Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015

13 ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΖΩΗ, ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΤΗΝ ΞΕΝΟΜΑΝΙΑ, ΤΗΝ ΝΙΚΗ, ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ

 
Δεν τους χρειάζομαι τους ανθρώπους των λεγόμενων «νέων ιδεών». Ανθρώπους νέων χαρακτήρων και νέας υγείας μπορείτε να μου φτιάσετε; Αυτό θέλω. Οι ιδέες πάντα θα έρχονται, είτε νέες είτε παλιές. Ο άνθρωπος πάντα ιδέες θα σκαρώνει, μη φοβάστε. Και δεν έχει σημασία αν είναι νέες ή παλιές. Θα είναι πάντα νέες αν προέρχονται από ανθρώπους υγιεινούς και με χαραχτήρα. Οι ιδέες είναι η αντανάκλαση της ζωής, της κάθε κατάστασης τους ανθρώπου, σα μια αίγλη γύρω από τον άνθρωπο, μια φωτοβολή που απ’ αυτόν βγαίνει.
Ημερολόγιο, Βερολίνο, Μάης 1914. Φύλλα ημερολογίου Ε΄ (1913-1917). Ερμής, 1986. 68.

Εκείνο που με συνδέει μ’ έναν τόπο δεν είναι το καλοκαίρι, είναι ο χειμώνας, και με τους ανθρώπους, οι λύπες της αγάπης.
Ημερολόγιο, 10 Ιουνίου 1919. Φύλλα ημερολογίου ΣΤ΄ (1918-1920). Ερμής, 1987. 96. 

Η νίκη καθίζει στον κόσμο, σαν αποτέλεσμα, την ιδέα της. Πρώτα του επιβάλλει την ηθική της θεωρία, που απ’ αυτήν έπειτα και άλλες ξεφυτρώνουν ιδέες και θεωρίες αμέτρητες και ανωφέλευτες κα γίνονται η κληρονομία των ανθρώπων, γιατί η ζωή είναι αγνή και παρθένα από θεωρίες, μονάχα ο άνθρωπος με τις νίκες και τις ήττες του βρέθηκε να τις ανακαλύψει για να περνά τον καιρό του.
«Η νίκη». Σαμοθράκη, 1909. Έκδ. «Νέα Ζωή» Αλεξανδρείας, 1926. 55.


Σαν τα άτομα και οι φυλές των ανθρώπων. Νικώντας μια γίνεται ελεύτερη και δημιουργεί αρχιτεκτονικές, πυργοποιίες και θεωρίες και χαίρεται με την ελευτεριά της και με τα καμώματά της, ώσπου ξεπέφτει αγάλι-αγάλι, ξεθυμαίνει, πετρώνει, κρυσταλλώνεται και σκλαβώνεται πια στις θεωρίες, που η ίδια έχει πλάσει. Και φεύγει πάλε η νίκη και φτερουγίζει και πάει αλλού.
«Η νίκη». Σαμοθράκη, 1909. Έκδ. «Νέα Ζωή» Αλεξανδρείας, 1926. 56.

Άνθρωπος είναι εκείνος που έχει οικογενειακή ανατροφή, είτε σε πολιτεία ανατράφηκε είτε σε χωριό, είτε ξέρει γράμματα είτε δεν ξέρει. Άνθρωπος είναι εκείνος που παίρνει τη δουλειά του πατέρα του και την καλυτερεύει.
Κοινότης, έθνος και κράτος, 1923. 10.

Ο άνθρωπος του κάθε τόπου, εκείνος και καλύτερα μπορεί να φροντίζει για τον τόπο του, γιατί εκείνος και πιο κοντά είναι και κάθε μέρα τον βλέπει, δηλαδή τον ξέρει καλύτερα από κάθε άλλον και τον πονεί περισσότερο.
Κοινότης, έθνος και κράτος. Γνώμαι του Ίωνος Δραγούμη 1907-1919, 1923. 11. 

Του Ρωμιού δεν του λείπει η αξιοσύνη να κυβερνιέται πολιτικά ο ίδιος, μα πρέπει μονάχα πρώτα να νιώσει με τι τρόπο έζησαν και ζουν οι Έλληνες στον κόσμο, ποιος κοινωνικός οργανισμός τούς βαστά. Οι Έλληνες ζουν πάντα σε κοινά ιδιοκυβέρνητα. Λοιπόν ο Έλληνας ή οι Έλληνες που θα κυβερνήσουν πολιτικά τους Έλληνες πρέπει όχι να καταστρέψουν τα κοινά αυτά, παρά να τα αφήσουν, να τα περιποιηθούν, να τα μεταχειρίζονται, να τα εκμεταλλεύονται πολιτικά. Μ’ άλλα λόγια είναι ανάγκη να κάνουν ίσα ίσα το αντίθετο από κείνο που έκανε ως τώρα το Ελλαδικό κράτος.
Κοινότης, έθνος και κράτος. Γνώμαι του Ίωνος Δραγούμη 1907-1919, 1923. 19.

Δύο παράδοσες μας κληροδότησε ο βυζαντινός πολιτισμός, μια τη σχολαστική λογιότατη και μια τη λαϊκή δημοτική. Αυτή η δεύτερη παράδοση είναι ο εσωτερικότερος και γνησιότερος κρίκος που μας συνεδένει με τους παλιότερους ελληνικούς πολιτισμούς όλους. Η άλλη μόνο φαινομενικά και εξωτερικά μάς θυμίζει τον αρχαίο ελληνικό και τον ελληνιστικό πολιτισμό και βαστάει ακόμα μερικά ξώφλοια της ψυχής μας, επειδή κολλήθηκε κιόλα του χριστιανισμού, που είναι η θρησκεία του βυζαντινού καιρού και η δική μας ίσαμε τώρα. Η λογιότατη παράδοση είναι το τελευταίο φανερό απομεινάρι του βυζαντινού πολιτισμού, σαν ένα ξερό φύλλο που δεν έπεσε ακόμα από το δέντρο. Ο χυμός του δέντρου είναι η δημοτική παράδοση. [...] Είναι σαν ένα ζεστό ρεύμα ζωής, που περνά αιώνες τώρα στα κατάβαθα της ψυχής των Ελλήνων και βαστά με την αιώνια ροή του την ενότητα ή ομοιότητα της μορφής της.
«Νεοελληνικός πολιτισμός». Ο Ελληνισμός μου και οι Έλληνες (1903-1909). Ελληνικός πολιτισμός (1913). 1927. 189.

Η μουσική του τόπου σου συμπυκνώνει όλα τα αισθήματα της φυλής σου και, σαν την ακούς, ξυπνάει μέσα σου όλος ο Ελληνισμός και βράζει και σε αναστατώνει. Τα τραγούδια τα ελληνικά δυναμώνουν την ελληνική ψυχή σου και τη συνθέτουν, αφού την αναλύσουν πρώτα σε μύρια φώτα, πλούτη και χρώματα.
«Νεοελληνικός πολιτισμός». Ο Ελληνισμός μου και οι Έλληνες (1903-1909). Ελληνικός πολιτισμός (1913). 1927. 222.

Γιατί να πασκίζουν να μιμηθούν ξένα μοντέλα κα ξένες τεχνοτροπίες; Γιατί να θέλουν και καλά να κοιτάζουν με ξένα μάτια, όταν είναι τόσο εύκολο τα δικά τους μάτια να ανοίξουν ορθάνοιχτα και να κοιτάξουν γύρω; Θάβρουν ό,τι θέλουν, φτάνει να προσέξουν, και, άμα αισθανθούν τα πράγματα που βλέπουν, θα τα εκφράσουν με το πινέλο τους καλύτερα από κάθε ξένο.
«Νεοελληνικός πολιτισμός». Ο Ελληνισμός μου και οι Έλληνες (1903-1909). Ελληνικός πολιτισμός (1913). 1927. 224.

Το κράτος χρησιμεύει διά την αυτοσυντηρησίαν της φυλής, που είναι απείρως πολυτιμοτέρα από την απλήν αυτοσυντηρησίαν του κράτους. Διότι τα κράτη δεν δημιουργούν τίποτε, μόνον συντηρούν και υποβοηθούν, τα έθνη όμως δημιουργούν πολιτισμούς.
 «Προγραμματικοί πολιτικοί στοχασμοί», Πολιτική Επιθεώρησις, 1916. Θ. Παπακωνσταντίνου (επιμ.), Ίων Δραγούμης και πολιτική πεζογραφία. Βασική Βιβλιοθήκη, 39. Εκδοτ. οίκος Ιωάννου Ν. Ζαχαροπούλου, 1957. 90. 

Άλλη αθανασία ψυχής δεν υπάρχει παρά τα παιδιά, είτε πραγματικά, από σάρκα και κόκκαλα, είτε πνευματικά από ιδέες.
Σταμάτημα, 1917. Θ. Παπακωνσταντίνου (επιμ.), Ίων Δραγούμης και πολιτική πεζογραφία. Βασική Βιβλιοθήκη, 39. Εκδοτ. οίκος Ιωάννου Ν. Ζαχαροπούλου, 1957. ιε΄.

Οι ιδέες πρέπει να συμφωνούν με τα πράματα, και για να συμφωνούν πρέπει να βγαίνουν απ’ αυτά.
«Στρατός και άλλα» (1909). Ίων Δραγούμης, 10 άρθρα του στο «Νουμά», Έκδοση «Τύπου», [1920]. 73.

''Σιχαίνομαι τη φρονιμάδα σου. Αν μπορούσα να καταστρέψω μονος μου το κρατος το Ελληνικό θα το έκανα αμεσως. Τι χρησιμεύει ενα κράτος Ελληνικό που αντί κάθε άλλη εξωτερική πολιτική διορίζει προξένους στην Ανατολή και πρεσβεις στη Δυση και τους ξεπροβαδίζει με την μονάκριβη ευχή και οδηγία ''προσέχετε να μην γεννάτε ζητήματα'', Αν το κράτος δεν νοιώθει τι μπορεί και τι πρέπει να κάνει, δεν αξίζει να ζει.
Έχουμε δυνάμεις αμέρητες και στην Μακεδονία και στην Θράκη και σε όλη την Ανατολή. Και αν το κράτος δεν τις ξερει, δεν θα πει πως πρέπει να μην τις ξέρω και εγώ. Και αν το κράτος τις αφήνει κρυμμένες ή σκόρπιες και δεν θέλει να τις περιμαζέψει, δεν είναι λόγος να μην τις περιμαζέψω εγώ, ή τουλάχιστον να προσπαθήσω. Ναι εσύ θα σώσεις το ρωμέικο, ω φρόνιμε. Ο καθένας πρέπει να ξέρει ότι σε αυτόν έλαχε να σώσει το έθνος του, έτσι θα προσπαθήσουν πολλοί και θα το σώσει όποιος μπορέσει.
Και αλήθεια να ήταν πως ούτε έναν Ελληνα δεν βρίσκεις στην Μακεδονία, πρεπει να ειναι Ελληνική η Μακεδονία. Άλλα κράτη αρπάζουν πολιτείες και χώρες και εμείς, και εκείνα που είναι δικά μας, και εκείνα δεν κρατούμε. Σκιαζόμαστε μην μας πουν οι Ευρωπαίοι πως δεν είναι δικά μας. Με ντροπή μας μεγάλη και δειλά-δειλά ξεστομίζουμε πως έχουμε κάποια επιρροή στην Μακεδονία , γιατί τι θα πει η κοινή γνώμη αν μας ακούσει;
Αφού οι βουλγαροι την έχουν στο μάτι την Μακεδονία και φωνάζουν και την θέλουν δική τους, ταιριάζει να μην την θέλουμε εμείς; Δεν με μέλει αν βάλω σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση, μια κυβέρνηση που δεν την σέβομαι, δεν είμαι καμωμένος για την κυβέρνηση η για το κράτος, έγινα για το έθνος, και το ξέρω επειδή γι' αυτό ίσα-ίσα πονώ. Για την κυβέρνηση μου έρχεται σιχαμός και καταφρόνια, άμα συλλογίζομαι την κυβέρνηση ξεπέφτω, μαργώνω και μαραίνομαι.
Σηκώνομαι, ξανοίγω και ανθοβολώ άμα νοιώθω τον Ελληνισμό. Σε όποια γωνιά του Ελληνισμού και αν βρεθώ, θα πασχίζω πάντα να δυναμώνω, να ξυπνώ, να ζωντανεύω την ψυχή του, και ας γίνει οτι γίνει. Ξυπνώ καθε ύπνο, κεντρίζω καθε βαρεμό, συνδαυλίζω κάθε στάχτη, ξεσκεπάζω καθε σπίθα κρυμμένη και ανάβω κάθε φωτιά σβησμένη, βγάζω κάθε πνοή κουρασμένη και παίζω κάθε χορδή σιωπηλή. Ξυπνώ, ξυπνώ, ξυπνώ . ''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
ΘΕΜΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Τρίτη 29 Ιουλίου 2014

ΙΩN ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ «Ο ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΜΑΣ»

Γράφει η Άννα Προκόπη
 
«Αξίζει να κάνεις πολιτική μόνο όταν καταφέρνεις να υψώσεις τη στάθμη γύρω σου -το φρόνημα και τη θέληση των ανθρώπων» 
 
Είναι Παρασκευή 4 το απόγευμα της 31ης  Ιουλίου 1920. Ο καυτός ήλιος του απομεσήμερου πυρακτώνει την  Βασιλίσσης Σοφίας, που τότε λεγόταν Κηφισσίας Ο Ίωνας Δραγούμης, ασχροντυμένος προχωράει μπροστά   ήρεμος-αμΐλητος και πίσω του ένα απόσπασμα από το τάγμα ασφαλείας του Παύλου Γύπαρη, αποτελούμενο από οχτώ αμούστακους στρατιώτες  Μετά από λίγο ο ασπροντυμένος άνδρας θα πέσει νεκρός από τα πυρά των οχτώ στρατιωτών στην καρδιά της Αθήνας.
Λίγες ώρες πριν ο Ελευθέριος Βενιζέλος, είχε δεχθεί δολοφονική επίθεση από δυο βασιλόφρονες στον σταθμό της Λυών. Επέστρεφε κρατώντας στα χέρια του την συνθήκη των Σεβρών. Το νέο της με ταχύτητα αστραπής και ένα
οργισμένο πλήθος ξεχύνεται στους δρόμους κραυγάζοντας «δεκάξι είναι οι φονιάδες», εννοώντας τους 16 της «Ενωμένης Αντιπολίτευσης», που θα αντιμετώπιζαν τσν Βενιζέλο στις εκλογές, ύστερα από τρεις μήνες.

Η διχόνοια με την καταλυτική της δύναμη έχει σκοτεινιάσει και πάλι το πνεύμα και την ψυχή του Ελληνισμού». Τα θύματα της αυτή τη φορά δυο μεγάλοι αγωνιστές και οραματιστές του Ελληνισμού. Ο Ίωνας λες και προαισθανόταν την μοιραία αυτή κατάληξη γράφει δεκατέσσερα χρόνια πρτν στις 8 Ιουνίου 1906 στο ημερολόγιο του: «θέλω να πεθάνω. Θέλω να πεθάνω νέος, γιατί προαισθάνομαι ότι ο άνθρωπος που φτάνει στα γηρατειά δεν έζησε αρκετά- δεν έζησε όσο έντονα έπρεπε ή όσο έντονα μπορούσε - και όταν λέω έντονα, εννοώ πως δεν ζήτησε το θάνατο - πράμα που ο κάθε άνθρωπος πρέπει να κάνε».

Συνελήφθη ενώ κατευθυνόταν από την Κηφισσιά προς την Αθήνα, για το περιοδικό «Πολιτική Επιθεώρηση «Πρέπει να κατέβω στην Αθήνα» είπε, «πρέπει να γράφω ένα άρθρο εναντίον της απόπειρας. Πρέπει να πάρω μια θέση απέναντι σ' αυτή τη φριχτή πράξη -πρέπει να σταματήσουμε το ποτάμι της βίας».
Η «Πολιτική Επιθεώρηση», εξεδόθη το 1916 και ήταν το πολιτικό του χαράκωμα, όπου ασκούσε πολιτική κριτική κατά της κυβερνήσεως του Ελ. Βενιζέλου. Σ’ αυτή του την πολιτική στάση χρωστούσε δυο πολιτικές εξορίες Η επίσημη βέβαια δικαιολογία ήταν τα φιλογερμαντκά δήθεν αισθήματά του. Είχαν ξεχάσει βέβαια, οι συντάκτες της λίστας των εξόριστων, ότι ένα χρόνο πριν, όταν κατελήφθει από Γερμανοβουλγάρους το οχυρό Ρούπελ, το Μάιο του 1916, στην συζήτηση που έγινε στην ο Ίων Δραγούμης υπήρξε καταπέλτης κατά των Γερμανών σε μια αξέχαστη αγόρευση γεμάτη απο αγνα πατριωτικά αισθήματα.

Ποιος ήταν όμως ο Ίωνας Δραγούμης και ποια η πορεία του πριν γραφτεί η τελευταία πράξη της ζωής του; Σίγουρα είναι από τις μορφές εκείνες που θα μείνουν στην Ιστορία σαν δείχτες των μεγάλων μιας αδιέξοδης εποχής μιας εποχής που δεν μπορούσε να μείνει χωρίς διέξοδο ως το τέλος. Είναι  η περίοδος «δοκιμασίας του πνεύματος». Ο κόσμος είχε γεμίσει από φιλοσόφους, σοσιαλιστές.ψευδοσοσιαλιστές, 
κάτι ανάλογο με τους νευδοπροφήτες παλαιών ταραγμένων εποχών που αντιζητούσαν μια σανίδα σωτηρίας για να σωθούν ή να αυταπατηθούν προσωρινά.

Γεννήθηκε στην Αθήνα το Σεπτέμβριο του 1878. Ήταν το δεύτερο από τα εννιά παιδιά του Στέφανου Δραγούμη και σι κανόνες του παιχνιδιού τον ήθελαν νάναι ο πολιτικός κληρονόμος του πατέρα του

Η διπλωματική του καριέρα αποτελείται από ένα ατέλειωτο πιγκ - πογκ πολιτικών τοποθετήσεων. Κάθε φορά που πηγαίνει ν' αρχίσει κάτι -κάθε φορά που δενόταν με τους υπόδουλους Ελληνες το υπουργείο τον κλωτσούσε μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά. Η πρώτη τοποθέτηση είναι το Γενικό Προξενείο τον Mοναστηρίου, όπου με την συνεργασία του πατέρα του και του γαμπρού του Παύλου
Μελά (από την αδερφή του Ναταλία), οργανώνει τις ελληνικές κοινότητες της Μακεδονίας, για να δημιουργήσει αντίρροπο στην προπαγάνδα των Βουλγαρικών Κομιτάτων «Η Μακεδονία είναι για μένα το παράθυρο της αλήθειας» θα πει αργότερα στην Πηνελόπη Δέλτα.

Σε μια εποχή, όπου οι Έλληνες πολιτικοί δεν έχουν αγγίξει το νόημα της διοικητικής αποκέντρωσης. ο νεαρός Δραγούμης χαρακτηρίζει την κοινότητα ως το κύτταρο της ελληνικής αναγέννησης.«Από εδώ θα ξεκίνησα το αύριο. Ακόμα κι όταν λευτερωθούν τα μέρη αυτά, πάλι οι κοινότητες θα στερεώσουν τη διοίκηση -την πίστη των ανθρώπων στον εαυτό τους».

To 1905 ο αντάρτης της Μακεδονίας βρίσκεται «φυλακισμένος» στην κοσμική Αλεξάνδεια. Οργισμένος παρατηρητής μιας νωχελικής κοινωνίας που του προκαλεί ασφυξία. Γράφει στο ημερολόγιό του: «Αγαπώ τα υπόδουλα μέρη γιατί εκεί αισθάνομαι ελεύθερος να κάνω κάτι πιο ελληνικό, Εκεί τουλάχιστον μπορώ να κάνω μια επανάσταση»
Στο Δεδέαγατς το 1906 βρίσκει πάλι τον επαναστάτη εαυτό του Τα νεα από την Ελλάδα αποκαλύπτουν το τέλμα και τη χρεοκοπία της πολιτικής σκηνής «Σιχαίνομαι την πολιτική.» γράφει στο ημερολόγιο του «Για πολλούς λόγους -και κυρίως για τα πολλά λόγια που θέλει. Αξίζει να κάνεις πολιτική μόνο όταν καταφέρνεις να υψώσεις τη στάθμη γύρω σου - το φρόνημα και τη θέληση των ανθρώπων».

Η Πόλη θαναι το επόμενο διπλωματικό του πόστο. Φτάνει εκεί το Μάιο του 1907. Βοηθούμενος απο τον Έλληνα αξιωματικό Αθανάσιο Σουλιώτη, ιδρύει με την ανακήρυξη του νεοτουρκικού Συντάγματος την «Οργάνωση της Κων/πολης», με σκοπό την σύμπραξη όλων των εθνοτήτων χριστιανικών και μη, για την απόκτηση ισοπολιτείας και ειρηνικής ανάπτυξης του διασκορπισμένου ελληνικού στοιχείου.

Δυο χρόνια πριν έχει ιδρυθεί το «Αδερφάτο της Πόλης», ένα σωματείο που σκοπό έχει την ανάδειξη της δημοτικής, ως μόνης ζωντανής γλώσσας. Ο Παλαμάς, ο Ψυχάρης, ο Πάλλης, ο Εφταλιώτης, η Πηνελόπη Δέλτα, είναι μερικά από τα ονόματα που φυτεύουν το σπόρο. Μαζί τους και ο Ιωνας, ως φανατικός θιασώτης της δημοτικής γλώσσας, δίνει άλλη πνοή στην μέχρι τότε χλωμή δραστηριότητα του.
Οταν ξέσπασε ο πόλεμος κατετάχθη στο στρατό με το βαθμό του δεκανέα Κατόπιν απεσπάσθη από τον διάδοχο Κων/νο, ως πολιτικός σύμβουλος του στρατηγείου. Μετά την μάχη των Γιαννιτσών συνόδευσε τους επιτελείς Β.Δούσμανη και I. Μεταξά για την παράδοση της Θεσσαλονίκης. Συνέταξε ιδιοχείρως το πρωτόκολλο της παράδοσης της πόλης και πρώτος ύψωσε την ελληνική σημαία στο αρχιεπισκοπικό Μέγαρο.
Η καταγγελία του στις 16 Ιουνίου 1917, για την ταπεινωτική εισβολή των «συμμάχων» και «φίλων» μας στην Ελλάδα, ενέργεια που αποτελούσε προσβολή της εθνικής κυριαρχίας, της λαϊκής βούλησης και ανεξαρτησίας της χώρας μας, προκάλεσε την οργή του ντόπιου και ξένου κατεστημένου, με αποτέλεσμα
την άμεση εξόριση του στην Κορσική.          

Ήταν εναντίον κάθε ανάμιξης ξένων στα εσωτερικά της Ελλάδας. Στα υπομνήματα διαμαρτυρίας που έστελνε από την Κορσική υποστήριζε με πάθος πως «δεν δύναται να νοηθεί Κράτος αυτοτελές και ανεξάρτητον όταν μια μερϊς πολιτική προς επικράτησίν της καλεί τους ξένους εις βοηθειά της».

Μετά 23 μήνες εξορίας στην Κορσική, ακολουθεί η εσωτερική εξορία της Σκοπέλου. Από εκεί στις 26/07/1919 γράφει στον Ιωάννη Μαλλώση:

 «...Ένα μόνο θέλω να πω γι’ αυτούς (σ.σ. εννοεί αυτούς που δεν παλεύουν για το κοινό καλό επειδή έχουν...οικογενειακές υποχρεώσεις...) Ότι καμιά προστυχιά άλλων και καμιά αναποδιά που συναντούμε στο δρόμο μας είτε από φίλους, είτε από εχθρούς, είτε από ξένους είτε από δικούς μας» δεν επιτρέπεται να μας κάνουν να «μουντζώσουμε πατρίδα και εθνικές υποθέσεις» για την οικογένεια μας και τα μικροσυμφέροντα μας. 
Να ξέρεις ότι πάντα κοιτάζει καλύτερα  κανείς την οικογένεια του και τα συμφέροντα του, άμα κάνει εκείνο που πρέπει για την πατρίδα του και τις εθνικές υποθέσεις. Γίνεται οδηγός και φωτίζει και εμπνέει όλους τους τριγυρινούς του και υποτάξει τα συμφέροντα του σ' ένα γενικότερο συμφέρον και βρίσκει τη χαρά του μέσα στην αποστολή του αυτή, και η χαρά είναι το ανώτερο συμφέρον του».

Εκεί τώρα, στην «εξορία» των ουρανών, σκύβει πάνω στα ημερολόγια του και γράφει με θλίψη για την Κύπρο, για τη Θράκη, για την παραχάραξη της ιστορίας μας και το ξεπούλημα του ονόματος της Μακεδονίας για την υποχωρητικότητα μας στο Αιγαίο, για τις εθνικές ταπεινώσεις...

Αυτή είναι η μορφή με τα πιο φτωχή λόγια που θα μπορούσε κανείς να περιγράψει, ο αγωνιστής, ο ρομαντικός ιδεαλιστής, ο οραματιστής του Ελληνισμού και του Κοινοτισμού. ο ένθερμος θιασώτης της δημοτικής γλώσσας. Επίκαιρος, ολοζώντανος όσο ποτέ άλλοτε, ένα ανεξίτηλο πνευματικό φαινόμενο στην εθνική και πολιτική μας ιστορία

http://koinosparanomastis.blogspot.gr/2014/07/n.html

Τρίτη 17 Ιουνίου 2014

''ΤΙΜΗ ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΜΑ'' - ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ ΣΤΟΝ ''ΝΟΥΜΑ'' ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΛΗΞΗ ΤΟΥ Α΄ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Το άρθρο αυτό του Δραγούμη με την υπογραφή «Βρούτος» τυπώθηκε στον αριθμό 197 του «Νουμά» (29 του Δεκέβρη 1912).
ΔΟΞΑ και τιμή στον Ελληνικό στρατό και στο ναυτικό για τις νίκες και τις επιτυχίες τους! Ξεπλύθηκε η ατιμία του 1897! Ανάθεμα και καταφρόνια στην παιδιάτικη απρονοησία, στην κοντόφθαλμη διπλωματία, στην υποχωρητική ολιγάρκεια των ανιστόρητων Ελλαδικών πολιτικών! Δυο πολιτικά προγράμματα είχαν μπρος τους για να διαλέξουν, προγράμματα βασισμένα το καθένα σε κάποια διανοητικότητα, διαφορετική από την άλλη. Η μια πολιτική, Ελλαδική, κρατική. Η άλλη, Πανελλήνια, εθνική. Η πρώτη ανταποκρίνεται στην έννοια και στην ιδανική αντίληψη του Κράτους. Η άλλη στην έννοια και στα ιδανικά του Έθνους. Η μια, παίρνοντας αρχή και αφετηρία τον πυρήνα της μικρής Ελλάδας. Η άλλη, την ψυχή του Ελληνισμού. Κάθε οργανισμός, πολιτικός, κοινωνικός ή ψυχικός, όπως θέλεις πες τον, γίνεται κέντρο, που γύρω του μορφώνονται ιδέες και συγκεντρώνεται, ό,τι μπορεί το κέντρο να τραβήξει περισσότερο. Η μια επίστευε και φώναζε, να μεγαλώσει όπως όπως η Ελλάδα. Η άλλη έλεγε· να ζήσει και να προκόψει το Ελληνικό Έθνος και να συγκυριαρχήσει με τον Τούρκο στην Ανατολή, παίρνοντας αγάλι αγάλι τη θέση του Τούρκου, για να γίνει ξανά το θάμα της Ανατολικής Αυτοκρατορίας. Η μια θέλει την Ελλάδα Βέλγιο νοικοκυρεμένο με 5 εκατομμύρια, η άλλη θέλει τα 10 εκατομμύρια Ρωμιοί να κυριαρχούν στην Ανατολή και αδιαφορεί για το Ελλαδικό βασίλειο όσο δεν κάνει και αυτό την πολιτική που χρειάζεται γι' αυτό το σκοπό και μόνο.

Όσοι υποστηρίζουν την πολιτική του Κράτους, ονομάζουν τον εαυτό τους θετικιστές και τους άλλους τους λεν ονειροπόλους και ιδεολόγους. Αυτοί όμως οι άλλοι αποκρίνονται πως και οι ιδέες είναι πραγματικότητα και πως κάποιος πλατύτερος θετικισμός πρέπει να τις περιλαβαίνει και αυτές και να τις λογαριάζει, αφού είναι δύναμη αλογάριαστη οι ιδέες, και αφού ιδέες χρησιμεύουν πάντα για βάση κάθε θετικισμού, όπως και κάθε φιλοσοφίας, όπως και κάθε πολιτικού προγράμματος. Όσοι υποστηρίζουν την πολιτική του Έθνους, ονομάζουν τους άλλους αφιλοσόφητους και ανιστόρητους και τρομαχτικά ρηχούς. Πού είναι η αλήθεια; Δεν το ξέρω. Ίσως να βρίσκεται και στις δυο πολιτικές και στα δυο προγράμματα και στις δυο ιδεολογίες. Μα ας μη μας στενοχωρεί πολύ το βρέσιμο της αλήθειας. Δική μας δουλειά δεν είναι, είναι δουλειά κάποιου θεού, που δεν υπάρχει. Και ας θυμούμαστε τον Πιλάτο, που ρωτούσε: «Και τι εστι αλήθεια;» Ας πάρουμε μονάχα τα γεγονότα. Οι πολιτικές, οι δύο, πάλευαν αναμεταξύ τους, ποια να νικήσει την άλλη. Στα κεφάλια των σύγχρονων πολιτικών της Ελλάδας νίκησε και κυριάρχησε στα 1912 η πολιτική του Κράτους, η Ελλαδική. Εκείνο που θα εξετάσουμε λοιπόν, είναι αν η πολιτική του Κράτους, αυτή που επικράτησε σε τούτη την περίσταση, την έκαναν καλά ή άσκημα οι πολιτικοί της Ελλάδας.

* * *

Και είπε ο Πρωθυπουργός του Κράτους: «Θα πάρω τη συνεννόηση των Βουλγάρων και των Ρωμιών που τώρα τρία χρόνια μέσα στην Τουρκιά κάνει θάματα με το άλλο πρόγραμμα, το ιδεολογικό, και θα τη μεταχειριστώ όπως ξέρω εγώ, για το δικό μου το πραγματολογικό πρόγραμμα. Μαζύ με το Βούλγαρο θα χτυπήσω την Τουρκιά και θα μοιραστώ μαζύ με τον πρωθυπουργό της Βουλγαρίας, τα χώματα της Ευρωπαϊκής μεριάς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έτσι θα μεγαλώσω το Κράτος κάμποσα τετραγωνικά χιλιόμετρα, ας είναι και λίγα, έτσι θα ξεφύγω και το Κρητικό ζήτημα, που με στενοχωρεί πολύ αυτή την ώρα, και μπορεί να με ρίξει από την εξουσία».

Το ίδιο ― χωρίς το Κρητικό ζήτημα ― είπε και ο Βούλγαρος πρωθυπουργός ή ο Βασιλιάς: «Θωρώ μεγάλη έξαψη στο λαό μου. Χρόνια τώρα τους γελώ και τους λέω πως με το σήμερα και με το αύριο θα φάω την Τουρκιά και θα κάνω τη Μακεδονία και την Αδριανούπολη Βουλγαρία. Αν δε με βοηθήσουν οι άλλοι, Έλληνες, Σέρβοι και Μαυροβουνιώτες, θα ξανακάνω τις συνηθισμένες μου μπλόφες, που μπορεί όμως καμιά μαύρη μέρα να μου βγουν και σε κακό, τέλος πάντων. Αν όμως, καθώς φαίνονται πρόθυμοι, με βοηθήσουν, τότε θα τον κάνω τον πόλεμο, που τους τάζω τόσα χρόνια τώρα». Και είπε ο ένας στον άλλον: «Έλα να συμμαχήσουμε και να πετάξουμε την Τουρκιά από την Ευρώπη. Η ώρα είναι κατάλληλη τώρα που οι Τούρκοι έχουν στημένο πόλεμο με την Ιταλία. Δε θα βρεθεί καλλίτερη περίσταση!». (Σα να έλειπαν οι περίστασες στα έθνη που δε ζουν όσον καιρό μονάχα οι πρωθυπουργοί και οι βασιλιάδες, σα να μην ήταν βέβαιο, ―όπως και έγινε, ― πως οι Τούρκοι θα έκλειναν μονοστιγμίς ειρήνη με τους Ιταλούς μόλις θα βρίσκουνταν στην ανάγκη να αντικρύσουν άλλους εχθρούς).

Μα κανένας τους δεν είπε: «Έλα να μοιραστούμε πρώτα τα χώματα και τους πληθυσμούς που ανήκουν δικαιωματικά, σύμφωνα με το δόγμα των εθνικοτήτων, στον καθένα μας, και άμα συμφωνήσουμε, κάνουμε τον πόλεμο». Θα σου πουν πως δεν είχαν καιρό να χάνουν σε τέτοιες ψιλοδουλειές. Θα σου πούνε κιόλα πως δε θα συμφωνούσαν ποτέ τους. Θα σου πουν ίσως και πως δε θα γίνονταν ο πόλεμος καθόλου αν προσπαθούσαν να συνεννοηθούν για τη μοιρασιά από πρωτήτερα. Ε, μα τότε γιατί τον έκαναν; Ας μη γίνουνταν ποτέ πόλεμος. Μήπως δεν έμενε πάντα το άλλο πολιτικό πρόγραμμα για να το ακολουθήσουν; Μήπως ήταν τάχα μπρος βαθύ και πίσω ρέμα; Κάποιος θα είχε συμφέρο για να γίνει, ο πόλεμος. Ποιος τάχα να είχε από τους δυο το μεγαλήτερο συμφέρο; Και τι λογής συμφέροντα ήταν στη μέση; Μπορεί να πουν και το άλλο, πως οι Βούλγαροι με τους Σέρβους θα έκαναν τον πόλεμο και δίχως εμάς. Μα αυτό δεν είναι αλήθεια, γιατί μόνο σαν είπαμε εμείς πως δεχόμαστε να πολεμήσουμε μαζύ τους, μονάχα τότε αποφάσισαν στ' αλήθεια να πολεμήσουν. Ειδεμή θα τον ξέφευγαν τον πόλεμο, όπως και τόσες άλλες φορές ως τώρα.

Αγκαλά μπορεί να σε βεβαιώσουν ― αν δουν πως δε σε πείθουν τα άλλα τους επιχειρήματα ― πως δεν πίστευαν να νικηθούν έτσι οι Τούρκοι, τόσο γρήγορα και τόσο τελειωτικά, πως αυτοί έστησαν πόλεμο της Τουρκιάς για να μεταρρυθμίσει το Κράτος της μόνο και να καλυτερέψει η τύχη των ομογενών τους, και αν ήξεραν από πριν πως θα ξεπατωθούν οι Τούρκοι τόσο γρήγορα, βέβαια θα είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους για τη μοιρασιά. Μα γι' αυτό όμως ίσια ίσια υπάρχουν πολιτικοί και γι' αυτό πολιτικοί και όχι μπαλωματήδες ή κομπογιανίτες διευθύνουν τα κράτη και τα έθνη, για να π ρ ο β λ έ π ο υ ν. Και πρόβλεψη θα πει, να βάζεις κάτω όλες τις πιθανότητες, να παίρνεις μια καλοστημένη ζυγαριά, να τις ζυγίζεις όλες, και έπειτα να κάνεις ό,τι είναι να κάνεις. Μα και όταν λεν πως δεν επρόβλεπαν τέτοιο κατρακύλισμα της Τουρκιάς, δε μιλούν ειλικρινά. Το πρόβλεπαν, σαν πολιτικοί που είναι, και αν δεν είχαν όρεξη να καλοξετάσουν τα ζητήματα οι δικοί μας, ήταν γνωστό όμως πως οι Βούλγαροι και οι Σέρβοι γι' αυτό μονάχα θα πολεμούσαν, για να ξεπατώσουν ήγουν την Τουρκιά και να μοιραστούν τη λεία. Λίγο τους έννοιαζε αυτούς για μεταρρύθμισες και τέτοια. Και αφού τέτοιας λογής ήταν η πρόθεση των άλλων, ανάγκη πάσα να ταιριάζαμε και μεις την πολιτική μας ανάλογα.

Ως τόσο καλά. Έγινε ό,τι έγινε. Διώχτηκε, ξεπαστρεύτηκε ο Τούρκος από την Ευρώπη, εξόν από μιαν ασήμαντη λουρίδα γης στη Θράκη. Τώρα έρχεται η μοιρασιά στη μέση, το φάσμα το αθώρητο, το τρομερό. Είπαμε πως ο πόλεμος έγινε για να πάρουμε Οθωμανικά χώματα, να τα μοιραστούμε, να τα κάνουμε δικά μας. Μα τα χώματα αυτά δεν έχουν άραγε κατοίκους απάνω; Είναι ακατοίκητα, ή τα κατοικούσαν μονάχα Τουρκαλάδες; Πώς θα γίνει τώρα, που στη Θράκη έχουμε, εχτός από την Κωνσταντινούπολη και την περιοχή της, 400,000 Έλληνες; Πώς θα γίνει που στην περιφέρεια των Σερρών, της Δράμας, της Καβάλας, και στο Μοναστήρι (που θα γίνουν Βουλγάρικα), έχουμε άλλες 300,000 Έλληνες; Τί θα γίνουν οι άνθρωποι αυτοί, που από τώρα κιόλα άρχισαν οι Βούλγαροι, με τρόπο ακατονόμαστο (όποιος δεν τα ξέρει, ας πάει να τα μάθει), να τους βασανίζουν για να χάσουν τα ελληνικά τους χώματα, τα χώματα που κατάχτησε με τη βοήθειά μας ο Βουλγάρικος στρατός; Οι άνθρωποι είναι σα σημαίες, και όταν άλλοι άνθρωποι πετούν τις σημαίες κάτω και τις τσαλαπατούν, οι άνθρωποι τούτοι είναι βάρβαροι και τύραννοι.

Γι' αυτό κάναμε τον πόλεμο; Δεν ξέρω, μα σ' ένα γράμμα που έλαβα από κείνα τα μέρη, διαβάζω τούτο: «Εσείς, με το να έχετε φτάσει στη Θεσσαλονίκη, ησυχάσατε και ξεκουράζεστε τώρα απάνω στις δάφνες σας. Εγώ, με τους Βουλγάρους που παίρνουν τις Σαράντα Εκκλησιές, την Αδριανούπολη, τη Βίζα, το Σκοπό, το Διδυμότειχο, την Αίνο, το Σουφλί, τη Γιουμουλτζίνα, την Ξάνθη, το Δεδεαγάτς, όλη την Θράκη την Ελληνική και βρίσκονται απ' όξω από την Πόλη, και ακόμα τη Δράμα, την Καβάλα, το Μελένικο, το Νευροκόπι, τις Σέρρες, τη Στρούμνιτσα, το Γεύγελι, και είναι μαζύ μας στη Θεσσαλονίκη, και ίσως πάρουν και το Μοναστήρι και τη Φλώρινα, με τους Βουλγάρους, που η μια γενιά είναι χωριάτες και η άλλη, τα παιδιά των χωριατών, με όλα τα καλά και όλα τα κακά του χωριάτη, που κατέβασαν εκατό χιλιάδες ταύρους και βώδια στις Ρωμέικες πολιτείες και στα χωριά, και χωριάτικα βάλθηκαν από τώρα να ξεκάνουν τους Ρωμιούς, με βρισιές, αρπαγές, ληστείες, ξύλο, αγγαρείες, βούρδουλα, ατίμωσες, και απαγορεύουν τη γλώσσα μας και αρπάζουν ή κλείνουν από τώρα τα σκολειά και τις εκκλησιές μας, εγώ, έρχονται ώρες που ντρέπομαι για λογαριασμό μας και μου φαίνεται πως έτσι που τα κάναμε, δεν κάναμε παρά τον προαγωγό στους Βουλγάρους μέσα στα σπίτια μας. Μας ρωτήσατε αν τους θέλουμε; Μα δε σκοτίζεσθε σεις για μας, γι' αυτό δε σας θέλουμε πια ούτε και σας. Θέλουμε την ελευτεριά μας και την αυτονομία μας, γιατί σεις μας καθίσατε έναν καινούριο βάρβαρο απάνω στο κεφάλι μας».

Μα ίσως δεν πρέπει να είμαστε τόσο αισθηματικοί. «Ζώμεν εν εποχή μεγάλου και επιστημονικού θετικισμού» και (προσθέτω εγώ) μεγάλης επιπολαιότητας. Εγώ εξετάζω αν μπορούσαμε να τα πάρουμε αυτά τα μέρη με το στρατό μας και το στόλο μας, αφού αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε την πολιτική την Ελλαδική, και λέω πως τα περισσότερα μπορούσαμε. Και εξετάζω ακόμα αν μπορούσαμε να επιμείνουμε να μας δώσουν τώρα οι Βούλγαροι ανταλλάγματα, αφού πρόφτασαν αυτοί και τα πήραν.

Ήτανε γνωστό, σ' όσους μελετούν και στοχάζονται (και ο πολιτικός έχει θαρρώ, χρέος να μελετά και να στοχάζεται), πως οι Βούλγαροι θα προσπαθούσαν να κάνουν κατοχή στα μέρη που τους παραχώρησε η Ρωσσία με τη συνθήκη του Άγιου Στέφανου στα 1878, και κάτι περισσότερο. Λοιπόν η συνθήκη αυτή δίνει στους Βουλγάρους το μεγαλήτερο κομμάτι της Μακεδονίας και της Θράκης. Μα αν ήταν να μας αφήσουν οι Βούλγαροι εκείνα τα μέρη μονάχα που απόμεναν για την Ελλάδα έξω από τη γραμμή του Άγιου Στέφανου, δεν είχαμε ανάγκη να κάνουμε μαζύ με τους Βουλγάρους τον πόλεμο. Ας τον έκαναν μοναχοί τους, γιατί και έτσι να τον έκαναν και να νικούσαν, πάλι θα μας άφηναν αυτά τα ίδια μέρη, και θα τους λέγαμε και σπολλάτη. Ο πόλεμος ήταν περιττό ξόδιασμα χρημάτων και ανθρώπων, αν σκοπός του ήτανε να ευκολύνει τους Βουλγάρους να κάνουν τη Μεγάλη Βουλγαρία του Άγιου Στέφανου.

Ήταν αναπόφευγο λοιπόν, υποθέτω, εμείς ― αφού δεν είχαμε ορίσει από πριν τα πράματα με τους καλούς μας συμμάχους ― να κοιτάξουμε να πάρουμε πρωτήτερα όσα μπορούσαμε περισσότερα από τα μέρη που ήταν βέβαιο πως θα βιάζουνταν να τα καταχτήσουν οι Βούλγαροι. Ο Διάδοχος με το στρατό του έκαμε ό,τι μπόρεσε, και έφτασε στα Βοδενά, στη Γουμέντσα, στη Θεσσαλονίκη, πήρε τη Χαλκιδική, το Λαγκαδά, τη Νιγρίτα, τις Ελευθερές, και έστειλε ευζωνάκια στο Γεύγελι και ιππικό στις Σέρρες. Έπειτα ανέβηκε και έπιασε το Όστροβο και τη Φλώρινα, και ο στρατός του πρόβηκε τέλος και ως στην Κορυτσά. Τα μέρη αυτά, εχτός από τη Θεσσαλονίκη, και τη Χαλκιδική, τα δίνει
όλα η συνθήκη του Άγιου Στέφανου στους Βουλγάρους. Λοιπόν ο Διάδοχος έκανε καλά το μέρος του, το πολύ μπορούσε να είχε προφτάσει ίσως να πάρει και το Μοναστήρι.

Μα η Κυβέρνηση, που τα σχέδια της τα άλλαζε κατά τους ανέμους που φυσούσαν, αντί να στέλνει αποβατικά σώματα να πιάνει νησιά, την ώρα που ο λόγος δεν ήταν για τα νησιά παρά για την Ευρωπαϊκή Τουρκία (Μακεδονία, Θράκη, Ήπειρο), θα έκανε ό,τι έπρεπε, αν εκείνους που έστειλε στη Χίο και στη Μυτιλήνη, τους έστελνε στην Καβάλα (και από κει Δράμα, Σέρρες, Ξάνθη), και στο Δεδεαγάτς, όπου δε θα έβρισκαν μεγάλη αντίσταση, γιατί ο Τούρκος ήταν απασχολημένος αλλού.
Και αν ακόμα δεν ήταν να τα κρατήσει όλα αυτά τα μέρη η Ελλάδα, πάλι θα είχαμε στο χέρι κάτι να ανταλλάξουμε αν τα είχαμε πάρει. Τώρα πια δεν έχουμε τίποτα να ανταλλάξουμε με τους Βουλγάρους, παρά μόνο επιχειρήματα, σαν το ακόλουθο: «πως ο στόλος μας βοήθησε τους συμμάχους». Ενώ αλλοιώς, αντί για επιχειρήματα, θα είχαμε τόπους να ανταλλάξουμε, και το εγχείρημα της κατοχής τόπων είναι κάπως πιο δυνατό από όλα τα λόγια και από όλα τα λογικώτερα επιχειρήματα της θετικιστικής λογικής.

Μα ήταν α ν ά γ κ η να πάρουμε τα νησιά, γιατί αν μας κατηγορήσει κανένας αργότερα πως δεν κερδίσαμε και μεγάλα πράματα από τον πόλεμο και τη συμμαχία μας με τους Βουλγάρους, θα έχουμε να παρατάξουμε καμιά εικοσαριά ονόματα νησιών που πήραμε και μπορούμε να κάνουμε έτσι αίσθηση στον κοσμάκη. Θα του πούμε: «Μα πώς δεν κερδίσαμε πολλά, αφού πήραμε την Τένεδο, την Ίμπρο, τη Θάσο, τη Σαμοθράκη, τη Λήμνο, τον Άη-Στράτη, τα Ψαρά, τη Χίο, τη Μυτιλήνη, τα Μοσχονήσια, την Ικαρία, τις Κορσιές κτλ. κτλ;». Και οι θετικιστές έχουν τις ουτοπίες τους. Τώρα που διαπραγματευόμαστε το ζήτημα της μοιρασιάς και το ζήτημα της ειρήνης, δεν κοιτάζουμε τι είναι να πάρουμε περισσότερο, αφού είμαστε θετικιστές, παρά γυρεύουμε να σιγουρέψουμε προπάντων την ομοσπονδία τη Βαλκανική. Κοντεύουμε να ξεχάσουμε τη μοιρασιά για χάρη της μελλούμενης πιθανής ομοσπονδίας. Πάμε να πιάνουμε τη σκιά και αφήνουμε το κρέας. Μα, ας είναι, δεν μπορεί, θα μας απομείνουν και κάμποσα μέρη. Δεν ταιριάζει να παραπονιόμαστε ολοένα. Και όταν οι καλοσυνείδητες ή όχι εφημερίδες και οι καλόπιστοι ή κακόπιστοι αντιπολιτευόμενοι στη Βουλή σηκωθούν και αρχίσουν να τον χτυπούν αλύπητα, θα ανεβεί στο βήμα ή θα βγει σ' ένα μπαλκόνι ο πρωθυπουργός ― ο πρώτος πολίτης του κράτους ― και θα μιλήσει στους «άνδρας Αθηναίους» έτσι:

«Μήπως παράλαβα την Ελλάδα μεγάλη και σας την παραδίνω μικρή; Μήπως είχε πολλούς κατοίκους, πολλά πλούτη, πολλούς τόπους, και γω σας τα λιγόστεψα όλα αυτά; Η Ελλάδα, κύριοι, από 64,000 τετραγωνικά χιλιόμετρα που ήταν, είναι, τώρα 84,000, και από 2.700,000 κατοίκους που είχε, έχει τώρα 4,000,000. Πού είναι η ζημία, και πού η προδοσία; Δεν επρόσθεσα στην Ελλάδα, που είναι ο ομφαλός του Ελληνισμού, τα Γιάννενα, τη Βέροια, τα Ψαρά, τη Χίο, τη Νιάουσα, τους Άγιους Σαράντα; κτλ κτλ. (άλλα σαράντα ονόματα). Και αλήθεια προδοσία δεν υπάρχει. Μα η ελαφρομυαλιά, η ασύγκριτη, είναι κάτι αξιοθαύμαστο. Ως τόσο οι «άνδρες Αθηναίοι» ― ο ομφαλός του ομφαλού της Ρωμιοσύνης ― και οι κύριοι συμπολιτευόμενοι βουλευτές θα χειροκροτήσουν, και στα πραχτικά της Βουλής και στις συμπολιτευόμενες εφημερίδες θα βλέπεις, ω αναγνώστα, σημειωμένα «παρατεταμένα χειροκροτήματα» και «ουρανομήκεις ζητωκραυγάς». Και έτσι, πάει λέοντας.

Ποιος από τους Ελλαδίτες δεν έχει Ελλαδική αντίληψη; Ποιος έχει να στενοχωρεθεί για κείνο που μπορούσε να είχε γίνει και δεν έγινε, ή για κείνα που δεν τα κατάφεραν καλά, ή για τους αναρίθμητους Έλληνες που θα πρέπει ή να γίνουν Βούλγαροι ή να φύγουν από τους τόπους που είναι πατρίδα τους, πατρίδα άλλο τόσο Ελληνική, όσο Ελληνικός είναι και ο Μωρηάς ή η Ρούμελη; Και ποιος άλλος, παρά κακόβουλοι εχθροί του πρωθυπουργού και του κόμματος, για προσωπικούς λόγους, μπορούν να ξεστομίσουν καν την αμφιβολία τους; «Μα την ώρα που η Ελλάδα από 64,000 χιλιόμετρα γίνεται 84,000, τι γίνεται η Βουλγαρία και η Σερβία;». Αν η Βουλγαρία, γίνεται τζάμπα και με τη βοήθειά μας, μ ε γ ά λ η Β ο υ λ γ α ρ ί α, διπλή δηλαδή παρ' ό,τι ήταν, και με λιμάνια στο Αιγαίο, και βάζουμε στο κεφάλι μας για τα μελλούμενα χρόνια του Έθνους μπελάδες χίλιες μύριες φορές χειρότερους από τον μπελά των Τούρκων, κατεβάζοντας τους Σλαύους εμείς και δυναμώνοντάς τους, τι μας μέλει εμάς τους Ελλαδίτες; Δεν πάει να γίνει ό,τι θέλει και Βουλγαρία και Σερβία, αφού εμείς είμαστε ευχαριστημένοι με το κράτος μας και μας παινούνε κιόλας οι Ευρωπαίοι για τον πρωθυπουργό μας; Και αν μάλιστα μας λάχει και η Θ ε σ σ α λ ο ν ί κ η ― πράμα όχι αδύνατο ούτε και πολύ σπουδαίο, γιατί θα πάρουμε μόνη την πολιτεία και λίγα χιλιόμετρα γύρω, και σε δέκα χρόνια μέσα τα Σερβικά και Βουλγάρικα λιμάνια στην Αδριατική και στην Άσπρη θάλασσα θα ρουφήξουν όλο το τωρινό εμπόριο της Θεσσαλονίκης, ― ε, τότε ποιος μας πιάνει;

Το όνομα «Θεσσαλονίκη» είναι μάγια φορτωμένο, αντιλαλεί σαν κανόνι, και λάμπει στα μάτια του λαού σαν το άστρο της αυγής, και μόνο αυτή να κάνουμε δική μας, ο Βενιζέλος δεν πέφτει από την Πρωθυπουργία, ― πράμα αδιάφορο. Ποιος θα κοτήσει τότε να βγάλει τσιμουδιά; Ως τόσο τα 3/4 της Μακεδονίας, όλη η Θράκη, εχτός από την Πόλη, θα είναι Βουλγαρία, και ο Αρβανίτης θα αρπάξει στο δικό του κράτος τη μισή Ήπειρο.


http://www.istorikathemata.com/2014/06/blog-post_9.html

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ ΜΕ ΘΕΜΑ : ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΓΛΩΣΣΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ

Δημοσιεύτηκε στον αριθ. 274 (16 του Δεκέβρη 1907) του «Νουμά», με υπογραφή: ΙΔΑΣ και με ημερομηνία 26 του Νοέμβρη 1907. Θέμα του άρθρου είναι το ιδεολογικό ταίριασμα του Δημοτικισμού με τον πρώιμο αναδυόμενο ελληνικό εθνικισμό των αρχών του 20ου αιώνα

ΟΙ Έλληνες οι καλύτεροι, οι πιο ζουμεροί, οι πιο ζωντανοί, είναι όλοι τους δημοτικιστές, ή είναι έτοιμοι να δεχτούνε τη δημοτική. Τι πάει να πει αυτό; Μήπως το ζήτημα το γλωσσικό δεν είναι μόνο γλωσσικό; Με το να πληθαίνουν κάθε ώρα οι δημοτικιστές, μήπως σημαίνει, πως σιγά-σιγά αλλάζει το μυαλό των Ελλήνων, κι αρχίζει και νοιώθει πράματα που δεν τα ένοιωθε πριν;
Τι γίνεται; Οι Έλληνες μέρα με την ημέρα γίνονται πραγματικώτεροι, πιο σύμφωνοι με τον εαυτό τους, τον αληθινό, τον τωρινό. Ξεπετιούνται και ξελευτερώνουνται από μερικές βαρειές σκλαβιές, από σιδερένιες φορεσιές που τους κάθισε ο φιλελληνισμός των ξένων, η αρχαιομανία των γραμματισμένων, κι ο βυζαντινισμός των Φαναριωτών ― λαϊκών και παπάδων.
Οι Φιλέλληνες και οι γραμματισμένοι μας είπαν πως είμαστε Περικλήδες, Θεμιστοκλήδες, Σωκράτηδες, Αριστοτέληδες και Σοφοκλήδες. Μας μασκάρεψαν με κράνη και περικεφαλαίες, με δόρατα, σάνταλα, χιτώνες, θώρακες ― όλα χάρτινα και ξύλινα, χρυσωμένα με χρυσόχαρτα κολλημένα. ― Από την άλλη μεριά, η παράδοση κ' οι Φαναριώτες, ενεργούσαν. Αυτοί πάλι έλεγαν: «Θα πάρουμε την Πόλη», «ο μαρμαρωμένος Βασιλιάς κ' η κόκκινη, μηλιά», «η Αγιά Σοφιά», το βυζαντινό κράτος ― η Μεγάλη Ιδέα.

Οι Φιλέλληνες κ' οι γραμματισμένοι Ρωμιοί έπλασαν και την αντίληψη της μικρής Ελλάδας, εκείνην που έχουν οι Ελλαδικοί σήμερα, τοποθέτησαν την τωρινή Ελλάδα επάνω στην κλασική Ελλάδα, και είπαν: «Τα σύνορά της θα είναι και σύνορά σας, για να είναι η εικόνα σας πανομοιότυπη». Η βυζαντινή παράδοση πάλι, έφτειασε τη φαντασία μιας πολύ μεγάλης Ελλάδας, με κέντρο την Πόλη, ― ξαναδημιούργησε κι ανάστησε τη βυζαντινή αυτοκρατορία στα κεφάλια των Ελλήνων. Όλ' αυτά πέφτουνε τώρα, γκρεμίζουνται. Με την ελεεινότητα του Ελληνικού κράτους, που μας έκανε κορόιδο, χάσαμε την πίστη μας σ' αυτά που μας έλεγαν οι Φιλέλληνες, οι Γραμματισμένοι και οι Φαναριώτες, και μαζί χάσαμε σχεδόν και την πίστη στον εαυτό μας, στη δύναμη της φυλής μας. Αυτό το τελευταίο είναι κακό μεγάλο, μα είναι η φυσική αντίδραση. Πρέπει να περάσει.

Και τώρα καθένας αγάλι αγάλι ξυπνά και λέει:

«Όσα μας είπαν είναι λοιπόν ψευτιές, θέλουμε μεις αλήθεια. Οι Φιλέλληνες, οι Δασκαλογραμματισμένοι, και οι Φαναριώτες είπανε ψέματα στους γονιούς μας, και επειδή είταν απλοϊκοί άνθρωποι, τους επίστεψαν. Μα εμείς πια δε θέλουμε να γελιούμαστε. Πού είναι η αλήθεια; Δεν ήμαστε Περικλήδες, Σοφοκλήδες και Σωκράτηδες, κάτω οι χάρτινες περικεφαλαίες και τα ξύλινα δόρατα. Αυτά είναι ψευτιές. Δε θα πάρουμε την Πόλη. Πέθανε ο μαρμαρωμένος Βασιλιάς. Μεις είμαστε μικροί, ανάξιοι, τιποτένιοι (υπερβολή). Έλα, ας πιάσουμε να δούμε τι έχουμε και δεν έχουμε. Η αρχαία γλώσσα δεν υπάρχει, είναι ψέμα. Το σκολειό που μας μαθαίνει πως υπάρχει, λέει ψέματα. Έπειτα το σχολειό όλο θεωρίες μας διδάσκει, ενώ μεις θέλουμε πραγματικότητες, θετικά, πραχτικά πράματα. Να κάνουμε πρέπει σκολειά πραχτικά, εμπορικά, επαγγελματικά, που δε θα μας μαθαίνουν άχρηστες γνώσες. Ούτε καιρό γι' αυτές έχουμε ούτε όρεξη. Ο κόπος μας ας πάει αλλού. Γλώσσα θα μεταχειριζόμαστε αυτή που έχουμε και μιλούμε. Αυτή μας σώνει, άλλη δε χρειαζόμαστε. Ό,τι κι αν θέλουμε να πούμε, μ' αυτή θα το λέμε. Όποιος λέει πως μας χρειάζεται άλλη γλώσσα, καλλίτερη, λέει ψέματα. Το κράτος δε θα προκόψει με τα σκολειά και τα αρχαία γράμματα. Με το να λέμε και να ξαναλέμε πως ο Περικλής ήταν παπούλης μας, και πως ήτανε μεγάλος άνθρωπος, δεν πάει να πει πως κ' εμείς είμαστε ή γινήκαμε μεγάλοι. Το κράτος θέλει στρατό και στόλο. Τάλλα όλα είναι κουρουφέξαλα. 

Ναι, η Μεγάλη Ιδέα είναι φαντασία, και γι' αυτό έπεσε στην υπόληψή μας, αλλά βέβαια μένει η πραγματικότητα ότι πολλά ελληνικά χώματα είναι σκλαβωμένα στον Τούρκο και πρέπει να ξεσκλαβωθούν και να ενωθούν με τη μικρή Ελλάδα. Γιατί ούτε η κλασική Ελλάδα με τα κλασικά της σύνορα (που τα φύλαγε, σαν κέρβερος, ο στενόμυαλος Δημοστένης), είναι κανένα πρότυπο για τη σημερινή Ελλάδα, ούτε πάλε η απέραντη βυζαντινή αυτοκρατορία, με τα αναρίθμητα έθνη της, μπορεί να γίνει παράδειγμα για μια τωρινήν Ελλάδα. Η δική μας η τωρινή Ελλάδα θέλει σύνορα εκεί που τελειώνει η Ελληνική φυλή. Για να φτειαστεί η Ελλάδα αυτή, χρειάζεται να δουλέψουμε. Η ελευτεριά δεν πέφτει από τον ουρανό σαν το μ ά ν α. Τι, περιμένουμε; Από τ ώ ρ α πρέπει ναρχίσουμε να δουλεύουμε, δούλοι κ' ελεύτεροι, για να ενωθεί η φυλή μας σ' έ ν α κράτος. Μα και οι νόμοι και τα συστήματα, που μας φόρτωσαν εμάς τους Ελλαδίτες, οι πρώτοι και κατοπινοί μας νομοθέτες ― νομοθέτες θεότυφλοι, ― είναι στραβά κι ανάποδα. Σύντριψαν την αυτοδιοίκηση, που ύπαρχε χιλιάδες χρόνια, και μας έντυσαν με ρούχα που δε μας έρχονται. Για, ας ανοίξουμε τα μάτια μας να δούμε. Όταν ήρθαν και μας πλάκωσαν οι βαυαρέζικοι κι άλλοι νόμοι, τι είχαμε; Είχαμε, κοινότητες και τοπική αυτοδιοίκηση. Ας δοκιμάσουμε, τώρα που ανοίξαμε τα μάτια μας, να ξαναφτειάσουμε κείνο, που έτσι αστόχαστα κλωτσοπατήσαμε τότε. Ας αφήσουμε να ξαναφυτρώσουν μονάχες τους οι κοινότητες….»

Κ' έτσι και σ' όλα τ΄ άλλα. Η γλωσσική αλλαγή φέρνει κι άλλα κρυφά κουσούρια ― χρυσά κι ατίμητα κουσούρια ― σ' όποιον την παθαίνει. Η δημοτική γλώσσα είναι μιαν αρρώστια ― χρυσή και αξιαγάπητη αρρώστια που δεν έρχεται μονάχη, παρά φέρνει μαζί της χίλια μύρια καλά, σέρνει σωρούς κι αρμαθιές τις ιδέες, τις αντίληψες, τα φώτα, τις σκέψες, τα αισθήματα, ― καινούρια, δροσερά, ανοιξιάτικα, και τι όμορφα! Τέτοια είναι, που μόνο να τα συγκρίνεις με τους σωρούς και τους μεγαλόπρεπους όγκους της αρχαιοπρέπειας των περασμένων γενεών, αμέσως διαγνώνεις πως τούτα είναι ψ ό φ ι α, ενώ τα σημερινά είναι ζ ω ν τ α ν ά. Και αν θέλει ρώτημα, τι είναι καλλίτερο απ' τα δυο, η ζωή για η ν έ κ ρ α, ας βρεθεί κανείς να πει πως καλλίτερα έχει τη νέκρα, την αρχαιοπρεπή, κι ας έρθει εδώ μπροστά μου να το μολογήσει ― να τον ονομάσω ευτύς κ' ήσυχα ― ήσυχα «Ψ ο φ ί μ ι! ».

Να πώς το γλωσσικό ζήτημα δεν είναι ξερά ξερά γλωσσικό ζήτημα, παρά είναι κοινωνικό ζήτημα. Πιστεύω πως οι άνθρωποι που θα πρωτοστατήσουν στο έθνος μας, σε τούτης τη γενιά ― δηλαδή στη γενιά που φύτρωσε ύστερα από το 1897, ― θα είναι όλοι ή δημοτικιστές δηλωμένοι, ή έτοιμοι για να δεχτούν τη ζωντανή, τη δημοτική γλώσσα.


Πηγή

10 άρθρα του στο «Νουμά» (ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΚΑΙ ΦΡΟΝΤΙΣΜΕΝΑ ΑΠΟ ΤΟ Δ. Π. ΤΑΓΚΟΠΟΥΛΟ ΕΚΔΟΣΗ "ΤΥΠΟΥ„ ΣΟΦΟΚΛΕΟΥΣ 3, ΑΘΗΝΑΙ)


http://www.istorikathemata.com

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2013

31 ΙΟΥΛΙΟΥ 1920, ΔΟΛΟΦΟΝΗΘΗΚΕ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ - Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΚΑΘΑΡΗ ΤΟΥ ΜΟΡΦΗ

Ο Ίων Δραγούμης δολοφονήθηκε από τα Βενιζελικά «Δημοκρατικά Τάγματα» του Παύλου Γύπαρη στις 31 Ιουλίου 1920, απέναντι από το σημερινό Χίλτον, εκεί όπου βρίσκεται και η επιτύμβια στήλη του. Η δολοφονία του ήταν απόρροια του εθνικού διχασμού και αποστέρησε την πατρίδα μας από ένα σπουδαίο πολιτικό και διανοούμενο, ο οποίος πάλεψε για μία Μεγάλη Ελλάδα με το όπλο και την πένα του.
Ο Ίων Δραγούμης αποτελεί για εμάς τους Έλληνες εθνικιστές τον κυριώτερο εκφραστή της εθνικής ιδεολογίας. Οι σκέψεις, οι προβληματισμοί και η στάση ζωής του αποτελούν ακόμη και σήμερα, 93χρόνια από την άνανδρη δολοφονία του, πηγή για περαιτέρω επεξεργασία. Διότι ο Δραγούμης – όπως λέει ο Χρίστος Γούδης – είναι πάντα επίκαιρος. Ας επισημάνουμε κάποια αποσπάσματα από το έργο του, τα οποία αποδεικνύουν την σπουδαιότητα της σκέψεώς του και γιατί ο Ελληνικός εθνικισμός αποτελεί την γόνιμη σύνθεση μεταξύ πατριωτισμού, πολιτισμού και ελευθερίας.
Ο Ελληνικός εθνικισμός
Η μεγάλη πολιτική σημασία της σκέψεως και των θέσεων του Δραγούμη είναι ότι εκφράζει ένα έλλογο και λειτουργικό εθνικισμό. Ένα εθνικισμό με σεβασμό στο ανθρώπινο πρόσωπο, προσηλωμένο στις αρχές της άμεσης δημοκρατίας (Κοινοτισμός), ένα εθνικισμό ο οποίος απορρέει από τον Ελληνικό πολιτισμό και υπερασπίζεται τις ελευθερίες και τα δικαιώματα των Ελλήνων. Αυτά αποτελούν την μεγάλη ιδεολογική παρακαταθήκη του Δραγούμη προς εμάς.
Τα αξιακά προτάγματα του Δραγούμη είναι:
η ελευθερία: ως εθνική ελευθερία-αυτοδιάθεση των υποδούλων Ελλήνων (βλέπε σήμερα Κύπρο & Βόρειο Ήπειρο), αλλά και στο επίπεδο της προσωπικής αυθυπαρξίας του ανθρώπου
ο πολιτισμός, ως «νομιμοποιητική» βάση της αξίας του έθνους
Ο Δραγούμης εκφράζει έναν ουμανιστικό εθνικισμό. Αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ακουμπώντας στο έθνος μου να γίνω πιο άνθρωπος. Δεν μπορεί κανείς να είναι άνθρωπος ξεχνώντας την καταγωγή του. Να θυμάται κανείς από πού βγήκε, που μεγάλωσε, ποιο έθνος τον ανέθρεψε. Μου αρέσει να βλέπει κανείς τους δεσμούς του. Αυτό θα πει ελευθερία».
Γράφει για την σύνδεση του έθνους με τον πολιτισμό: «Ποιος είναι ο τελικός των εθνών, πες τον προορισμό, πες τον αποστολή; Ο πολιτισμός! Να ένα έργο άξιο για τα έθνη, έργο αληθινά ανθρώπινο. Να η δικαιολογία των εθνών. Να πως τα έθνη είναι χρήσιμα στην ανθρωπότητα και να που έσφαλε ο Μαρξ πολεμώντας τα έθνη. Πολιτισμούς γεννούν τα έθνη και αυτά μονάχα. Δεν φθάνει όμως να είναι ένα έθνος πολιτισμένο, πρέπει να είναι πολιτισμένο και από δικό του πολιτισμό. Σε αυτό λοιπόν χρησιμεύουν τα έθνη. Οι πολιτισμοί γεννιούνται ο καθένας σε κάποια πατρίδα, σε κάποια εποχή και σε κάποιο έθνος. Έξω από αυτά δεν μπορεί να σταθεί πολιτισμός».

Ρήσεις Δραγούμη

Για τον εθνικισμό: «Ο εθνικισμός είναι μορφή ενέργειας. Όλοι λοιπόν οι ενεργητικοί άνθρωποι είναι εθνικιστές, είτε το ξέρουν είτε όχι. Ο διεθνιστής είναι στοιχείο θανάτου για το έθνος του».

Θα έλεγε σήμερα στην Ρεπούση: «Τα Ελληνικά σχολεία είναι για 2 σκοπούς: να ανοίγουν τα μυαλά και να φουσκώνουν το παιδί με τον εθνισμό του. Η παράδοση είναι ο σύνδεσμος των ατόμων μίας φυλής, τωρινών και περασμένων, που τα κάνει έθνος. Ιστορία είναι η συνείδηση του συνδέσμου αυτού. Να νοιώθεις την καταγωγή σου, την συνέχεια του εθνικού εγώ σου, την ιστορία που σου κάνει συνειδητό το πέρασμα του έθνους σου μέσα στους αιώνες».

Για τους νεοραγιάδες: «Τι θα πει ραγιάς; Ραγιάς είναι εκείνος που τρέμει τους μπάτσους του Τούρκου, που είναι σκλάβος του φόβου του. Ο ραγιάς είναι μισός άνθρωπος. Την ραγιαδοσύνη του την ονομάζει αναγκαία φρονιμάδα. Τον κυνηγάς και κρύβεται. Τον δέρνεις και ακόμα σκύβει. Τον σκοτώνεις και σωπαίνει».

Για την Ενωμένη Ευρώπη: «Ναι, το βλέπω πως η Ευρώπη ενώνεται, πως τα έθνη και οι φυλές ζυγώνουν η μία την άλλη. Αλλά εγώ είμαι ένας και εγώ θα ακουμπήσω επάνω στους γύρω μου ανθρώπους. Και αυτοί είναι οι Έλληνες».

Για την παγκόσμια δημοκρατία: «Τόσο αγαπώ την Ελληνική ύπαρξη, που αν ήταν να γίνουμε όλοι οι άνθρωποι κοσμοπολίτες, θα έλεγα να μην ονομαζόμασταν Έλληνες. Δεν χρειάζεται η λέξη Έλληνες όταν όλοι οι άνθρωποι της γης γίνουν κοσμοπολίτες μίας απέραντης δημοκρατίας».

Για τον πολυπολιτισμό: «Μόνο εμείς, όσοι νοιώθουμε την δική μας την πατρίδα, μπορούμε να νοιώσουμε και των άλλων τις πατρίδες. Πρώτα πρέπει να νοιώσω τον εαυτό μου καλά, έπειτα καλά το έθνος μου και έτσι φθάνω στην ανθρωπότητα. Όσοι λένε πως είναι κοσμοπολίτες και δεν περνούν από όλα αυτά τα στάδια δεν μπορούν να νοιώσουν την ανθρωπότητα».

Για τους πολιτικάντηδες: «Το Σύνταγμα θέλησε να δώσει στο έθνος αντιπροσώπους και είπε να υπάρχουν βουλευτές. Επρόκειτο αυτοί οι βουλευτές να αντιπροσωπεύσουν το έθνος. Αλλά η πραγματικότητα τα χάλασε και οι βουλευτές δεν είχαν κανένα συμφέρον να καταγίνουν με το έθνος. Τέτοιοι μια φορά δεν είναι. Για όνομα του Θεού, βρείτε άλλους να αντιπροσωπεύσουν το έθνος».

Προσωπική στάση ζωής

Ο Ίων Δραγούμης ήταν υιός πρωθυπουργού, μεγαλοαστός, μορφωμένος. Θα μπορούσε να γίνει μποέμ, να κάνει ξωτικά ταξίδια, να απολαμβάνει μία ζωή ηδονιστική. Αντ’ αυτού, προτίμησε τους βάλτους της Μακεδονίας, το χρέος και την θυσία, το «μαρτύρων και ηρώων αίμα».
Στάθηκε πιστός στις ιδέες του ακόμη και μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα: «Ο καθένας πρέπει να φαντάζεται πως αυτός πρέπει να σώσει το έθνος του. Να μην κοιτάζω τι κάνουν οι άλλοι και να φαντάζομαι μόνον πως εγώ έχω το μεγάλο χρέος της σωτηρίας. Δεν είναι εύκολο να πείσεις ένα έθνος. Εγώ βλέπω τόσα πράγματα που πρέπει να γίνουν και όμως οι άλλοι Έλληνες τα βλέπουν αλλιώς. Αν είμαι δυνατός θα τους πείσω».
Σήμερα ο αγώνας που δίνουμε είναι ακόμη δυσκολότερος. Διότι στην εποχή του ο πατριωτισμός ήταν κοινό κτήμα όλων των Ελλήνων και η πολιτική ηγεσία της χώρας μας, Βενιζελική ή Βασιλική, έδινε όλες της τις δυνάμεις στην υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων και των δικαιωμάτων του Ελληνισμού.
Σήμερα όμως όποιος μιλάει για έθνος χαρακτηρίζεται ακροδεξιός από την κατεστημένη νεοταξική Αριστερά. Δεν ξέρω λοιπόν αν τελικώς νικήσουμε. Ξέρω όμως ότι - αν ακολουθήσουμε το μονοπάτι του Δραγούμη - θα είμαστε υπερήφανοι για την ζωή που ζήσαμε και τις αξίες για τις οποίες πολεμήσαμε. ΟΣΟΙ ΖΩΝΤΑΝΟΙ. 


ΠΗΓΗ : http://www.e-grammes.gr/article.php?id=3327 



Τρίτη 2 Απριλίου 2013

ΤΟ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ

Του Γιάννη Κουριαννίδη
εκδότη του περιοδικού «Ενδοχώρα»  

Ο κοινοτισμός, ως σύστημα ιδεών, εισέβαλε τα τελευταία χρόνια στην κοινωνική, πολιτική και οικονομική σκέψη. Οι πρώτοι θεωρητικοί του μάλλον τον τοποθέτησαν στον αντίποδα τόσο του φιλελευθερισμού, όσο και του ατομικιστικού πνεύματος. Οι πιο καχύποπτοι θα μπορούσαν να πουν ότι­ δεν είναι τίποτε άλλο από μία ακόμη προσπάθεια του διεθνούς εξουσιασμού να υποκαταστήσει τα σοσιαλιστικά οράματα.
Ο κατ’ εξοχήν θεωρητικός του κοινοτισμού στην Ελλάδα θεωρείται ο Επτανήσιος Κωνσταντίνος Καραβίδας. Όπως έγραφε χαρακτηριστικά: «Σύντομα λέγω εδώ ότι ο Κοινοτισμός, είνε ολοκληρωτική συνθετική αντίληψις της ζωής, είνε βίωσις - περιέχει συνεπώς βάσεις οικονομικής αναπλάσεως και στοιχεία πολιτισμού, επαληθευμένα από την Ιστορία μας και αναζωογονούμενα από την ανάγκη των καιρών σήμερα, ως το πιο ζωτικό αίτημα: Χωρίς να κλωνίζωμε την ατομική ιδιοκτησία και το ιερό όραμα της ανθρωπίνης προσωπικότητος - ζητάμε να βγάλωμε απ’ την αναρχία και να τάξωμε και τις δύο αυτές τεράστιες δυνάμεις μέσα στην ιεραρχημένην κοινοτική ομάδα, η οποία εξευμενίζει και εξυψώνει την προσωπικότητα του ατόμου και γονιμοποιεί κοινωνικώς την ιδιοκτησία και ζητάμε πρακτικώς, να οργανώσωμε το χωρικό και μικροαστικό κεφάλαιο απάνω στην προσωπική ομαδική εκμετάλλευση των στοιχείων του τοπικού μας πλούτου, τα οποία ακριβώς προσφέρονται στους κοινοτικούς θεσμούς».
Ο Κωνσταντίνος Καραβίδας συναντήθηκε με τον Ίωνα Δραγούμη, όταν για ένα μικρό χρονικό διάστημα, πριν μεταβεί στην Ύπατη Αρμοστεία της Σμύρνης με την ιδιότητα του δημοσιογράφου, ανέλαβε την διεύθυνση του περιοδικού «Πολιτική Επιθεώρησις», που εξέδιδε ο Φίλιππος Δραγούμης, αδελφός του Ίωνος. Είναι βέβαιον ότι αυτό το χρονικό διάστημα οι δύο άνδρες αντάλλαξαν απόψεις επί του κοινοτικού οράματος. Η επαφή αυτή επηρέασε καταλυτικά και τους δύο.
Ο Ίων Δραγούμης επιθυμούσε την οργάνωση των Ελλήνων σε κοινότητες. Θεωρούσε τον θεσμό αυτό καθαρώς ελληνικό δημιούργημα και ότι η ενδυνάμωση και επικυριαρχία του κράτους ουσιαστικά αδρανοποιεί την δυναμική της κοινωνίας. Έγραφε χαρακτηριστικά: «Το υγιές κύτταρο του Ελληνισμού είναι οι κοινότητες. Η δραστηριοποίησή τους θα αποκεντρώσει το υδροκεφαλικό αθηναϊκό κράτος, που αγνοεί της ανάγκες της περιφέρειας. Πρέπει να δοθούν αυξημένες αρμοδιότητες στις κοινότητες για να ανθήσει παντού ο Ελληνισμός και να αποφευχθεί ο συγκεντρωτισμός και ο κοσμοπολιτισμός των αστικών κέντρων».
Ο Ίων, χάρη στην περιήγησή του ως διπλωμάτης σε περιοχές που ο Ελληνισμός διατηρούσε ακόμη την κοινοτική του οργάνωση (και ιδιαιτέρως στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία), βίωσε την λειτουργία των κοινοτικών θεσμών, κάτι που στην ελεύθερη Ελλάδα έτεινε να εξαφανιστεί λόγω του συγκεντρωτισμού του κράτους. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι όραμά τους αποτέλεσε από τότε η συγκρότηση του Ελληνισμού σε μία ομοσπονδία στηριγμένη στις ελληνικές κοινότητες, που βρίσκονταν είτε στην ελεύθερη, είτε στην αλύτρωτη Ελλάδα. Η αποστροφή του προς ένα κράτος το οποίο πνίγει το έθνος είναι φανερή σε όλο το έργο του. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο θα πρέπει να διαφοροποιήσουμε τις όποιες διεθνείς εκφάνσεις και απόψεις περί κοινοτισμού, από το δραγούμειο όραμα, που αποτελεί μία καθαρά ελληνική άποψη περί κοινοτισμού, σφυρηλατημένη από την έμπρακτη ιστορική εμπειρία αιώνων (πόλη-κράτος, Εκκλησία του Δήμου, κοινότητες οθωμανοκρατίας κ.λπ.).
Ο μέγας Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» του γράφει ότι αν κάποιος πολίτης ενός δήμου φωνάξει από την μία άκρη του, πρέπει να είναι δυνατό να τον ακούσει ο συμπολίτης του που βρίσκεται στην άλλη άκρη του Δήμου. Αυτό είναι κάτι που αποτυπώνει την αναγκαιότητα τόσο της περιορισμένης γεωγραφικής έκτασης των δήμων, όσο και την προϋπόθεση κοινής θέασης των πραγμάτων από τους πολίτες.
Αυτή η γεωγραφική και οργανική περιχαράκωση του δήμου αποτυπώνεται εύγλωττα στο έργο του Ίωνος: «Το κράτος δεν έγινε για το κράτος, ειδεμή τί ενδιαφέρον θα είχε; Είναι παιδί του έθνους, καρπός του, γέννημά του, και γι αυτό τού έχει κάποια σημαντική υποχρέωση - να το φυλάγη. Και επειδή όλα τα μέρη του έθνους συνεργάστηκαν και αγωνίστηκαν για να πλάσουν αυτό το κράτος που έχομε, το κράτος έχει από μέρος του χρέος να φυλάγη ολόκληρο το έθνος, που το έπλασε. Είναι στενώτερο το κράτος από το έθνος, μικρότερο το παιδί από το γονιό του, μα δεν έπαψε με τούτο να ζη και το έθνος, ο μεγάλος γονιός, που θέλει να τον φυλάγουν».
Τίθενται, λοιπόν, ως βάση της κοινοτικής οργάνωσης του έθνους η κοινή ρίζα, οι κοινές παραδόσεις, ο κοινός τρόπος ζωής, όλα αυτά δηλαδή που αποτελούν την ελληνική κοινότητα, τους δεσμούς των Ελλήνων. Αυτά αποτελούν συνάμα για τον Ίωνα Δραγούμη και τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να φτάσει ένα έθνος στον τελικό του προορισμό: «Ποιος είναι ο τελικός των εθνών, πες τον προορισμό, πες τον αποστολή; Ο πολιτισμός! Να ένα έργο άξιο για τα έθνη, έργο αληθινά ανθρώπινο. Να η δικαιολογία των εθνών. Να πώς τα έθνη είναι χρήσιμα στην ανθρωπότητα και να πού έσφαλε ο Χριστός και ο Μαρξ πολεμώντας τα έθνη. Πολιτισμούς γεννούν τα έθνη και αυτά μονάχα. Δεν φθάνει όμως να είναι ένα έθνος πολιτισμένο, πρέπει να είναι πολιτισμένο και από δικό του πολιτισμό. Σε αυτό λοιπόν χρησιμεύουν τα έθνη. Οι πολιτισμοί γεννιούνται ο καθένας σε κάποια πατρίδα, σε κάποια εποχή και σε κάποιο έθνος. Έξω από αυτά δεν μπορεί να σταθεί πολιτισμός».
«Ακουμπώντας στο έθνος μου να γίνω πιο άνθρωπος. Δεν μπορεί κανείς να είναι άνθρωπος ξεχνώντας την καταγωγή του. Να θυμάται κανείς από πού βγήκε, που μεγάλωσε, ποιο έθνος τον ανέθρεψε. Μου αρέσει να βλέπει κανείς τους δεσμούς του. Αυτό θα πει ελευθερία. Του εαυτού του τις ρίζες ψάχνοντας θα τις βρει μέσα στο έθνος του». Κατανοούμε, βεβαίως, ότι η έννοια του έθνους είναι κυρίαρχη, είναι η ικανή και αναγκαία συνθήκη για να μπορέσει να λειτουργήσει ο κοινοτισμός ως πολιτειακή επιλογή. Μία επιλογή που ταιριάζει εντυπωσιακά με το μοντέλο της «άμεσης δημοκρατίας» που πολλοί επικαλούνται στις μέρες μας ως εναλλακτική στα πλανητικά αδιέξοδα. Η κολοσσιαία διαφορά των διεθνιστικών προσεγγίσεων αυτού του μοντέλου είναι ακριβώς το πολυπολιτισμικό πρότυπο που αυτό ευαγγελίζεται και το οποίο νομοτελειακά θα οδηγήσει στην αποτυχία λειτουργίας του.
Από το έργο του Ίωνος Δραγούμη γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι μόνο κοινωνίες με εθνική συνοχή και κοινή καταγωγή μπορούν να αντλήσουν πρότυπα από την κοινή τους παράδοση. Μία παράδοση που γίνεται ιστορία, όπως λέει χαρακτηριστικά ο μεγάλος αυτός διανοητής, όταν αυτή γίνει συνείδηση. Αυτή η συνείδηση είναι που κράτησε ζωντανό τον Ελληνισμό μέσα σε αντιξοότητες που απείλησαν ακόμη και τον βιολογικό αφανισμό του, σε σκοτεινές εποχές που «όλα τασκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά». Αυτές τις εποχές επικαλούνται κάποιοι στις μέρες μας, προκειμένου να μας πείσουν για το ποσό ωραία συμβίωναν οι Έλληνες μετά των αλλοφύλων, πόσο ωραία χημεία είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους και τέλος πάντων, τί κρίμα που σήμερα είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε περιχαρακωμένοι μέσα σε κρατικά σύνορα!
Αυτό, βεβαίως, που δεν επισημαίνεται σε κάποιες τέτοιες απλοϊκές, αν όχι εκ του πονηρού, προσεγγίσεις, είναι το καθεστώς υπό το οποίο επιβίωσαν οι Έλληνες εκείνους τους καιρούς. Και η επιβίωσή τους οφείλεται αποκλειστικά και μόνο στην συνείδηση της κοινής τους παραδόσεως, της κοινής τους καταγωγής. Αυτή η συνείδηση ήταν που κράτησε ζωντανές και σφυρηλάτησε τις ελληνικές κοινότητες, που επιβίωσαν ως νησίδες αντίστασης και εθνικής αυτογνωσίας μέσα σε περιβάλλοντα εχθρικά, σε περιβάλλοντα πολυφυλετικά και πολυθρησκευτικά. Ακόμη κι αν κάποιες από αυτές τις κοινότητες αναγκάστηκαν εκ των συνθηκών που επικράτησαν στα πατρογονικά τους εδάφη, να απωλέσουν την γλώσσα ή την θρησκεία τους ή και τα δύο μερικές φορές (χαρακτηριστικό παράδειγμα, και μάλιστα επί ελλαδικού εδάφους, οι Έλληνες Πομάκοι της Θράκης μας), δεν απώλεσαν ποτέ την συνείδηση της κοινής καταγωγής και του κοινού τρόπου ζωής. Έτσι πορεύθηκαν κοινοτικά, έτσι επιβίωσαν στο πέρασμα των αιώνων και έτσι επιβιώνουν ακόμη και σήμερα.
Στις μέρες μας, βεβαίως, ελλοχεύει ένας μεγάλος κίνδυνος, που δεν είναι άλλος από αυτόν που έναν αιώνα πριν είχε επισημάνει ο Ίων Δραγούμης στο έργο του. Ο κίνδυνος αυτός δημιουργήθηκε από την πρωτοκαθεδρία του Κράτους έναντι του Έθνους. Το κράτος από κουκούλι προστασίας και ανάπτυξης της εθνικής συνείδησης, από δημιουργός και φυτώριο της μεγάλης εθνικής ιδέας (που φυσικά δεν είναι δυνατόν να περιοριστεί σε μία απλή εδαφική προοπτική), έφτασε να αποτελεί την προϋπόθεση υπάρξεως του έθνους. Έτσι, δεν θα ήταν υπερβολή να ομιλούμε πλέον για ένα κράτος το οποίο κατατρώγει το έθνος. Και το κατατρώγει όχι μόνον επειδή το απορροφά γεωγραφικά, υπό την μορφή υποδοχέα προσφύγων από διάφορα μέρη του πλανήτη (που αποτελούσαν πανάρχαιες κοιτίδες του Ελληνισμού), αλλά κυρίως επειδή αλλοτριώνει και καταστρέφει την συνείδηση των πολιτών του, καλλιεργώντας τους μία συνείδηση Ελλαδισμού, όπως πολύ εύστοχα διατύπωσε πρώτος τον όρο ο Ίων, περιορίζοντας τα όποια οράματά τους στην μίζερη ελλαδική πραγματικότητα. Γράφει χαρακτηριστικά: «Οι Ελλαδίτες πολιτικοί κατάντησαν να συντατυτίσουν με το νου τους κράτος και έθνος ή, καλλίτερα, μη μπορώντας να φτάσουν στην γενικότητα του «έθνους», έκαμαν την ανικανότητά τους θεωρία, γενίκεψαν το νόημα «κράτος» λέγοντας «κάθε κράτος έχει από έναν λαό, άρα και το ελληνικό κράτος έχει ελληνικό λαό και λαός είναι κείνος που πληρώνει τους φόρους»».
Γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι το ελληνικό κράτος πορεύθηκε εδώ και δύο σχεδόν αιώνες με εντελώς αντιδιαμετρικό, εντελώς αντίθετο τρόπο από αυτόν που πρότεινε ο Ίων Δραγούμης. Το κοινοτικό πνεύμα ξεριζώθηκε από την ψυχή και την κοσμοαντίληψη του Ελληνισμού και αντικαταστάθηκε από την δεσποτική αντίληψη ξενόφερτων προτύπων διοικήσεως. Ακόμη και στις μέρες μας, που κάποιοι από εμάς προσπαθούν να ανασύρουν από κιτρινισμένα βιβλία ή από τα ψηφιοποιημένα αρχεία κάποιου υπολογιστή τα οράματα διανοητών όπως ο Ίων Δραγούμης, που ευαγγελίστηκαν μία ελληνική κοινωνία στηριγμένη και ποτισμένη από τα ίδια της τα νάματα, έχουμε να αντιπαλέψουμε με στρεβλώσεις της ιδέας της κοινότητας, που κάποιοι θέλουν να την μεταλλάξουν από εθνική σε παγκόσμια.
Όπως γράφει ο Ίων: «Δεν είναι εύκολο να πείσης ένα έθνος. Εγώ βλέπω τόσα πράγματα που πρέπει να γίνουν και νομίζω ότι τα βλέπουν και οι άλλοι Έλληνες. Κι όμως αυτοί βλέπουν αλλιώς. Πώς να τους πείσω; Χρειάζομαι να ξοδέψω μεγάλη ενέργεια και να επιτύχω. Αν είμαι δυνατός, θα τους πείσω!» Ας ξοδέψουμε, λοιπόν, όση ενέργεια έχουμε. Αν δεν το κάνουμε τώρα, δεν θα το επιτύχουμε ποτέ... 

http://www.metopo.gr/article.php?id=5826



Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

ΕΝΑΣ ΑΥΤΟΠΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΙ ΤΗΝ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ


(1 Αυγούστου 1920, Εφημερίδα Εμπρός -στην 4η σελίδα)
"Περί την 4ην απογευματινήν ανέμενον μεθ΄ ομάδος εκ τριών η τεσσάρων προσώπων την άφιξιν του τραμ παρά την γωνίαν της λεωφόρου Κηφισίας και της οδού Ιωάννου Παπαδιαμαντοπούλου, πλησίον του υπ΄ αριθμόν 907 στύλου των ηλεκτρικών συρμάτων.
Την προσοχή μου επέσυρεν ομάς στρατιωτών αγόντων εν συνοδεία έναν πολίτην καλού παρουσιαστικού και βαδίζοντος μετά πολλής αξιοπρέπειας. Δεξιόθεν και αριστερά αυτού εβάδιζον δύο στρατιώται, δεκάς δε ετέρων στρατιωτών έπετο εκ του σύνεγγυς. Πάντες έφερον ντουφέκια.
Μόλις το απόσπασμα επλησίασεν εις τον υπ΄ αριθμόν 905 στύλον του τράμ μετέβαλλεν κατεύθυνσιν προς αριστερά και εσταμάτησε παρα το πεζοδρόμιον, αφήνοντας τον αιχμάλωτο πολίτη εις απόστασιν τεσσάρων βημάτων. Οι στρατιώται αφού εσταμάτησαν, επυροβόλησαν. Ερρίφθησαν παρ΄ αυτών περί τους δέκα πυροβολισμούς. Ουδέν πρόσταγμα ηκούσθη. Ο πυροβοληθείς πολίτης κατέπεσεν άπνους, χωρίς να βγάλει κραυγή, χωρίς να είπη τι...».
«Έφτασε η ώρα σου Δραγούμη» φώναξε ο Λοχίας.
Νωρίτερα είχαν σταθεί για μισή ώρα, κάτω από ΄να δέντρο έξω από το στρατόπεδο του Θων όπου και τα γραφεία του τάγματος. Εκεί ο Παύλος Γύπαρης -που ειδοποιήθηκε εν τω μεταξύ νάρθει- σαν άλλος Πιλάτος κι αφού έκαμε κάποιο επείγον τηλεφώνημα, πιθανότατα στον Εμμ. Μπενάκη, έδωσε οδηγία σε φρουρά «δώδεκα εμφανισίμων άνδρών υπο τον λοχία Σαρτζέτην να συνοδεύσουν τον Δραγούμην προς τας φυλακάς».
Τον έπρωξαν απέναντί τους στο στύλο του τραμ λίγο πριν το νοσοκομείο του Ευαγγελισμού. Δέκα έκαναν τέσσερα βήματα πίσω. Σήκωσαν τα όπλα και σημάδεψαν όλοι.
Λένε πως στην στερνή την ώρα περνάει στα μάτια του ανθρώπου που ψυχορραγεί ολόκληρη η ζωή του σαν ταινία με γρήγορη ταχύτητα. Κι ανάλογα με την «επί του φοβερού βήματος απολογία» η μάχη με το Χάρο έχει η δεν έχει αγωνία. Τις αγωνίες του ο Δραγούμης τις έζησε σε κάθε στιγμή της ζωή του. Παλεύοντας με οράματα, με ιδέες, με έρωτες, με πάθη. Μα πάνω απ΄ όλα με την ψυχή του πάλευε πάντα αυτήν που τώρα τώρα παρέδιδε στον όχλο κουρασμένη κι αηδιασμένη. Ήταν μέχρι εδώ μια πορεία αναμενόμενη και επιβεβλημένη. Μα- ποιός θα το πίστευε;- κι ολότελα επιλεγμένη μαζί από το υποψήφιο θύμα. Να διαλέγεις το θάνατό σου από τα πριν χωρίς να γίνεσαι αυτόχειρας.
Και τότε μισοκοιμισμένος και μισοξυπνητός, ένοιωσα την τραγική ματαιότητα κάθε σχεδίου και κάθε πράξης μου αφού τις πράξεις μου και τα σχέδιά μου μπορώ να τα κάνω μυθιστορήματα, τι ανάγκη να τα εκπληρώνω και σαν πράξεις και σαν εκτέλεση σχεδίων. Έτσι σιγά-σιγά η ενέργεια γίνεται γράψιμο, και ο ενεργητικός άνθρωπος η ο άνθρωπος,γραφιάς. Και λυπήθηκα τρομερά στον ύπνο μου που δε θα ήταν πια ανάγκη να εκτελέσω το σχέδιο μου στ΄ αλήθεια, αφού το είχα δει εκτελεσμένο σ΄ ένα μυθιστόρημα που εγώ το σκάρωσα. Το μυθιστόρημα είχε ωραία μέρη και ήταν ωραίο σύνολο. Μέσα φαίνονταν η αγάπη η μεγάλη της γυναίκας για τον άντρα της. Ο άντρας της έφευγε συχνά και ξαναρχόταν και αυτή τον περίμενε πάντα με τη γλυκιά τυραννία της απαντοχής και δεν του έγραφε για να μην πιστοποιήσει στον εαυτό της πως δεν ήταν πια κοντά της. Σ΄ ένα απ ΄αυτά τα ταξίδια ο άντρας της σκοτώθηκε, και δεν σκοτώθηκε από τους εχθρούς, μα από κείνους, που δεν τον χώνευαν επειδή είχε δειχτεί ανώτερος απ΄ αυτούς. Η γυναίκα του βλέπει μια μέρα και τον φέρνουνε σκοτωμένο. Μπαίνει σε μια βάρκα και πνίγεται μέσα σε μια λίμνη.
Οι «Γυπαραίοι» εκτελεστές της επιθυμίας του Δραγούμη που έγινε διαταγή για το «σκοπεύσατε!» - που δεν ακούστηκε - για το «Πύρ!» -που μήτε και αυτό ακούστηκε- γιατί μονάχα μέσα του το ψιθύριζε ο μελλοθάνατος αριστοκράτης κι αυτοί το έβλεπαν στο βλέμμα του.
Σαν εκείνος αποφάσισε την καίρια στιγμή έψαξε για το εφεδρικό του μονόκλ. Το άλλο είχε σπάσει μέσα στην κακοποίηση και τις σπρωξιές που προηγήθηκαν. Το φόρεσε με μια κίνηση μεγαλοπρεπή και αέρινη. Και σαν να έλεγε : «Τώρα είμαι έτοιμος!»
Εκείνοι αναγνώρισαν αμέσως το κρίσιμο νεύμα του προσώπου του:
-Φάτε το το σκυλί!
Ο Ίων έπεσε καταματωμένος στα χώματα. Καθώς κείτονταν άψυχος κάποιος από το απόσπασμα πλησίασε και τον λόγχισε δύο φορές στον τράχηλο κόβοντάς του σχεδόν ολότελα το λαιμό. Ύστερα τον κέντησε στα πλευρά. Ένα κοντοστούπικο μαυριδερό αποσπόρι της πειρατείας που λυμαίνονταν κάποτε την Κρήτη, ένας ότι πρέπει λεβέντης των χαμαιτυπείων, έφτυσε και κλώτσησε τον νεκρό. Ο επικεφαλής έδωσε τη χαριστική βολή συντρίβοντας τ' όμορφο κεφάλι. Ύστερα όλοι μαζί γύρισαν αδιάφορα την πλάτη κι απομακρύνθηκαν με περήφανο στρατιωτικό παράστημα άξιο του καύσωνα και της τρέλας τους.
Αφήνοντας πίσω τους σαν ρούχο αδειανό έναν ωραίο Έλληνα. Τον πρώτο μεταξύ των Αρίστων...
«Σ΄ όποια γωνιά του Ελληνισμού κι αν βρεθώ, θα πασχίζω πάντα να δυναμώνω, να ξυπνώ, να ζωντανεύω...Ξυπνώ κάθε ύπνο κεντρίζω κάθε βαρεμό, συδαυλίζω κάθε στάχτη, ξεσκεπάζω κάθε σπίθα κρυμμένη και ανάβω κάθε φωτιά σβησμένη, βγάζω κάθε πνοή κουρασμένη και παίζω κάθε χορδή σιωπηλή. Ξυπνώ, ξυπνώ, ξυπνώ...»
Kαι το καταπέτασμα του Ναού
εσχίσθη εις δύο...
Είναι τυφλοί οι άνθρωποι.
Κι οι περισσότεροι γεννήθηκαν
για να είναι και μικροί.
Ι.Δ.
Ο δηλητηριασμένος αέρας του αθηναϊκού απογεύματος εκείνου του Ιουλίου σκόρπισε την είδηση σ΄ ολόκληρη τη χώρα σαν κάποια αποφορά αβάσταχτη, σαν στάχτη βρωμερή και σκόνη αλλόκοτη που τα τίναζε κανένας από πάνω του ανάλογα με την ιδεολογία του (...και την πληροφόρησή του ) κι έβγαινε κατά το δοκούν καθαρός και αμόλυντος:
Πως εφονεύθη ο Ι. Δραγούμης δεν χρειάζονται πλέον στον αναγνώστη πολλές δικαιολογίες. Κατά πληροφορίας είχε συνοδεύσει την δίδα Μαρίκα Κοτοπούλη και ενώ διήρχετο τους Αμπελοκήπους παρά την έπαυλη Θων συνελήφθη υπο ομάδος πολιτών απειλούντων να τον λιντσάρουν.
Προς σωτηρίαν του έσπευσε περίπολος στρατιωτών του τάγματος Ασφαλείας. Τον πρώτον πλησιάσαντα αυτόν εκ των στρατιωτών ο Δραγούμης απεπειράθη να πυροβολήσει δια πιστολίου αλλά ο στρατιώτης προλαβών τον ελόγχισε.
Μετά τινα λεπτά, μεταφερθείς στο 2ο στρατιωτικό Νοσοκομείο απέθανε. Εκείθεν μετεφέρθη εις το Νεκροταφείον...