Τρίτη, 17 Μαΐου 2016

Η ΧΕΙΜΑΡΡΑ ΠΗΓΗ TOΥ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ

Απόσπασμα απο το βιβλίο του Rene Puaux ''Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος'' (Οδοιπορικό 1913 - Απελευθέρωση - Αυτονομία) Πρόλογος - Σχόλια - Χρονικό: Αχ. Γ. Λαζάρου Μετάφραση: Α. Αχ. Λαζάρου εκδόσεις Τροχαλία

Αυτή η εντύπωση της εναγώνιας παρακλήσεως που τόσο με συγκίνησε στα άλλα χωριά, στη Χειμάρρα εξαλείφθηκε τελείως. Οι Χειμαρριώτες δεν υπέφεραν από τον τουρκαλβανικό ζυγό γιατί είχαν εξασφαλίσει προνόμια. Εδώ και αιώνες είχαν σχηματίσει ένα είδος κράτους εν κράτει. Μία ελληνική 126 περιοχή με αυτονομία, την οποία η τουρκι­κή κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποδεχθεί. Η επαρχία της Χείμαρρας περιλαμβάνει επτά χωριά: Χειμάρρα, Κήπαρο, Βουνό, Δρυμάδες, Παλάσσα, Πυλιόρι και Κουβέτσι με 12.000 κατοίκους, οι οποίοι πληρώνουν στην Υψηλή Πύλη συνολικά 16.000 φράγκα το χρόνο. Αυτός ο φόρος γινόταν δεκτός με ευγνωμοσύνη, επειδή η Υψηλή Πύλη πίστευε πως απαιτώντας παραπάνω δεν θα έπαιρνε τίποτε απολύτως. Μ' αυτές τις συνθήκες οι Χειμαρριώτες, πραγματικοί Έλληνες127 από αιώνες, δεν έδειχναν καμιά ανησυχία για το μέλλον. Εάν η ευρωπαϊκή διπλωματία ήθελε να τους προ­σαρτήσει στο βασίλειο του Εσσάτ πασά ή του Κεμάλ πασά ή οποιουδήποτε άλλου φανταστικού Αλβανού μονάρχη, εκεί­νοι θα συνέχιζαν πολύ απλά την ανεξάρτητη πολιτική του παρελθόντος. Εκεί όπου η οθωμανική αυτοκρατορία απέτυ­χε να επιβάλει τους νόμους της, ο βασιλιάς του Σκουτάρι είχε πολύ λίγες πιθανότητες να επιβάλει τους δικούς του.
 
 
Ο ΛΟΧΑΓΟΣ ΣΠΥΡΟΣ ΣΠΥΡΟΜΙΛΙΟΣ

Δεν θα μπορούσα να διηγηθώ εδώ την ιστορία της Χειμάρρας από τον 15ο αιώνα, όταν οι Χειμαρριώτες αποτέλε­σαν, με τη γαλανόλευκη σημαία, τα χρώματα των Ελλήνων, ένα επίλεκτο σώμα στα στρατεύματα του Γεωργίου Καστριώτη128, ο οποίος μαχόταν ενάντια στους σουλτάνους. Η Χει­μάρρα ήταν τότε μία επαρχία διπλής σπουδαιότητας. Ο Αλή πασάς κατόρθωσε με τη μέθοδο του αφανισμού και της τρο­μοκρατίας να εξισλαμίσει129 μερικά χωριά από την άλλη πλευρά του βουνού. Παρ' όλα αυτά, η επαρχία εξακολουθού­σε να αποτελεί έως το 1833 ξεχωριστή ελληνική επισκο­πη130. Μέχρι σήμερα οι Χειμαρριώτες με την παλικαριά τους (και είναι πάρα πολύ καλοί σκοπευτές, όπως οι Ελβε­τοί) έχουν απολαύσει το προνόμιο να οπλοφορούν, να μην πληρώνουν έγγειο φόρο και καπνικό φόρο και απαλλάχθηκαν από τους τελωνειακούς δασμούς.
 Αυτοκυβερνώνται με το αρχέγονο σύστημα της δημογεροντίας (λαϊκή γερουσία). Οι οκτώ αρχαιότεροι στα χωριά απονέμουν τη δικαιοσύνη και διοικούν την κοινότητα. Για τις υποθέσεις που αφορούν ολόκληρη την επαρχία οι δημογέροντες συγκεντρώνονται στο κυριότερο χωριό της Χειμάρρας και αυτός ο πατριαρχικός θεσμός αρκεί για να εξασφαλίσει την τάξη και την ηρεμία.
 Τα τελευταία χρόνια, η τουρκική κυβέρνηση, η οποία ποτέ δεν είχε κανέναν αντιπρόσωπο στην επαρχία, έκρινε ότι για λόγους γοήτρου έπρεπε να στείλει κάποιον. Και πράγματι επέσπευσε την αποστολή έπαρχου, χότζα, δικα­στή, εισαγγελέα, δύο γραμματέων για τους δύο προηγούμε­νους κυβερνητικούς υπαλλήλους, μερικών χωροφυλάκων και δύο τηλεγραφητών. Τα άτομα αυτά έμεναν στην είσοδο του χωριού σε δύο κτίρια που κτίστηκαν αποκλειστικά γι' αυτά και ήλθαν σε επαφή με τον πληθυσμό, που αποδέχθηκε την παρουσία τους με σχετική ευκολία, δεδομένου ότι δεν ήταν καθόλου ενοχλητικά. Φοβισμένοι από την αδιάφορη στάση των Χειμαρριωτών οι Τούρκοι υπάλληλοι δεν το κουνούσαν από το κατάλυμά τους, αρκούμενοι να πληροφορούν τους προϊσταμένους τους στην Κωνσταντινούπολη για τα φιλελ­ληνικά αισθήματα των διοικούμενων τους. Κάποτε έφτανε κάποια διαταγή φυλακίσεως κάποιου Χειμαρριώτη αλλά μπροστά στην αδυναμία πραγματοποιήσεως της, ο δυστυχής έπαρχος αναφερόταν στα Ιωάννινα και η υπόθεση τελείωνε εκεί.
 Οι Χειμαρριώτες έδειχναν πλήρη αδιαφορία για την παρουσία των τουρκικών αρχών. Στο εξωτερικό γράφονταν στα ελληνικά προξενεία. Πολλοί από αυτούς ήταν Έλληνες αξιωματικοί και παρά την ιδιότητα αυτή επέστρεφαν στην Χειμάρρα, για να επισκεφθούν τα σπίτια τους. Πάντως η κατάσταση ήταν λεπτή γι' αυτούς γιατί και η συνεχής ανυ­ποταξία κρύβει κινδύνους. Όταν μάλιστα αποφασίστηκε η στρατολογία των χριστιανών στον τουρκικό στρατό, 700 νέοι Χειμαρριώτες προτίμησαν την ξενιτιά (πολλοί απ' αυτούς ήρθαν στη Γαλλία, και ιδίως στο Σαιν-Ετιέν με τα μεταλλουργεία), παρά να κρύβονται από τις τουρκικές αρχές. Όλοι όμως αυτοί, τη στιγμή της κηρύξεως του πολέ­μου επέστρεψαν για να καταταχθούν στον Ελληνικό131 στρατό.


Η άνοδος των Νεότουρκων στην εξουσία δεν άλλαξε καθόλου την κατάσταση αλλά μετέβαλε την τακτική.
Ο νέος έπαρχος επεδίωξε να μεταστρέψει τα φιλελλη­νικά αισθήματα των Χειμαρριωτών προσπαθώντας να τους εξηγήσει τα πλεονεκτήματα της ένωσης τους με τον Ισμαήλ Κεμάλ132 και τους Αλβανούς ενάντια στην Υψηλή Πύλη. Η απόπειρα απέτυχε. Οι Χειμαρριώτες δεν άκουγαν παρά μονάχα τη φωνή ενός από τους συμπατριώτες τους, από­στρατου Έλληνα αξιωματικού, του Σπύρου Σπυρομήλιου133, του Βενιζέλου των Κρητών της Ηπείρου. Σύμφωνα μ' αυτήν δεν έπρεπε να υπάρχει παρά μόνο ένα πολιτικό δόγμα στη Χειμάρρα: η ένωση με την Ελλάδα. Κανένας άλλος συν­δυασμός δεν μπορούσε να υπάρξει. Μήπως οι δωρεές των Χειμαρριωτών που είχαν πλουτίσει στη Ρωσία και την Αίγυπτο, αυτές οι κληροδοσίες των εκατοντάδων χιλιάδων φράγκων για την Εκκλησία και τα ελληνικά σχολεία της Χειμάρρας, μήπως είχαν γίνει για να υποστηρίξουν τις μηχανορραφίες του Τουρκαλβανού έπαρχου;
 Τις πρώτες μέρες του περασμένου Οκτωβρίου, ο έπαρχος γνωστοποίησε με τον κ. Ανδρέα Δήμα —αρμόδιο για τις επαφές μεταξύ των κατοίκων και των τουρκικών αρχών — ότι η Τουρκία καλούσε στα όπλα όλους τους πολίτες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η απάντηση σε αυτή την ανακοίνωση ήταν η γενική αδιαφορία. Ταυτόχρονα οι Χειμαρριώτες πείστηκαν ότι ο πόλεμος δεν θα αργούσε να ξεσπάσει. Διότι σ' αυτή την πλευρά της Ηπείρου οι ειδήσεις φτάνουν σπάνια και δύσκολα και ο Τούρκος τηλεγραφητής δεν ανεκοίνωνε τα τηλεγραφήματα που έπαιρνε από τα Ιωάννινα.

 
Μια μεγάλη κινητοποίηση παρατηρήθηκε στη Χειμάρρα. Γέμισαν τις φυσιγγιοθήκες και περίμεναν. Την 18η του μηνός, ώρα 6 το απόγευμα, ο τηλεγραφητής άφηνε να διαρρεύσει η είδηση της κηρύξεως του πολέμου, την οποία είχε μόλις λάβει. Την 19η η είδηση επιβεβαιώθηκε επίσημα. Είδαν τότε να κατεβαίνουν απ' το βουνό οι λίγοι δημόσιοι υπάλληλοι και οι Τούρκοι χωροφύλακες, που είχαν διασκορπιστεί, και να συγκεντρώνονται σε αυτό που οι εδώ Έλληνες ονομάζουν Καστέλλο, τα δύο κτίρια της πλατείας στα ριζά του χωριού. Συγκεντρώθηκαν εκεί καμιά σαρανταριά άνθρωποι. Για ένα μήνα, ενώ ο πόλεμος μαινόταν στη Θράκη, τη Μακεδονία και τη νότια Ήπειρο, στη Χειμάρρα ζούσαν εν αναμονή. Τρεις Τούρκοι κατέβαιναν κάθε πρωί στην αγορά για να προμηθευτούν λαχανικά και κρέας και επέστρεφαν στο Καστέλλο, όπου οι άλλοι περνούσαν ζωή φυλακισμένων.
 Κατά το διάστημα αυτό, οι Χειμαρριώτες ζούσαν με τα μάτια στραμμένα στη θάλασσα προς τη μεριά της Κέρκυρας. Ο κ. Ιωάννης Σπυρομήλιος, που επέστρεψε την 6η Νοεμβρίου στη Χειμάρρα, ανακοίνωσε ότι ο αδελφός του ετοίμαζε κάτι, αλλά ο ίδιος δεν γνώριζε ούτε τη σπουδαιότητα ούτε την ημερομηνία.
Την 18η Νοεμβρίου, ώρα 8 το πρωί, ο κ. Ιωάννης Σπυρομήλιος, ο οποίος κοιμόταν ακόμα (στο δωμάτιο μάλιστα όπου γράφω το κείμενο τούτο) άκουσε φωνές. Η γυναίκα του πήδησε από το κρεβάτι και ανοίγοντας το παράθυρο έμαθε από τη γειτόνισσα πως είχαν φθάσει πλοία και πως είχε ακούσει και μια κανονιά.
Ο κ. Σπυρομήλιος έτρεξε στο μπαλκόνι του σαλονιού απ' όπου χαίρεται τη γενική θαυμάσια θέα του όρμου. Πράγματι είδε τρεις κανονιοφόρους στο νότιο φυσικό ορμίσκο, που οι Έλληνες ονομάζουν Ποταμό. Όλο το χωριό βρισκόταν στο πόδι, ζητωκραυγές ανταλλάσσονταν μεταξύ των χωρικών που κατηφόριζαν προς την παραλία από τα σκαλοπάτια και τις βυζαντινές καμάρες. Όλη αυτή την ώρα, αγωνία κυριαρχούσε στο τουρκικό κατάλυμα.
 Ο Ανδρέας Δήμας μαζί με δύο γέροντες τους επισκέφθηκε. Ο ένας μάλιστα από τους Τούρκους, που τυχαία βρέθηκε στο γειτονικό ύψωμα του Αγίου Θεοδώρου, είχε έλθει για να δώσει το σήμα συναγερμού. Οι σαράντα υπάλληλοι του σουλτάνου βγήκαν από το Καστέλλο και συσκέπτονταν ποια κατεύθυνση να ακολουθήσουν, για να διαφύγουν. Ο κ. Δήμας τους διαβεβαίωσε, και ιδιαίτερα το γραμματέα του εισαγγελέα, ο οποίος έκλαιγε, πως οι Έλληνες δεν θα τους έκαναν κακό134. Μισή ώρα αργότερα ακούγονταν αλλεπάλληλοι πυροβολισμοί. Είναι το έθιμο αυτής της χώρας να εκδηλώνεται η χαρά με πυροβολισμούς. ( Έχω και εγώ πείρα αυτής της συνήθειας. Χθες σε μια προσπάθεια να ξεκουραστώ, καμιά εικοσαριά πατριώτες, όταν πληροφορήθηκαν την παρουσία μου, κατέβηκαν από το βουνό όπου είχαν ανεβεί εσπευσμένα ακούγοντας το θόρυβο από κάποια αλβανική συμπλοκή, ήρθαν και άδειασαν τα τουφέκια τους κάτω από τα παράθυρα μου.) Η άφιξη των 200 Κρητικών και Ηπειρωτών εθελοντών του Σπυρομήλιου είχε κορυφώσει τον ενθουσιασμό.
 Οι Τούρκοι επέστρεψαν βιαστικά σε ένα από τα κτίρια του Καστέλλου (το οποίο χρησιμοποιείται τώρα ως στρα­τώνας των ελληνικών αποσπασμάτων). Μόνο οι δύο τηλε­γραφητές προσπάθησαν να προβάλουν κάποια αντίσταση και πυροβόλησαν κατά των ερχομένων. Οι τουρκικές αρχές και οι χωροφύλακες δεν παραδίδονταν παρά μόνο σε απόσπασμα τακτικού ελληνικού στρατού, το οποίο εκπροσώπησαν ένας αξιωματικός του ναυτικού και λίγοι ναύτες, τους οποίους εσπευσμένα αναζήτησαν για την εκπλήρωση αυτής της δια­δικασίας. Οι κατ' ευφημισμόν αρχές του σουλτάνου ύστερα από μερικά χρόνια άκαρπης προσπάθειας έπαψαν να υπάρ­χουν στην Χειμάρρα. Οι χωροφύλακες, οι τρεις δικαστές, ο εισαγγελέας, ο μουφτής και ο γραμματέας του, ο ταμίας και ο γραμματέας του, ο ένας από τους τηλεγραφητές (ο άλλος είχε σκοτωθεί), ο τελωνειακός και ο γιατρός στάλθηκαν στην Κέρκυρα. Όσο για τον έπαρχο εδώ και δύο εβδομάδες είχε φύγει...
 Η αποστολή όμως δεν είχε ακόμα τελειώσει. Στα αλβανικά χωριά βλέποντας τις πρώτες αποτυχίες του ελλη­νικού στρατού στην επίθεση κατά των Ιωαννίνων πήραν θάρρος. Πίστευαν ότι δεν θα έφταναν ποτέ οι  Έλληνες ως αυτούς. Την 1η Δεκεμβρίου στο Πυλιόρι, την 3η Δεκεμ­βρίου στα Λόγαρα, την 9η Φεβρουαρίου πάλι στο Πυλιόρι, όπου χρειάστηκε να συγκρουστούν.
 Στην πρώτη συμπλοκή οι Έλληνες είχαν 7 νεκρούς και 5 τραυματίες, στη δεύτερη πέντε νεκρούς και δύο τραυματίες και στην τρίτη δύο νεκρούς και δώδεκα τραυματίες. Οι τουρκικές απώλειες είναι άγνωστες. Η εξιστόρηση των μαχών, ειδικά στη μεσογειακή λεκάνη, έχει εύκολη την αριθμητική υπερβολή. «Ήμασταν 350 ενάντια σε 3.500!» μου έλεγαν καθώς απο­λαμβάναμε τον καφέ μας κατά τον τουρκικό τρόπο.
 Αφού δεν είμαι ο Ξενοφών135 αυτής της εποποιίας, από τις διάφορες ιστορίες που μου διηγήθηκαν θέλω να συγκρατήσω δύο ανέκδοτα. Κατά την τελευταία σύγκρουση, εκείνη της 9ης Φεβρουαρίου, ο τακτικός τουρκικός στρατός έστειλε από το Δέλβινο 500 άνδρες και δύο κανόνια. Το μουλάρι που μετέφερε το πρώτο έπεσε σε έναν γκρεμό. Το δεύτερο το έκλεψαν οι Αλβανοί σ' ένα χωριό, όπου είχε σταθμεύσει το τουρκικό απόσπασμα. Το αρπακτικό ένστικτο των Αλβανών αποδείχθηκε ισχυρότερο από το στρατιωτικό καθήκον!136
 Όταν δόθηκε η ίδια αυτή μάχη, στη Χειμάρρα δεν είχαν μείνει παρά μόνο τρία πρόσωπα. Όλοι οι άλλοι, γυναίκες και παιδιά, βρίσκονταν μαζί με το στρατό στο βουνό. Και ήταν οι γυναίκες που μετέφεραν τα πολεμοφόδια.
 Σήμερα στην επαρχία αυτή υπάρχουν 2.000 άνδρες του τακτικού στρατού, που υποστηρίζονται από όλους τους εθε­λοντές. Όλοι οι άνδρες —-ανεξαρτήτως ηλικίας— οπλοφορούν. Σε μία συνομιλία που είχα με ένα ηλικιωμένο παλικάρι, που φορούσε φουστανέλα —εθνικό ένδυμα137—, μου δήλωσε: «Είμαι εξήντα πέντε χρονών μα θέλω να ζήσω μέχρι την τελική ένωση μας με την Ελλάδα και κρατώ ακόμα καλά το τουφέκι μου». Και μου έτεινε ένα μάνλιχερ138, προειδοποιώντας με: «Είναι γεμάτο!».
 Όλες αυτές τις αναμνήσεις, όλα αυτά τα ανέκδοτα μου τα διηγούνται στο σαλόνι του Ιωάννη Σπυρομήλιου. Καναπέ­δες και καρέκλες είναι κατά μήκος των τοίχων, στους οποίους κρέμονται παλαιές εικόνες του βασιλιά και της βασίλισσας της Ελλάδας, καθώς και του Σαντί Καρνό139 δίπλα σε αναρίθμητες οικογενειακές φωτογραφίες. Πάνω σε μια κλειστή πόρτα είναι ζωγραφισμένη στον ασβέστη με γαλάζιο χρώμα η ελληνική γενεαλογία των Σπυρομήλιων και απέναντι, σαν σε διάζωμα, μια αρχαϊκή τοιχογραφία της Κέρκυρας, της εποχής των Βενετών, κοσμεί τον τοίχο.
 Στο σαλόνι είναι συγκεντρωμένοι προύχοντες, στρατιωτικοί, άνθρωποι των οποίων το βλέμμα σπιθίζει ευφυΐα και πονηριά. Μου απευθύνουν το λόγο στα γαλλικά. Αυτή την ώρα κρατώ στο χέρι μου ένα μικρό τριαντάφυλλο, το οποίο ένας νεαρός βοσκός, ο Μήλιος Μπολάνος140, πήγε να κόψει για μένα στο λόφο του Αγίου Μιχαήλ και μου το πρόσφερε, με ένα χαμόγελο ευχαρίστησης, όταν έβγαινα από το Καστέλλο.


Σημειώσεις:
126. Την περιοχή ο Πυώ αποκαλεί αβίαστα ελληνική, αλλά οι Αλβανοί σήμερα αρνούνται την ελληνικότητα της.
127. Επανέρχεται ο Πυώ στους κατοίκους της Χείμαρρος και με φυσικότητα εκπληκτική διακηρύσσει ότι είναι Έλληνες, μάλιστα πραγ­ματικοί. Βλ. και Φ. Μιχαλόπουλου, «Χειμάρρα, κοιτίδα του ανατολικού αρματολισμού», Nεα Εστία 29 (1941) 176-179.
128. Βλ. Καρτάλη, Ιά., 8. Ελληνική Επιτροπή Σπουδών ΝΑ Ευρώπης - Κέντρο Σπουδών ΝΑ Ευρώπης, Συμβολή στη Βαλκανική Βιβλιογραφία, Επιμ. - Πρόλογος Τ.Π. Γιοχάλα, Αθήνα 1987, 317. Άχ. Γ. Λαζάρου, Βόρειος Ήπειρος, 26-27.
129. Φαίνεται περίεργο. Διότι κατά (Βάθος ο Αλή πάσας δεν δια­κρινόταν για την πίστη του, μολονότι προσποιόταν τον μπεκτασή.
130. Κατά την Ελευθερία Νικολαΐδου, Οι κρυπτοχριστιανοί της Σπαθίας, 27, «μεγάλη έκταση πήραν οι εξισλαμισμοί ύστερα από το θάνατο του Αλή πάσα».
131. Οι Βορειοηπειρώτες είτε ελληνόφωνοι είτε αλβανόφωνοι και γενικά οι απανταχού Αρβανίτες σε όλους τους πολέμους έσπευσαν να βοηθήσουν την πατρίδα τους. Βλ. Κ. Χρ. Χρήστου, Αγωνιστές του ‘21 περιοχής τέως δήμου Πλαταιέων (Συμβολή στη νεότερη ιστορία των χωριών),. Αθήνα 1984, 80 κ.ε.
132· Άλλοτε ο ίδιος πίστευε ότι είναι προτιμότερη «μια Ελλάς φίλη και σύμμαχος από μία Ιταλία που εποφθαλμιά την Αλβανία, έτοι­μη να στραγγαλίσει την ελευθερία των Αλβανών». Πβ. Σπ. Στούπη, Ηπειρώτες και Αλβανοί. Η προσφορά της Ηπείρου προς το έθνος. Εκδόσεις ΙΒΕ, Ιωάννινα 1976, 104.
133. Ο Σπ. Σπυρομήλιος (1864-1930) είναι ο αρχηγός της Χειμάρρας κατά την εξέγερση των Χειμαρριωτών κατά των Τούρκων το 1913.
134. Φανερώνει την ανωτερότητα των Ελλήνων στη μεταχείριση των αδυνάτων.
135. Ο πρώτος στην ιστορία πολεμικός ανταποκριτής!
136. Η έννοια του καθήκοντος επικεντρωνόταν στο πλιάτσικο, στη λεία, στα κλοπιμαία.
137. Αυτός είναι ο ορθός ορισμός.
138. Και μάννλιχερ. Είναι οπισθογεμές επαναληπτικό όπλο αυτό­ματης οπλίσεως, που οφείλει το όνομά του στον εφευρέτη του Αυστριακό μηχανικό και οπλομηχανικό Φερδινάνδο φον Μάννλιχερ (1848-1904).
139. Της ονομαστής γαλλικής οικογένειας της Βουργουνδίας. Γεννήθηκε το 1837 και δολοφονήθηκε από τον Ιταλό αναρχικό Καζέριο. Διετέλεσε το 1887 πρόεδρος της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας.
140. Υπάρχει τοπωνύμιο, όρμος της ΒΑ Κερκύρας, Μπολάνα.

ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
ΑΙΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ

5 σχόλια:

  1. Η Ελλάδα πλήρωνε μέσω μυστικών κονδυλίων διάφορους περιηγητές, δημοσιογράφους και ιστορικούς, ώστε αυτοί να γράφουν άρθρα αλλά ακόμα και ολόκληρα βιβλία, που να υποστηρίζουν τις ελληνικές θέσεις πάνω σε διάφορα θέματα, όπως για παράδειγμα στο θέμα των Ελλήνων της Αλβανίας. Ένας από αυτούς ήταν ο Γάλλος ιστορικός και δημοσιογράφος - και φιλέλληνας με το αζημίωτο - Rene Puaux, ο οποίος έγραψε το βιβλίο ‘La Malheureuse Epire’ (σημαίνει ‘Η δυστυχισμένη Ήπειρος’) που εκδόθηκε στο Παρίσι το 1914. Το βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον καθηγητή Αχιλλέα Λαζάρου, και εκδόθηκε από τις εκδόσεις Τροχαλία με τίτλο ‘Δυστυχισμένη Βόρειος Ήπειρος (Οδοιπορικό 1913, απελευθέρωση, αυτονομία)’. Ο τίτλος στην ελληνική μετάφραση είναι λοιπόν διαφορετικός, ώστε να ακούγεται περισσότερο ευχάριστα στα εθνικά αντανακλαστικά των Ελλήνων. Ορισμένοι άλλοι ήταν οι Michel Paillares, Gaston Deschamps και άλλοι. (Δημήτριος Κιτσίκης, Ελλάς και ξένοι 1919-1967: Από τα αρχεία του ελληνικού υπουργείου εξωτερικών, Εστία, 1977)

    Μία σχετική είδηση για την προπαγάνδα που έγραφε (κατώπιν πληρωμής) ο Ρενέ Πυώ, δημοσίευσε η εφημερίδα Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία στις 3/6/2007. Παραθέτω τη δημοσίευση έτσι ακριβώς δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα:

    «ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ ΠΛΗΡΩΜΕΝΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ.
    Μυστικά κονδύλια φανερά άρθρα……

    Η εξαγορά ξένων δημοσιογράφων και συγγραφέων με «μυστικά κονδύλια» του ΥΠΕΞ για την υποστήριξη των εθνικών μας δικαίων. Οι «μαρτυρίες» αυτών των «φιλελλήνων» (Rene Puaux …) ανακυκλώθηκαν αργότερα για εσωτερική χρήση, αποτελώντας πλέον συστατικό στοιχείο της εθνικής μας μυθολογίας…»
    (Κυρ.Ελευθεροτυπία - 03/06/2007)

    Το 1901 τυπώθηκε στην Αθήνα από το τυπογραφείο του Υπουργείου Στρατιωτικών, κατά μετάφραση εκ του γερμανικού από τον ίλαρχο Ευγένιο Ρίζο Ραγκαβή, το βιβλίο του Αυστριακού αντιστράτηγου και Ιππότη του «Τάγματος του Φραγκίσκου Ιωσήφ», Αντωνίου Τούμα φον Βάλδκαμπφ με τίτλο «Ελλάς, Μακεδονία και Νότιος Αλβανία, ήτοι η Μεσημβρινή Ελληνική Χερσόνησος». Και το βιβλίο αυτό, τυπωμένο σε ελληνική μετάφραση από το Υπουργείο Στρατιωτικών Ελλάδας, είναι ένα από τα αγαπημένα βιβλία των Ελλήνων ‘αλβανοφάγων’ εθνικιστών και των με το μυαλό τους ‘απελευθερωτών’ της Βορείου Ηπείρου.

    κ.α.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Στην Οχρίδα, λέει ένας ερευνητής, οι Βλάχοι επικοινωνούσαν σε πέντε γλώσσες επειδή αυτοί τον περισσότερο καιρό ζούσαν στα βουνά της Ελλάδας, ήρθαν σε επαφή με τους Έλληνες και τους «Μακεδόνες», ενώ στην Οχρίδα θα επικοινωνούσαν με τους Τούρκους και τους Αλβανούς. Ποια εθνικότητα πρέπει να δώσουμε σε αυτούς; 14 κράτη της Αφρικής μιλούν γαλλικά, 15 άλλα μιλούν αγγλικά. Θα αποκαλέσουμε τους Αφρικανούς Γάλλους και Άγγλους; ή τους Γάλλους και τους Άγγλους θα τους αποκαλέσουμε Αφρικανούς;!

    Οι Χιμαριότες είναι δίγλωσσοι, και όχι αποκλειστικά ελληνόφωνοι, και η περιοχή τους δεν συμπεριλαμβάνεται στην λεγόμενη μειονοτική ζώνη. Οι Αλβανοί της Χιμάρας την ελληνική γλώσσα την έμαθαν κυρίως χάρη της εντατικής επικοινωνίας και θρησκευτικής-στρατιωτικής συμμαχίας με την Ελλάδα και ξεχωριστά με το νησί της Κέρκυρας (και όχι μόνο). Εκεί τα παιδιά τους εκπαιδεύονταν στα σχολεία και οι οικογένειες τους προστατεύονταν και η περιουσία τους έβγαινε από το εμπόριο. Κοιτάξτε τη γράφει ο πατέρας Giuseppe Schirò – στα αλβανικά Zef Skiroi – το έτος 1720: «Η περιοχή της Χιμάρας έπαθε δύο καταστροφές από την πανούκλα και από την ισχυρή επίθεση του Τούρκων, γιατί οι Αλβανοί της χιμαριότικης ακτής είχαν βοηθήσει στην προστασία της Κέρκυρας πολεμώντας πλάι στους Κερκυραίους.»

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Είναι οι Χιμαριότες απόγονοι Σπαρτιωτών αποίκων από την περιοχή της Μάνης; Οι διάλεκτοι των δύο περιοχών μοιάζουν, έχουν όμως και διαφορές. Ο Μ.Δένδιας θεωρεί ότι οι Χιμαριότες είναι ντόπιοι και δεν σχετίζονται με αποίκους από τη Μάνη. «Πιθανώτερον όθεν οι μεν Χιμαριώται να είναι αρχαίων ή μεσαιωνικών εκεί πληθυσμών απόγονοι.» (Μ.Δένδιας, «Απουλία και Χιμάρα. Γλωσσικαί και ιστορικαί σχέσεις των ελληνικών αυτών πληθυσμών.», Αθηνά – 1926, σελ. 76.)

      Ο Δένδιας στηρίζεται στο γεγονός της μη ύπαρξης ειδικών ισογλώσσων ανάμεσα σε Μάνη και Χιμάρα, αλλά και στο ότι όπως λέει «Πιθανώτερον … η δε παράδοσις να επήγασεν εξ ομοιότητος, ην παρουσίαζεν, ιδίως απέναντι των Τούρκων, η κατάστασις των Χιμαριωτών προς εκείνην της Μάνης.» (Μ.Δένδιας, «Απουλία και Χιμάρα. Γλωσσικαί και ιστορικαί σχέσεις των ελληνικών αυτών πληθυσμών.», Αθηνά – 1926, σελ. 76.)

      Ο Δ.Βαγιακάκος, παραμένει επιφυλακτικός σχετικά με μια πιθανή εγκατάσταση Μανιατών στη Χιμάρα: «Διά την επαλήθευσιν της παραδόσεως δεν έχουμεν βεβαίως ιστορικάς αποδείξεις.» (Βαγιακάκος, Δ., «Συμβολή εις την μελέτην του γλωσσικού ιδιώματος της Χιμάρας Βορείου Ηπείρου.», Πρακτικά Α΄ Πανελλήνιου Επιστημονικού Συνεδρίου «Βόρειος Ήπειρος – Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός» (Κόνιτσα 1987), Αθήνα : Ι.Μ. Δρυινουπόλεως-Πωγωνιανής και Κονίτσης – Πανελλήνιος Σύνδεσμος Β/ηπειρωτικού Αγώνος, σελ. 333)

      Υπάρχει όντως σχέση των Χιμαριοτών με τους Μανιάτες, ή πρόκειται για μία επινοημένη παράδοση, με στόχο, όπως λέει ο Hobsbawm, «τη συνέχεια με ένα ταιριαστό ιστορικό παρελθόν;» [Hobsbawm, E. & Ranger, T., “The Invention of Tradition.”, Cambridge University Press, 1983, σελ. 7;]

      Θυμίζουμε ότι στις αρχές του 19ου αιώνα ανακαλύφθηκε το «Χρονικόν της Δρυοπίδος», ένα λόγιο κατασκεύασμα, που εξυπηρετούσε και αυτό την ανάγκη και την προσδοκία των Δροπολιτών να αποκτήσουν άμεση σχέση με την αρχαία Ελλάδα, και μάλιστα με την Αττική:

      «Ο ευφάνταστος συντάκτης του Χρονικού … παρετυμολογεί και αξαρχαΐζει δεκάδας τοπωνυμίων της βόρειας Ηπείρου, διά να εφεύρη ηγεμόνας και οικιστάς πόλεων, κωμοπόλεων και φρουρίων, φιλοδοξεί δε να συνδέση την ιστορίαν του τόπου του με τα ενδοξότερα ονόματα της αρχαιότητος. Δεν πρόκειται καν περί λαϊκών παραδόσεων, αλλά περί ιστορικού μυθιστορήματος λογίας κατασκευής.» (Βρανούσης, Λ., «Χρονικά της Μεσαιωνικής και Τουρκοκρατούμενης Ηπείρου – Εκδόσεις και χειρόγραφα.» Ιωάννινα 1962: Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, σελ. 119; και Βερνίκος, Ν. & Δασκαλοπούλου, Σ., «Στις απαρχές της νεοελληνικής ιδεολογίας. Το χρονικό της Δρόπολης.» Αθήνα 1999: Αφοί Τολίδη.)

      Ας δούμε και μια επιστολή του έτους 1532, σωσμένη στο ελληνικό της πρωτότυπο, την οποία στέλνει ο «ιερεύς πρωτονοτάριος Χειμάρας» στον «συνιόρ Λαρκονη τζενεράλη του ρηάμη της Πουλίας.» Μέσω της επιστολής «γέροι της Χειμάρας και Αλβανητίας» εκτιμούν ότι «ο Τούρκος» σκοπεύει «να κατεβή εις τον Αυλώνα … και έπητα να περάση ειστην Μπούλια» (Floristan, J.M., Erytheia 13, 1992, p. 86)

      Της Αλβανιτίας λοιπόν.

      Διαγραφή
    2. Το ελληνικό ιδίωμα της Χιμάρας δεν συγκεντρώνει χαρακτηριστικά ειδικής ή αποκλειστικής συγγένειας με κανένα απó τα υπόλοιπα νεοελληνικά ιδιώματα, που να δικαιολογούν την προέλευσή του από μια και μόνο συγκεκριμένη περιοχή (π.χ. Μάνη κτλ.), αλλά έχει τα δικά του μοναδικά χαρακτηριστικά, παρά τις όποιες ομοιότητες. Επίσης, στη Μάνη δεν υπάρχουν τοπωνύμια με καταλήξεις σε –έος ή –έο όπως στη Χιμάρα. Αντίστοιχα στη Χιμάρα δεν συναντούνται επίθετα με καταλήξεις –άκος ή –έας, όπως στη Μάνη. Ας δούμε όμως τι επίθετα συναντούνται και τι σημαίνει αυτό.

      «Εξαιτίας της γεωγραφικής τους απομόνωσης, της δυσκολίας στο εμπόριο με την αλβανική ενδοχώρα και την πίεση που δέχτηκαν από την οθωμανική διοίκηση, συνήθισαν να θεωρούν την Ελλάδα ως φυσικό προστάτη τους. Ειδικά η Κέρκυρα επειδή ήταν αρκετά προσβάσιμη, λόγω της γεωγραφικής γειτνίασης, ήταν αρκετά ελκυστική σε αυτούς, καθώς όλο και περισσότερες Χιμαριότικες οικογένειες έστελναν τα παιδιά τους να σπουδάσουν σε σχολεία σ’ αυτό το νησί και εμπόρους να κάνουν εμπόριο με τον τοπικό πληθυσμό. Η ελληνική διάλεκτος που αυτή τη στιγμή ομιλούν στη Χιμάρα και σε μερικά παρακείμενα χωριά, φαίνεται ότι έχει άμεση σχέση με την ελληνική διάλεκτο που μιλούσαν στην Κέρκυρα και πολλοί εθνολόγοι έχουν κάνει λόγο για το πώς οι Χιμαριότες κάνουν χρήση της αλβανικής για ιδιαίτερους τελετουργικούς σκοπούς. Γλωσσολόγοι που έχουν ερευνήσει την αλβανική διάλεκτο που ομιλείται στη Χιμάρα, έχουν βρει σε αυτή στοιχεία φωνητικού νασαλισμού, τα οποία μαζί με τη χρήση αρχαϊκών επιθέτων όπως ‘Γκιολέκα, Γκιπάλι, Γκιντέντε’ (από τα ‘Gjon Leka’, ‘Gjin Pali’, ‘Gjin Deda’) αποτελούν απόδειξη για μία πολύ παλιά αλβανική παρουσία στην περιοχή.» (Ardian Vehbiu, Shqipja totalitare, Çabej 2008 (a:4))

      «Ο εξελληνισμός της Χιμάρας δεν έχει μία ξεκάθαρη χρονική αρχή…τα λαογραφικά στοιχεία εξ’ ίσου μας δείχνουν αρκετά σαφέστατα τις εθνικές αλβανικές ρίζες στην περιοχή: τα παραδοσιακά τραγούδια και οι τραγουδιστές τελετουργίες (στους γάμους, στους θανάτους και στις τελετές ταφής) είναι τυπικά και καθαρά αλβανικά…Μουσικά, η Χιμάρα είναι ίδια με την υπόλοιπη Labëria (Λιαπουριά) και είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι Έλληνες ‘αυτόχθονες’ ήρθαν στην περιοχή για να ξεχάσουν τα ίδια τους τα τραγούδια και τις παραδόσεις, να εγκαταλείψουν τα μουσικά τους όργανα και να υιοθετήσουν μια κουλτούρα που την θεωρούσαν κατώτερη.» (Ardian Vehbiu, Shqipja totalitare, Çabej 2008 (b:2-3))

      Διαγραφή
    3. Ο Petro Marko (1913-1991), συγγραφέας από το χωριό Δρυμάδες (Dhërmi), μερικά χιλιόμετρα από τη Χιμάρα, έγραψε για τη διγλωσσία που υπάρχει στα χωριά της περιοχής: «Έτσι λοιπόν τι είμαστε; Αλβανοί! Αλλά γιατί χάσαμε τη γλώσσα μας; Θα πω ό,τι ξέρω: Γιατί οι μητέρες μας και οι γιαγιάδες μας ξέρουν καλύτερα αλβανικά π’ ότι ελληνικά; Γιατί τραγουδάμε και θρυνούμε στα αλβανικά; Γιατί οι παροιμίες μας είναι στα αλβανικά; Φαίνεται ότι από το 1820, ο εξελληνισμός έγινε πολιτικός στόχος από την ίδια την Ελλάδα…» (Petro Marko, Intervistë me vetveten: Retë dhe gurët, Shtëpia botuese: OMSCA, Tiranë 2000)

      Αναφερόμενος στην προσπάθεια να ανοίξουν αλβανικά σχολεία στη Χιμάρα και στα γύρω χωριά, και στην αντίσταση που επέδειξε η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία και το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, το οποίο είχε ως απώτερο στόχο του τον έλεγχο του πληθυσμού της περιοχής και τον σταδιακό εξελληνισμό του, ο Petro Marko είχε πει: «Οι πρόγονοι μας πολέμησαν με τα όπλα στο χέρι προστατεύοντας την ελευθερία και την τιμή τους, αλλά ήταν σε πόλεμο και για τα αλβανικά σχολεία. Ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης, με τον Επίσκοπο των Ιωαννίνων καταριόταν και αφόριζε όλους εκείνους που μάθαιναν στα αλβανικά σχολεία. Είναι αυτονόητη η αγριότητα των πρακτόρων του Φαναρίου, που δεν άφησαν τίποτα χωρίς να κάνουν για να απεθνικοποιήσουν την ηρωική επαρχία της Αλβανίας, τη Χιμάρα της Λαμπερίας.» (Petro Marko, Intervistë me vetveten: Retë dhe gurët, Shtëpia botuese: OMSCA, Tiranë 2000)

      Ο Dhimitër Kamarda (1821-1882), Arbëreshë από την Ιταλία, υποστήριζε ότι οι Σουλιότες και οι Χιμαριότες ήταν Αλβανοί που είχαν εξελληνισθεί. Η άποψη του κατά την προσωπική μου γνώμη έχει σημασία, καθώς ο Καμάρντα είτε η άποψη του ήταν σωστή είτε λάθος, είτε το συνολικό του έργο ήταν σωστό είτε λάθος, πέθανε 30 χρόνια πριν την ίδρυση του αλβανικού κράτους. Έτσι, η θέση του για την αλβανική καταγωγή των Σουλιοτών και των Χιμαριοτών, δεν μπορούμε να πούμε ότι προέρχεται από την ενβερχοτζική προπαγάνδα. Η Nathalie Clayer καταγράφει τη θέση του Καμάρντα: «Η ιδέα ήταν ότι οι Αλβανοί – οι Χιμαριότες, οι Σουλιότες και άλλοι – συνεργάστηκαν μαζί με τους Έλληνες για την ελευθερία.» (Nathalie Clayer, Aux origines du nationalisme albanais: la naissance d’une nation majoritairement musulmane en Europe, KARTHALA Editions, 2007, ISBN 2845868162, p.207)

      «Μερικές ημέρες ύστερα από την άφιξή μας στο χωριό αυτό, παρουσιάσθηκε στον Μαυροκορδάτο ο Σπυρομίλιος, με ένα σώμα από 200 Χιμαριότες, πού είχαν την πιό πολεμοχαρή εμφάνιση μέσα σε όλον τον στρατό. ΔΕΝ ΞΕΧΩΡΙΖΟΥΝ ΑΥΤΟΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΛΒΑΝΟΥΣ, γιατί το ντυσιμό τους και η γλώσσα τους είναι εντελώς αλβανικά, αλλά παρ’ όλο πού η θρησκεία τους είναι ελληνική (χριστιανική), δεν καταλαβαίνουν ούτε λέξη ελληνική.» είχε πει ο προσωπικός γιατρός του ΛόρδοΒύρωνα που έζησε τα γεγονότα από μέσα (Julius Millingen, Memoirs of the affairs of Greece, London 1831, p. 208-209)

      Διαγραφή