Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΜΥΡΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΜΥΡΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2014

ΣΜΥΡΝΗ:ΤΑ ΕΡΕΙΠΙΑ ΕΧΟΥΝ ΓΙΝΕΙ ΠΑΡΚΑ.ΕΞΙΣΤΟΡΕΙ ΜΙΑ ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ

Από το βιβλίο: Έλλη Παπαδημητρίου, O κοινός λόγος, πρώτος τόμος, Eρμής, 2003
 
Tο 1922 ήμουν 9 χρονών, ζούσαμε στη Σμύρνη, σαν παιδί που ήμουν ζούσα αμέριμνα, τα πολιτικά και τα στρατιωτικά δεν είχανε τότε θέση στη ζωή μου. Mόνο θυμούμαι πολύ καλά πως παίζαμε πόλεμο, κάναμε οχυρά με κουτιά από τσιγάρα και με άδειες κουβαρίστρες.
Eκείνο το καλοκαίρι αρρώστησε ο μεγάλος μου αδερφός και τον πήγαμε εξοχή στο Mπουτζά. Όμως άρχισε σιγά σιγά η αγωνία για το τι συμβαίνει στο μέτωπο, αναγκαστήκαμε να ξανακατέβομε στη Σμύρνη, εμείς τα παιδιά λυπηθήκαμε πολύ που φύγαμε απ’ την εξοχή.
Στη γειτονιά μας στη Σμύρνη, στο Φραγκομαχαλά, κατοικούσανε πολλοί ξένοι υπήκοοι, αυτοί όλοι θυμούμαι υψώσανε σημαίες, καθένας την υπηκοότητά του γι’ ασφάλεια. Mε τον παρδαλό αυτό σημαιοστολισμό κι εμείς οι Pωμιοί πιστεύαμε πως ο δρόμος είχε κάποια ασφάλεια, δε θα κάνουνε λεηλασίες οι Tούρκοι. Mάλιστα οι ξένοι όλοι αυτοί ήτανε φιλότουρκοι. O πατέρας έκοβε καμιά βόλτα έξω να ιδεί τι γίνεται κι έλεγε πως οι Tούρκοι θα ξεσπάσουνε πάλι στους Aρμένηδες. Δε θυμούμαι βέβαια ημερομηνίες αλλά μια μέρα θυμούμαι ακούσαμε πως καίγεται η Aρμενιά, η αρμένικη γειτονιά. Πήγαμε στο δώμα και είδαμε πολύ μαύρο καπνό. Tην ίδια μέρα ο πατέρας έφερε μαζί του στο σπίτι μια κοπέλα, δεν ήτανε άνθρωπος αυτή πια, δεν είχε πνοή απ’ την τρομάρα, ήτανε υπηρέτρια σε αρμένικο σπίτι, γλίτωσε μέσα σ’ ένα υπόγειο, ύστερα δεν είχε πού να πάει, ο πατέρας την ήβρε σ’ ένα κατώφλι ζαρωμένη, πού να ξέρει πως κι εμείς σε μια δυο μέρες θα βγούμε στους δρόμους.
H φωτιά προχωρούσε, κανείς δεν την έσβηνε, βλέπαμε απ’ το δώμα να πλησιάζει. Λοιπόν φοβηθήκαμε να μην αποκλειστούμε κι ετοιμαστήκαμε. Mου φορέσανε πανωφόρι αν και ήταν ζέστη, έκλαιγα, μου δώσανε να βαστώ στο χέρι και δυο κουβέρτες. O ένας μου αδερφός φορτώθηκε μια βαλίτσα καφέ με τ’ ασημικά του σπιτιού, ο πατέρας μου τύλιξε σε πανιά έναν μεγάλο ασημένιο δίσκο. Tελευταία στιγμή θυμήθηκα και τη γάτα μας, την αγαπούσα πολύ, τη φώναζα, τη φώναζα, έψαξα όλες τις κάμαρες μα δεν ήτανε πουθενά κι άφησα την πόρτα προς το δώμα μισοανοιχτή για να βγει αν καεί το σπίτι. Στην κουζίνα είχαμε βάλει το φαΐ για το μεσημέρι. T’ αφήσαμε κι έβραζε, κλειδώσαμε το σπίτι σα να ήτανε να γυρίσομε σε λίγη ώρα.
Όσα θυμούμαι ύστερα είναι μπερδεμένα. Θυμούμαι το πλήθος στην προκυμαία. Όσο προχωρά η φωτιά, τόσο πυκνώνει το πλήθος. Kαθένας φορτωμένος όσα μπορούσε, ό,τι βρέθηκε μπροστά του. Θυμούμαι μια γυναίκα βαστούσε μια στοίβα πιάτα. Mία άλλη φορτώθηκε τη ραπτομηχανή της. Mια γειτόνισσά μας είχε ανοίξει ένα καλάθι, με τη σαστιμάδα της δεν πήρε ούτε ασημικό ούτε άλλο χρήσιμο παρά πέταξε μέσα βούρτσες διάφορες και μπογιές των παπουτσιών. Ύστερα τους έκοβε η κούραση, ό,τι δεν μπορούσανε πια να το σηκώσουνε το πετούσανε χάμω ή στη θάλασσα.
Eμείς ζαρώσαμε σε μιαν άκρια κοντά κοντά στη θάλασσα δίπλα σε μια ζώνη όπου φυλάγανε ναύτες Aμερικάνοι για να βοηθήσουνε τους υπηκόους τους. Mαζί μας είχαμε ψωμί και τυρί, κάτι φάγαμε. Tον μεγάλο μου αδερφό κάναμε θέση και τον ξαπλώσαμε χάμω, μόλις είχε περάσει τον τύφο πολύ βαριά, δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια του.
Eντωμεταξύ η φωτιά φτάνει στην προκυμαία, τα χτίρια καίγουνται το ’να μετά το άλλο, άμα διαλυθεί ο μαύρος καπνός φαίνουνται μόνο τοίχοι με τρύπες αντίς πόρτες και παράθυρα. Θυμούμαι καλά πως ένας Aμερικάνος ναύτης πήγε κι έκανε πως χτυπά το κουδούνι της πόρτας σ’ ένα τέτοιο καμένο σπίτι, δεν είχε πέσει η πόρτα του, αστείο τού φάνηκε, λοιπόν αμέσως από τα ερείπια ξετρύπωσε μια γάτα, κάθισε μπρος στην πόρτα και περίμενε ν’ ανοίξει, θα ήτανε του σπιτιού. Έπειτα πήρανε φωτιά τα πετρέλαια σε κάτι αποθήκες, βλέπαμε τους τενεκέδες να τινάζουνται ψηλά και να σκάζουνε στον αέρα, η νύχτα έφεγγε.
Δυο νύχτες είχαμε μείνει σ’ εκείνο το μέρος, έπειτα φύγαμε άμα φύγανε κι οι Aμερικάνοι, πήγαμε προς την Πούντα, καθίσαμε σ’ ένα περιβόλι αλλά ύστερα φύγαμε κι από κει. Σκεφτήκαμε πως ήταν φόβος από κει να μαζέψουν τους άντρες όπως κι έγινε. Προχωρήσαμε ως το σπίτι ενούς ξαδέρφου του πατέρα, η συνοικία δεν είχε καεί και είχαμε μαζευτεί εκεί 40-50 άτομα. Ένας Tούρκος χασάπης άνοιξε το μαγαζί του ένα πρωί και ψουνίσαμε λίγο κρέας για βραστό, το βραστό και το ζουμί ήταν το αγαπημένο φαΐ του πατέρα μου, εμείς τα τρία παιδιά δεν τ’ αγαπούσαμε, όμως θα θυμούμαι πάντα στη ζωή μου πόσο νόστιμο μου φάνηκε εκείνο το φαΐ, ως τώρα τ’ αγαπώ.
Στο σπίτι αυτό μείναμε 2-3 μέρες. Mια μέρα ήρθανε Tούρκοι για έρευνα, θέλανε να πάρουνε ένα νέο παιδί τάχα πως ήτανε Aρμένης, ο πατέρας προσπάθησε να τους πείσει πως δεν ήταν, τέλος φύγανε. Aυτός είχε γίνει πράσινος απ’ το φόβο.
Στο μεταξύ φτάσανε καράβια ναυλωμένα του Eρυθρού Σταυρού, αρχίσανε παίρνανε τον κόσμο. Tα δυο μου αδέρφια ήταν στο μπόι ψηλά και κινδυνεύανε να τους πάρουνε όμηρους. O πατέρας ξεκίνησε μαζί τους ένα πρωί και γύρισε μετά 2-3 ώρες μονάχος, κατάφερε και τους έβαλε σε βαπόρι, αυτούς πρώτους πρώτους. Ήξερε αγγλικά και να που του χρειαστήκανε τώρα, έσωσε τα δυο παιδιά του, παρακαλώντας τους σκοπούς στη δική τους γλώσσα. Mε πολλές δυσκολίες τούς πέρασε.
Tώρα έπρεπε να περάσομε και μεις. Φύγαμε βιαστικά, είπε ο πατέρας «προσοχή να μη χωριστούμε», ανεβήκαμε στη μακριά ξύλινη εξέδρα της Πούντας, φτάσαμε μπρος στο βαπόρι έτσι με το σπρώξιμο, καλά καλά δεν πατούσανε τα πόδια μου καταγής και μπήκαμε. Aμέσως έπρεπε και να κατεβούμε στ’ αμπάρι από σκάλα σκοινένια, κρεμαστή, εγώ φοβήθηκα τότε πάρα πολύ, έτρεμα ολόκληρη, ένας ναύτης τότε με άρπαξε απ’ τις μασχάλες με κρέμασε κάτω, κάποια χέρια με πιάσανε και βρέθηκα μέσα. Eκεί πρώτο πράμα που είδα ήταν ένας κουβάς νερό, με διάφορα σκουπίδια που είχανε πέσει μέσα, όμως βουτούσε όλος ο κόσμος είτε ποτήρια είτε κύπελα, ό,τι να ’τανε, και πίναμε.
Tην άλλη μέρα μάς βγάλανε στη Mυτιλήνη. Έτσι σωθήκαμε. Mα σε λίγον καιρό μάς πεθάνανε οι άντρες, ο πατέρας και οι αδελφοί μου, δεν αντέξανε τα κατοπινά της καταστροφής.

Στη Σμύρνη ξαναπήγα με μιαν εκδρομή πρόπερσι. Πήγαμε από Xίο, Tσεσμέ, μπήκαμε από τα προάστια Γκιόζ-Tεπέ, Kαραντίνα. Ήμαστε όλοι σχεδόν πρόσφυγες, οι μεγαλύτεροι μάλιστα κάνανε το ταξίδι αυτό σαν προσκύνημα. Προσπαθούσα κι εγώ να θυμηθώ τίποτα απ’ τα παλιά. Όπου περάσαμε συναντήσαμε Tουρκοκρητικούς, μιλούσαν και μεταξύ τους ελληνικά με την κρητική προφορά, ούτε οι νέοι δεν τα ξεχάσανε, τα μιλούνε στο σπίτι, όπως και στην Eλλάδα οι τουρκόφωνοι. Kι εκεί των γέρων η νοσταλγία για τις παλιές πατρίδες τους είναι άσβηστη. Mια γριά, μάνα του καφετζή, σ’ ένα καφενείο που καθίσαμε, στις Φώκιες, μου είπε: «Aχ, εγώ την Πρέβεζα θα την ξαναβρώ άραγε στον άλλο κόσμο;»
Στο Nύμφαιο πήγα με μια συνταξιδιώτισσά μας που ήταν από κει και στο σπίτι της κατοικούσε τώρα μια οικογένεια Tούρκοι από τη Bοσνία. «Περάστε, περάστε», μας λέγανε, «ξέρομε κι εμείς από προσφυγιά».
Στο λεωφορείο που μας πήγαινε στα Σώκια, το ραδιόφωνο έπαιζε Στο χορό σε θέλω πεταλούδα… O σοφέρ που ήταν καμιά 40ριά χρονών όλο τέτοια έβαζε κι ο επόπτης επίσης, Tουρκοκρητικός κι αυτός, τέτοια προτιμούσε.
Στα προάστια Γκιόζ-Tεπέ, Kαραντίνα δεν αλλάξανε σχεδόν καθόλου. Mία θεία μου έμενε Kαραντίνα και τα θυμήθηκα όλα εκείνα τα μέρη. Ως το Kονάκι που λέγαμε. Aπό κει και πέρα τίποτα δεν έμεινε. Tα ερείπια έχουν γίνει πάρκο και συνοικίες νέες με σπίτια εύπορα, κήπους, δενδροστοιχίες. Στο χώρο του ξενοδοχείου που ήταν του πατέρα μου, δεν ξέρω κι αν είναι αυτός ο χώρος καλά καλά, είδα ένα πολυώροφο κτίριο. Aδύνατον να γνωρίσεις τίποτα απ’ τις παλιές γειτονιές.


http://mikrasiatis.gr

Δευτέρα 7 Οκτωβρίου 2013

ΣΜΥΡΝΗ 1922 : Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΔΙΑΣΩΣΗΣ ΕΛΛΗΝΩΝ - ΜΙΛΟΥΝ ΟΙ ΕΓΓΟΝΟΙ ΔΥΟ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΩΝ

Μια άγνωστη στους περισσότερους ιστορία από τη τραγωδία της σφαγής στη Σμύρνη το 1922, φέρνουν στο φως οι εγγονοί δύο πρωταγωνιστών που εκείνες τις ημέρες της καταστροφής και του αίματος ανέλαβαν να σώσουν ότι μπορούσε να σωθεί : ανθρώπινες ζωές. Μια επιχείρηση εκκένωσης από τη κόλαση .

Ο ένας πρωταγωνιστής ήταν ο πλοίαρχος τότε Ι.Ε Θεοφανίδης. Και ο δεύτερος ο πάστορας Αsa Jennings αnό το αμερικανικό ΥMCA. Πως ακριβώς οι δυο τους “έστησαν” την επιχείρηση εκκένωσης - διάσωσης την εξηγεί ο εγγονός του Θεοφανίδη, ο ναύαρχος Ι. Θεοφανίδης που αυτές τις ημέρες φιλοξενεί στην Αθήνα τον εγγονό του πάστορα Jennings Ρόμπερτ,ο οποίος δεν σταμάτησε να ερευνά για πολλά χρόνια εκείνη την απίστευτη άγνωστη ιστορία.

Ο ναύαρχος Θεοφανίδης υποστηρίζει ότι η επικρατούσα άποψη όλα αυτά τα χρόνια ήταν ότι “ο Ελληνικός Στόλος απεχώρησε χωρίς να προσφέρει την παραμικρή βοήθεια στον Ελληνικό, Αρμενικό και Εβραϊκό πληθυσμό στην Σμύρνη και στα περίχωρα της. Και εδώ αρχίζει το ψέμα”,λέει αρχίζοντας την αφήγησή του:

Ο Ελληνικός στόλος είχε ως αποστολή την υποστήριξη του υποχωρούντος Ελληνικού στρατού από την Μικρά Ασία.

Την 26 Αύγουστου/ 7 Σεπτεμβρίου η μοίρα του στόλου αποτελούμενη από τα Θωρηκτά Λήμνος Κιλκίς το Καταδρομικό Έλλη τα αντιτορπιλικά Ασπίς ,Σφενδόνη και το εύδρομο Νάξος υπό την διοίκηση του Υποναύαρχου Καλαμίδα εξέπλευσε της Σμύρνης και την νύκτα αγκυροβόλησε έναντι της ακτής Βουρλά της Ερυθραίας εντός του κόλπου της Σμύρνης.

Την αυτήν νύκτα υπό του Ναύαρχου του ελαφρού στόλου εξεδόθη διαταγή προς το Θωρηκτό Κιλκίς με κυβερνήτη τον Πλοίαρχο Ι.Ε.Θεοφανίδη ΒΝ όπως έχον υπό την διοίκηση του το καταδρομικό Έλλη ,τα αντιτορπιλικά Ασπίς και Βέλος να υποστήριξη την αποχώρηση του στρατού από Σμύρνη προς Τσεσμέ..
Η επιχείρηση αυτή που άρχισε στις 27 Αυγούστου/8 Σεπτεμβρίου ( Ιουλιανό –Γρηγοριανό ημερολόγιο) περατώθηκε στις 3 /16 Σεπτεμβρίου.

Τα υπόλοιπα πλοία του ελληνικού στόλου επιτέλεσαν την αυτή αποστολή σε άλλες περιοχές της Ιωνίας.

Η εμπροσθοφυλακή του Τουρκικού στρατού εισήλθε στην Σμύρνη την 28 Αυγούστου / 9 Σεπτεμβρίου.

Οι σφαγές και η μεγάλη πυρκαγιά είναι γνωστά.

Η μικρή άγνωστη όμως ιστορία έχει ως ακολούθως.

Ο πάστορας Αsa Jennings αnό το αμερικανικό ΥMCA υπό το κράτος της απελπισίας από τις σφαγές και της πυρκαγιάς μετά από έγκριση του Αμερικανού αρμοστού στην Κωνσταντινούπολη Υποναύαρχου Bristol ( Ιδιαιτέρα φιλικά προσκείμενου προς τον Kemal ) αφού κατόρθωσε να συναντήσει τον Κεμάλ του ζήτησε να του δοθεί η δυνατότητα να βρει τρόπο να αναχωρήσουν οι Έλληνες από την Σμύρνη με πλοία και αν το επιτύχει να σταματήσουν οι σφαγές. Ο Κεμάλ συμφώνησε με την προϋπόθεση ότι αυτό πρέπει να υλοποιηθεί ΑΜΕΣΑ και συγκεκριμένα σε διάστημα μιας εβδομάδας. Η δεύτερη προϋπόθεση ήταν ότι αν η μεταφορά γινόταν με Ελληνικά εμπορικά αυτά θα εισέρχονται στον κόλπο της Σμύρνης χωρίς σημαίες, τέλος δε δεν θα επιβιβάζονται άνδρες με ηλικία στρατεύσεως . Αν η προσπάθεια του πάστορα να διασφαλίσει τα συμφωνηθέντα εντός 7 ημερών τότε η σφαγή θα συνεχισθεί μέχρι του τελευταίου νηπίου. Για να το επιτύχει ο πάστορ ναύλωσε ιταλικό εμπορικό που βρήκε στην Σμύρνη με το όνομα Κωνσταντινούπολις. Επιβίβασε 2000 εξαθλιωμένους Έλληνες και τους αποβίβασε στην Μυτιλήνη.


Αποβιβαζόμενος ο πάστορ στην Μυτιλήνη συνάντησε τον στρατηγό Φράγκο που ήταν ο ανώτερος στρατιωτικός διοικητής.
Ο στρατηγός του αρνήθηκε την διάθεση πλοίων.
Απελπισμένος ο Asa Jennings απερχόμενος της συναντήσεως αυτής είδε ότι πλησίαζε στον λιμένα ένα Θωρηκτό και που μετά από λύγο αγκυροβόλησε. Το Θωρηκτό ήταν το ΚΙΛΚΙΣ.
Ο παστορ είδε ότι ήταν Ελληνικό και άμεσος μετέβει με την ελπίδα κάποιος να τον ακούσει. Μετά την επιβίβαση του ζήτησε να τον δεχτεί ο κυβερνήτης.

Ήταν 10 / 23 Σεπτεμβρίου πρωί. Ο πλοίαρχος Ι.Ε. Θεοφανίδης τον εδέχθη άμεσος.
Ο παστορ τον ενημέρωσε επί της καταστάσεως στην Σμύρνη και του υπέβαλε την πρόταση που είχε με την επιβεβαίωση της συμφωνίας του με τον Κεμάλ.
Ο κυβερνήτης κατόπιν αυτού και γνωρίζον την κατάσταση επικοινώνησε δια σήματος με τον Υπουργό των Ναυτικών και πρωθυπουργό Νικόλαο Τριανταφυλάκο και του ζητά την έγκριση του.
Ακλούθησαν άλλα δυο σήματα. Μετά το τελευταίο σήμα αργά το βράδυ της αυτή ημέρας η κυβέρνηση απήντησε θετικά αποδεχόμενη την πρόταση Μετά από την έγγραφη έγκριση της κυβερνήσεως ο κυβερνήτης του Θωρηκτού διέταξε τους πλοίαρχους των εκεί αγκυροβολημένων εμπορικών να προσέλθουν στο Κιλκίς Ορισμένοι καπεταναίοι αρνήθηκαν να εκτελέσουν την εντολή προφασιζόμενοι βλάβες . Τότε ο Πλοίαρχος Ι.Ε Θεοφανίδης τους είπε χωρίς περιστροφές ότι θα τους περάσει Ναυτοδικείο επί τόπου. Kατόπιν αυτού έπαυσε πάσα αντίρρηση.



Άμεσος με το πρώτο φως της ημέρας τα 26 ατμόπλοια με επικεφαλής τον Πάστορα Jennings στο πρώτο εμπορικό πλοίο ξεκίνησαν όλα μαζί για την διάσωση των εναπομενόντων ζωντανών Ιώνων της Σμύρνης.

Τον Πάστορα η Ελλάς ευγνωμονούσα του απένειμε τον ταξιάρχη του Σωτήρος.


Σημείωση

Όλα τα παραπάνω είναι πιστοποιημένα στα
1. Στο αρχείο της ελληνικής επαναστάσεως τόμος Α και Β.
2. Στο επισυναπτόμενο σήμα του Θωρηκτού Κιλκίς
3. Στα εκδοθέντα συγγράμματα The ships of Mercy
4. στο απόσπασμα του συγγράμματος του Roger Jennings

.

http://www.onalert.gr/stories/smyrni-i-agnosti-epixeirisi-diasosis-ellinon

Σάββατο 13 Απριλίου 2013

ΤΟ ΚΡΟΜΜΥΔΟΚΑΣΤΡΟ, ΤΟ «ΧΑΜΕΝΟ» ΚΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

Του Φαίδωνα Παπαθεοδώρου

Αναδιφώντας στα παλιά βιβλία, στα έγγραφα, στις γκραβούρες, στους χάρτες, αλλά και μέσα από συστηματικές αναγνωριστικές επισκέψεις, ο Πέτρος Μεχτίδης ανασταίνει στο βιβλίο του την ιστορία του τρίτου κάστρου της Σμύρνης, του ‘χαμένου’ Κρομμυδόκαστρου.
Το «νέον» κάστρο είχε κατασκευαστεί κατά τη βυζαντινή περίοδο για να προστατεύει το λιμάνι της Σμύρνης. Το λιμάνι αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο κατά την περίοδο της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας, όταν το γειτονικό Νυμφαίο ήταν η δεύτερη πρωτεύουσα και η Σμύρνη το επίνειό της. Το κάστρο καταλάμβανε το βόρειο άκρο του μικρού όρμου που αποτελούσε τότε το λιμάνι της Σμύρνης.
Η αναφορά μας στο εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα του Κρομμυδόκαστρου, του ‘χαμένου’ κάστρου της Σμύρνης ξεκινά από το σήμερα και, διατρέχοντας τον ιστορικό χρόνο αντίστροφα, επιχειρεί μιαν αντίστροφη ανάγνωση του βιβλίου του Πέτρου Μεχτίδη, όπως συμβαίνει όταν αποκαλύπτουμε επάλληλα στρώματα αγιογραφιών διαδοχικών εποχών σε έναν παλιό ναό.
Σήμερα, κανένα ίχνος στη περιοχή δεν προδίδει στον επισκέπτη ότι κάποτε στη θέση αυτή υπήρξε το Κρομμυδόκαστρο. Ο χώρος είναι κατειλημμένος και σημασιοδοτημένος από τα κτίρια της νεότευκτης Ιζμίρ.
Μετά από την πυρπόληση, το 1922, του εμπορικού κέντρου και του μεγαλύτερου μέρους του ελληνικού και του αρμενικού τομέα της Σμύρνης, η πολεοδομική οργάνωση και η ρυμοτομία που χαράχτηκε στη θέση τους, υπηρετώντας πιστά την ιδιότυπη και αυταρχική κεμαλική νεωτερικότητα, εξαφάνισαν τον παραδοσιακό ιστό της πόλης, τα τοπόσημα του παρελθόντος και, μαζί με αυτά, τα υπολείμματα του Κρομμυδόκαστρου και της περιοχής του.
Πριν από το 1922, για μισόν αιώνα, σωζόταν μονάχα το προς τη θάλασσα τμήμα του εξωτερικού τείχους του κάστρου. Το ‘Κρομμυδόκαστρο’ ήταν τότε περισσότερο ένα τοπωνύμιο μιας περιοχής επέκτασης του εμπορικού κομματιού της Σμύρνης, προς νότο της Ευρωπαϊκής οδού, της rue Franque του Φραγκομαχαλά, και των Γυαλιάδικων.
Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα η Σμύρνη ζούσε περίοδο κοινωνικής, οικονομικής και πνευματικής ακμής και κοσμογονικών εκσυγχρονιστικών αλλαγών. Η δημιουργία του νέου λιμανιού, τα μπαζώματα και η δημιουργία του νέου παραλιακού μετώπου, των κε, με τα σύγχρονα εντυπωσιακά κτίρια και το τραμ, οι σιδηρόδρομοι που διαμόρφωσαν νέα σχέση της Σμύρνης με την ενδοχώρα της, τα σύγχρονα έργα ύδρευσης κλπ άλλαξαν ριζικά την εικόνα της πόλης. Σε αυτές τις αλλαγές περιλαμβάνεται η κατεδάφιση του μεγαλύτερου μέρους του Κρομμυδόκαστρου, η απόδοση της περιοχής σε ένα ιδιότυπο real estate της εποχής, με την οικοπεδοποίησή της και την πώληση σε πλειστηριασμό των οικοπέδων, όπως μας αποκαλύπτει ο Πέτρος Μεχτίδης. Έτσι, εμπορικά καταστήματα και εργαστήρια, κατέλαβαν το ‘Κρομμυδόκαστρο’. Ο Πέτρος Μεχτίδης έχει συνθέσει στο βιβλίο του έναν ενδιαφέροντα κατάλογο των εμπόρων και επαγγελματιών του ‘Κρομμυδόκαστρου’, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι έλληνες, με ειδικότητες και διευθύνσεις. Δεν λείπουν βέβαια έμποροι άλλων εθνοτήτων, κυρίως αρμένιοι.
Από τις αρχές του 19ου αιώνα ο ρόλος του Κρομμυδόκαστρου, ως οχυρού που προστάτευε το λιμάνι, είχε χαθεί μιας και είχε πάψει σιγά-σιγά να είναι παραθαλάσσιο, ενώ το ίδιο το παλιό λιμάνι είχε περιοριστεί και υποβαθμιστεί από τα μαζώματα τμημάτων του. Αυτή τη περίοδο στο εσωτερικό του κάστρου κατοικούσαν τούρκοι, ενώ εξωτερικά, εφαπτόμενα σε αυτό, είχαν κατασκευαστεί εμπορικά καταστήματα και εργαστήρια.
Από την αρχή της οθωμανικής κατάκτησης το Κρομμυδόκαστρο έπαιζε ρόλο φρουρού του λιμανιού της Σμύρνης, ρόλο αποτρεπτικό σε πιθανές ληστρικές επιθέσεις από τη θάλασσα. Το μέγεθος και η θέση του δεν επέτρεπαν να αντέξει σε πολύχρονες πολιορκίες, όπως το μεγάλο κάστρο του Πάγου που δέσποζε στη Σμύρνη.
Τον ρόλο του φρουρού του λιμανιού έπαιζε το κάστρο και κατά την περίοδο που το κατείχαν οι Ιππότες της Ρόδου. Πάντα όμως κυριαρχούσε όποιος έλεγχε το κάστρο του Πάγου, που βρισκόταν ψηλά, σε απόσταση μόλις μερικών εκατοντάδων μέτρων από το λιμάνι. Γι αυτό η παρουσία των Ιπποτών στο κάστρο του Αγίου Πέτρου, όπως ονόμαζαν τότε το Κρομμυδόκαστρο, δεν κράτησε για πολλά χρόνια μιας και οι οθωμανοί κατείχαν το κάστρο του Πάγου.
Ο Ταμερλάνος, οι σταυροφόροι της Ιεράς Ενώσεως, ο Ουμούρ μπέης και οι γενοβέζοι, διαδοχικά, πριν από τους Ιππότες και μέχρι την περίοδο του βυζαντίου, κατάφεραν να κυριαρχήσουν παροδικά στη Σμύρνη και να ελέγξουν το κάστρο αφήνοντας ο καθένας κάποιο σημάδι με ανακαινίσεις και ενισχύσεις των οχυρώσεων ή με άλλα αποτυπώματα της παρουσίας τους, όπως είναι οι μαρμάρινες πλάκες με τα φράγκικα οικόσημα (σελ. 80) που σήμερα εκτίθενται στο μουσείο της πόλης.
Όπως αναφέραμε στην αρχή, στη γέννησή του το κάστρο ήταν ένα βυζαντινό οχυρό κατασκευασμένο κατά τις αρχές της περασμένης χιλιετίας.
Όμως, αρχαιολογικές έρευνες ίσως αποδείξουν ότι στην ίδια θέση υπήρχαν αρχαία οχυρωματικά έργα και οικήσεις. Σε αυτή την υπόθεση μας οδηγούν τα τείχη του 4ου και του 9ου μ.Χ. αιώνα, υπολείμματα των οποίων εκτείνονταν από τον Πάγο μέχρι την ακτή (βλ. χάρτη στη σελ. 14), αλλά και αρχαία επιγραφή (βλ. σελ. 48), που βρέθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα από τον αρχιτέκτονα Νίκο Θεοδώρου κατά την εκσκαφή θεμελίων ενός καταστήματος στο ‘Κρομμυδόκαστρο’.
Η Σμύρνη, όπως κάθε πόλη, κάθε τόπος που η ιστορία του χάνεται στους αιώνες, είναι όπως ένα παλίμψηστο: Ένας ανυποψίαστος επισκέπτης μπορεί να αναγνωρίσει και να αναγνώσει μόνο το νεώτερο ‘κείμενο’, τη σύγχρονη Ιζμίρ. Όποιος είναι περισσότερο προσεχτικός, πιο ερευνητικός, αναγνωρίζει τις πολλαπλές κρυμμένες γραφές, αναγνωρίζει τη Σμύρνη που άφησαν οι πατεράδες και οι παππούδες μας και τη Σμύρνη του ιστορικού χρόνου.
Διαβάζοντας την πρωτότυπη μονογραφία για το Κρομμυδόκαστρο, το ΄χαμένο΄ κάστρο της Σμύρνης, ανακαλύπτουμε συστηματικά σε βάθος την ιστορία μιας χαμένης ψηφίδας της Σμύρνης. Αυτή η εργασία είναι προφανές ότι έχει προκύψει από μια πολύ μεγαλύτερη έρευνα του Πέτρου Μεχτίδη για τη Σμύρνη και τη Μικρασία και αποτελεί πολύτιμο υπόδειγμα για το πώς μπορεί να προσεγγίσει κανείς τη Σμύρνη και την ιστορία της, απευθυνόμενος στο ευρύτερο κοινό. Από τέτοιες προσεγγίσεις πιστεύουμε ότι μπορεί να προκύψει ένας σύγχρονος οδηγός της Σμύρνης και της Μικρασίας για τις χιλιάδες των συμπατριωτών που αναζητούν τις ρίζες τους, τη μοναδική, αλλά πολυδιάστατη, ιστορία του τόπου και των ανθρώπων της μικρασιατικής γης.
Γιατί για εμάς, που η Σμύρνη, η Μικρασία δεν είναι ένας τουριστικός προορισμός αλλά ένας τόπος προσκυνήματος και κατάθεσης ψυχής, η ουτοπία της αχρονικής «εικονικής πραγματικότητας» του σήμερα, δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη χωροχρονική πραγματικότητα της συλλογικής μνήμης και της ιστορίας μας.

http://mikrasiatis.gr/

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013

ΤΑ ΕΠΙΤΕΥΓΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΣΤΗΝ ΣΜΥΡΝΗ

Ευαγγελική Σχολή

Του Κυριάκου Αμανατίδη


Πριν προχωρήσω στην ανάπτυξη του θέματος, κρίνω πως χρειάζονται κάποια επεξηγηματικά σχόλια για τη χρονολόγηση σχετικών ιστορικών γεγονότων. Πολλά από τα ιστορικά ντοκουμέντα δίνουν ως ημερομηνία της απόβασης του ελληνικού στρατεύματος την 2η Μαΐου 1919. Η διαφορά οφείλεται στο γεγονός ότι κάποιοι ιστορικοί χρησιμοποιούν το παλιό ημερολόγιο (Ιουλιανό), σύμφωνα με το οποίο η απόβαση του στρατεύματος έγινε στις 2 Μαΐου, και άλλοι το νέο ημερολόγιο (Γρηγοριανό), σύμφωνα με το οποίο η απόβαση έγινε στις 15 Μαΐου 1919. Η διαφορά μεταξύ των δύο ημερολογίων είναι 13 ημέρες.
Το Γρηγοριανό ημερολόγιο υιοθετήθηκε από την Ελλάδα το 1924, ενώ για την Ευρώπη ίσχυε από πολύ νωρίτερα. Για το λόγο αυτό, συχνά υπάρχει σύγχυση ως προς την σωστή ημερομηνία ιστορικών γεγονότων, όταν οι ιστορικοί δεν διευκρινίζουν ποιο από τα δύο ημερολόγια χρησιμοποιούν. Στις αναφορές μου σε γεγονότα που συνδέονται με τη Σμύρνη χρησιμοποιώ την ημερομηνία που δίνεται στις πηγές από τις οποίες αντλώ τις κύριες πληροφορίες, καθώς είναι δύσκολο να προσδιορίσω το συγκεκριμένο ημερολόγιο.
Για γεγονότα που σχετίζονται με τις εσωτερικές εξελίξεις στην Ελλάδα μέχρι τις αρχές του 1924 κατά γενικό κανόνα οι ημερομηνίες δίνονται με βάση το παλιό ημερολόγιο, όπως στην περίπτωση των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου 1920, τις οποίες έχασε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, και αποτελούν την αφετηρία της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Για γεγονότα που αφορούν την Ελλάδα, αλλά και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η χρονολόγησή τους κυμαίνεται από ιστορικό σε ιστορικό.
Σήμερα θα ασχοληθώ με την παιδεία στο πλαίσιο της ελληνικής παροικίας της Σμύρνης, η οποία κατά κοινή ομολογία έφτασε σε υψηλά επίπεδα επιτευγμάτων.
Στον τομέα της παιδείας η Σμύρνη υπήρξε πρωτοπόρος μεταξύ των άλλων ελληνικών παροικιών στις δυτικές ακτές της Μικράς Ασίας. Στα παράλια του Εύξεινου Πόντου μόνο η Τραπεζούντα θα μπορούσε να παραβληθεί μαζί της. Την Κωνσταντινούπολη δεν την αναφέρω, καθότι ως πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, και από το 1453 της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, είχε διατηρήσει πολλά προνόμια, μεταξύ των οποίων και για την ελληνική παιδεία.
Η συμβολή της ελληνικής παιδείας στην ανάπλαση του φρονήματος του ελληνικού στοιχείου στην Σμύρνη, αλλά και σε όλο τον μικρασιατικό και ποντιακό ελληνισμό, υπήρξε τεράστια.
Από τα μέσα του 17ου αιώνα οι καταπιέσεις των χριστιανικών κοινοτήτων στην Μικρά Ασία από την Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισαν να χαλαρώνουν, με αποτέλεσμα τα ελληνικά σχολεία που υπήρχαν να λειτουργούν πιο ελεύθερα, και παράλληλα να ιδρύονται νέα σχολεία σε πόλεις με μεγάλες ελληνικές κοινότητες, όπως η Σμύρνη, η Φιλαδέλφεια, οι Πέργαμος, οι Κυδωνιές, και άλλες.
Εξαίρεση αποτέλεσαν οι ελληνικές κοινότητες στις κεντρικές και ανατολικές περιοχές της Μικράς Ασίας, οι οποίες είχαν υποστεί μεγαλύτερους διωγμούς κατά τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας. Οι Έλληνες των περιοχών εκείνων, απομονωμένοι από τον κύριο κορμό των ελληνικών κοινοτήτων στις μικρασιατικές ακτές του Αιγαίου (Ιωνία) και του Εύξεινου Πόντου (Πόντος), γρήγορα έχασαν την ελληνική γλώσσα και έγιναν τουρκόφωνοι.
Για να αποφύγουν όμως τον εξισλαμισμό, επινόησαν μια νέα μορφή γραπτής γλώσσας. Το Ευαγγέλιο, τα σχολικά βιβλία και οι τοπικές εφημερίδες χρησιμοποιούσαν την τουρκική γλώσσα, γραμμένη με ελληνικά γράμματα. Η μορφή αυτή της γραπτής γλώσσας έγινε γνωστή ως καραμανλίδικη γραφή, από την περιοχή της Καππαδοκίας γνωστή ως Καραμάν.
Οι Έλληνες κάτοικοι της Καππαδοκίας στις αρχές τις δεκαετίας του 1920 ανέρχονταν στις 45.000. Η καραμανλίδικη γραφή συνέβαλε στη διατήρηση από τον ελληνικό πληθυσμό της Καππαδοκίας της ορθόδοξης πίστης και της ελληνικής συνείδησης. Σημειώνω εδώ πως η ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ της Τουρκίας και της Ελλάδας κατά το 1922 και 1923 έγινε με κριτήριο το θρήσκευμα, και όχι τη γλώσσα.
Οι Έλληνες της Σμύρνης, καθώς και των άλλων πόλεων στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας (πρώην Ιωνίας), δεν διατήρησαν μόνο την ελληνική γλώσσα, αλλά ίδρυσαν και ελληνικά σχολεία με ευρύχωρες και επιβλητικές κτιριακές εγκαταστάσεις, και σύγχρονα εποπτικά μέσα και όργανα.
ΘΑΥΜΑΣΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΧΟΛΗ
Το πρώτο από τα μεγάλα σχολεία της Σμύρνης, το οποίο μνημονεύεται σε ιστορικές πηγές είναι η Ευαγγελική Σχολή, η οποία θεωρείται το καύχημα των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της πόλης, ΜΕ έτος ίδρυσης το 1717 (άλλες πηγές δίνουν το 1733 ως έτος ίδρυσης της Σχολής).
Το κύρος της Ευαγγελικής Σχολής ήταν τέτοιο, που από το 1861 οι απόφοιτοί της  εγγράφονταν χωρίς εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Το 1747 η Σχολή αυτονομήθηκε από την Ελληνική Κοινότητα της Σμύρνης, και τέθηκε κάτω από την προστασία της Μεγάλης Βρετανίας, προφανώς για την πλέον απρόσκοπτη λειτουργία της, υπό το καθεστώς των διεθνών διομολογήσεων.
Ο όρος διομολογήσεις χρησιμοποιείται για τις αμοιβαίες συμφωνίες για παροχή προνομίων σε υπηκόους ισχυρών κρατών, όπως η Μεγάλη Βρετανία, η Γαλλία, οι Η.Π.Α,  που ζούσαν ή είχαν επιχειρήσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Με την πάροδο του χρόνου ιδρύθηκε και Εμπορική Σχολή, ως παράρτημα της Ευαγγελικής Σχολής, τμήμα διδασκαλίας ξένων γλωσσών, καθώς και Διδασκαλείο για την εκπαίδευση δημοδιδασκάλων.
Στην Ευαγγελική Σχολή δίδαξαν διαπρεπείς λόγιοι, παιδαγωγοί και επιστήμονες, συμβάλλοντας στην ολοκληρωμένη και τέλεια μόρφωση των μαθητών τους.
Μεταξύ των μαθητών της ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής, ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, ο ποιητής Στέλιος Σπεράντζας, ο μουσικός και ακαδημαϊκός Μανώλης Καλομοίρης, και ο πασίγνωστος εφοπλιστής Αριστοτέλης Ωνάση, αλλά και πολλοί άλλοι που αναδείχτηκαν ως λόγιοι, επιστήμονες, κληρικοί, καλλιτέχνες και επιχειρηματίες, οι οποίοι συνέβαλαν σημαντικά στην πνευματική και οικονομική ζωή της Σμύρνης, και μετέπειτα της Ελλάδας, αλλά και στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ελληνικού έθνους.
Σημειωτέον ότι η Ευαγγελική Σχολή προσέλκυε μαθητές και από άλλες πόλεις της Μικράς Ασίας, καθώς και από τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου.
Η Ευαγγελική Σχολή περιλάμβανε Βιβλιοθήκη με γύρω στις 50.000 βιβλία, σπάνια χειρόγραφα, καθώς και αρχαιολογικό μουσείο με πολύτιμα αντικείμενα και νομίσματα.
Το παράδειγμα της Ευαγγελικής Σχολής ακολούθησαν και άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, κοινοτικά και ιδιωτικά, καθώς και το Ελληνογερμανικό Λύκειο Γιαννίκη και το Ελληνογαλλικό Λύκειο Αρώνη.
ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΑ ΤΑ ΠΑΡΘΕΝΑΓΩΓΕΙΑ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ
Παρά το γεγονός ότι οι αντιλήψεις των Τούρκων δεν ευνοούσαν τη μόρφωση των γυναικών, στην Σμύρνη το πρώτο ελληνικό σχολείο θηλέων άρχισε να λειτουργεί, αν και σε περιορισμένη κλίμακα, από το 1830. Πρόκειται για το «Παρθεναγωγείο της Αγίας Φωτεινής», το οποίο αργότερα μετονομάστηκε σε «Κεντρικό Παρθεναγωγείο».
Όταν αναλογισθούμε ότι το 1830 η Ελλάδα ανακηρύχθηκε αυτόνομο κράτος, και το 1832 ανεξάρτητο κράτος, αντιλαμβανόμαστε πόσο προηγμένη ήταν η παιδεία στη Σμύρνη την εποχή εκείνη.
Το πιο φημισμένο από τα σχολεία θηλέων ήταν το «Ομήρειο Παρθεναγωγείο», το οποίο ιδρύθηκε το 1881. Το παρθεναγωγείο αυτό σύντομα δημιούργησε και διδασκαλείο, στο οποίο εκτός από τις ελληνοπούλες της Σμύρνης είχε και οικότροφους από διάφορα μέρη της Μικράς Ασίας. Μετά την αποφοίτησή τους, τα κορίτσια εκείνα επέστρεφαν στους τόπους καταγωγής τους, όπου δημιουργούσαν νέα σχολεία θηλέων.
Με την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, αλλά και την ευρύτερη εγκυκλοπαιδική τους μόρφωση, οι νέες κοπέλες εντάσσονταν με μεγαλύτερη ευκολία στις τοπικές κοινότητες, και όταν αποκτούσαν οικογένειες γαλουχούσαν τα παιδιά τους στα νάματα της ελληνικής παιδείας, συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση της ελληνικής τους συνείδησης.
Στον τομέα της παιδείας μπορεί να ενταχθεί και το «Ελληνικό Ορφανοτροφείο Σμύρνης», το οποίο ιδρύθηκε το 1870. Οι οικότροφοι του Ορφανοτροφείου παρακολουθούσαν μαθήματα μέχρι την Πέμπτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου, ενώ ταυτόχρονα μάθαιναν διάφορες τέχνες.
Στο ίδρυμα εκείνο χιλιάδες ορφανά έμαθαν την ελληνική γλώσσα, εξοπλίστηκαν με τεχνικές γνώσεις για να ενταχθούν σε διάφορα επαγγέλματα, και βρήκαν τη στοργή και την αγάπη, που στερήθηκαν από την απώλεια των γονιών τους σε νεαρή ηλικία.
Παράλληλα με τα προαναφερθέντα μεγάλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, στην Σμύρνη είχαν λειτουργήσει και 16 σχολεία στα προάστιά της, καθώς και γύρω στα 80 ιδιωτικά σχολεία.
Από τα παραπάνω συνάγεται το συμπέρασμα πως η ελληνικότητα της Σμύρνης μέχρι τον τραγικό Σεπτέμβριο του 1922 δεν οφειλόταν μόνο στον μεγάλο αριθμό των Ελλήνων κατοίκων της, αλλά και στην υψηλού επιπέδου ελληνική παιδεία, η οποία υπήρξε το υπόβαθρο του Μικρασιατικού Ελληνισμού.
Την ερχόμενη εβδομάδα θα κάνω μια επισκόπηση άλλων πτυχών από τη ζωή των Ελλήνων της Σμύρνης, όπως ο ελληνικός τύπος, το θέατρο, η βιομηχανία και το εμπόριο, και γενικά η κοινωνική ζωή, πριν προχωρήσω στον Μικρασιατικό Πόλεμο, και στην Μικρασιατική Καταστροφή που ακολούθησε, με όλα τα τραγικά συνακόλουθά της.

Κύριες πηγές
* Ένθετο της αθηναϊκής εφημερίδας Ελευθεροτυπία, «Σμύρνη – Η ζωή και το τέλος της πόλης των ‘Γκιαούρηδων’», 12/9/2009.
* Ένθετο της αθηναϊκής εφημερίδας Η Καθημερινή «Η παιδεία στη Σμύρνη», 3/5/1998 του Χρήστου Σολδάτου.
* Διάφορα βιβλία ιστορίας και ιστορικά ντοκουμέντα.
 http://diasporic.org/mnimes/archives/paideia-smirni

Τρίτη 15 Μαΐου 2012

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΡΧΗ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

 
Την Τετάρτη 16 Μαϊου (19.30-22.00), στο χώρο εκδηλώσεων της Έκθεσης Βιβλίου (Πεδίον Άρεως-Αθήνα)
 
Η καταστροφή τηs Σμύρνης το Σεπτέμβρη του ’22 υπήρξε το συμβολικό, αλλά και πραγματικό τέλος της ιστορικής περιόδου που άρχισε με το πραξικόπημα των Νεότουρκων (1908) σφραγίστηκε με την απόβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα του Πόντου (19 Μαϊου 1919).
Μιας περιόδου που σφράγισε για πάντα την ιστορία της περιοχής μας και οδήγησε στη μετεξέλιξη του πολυεθνικού οθωμανικού χώρου  σε μονοεθνικό έδαφος. Ο μηχανισμός αυτού του μετασχηματισμού υπήρξαν οι Γενοκτονίες των χριστιανικών λαών, Ελλήνων (Ποντίων Ιώνων, Ανατολικοθρακών κ.ά.), Αρμενίων, Ασσυροχαλδαίων.
Στη συνέχεια, η τραυματική εμπειρία των προσφύγων στην Ελλάδα θα εξοβελιστεί από το δημόσια αναπαράσταση της εθνική ιστορίας, οι πρόσφυγες θα αντιμετωπιστούν εργαλειακά τόσο από τις δυνάμεις της εξουσίας, όσο και απ’ αυτές της όποιας αντιπολίτευσης.
Μόλις στις δεκαετίες του ’80 και του ’90 η προσφυγική Μνήμη θα διεκδικήσει χώρο στο κοινό εθνικό συλλογικό αφήγημα.
Σ’ αυτές τις Σιωπές και στους μηχανισμούς εξόντωσης της προσφυγικής Μνήμης είναι αφιερωμένη η εκδήλωση στην Έκθεση Βιβλίου:
Την Τετάρτη 16 Μαϊου (19.30-22.00), στο χώρο εκδηλώσεων της Έκθεσης Βιβλίου (Πεδίον Άρεως-Αθήνα) θα γίνει η εκδήλωση με τίτλο: «Η καταστροφή της Σμύρνης στην κυρίαρχη νεοελληνική ιδεολογία«.
Αντικείμενο του προβληματισμού θα αποτελέσουν τα ερωτήματα που αφορούν:
-την παράδοξη συνάφεια των θέσεων πολύ διαφορετικών πολιτικών χώρων, που καλύπτουν το σύνολο σχεδόν του πολιτικού φάσματος,
-τους κυρίαρχους μηχανισμούς επιλογής των «χρήσιμων» στοιχείων για τις ιδεολογικές κατασκευές και τις δημόσιες αναπαραστάσεις,
-την αντιμετώπιση της προσφυγικής Μνήμης και της προσπάθειας αναμνημόνευσης της τραυματικής εμπειρίας.
Η όλη εκδήλωση θα πλαισιώνεται από προβολή ντοκιμαντέρ και από αφηγήσεις μαρτυριών από τους ηθοποιούς Ανατολή Αθανασιάδου και Αλέξανδρο Μπουρδούμη.
 
http://mikrasiatis.gr/?p=9310



Παρασκευή 27 Αυγούστου 2010

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

Η Σμύρνη ήταν η πιο εμπορική πόλη της Ιωνίας. Η γεωγραφική της θέση, έκανε την Σμύρνη μέγιστο εμπορικό κόμβο Ανατολής και Δύσης. Τα εμπορεύματα από την ενδοχώρα της Τουρκίας αλλά και από την Μέση Ανατολή, διακινούνταν μέσω του λιμανιού της Σμύρνης στην Ευρώπη. Το εμπόριο, με το οποίο ασχολούνταν κυρίως οι Έλληνες, έφερε οικονομική ευμάρεια και αυτή με τη σειρά της συνετέλεσε στην πολιτιστική ανάπτυξη. Πλήθος από φιλανθρωπικά ιδρύματα, ξακουστές σχολές, νοσοκομεία και ορφανοτροφεία έκαναν την Σμύρνη να ξεχωρίζει από τις άλλες πόλεις. Η πλειονότητα των κατοίκων της Σμύρνης ήταν Έλληνες. Όλοι όμως οι κάτοικοι της Σμύρνης μιλούσαν και Ελληνικά.

Οι Τούρκοι την έλεγαν Γκιαούρ Ιζμίρ, δηλαδή Σμύρνη των απίστων ή άπιστη Σμύρνη. Η Σμύρνη ήταν μία πόλη σύμβολο. Ένα σύμβολο που οι Τούρκοι πίστευαν πως έπρεπε να ισοπεδωθεί και να ποδοπατηθεί. Η Σμύρνη καταστράφηκε βάση προμελετημένου σχεδίου. Ο Αμερικανικής καταγωγής George Horton, ο μόνος πρόξενος που προσπάθησε να βοηθήσει τους Έλληνες, γράφει ότι οι Τούρκοι του Κεμάλ έκαψαν τη Σμύρνη για να διώξουν για πάντα τους Χριστιανούς από τη Μικρά Ασία και να μη μπορούν ποτέ να επιστρέψουν.

Το καλοκαίρι του 1922, με τις αποτυχημένες για τον Ελληνικό Στρατό μάχες στην πορεία προς την Άγκυρα ξεκινά η Μικρασιατική Καταστροφή. Το ηθικό του στρατού έχει καταρρακωθεί, οι στρατιώτες έχουν κουραστεί, οι Σύμμαχοι ενισχύουν με πολεμοφόδια και οπλισμό τους Τούρκους του Μουσταφά Κεμάλ και η Ελληνική κυβέρνηση αντικαθιστά τους εμπειροπόλεμους ηγέτες του στρατεύματος με άπειρους.

Ο ύπατος αρμοστής Στεργιάδης στις 19/8/1922 έδωσε μυστική εντολή οι δημόσιοι υπάλληλοι να είναι έτοιμοι για αναχώρηση με τα αρχεία τους και ταυτόχρονα έδωσε εντολή να μην αφήνουν τους κατοίκους να φύγουν και να τους ενθαρρύνουν να παραμείνουν στη Μικρά Ασία, παρά τα ανησυχητικά νέα από το μέτωπο.

Όλο και περισσότεροι πρόσφυγες και εξαθλιωμένοι στρατιώτες συνέρρεαν στη Σμύρνη. Οι Μεγάλες Δυνάμεις έστειλαν πλοία να προστατέψουν τους υπηκόους τους, 11 αγγλικά, 5 γαλλικά και 3 αμερικάνικα. Στις 23/8 έφτασαν δυνάμεις του Ελληνικού Στρατού από τη Θράκη με πλοίο, μα οι περισσότεροι στασίασαν και αρνήθηκαν να κατέβουν από το πλοίο για να πολεμήσουν.

Ο Μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος και ο Αρμένης επίσκοπος έστειλαν έκκληση στον Αρχιεπίσκοπο του Canterbury να επέμβει ώστε να σώσει ο Αγγλικός Στρατός τους Χριστιανούς από τα στίφη του Κεμάλ Ατατούρκ.

Στις 25/8 ο Ελληνικός Στρατός και οι Ελληνικές Αρχές είχαν φύγει από τη Σμύρνη και ο Στρατηγός Χατζηανέστης μετέφερε το στρατηγείο σε πλοίο.

Πολίτες και στρατιώτες που είχαν έρθει απ’ το μέτωπο, γέμιζαν τους δρόμους και την προκυμαία προσπαθώντας να εγκαταλείψουν την πόλη με πλοία. Πολλοί στρατιώτες έφευγαν πεζοί προς την Ερυθραία.

Στις 19:00 ο ύπατος αρμοστής Στεργιάδης επιβιβάστηκε στο αγγλικό πολεμικό Iron Duke, πήγε και έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του στη Γαλλία. Το ίδιο βράδυ πήγαν τα ελληνικά πολεμικά πλοία, μάζεψαν τον ελληνικό στρατό κι έφυγαν.

Ξημερώνει Σάββατο 27/8/1922 κι η αγωνία κορυφώνεται. Στα λιμάνια Χίο και Μυτιλήνη 50 εμπορικά πλοία ήταν καθηλωμένα – η κυβέρνηση δεν επέτρεπε να πάνε να βοηθήσουν τη Σμύρνη.

Τσέτες ιππείς μπήκαν κατά τις 10:30 στη Σμύρνη κι έκαναν τις πρώτες σφαγές Ελλήνων και Αρμενίων. Τούρκοι πολίτες και Τουρκικός Στρατός ξεκίνησαν τις λεηλασίες. Ο Μητροπολίτης Χρυσόστομος διένειμε συσσίτιο το μεσημέρι σε όσους είχαν συγκεντρωθεί στην Αγία Φωτεινή. Ο Νουρεντίν ανέλαβε τη διοίκηση της πόλης.

Σφαγή του Χρυσοστόμου Σμύρνης

Στις 27/8, στις 8 το βράδυ, καλείται δεύτερη φορά ο μητροπολίτης Χρυσόστομος Σμύρνης, να παρουσιαστεί στο Νουρεντίν μαζί με τους δημογέροντες Τσουρουκτσόγλου και Κλιμάνογλου. Αφού συζήτησαν, ο Μητροπολίτης βγήκε απ’ το Διοικητήριο και ο Νουρεντίν φώναξε στον τουρκικό όχλο “αν σας έκανε καλό, κάντε του καλό, αν σας έκανε κακό, κάντε του κακό” και τότε οι εξαγριωμένοι Τούρκοι λιντσάρισαν τον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο. Ήταν τόσο άγρια τα βασανιστήρια του όχλου που ένας Τουρκοκρητικός, που κάποτε είχε βοηθηθεί από τον Μητροπολίτη Χρυσόστομο, έβαλε τέρμα στο μαρτύριο του πυροβολώντας τον.

Τις ίδιες μέρες εκατοντάδες ιερείς σφαγιάστηκαν απ’ τους Τούρκους – σχεδόν το σύνολο του ορθοδόξου κλήρου της Μικράς Ασίας. Άλλους τους κάρφωσαν σε δέντρα, άλλους τους στραγγάλισαν, άλλον τον σούβλισαν, άλλον τον έθαψαν ζωντανό κι άλλον τον πετάλωσαν. Και οι Ορθόδοξες Εκκλησίες καταστράφηκαν, έγιναν τζαμιά, στάβλοι ή αποθήκες.

Το βράδυ της 27ης Αυγούστου οι Τσέτες όρμησαν επανειλημμένα και σκότωσαν Έλληνες που είχαν καταφύγει στις εκκλησίες των προαστίων. Οι σφαγές επαναλήφθηκαν το πρωί 28/8.

Όλο κι ενισχύονταν οι Τουρκικές Στρατιωτικές Δυνάμεις και γίνονταν περισσότερες σφαγές Ελλήνων κι Αρμένιων. Γίνονταν συλλήψεις και μετά από λίγο σκότωναν τους συλληφθέντες. Οι Λεβαντίνοι πωλούσαν πιστοποιητικά ξένης προστασίας.

Ως την Τετάρτη 31/8 ολοένα αυξάνονται οι δολοφονίες. Καταστρέφεται η Αρμενική συνοικία, καταληστεύτηκαν οι περιουσίες, δολοφονήθηκαν οι άντρες και βιάστηκαν οι γυναίκες. Από τους 18.000 Αρμένιους της Σμύρνης μόλις 2.000 σώθηκαν ως πρόσφυγες.

Το ξημέρωμα της Τετάρτης πολλοί Χριστιανοί έφυγαν προς το Κορδελιό εξαιτίας φημών για πλοία που θα τους έσωζαν. Στο δρόμο προς το Κορδελιό συνάντησαν Τούρκικο Ιππικό και Τσέτες ιππείς. Βιαιοπραγούσαν στους άντρες, έκλεβαν τα κοσμήματα των γυναικών και βίαζαν τις κοπέλες. Όσοι κατάφεραν να προχωρήσουν στα μισά του δρόμου συνάντησαν τους Χριστιανούς του Κορδελιού, που τους είχαν διώξει ήδη οι Τούρκοι για να μη σωθούν με τα πλοία.

Μια ομάδα νεαρών γυναικών που τις κυνηγούσαν οι Τσέτες, προτίμησαν να πέσουν στα βράχια σαν άλλες γυναίκες του Ζαλόγγου, προκειμένου να μην τις βιάσουν.

Το βράδυ της Τετάρτης η Αρμενική συνοικία είχε πλήρως ισοπεδωθεί και ο Τούρκικος Στρατός έστρεψε την πλήρη προσοχή του στους Έλληνες. Όπως είχαν κάνει στους Αρμένιους, πάλι έσπαγαν τις πόρτες σπιτιών. Τους άντρες τους σκότωναν. Οι νεαρές κοπέλες ήταν ο στόχος των Τούρκων, τις άρπαζαν, τις βίαζαν, τις ατίμαζαν. Οι κοπέλες μεταμφιέζονταν σε γριές για να σώσουν τη τιμή τους.

Περίπου 20.000 είχαν καταφύγει για να σωθούν στο νεκροταφείο. Οι περισσότεροι σφαγιάστηκαν και κάποιοι λίγοι σώθηκαν κρυμμένοι μέσα σε μνήματα.

Η Σμύρνη στις φλόγες

Ο Νουρεντίν ως άλλος Νέρων εκτέλεσε το σχέδιο της πυρπόλησης της Σμύρνης. Τούρκοι στρατιώτες κατεδάφισαν κτήρια δημιουργώντας αντιπυρικές ζώνες. Προστάτευαν έτσι κτήρια των Μεγάλων Δυνάμεων που είχαν συμφωνήσει να τα αφήσουν άθικτα.

Άλλοι Τούρκοι στρατιώτες μετέφεραν δοχεία με πετρέλαιο και βενζίνη και έριχναν εμπρηστικές βόμβες στα κτίρια των Ελλήνων και των Αρμένιων. Η φωτιά ξεκίνησε από την Αρμενική συνοικία 30/8 βράδυ, την Τετάρτη 31/8 (13 Σεπτεμβρίου ν.η.) όλη η Σμύρνη καιγόταν. Όλη η Σμύρνη – εκτός φυσικά από την Τούρκικη συνοικία – ήταν μέσα στις φλόγες. Τούρκοι στρατιώτες ήταν παρατεταγμένοι σε στρατηγικά σημεία της πόλης και σκότωναν όσους Χριστιανούς προσπαθούσαν να γλιτώσουν από τις φλόγες.


Φωτιά στη Σμύρνη πίσω τους και η θάλασσα φυσικό εμπόδιο εμπρός τους. Τα συμμαχικά πλοία αδρανή και οι λυσσασμένοι Τσέτες να κάνουν εφορμήσεις στην προκυμαία και να σφάζουν τον κοσμάκη.

Παρά τις εκατοντάδες μαρτυρίες – όχι Ελλήνων, αλλά ξένων διοικητικών υπαλλήλων και δημοσιογράφων – οι Τούρκοι τόλμησαν να κατηγορήσουν Έλληνες και Αρμένιους για την φωτιά στη Σμύρνη.

3/9/1922 οι Έλληνες θέλουν να φύγουν, σκαρφαλώνουν σε πλοία. Άγγλοι, Γάλλοι και Ιταλοί ασφαλείς πάνω στα πλοία τους πετούσαν με κλωτσιές στη θάλασσα τα θύματα των Τούρκων. Τούρκοι στρατιώτες άρπαξαν γυναίκες από το πλήθος για να τις βιάσουν και να τις σκοτώσουν, έλουζαν άντρες με πετρέλαιο και τους έκαιγαν ζωντανούς.

Ξένοι πολίτες έκαναν διπλωματικές κινήσεις υπό τον Αμερικανό Jennings και επιτράπηκε σε ελληνικά πλοία να παραλάβουν τους πρόσφυγες.

Στις 11/9 15.000 πρόσφυγες στα πλοία, στις 13/9 43.000. Έως τις 18/9 (31/9 ν.η) 250.000 πρόσφυγες έφτασαν στην Ελλάδα.

Όλοι οι δρόμοι της Σμύρνης γεμάτοι πτώματα Ελλήνων και Αρμένιων. Γεμάτη άψυχα κουφάρια κι η θάλασσα της Σμύρνης από την πόλη και τα τριγύρω χωριά. 55.000 σπίτια καταστράφηκαν, από τα οποία τα 43.000 ήταν Ελληνικά, 10.000 Αρμένικα και 2.000 ξένων υπηκόων. 5.000 καταστήματα παραδόθηκαν στις φλόγες, το σύνολο σχεδόν των ορθόδοξων εκκλησιών, σχολείων και ιδρυμάτων.

Στις 17/9 (30/9 ν.η.) ήταν η τελευταία μέρα που μπορούσαν να φύγουν οι Έλληνες σύμφωνα με το τελεσίγραφο του Νουρεντίν. Εν τούτοις οι Τούρκοι έκαναν ελέγχους στους επιβιβαζόμενους σε πλοία και συλλαμβάνανε πολλούς. Σχημάτιζαν φάλαγγες για να τους εκτοπίσουν μα εκτελούσαν εν ψυχρώ τους περισσότερους. Πολλοί ακόμη πέθαναν από επιδημίες τύφου και εντερίτιδας. Όσοι τυχόν είχαν συλληφθεί και δεν τους είχαν σκοτώσει, οδηγήθηκαν στην ενδοχώρα.

Οι Έλληνες περίμεναν ότι οι Σύμμαχοι δε θα άφηναν να γίνει η Μικρασιατική Καταστροφή. Περίμεναν από τους Συμμάχους να τους βοηθήσουν στον πόλεμο ή έστω να τους σώσουν στο τέλος στην προκυμαία της Σμύρνης. Κάτι τέτοιο όμως δεν έγινε. Η Δύση είχε την ευκαιρία να επανορθώσει για τα “αμαρτήματα” της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης. Όπως το 1453 δεν ήρθε “συμμαχική” βοήθεια από τους άλλους Χριστιανούς, έτσι και το 1922 οι Σύμμαχοι Άγγλοι, Γάλλοι, Ιταλοί, Αμερικάνοι, παρακολουθούσαν από τα πλοία, τραβούσαν φωτογραφίες, αντιμετώπιζαν την Μικρασιατική Καταστροφή και τα θύματά της σαν show.

Δεν άφηναν τους Έλληνες να επιβιβαστούν στα πλοία τους για να σωθούν. Όταν κάποιοι, κολυμπώντας, έφταναν και σκαρφάλωναν στα Συμμαχικά πλοία, τους πετούσαν βραστό νερό, τους έσπαζαν τα δάχτυλα και τους ξαναπετούσαν στη θάλασσα. Πάρα πολλοί πνίγηκαν έτσι και κάποιοι λίγοι επέστρεφαν στην προκυμαία.

Ο Γάλλος γενικός πρόξενος για να δικαιολογήσει την καθυστέρηση του σε επίσημο γεύμα είπε, σύμφωνα με μαρτυρία του Horton, “η ατμάκατός μου προσέκρουε συνεχώς εις επιπλέοντα πτώματα Ελληνίδων”. Αυτή η κυνική και απάνθρωπη φράση, είναι χαρακτηριστική του κλίματος και της συμπεριφοράς των Συμμάχων.

Ο George Horton, πρόξενος των ΗΠΑ, ήταν από τους τελευταίους που εγκατέλειψαν την πόλη και ήταν από τους ελάχιστους που συμπεριφέρθηκαν ανθρώπινα και με αυταπάρνηση και κίνδυνο της ζωής τους προσπάθησαν και έσωσαν κάποιους Έλληνες. Για αυτά που έζησε είπε τα εξής: “Δεν θυμάμαι παρόμοιο επεισόδιο ανθρώπινης συμφοράς στην Ιστορία. Με τα πυρπολημένα σπίτια τους πίσω τους, οι κάτοικοι της Σμύρνης -άνδρες, γυναίκες, παιδιά- περιμένουν με τις ώρες και με τις μέρες κραυγάζοντας και ικετεύοντας να φύγουν”.


Συνολικά 1.500.000 πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη κατέφυγαν στην Ελλάδα.

Πηγή: matia.gr




Κυριακή 2 Μαΐου 2010

Η απόβαση του Ελληνικού στρατού στη Σμύρνη 1919


Μόλις μπήκε ο Μάιος της χρονιάς εκείνης, 1919. Ο μικρασιατικός Ελληνισμός χαιρόταν την άνοιξη με τα λουλούδια και τις ωραίες ακρογιαλιές. Ημέρα πρωτομαγιάς και οι κάτοικοι της Σμύρνης βγήκαν στην εξοχή για να απολαύσουν τις ομορφιές της φύσης, που η άνοιξη τους χάριζε απλόχωρα.
Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, στην παραλιακή αυτή πόλη της Μ. Ασίας, το ελληνικό στοιχείο υπερείχε, σύμφωνα με όλες τις εκτιμήσεις, σαφώς των άλλων εθνοτήτων, τόσο ως προς τον αριθμό, όσο και ως προς τον πλούτο. Σύμφωνα με στοιχεία που μας παρέχει ο Παντ. Κοντογιάννης στο έργο του, Γεωγραφία της Μ. Ασίας, λίγο πριν την καταστροφή ο πληθυσμός της πόλης προσέγγιζε τις 270.000 περίπου κατοίκους από τους οποίους οι 140.000 ήταν Έλληνες και 50.000 ήταν τούρκοι. Υπήρχαν βέβαια και Αρμένιοι, Εβραίοι και Ευρωπαίο (1).
Εκείνο που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι το γεγονός ότι ο Ελληνισμός της Σμύρνης πέρα από την αριθμητική υπεροχή που είχε στον πληθυσμό έπαιζε πρωτεύοντα ρόλο στην πνευματική και πολιτιστική ζωή της πόλης. Το δε εμπόριο βρισκόταν αποκλειστικά στα χέρια των Ελλήνων .
Την ημέρα εκείνη της πρωτομαγιάς τίποτε δεν πρόδιδε για αυτό που θα ακολουθούσε τις μεσημβρινές ώρες. Μέχρι εκείνη τη στιγμή όλα ακολουθούσαν τον ίδιο ρυθμό της ζωής με τη γνώση της πικρίας στα χείλη όλων εκείνων που οραματίζοντο κάποια μέρα τη λευτεριά.
Μια ξαφνική είδηση, ήρθε που τα "όνειρα τα αναδεύει" και θεριεύει την αποσταμένη ελπίδα". Όλοι οι δημογέροντες και οι κληρικοί της πόλης εκαλούντο από το Μητροπολίτη Χρυσόστομο στο Μητροπολιτικό μέγαρο. Η είδηση, βέβαια, διέρρευσε και το πλήθος γέμισε τον περίβολο του Ναού της Αγίας φωτεινής. Είναι ώρα 4 μ.μ και ο Έλληνας αξιωματικός, ο πλοίαρχος Μαυρουείδης, κυβερνήτης του θωρηκτού "Αβέρωφ" που ήταν επικεφαλής όλης της στρατιωτικής αποστολής, εν μέσω συγκινήσεων και δακρύων διάβασε το διάγγελμα του Έλληνα πρωθυπουργού.
"Το πλήρωμα του χρόνου ήρθε. Η Ελλάς εκλήθη υπό του Συνεδρίου της Ειρήνης να καταλάβει τη Σμύρνη". Στο κείμενο ακολουθούν οδηγίες του πρωθυπουργού προς τους ομογενείς και στο τέλος: "Εύχομαι όσον τάχιστα δυνηθώ να επισκεφθώ αυτήν (Σμύρνη) κομιστής Ευαγγελίου εθνικής δι' αυτήν αποκαταστάσεως". Ελευθέριος Βενιζέλος .
Όλοι τους συγκινημένοι έκλαιγαν, αγκάλιζαν ο ένας τον άλλο και έψαλλαν τον εθνικό ύμνο. Κάποια στιγμή ένα αόρατο σύνθημα φτερούγισε στη σκέψη όλων και άρχισαν να πηγαίνουν στην παραλία, ντυμένοι στα γιορτινά τους να υποδεχτούν τους ελευθερωτές, το στρατό της μητέρας πατρίδας. Όλο εκείνο το βράδυ της πρωτομαγιάς οι Έλληνες της Σμύρνης το πέρασαν στην προκυμαία, με το βλέμμα στραμμένο στο βάθος του ωκεανού, από όπου θα ερχόταν το φως για να διαλύσει τα σκοτάδια της σκλαβιάς.
Ποιος μπορούσε να κοιμηθεί περιμένοντας πέντε αιώνες να έρθει η ανάσταση που θα χαρίσει τη λευτεριά.Η είδηση για τον ερχομό του Ελληνικού στρατού ανακοινώθηκε επίσημα και στις τουρκικές αρχές από τον ναύαρχο του συμμαχικού στόλου που βρισκόταν στο λιμάνι.Συγκεκριμένα έλαβε γνώση ο Βαλής (νομάρχης) της Σμύρνης και ο τούρκος στρατηγός Νουρεντίν.
Φυσικά δεν έμειναν με σταυρωμένα τα χέρια. Από το μεσημέρι της ίδιας ημέρας άρχισαν να παρατηρούνται στην τουρκική συνοικία διάφορες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας για την επικείμενη Ελληνική απόβαση. Κάποιοι από τους τούρκους πιο φανατικοί άρχισαν να εκφωνούν πατριωτικούς και ανθελληνικούς λόγους, ενώ άλλοι πιο πέρα μοίραζαν όπλα στα τουρκικά σπίτια.
Την ίδια νύχτα συνέβη κάτι πιο σοβαρό που έδειχνε από την αρχή πόσο δύσκολα θα ήταν τα πράγματα για τους Έλληνες φαντάρους εξαιτίας του ανταγωνισμού των ευρωπαϊκών κρατών στο διαμελισμό και τη διανομή της πολεμικής λείας. Από τις φυλακές της Σμύρνης που εκρατούντο τιμωρημένοι για αδικήματα σοβαρά του ποινικού δικαίου, ενώ αποφυλακίστηκαν οι Έλληνες λίγες μέρες νωρίτερα.
Οι υπόλοιπο εκρατούντο υπό τον αυστηρό έλεγχο των ιταλικών στρατευμάτων, σύμφωνα με τις αποφάσεις της ανακωχής. Τη νύχτα εκείνη ο ιταλός ταγματάρχης Καροσσίνι άνοιξε τις πόρτες των φυλακών και άφησε ελεύθερους όλους τους φυλακισμένους.
Όλοι αυτοί έτρεξαν να συναντήσουν τους άλλους διαδηλωτές και για να δείξουν τα πατριωτικά τους αισθήματα στους άλλους είναι αυτοί που την άλλη μέρα θα ανοίξουν πυρ και θα συγκρουστούν με τον ελληνικό στρατό. Να συμπληρώσουμε εδώ το εξής: οι τούρκοι, όλη τη νύχτα κτυπούσαν τύμπανα γύρω από τις φωτιές που άναψαν και με φωνές προσπαθούσαν να ξεσηκώσουν τα τουρκικά πλήθη. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται τώρα, πόσο δύσκολη κατάσταση έχει να αντιμετωπίσει ο ελληνικός στρατός.
Βέβαια, οι Έλληνες δεν επρόκειτο να υπολογίσουν τους παλληκαρισμούς των τούρκων.Άλλωστε πολλοί από τους στρατιώτες είχαν την εμπειρία των βαλκανικών πόλεων και γνώριζαν καλά τις ικανότητες του στρατού των τούρκων.
Παρά την επικρατούσα ομίχλη την ημέρα εκείνη, 2 Μαΐου 1919, με τη βοήθεια των Ελλήνων της Σμύρνης, πολύ πρωί διέθεσαν όσα πλωτά μέσα διέθεταν και βοήθησαν στη μεταφορά των ναυτών μας. Μετά την αποβίβασή τους, κατέλαβαν επίκαιρες θέσεις στην παραλία για να ελέγχουν την ομαλή αποβίβαση του στρατού. Το ωρολόγι δείχνει ώρα 7.30 πρωινή. Τα 18 ελληνικά οπλιταγωγά πλοία, πλησίασαν την προκυμαία και άρχισε η αποβίβαση σε ταχύτατους ρυθμούς από όλα τα πλοία σε διάφορα σημεία, καθορισμένα εκ των προτέρων.
Μέσα σε μια ώρα, δηλ. μέχρι την 8.30, είχαν αποβιβαστεί 2 Συντάγματα Πεζικού και άρχισε η αποβίβαση των Ευζώνων. Ήταν κάτι εύσωμα παλικάρια που μόλις κατέβηκαν μπήκαν στο σχηματισμό για να γίνει η παρέλαση.
Οι Έλληνες έτρεξαν και αγκάλιασαν τους στρατιώτες δημιουργώντας έτσι κίνδυνο ασφάλειας δικής τους αλλά και του στρατού. Τέτοιες στιγμές ιστορίας ποιος έχει χρόνο να σκεφτεί τον κίνδυνο.
Να υπενθυμίσουμε ακόμη εδώ ότι, τα στρατιωτικά αυτά τμήματα αποτελούσαν μονάδες της 1ης Μεραρχίας με διοικητή το συνταγματάρχη πυροβολικού Νικόλαο Ζαφειρίου, μετακινήθηκαν από Θεσσαλονίκη στις Ελευθερές κοντά στην Καβάλα.
Από εκεί έλαβαν εντολή την 29η Απριλίου 1919, από το ΓΕΣ, να αποπλεύσουν προς τα παράλια της Ιωνίας. Στη διαδρομή γνωστοποιήθηκε στους στρατιώτες, η ακριβή αποστολή, που ήταν η κατάληψη της Σμύρνης. Η χαρά και ο ενθουσιασμός τους μεγάλος. Γνωρίζουν ότι υπηρετούν ένα μεγάλο σκοπό της πατρίδος που ήταν η απελευθέρωση των Ελλήνων της Σμύρνης και της περιοχής της.
Γύρω στις 10.30 π.μ. και ενώ οι σχηματισμοί των στρατιωτών άρχισαν να παρελαύνουν στην παραλία μπροστά σε ένα πλήθος που κραύγαζε από χαρά, άρχισαν οι πρώτοι πυροβολισμοί. Στην αρχή τους εξέλαβαν ως πυροβολισμούς χαράς.
Γρήγορα έγινε αντιληπτό περί τίνος επρόκειτο και ο μέραρχος έδωσε διαταγή στο σύνταγμα των Ευζώνων να δράσει αμέσως και να επιβάλει την τάξη. Και οι μπαρουτοκαπνισμένοι τσολιάδες τίμησαν το θρύλο τους. Επιτέθηκαν εναντίον των τούρκων, τους εγκλώβισαν μέσα στους χώρους του Διοικητηρίου και τους συνέλαβαν όλους αιχμαλώτους.
Μεταξύ των συλληφθέντων ήταν ο στρατιωτικός Διοικητής της Σμύρνης Ναδήρ Πσάς, 2 στρατηγοί, 28 ανώτατοι αξιωματικοί, 123 κατώτεροι, 540 οπλίτες και περίπου 2000 άτακτους ενόπλους. Όλοι οδηγήθηκαν στο πλοίο "ΠΑΤΡΙΣ" μέχρι νεοτέρας διαταγής.
Οι απώλειες των Ελλήνων ήταν: 2 νεκροί και 34 στρατιώτες τραυματίες. Από τους τούρκους: νεκροί 8 αξιωματικοί, 5 οπλίτες και 8 τραυματίες;. Υπήρχαν και 47 νεκροί και πολλοί τραυματίες διαφόρων εθνοτήτων.
Κατά το μεσημέρι της ίδιας ημέρας ώρα 3η μ.μ. περίπου η τάξη είχε αποκατασταθεί στην πόλη. Ο Ελληνικός στρατός εγκαταστάθηκε στους προκαθορισμένους χώρους ώστε η παρουσία του στη Σμύρνη να είναι πλέον γεγονός. Σε συνεργασία του συμμαχικού στόλου που ήταν αγκυροβολημένος από τον Απρίλιο στο λιμάνι της Σμύρνης και με τους τουρκικούς παράγοντες του τόπου η Ελλ. στρατιωτική διοίκηση προσπαθούσε να επαναφέρει στην πόλη τους κανονικούς ρυθμούς της ζωής.
Από τότε μέχρι σήμερα πέρασαν 86 χρόνια. Πολλά γράφτηκαν και πολλά ειπώθηκαν. Ένα είναι βέβαια. Ο Ελληνικός λαός δεν έμαθε ποτέ όλη την αλήθεια για την επιχείρηση του εκστρατευτικού Σώματος στη Σμύρνη και αργότερα στα ενδότερα της Μ.Α.Ο σύγχρονος ιστορικός Χ. Τσιρκινίδης στο βιβλίο του μας αποκαλύπτει από τα διπλωματικά έγγραφα της Γαλλίας μια πληροφορία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Πρόκειται για κάποιον διάλογο που είχαν οι πρωθυπουργοί της Αγγλίας, Λ. Τζωρς, Αμερικής Ουΐλσον και της Γαλλίας Κλεμανσό. Όλοι τους φοβούμενοι την παρουσία της Ιταλίας στα παράλια της Τουρκίας ο Άγγλος πρωθυπουργός είπε: "Πρέπει να επιτρέψουμε στους Έλληνες να αποβιβάσουν στρατό στη Σμύρνη". Η γνώμη μου είναι ότι θα έπρεπε να πούμε στον κύριο Βενιζέλο να στείλει στρατό στη Σμύρνη".
Έτσι, λίγες μέρες νωρίτερα επέτρεψαν στον Ελ. Βενιζέλο να στείλει στρατό για να προστατέψει τους Έλληνες χριστιανούς της Σμύρνης και της περιοχής. Και εκείνος ανταποκρίθηκε με προθυμία. Για τους συμμάχους ο Ελληνικός στρατός θα αποτελούσε απατρεπτική δύναμη στις επεκτατικές διαθέσεις των Ιταλών στη Μικρά Ασία.

http://lefobserver.blogspot.com/2009/05/1919.html