η κύρια προσπάθεια επί μετώπου 6χλμ. ανατέθηκε στο VIII Σώμα Στρατού, (Αντιστράτηγος Γκαστόνε Γκαμπάρα (Gastone Gambara), με τις ΜΠ «Κάλιαρι», «Πούλιε», «Πινερόλο» και «Μπάρι», καθώς και Λεγεώνα Μελανοχιτώνων με δύο Τάγματα Μελανοχιτώνων. Το Σ.Σ. πλαισιωνόταν δεξιά (νότια) από τη ΜΠ «Σφορτσέσκα» του XXV Σ.Σ. και αριστερά (βόρεια) από τη ΜΠ «Κυνηγοί των Άλπεων» του IV Σ.Σ.
Ειδικότερα, το σχέδιο ενεργείας του VIII Σ.Σ. προέβλεπε επίθεση επί τριών κατευθύνσεων, με τις ακόλουθες δυνάμεις, προς κατάληψη των κάτωθι αντικειμενικών σκοπών (ΑΝΣΚ):
- 59 ΜΠ «Κάλιαρι»: «Να επιτεθεί στη βόρεια κατεύθυνση Κ!ΑΦΕ MΠOYMΠEΣI-TOΣKITΣI-ΜΠΡΕΓΚΟΥ MEMOYΛAZIT-MAΛI ΓAPONIN-MAΛI KPEΣOBAΣ και να καταλάβει το ΜΑΛ! ΓAPONIN (1ος ΑΝΣΚ) και ακολούθως το MAΛI KPEΣOBAΣ (2ος ΑΝΣΚ)».
- 38 ΜΠ «Πούλιε»: «Να επιτεθεί στην κεντρική κατεύθυνση MONAΣTEPO (Υψ. 731)-BINOKAZIT-MΠAΛAMΠAN-PONTEN-ΣOYKA-ΦPATAPI και να καταλάβει το PONTEN και τη ΣOYKA (1ος ΑΝΣΚ) και ακολούθως το ΦPATAPI (2ος ΑΝΣΚ)».
- 24 ΜΠ «Πινερόλο»: «Να επιτεθεί στη νότια κατεύθυνση αυχένας ΣIΣIKOYT-KIAΦE ΛOYZIT-ΨAPI-ΠONTΓKOPANI-KΛEIΣOYPA και να καταλάβει την ΠONTΓKOPANI (1ος ΑΝΣΚ) και την ΚΛΕ^ΥΡΑ (2ος ΑΝΣΚ).
- Λεγεώνα Μελανοχιτώνων με τα 152 και 155 Τάγματα Μελανοχιτώνων: «Να κινείται μεταξύ των Μεραρχιών «Πούλιε» και «Πινερόλο», ως συνδετικό τμήμα.
47 ΜΠ «Μπάρι»: Εφεδρεία. «Ακολουθούσα την κεντρική κατεύθυνση, να έχει ετοιμό­τητα επέμβασης υπέρ των Μεραρχιών πρώτου κλιμακίου, με προτεραιότητα υπέρ της κύριας προσπάθειας».
Το ανωτέρω σχέδιο του Στρατηγού Καβαλλέρο, σχετικώς περιορισμένου ΑΝΣΚ βάθους, που αποσκοπούσε κυρίως στην ανακούφιση του τομέα Αυλώνας, είχε προ­κριθεί απ' τον Μουσολίνι, έναντι του αντίστοιχου και πλέον φιλόδοξου σχεδίου, υπο­βληθέντος από τον διατελέσαντα πρώτο Αρχηγό των Iταλικών Δυνάμεων Αλβανίας και ήδη Υφυπουργό Στρατιωτικών Στρατηγό Αλφρέδο Γκουτζόνι (Alfredo Guzzoni). Αυτό, προέβλεπε κύρια επίθεση στον άξονα Βεράτι-Πόγραδετς-Κορυτσά-Καστοριά-Φλώρινα-Θεσσαλονίκη, αφενός μεν προς ανακατάληψη του κόμβου της Κορυτσάς και αντιστάθμιση της πρώτης σημαντικής ήττας των ^αλών κατά την έναρξη του πολέμου, αφετέρου δε στη συνδυασμένη προσπάθεια με την επικείμενη εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα μέσω Βουλγαρίας, προς κατάληψη της Φλώρινας και της Θεσσαλονίκης.
Έλληνες
Oι προπαρασκευές των Ιταλών είχαν ήδη γίνει αντιληπτές από το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου και το Β' Σ.Σ., σύμφωνα με τις οδηγίες του Γενικού Στρατηγείου και ενώ συνέχιζε τις τοπικές επιθετικές επιχειρήσεις του, είχε εκδόσει από τις 9 Φεβρουαρίου διαταγή αμυντικής εγκατάστασης. Αυτό το χρονικό διάστημα ήταν σημαντικό για τη συμπλήρωση της άμυνας και για τη σφυρηλάτηση του ηθικού των ανδρών, με απο­τέλεσμα κατά την έναρξη της ιταλικής επίθεσης, όλοι να είναι προπαρασκευασμένοι ηθικώς και υλικώς για την απόκρουσή της. Τις τελευταίες ημέρες πριν απ' την επίθεση και ιδίως στις 8 Μαρτίου, η υαλική Αεροπορία σημείωσε έντονη δράση, βομβαρδίζο­ντας εφεδρείες, συγκεντρώσεις τμημάτων, θέσεις πυροβολικού, σταθμούς διοίκησης, παρατηρητήρια κ.α.
H Διεξαγωγή της Μάχης
1η Ημέρα (9 Μαρτίου)
Στις 06.30 άρχισε η προπαρασκευή του εχθρικού πυροβολικού, η οποία διήρκεσε δυόμιση ώρες. Στον τομέα της I ΜΠ, (Διοικητής Υποστράτηγος Βραχνός) και σε μέτωπο 6 χλμ., 300 περίπου πυροβόλα διαφόρων διαμετρημάτων έβαλαν υπέρ τις 100.000 οβίδες, χωρίς να υπολογίζονται τα βλήματα όλμων 81 χιλ. Τα υψ. 717, Μπρέγκου Ραπίτ και 731 ανασκάφηκαν και τα μέσα διοίκησης εξαρθρώθηκαν.
Η επίθεση εκδηλώθηκε σταδιακά από την 07.30 ώρα σε ολόκληρο το μέτωπο της Μεραρχίας, από το υψ. 1308 στις βόρειες καταπτώσεις της Τρεμπεσίνας μέχρι το χωρίο Μπούμπεσι, όπου ο εχθρός εφάρμοσε την κύρια προσπάθεια. Με ανάλογη σφοδρότητα ενήργησε και κατά του υψ. 731, του οποίου οι υπερασπιστές με αγώνα σώμα­τος προς σώμα αποδεκάτισαν και ανέτρεψαν τους επιτιθέμενους. Νέα προσπάθεια των Ιταλών με άλλη μονάδα πέτυχε την κατάλη­ψη του υψ. 717 (500μ. δυτικά του υψ. 731), κείμενου εκτός της αμυντικής διάταξης, το οποίο, όμως με άμεση αντεπίθεση ανακαταλήφθηκε. Περί τις 12.00 οι Ιταλοί εξαπέλυσαν νέα επίθεση κατά των υψ. 1060, Κιάφε Λούζιτ, υψ. 731 και 717 και πέτυχαν μόνο την εκ νέου κατάληψη του υψ. 717
Τρεις ανανεωμένες επιθέσεις στις 14.00, 15.00 και 16.50 κατά των υψ. Κιάφε Λούζιτ, υψ. 1060, υψ. 731, Μπρέγκου Ραπίτ και υψ. 709 απέτυχαν, με σοβαρότατες απώλειες των επιτι­θέμενων, συλληφθέντων και 24 αιχμαλώτων.
Έτσι, η πρώτη ημέρα της επίθεσης στον τομέα της I ΜΠ, όπου εφαρμόσθηκε η κύρι­α προσπάθεια, είχε ως πενιχρό αποτέλεσμα την κατάληψη του εκτός διατάξεως υψ. 717. Xαρακτηριστικό γεγονός ήταν ότι, καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας, η Ιταλική Αεροπορία επέδειξε έντονη και συνεχή δραστηριότητα με τη συμμετοχή πλέον των 190 αεροσκαφών εξ ων 70 βομβαρδιστικά.
To B' Σ.Σ., κατά τη διάρκεια του αγώνα έσπευσε να ενισχύσει την I ΜΠ με ένα σύ­νταγμα της VI ΜΠ και με δύο ακόμη τάγματα από τις εφεδρείες του.
Στη ζώνη της XV ΜΠ, που αμυνόταν αμέσως δεξιά (βόρεια) της I ΜΠ, ο εχθρός είχε την ίδια τύχη και οι επιθέσεις του αποκρούσθηκαν με βαριές απώλειες.
Στο δεξιό (βόρειο) άκρο της διάταξης του B' Σ.Σ., που κατείχε η XI ΜΠ, επίσης, αντιμε­τωπίσθηκαν επιτυχώς σφοδρές επιθέσεις του εχθρού, ο οποίος επιδίωξε την κατάληξη των υψ. Μπρέγκον Λιούλεϊ και Μάλι Σπαντάριτ.
Την ίδια τύχη είχε και η επίθεση στη ζώνη της V ΜΠ, η οποία αμυνόταν αμέσως αριστερά (νότια) της I ΜΠ στην Τρεμπεσίνα.
H XVII ΜΠ, η οποία ήταν αναπτυγμένη στην περιοχή του αυχένα Μετζγκοράνης, αριστερά (νότια) της V ΜΠ, μεταξύ Σεντέλι και Τρεμπεσίνας, αντιμετώπισε κι αυτή με επιτυχία επίθεση των Ιταλών κατά του υψ. 1437 και του αυχένα Μετζγκοράνης.
Τέλος, στον τομέα της II ΜΠ νότια του Αώου π., η δράση των Ιταλών περιορίσθηκε σε εντατικούς βομβαρδισμούς πυροβολικού και όλμων.
Έτσι, έληξε η πρώτη ημέρα της πολυδιαφημισθείσας «Εαρινής» επίθεσης των Ιταλών, με μόνη την απώλεια του ελαχίστης τακτικής σημασίας υψ. 717, παρά τις τεράστιες προσπάθειες που καταβλήθηκαν και προς πλήρη απογοήτευση του Μουσολίνι. Το B' Σ.Σ. διατήρησε αρραγή την κύρια αμυντική τοποθεσία, ενώ τα τμήματα που δέχτηκαν την επίθεση, αμύνθηκαν με εξαιρετική γενναιότητα και υψηλό ηθικό.
2η Ημέρα (10 Μαρτίου)
Από τις 06.45, οι Ιταλοί επανέλαβαν την επιθετική τους προσπάθεια, προσβάλλο­ντας την αμυντική τοποθεσία της I ΜΠ με καταιγισμό πυρών πυροβολικού και πεζικού. Επακολούθησαν αλλεπάλληλες επιθέσεις κατά των υψ. 731, Μπρέγκου Ραπίτ και Τρεμπεσίνας σε όλη τη διάρκεια της ημέρας, χωρίς όμως αποτέλεσμα και με σοβα­ρότατες απώλειες των Ιταλών. O αγώνας υπήρξε σκληρός και σε πολλές περιπτώσεις εξελίχθηκε σε μάχη «εκ του συστάδην».
Σύνταγμα της Μεραρχίας «Πούλιε» το οποίο προωθήθηκε από τις 11.15 κατά μήκος της αμαξιτής οδού και επιχείρησε να υπερκεράσει το υψ. 731 από νότια, δέχθηκε καταιγιστικά πυρά όλων των όπλων από τα κατεχόμενα υψώματα Τρεμπεσίνας-Κιάφε Λούζιτ και 731, με αποτέλεσμα να ανατραπεί και να διαλυθεί. Άλλη υπερκερωτική ενέργεια των !ταλών δια μέσου της χαράδρας Πρόι Μαθ, αναχαιτίσθηκε ομοίως στο ύψος του υψ. 731.
Στον τομέα της XV ΜΠ, από τις 07.00 εκτοξεύθηκαν σφοδρά πυρά πυροβολικού και όλμων κυρίως κατά του Μπούμπεσι (υψ. 710) και υψ. 869 και ακολούθησαν αλλεπάλληλες επιθέσεις, οι οποίες και αποκρούσθηκαν με σοβαρές απώλειες για τον εχθρό.
Στον τομέα της XI ΜΠ, ο καταιγισμός πυρών πυροβολικού και όλμων διήρκεσε από τις 06.50 μέχρι τις 08.00 με ιδιαίτερη βαρύτητα κατά του υψ. Μάλι Σπαντάριτ, κατά του οποίου εκδηλώθηκε στις 09.30 ισχυρή ιταλική επίθεση. Επακολούθησε αγώνας «εκ του συστάδην», κάτω από πυκνή ομίχλη και ραγδαία βροχή, που έληξε με την απώθηση του εχθρού. Τμήματά του, που κατόρθωσαν να διεισδύσουν στα νότια του Μάλι Σπαντάριτ υπό την κάλυψη της ομίχλης, εκμηδενίσθηκαν με αντεπιθέσεις ενός τάγματος που προ­ωθήθηκε έγκαιρα για να αποκαταστήσει την τοποθεσία.
H XVII ΜΠ, σύμφωνα με προηγούμενο σχέδιό της, εξαπέλυσε επίθεση προς κατά­ληψη του υψ. 1623 της Τρεμπεσίνας δυτικά του υψ. 1437. Μαχόμενη, όμως, κάτω από δυσμενέστατες καιρικές και εδαφικές συνθήκες και αντιμετωπίζοντας φράγμα πυρών, αναγκάσθηκε να ανακόψει την επίθεσή της.
Τους τομείς των II και V ΜΠ, ο εχθρός προσέβαλε με πυροβολικό και όλμους και κυρίως σφυροκόπησε το υψ. Πούντα Νορντ.
3η Ημέρα (11 Μαρτίου)
Στις 04.30, με την ίδια σφοδρότητα των προηγουμένων ημερών συνεχίσθηκε η επίθεση στον τομέα της I ΜΠ με κύρια προσπάθεια και πάλι το υψ. 731, χωρίς αποτέλεσμα.
O εχθρός, επίσης, παράλληλα επανέλαβε την υπερκερωτική του ενέργεια στην περι­οχή Βινοκάζιτ δια μέσου της χαράδρας Πρόι Μαθ. Παρά την πυκνή ομίχλη, η διείσδυση των Ιταλών έγινε έγκαιρα αντιληπτή και δέχτηκαν καταιγιστικά πυρά από τα πλευρά και τα νώτα. Στις μεσημβρινές ώρες τα πυρά έπαυσαν, όταν οι Ιταλοί ύψωσαν λευκά μαντήλια σ' όλο το μήκος της χαράδρας και παραδίδονταν άοπλοι. Συνελήφθησαν 521 αιχμάλωτοι, μεταξύ των οποίων και τρεις ανώτεροι αξιωματικοί, ενώ καταμετρήθηκαν 250 νεκροί και κυριεύθηκε παντοειδές υλικό.
Στο μεταξύ, εντάθηκε ο βομβαρδισμός των ελληνικών θέσεων στην Τρεμπεσίνα-Κιάφε Λούζιτ και 731, κατά του οποίου ο εχθρός εξαπέλυσε στις 10.45 και νέα σφοδρή επίθεση. O αγώνας συνεχίσθηκε με πείσμα μέχρι τις 13.00, οπότε αποκρούσθηκε η επίθεση, όπως και αυτή κατά του Μπρέγκου Ραπίτ, με τρομερές απώλειες του εχθρού.
Στον τομέα της XV ΜΠ, οι Ιταλοί, μετά από σφοδρό βομβαρδισμό πυροβολικού, εκτόξευσαν δύο επιθέσεις, στις 08.00 και 16.00, οι οποίες αποκρούσθηκαν με σοβαρές γι' αυτούς απώλειες.
Στον τομέας της XVII ΜΠ ο εχθρός, μετά από σφοδρό βομβαρδισμό, επιτέθηκε κατά των υψ. Μετζγκοράνη και 1437, χωρίς επιτυχία. Δύο νέες επιθέσεις στις 17.00 και 19.30 είχαν το ίδιο αποτέλεσμα.
Στους τομείς των V και XI ΜΠ συνεχίσθηκε το σφυροκόπημα της τοποθεσίας, ενώ μικρής κλίμακας εχθρικές επιθέσεις αποκρούσθηκαν.
Τέλος, στον τομέα της II ΜΠ, η δράση του εχθρικού πυροβολικού δεν παρουσίασε την ένταση των δύο προηγούμενων ημερών.
Οι απώλειες της Ιταλικής Μεραρχίας «Πούλιε» και των Μονάδων Μελανοχιτώνων που μάχονταν στον τομέα της I ΜΠ, ήταν τόσο σοβαρές ώστε τη νύχτα 11/12 Μαρτίου η Ιταλική Διοίκηση προώθησε εκεί την εφεδρική Μεραρχία «Μπάρι».
Στις 00.45 εκδηλώθηκε νέα σφοδρότα­τη αιφνιδιαστική νυκτερινή επίθεση στον τομέα της I ΜΠ, από ανέπαφα τμήματα της νεοεισελθούσας Μεραρχίας «Μπάρι», κατά των υψ. 731 και Μπρέγκου Ραπίτ με την υποστήριξη μάζας πυροβολικού που επεκτάθηκε και στο υψ. Κιάφε Λούζιτ. Τα τμήματά μας, όμως, που βρίσκονται σε αυξημένη ετοιμότητα, απέκρουσαν τους επιτιθέμενους με πυκνά πυρά και αγώνα «εκ του συστάδην».
4η Ημέρα (12 Μαρτίου)
Στις 05.30 επαναλήφθηκε η επίθεση χωρίς προπαρασκευή πυροβολικού στη ζώνη από το υψ. 1060 της Τρεμπεσίνας μέχρι του υψ. Μπρέγκου Ραπίτ, με την ίδια κατάληξη.
Στις 09.30 απόπειρα διεισδύσεως του εχθρού προς το Κιάφε Λούζιτ είχε την αυτήν τύχη.
Από τις 11.00 η δράση του εχθρού περιορίσθηκε σε βομβαρδισμό πυροβολικού σε όλη την έκταση του τομέα της I ΜΠ.
Στον τομέα της XV ΜΠ, δύο επιθέσεις κατά του Μπούμπεσι αποκρούσθηκαν.
Στους τομείς των II, V, XI ΜΠ συνεχίσθηκαν οι βολές πυροβολικού όλο το 24ωρο.
Στον τομέα της XVII ΜΠ, καταπληκτική καταδρομική ενέργεια ελληνικής δύναμης δύο ομά­δων υπό υπολοχαγό ΝΔ της Μετζγκοράνης, είχε ως αποτέλεσμα την αιχμαλωσία 12 Ιταλών αξιωματικών και 223 οπλιτών, καταληφθέντων «εξαπίνης» στη βάση εξόρμησής τους.
H μέχρι τότε πλήρης αποτυχία των Ιταλών έβαλε σε ζωηρή ανησυχία τον Μουσολίνι, σε συνδυασμό και με έκθεση του Στρατηγού Τζελόζο που ανέφερε ότι η όλη επιχείρηση έπρεπε να θεωρείται αποτυχούσα. Μετά απ' αυτό, ο Μουσολίνι το απόγευμα της 12ης Μαρτίου συγκάλεσε σύσκεψη των Διοικητών των Μεγάλων Μονάδων, όπου τόνισε την ανάγκη συνέχισης της επίθεσης με όλες τις διαθέσιμες δυνάμεις για να επιτευχθούν οι τεθέντες αντικειμενικοί σκοποί, προτού οι Γερμανοί επιτεθούν κατά της Ελλάδος στις αρχές Απριλίου, όπως αναμενόταν.
Με βάση αυτήν την απόφαση, στις 21.15 διέταξε τον παρευρισκόμενο Α/ΓΕΑ Πτέραρχο Πρίκολο να διαθέσει την επόμενη ημέρα όλο το διατιθέμενο αεροπορικό δυναμικό.
5η Ημέρα (13 Μαρτίου)
Μέχρι τη μεσημβρία, ο τομέας της I ΠΜ παρουσίαζε τη συνήθη δράση πυροβολικού και όλμων. Από τις 13.30 εκδηλώθηκε σφοδρός βομβαρδισμός σε όλη την αμυντική τοποθε­σία και στις 15.30 εκτοξεύθηκε ισχυρότατη επίθεση κατά των υψ. 731 και Μπρέγκου Ραπίτ, ενώ ταυτόχρονα 31 αεροσκάφη διώξεως που συνόδευαν 4-5 πεντάδες βομβαρδιστικών υποστήριζαν την όλη ενέργεια. O αγώνας συνεχίσθηκε μέχρι τις απογευματινές ώρες και οι επιτιθέμενοι ανατράπηκαν οριστικά, με μεγάλες απώλειες κι από τις δύο πλευρές.
Στις 18.00 οι Ιταλοί εξαπέλυσαν και νέα επίθεση χωρίς προπαρασκευή πυροβολικού κατά του υψ. 731, τη δεκάτη τρίτη στη σειρά, η οποία και πάλι αποκρούσθηκε.
Στους τομείς των V, XI, XV και XVII ΜΠ, σημειώθηκε μόνο δράση πυροβολικού με ιδιαίτερη ένταση κατά του υψ. 710 (Μπούμπεσι) και νότια μέχρι Κιάφε Λούζιτ. H Ιταλική Αεροπορία με 200 εξόδους σε διαδοχικά κύματα ενήργησε βομβαρδισμούς σε όλη τη ζώνη του Β' Σ.Σ. και κυρίως κατά των υψ. 1308, Κιάφε Λούζιτ και Μάλι Σπαντάριτ.
Έτσι και η 5η ημέρα κατέληξε σε πλήρη αποτυχία των Ιταλών, παρά τις προτροπές και αγωνιώδες εκκλήσεις του Μουσολίνι και της μαζικής επέμβασης της Αεροπορίας και τους καταιγισμούς του πυροβολικού τους.
6η Ημέρα (14 Μαρτίου)
Στον τομέα της I ΜΠ, οι Ιταλοί από τις 00.30 άρχισαν να προωθούν μικρά τμήματα στη χαράδρα Πρόι Βέλες, βόρεια του Μπρέγκου Ραπίτ, τα οποία με το πρώτο φως έγιναν αντιληπτά. Επακολούθησε αντεπίθεση των Ελλήνων, που κατέληξε στην άτακτη υποχώρηση των Ιταλών και στη σύλληψη 25 αιχμαλώτων.
Τις πρωινές ώρες επαναλήφθηκε σφοδρός βομβαρδισμός πυροβολικού μέχρι τις 10.00, οπότε οι Ιταλοί εξαπέλυσαν και πάλι ισχυρότατη επίθεση κατά των υψ. 731 και Μπρέγκου Ραπίτ, η οποία περί την 12.30 αποκρούσθηκε.
O βομβαρδισμός πυροβολικού και αεροπορίας συνεχίσθηκε και στις 15.00 εξαπολύθη­κε και νέα επίθεση, η δεκάτη πέμπτη, εναντίον του υψ. 731 και Μπρέγκου Ραπίτ. Μετά σκληρότατο και εναλλασσόμενο αγώνα μέχρι τις 17.00, οι Ιταλοί πέτυχαν να καταλάβουν μικρά τμήματα των υψ. 717 και 731, αλλά οι υπερασπιστές τους με θυελλώδη αντεπί­θεση τους ανέτρεψαν. Προσπάθειά των Ιταλών να ανασυγκροτηθούν στη χαράδρα Πρόι Βέλες για να επιτεθούν στο υψ. 717, ματαιώθηκε από τα πυρά πυροβολικού.
Στις 18.00 και νέα αιφνιδιαστική επίθεση, χωρίς προπαρασκευή πυροβολικού, κατά του υψ. 731, η δεκάτη έκτη, και πάλι απέτυχε. Την ίδια τύχη είχε και επίθεση που εκτο­ξεύθηκε κατά του υψ. 1060 στο αριστερό της Μεραρχίας.
Να σημειωθεί ότι το δάσος που κάλυπτε τα υψ. 731 και 717 (Μπρέγκου Ραπτ) είχε πλέον πλήρως εξαφανισθεί, λόγω της σφοδρότητας των πυρών του επιτιθέμενου από την αρχή του αγώνα.
Στους τομείς των XI, XV και XVII ΜΠ, σημειώθηκε περιορισμένη δράση πυροβολικού.
Στον τομέα της V ΜΠ, εκτοξεύθηκαν δύο επιθέσεις στις 07.00 και 12.00 κατά του υψ. Πούντα Νορντ, που αποκρούσθηκαν.
H αποτυχία των Ιταλών και την έκτη ημέρα της επίθεσης ήταν πλήρης, παρά τους συνεχείς κατά κύματα βομβαρδισμούς της Ιταλικής Αεροπορίας, που ξεπέρασε τις 300 εξόδους σ' αυτήν την ημέρα.
7η Ημέρα (15 Μαρτίου)
Μέχρι τις 13.00 επικράτησε ηρεμία. Λίγο αργότερα, όμως, το εχθρικό πυροβολικό άρχισε να βάλει δραστικά κατά των υψ. 731 και Μπρέγκου Ραπίτ και κατά διαστήματα κατά των Κιάφε Λούζιτ και Μαζιάνι. Ο βομβαρδισμός συνεχίσθηκε μέχρι τις 1800 και στις 2000 με την επέλευση του σκότους. Οι Ιταλοί επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά, χωρίς προπαρασκευή πυροβολικού, κατά του υψ. 731. H επίθεση αποκρούσθηκε με χειροβομβίδες και με άμεσες αντεπιθέσεις.
H 15η Μαρτίου, έβδομη ημέρα της ιταλικής επίθεσης, επισφράγισε την παταγώδη αποτυχία που σημείωσε η μεγάλη «Εαρινή Επίθεση» των Ιταλών και οδήγησε στη βαθμιαία αναστολή των επιχειρήσεων.
Εκφυλισμός και Διακοπή της Ιταλικής Επίδεσης (16-25 Μαρτίου 1941)
8η, 9η και 10η Ημέρα (16,17,18 Μαρτίου)
Κατά την ανωτέρω περίοδο, σημειώθηκε ανάπαυλα των επιχειρήσεων και το μέτωπο παρουσίαζε τη συνήθη προ της επίθεσης δραστηριότητα. Για την ανακούφιση όσων Σχηματισμών δοκιμάσθηκαν σκληρά, το Τμήμα Στρατιάς Hπείρoυ nTH), με την έγκριση του Γενικού Στρατηγείου (ΓΣ), διέταξε στις 16 Μαρτίου την ακόλουθη ανακατανομή δυνάμεων: Στο πρώτο κλιμάκιο οι IV, V, VI και XVII ΜΠ, δηλαδή η VI ΜΠ από τον Άψο μέχρι τον Ντεσνίτσα ποτ., η XVII ΜΠ από τον Ντεσνίτσα ποτ. μέχρι τις ανατολικές κλιτείς της Τρεμπεσίνας, η V ΜΠ από το X. Άρτζα ντι Μέτζο μέχρι Πούντα Νορντ-αυχένα Μετζγκοράνης και η IV ΜΠ ιππαστί επί του Αώου ποτ. από τον αυχένα Μετζγκοράνης μέχρι Γκόλικο.
Στο δεύτερο κλιμάκιο θα παρέμεναν οι I και XV ΜΠ ανατολικά της Κλεισούρας ως εφεδρείες του ΤΣ καθώς και η XI ΜΠ στην περιοχή Ροντέν-Ψάρι ως εφεδρεία του ΓΣ. H αντικατάσταση της I από την XVII ΜΠ θα πραγματοποιούνταν μέχρι τις 23 Μαρτίου, ενώ οι μεταβολές των άλλων Μεραρχιών θα έπρεπε να ολοκληρωθούν μέχρι το τέλος Μαρτίου.
11η Ημέρα (19 Μαρτίου)
Οι Ιταλοί εκτόξευσαν στις 06.30, τη δέκατη όγδοη κατά σειρά, επίθεση εναντίον του υψ. 731, μετά από εντατικό βομβαρδισμό των υψ. 731-Κιάφε Λούζιτ-Τρεμπεσίνας, από επίλεκτα τμήματα της ΜΠ «Σιένα», υποστηριζόμενα από ελαφρά άρματα μάχης. H επίθεση του εχθρού αποκρούσθηκε, εγκαταλείποντας περισσότερους από εκατό νεκρούς στο πεδίο της μάχης και τρία άρματα.
Στους λοιπούς τομείς του Β' Σ.Σ. δε σημειώθηκε αξιόλογη δράση.
12η Ημέρα (20 Μαρτίου)
Στον τομέα της XVII ΜΠ, οι Ιταλοί εξαπέλυσαν στις 22.00 ισχυρή νυχτερινή επίθεση με υποστήριξη πυροβολικού και όλμων από τον Αώο π. μέχρι το υψ. 1437, δυτικά της Μετζγκοράνης, η οποία γύρω στις 2400 αποκρούσθηκε.
Στους άλλους τομείς δεν παρατηρήθηκε αξιόλογη δραστηριότητα.
13η Ημέρα (21 Μαρτίου)
Στον τομέα του Β' Σ.Σ. δε σημειώθηκε καμία αξιόλογη δραστηριότητα.
Από πλευράς Ιταλών, το πρωί ο Μουσολίνι, ταπεινωμένος και απογοητευμένος, αναχώρησε «αθόρυβα» από το αεροδρόμιο των Τιράνων για τη Ρώμη. H έκθεση που υπέβαλε στον βασιλιά Βιττόριο Εμανουέλε απέπνεε το πνεύμα εκνευρισμού και τη σχεδόν εχθρική του διάθεση προς τη στρατιωτική ηγεσία, όπως άλλωστε την προτεραία είχε πει στον έμπιστό του Πτέραρχο Πρίκολο: «Σας εκάλεσα διότι απεφάσισα να επιστρέψω εντός της αύριον εις την Ρώμην. Αηδίασα από αυτό το περιβάλλον. Δεν επροχωρήσαμεν ούτε βήμα. Μέχρι τούδε μας έχουν εξαπατήσει. Περιφρονώ βαθύτατα όλους αυτούς τους ανθρώπους».
14η Ημέρα (22 Μαρτίου)
Στις 09.30 παρουσιάσθηκε προ του υψ. 731 ομάδα Ιταλών κηρύκων, οι οποίοι πρό­τειναν εκ μέρους της Ιταλικής Διοίκησης εκεχειρία 4-6 ωρών για τον ενταφιασμό των νεκρών. H Ελληνική Διοίκηση αποδέχθηκε την πρόταση, υπό τον όρο να σημειωθεί ότι την εκεχειρία ζήτησαν οι Ιταλοί και ότι η ταφή των νεκρών θα γινόταν από ελληνικά τμήματα με την παρουσία άοπλων Ιταλών του υγειονομικού προσωπικού τους. Υπήρχε και η υπόνοια ότι οι Ιταλοί επιδίωκαν την ταφή των νεκρών, ώστε τα επιτιθέμενα τμήματά τους να μη δειλιάζουν στο αντίκρυσμα των διαμελισμένων πτωμάτων.
Ο Έλληνας εκπρόσωπος είχε την ευκαιρία να διατρέξει το έδαφος μπροστά από τις γραμμές μας και να διαπιστώσει την τρομακτική φθορά που είχαν υποστεί οι Ιταλοί, γεγο­νός που δικαιολογεί την απόφασή τους να ανεγείρουν μετά τον πόλεμο στο υψ. 731, το οποίο αποκάλεσαν «Ιερή Ζώνη», το γενικό μνημείο των πεσόντων στην Αλβανία μαχητών τους. Τελικά, οι όροι των Ελλήνων δεν έγιναν αποδεκτοί και ο αγώνας ξανάρχισε.
15η Ημέρα (23, 24 Μαρτίου)
Τη νύχτα 22/23 οι Ιταλοί βομβάρδισαν εντατικά τη ζώνη της I ΜΠ, προφανώς σε αντίποινα για τη μη αποδοχή της εκεχειρίας προς ενταφιασμό των νεκρών. Ο βομβαρ­δισμός συνεχίσθηκε όλη την ημέρα, με ιδιαίτερη ένταση κατά του υψ. 731. Στις 00.20 της 24ης Μαρτίου επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά και πάλι κατά του υψ. 731, αποκρουσθέντες περί την 01.20. Την ίδια τύχη είχε και νέα επίθεση στις 03.30.
Στους λοιπούς τομείς του Β' Σ.Σ. δεν παρατηρήθηκε αξιόλογη δραστηριότητα, ενώ σταδιακά υλοποιούνταν το σχέδιο αναπροσαρμογής της διατάξεως των σχηματισμών.
Κατ' ευτυχή συγκυρία για τα ελληνικό όπλα, στις 25 Μαρτίου 1941 την ημέρα της επετείου της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας, έληξε η περιβόητη «Εαρινή» Ιταλική Επίθεση.
Οι απώλειες των Ελλήνων κατά την διάρκεια της επίθεσης ανήλθαν σε 47 αξιωματικούς και 1196 οπλίτες νεκρούς, σε 144 αξιωματικούς και 3872 οπλίτες τραυματίες και σε 42 οπλίτες αγνοούμενους. Τις σοβαρότερες απώλειες είχε η I ΜΠ. η οποία δέχτηκε το κύριο βάρος της εχθρικής επίθεσης Το πρόβλημα της αδυναμίας αναπλήρωσης σε ικανοποιητικό βαθμό των απωλειών από την αρχή του πολέμου, παρουσιαζόταν ήδη αρκετά οξύ.
Οι αντίστοιχες απώλειες των Ιταλών, από επίσημες ιταλικές πηγές, ξεπέρασαν τους 11800 νεκρούς και τραυματίες Εξάλλου ο αριθμός των Ιταλών αιχμαλώτων από τις 7 Ιανουαρίου μέχρι το τέλος Μαρτίου 1941 ανήλθε σε 189 αξιωματικούς και 7645 οπλίτες.
Ο Μουσολίνι, επανερχόμενος στην Ιταλία, διατηρούσε μια αμυδρή ελπίδα να επα­ναλάβει περί το τέλος Μαρτίου την επίθεση, ώστε να αποκομίσει ορισμένα τακτικά οφέλη, για να ατενίζει χωρίς ντροπή τους Γερμανούς συμμάχους του. Αλλά η ελπίδα του διαψεύσθηκε, επειδή στη Γιουγκοσλαβία η φιλοαξονική Κυβέρνηση Τοβέτκοβιτς, η οποία είχε εντάξει τη χώρα στον Άξονα στις 25/3/1941, ανατράπηκε τα μεσάνυχτα 26/27 από το φιλοσυμμαχικο πραξικόπημα του πτέραρχου Σίμοβιτς. Έτσι, η νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε στη Γιουγκοσλαβία, ανάγκασε τους Ιταλούς να λάβουν μέτρα και προς τα Γ/Β σύνορα στην Αλβανία και να ματαιώσουν τη σχεδιαζόμενη νέο επίθεση τους, αναμένοντας πλέον τη Γερμανική Επίθεση κατά της Ελλάδος, που θα τους έβγαζε από το αδιέξοδο, στο οποίο τους οδήγησε η ηρωική αντίσταση του Ελληνικού Στρατού.
Ανάλυση - Διδάγματα
Χάρη στο ακατάβλητο θάρρος, στη μοναδική ευψυχία και στην απαράμιλλη αυτοθυσία των Ελλήνων, αλλά και στην άριστη διοίκηση της μάχης σε όλη την κλίμακα της ιεραρχίας, συνετρίβησαν τα σχέδια, αλλά και τα όνειρο των Ιταλών να καταγάγουν αποφασιστική νίκη κατά των Ελλήνων, πριν από την εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα.
Ιδιαίτερα αποτελεσματικές αποδέχτηκαν οι αντέφοδοι και ο άμεσες αντεπιθέσεις των ελληνικών τμημάτων που εκτοξεύονταν, όσες φορές οι Ιταλοί επιχειρούσαν ή «έθεταν πόδα» στην αμυντική τοποθεσία των μονάδων, καθώς και οι εξαιρετικά επιτυχείς φραγμοί όλων των όπλων και κυρίως του πυροβολικού, οι οποίοι αρκετές φορές ανέκοψαν και διασκόρπισαν τις εχθρικές επιθέσεις.
Η προβλεπτικότητα της Ελληνικής Διοίκησης να προβεί εγκαίρως στην έκδοση δι­αταγής από 9 Φεβρουαρίου αμυντικής εγκατάστασης των Μεραρχιών, επέτρεψε την κατάλληλη οχύρωση του εδάφους και ενίσχυσε το ηθικό των ανδρών, προς απόκρουση της διαγραφόμενης απειλής.
Η εμμονή των Ιταλών στο αρχικό σχέδιο, καίτοι διαπίστωναν τις συνεχείς αποτυχίες κατά τις πρώτες ημέρες της μάχης, αποδείχθηκε εσφαλμένη, αντιβαίνουσα στη βασική Αρχή του Πολέμου η οποία διακηρύττει; «Εμμονή εις τον σκοπόν και όχι εις το σχέδιον». θα έπρεπε να δοκιμάσουν την ευόδωση της κύριας προσπάθειας τους από άλλη κατεύ­θυνση, όπως η βόρεια προς ΜΑΛΙ ΓΑΡΟΝΙΝ, εξυπηρετούμενη από νεοκατασκευασθείσα οδο και αριθμό καρροποιήτων.
Το σχέδιο ταυ Ιταλού Στρατηγού Γκουτζόνι, που προέβλεπε επιθετική ενέργεια προς Θεσσαλονίκη, είχε καλύτερη στρατηγική προοπτική έναντι του εφαρμοσθέντος υπό του Στρατηγού Καβαλλέρο προς Ιωάννινα, λόγω βάθους ενέργειας και επιλογής νευραλγικού αντικειμενικού σκοπού, σε συνδυασμό με την επικείμενη εισβολή των Γερμανών στην Ελλάδα. Αργότερα, μετά τον πόλεμο, για το σχέδιο «Καβαλλέρο» διατυπώθηκαν στην Ιταλία επικριτικά σχόλια και για το λόγο ότι η επίθεση των Ιταλών κατευθύνθηκε στο ισχυρό σημείο των Ελλήνων αντί άλλου ασθενέστερου, όπως η πολεμική τέχνη διδάσκει.
H Ιταλική Επίθεση, καίτοι δεν είχε σοβαρή επίπτωση στους άλλους τομείς του με­τώπου ούτε και επέδρασε σημαντικά στο ηθικό του στρατεύματος, εν τούτοις επέφερε σοβαρές απώλειες στις, ήδη μειωμένης δύναμης σε άνδρες 20-40% και σε κτήνη 50-60% μάχιμες μονάδες (5301 άνδρες) της Ελλάδος των 8.000.000, έναντι των αντιστοίχων ιταλικών (11.800 άνδρες και αρκετοί αιχμάλωτοι) μιας Ιταλίας των 45.000.000. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη διαπιστωμένη ελάττωση των αποθεμάτων μας σε εφόδια και πυρομαχικά, καθώς και με την ελαχίστη πλέον παρουσία της πολεμικής μας αερο­πορίας, όπως και την παντελή έλλειψη τεθωρακισμένων, δεν επέτρεψαν ούτε ενέργεια αντιπερισπασμού σε γειτονικούς τομείς κατά τη διάρκεια της ιταλικής επίθεσης ούτε και εκμετάλλευση των τοπικών επιτυχιών, μετά την απόκρουση των εχθρικών επιθέσεων.
Το πρόβλημα της αδυναμίας ικανοποιητικής αναπλήρωσης των απωλειών ανδρών και κτηνών από την αρχή του πολέμου, εντάθηκε ακόμη περισσότερο. Σε συνάφεια δε με τις άλλες εμφανείς ελλείψεις (Υποστήριξη αεροπορίας, τεθωρακισμένα, αποθέματα εφοδίων και πυρομαχικών κ.α), ως απόρροια του παρατεινόμενου επί 5μηνο σκληρού αγώνα κάτω από δυσμενέστατες καιρικές και εδαφικές συνθήκες, άρχισε να παρατηρείται κάμψη της επιθετικής ορμής των τμημάτων μας. Το γεγονός αυτό διαφάνηκε στις επιθε­τικές ενέργειες προς Τρεμπεσίνα-Σεντέλι (29/1 μέχρι 17/2/1941), που είχαν περιορισμένα αποτελέσματα, χωρίς να επιτευχθούν οι τεθέντες αντικειμενικοί σκοποί.
H πλήρης αποτυχία της ιταλικής επίθεσης κατάφερε αποφασιστικό πλήγμα στην αξιοπιστία του Ιταλικού Στρατού στα όμματα των Γερμανών και αποτέλεσε την «Λυδία Λίθο» για την εισβολή των τελευταίων στην Ελλάδα. Έκτοτε και σε συνάρτηση με τις συνεχείς ήττες των Ιταλών στη βόρεια Αφρική από τα τέλη του 1940, οι Γερμανοί θα τους αντιμετωπίζουν με ιταμότητα και περιφρόνηση, σε όλα τα κλιμάκια της ιεραρχίας και θα προωθήσουν μέσα στην Ιταλία, χωρίς αντιρρήσεις ή αντιδράσεις, δυνάμεις τους σε καίριες θέσεις, όπως σε αεροδρόμια, λιμάνια, κόμβους συγκοινωνιών κ.α.
Ανεξάρτητα με τα παραπάνω, η «Εαρινή» Ιταλική Επίθεση κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία για τους Ιταλούς και σε περιφανή νίκη για τα ελληνικά όπλα. H απήχηση της επιτυχίας των Ελλήνων άφησε κατάπληκτη την κοινή γνώμη στο Εξωτερικό και απέσπασε διθυράμβους, με χαρακτηριστικό το επίγραμμα της αγγλικής εφημερίδας Manchester Guardian της 19/4/41 «Του λοιπού δεν θα λέγεται ότι οι Έλληνες επολέμησαν σαν ήρωες, αλλά ότι οι ήρωες επολέμησαν σαν Έλληνες».

ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
GREEK SURNAMES
SCRIBD