Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΘΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΕΘΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Απριλίου 2016

ΑΡΧΑΙΟΤΗΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

Γράφει ο Φειδίας Ν.Μπούρλας
 
Ο ισχυρισμός ότι δεν υπήρχε η έννοια του έθνους πριν τον 18ο αι.και ότι τα έθνη είναι κατασκευή του δυτικού διαφωτισμού, είναι απαράδεκτος, ανιστόρητος και επικίνδυνος. (Και, ο ίδιος ο ισχυρισμός, επαν-εφεύρεση του... 20ού αιώνος (μετά την παλαιομαρξιστική πρώτη εφεύρεσή του), υποστηριζόμενη σήμερα εντόνως από την, επιθυμούσα την πολτοποίηση και εξουσιασμό των λαών, νέα τάξη πραγμάτων.)
Εκείνο που εφευρέθηκε τότε στην Δύση ήταν το δυτικό εθνικό κράτος, όχι το έθνος, το οποίο υπήρχε από τότε που εμφανίστηκαν οι οργανωμένες κοινωνίες. (Και πάλι βέβαια έχουμε στην Ευρώπη και εθνικά κράτη αιώνες πριν τον Διαφωτισμό.)
Αλλά και αν κάποια από τα σύγχρονα Ευρωπαϊκά έθνη σχηματίστηκαν
και συνειδητοποιήθηκαν προσφάτως, αυτό ουδόλως έχει να κάνει με το Ελληνικόν, το οποίο είναι έθνος πανάρχαιο και συνείδησή του δεν απετέλεσε ο νεώτερος βρετανικός (με έμφαση στην γλώσσα), γερμανικός(με έμφαση στην φυλετική καταγωγή) ή γαλλικός (με έμφαση στην κοινή συνείδηση) εθνικισμός, αλλά η πορεία των χιλιετιών, η καταγωγή,ο πολιτισμός που οι χιλιετίες συσσώρευσαν και αφομοίωσαν στον λαό αυτόν. Επί τουρκοκρατίας π.χ. τα ανωτέρω στοιχεία εκφράστηκαν μέσω
της θρησκείας, η οποία έτσι απετέλεσε βασικό στοιχείο εθνικού προσδιορισμού και διατηρήσεως της ιστορικής συνέχειας. Είναι προφανές λοιπόν ότι υπάρχει διαφορά με τα νεώτερα Ευρωπαϊκά έθνη.

Το Ελληνικόν Έθνος υφίσταται, όπως μαρτυρεί η Μυθολογία, από καταβολής κόσμου και έχει θεια καταγωγή, από τους Ολύμπιους και λοιπούς θεούς, ημιθέους, ήρωες και γενάρχες και, πάνω απ' όλα,την Ελληνική Γη.

"Γης παις ειμι και Ουρανού αστερόεντος, αυτάρ εμοί γένος ουράνιον."
(Ορφεύς, αποσπ. 17, 11-12)

Ο Ζευς αποκαλείται από τον Όμηρο ("Οδύσσεια", Α 28)
"πατήρ ανδρών τε θεών τε".

"ως ωμόθεν γεγάασι θεοί θνητοί τ' άνθρωποι"
("κοινή την καταγωγή είχανε οι αθάνατοι θεοί και οι θνητοί άνθρωποι")
(Ησίοδος, "Έργα και Ημέραι", 108)

"Εν ανδρών, εν θεών γένος· εκ μιας δε πνέομεν ματρός αμφότεροι."
(Πίνδαρος, "Νέμεα", Ωδή 6η)

Κατά την πάροδο των χιλιετιών, η εθνική συνείδηση άλλοτε εντεινόταν (κυρίως σε περιόδους όπου το Έθνος εβρίσκετο εν κινδύνω) και άλλοτε ατονούσε, χωρίς όμως να παύσει ποτέ να υφίσταται.

Έτσι, επί Περσικών Πολέμων, οι Αθηναίοι λέγουν προς τους Λακεδαιμονίους (Ηροδότου "Ιστορίαι", βιβλ. 8, 144, 14-17):
"αύτις δε το Ελληνικόν, εόν όμαιμόν τε και ομόγλωσσον και θεών ιδρύματά τε κοινά και θυσίαι ήθεά τε ομότροπα, των προδότας γενέσθαι Αθηναίους ουκ αν ευ έχοι."

Η συνειδητοποίηση αυτή του Ελληνικού "τρόπου", οι αξίες και τα ήθη,οδηγούν σε τέτοια άνθηση της Παιδείας, ώστε ο Ισοκράτης να θεωρήσει την Παιδεία αυτή ως το μέγα κριτήριο της Ελληνικότητος ("Πανηγυρικός", 50):
"Τοσούτον δ' απολέλοιπεν η πόλις ημών περί το φρονείν και λέγειν τους άλλους ανθρώπους, ώσθ' οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασι και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας."

Φθάνουμε στον Ευσέβιο, επίσκοπο Καισαρείας (επί Μεγάλου Κωνσταντίνου) ο οποίος γράφει ("Ευαγγελική Προπαρασκευή", βιβλ. 8, κεφ. 14, παραγρ. 66, στιχ. 6-8):

"Μόνη γαρ η Ελλάς αψευδώς ανθρωπογονεί, "φυτόν ουράνιον" και βλάστημα θείον ηκριβωμένον, λογισμόν αποτίκτουσα οικειούμενον επιστήμηι."

Ο Ελληνικός αυτός Πολιτισμός, όπως έχει εξελιχθεί, εκφράζοντας πάντοτε τις αιώνιες Ελληνικές Αξίες, είναι το βασικό συστατικό της συνείδησης και ιδεολογίας της Αυτοκρατορίας. Της οποίας ο λαός είναι ο "περιούσιος". Συνιστά ο λαός της Αυτοκρατορίας, βάσει αυτής της ιδεολογίας, ένα έθνος; Δεν παύει μάλλον η Αυτοκρατορία να είναι πολυεθνική, με περιούσιον όμως εν αυτή έθνος το Ελληνικό και τον πολιτισμό του κυρίαρχο.

Και πολύ γρήγορα η Αυτοκρατορία ταυτίζεται απολύτως με το Ελληνικό Έθνος, ενώ και η συναίσθηση της καταγωγής γίνεται πια απόλυτα ξεκάθαρη και έντονη.
Η συνειδητοποίηση αυτή του Ελληνισμού έχει τις βάσεις της αρκετούς αιώνες πριν τον...18ο αι. Γίνεται ιδιαίτερα έντονη μετά την σύγκρουση με τους Φράγκους και Λατίνους (867, επί Φωτίου του Μεγάλου, το πρώτο σχίσμα, 1204, επί Μιχαήλ Κηρουλαρίου, το
οριστικό) και ακόμα περισσότερο τη φραγκική κατάκτηση (1204).

Ο Charles Diehl γράφει: "Σ' αυτή την πόλη (Κων/πολη), η οποία επί τόσο μακρό διάστημα είχε υποστηρίξει ότι είναι κληρονόμος της ρωμαϊκής παραδόσεως, είναι σημαντικό να σημειώσει κανείς την καταπληκτική αναβίωση της μνήμης του ελληνικού παρελθόντος και να παρατηρήσει τη γένεση ενός ελληνικού πατριωτισμού, ο οποίος είναι έκφραση μιας
από τις ιδέες που οδήγησαν στην ανασύσταση της νέας Ελλάδος το 19ο αι."

Και οι Φράγκοι, όπως μας λέει ο στιχουργός του "Χρονικού του Μορέως", γνώριζαν ότι οι Βυζαντινοί "από τη Ρώμη απήρασιν το όνομα των Ρωμαίων" αλλά "Έλληνες είχαν το όνομα, ούτως τους ωνομάζαν."

Ήδη τον 11ο αι. η ’ννα Κομνηνή ("Αλεξιάς") χρησιμοποιεί το όνομα "Έλληνες" ως εθνικό προσδιορισμό του λαού της Αυτοκρατορίας.

Και την ίδια περίπου εποχή, κατά τον Runciman, οι αυτοκράτορες αρχίζουν να αποκαλούνται και "Βασιλείς των Ελλήνων".

Ο Νικήτας Χωνιάτης ("Ιστορία") τον 12ο αι. Χαρακτηρίζει τους δυτικούς "σκοτεινές φυλές που ανάμεσά τους δεν καταφεύγει ούτε η χάρις ούτε η μούσα", οι οποίες φυλές μόνο από την Κωνσταντινούπολη παίρνουν φως.

Ο Αυτοκράτωρ της Νικαίας Ιωάννης Δούκας Βατάτζης γράφει προς τον πάπα Γρηγόριο Θ' περί της σοφίας η οποία "εν τω γένει των Ελλήνων ημών βασιλεύει". Υποστηρίζει ότι η μεταφορά της κληρονομιάς του Μεγάλου Κωνσταντίνου είναι εθνική "εις το ημέτερον γένος" (και δεν ανήκει επομένως στον Λατίνο, πλέον, αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως).

Ο υιός του Βατάτζη Θεόδωρος Β' Λάσκαρις προβάλλει το όνομα των Ελλήνων με πραγματικό εθνικιστικό ζήλο ("Χριστιανική Θεολογια", 7):
Δεν τονίζει απλώς ότι "απασών γλωσσών το ελληνικόν υπέρκειται γένος", αλλά και ότι "Πάσα τοίνυν φιλοσοφία και γνώσις Ελλήνων εύρεμα... Συδε, ω Ιταλέ, τίνος ένεκεν εγκαυχά;".

Και ο Γεώργιος Γεμιστός - Πλήθων (15ος αι.): "Έλληνες γαρ το γένος εσμέν, ως η ημετέρα γλώσσα και παιδεία μαρτυρεί."

Ιδού η "νέα" (ή μάλλον παντοτινή) εθνική συνείδηση του Ελληνισμού.

Επί Επαναστάσεως ο Στρατηγός Μακρυγιάννης λέγει: "Αυτά τα αγάλματα, όσα τάλιρα και να σας δώσουν, να μην καταδεχτείτε να φύγουν από την πατρίδα μας. Γι' αυτά πολεμήσαμε."

Ξέρει τι λέει ο Μακρυγιάννης, και πώς πρέπει να ερμηνεύσουμε τα λόγια του; είναι χαρακτηριστικά της εθνικής συνειδήσεως των Ελλήνων και της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού;

Στην "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", 1975, τ. ΙΑ', σελ. 433, ο Λ. Βρανούσης , γράφει (ένθερμος θαυμαστής του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, δεν θεωρεί όμως, όπως θα δούμε, τεχνητό κατασκεύασμα του τελευταίου το Ελληνικό Έθνος):

"Ιστορική συνέχεια και εθνική συνείδηση. Σταθερό υπόβαθρο η παράδοση. [σ.σ. προ της παιδείας του Διαφωτισμού] Εκτέθηκαν προηγουμένως οι παράγοντες που συνετέλεσαν στο να διασωθή και να συγκροτηθή ως "γένος" [σ.σ. επ' αυτού βλέπε και παρακάτω] ό,τι
επέζησε από τον ελληνοβυζαντινό κόσμο μετά τη θεομηνία των οθωμανικών κατακτήσεων. Αποφασιστικώτατα συνέβαλαν οι πνευματικοί παράγοντες: η θρησκεία, συνεκτικός δεσμός και προστατευτικό τείχος, η κοινή γλώσσα, ο χώρος και ο λαός με την ιστορική του συνέχεια, οι πατροπαράδοτοι θεσμοί και παραδόσεις, η συλλογική μνήμη του κοινού παρελθόντος, η κοινή μοίρα του παρόντος, οι ίδιες παρήγορες ελπίδες για το μέλλον. Η συνοχή του Γένους υπάρχει ήδη διαμορφωμένη στο ιδεολογικό του υπόβαθρο: από τη μια, η βυζαντινή κληρονομιά - η "θεόσδοτη" βασιλεία των "αγίων αυτοκρατόρων", η "θεοφρούρητη" Εκκλησία, ο "οικουμενικός" πατριάρχης, ο "περιούσιος λαός" της Ορθοδοξίας -, απροσδιόριστος ίσως μυστικισμός,αλλά αέναη πάντοτε πηγή μεσσιανικής προσδοκίας, αυτοπεποιθέσεως και οραματισμών. από την άλλη, οι αρχαίοι πρόγονοι, η δόξα των αιώνων,σοφοί και ήρωες, τιμωροί των Ασιατών και κοσμοκράτορες.

Ο υπόδουλος Ελληνισμός είναι ένας κόσμος που γαλουχείται με τους θρύλους του "μαρμαρωμένου βασιλιά", αναζητεί το "πλήρωμα του χρόνου" στα χρησμολόγια, ιστορεί στις τοιχογραφίες των εκκλησιών τον Ακάθιστο με την πολιορκημένη Κωνσταντινούπολη κάτω από τη σκέπη της Υπερμάχου,ζωγραφίζει όμως και τους "Έλληνες" φιλοσόφους δίπλα στους προφήτες·ονομάζει "ελληνικά" τα κυκλώπεια τείχη και φαντάζεται τους "Έλληνες"μυθικούς γίγαντες· ξέρει για κάθε ακρόπολη ή πεδίο μάχης θαυμαστές ιστορίες που συνέβησαν "στον καιρό των Ελλήνων"· έμαθε να απαντά στις γοργόνες ότι "ζη ο βασιλιάς Αλέξανδρος"· ρωτάει και ξέρει ποιους μεγάλους άνδρες έβγαλε ο τόπος του στην αρχαιότητα· μοχθεί να σπουδάσει τα "ελληνικά" των παλαιών βιβλίων, διότι είναι η γλώσσα του Ευαγγελίου και των Πατέρων της Εκκλησίας, αλλά και η γλώσσα των σοφών του
προγονών· σκύβει με κατάνυξη στα συναξάρια των νεομαρτύρων, που τονώνουν την εγκαρτέρηση με την υπόσχεση ουράνιων φωτοστεφάνων, αλλά παθαίνεται διαβάζοντας τη "φυλλάδα του Μεγαλέξαντρου", τον οποίο προσμένει να ξαναφανεί, τιμωρός και δικαιοκρίτης.

Στο γόνιμο αυτό έδαφος έριχνε ολοένα και πλουσιώτερο τον σπόρο της η Παιδεία. [σ.σ. Υπήρχε "γόνιμο έδαφος" επομένως, δεν "χαλκεύθηκε" εκ του μηδενός η εθνική συνείδηση, απέρρεε από την ίδια τη φύση των πραγμάτων, τη ζωντανή αίσθηση της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού.] Η επίγνωση της προγονικής κληρονομιάς, κάτι σαν συναίσθημα υπέροχης, γίνεται αυτοπεποίθηση. Από τις μυστικές πηγές των μεσσιανικών προσδοκιών αναδύεται η πίστη σε κάποια ιστορικά πεπρωμένα. Κανείς δεν αμφιβάλλει
ότι, μετά την εβδομάδα των Παθών, έρχεται η Ανάσταση."

Στην "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", 1975, τ. ΙΑ', σελ. 349, ο Κ.Θ. Δημαράς επισημαίνει το ρόλο, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, της συνείδησης της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού. Αναφέρει:

"Ο Γεώργιος Γεμιστός Πληθών διακηρύσσει: "Εσμέν γαρ ουν Έλληνες το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος Παιδεία μαρτυρεί." Δύο ημέρες πριν την ’λωση, ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ονομάζει την πόλη "ελπίδα και
χαράν πάντων των Ελλήνων".

Δεν έχουν περάσει εκατό χρόνια από την ’λωση, και ο Αντώνιος Έπαρχος γράφει το μακρό του αρχαϊκό ποίημα "Θρήνος εις την Ελλάδος καταστροφήν". Σύγχρονός του είναι ο αρχηγός μισθοφόρων Θωμάς, ο οποίος προσφωνεί τους συμπατριώτες του που οδηγεί στην μάχη: "Ελλήνων γαρ εσμέν παίδες, και βαρβάρων σμήνος ου πτοούμεθα.""
Παρακάτω αναφέρεται στον σπουδαίο Φαναριώτη λόγιο Δ. Καταρτζή, ένα πνεύμα ικανό να αντιλαμβάνεται τα μηνύματα των νέων καιρών, χωρίς όμως να αποκόπτεται καθόλου από την παλαιά Φαναριώτικη παράδοση. Έτσι ο Καταρτζής το 1783 εξακολουθεί να προτιμά το όνομα "Ρωμιός" αντί του "Έλλην", καθώς, λέει, "όξ' απ' τους σπουδαίους μας οπού είπα, όλο το έθνος μας τώρα, όταν λεν Έλληνα, νοούνε ειδωλολάτρη. Πως είχαμε προγονούς τους Έλληνες τιμή μεγαλωτάτη, χωρίς να πρετεντέρουμε τ' όνομα". επισημαίνει όμως:
"Αφ' ου ένας Ρωμηός συλλογιστή μια φορά πως κατάγεται από τον Περικλέα, Θεμιστοκλέα και άλλους παρόμοιους Έλληνες, ή απ' τους συγγενείς του Θεοδοσίου, του Βελισαρίου, του Ναρσή, του Βουλγαροκτόνου, του Τζιμισκή, κ' άλλων τόσων μεγάλων Ρωμαίων, ή έλκει το γένος του από κανέναν άγιο, ή από κανέναν του συγγενή, πώς να μην αγαπά τους απογόνους εκείνων κ' αυτωνών των μεγάλων ανθρώπων; Πώς να μην τό 'χη χαρά του να δυστυχή σε τέτοια πολιτική κοινωνία που συναπαρτίζουν αυτοί; Πώς να μην πονή αιωνίως το έδαφος που τους ανάθρεψ' εκείνους κ' αυτουνούς; Και τραβώντας ασμένως τον δούλειο του ζυγό, πώς να μη βρέχη με δάκρυα τον τόπο που έβαψαν με το αίμα τους, εκείνοι για δόξα,κ' αυτοί για τη σωτηρία τους;

Όντας λοιπόν κ' εμείς οπωσούν ένα έθνος, κ' έχοντας πατρίδα φίλον
έδαφος..."(Βλ. και σελ. 443)

Το κατά καιρούς κατηγορηθέν Πατριαρχειο λέγει, επι τουρκοκρατίας,στον διεξαχθέντα διάλογο με τους Βρετανούς προτεστάντες:
"...πάλαι μεν Ελλήνων, νυν δε Γραικών και Νέων Ρωμαίων δια την Νέαν Ρώμην καλουμένων..."
Δηλ. οι Ρωμαίοι-Ρωμιοί-"Νέοι Ρωμαίοι" απόγονοι και συνέχεια των "πάλαι καλουμένων Ελλήνων", καλούμενοι σήμερα ούτως εκ της Νέας Ρώμης,όχι της Πρεσβυτέρας, δηλωτικό επομένως το όνομα της εξελληνίσεως της Ρώμης, της νίκης της Ελλάδος, και όχι της εκλατινίσεως της Ελλάδος, της νίκης της Ρώμης, και άρα κάθε άλλο παρά μειωτικό.

Ο Κοραής θα γράψει: "Η ματαιότης δ' αύτη (ότι κατάγονται από τους αρχαίους Έλληνες), η διαφορά της θρησκείας και των ηθών [...], ταύτα συνετέλεσαν ώστε μέγα μέρος του Έθνους να θεωρεί εαυτό πάντοτε αιχμάλωτον, ουδέποτε δε ως δούλον." ενώ ο G.P. Henderson επισημαίνει ότι "σε όλο το 17ο, το 18ο και στις αρχές του 19ου αι., οι Έλληνες
διετήρησαν το συναίσθημα της μοναδικότητός τους, και το γεγονός αυτό
είναι ο πιο θεμελιακός απ' όλους τους παράγοντες που έκαναν δυνατή την πνευματική τους αναγέννηση, η οποία προηγήθηκε της πολιτικής αναστάσεως της νέας Ελλάδος."
Παρατηρώντας την συνείδηση αυτή, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, της ιστορικής συνέχειας και της μοναδικότητος του Ελληνισμού, ο Κ. Παπαρρηγόπουλος θα γράψει ότι "το έθνος του 1821 ήταν το ίδιο και απαράλλαχτο με το έθνος του 1453".

Λέγει ο Κολοκοτρώνης στον Στρατηγό Hamilton:
"Εμείς, καπετάν ’μιλτον, δεν εκάμαμε ποτέ συμβιβασμό με τους Τούρκους. ’λλους έκοψαν, άλλους σκλάβωσαν με το σπαθί και άλλοι, καθώς εμείς, ζήσαμε ελεύθεροι από γενεά σε γενεά. Ο βασιλιάς μας εσκοτώθη,δεν έκαμε καμμιά συνθήκη με τους Τούρκους. Η φρουρά του είχε παντοτεινό πόλεμο με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήσαν ανυπόταχτα. Η φρουρά του είναι οι κλέφτες και τα φρούρια η Μάνη, το Σούλι και τα βουνά."

"Νεώτερο τεχνητό κατασκεύασμα" λοιπόν το Ελληνικόν Έθνος, η' αιώνιος, πάντοτε ζωντανός και ακμαίος, οργανισμός, φορεύς αξιών και δημιουργός πολιτισμού;


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
ΣΕΛΙΔΕΣ ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑΣ

Παρασκευή 18 Δεκεμβρίου 2015

ΤΟ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΤΟΧΙΚΟ ''ΔΑΝΕΙΟ'' ΣΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ ΤΟΥ

Γράφει ο Τάσος Μηνάς Ηλιαδάκης Μαθηματικός, Πολιτειολόγος, Δρ. Κοινωνιολογίας, καθηγητής Σχολής Εθνικής Ασφάλειας. 
Μέλος της Ελληνικής Επιτροπής στη διεθνή Συνδιάσκεψη για το χρυσό των Ναζί στο Λονδίνο το 1997, εισηγητής στην ελληνογερμανική διάσκεψη Δελφών το 1996 και στην Πανελλήνια Συνδιάσκεψη Αλεξανδρούπολης το 2005 για το Δημόσιο Χρέος.

Συγγραφέας του βιβλίου ''ΟΙ ΕΠΑΝΟΡΘΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΕΡΜΑΝΙΚΟ ΚΑΤΟΧΙΚΟ ΔΑΝΕΙΟ'' από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΠΕΛΑΣΓΟΣ : http://www.hellasbooks.gr/

Α. ΤΟ ΔΑΝΕΙΟ

Το Βερολίνο προκειμένου να αντιμετωπίσει τους στρατιωτικούς και στρατηγικούς του στόχους στην ευρύτερη ελληνική περιοχή, Λιβύη-Μ.Ανατολή-Βαλκάνια, είχε υποχρεώσει την Ελλάδα να κεφαλαιοδοτεί και να συντηρεί τα στρατεύματα που στάθμευαν σ'αυτήν και είχαν πεδίο δράσης την ευρύτερη περιοχή της.
Αυτά ήταν υπερπολλαπλάσια από εκείνα των στρατευμάτων κατοχής. Επιπλέον η Ελλάδα ανεφοδίαζε με τρόφιμα το μέτωπο της Λιβύης. Στόχος των στρατευμάτων αυτών ήταν τα πετρέλαια της Λιβύης-Μ. Ανατολής και η ενίσχυση της άμυνας των Βαλκανίων. Από τα τελευταία εξασφάλιζε στην πολεμική του βιομηχανία το 20% του αντιμονίου, το 50% των ορυκτελαίων, το 60% του βωξίτη και το 100% του νικελίου. Την ίδια στιγμή για τους συμμάχους η μοναδική πύλη των Βαλκανίων ήταν και παρέμενε η Ελλάδα. Λόγω αυτών, η γερμανική απαίτηση για υψηλή κεφαλαιοδότηση από την Ελλάδα ήταν ανελαστική και είχε προκαλέσει τις έντονες αντιδράσεις ακόμα και της κατοχικής κυβέρνησης Τσολάκογλου που απειλούσε με παραίτηση.Παράλληλα ο Μουσολίνι όπως και ο Γερμανός πληρεξούσιος για την Ελλάδα, Γκύντερ Αλτενμπουργκ πίεζαν το Βερολίνο να μειώσει τα έξοδα κατοχής για την Ελλάδα.
Το πρόβλημα των μοναδικά υπέρογκων δαπανών κατοχής συνόδευε η "παντός αγαθού" λεηλασία του τόπου, φυσικό επακόλουθο της οποίας ήταν ο λιμός. Ο Αλτενμπουργκ από τις πρώτες ημέρες προειδοποιούσε το Βερολίνο για τον επερχόμενο υποσιτισμό. Παράλληλα ο εκπρόσωπος του Βατικανού, νούτσιος Α. Ρονκάλι, ο μετέπειτα πάπας Ιωάνης ΚΓ', μετά από έρευνες του, διαπίστωνε τριπλασιασμό των θανάτων σε Αθήνα-Πειραιά λόγω λιμού τον χειμώνα 1941-42 και ο Γκαίμπελς σημείωνε στο ημερολόγιό του, "... η πείνα (στην Ελλάδα) έχει καταστεί ενδημική νόσος. Στους δρόμους της Αθήνας οι άνθρωποι πεθαίνουν κατά χιλιάδες από εξάντληση".


Το πρόβλημα του λιμού καθιστούσε οξύτερο το Λονδίνο που είχε κηρύξει την Ελλάδα σε επισιτιστική καραντίνα για να εξωθήσει τον ελληνικό πληθυσμό προς την αντίσταση. Η πείνα, η ανομία και τα φιλοαγγλικά αισθήματα γίνονταν τόσο απειλητικά που οι Γερμανοί δεν μπορούσαν να τα αγνοήσουν. Ο υποσιτισμός τους  απασχολούσε γιατί υποκινούσε λαϊκές αντιδράσεις και την αντίσταση. Έτσι οι Δυνάμεις Κατοχής οδηγήθηκαν σε μια αδήριτη πραγματικότητα δύο ανελαστικών και αντικρουομένων απαιτήσεων. Από τη μια η κεφαλαιοδότηση από την Ελλάδα τον στρατιωτικών επιχειρήσεων του άξονα στην ευρύτερη περιοχή της και από την άλλη η πείνα που οδηγούσε στην εξέγερση και στην αντίσταση. Για την αντιμετώπιση του προβλήματος οι Δυνάμεις Κατοχής, τον Οκτώβριο του 1941, θα στείλουν στην Ελλάδα οικονομικούς τεχνοκράτες, δίχως όμως κάποιο αποτέλεσμα. Στη συνέχεια το πρόβλημα θα απασχολήσει και θα λάβει οξύτατη μορφή στην ιταλογερμανική Δημοσιονομική Συνδιάσκεψη εμπειρογνωμόνων, από Ιανουάριο μέχρι Μάρτιο του 1942 στη Ρώμη. Η γερμανική επιμονή για υψηλή κεφαλαιοδότηση από την Ελλάδα οδηγούσε σε αδιέξοδο τη Διάσκεψη. Τότε ο Ιταλός τραπεζίτης και οικονομικός πληρεξούσιος της Ιταλίας στην Ελλάδα, Ντ'Αγκοστίνι, θα προτείνει τη λύση του δανείου. Δηλαδή οι πέρα από τις δαπάνες κατοχής αναλήψεις να χρεώνονται από την Ελλάδα ως δάνειο προς την Γερμανία και την Ιταλία.

Β. ΤΟ ΔΑΝΕΙΟ

Η σχετική δανειακή συμφωνία θα υπογραφεί στις 14.3.1942 από τους πληρεξούσιους της Γερμανίας και της Ιταλίας στην Ελλάδα, αντίστοιχα Άλτενμπουργκ και Γκίτζι. Η Ελλάδα δεν είχε προσκληθεί και δεν ήταν παρούσα. Στην Ελλάδα την ανακοίνωσε μετά από εννιά μέρες ο Άλτενμπουργκ με την ρηματική διακοίνωση 160/23.3.1942 και ο Γκίτζι με το σημείωμά του Νο4/6406/461/23. 3.1942.

Σύμφωνα μ'αυτήν:

• Η ελληνική κυβέρνηση υποχρεούται κατά μήνα να καταβάλλει έξοδα κατοχής 1,5 δισ. δρχ. (άρθρο 2).
• Οι αναλήψεις από την Τράπεζα της Ελλάδος (στο εξής ΤΕ), άνω του ποσού αυτού θα χρεώνονται στις κυβερνήσεις της Γερμανίας και της Ιταλίας ως άτοκο, σε δραχμές δάνειο της Ελλάδας προς αυτές (άρθρο 3).
• Η επιστροφή του δανείου θα γινόταν αργότερα (αρθ. 4).
• Η συμφωνία είχε αναδρομική ισχύ από 1.1.1942 (άρθρ. 5).
Η δανειακή σύμβαση αποτελούσε μια συμφωνία μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας που επιβαλλόταν στην Ελλάδα υποχρεωτικά εκτελεστή (αναγκαστική). Οι δανειακές αναλήψεις θα είχαν την μορφή μηνιαίων προκαταβολών, το ύψος και η διάρκεια των οποίων δεν προσδιοριζόταν. Επίσης δεν προσδιοριζόταν πότε θα άρχιζε η εξόφληση του, ενώ προσδιοριζόταν ότι ήταν άτοκο και σε δραχμές.

Με το εμπιστευτικό έγγραφο 409/2.4.1942 ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών έδινε εντολή στην ΤΕ να συμμορφωθεί με τη ρηματική διακοίνωση του Αλτενμπουργκ και να αρχίσει να καταβάλει τις δανειακές προκαταβολές. Την αρχική αυτή αναγκαστική σύμβαση ακολούθησαν τρεις τροποποιήσεις με κοινή βούληση των συμβαλλομένων. Αυτές μετατρέπουν την αρχική αναγκαστική σύμβαση σε συμβατική.

Δηλαδή το δάνειο παύει να είναι αναγκαστικό και μεταπίπτει σε κοινό συμβατικό δάνειο. Με την πρώτη τροποποίηση (2.12.1942) ορίζεται ότι τα δανειακά ποσά είναι αναπροσαρμοζόμενα και θα αρχίσουν να επιστρέφονται από τον Απρίλιο του 1943 (άρθρο β, παράγραφοι 2 και 3). Μάλιστα κατέβαλαν και δύο εξοφλητικές δόσεις του δανείου και στη συνέχεια σταμάτησαν την επιστροφή του, οπότε μεταπίπτει σε έντοκο λόγω υπερημερίας. Δηλαδή το δάνειο είχε μετατραπεί σε σταθερού νομίσματος και έντοκο.

Το ύψος του δανείου κατά την ΤΕ ανέρχεται (δίχως τους τόκους) σε 227.940.201 εκ. δολ. το 1944 και κατά τον Αλτενμπουργκ 400 εκ. μετακατοχικά μάρκα. Με τις αναπροσαρμογές και τους τόκους ανέρχεται σε κάποιες δεκάδες δισ. ευρώ. Επομένως το κατοχικό δάνειο είναι συμβατικό και όχι αναγκαστικό, σταθερού νομίσματος και από τον Απρίλιο του 1943 έντοκο. Αποτελεί συμβατική υποχρέωση της Γερμανίας έναντι της Ελλάδας και όχι επανορθωτική. Ως τέτοια δεν εντάσσεται στη συμφωνία του Λονδίνου 1953 που αναστέλει την καταβολή των επανορθώσεων και αποζημιώσεων.

Γ. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΤΟΥ ΔΑΝΕΙΟΥ


Η Ελλάδα στη διάσκεψη των επανορθώσεων του 1945, στη διάσκεψη των Παρισίων το 1946 και στη διάσκεψη των ΥΠΕΞ των τεσσάρων Μ.Δ. το Νοέμβριο του 1947, διαχώρισε το κατοχικό δάνειο από τις επανορθώσεις και ζητούσε την επιστροφή του. Η Ελλάδα ουδέποτε έπαψε να διεκδικεί το κατοχικό δάνειο.
• Το 1964 με τον Αγγελόπουλο, ως εκπρόσωπο της ελληνικής κυβέρνησης.
• Το 1965 με τον Α. Παπανδρέου.
• Στις ελληνογερμανικές συνομιλίες στην Αθήνα το 1966. Τότε η Γερμανία πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι του δανείου είχε παραιτηθεί εγγράφως ο Κ. Καραμανλής. Στη συνέχεια το μετέτρεψε σε προφορική παραίτηση Καραμανλή, πράγμα που διέψευσε ο Κ. Καραμανλής. Τέλος με τη ρηματική της διακοίνωση στις 31.3.1967, η Γερμανία δεχόταν ότι δεν υπήρξε παραίτηση Καραμανλή.
• Το 1974 το ανακίνησε ο Ζολώτας.
• Στις 18.4.1991 το έθεσε ανεπίσημα και προφορικά ο τότε ΥΠΕΞ Α. Σαμαράς στο Γερμανό ομόλογό του
• Στις 14.11.1995 το έθεσε η Ελλάδα με ρηματική διακοίνωση.


Η Γερμανία σταθερά το απορρίπτει, με τα επιχειρήματα:

• Το δάνειο εντάσσεται στη συμφωνία του Λονδίνου.
• Από το δάνειο παραιτήθηκε ο Κ. Καραμανλής. Το επανέλαβε και μετά το 1990 παρά τη ρηματική διακοίνωση του Μαρτίου 1967.
• Ύστερα από 50 χρόνια δεν μπορεί να εγείρονται τέτοιες απαιτήσεις. (Η Ελλάδα το διεκδικεί από το 1945).

Το μόνο που δηλώνουν αυτά τα επιχειρήματα είναι έλλειψη επιχειρημάτων. Μετά την ενοποίηση της Γερμανίας το 1990 έχει εκλείψει και το τυπικό επιχείρημα που θα μπορούσε να προβληθεί, εκείνο του χωρισμού της Γερμανίας. Επομένως είναι άμεσα διεκδικήσιμο και πολιτικά και συμβατικά (νομικά). Μπορεί να το διεκδικήσει η ελληνική κυβέρνηση, η Τράπεζα της Ελλάδος ή οποιοσδήποτε μέτοχος της (πάνω ενός ορίου μετοχών), όπως και ο ελληνικός λαός μέσω των συντεταγμένων πολιτειακών θεσμών του.

Τέλος την ελληνική διεκδίκηση ενισχύει το προηγούμενο της Γιουγκοσλαβίας και της Πολωνίας στις οποίες η ναζιστική Γερμανία είχε επιβάλλει παρόμοια κατοχικά δάνεια και τα οποία μετακατοχικά η τότε Δ.Γερμανία επέστρεψε (αντίστοιχα το 1956 και 1971). Η σημερινή Γερμανία δεν πρέπει να ξεχνά ότι δανείσθηκε από το ελληνικό κράτος κατά παράβαση του άρθρου 49 της σύμβασης της Χάγης του 1909 και το οποίο ισχύει και σήμερα. Δανείσθηκε από ένα κράτος που η ίδια η ναζιστική Γερμανία είχε χαρακτηρίσει ακατάλυτο και ότι οι ναζί όχι μόνο δεν αμφισβήτησαν ουδέποτε το δάνειο αλλά και άρχισαν την αποπληρωμή του, ενώ και ο καγκελάριος Ερχαρντ, το 1964, είχε δεσμευθεί για την επιστροφή του μετά την επανένωση της Γερμανίας.

Η Γερμανία δεν πρέπει να ξεχνά ότι η γερμανική κατοχή είναι υπόλογος για το οικονομικό ελληνικό ολοκαύτωμα της περιόδου 1940-44. Ενδεικτικά και μόνο είναι υπόλογος για το ότι στην Ελλάδα ο πληθωρισμός αυξήθηκε 15,3 εκατομμύρια φορές και ότι μόνο την Ελλάδα υποχρέωσε η τότε Γερμανία να της καταβάλει πολεμικές αποζημιώσεις.

Αυτό το ολοκαύτωμα το αναγνώρισαν οι Ιταλοί: "Η Ελλάδα είναι στημένη σαν λεμόνι", έλεγε ο Γκίτζι.
Αποκορύφωμα ο Μουσολίνι, που έλεγε ότι  "... οι Γερμανοί άρπαξαν από τους Έλληνες ακόμα και τα κορδόνια των παπουτσιών τους...".
Αλλά και ο Γερμανός Υπ. Οικονομίας, Φουνκ, τον Ιούνιο του 1943 έγραφε σε άρθρο του ότι, "η Ελλάς δοκίμασε τα δεινά του πολέμου, όπως ίσως καμία άλλη χώρα της Ευρώπης".

Για την επανόρθωση η Ελλάδα θα χρειαζόταν 33 φορές το εθνικό εισόδημα του 1946. Αυτό μετακατοχικά η Ελλάδα θα το αναζητούσε στον εξωτερικό δανεισμό. Από την άλλη πλευρά αυτή που αμφισβητεί και αρνείται την επιστροφή του κατοχικού δανείου είναι η μετά το 1990 ενωμένη και δημοκρατική Γερμανία. Αυτή όμως η συμπεριφορά, εκτός των άλλων, πλήττει βάναυσα τα μετακατοχικά φιλογερμανικά αισθήματα, όπως τα χαρακτήρισε ο καγκελάριος Κολ, του ελληνικού λαού και γι' αυτό ακέραια την ευθύνη φέρει η γερμανική κυβέρνηση.

Πηγές:
1. National Archires, Waschington, DC: Τ. 120/2481/Ε259713-715, "Promemoria", 23.9.1942 και Τ-120/166/81370- 5,Altenburg-Berlin, 4.9.42).
2. Σωτ. Γκοτζαμάνης, κατοχικό δάνειο και δαπάναι κατοχής, Θεσ/κη 1954, σ. 5 Γ. Τσολάκογλου, Απομνημονεύματα, Αθήνα 1950, σ. 210, 212, 215, 218, 219, 234. Κ. Λογοθετόπουλος, Ιδού η αλήθεια, Αθήνα 1948, σ. 49.
3. National Archives, ο.π.
4. Τ. Ηλιαδάκης, Οι επανορθώσεις και το γερματικό κατοχικό δάνειο, εκδ. Δετοράκη, Αθήνα 1997, σ. 83-101.
5. Ηλιαδάκης, σ. 111 Heinz Richter, Δύο επαναστάσεις και αντεπαναστάσεις στην Ελλάδα, Εξάντας Αθήνα, 1975 σ. 155, 157.
6. Ηλιαδάκης ο.π.
7. Χ. Φλάισερ, Στέμμα και Σβάστικα, Παπαζήσης, Αθήνα (χ.χ.), Τ1, σ. 194.
8. W. Medlicott, The economic Blockade, Λονδίνο, 1959, Τ2, σ. 254. Η. Βενέζης, Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός, Εστία, Αθήνα, 1981, σ. 113.
9. Richter, Τ. σ. 155 σημείωση, 255, 257.
10. Γκοτζαμάνης, σ. 2 Τσολάκογλου, σ. 208-210.
11. Αρχεία ΥΠΕΞ, έκθεση Λαμπρούκου, σ. 9-11. Λογοθετόπουλος, σ. 48, Τσολάκογλου, σ. 211, Γκοτζαμάνης, σ. 3, 23, 24, 31. Α. Αγγελόπουλος, Οικονομικά Τ.Α., Παπαζήσης, Αθήνα 1974, σ. 142, 167, 179, 190, 191.
12. Τη δανειακή σύμβαση βλέπε• Ηλιαδάκης, σ. 297.
13. Αρχεία ΤΕ, φάκελος κατοχικού δανείου, σημείωμα Ι. Πασσιά και το έγγραφο 409/2.4.1942.
14. Αρχεία ΤΕ, φάκελος κατοχικού δανείου, σημείωμα Ι. Πασσιά, σ. 4.
15. Β. Μαθιόπουλος, "400 εκ. μάρκα μας χρωστά η Βόνη", Βήμα, 2.6.1991.
16. Ηλιαδάκης, σ. 158, 164, 171.
17. Ηλιαδάκης, σ. 200, 202, 203-205 Αγγελόπουλος, Οικονομικά, Τ. σ. 201-205, 209. Βήμα 18.10.1966, σ. 7 έκθεση Α. Παπανδρέου και επιστολή Κάιζερ, σ.9, Πρακτικά Βουλής 28.5.1991 αγόρευση Α. Παπανδρέου.
18. Ηλιαδάκης, σ. 212-213.
19. Mark Mazower, Στην Ελλάδα του Χίτλερ, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1994, σ. 93.
20. G. Ciano, tagebucher 1939-1943 Βern 1946, σ. 353.
21. Γερμανοελληνικά Οικονομικά Νέα, Ιούνιος 1943, σ. 2.




ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
ΘΕΜΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Τετάρτη 25 Νοεμβρίου 2015

13 ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΙΩΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΖΩΗ, ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ, ΤΗΝ ΞΕΝΟΜΑΝΙΑ, ΤΗΝ ΝΙΚΗ, ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟ

 
Δεν τους χρειάζομαι τους ανθρώπους των λεγόμενων «νέων ιδεών». Ανθρώπους νέων χαρακτήρων και νέας υγείας μπορείτε να μου φτιάσετε; Αυτό θέλω. Οι ιδέες πάντα θα έρχονται, είτε νέες είτε παλιές. Ο άνθρωπος πάντα ιδέες θα σκαρώνει, μη φοβάστε. Και δεν έχει σημασία αν είναι νέες ή παλιές. Θα είναι πάντα νέες αν προέρχονται από ανθρώπους υγιεινούς και με χαραχτήρα. Οι ιδέες είναι η αντανάκλαση της ζωής, της κάθε κατάστασης τους ανθρώπου, σα μια αίγλη γύρω από τον άνθρωπο, μια φωτοβολή που απ’ αυτόν βγαίνει.
Ημερολόγιο, Βερολίνο, Μάης 1914. Φύλλα ημερολογίου Ε΄ (1913-1917). Ερμής, 1986. 68.

Εκείνο που με συνδέει μ’ έναν τόπο δεν είναι το καλοκαίρι, είναι ο χειμώνας, και με τους ανθρώπους, οι λύπες της αγάπης.
Ημερολόγιο, 10 Ιουνίου 1919. Φύλλα ημερολογίου ΣΤ΄ (1918-1920). Ερμής, 1987. 96. 

Η νίκη καθίζει στον κόσμο, σαν αποτέλεσμα, την ιδέα της. Πρώτα του επιβάλλει την ηθική της θεωρία, που απ’ αυτήν έπειτα και άλλες ξεφυτρώνουν ιδέες και θεωρίες αμέτρητες και ανωφέλευτες κα γίνονται η κληρονομία των ανθρώπων, γιατί η ζωή είναι αγνή και παρθένα από θεωρίες, μονάχα ο άνθρωπος με τις νίκες και τις ήττες του βρέθηκε να τις ανακαλύψει για να περνά τον καιρό του.
«Η νίκη». Σαμοθράκη, 1909. Έκδ. «Νέα Ζωή» Αλεξανδρείας, 1926. 55.


Σαν τα άτομα και οι φυλές των ανθρώπων. Νικώντας μια γίνεται ελεύτερη και δημιουργεί αρχιτεκτονικές, πυργοποιίες και θεωρίες και χαίρεται με την ελευτεριά της και με τα καμώματά της, ώσπου ξεπέφτει αγάλι-αγάλι, ξεθυμαίνει, πετρώνει, κρυσταλλώνεται και σκλαβώνεται πια στις θεωρίες, που η ίδια έχει πλάσει. Και φεύγει πάλε η νίκη και φτερουγίζει και πάει αλλού.
«Η νίκη». Σαμοθράκη, 1909. Έκδ. «Νέα Ζωή» Αλεξανδρείας, 1926. 56.

Άνθρωπος είναι εκείνος που έχει οικογενειακή ανατροφή, είτε σε πολιτεία ανατράφηκε είτε σε χωριό, είτε ξέρει γράμματα είτε δεν ξέρει. Άνθρωπος είναι εκείνος που παίρνει τη δουλειά του πατέρα του και την καλυτερεύει.
Κοινότης, έθνος και κράτος, 1923. 10.

Ο άνθρωπος του κάθε τόπου, εκείνος και καλύτερα μπορεί να φροντίζει για τον τόπο του, γιατί εκείνος και πιο κοντά είναι και κάθε μέρα τον βλέπει, δηλαδή τον ξέρει καλύτερα από κάθε άλλον και τον πονεί περισσότερο.
Κοινότης, έθνος και κράτος. Γνώμαι του Ίωνος Δραγούμη 1907-1919, 1923. 11. 

Του Ρωμιού δεν του λείπει η αξιοσύνη να κυβερνιέται πολιτικά ο ίδιος, μα πρέπει μονάχα πρώτα να νιώσει με τι τρόπο έζησαν και ζουν οι Έλληνες στον κόσμο, ποιος κοινωνικός οργανισμός τούς βαστά. Οι Έλληνες ζουν πάντα σε κοινά ιδιοκυβέρνητα. Λοιπόν ο Έλληνας ή οι Έλληνες που θα κυβερνήσουν πολιτικά τους Έλληνες πρέπει όχι να καταστρέψουν τα κοινά αυτά, παρά να τα αφήσουν, να τα περιποιηθούν, να τα μεταχειρίζονται, να τα εκμεταλλεύονται πολιτικά. Μ’ άλλα λόγια είναι ανάγκη να κάνουν ίσα ίσα το αντίθετο από κείνο που έκανε ως τώρα το Ελλαδικό κράτος.
Κοινότης, έθνος και κράτος. Γνώμαι του Ίωνος Δραγούμη 1907-1919, 1923. 19.

Δύο παράδοσες μας κληροδότησε ο βυζαντινός πολιτισμός, μια τη σχολαστική λογιότατη και μια τη λαϊκή δημοτική. Αυτή η δεύτερη παράδοση είναι ο εσωτερικότερος και γνησιότερος κρίκος που μας συνεδένει με τους παλιότερους ελληνικούς πολιτισμούς όλους. Η άλλη μόνο φαινομενικά και εξωτερικά μάς θυμίζει τον αρχαίο ελληνικό και τον ελληνιστικό πολιτισμό και βαστάει ακόμα μερικά ξώφλοια της ψυχής μας, επειδή κολλήθηκε κιόλα του χριστιανισμού, που είναι η θρησκεία του βυζαντινού καιρού και η δική μας ίσαμε τώρα. Η λογιότατη παράδοση είναι το τελευταίο φανερό απομεινάρι του βυζαντινού πολιτισμού, σαν ένα ξερό φύλλο που δεν έπεσε ακόμα από το δέντρο. Ο χυμός του δέντρου είναι η δημοτική παράδοση. [...] Είναι σαν ένα ζεστό ρεύμα ζωής, που περνά αιώνες τώρα στα κατάβαθα της ψυχής των Ελλήνων και βαστά με την αιώνια ροή του την ενότητα ή ομοιότητα της μορφής της.
«Νεοελληνικός πολιτισμός». Ο Ελληνισμός μου και οι Έλληνες (1903-1909). Ελληνικός πολιτισμός (1913). 1927. 189.

Η μουσική του τόπου σου συμπυκνώνει όλα τα αισθήματα της φυλής σου και, σαν την ακούς, ξυπνάει μέσα σου όλος ο Ελληνισμός και βράζει και σε αναστατώνει. Τα τραγούδια τα ελληνικά δυναμώνουν την ελληνική ψυχή σου και τη συνθέτουν, αφού την αναλύσουν πρώτα σε μύρια φώτα, πλούτη και χρώματα.
«Νεοελληνικός πολιτισμός». Ο Ελληνισμός μου και οι Έλληνες (1903-1909). Ελληνικός πολιτισμός (1913). 1927. 222.

Γιατί να πασκίζουν να μιμηθούν ξένα μοντέλα κα ξένες τεχνοτροπίες; Γιατί να θέλουν και καλά να κοιτάζουν με ξένα μάτια, όταν είναι τόσο εύκολο τα δικά τους μάτια να ανοίξουν ορθάνοιχτα και να κοιτάξουν γύρω; Θάβρουν ό,τι θέλουν, φτάνει να προσέξουν, και, άμα αισθανθούν τα πράγματα που βλέπουν, θα τα εκφράσουν με το πινέλο τους καλύτερα από κάθε ξένο.
«Νεοελληνικός πολιτισμός». Ο Ελληνισμός μου και οι Έλληνες (1903-1909). Ελληνικός πολιτισμός (1913). 1927. 224.

Το κράτος χρησιμεύει διά την αυτοσυντηρησίαν της φυλής, που είναι απείρως πολυτιμοτέρα από την απλήν αυτοσυντηρησίαν του κράτους. Διότι τα κράτη δεν δημιουργούν τίποτε, μόνον συντηρούν και υποβοηθούν, τα έθνη όμως δημιουργούν πολιτισμούς.
 «Προγραμματικοί πολιτικοί στοχασμοί», Πολιτική Επιθεώρησις, 1916. Θ. Παπακωνσταντίνου (επιμ.), Ίων Δραγούμης και πολιτική πεζογραφία. Βασική Βιβλιοθήκη, 39. Εκδοτ. οίκος Ιωάννου Ν. Ζαχαροπούλου, 1957. 90. 

Άλλη αθανασία ψυχής δεν υπάρχει παρά τα παιδιά, είτε πραγματικά, από σάρκα και κόκκαλα, είτε πνευματικά από ιδέες.
Σταμάτημα, 1917. Θ. Παπακωνσταντίνου (επιμ.), Ίων Δραγούμης και πολιτική πεζογραφία. Βασική Βιβλιοθήκη, 39. Εκδοτ. οίκος Ιωάννου Ν. Ζαχαροπούλου, 1957. ιε΄.

Οι ιδέες πρέπει να συμφωνούν με τα πράματα, και για να συμφωνούν πρέπει να βγαίνουν απ’ αυτά.
«Στρατός και άλλα» (1909). Ίων Δραγούμης, 10 άρθρα του στο «Νουμά», Έκδοση «Τύπου», [1920]. 73.

''Σιχαίνομαι τη φρονιμάδα σου. Αν μπορούσα να καταστρέψω μονος μου το κρατος το Ελληνικό θα το έκανα αμεσως. Τι χρησιμεύει ενα κράτος Ελληνικό που αντί κάθε άλλη εξωτερική πολιτική διορίζει προξένους στην Ανατολή και πρεσβεις στη Δυση και τους ξεπροβαδίζει με την μονάκριβη ευχή και οδηγία ''προσέχετε να μην γεννάτε ζητήματα'', Αν το κράτος δεν νοιώθει τι μπορεί και τι πρέπει να κάνει, δεν αξίζει να ζει.
Έχουμε δυνάμεις αμέρητες και στην Μακεδονία και στην Θράκη και σε όλη την Ανατολή. Και αν το κράτος δεν τις ξερει, δεν θα πει πως πρέπει να μην τις ξέρω και εγώ. Και αν το κράτος τις αφήνει κρυμμένες ή σκόρπιες και δεν θέλει να τις περιμαζέψει, δεν είναι λόγος να μην τις περιμαζέψω εγώ, ή τουλάχιστον να προσπαθήσω. Ναι εσύ θα σώσεις το ρωμέικο, ω φρόνιμε. Ο καθένας πρέπει να ξέρει ότι σε αυτόν έλαχε να σώσει το έθνος του, έτσι θα προσπαθήσουν πολλοί και θα το σώσει όποιος μπορέσει.
Και αλήθεια να ήταν πως ούτε έναν Ελληνα δεν βρίσκεις στην Μακεδονία, πρεπει να ειναι Ελληνική η Μακεδονία. Άλλα κράτη αρπάζουν πολιτείες και χώρες και εμείς, και εκείνα που είναι δικά μας, και εκείνα δεν κρατούμε. Σκιαζόμαστε μην μας πουν οι Ευρωπαίοι πως δεν είναι δικά μας. Με ντροπή μας μεγάλη και δειλά-δειλά ξεστομίζουμε πως έχουμε κάποια επιρροή στην Μακεδονία , γιατί τι θα πει η κοινή γνώμη αν μας ακούσει;
Αφού οι βουλγαροι την έχουν στο μάτι την Μακεδονία και φωνάζουν και την θέλουν δική τους, ταιριάζει να μην την θέλουμε εμείς; Δεν με μέλει αν βάλω σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση, μια κυβέρνηση που δεν την σέβομαι, δεν είμαι καμωμένος για την κυβέρνηση η για το κράτος, έγινα για το έθνος, και το ξέρω επειδή γι' αυτό ίσα-ίσα πονώ. Για την κυβέρνηση μου έρχεται σιχαμός και καταφρόνια, άμα συλλογίζομαι την κυβέρνηση ξεπέφτω, μαργώνω και μαραίνομαι.
Σηκώνομαι, ξανοίγω και ανθοβολώ άμα νοιώθω τον Ελληνισμό. Σε όποια γωνιά του Ελληνισμού και αν βρεθώ, θα πασχίζω πάντα να δυναμώνω, να ξυπνώ, να ζωντανεύω την ψυχή του, και ας γίνει οτι γίνει. Ξυπνώ καθε ύπνο, κεντρίζω καθε βαρεμό, συνδαυλίζω κάθε στάχτη, ξεσκεπάζω καθε σπίθα κρυμμένη και ανάβω κάθε φωτιά σβησμένη, βγάζω κάθε πνοή κουρασμένη και παίζω κάθε χορδή σιωπηλή. Ξυπνώ, ξυπνώ, ξυπνώ . ''

ΙΩΝ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
ΘΕΜΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

ΠΕΡΙ ΕΘΝΟΥΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Αφορμή για το παρόν άρθρο απετέλεσε ανάρτηση ιστοσελίδας περιέχουσα αποσπάσματα τηλεοπτικών εκπομπών http://exomatiakaivlepo.blogspot.com/2012/02/blog-post_05.html
στα οποία διαφαίνεται προσπάθεια να πεισθούν οι τηλεθεατές για την ανάγκη επαναπροσδιορισμού των ιστορικών γεγονότων του Ελληνικού Έθνους και κατ’ επέκταση την ανάγκη αναθεώρησης των εννοιών Έθνος  – Κράτος  - Ιστορία από την μέχρι τώρα ισχύουσα συμπαγή θεώρηση προς κάτι ευρύτερο – αόριστο – γενικευμένο – σύγχρονο (sic!). 
Θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν η χρονική συγκυρία εκδήλωσης σε μια περίοδο που η Ελλάδα βάλλεται πανταχόθεν και ποικιλοτρόπως (οικονομικά – πολιτικά – πολιτιστικά – πολιτισμικά). 
Κατ’ αρχάς είναι χρήσιμο να αναφερθούν τέσσερις ορισμοί οι οποίοι επιλύουν τυχόν παρανοήσεις, ή παρερμηνείες ως προς την ετυμολογία - νόημα των λέξεων: 
ιστορία η [istoría] Ο25 : I1. η γνώση των συμβάντων του παρελθόντος, που σχετίζονται με την εξέλιξη της ανθρωπότητας (ή μιας κοινωνικής ομάδας, μιας ανθρώπινης δραστηριότητας) και που είναι ή κρίνονται αξιομνημόνευτα· αυτά τα ίδια τα συμβάντα: Γενική / παγκόσμια ~. H ~ ενός έθνους / ενός λαού / μιας περιόδου / μιας εποχής. H ~ του ελληνικού έθνους. H ~ της αρχαίας Ελλάδας. Μεσαιωνική ~. Πολιτική / κοινωνική / οικονομική ~. ~ της Φιλοσοφίας / της Τέχνης / των θρησκευμάτων. || Ιερά ~. 2. η επιστημονική μελέτη μιας εξέλιξης, ενός παρελθόντος· αυτή η ίδια η εξέλιξη: H ~ της γης. 3. το σύνολο των γνώσεων που αναφέρονται στο παρελθόν και στην εξέλιξη της ανθρωπότητας· η επιστήμη και η μέθοδος που μας επιτρέπει να αποκτήσουμε αυτές τις γνώσεις· η εξέλιξη του ανθρώπου ως αντικείμενο μελέτης: Πηγές / ντοκουμέντα / μέθοδοι της ιστορίας. Καθηγητής της ιστορίας. 4. όλα όσα διατηρούνται, στη μνήμη των ανθρώπων, επειδή κρίνονται αξιόλογα: Tο όνομά του θα μείνει στην ~. ΦΡ γράφω ~, για κπ. που θα τον θυμούνται οι μεταγενέστεροι λόγω του αξιόλογου έργου του. κάποιος ή κτ. παίρνει τη θέση* του στην ~.
Πηγή: Λεξικό Τριανταφυλλίδη http://www.greek-language.gr
έθνος το [éθnos] Ο46 : σύνολο ανθρώπων που διακρίνεται και θέλει να διακρίνεται ως τέτοιο με βάση μια μακρόχρονη συνοίκηση στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, μια κοινή ιστορική και πολιτιστική εξέλιξη, μια (υποθετική ή πραγματική) φυλετική ομοιογένεια· (πρβ. εθνότητα, λαός, γένος, φυλή): Γαλλικό / γερμανικό / αμερικανικό ~. Tο ~ των Ελλήνων. H ιστορία / οι παραδόσεις / η γλώσσα / ο πολιτισμός / το παρελθόν / το μέλλον ενός έθνους. Τα ιδεώδη / τα ιδανικά / τα οράματα ενός έθνους. H ελευθερία / η ανεξαρτησία / οι αγώνες ενός έθνους. H πνευματική / η πολιτική ηγεσία του έθνους.
Πηγή: Λεξικό Τριανταφυλλίδη http://www.greek-language.gr
έθνος το· έθνο. α) Λαός, έθνος: (Διγ. Z 1798)· β) πλήθος ανθρώπων, κόσμος: Εξαύτες τες δύο μερές εσέβαιναν τα έθνη (Θησ. Ζ´ [1155]). 2) (Πληθ.) αλλόθρησκοι, εθνικοί, ειδωλολάτρες: τα είδωλα, … των έθνων (Χρον. Μορ. H 783). [αρχ. ουσ. έθνος. Η λ. και σήμ.]
Πηγή: Λεξικό Κριαρά http://www.greek-language.gr
κράτος το [krátos] Ο46 : 1α. η ανώτατη πολιτική εξουσία, η οποία, οργανωμένη σε νομικό πρόσωπο, ασκείται σ΄ ένα σύνολο ανθρώπων εγκατεστημένων μόνιμα σε μια συγκεκριμένη χώρα: Ο αρχηγός του κράτους. Σχέσεις κράτους και εκκλησίας. H επιχείρηση περιήλθε στο ~. Tο ελληνικό ~ έκανε προσφυγή στον ΟHΕ. Tα Γενικά Aρχεία του Kράτους. Kατάλυση του κράτους. Εθνικό ~. Ομόσπονδο ~. Πόλη* ~. || ~ δικαίου. ~ πρόνοιας*. Aστυνομικό* ~. (έκφρ.) ~ εν κράτει, η αυτονομία την οποία αποκτά ένα πρόσωπο ή μία ομάδα, πέρα από τα καθορισμένα και επιτρεπτά όρια της κυβερνητικής δραστηριότητας. β. η γεωγραφική έκταση στην οποία ισχύει η εξουσία ορισμένου κράτους· επικράτεια: Tα όρια του ελληνικού κράτους. 2. (λόγ.) η εξουσία, η κυριαρχία: Ο Xριστός κατέλυσε το ~ του θανάτου. (έκφρ.) υπό το ~: Yπό το ~ του φόβου / του πανικού / της μέθης. κατά ~, ολοκληρωτικά, ολοσχερώς: Hττήθηκαν κατά ~. κρατίδιο το YΠΟKΟΡ στη σημ. 1.
Πηγή: Λεξικό Τριανταφυλλίδη http://www.greek-language.gr
Οι προαναφερόμενοι ορισμοί αφορούν στην επιστημονική τεκμηρίωση των υπό αμφισβήτηση εννοιών και κάθε περαιτέρω ανάλυση θεωρείται περιττή. Εξάλλου…….σοφόν το σαφές (Ευριπίδης 480-404 πΧ).
Η ιστορία μεταξύ άλλων καταγράφει γεγονότα που διαμόρφωσαν την μέχρι τούδε εξέλιξη του Έθνους αποτελώντας τρόπον τινά «ληξιαρχείο» αυτού. Κατά συνέπεια δεν επιδέχεται ερμηνείας (κατά το δοκούν) και ακόμη περισσότερο παρερμηνείας, συνεπώς κάθε παρόμοια προσπάθεια δεν θεωρείται «έρευνα» αλλά «κοινωνικός σχολιασμός». 
Οι νεωτερισμός  – προοδευτικότητα δεν μπορούν να επηρεάσουν την Ιστορία, δια τον απλούστατο λόγο, ότι σε περίπτωση που διαπιστωθούν τέτοιου είδους φαινόμενα (νεωτερισμού  – προοδευτικότητας) σε κάποιον τομέα (επιστημονικό, στρατιωτικό, λογοτεχνικό, πολιτιστικό, κ.λ.π) τα αναδεικνύει η ίδια η Ιστορία (…………χωρίς ίχνος μικροψυχίας). Εν ολίγοις τα εν λόγω φαινόμενα τα καταγράφει η ιστορία και δεν γράφουν αυτά ιστορία. 
Η Ιστορία δεν αλλάζει και δεν ξαναγράφεται (ο γέγονε, γέγονε), αντιθέτως συμπληρώνεται ……………….εξάλλου όταν εκδοθεί ένα βιβλίο παραμένει ως έχει το μόνο που μπορεί να προστεθεί σε αυτό είναι προσθήκες. 
Η Ιστορία δεν είναι άψυχη, καταγράφει τα πάντα……….πρόσωπα, πολέμους, ανακαλύψεις, επιτεύγματα, έργα, συναισθήματα……………..αμφισβητήσεις και τα αποδίδει αυτούσια μη εξαιρουμένων των επιπτώσεων (θετικών ή αρνητικών). Οι ψυχρές και υπολογιστικές προσεγγίσεις ουδεμία χροιά προσφοράς έχουν παρά μόνον παραποίησης και διαστρέβλωσης.
Το αποτέλεσμα στην προσπάθεια πειθούς των Ελλήνων περί επαναπροσδιορισμού – συσχετισμού των εννοιών Έθνος & Ιστορία δίδεται «λακωνικά» από τον επιφανέστερο κωμωδιογράφο:
 Ου με πείσεις, καν με πείσεις. Αριστοφάνης (445-386 πΧ).
 Ειδικότερα για την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης 1821, είναι χρήσιμη η κάτωθι αναφορά στον Κων/νο Παπαρρηγόπουλο ως προς τη χρήση της λέξης Έθνος:
 Η εν έτει 1821 αρξαμένη επανάστασις υπήρξεν ομολογουμένως το καθολικότερον όλων των κατά της οσμανικής κυριαρχίας επαναστατικών κινημάτων όσα εν τω προηγουμένω βιβλίω ιστορήσαμεν. Τούτο δε ου μόνον ένεκα της προαχθείσης δια του χρόνου υλικής και ηθικής του Έθνους δυνάμεως…………….    
Πηγή: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους 6η έκδοση έτος 1930  τόμος 6 μέρος Α σελ. 5
_______________________________________________
Εν κατακλείδι……………
Όταν επιχειρούμε να αμφισβητήσουμε τα γεγονότα, προβάλουμε επιχειρήματα, τεκμηριωμένα και αδιαμφισβήτητα. Οι μακροσκελείς αναφορές, οι υποθέσεις, οι εκτιμήσεις, οι αναγωγές, οι ρητορείες δεν αποτελούν αποδείξεις και φυσικά δεν πείθουν……
Χωρὶς ἀρετὴ καὶ πόνο εἰς τὴν πατρίδα καὶ πίστη εἰς τὴν θρησκεία τους ἔθνη δὲν ὑπάρχουν.
Καὶ προσοχὴ νὰ μὴν τοὺς ἀπατάγη ἡ ῾διοτέλεια.

Καὶ ἂν σκοντάψουν, τότε εἰς τὸν κρεμνὸν θὰ πηγαίνουν, καθὼς τὸ πάθαμεν ἐμεῖς.

Ὅλο εἰς τὸν κρεμνὸν κυλάμεν κάθε ῾μέρα…

                                                                                                         Μακρυγιάννης

http://chilonas.wordpress.com/2012/02/07/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF-%CE%AD%CE%B8%CE%BD%CE%BF%CF%85%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82/#more-552


Type rest of the post here

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΝΟΗΜΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟ

Mιὰ ὑπέροχη, καὶ ἱστορική, διάλεξι τοῦ μεγάλου φιλοσόφου, ἀκαδημαϊκοῦ καὶ πολιτικοῦ μας Παναγιώτη Κανελλόπουλου, στὸ Παγκύπριο Γυμνάσιο Κύπρου, τὸν Σεπτέμβριο τοῦ 1966. Προσκεκλημένος στὴν ἡρωικὴ Μεγαλόνησο ὁ Ἕλλην ἀκαδημαϊκὸς μιλᾶ μὲ γνώσι καὶ σοφία στοὺς νέους μαθητὲς καὶ ἐνώπιον τῆς πολιτικῆς καὶ πνευματικῆς ἠγεσίας τῆς Κύπρου, μὲ θέμα «Τὸ ἱστορικὸ νόημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους». Ἕνας λόγος παρακαταθήκη γιὰ τὶς ἐπόμενες τῶν Ἑλλήνων, τὸ κείμενο τοῦ ὁποίου ἀναδημοσιεύθηκε στὸ περιοδικὸ «Πολιτικὰ Θέματα» («Κείμενα Ἑλλήνων», 17 και 24 Φεβ. 1995), ἀπὸ ὅπου καὶ τὸ ἀναδημοσιεύω ἐγὼ ἐδῶ.

Ὁ Παναγιώτης Κανελλόπουλος (1902-1986) ὑπῆρξε φιλόσοφος, νομικός, κοινωνιολόγος, ἱστορικός, πολιτικὸς καὶ ἀκαδημαϊκός. Ἐσπούδασε νομικὰ καὶ πολιτικὲς ἐπιστήμες στὰ Πανεπιστήμια Ἀθηνῶν καὶ Xαϊδελβέργης. Εἰκοσιενὸς μόλις ἐτῶν ἦταν ἤδη διδάκτωρ τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Χαϊδελβέργης, εἴκοσι ἑπτὰ ἐτῶν ὑφηγητὴς καὶ τριάντα ἑνὸς ἐτῶν καθηγητὴς Κοινωνιολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνών. Ἐπολέμησε ὡς ἐθελοντὴς τὸ 1940-41 στὴν Βόρειο Ἤπειρο (καίτοι πολιτικὸς ἐξόριστος), ἀνέπτυξε δὲ κατόπιν ἀντιστασιακὴ δράσι στὴν Ἑλλάδα καὶ στὴν Μέση Ἀνατολή. Πολλὲς φορὲς βουλευτὴς καὶ ὑπουργός, καὶ γιὰ δύο σύντομες περιόδους (Νοέμ. 1945 καὶ Ἀπρ. 1967) πρωθυπουργός. Τὸ 1959 ἐξελέγη ἀκαδημαϊκός. Συγγραφεὺς πολλῶν φιλοσοφικῶν, ἱστορικῶν, κοινωνιολογικῶν, δοκιμιακῶν κ.ἄ. ἔργων, μὲ κορυφαῖο τὴν ἐνδεκάτομη «Ἱστορία τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ Πνεύματος», κ.ἄ. ὅπως «Γεννήθηκα τὸ 1402», «Πέντε ἀθηναϊκοὶ διάλογοι» - προτείνω τὸ τελευταῖο.

Λίγα ἀποσπάσματα (ἀκολουθεῖ ὁλόκληρη ἡ ὁμιλία):

Πολλές φορές είχα σκεφθεί ότι θά 'πρεπε να αναζητήσω το νόημα που έχει το «Ελληνικόν». Μέσα μου το αναζητώ ή μάλλον το ζω αδιάκοπα, όπως το ζουν όλοι οι Έλληνες, χωρίς καν να το αναζητούν. Υπάρχει αυτονόητο μέσα μας, όπως υπάρχουν στους καρπούς ενός δένδρου - και στους χυμούς των καρπών - οι ρίζες του. Το σιωπηλό, όμως, τούτο βίωμα πρέπει να παίρνει κάθε τόσο και τη μορφή του Λόγου. [...]

[...] Πανάρχαιοι είναι και άλλοι λαοί στον κόσμο. Αλλά πόσοι είναι σήμερα οι λαοί που η μνήμη τους βυθίζεται σε περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια; Δεν είναι πολλοί, αλλά υπάρχουν. Είναι οι Κινέζοι και οι Ινδοί. Είναι και ο Ισραήλ. [...]

[...] Οι Κινέζοι και οι Ινδοί είναι ωκεανοί λαών. Να συγκρίνουμε τους Έλληνας με τους Ινδούς ή τους Κινέζους, είναι κάτι το αδιανόητο. Εκείνοι είναι ωκεανοί λαών. [...]

[...] Με τον Ισραήλ η σύγκριση του «Ελληνικού» είναι όχι μόνο νοητή, αλλά και αναγκαία. Με τη σύγκριση αυτή θ' αρχίσω μάλιστα να διευκρινίζω το ειδικό - μοναδικό - νόημα του «Ελληνικού». [...]

[...] Και πριν από τους Έλληνες, υπήρχε στον κόσμο σοφία. Αλλά φιλοσοφία δεν υπήρχε. Υπήρχαν γνώσεις. Αλλά επιστήμη δεν υπήρχε. Υπήρχε τέχνη. Αλλά αισθητική συνείδηση δεν υπήρχε. Μ' άλλα λόγια, δεν υπήρχε Παιδεία. [...]

[...] Έτσι δεν μπορούσε παρά να σημάνει και η ώρα του '21, είτε είχε προηγηθεί η Γαλλική Επανάσταση, είτε όχι. Είναι δείγμα δουλικής υπακοής σε ξένα - στο βάθος ανθελληνικά - θεωρητικά κατασκευάσματα η προσπάθεια αναγωγής του '21 σε κοινωνικά αίτια, στην αστική τάξη και σε υλιστικές νομοτέλειες. Το '21 ήταν καθαρά ελληνικό γεγονός, όπως και ο Μαραθών. [...]

[...] Η ιστορία του Ελληνικού Γένους είναι, από τις αρχές της, δηλαδή από τις αρχές της ιστορίας του κόσμου, ως τα σήμερα, μια εποποιία. Αλλά το τίμημα της εποποιίας είναι βαρύ. [...]

[...] Αναρίθμητοι είναι οι Έλληνες ήρωες και μάρτυρες που, ως ισχυρότατοι κρίκοι, συγκροτούν και συγκρατούν αδιάσπαστη τη χρυσή αλυσίδα του Ελληνικού Γένους. Ας μη την ανταλλάξουμε με μέταλλα ξένα που, όσο κι αν μοιάζουν ισχυρά και λάμπουν, είναι προορισμένα να σκουριάσουν. Από εμάς σήμερα εξαρτάται η επιβίωση του Ελληνικού Γένους άλλες τρεις χιλιάδες χρόνια ή μάλλον έως τη συντέλεια του κόσμου.



Τὸ ἱστορικὸ νόημα τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους

Παναγιώτης Κανελλόπουλος

(Κείμενο ὁμιλίας του στὸ Παγκύπριο Γυμνάσιο Κύπρου τὸν Σεπτέμβριο 1966, ἑπτὰ μῆνες πρὶν ἀπὸ τὸ πραξικόπημα.)

(Περιοδικόν «Πολιτικὰ Θέματα» - «Κείμενα Ἑλλήνων», 17 και 24 Φεβ. 1995)

Τον Σεπτέμβριο του 1966, επτά μήνες πριν από το πραξικόπημα του 1967, ο Π. Κανελλόπουλος επισκέφθηκε την Κύπρο ως επίσημος προσκεκλημένος του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Εκτός από τις πολιτικές συνομιλίες που είχε στη Μεγαλόνησο, κατά την ολιγοήμερη διαμονή του, ο Π. Κανελλόπουλος ανέπτυξε και δραστηριότητα πνευματική. Στα πλαίσια της δραστηριότητας αυτής επισκέφθηκε το Παγκύπριο Γυμνάσιο, όπου και μίλησε επί πολύ στους μαθητές. Και την 27-9-1966 έδωσε διάλεξη στην παιδαγωγική Ακαδημία της Κύπρου ενώπιον όλης της πολιτικής και πνευματικής ηγεσίας της νήσου. Θέμα της διαλέξεως «το ιστορικό νόημα του ελληνικού έθνους». Η διάλεξη αυτή, παρατίθεται ολόκληρη:

Πολλές φορές είχα σκεφθεί ότι θά 'πρεπε να αναζητήσω το νόημα που έχει το «Ελληνικόν». Μέσα μου το αναζητώ ή μάλλον το ζω αδιάκοπα, όπως το ζουν όλοι οι Έλληνες, χωρίς καν να το αναζητούν. Υπάρχει αυτονόητο μέσα μας, όπως υπάρχουν στους καρπούς ενός δένδρου - και στους χυμούς των καρπών - οι ρίζες του. Το σιωπηλό, όμως, τούτο βίωμα πρέπει να παίρνει κάθε τόσο και τη μορφή του Λόγου. Αισθάνομαι την ανάγκη να αναζητήσω και με το Λόγο, σε προφορική επικοινωνία με άλλους, το νόημα που έχει το «Ελληνικόν». Όχι η Ελλάς ως κράτος ή ο Ελληνικός Λαός ως φυσική ομαδική παρουσία, αλλά το «Ελληνικόν», όπως έλεγε ο Ηρόδοτος, το «Γένος» όπως είπαν πολύ αργότερα, ύστερ' από πολλές δοκιμασίες και βαρύτατες εμπειρίες, οι πρόγονοί μας, εκείνοι που, όταν δεν υπήρχε πια ούτε γωνιά ελεύθερης γης, είχαν την ηθική δύναμη να ιδρύσουν ακριβώς τότε τη Μεγάλη του Γένους Σχολή.

Ενώπιόν σας, Έλληνες της Κύπρου, ενόμισα ότι θά 'πρεπε να πράξω ό,τι δεν έχω πράξει ως τώρα. Θα επιχειρήσω να προσεγγίσω με το Λόγο το μέγα νόημα που ζει μέσα σας, εκείνο που τουλάχιστον τρεις χιλιάδες χρόνια δεν νικήθηκε από κανένα θάνατο, από κανένα κατακλυσμό, από κανένα νόμο και καμμιάν οργή της ιστορίας.

Πανάρχαιοι είναι και άλλοι λαοί στον κόσμο. Όλοι, βέβαια, έχουν πανάρχαιες ρίζες. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην κατάγεται από τον Αδάμ. Αλλά πόσοι είναι σήμερα οι λαοί που η μνήμη τους βυθίζεται σε περισσότερα από δύο χιλιάδες χρόνια; Δεν είναι πολλοί, αλλά υπάρχουν. Είναι οι Κινέζοι και οι Ινδοί. Είναι και ο Ισραήλ.

Οι Κινέζοι και οι Ινδοί είναι ωκεανοί λαών. Κατέχουν, εδώ και χιλιάδες χρόνια, τεράστιες εκτάσεις της γης. Δεν είχαν πάντοτε το αίσθημα της ενότητας. Είχαν, όμως, και έχουν λίγο ή πολύ ενιαία μνήμη. Και η μνήμη τους φθάνει πολύ βαθιά στο παρελθόν. Μόνο τότε μπορούμε να πούμε ότι η μνήμη ενός λαού φθάνει βαθιά, όταν διαπιστώνεται με τον Λόγο το ιστορικό βάθος της μνήμης. Υπάρχουν τραγούδια των Κινέζων που ανάγονται στην εποχή των Ομηρικών επών. Ο Ήλιος και η Σελήνη στην Ανατολή - όχι στο μεσουράνημα ούτε στη Δύση - ήταν ένα από τα πρώτα ποιητικά βιώματα των Κινέζων. Κι έμεινε, λίγο ή πολύ, ως τα σήμερα το ίδιο. Δεν είδαμε μόνον εμείς, από τη δική μας γεωγραφική ή ιστορική σκοπιά, τους Κινέζους στην Ανατολή. Οι ίδιοι έβλεπαν ανέκαθεν τον εαυτό τους συνυφασμένο με τον ανατέλλοντα ήλιο, με τον «Κύριο της Ανατολής». «Ανατέλλω στην Ανατολή σ' όλη μου την απεραντοσύνη», λέει ο πρώτος στίχος ενός ποιητή που έζησε γύρω στο έτος 300 π.Χ. Η «απεραντοσύνη» είναι κι αυτή ένα χαρακτηριστικό βίωμα των Κινέζων. Πώς να μην είναι; Η γη τους είναι απέραντη. Κι έγινε έτσι και η ψυχή τους απέραντη. Χώρεσε μέσα της περισσότερο την αιωνιότητα, το άπειρο, παρά τον χρόνο, την ιστορία. Το ίδιο περίπου μπορούμε να πούμε και για τους Ινδούς. Με διαφορετικά σύμβολα - με σύμβολο περισσότερο την αθάνατη Νύχτα, που την υμνεί ένα πανάρχαιο σανσκριτικό τραγούδι, παρά τον Ήλιο - στάθηκαν και οι Ινδοί στα όρια ιστορίας και απείρου, χρόνου και αιωνιότητας. Έτσι κατώρθωσαν - Ινδοί και Κινέζοι - να διατηρηθούν, δηλαδή να διατηρήσουν, τρεις χιλιάδες χρόνια, τη μνήμη τους, αλλά έμειναν σταματημένοι στα όρια ιστορίας και απείρου, ακίνητοι, στατικοί. Το ίδιο ακίνητοι θα έμεναν, ίσως και επηρεασμένοι από την απεραντοσύνη της ερήμου, οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, που ο Λόγος τους - όπως διατηρήθηκε σε επιγραφές των Πυραμίδων ή στο Βιβλίο των Νεκρών - μας γυρίζει πολλές χιλιάδες χρόνια πίσω, αν δεν έπαυαν κάποτε να υπάρχουν. Κάποτε σημειώθηκε στη μνήμη τους το μοιραίο και τελεσίδικο ρήγμα. Η μνήμη - όχι το αίμα - είναι ο μέγας κρίκος που εξασφαλίζει την ενότητα και τη συνέχεια. Από τους λαούς της Μέσης Ανατολής μόνον ο Ισραήλ δεν έπαθε κανένα ρήγμα στη μνήμη του.

Να συγκρίνουμε τους Έλληνας με τους Ινδούς ή τους Κινέζους, είναι κάτι το αδιανόητο. Εκείνοι είναι ωκεανοί λαών. Έμειναν στατικοί και ακίνητοι μέσα σε όρια που δεν μοιάζουν καν με όρια ιστορικά και που άρχισαν να γίνονται ιστορικά (στην αρχή μόνο για τα μάτια των Ελλήνων και όχι των ίδιων των κατοίκων της Ανατολής) από τον καιρό που ο Μέγας Αλέξανδρος έφθασε στις Ινδίες. Για τους ίδιους μάλιστα τους Κινέζους και τους Ινδούς, τα όρια της επίγειας ζωής τους δεν έγιναν, μπορούμε να πούμε, ιστορικά παρά μόνον όταν η χριστιανική Ευρώπη μετέφερε εκεί, στους τελευταίους αιώνες, την έννοια και τη δυναμική διαλεκτική της ιστορίας.

Με τον Ισραήλ η σύγκριση του «Ελληνικού» είναι όχι μόνο νοητή, αλλά και αναγκαία. Με τη σύγκριση αυτή θ' αρχίσω μάλιστα να διευκρινίζω το ειδικό - μοναδικό - νόημα του «Ελληνικού». Ο Ισραήλ κράτησε τη συνοχή του (για ειδικούς λόγους, και την βιολογική ακεραιότητα του που, όπως είπαμε, δεν είναι απαραίτητο στοιχείο της συνοχής και συνέχειας) από τον καιρό που βρήκε τη λεκτική της αποκρυστάλλωση η «Γένεσις», το πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. Ειδικώτερα, όμως η «Έξοδος» είναι για τους Ιουδαίους ό,τι είναι για το γένος των Ελλήνων η «Ιλιάς». Εδώ - στην «Έξοδο» - γίνεται η συνειδητοποίηση της αποστολής του Ισραήλ επί της γης με αντίστροφα, σε σύγκριση με την Ιλιάδα, τα βασικά σημεία και στοιχεία. Οι Ιουδαίοι ελευθερώνονται και επιστρέφουν στη γη τους. Οι Αχαιοί - η μνήμη του Ομήρου μάς γυρίζει σε μιαν εποχή προγενέστερη από την κάθοδο των Δωριέων - ξεκινούν από τη γη τους για να τιμωρήσουν και να υποδουλώσουν έναν άλλο λαό. Αλλά εμφανίζουν τον εχθρό τους υπό την προστασία μιας μερίδας των δικών τους Ολυμπίων θεών. Μολονότι η πρόθεση των Αχαιών προβάλλει - όχι, όμως, απρόκλητα - ως πρόθεση κατακτητική, δείχνουν μια πρωτότυπη ιδεολογική ανεκτικότητα. Δεν τη δείχνουν, βέβαια, στην πράξη. Το Ίλιον το αφάνισαν. Αλλά χάρισαν στους Τρώες - η δωρεά αυτή ήταν πολύ πλούσια - τον Αρη, τη Λητώ, την Αφροδίτη, την Αρτέμιδα, τον Απόλλωνα, κρατώντας για τον εαυτό τους την Ήρα, την Αθηνά, τον Ποσειδώνα, τον Ερμή, τον Ήφαιστο. Το περιστατικό τούτο δεν είναι διόλου ασήμαντο. Τον Δία, μάλιστα, τον αφήκαν νά 'ναι λίγο ή πολύ αμέτοχος. Έτσι γεννήθηκε στον κόσμο - αδιάφορο αν μόνο συμβολικά και όχι στην πράξη - η αμεροληψία, εκείνη που πολύ αργότερα, μιλώντας για Έλληνες, Ιουδαίους και βαρβάρους, καθιέρωσε οριστικά ο Απόστολος των Εθνών (στην προς Ρωμαίους επιστολή του) με την περίφημη ρήση του: «ου γαρ έστι προσωποληψία παρά τω Θεώ». Ο Ισραήλ, αντίθετα, ήθελε τον Θεό δικό του. Την αποστολή του την εσυνειδητοποίησε βάζοντας τον Θεό να μιλάει αδιάκοπα για τον «λαό του», τον εκλεκτό του λαό.

Το ξεκίνημα, λοιπόν, του Ισραήλ ήταν βασικά διαφορετικό από το ξεκίνημα των Ελλήνων. Κι ήταν, ως ένα σημείο, ευκολώτερο να διατηρήσει τη συνοχή του μες στους αιώνες ο κλειστός λαός των Ιουδαίων παρά το γένος των Ελλήνων, που είχε ανοικτές τις θύρες της ζωής και τις πύλες του πνεύματος. Αλλά ήταν κι ανάγκη για τον Ισραήλ να μείνει κλειστός. Αιχμαλωσίες, μετοικεσίες, διασπορά, κατατρεγμοί σε ξένες χώρες, όλ' αυτά θα οδηγούσαν στον αφανισμό του, αν δεν έμενε πολύ κλειστός και αν δεν πίστευε ότι ο Θεός είναι μόνο δικός του.

Υπάρχουν, τάχα, αναλογίες μεταξύ της διασποράς των Ιουδαίων και της διασποράς των Ελλήνων; Κάποιες ναι, όχι όμως πολλές. Οι δύο λαοί είναι, χωρίς άλλο, οι μόνοι που έδειξαν χιλιάδων ετών αντοχή, ζώντας σε ξένες χώρες, σε άξενους τόπους. Και ήταν - και είναι - λαοί αριθμητικά μικροί. Στο σημείο τούτο συγγενεύει, επίσης, η μοίρα τους.

Ποτέ δεν πρόβαλαν με την βουή μεγάλων ποταμών που ανοίγουν πλατιές κοίτες, όπως άνοιξαν οι Γερμανικοί λαοί από τον καιρό του Ιουλίου Καίσαρος ή οι Άραβες, με τη ρομφαία του Ισλάμ από τον Ζ' αιώνα και πέρα. Κι αυτή ακόμα η θριαμβευτική πορεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου προς Ανατολάς ήταν πορεία ολίγων Ελλήνων μέσα στο ασιατικό χάος τεράστιων χωρών. Ένα είδος διασποράς ήταν και η «ανάβασις» του Αλεξάνδρου. Αλλά δεν ήταν, βέβαια, η πιο χαρακτηριστική ενέργεια του Ελληνικού Γένους. Χαρακτηριστικές - τυπικές για τον Έλληνα - ήταν οι δύο μορφές διασποράς. Πρώτη η οργανωμένη, με ορμητήριο τη μητρόπολη των αποίκων. Δεύτερη η ατομική που έκαμε τον Έλληνα να ξενιτεύεται μόνος, είτε να περιοδεύει χώρες βαρβάρων, όπως ο Σόλων ή ο Εκαταίος ή και ο Ηρόδοτος (ο τελευταίος μπήκε στο τέλος και σε οργανωμένη ομάδα αποίκων), είτε και να μεταθέτει οριστικά την έδρα του και να επιβάλλει την παρουσία του στο περιβάλλον των Μεγάλων Βασιλέων ή σε ένδοξους οίκους Ρωμαίων ή στη Φλωρεντία των Μεδίκων ή στο Βατικανό ή πλάι σε Ισπανούς καρδιναλίους ή στην αυλή των Τσάρων. Στις περιπτώσεις αυτές δεν επέβαλε τον εαυτό του ο Έλλην ως έμπορο ή τραπεζίτη, αλλά ως σοφό διδάσκαλο ή ως πολιτικό νου ή και ως γενναίο στρατιώτη.

Στη διασπορά των Ιουδαίων - στο μέγα αυτό δράμα που έχει το δικό του μεγαλείο, τον δικό του πόνο, αλλά και τα δικά του σκοτεινά χαρακτηριστικά - δεν βρίσκει αντίστοιχα φαινόμενα ούτε η αποικιακή ούτε η ατομική διασπορά των Ελλήνων.

Στο φαινόμενο της αποικιακής διασποράς υπάρχουν αναλογίες μεταξύ Ελλήνων και Φοινίκων ή και νεώτερων ευρωπαϊκών λαών, των Άγγλων, των Ισπανών, των Ολλανδών, των Πορτογάλων. Οι λαοί αυτοί ίδρυσαν, όπως οι Έλληνες, πόλεις, κέντρα πολιτισμού, μακριά από τις βάσεις και τον λαϊκό κορμό τους, ίδρυσαν θαυμάσιες, γερές σκάλες που έκαμαν τις θάλασσες και τις ηπείρους (στην αρχαιότητα τις τρεις, στην νεώτερη εποχή όλες) να υπαχθούν στην αριστοτεχνική κλιμάκωση που επήγασε από τη σκέψη και την τόλμη των γενναίων ποντοπόρων. Οι Φοίνικες, βέβαια, έσβησαν, χάθηκαν. Οι Έλληνες, ιδρύοντας πόλεις, όπως η Νεάπολις, οι Συρακούσες, η Μασσαλία, το Βυζάντιο, η Αλικαρνασσός, η Έφεσος, η Σμύρνη, η Μίλητος, η Σαλαμίς και η Πάφος της Κύπρου, η Αλεξάνδρεια, η Κυρήνη, η Πτολεμαΐς της Κυρηναϊκής αφήκαν οριστικά τη σφραγίδα τους στην πρώτη ιστορική οικουμένη που εγνώρισε ο άνθρωπος, και δεν έπαψαν - λίγοι, αλλά άκαμπτοι και άφθαρτοι, να διεκδικούν την παγκόσμια παρουσία τους. Και πρέπει να παρατηρήσω ότι, αν τους Φοίνικες τους ξεπέρασαν σε ιστορική αντοχή, ξεπέρασαν και όλους τους νεώτερους λαούς στην καθαρότητα του νοήματος της αποικιακής διασποράς. Η εγκατάσταση των Ελλήνων στις εκβολές του Ροδανού ή στη Μαύρη Θάλασσα δεν είχε καμμιά σχέση με ό,τι ονομάζουμε ιμπεριαλισμό. Μπορεί νά 'ταν ιμπεριαλιστική η πολιτική των Αθηναίων απέναντι άλλων Ελλήνων, των Σαμίων ή των Συρακούσιων, αλλά η κίνηση των Ελλήνων γενικά προς τα άκρα του τότε προσιτού κόσμου δεν είχε, ούτε πήρε ποτέ, χαρακτήρα ιμπεριαλιστικό. Των νεώτερων λαών η αποικιακή εξάπλωση στον κόσμο, είχε, αντίθετα, ή πήρε με τον καιρό, το ύφος του ιμπεριαλισμού. Έτσι, στην περίπτωση των Ισπανών ή των Άγγλων διαπιστώνουμε τη διασταύρωση των μεθόδων των Ελλήνων και των Ρωμαίων. Το καθαρό ελληνικό νόημα της αποικιακής διασποράς το ενόθευσε λίγο ή πολύ η παράδοση του ρωμαϊκού ιμπεριαλισμού, με τα αγαθά της Pax Romana, αλλά και με τις μοιραίες σκιές της.

Η αποικιακή διασπορά των Ελλήνων είχε κάτι το επικό. Ο Luigi Pareti - στο έργο του «Storia di Roma e del Mondo Romano» - λέει ωραιότατα ότι τον πρώτο κύκλο των αποικιακών εξαπλώσεων των Ελλήνων στα νησιά του Αιγαίου και στις ακτές της Μικράς Ασίας τον έχουν, κατά κάποιον τρόπο, απαθανατίσει οι ωδές της Ιλιάδος, ενώ ο δεύτερος κύκλος της αποικιακής διασποράς - σε πιο μακρινούς τόπους, στον Εύξεινο Πόντο, στη Μαρεώτιδα και στην Κύπρο, στην Ιταλική και Σικελική Δύση, στην Κυρηναϊκή και στη Μασσαλία - βρήκε την ποιητική του έκφραση στην Οδύσσεια. Και ο A. Zarde' - στο βιβλίο του «La Formation du peuple Grec» - λέει ότι «ο περίπλους του Οδυσσέως» δίνει την εικόνα των πρώτων μεγάλων ταξιδιών των Ελλήνων. Η παρατήρηση του Γάλλου σοφού καλύπτει και την περίπτωση ίων ατομικών περιπλανήσεων των Ελλήνων. Η περίπτωση αυτή έχει - εκτός από το επικό νόημα της ομηρικής Οδύσσειας που εμπνέεται από την παλιννόστηση, από την ιδέα της επιστροφής στην Ιθάκη - και κάτι από την «Οδύσσεια» του Νίκου Καζαντζάκη, κάτι από τη δραματική ιδέα του νέου και τελεσίδικου ξενιτεμού.

Από τους αρχαίους χρόνους, ως τα σήμερα, οι Έλληνες φεύγουν μόνοι, όχι μόνο για να περιοδεύσουν, να γνωρίσουν τον κόσμο, να μελετήσουν τα ήθη ξένων λαών και να γυρίσουν πίσω, όπως ο Εκαταίος ή ο Ηρόδοτος ή ο Πυθέας ο Μασσαλιώτης που έφθασε ως τη Θούλη, αλλά και για να εγκατασταθούν και να επιβληθούν ως άτομα σε ξένες χώρες. Μέμνων ο Ρόδιος, «διαβεβοημένος επί συνέσει στρατηγική», αντιμετωπίζει, ως αρχιστράτηγος των Περσών, και φέρνει σε δύσκολη θέση τον Μέγα Αλέξανδρο. Από τη δύσκολη αυτή θέση έβγαλε τον «αήττητον παίδα» μόνον η τύχη. Ο Μέμνων αρρώστησε και πέθανε «και τη τούτου τελευτή συνετρίβη και τα του Δαρείου πράγματα». Λίγο πριν πεθάνει ο Μέμνων, ο Αθηναίος Εφιάλτης υπερασπίζεται την Αλικαρνασσό κατά του Μακεδόνος και τα τείχη της πόλεως πέφτουν μόνον αφού έπεσε προηγουμένως ο ίδιος. Την ίδιαν ώρα ένας άλλος Αθηναίος - ο Χαρίδημος, «ανήρ θαυμαζόμενος επ' ανδρεία και δεινότητι στρατηγίας» - ήταν στην αυλή του Μεγάλου Βασιλέως. Τέτοια ήταν η δύναμή του - αλλά και τόσο πολύ το πήρε απάνω του - που, «παροργισθείς», μίλησε άσχημα στον Δαρείο· κι αυτός οργίσθηκε ακόμα περισσότερο και τον εθανάτωσε, αλλ' «ευθύς μετενόησε και κατεμέμψατο εαυτόν ως τα μέγιστα ημαρτηκότα». Τα παραδείγματα Ελλήνων που ανήκουν, ως άνδρες πολιτικοί ή στρατηγοί, στην Ιστορία ξένων κρατών δεν είναι λίγα και φθάνουν ως τον Ιωάννη Καποδίστρια και τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Ποιος άλλος λαός έχει να παρουσιάσει, μέσα σε διάστημα χρόνου που υπερβαίνει τους είκοσι αιώνες, τέτοια επίμονη προβολή και επιβολή τέκνων του έξω από τη γη τους, τέκνων ριζωμένων στις παραδόσεις και στην πατρίδα;

Τα παραδείγματα, μάλιστα, Ελλήνων που, ως σοφοί διδάσκαλοι, άνοιξαν δρόμους στη ζωή ξένων λαών, είναι πολύ περισσότερα. Είναι αμέτρητα. Την άνοιξη του 146 π.Χ. ο Πόπλιος Κορνήλιος Σκιπίων Αιμιλιανός, κοιτάζοντας μελαγχολικά την Καρχηδόνα που είχε παραδοθεί στο πυρ και στο θάνατο, δεν άνοιξε την καρδιά του παρά μόνο στον Έλληνα Πολύβιο, τον δάσκαλο και φίλο του. Και θυμήθηκε, τότε, ο Αφρικανός ο νεώτερος τους βαρυσήμαντους στίχους του Ομήρου: «έσσεται ήμαρ ότ' αν πότ' ολώλει Ίλιος ιρή...».

Τους θυμήθηκε, γιατί - όπως εξήγησε ο ίδιος στον Πολύβιο - φοβήθηκε ότι και η Ρώμη δεν θα μπορούσε να αποφύγει κάποτε την τύχη της Τροίας και της Καρχηδόνος. Την ώρα που, σφίγγοντας το δεξί χέρι του Πολυβίου, μιλούσε έτσι ο γυιος του νικητή της Πύδνας, ποιος από τους δυο είχε προσφέρει περισσότερα στον άλλον; Στο ωραίο του δοκίμιο «Polybius at Rome» λέει ο T.R. Glover ότι «είναι δύσκολο να πει κανείς ποιος κέρδισε περισσότερο» ο Σκιπίων Αιμιλιανός ή ο Πολύβιος, από τη μεγάλη αυτή φιλία που έδεσε τον έναν πλάι στον άλλον. Βέβαιο είναι, πάντως, ότι ο χθεσινός «ιππάρχης» των Αχαιών που, μετά την ήττα του Περσέως, είχε μεταφερθεί στη Ρώμη ως όμηρος, απεκάλυψε όχι μόνο στον Σκιπίωνα Αιμιλιανό, αλλά και στους Ρωμαίους γενικά, το μέγα νόημα που είχαν οι νίκες τους, εσυνειδητοποίησε μέσα τους τη σχέση της ρωμαϊκής ισχύος με το «μικτό» πολίτευμα της urbs, άνοιξε - με όργανο τη γλώσσα του ηττημένου λαού, την ελληνική - το δρόμο για τη λατινική ιστοριογραφία, ειδικώτερα για τον Τίτο Λίβιο. Και παράλληλα με τον Πολύβιο, ένας άλλος σύντροφος του Σκιπίωνος Αιμιλιανού, ο Παναίτιος, έκαμε τους Ρωμαίους να φιλοσοφούν και άνοιξε το δρόμο για τον Κικέρωνα. Πρώτη φορά στην ιστορία του κόσμου, τέκνα ενός ηττημένου λαού προβάλλουν και επιβάλλονται ως προσωπικότητες, ως πνευματικοί νομοθέτες, στην ίδια τη χώρα των νικητών ή γενικά σε ξένες χώρες. Έτσι ακριβώς άρχισε, ως μοναδικό στην ιστορία φαινόμενο, η διασπορά των Ελλήνων ως ατόμων ταγμένων να επιβληθούν ως διδάσκαλοι και φορείς πανανθρώπινης Παιδείας.

Όταν - στις 26 Ιουνίου του 1452, έναν περίπου χρόνο πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως - πέθανε στο Μυστρά ο Πλήθων, ένας από τους πιστούς του κύκλου του έγραψε, στη «μονωδία» που αφιέρωσε στο νεκρό φιλόσοφο, τα βαρυσήμαντα λόγια: «Διασπαρησόμεθα τε οι των λόγων ερασταί επί την της οικουμένης εσχατιάν». Ναι, «διασπαρησόμεθα». Η λέξη που εχρησιμοποίησε ο Ιερώνυμος (ή Ερμώνυμος) Χαριτώνυμος - ο «Σπαρτιάτης», όπως ονόμαζε τον εαυτό του - συμπυκνώνει μέσα της το βαθύτερο νόημα του Γένους, ενός ολιγάριθμου Γένους που δεν εξαπλώνεται, αλλά διασπείρεται, δεν κατακτά αλλά ανακτά αδιάκοπα τον εαυτό του μες στη συνείδηση μεμονωμένων ατόμων. Το Γένος μας είναι Γένος Ατόμων. Δεν είναι μάζα ή στίφος. Ακόμα και οι εστίες του Γένους αυτού - και δεν έλειψαν ποτέ οι εστίες, ελεύθερες ή υπόδουλες, όπου έμεινε συγκεντρωμένο - ήταν και είναι εστίες μικρές, με στενό «χίντερλαντ», χωρίς πλούσιες πεδιάδες ή στέππες. Οι πιο χαρακτηριστικές εστίες του γένους μας είναι βραχάκια και μικρές εκκλησιές. Ονομάζουμε «μεγαλονήσους» την Κύπρο ή την Κρήτη που μπροστά στις βρετανικές νήσους ή στη Μαγαδασκάρη ή στη Νέα Γουινέα ή στη Σουμάτρα ή στη Φορμόζα είναι μικρά νησάκια. Ονομάζουμε ποταμό τον Ιλισσό που μπροστά στον Μισσισιπή ή τον Δούναβη ή τον Βόλγα δεν είναι ούτε καν ρυάκια. Και όμως, οι φτωχές πηγές του Υμηττού, που στάλα-στάλα μας χαρίζουν το νεράκι τους, επότισαν κι έκαμαν γόνιμο το έδαφος της οικουμένης όσο καμμιά από τις πλούσιες πηγές των μεγάλων ποταμών της γης. Και όταν σκύβεις και κοιτάζεις τα νερά του Αλφειού στην Ολυμπία, η διαύγεια είναι τέτοια που καθρεφτίζονται μέσα τους το πρόσωπο και η ψυχή σου και βλέπεις και τα ολοκάθαρα λιθαράκια στο βάθος. Η φύση γίνεται εδώ πνεύμα. Η διαύγεια των υδάτων είναι η διαύγεια του πνεύματος. Τι μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα νερά του Αλφειού και στη μαυρίλα του Βόλγα ή του Νείλου ή του Μισσισιπή!

Από αυτές τις πηγές και αυτές τις εστίες ξεκίνησαν και ξεκινούν αδιάκοπα, εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια, οι ακούραστοι εκείνοι και τολμηροί που, ως άτομα, επραγματοποίησαν και πραγματοποιούν το μοναδικό ιστορικό φαινόμενο της ελληνικής διασποράς!

Ίσια τραβάει η γραμμή από τον Πολύβιο στον Αδαμάντιο Κοραή. Χίλια πεντακόσια χρόνια μετά το θάνατο του Πολυβίου, Έλληνες του αυτού ύφους, του αυτού τύπου, ξεκινούν - άλλοι από την Κρήτη, άλλοι από τη Θεσσαλονίκη ή τον Μυστρά, άλλοι από την Κωνσταντινούπολη ή την Τραπεζούντα - και επιβάλλονται ως προσωπικότητες στη Φλωρεντία των Μεδίκων, στη Ρώμη των Παπών, στη Βενετία του σοφού τυπογράφου Άλδου Μινουτίου, στο Παρίσι του Guillaume Bude', στην Ισπανία του καρδιναλίου Francisco Ximenes de Cisneros. Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, που έλαμψε με τη σοφία του στη Φλωρεντία των Μεδίκων, ανεφώνησε κάποτε (η φράση έχει διατηρηθεί μόνο λατινικά: «Ecce, Graecia nosto exsilio transvolavit Alpes»). Εκατό χρόνια αργότερα, πραγματοποιεί στο Τολέδο ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος - γνωστός ως «ο Έλλην», «El Greco» - θαύματα που τον ανεβάζουν στο ύψος των μεγίστων καλλιτεχνικών δημιουργών του κόσμου. Δεν υπάρχει δεύτερος λαός επί της γης, που στο ένα άκρο του ιστορικού διαστήματος δυο χιλιάδων ετών να γνωστοποιεί την παρουσία του μ' ένα Φειδία και στο άλλο άκρο μ' έναν Γκρέκο. Ο ένας ύψωσε το ανάστημα του, μαζί με τον Παρθενώνα, στην καρδιά της Ελλάδος, με τον Περικλή εμπνευστή και φίλο, ενώ ο άλλος, προσφυγόπουλο στη Βενετία του Τισιανού, ύψωσε το ανάστημά του πλάι στις στήλες του Ηρακλέους, στη χώρα Φιλίππου του Β'.

Στάθηκα ιδιαίτερα στο φαινόμενο της διασποράς των Ελλήνων ως πνευματικών δημιουργών, ως διδασκάλων, ως ξεχωριστών ατόμων, σε ξένες χώρες, μακριά από τις εστίες τους, μακριά κι από τις οργανωμένες παροικίες ομογενών. Στάθηκα στο φαινόμενο αυτό, γιατί είναι καταπληκτικό και μοναδικό στην ιστορία. Αποκαλύπτει το ιστορικό νόημα του Γένους μας περισσότερο από κάθε τι άλλο. Στους τελευταίους αιώνες, πρόβαλαν βέβαια και τα τέκνα του Ισραήλ στη διασπορά τους ως άτομα, ως μεγάλοι καλλιτέχνες ή μεγάλοι επιστήμονες, αλλά στη ζωή του λαού αυτού το φαινόμενο τούτο εμφανίζεται ως δευτερογενές. Αφού έμειναν οι Ισραηλίτες της διασποράς, πολλούς αιώνες κλεισμένοι στον εαυτό τους, άρχισαν μόλις μετά τον ΙΗ' αιώνα, μετά τον αιώνα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, να ανοίγουν λίγο-λίγο - στις χώρες ειδικά που έδειξαν απέναντι τους ανεκτικότητα - τα παράθυρά τους και να αφομοιώνουν την Παιδεία που δεν είχε καμιά σχέση με τη δική τους παράδοση. Στην αφομοίωση - και πρωτότυπη αξιοποίηση - ξένων πνευματικών αγαθών έδειξαν από τότε θαυμαστή δεξιοτεχνία, αλλά η περίπτωση αυτή δεν έχει ούτε μακρινή ομοιότητα με την περίπτωση των Ελλήνων. Πρέπει μάλιστα να προσέξουμε και κάτι που είναι πολύ χαρακτηριστικό. Και στις εξαιρετικές και ελάχιστες εκείνες περιπτώσεις που, πριν από τους δύο τελευταίους αιώνες, πρόβαλαν Ιουδαίοι ως καθολικώτερες πνευματικές προσωπικότητες, το φαινόμενο ήταν άρρηκτα συνυφασμένο με την Ελληνική Παιδεία. Η αρχή έγινε ήδη στον Α' μ.Χ. αιώνα. Μια αρχή που άργησε, ύστερα, να 'χει συνέχεια, αλλά που ήταν πολύ χαρακτηριστική. Οι απώτατοι προπάτορες των καθηγητών ιουδαϊκής καταγωγής στα πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής δεν είναι οι προφήτες του Ισραήλ, αλλά ο Φίλων και ο Ιώσηπος που έγραψαν ελληνικά στον Α' μ.Χ. αιώνα και ανήκουν στην, ελληνική γραμματεία. Χίλια εκατό χρόνια αργότερα, ο περίφημος Μαϊμονίδης (Μωϋσής μπεν Μαϊμόν) πήρε από τον Αριστοτέλη - όπως ακριβώς και ο αραβικής καταγωγής σύγχρονός του φιλόσοφος και συμπολίτης του (γεννήθηκαν και οι δύο στην Κορδούη της Ανδαλουσίας) Αβερρόης - τα πνευματικά μέσα που ήταν απαραίτητα για να διαμορφώσει την προσωπικότητα του.

Δεν υπάρχει, λοιπόν, αναλογία μεταξύ των δύο φαινομένων. Το φαινόμενο της διασποράς των Ελλήνων ως πνευματικών ατόμων, από τον καιρό του Πολυβίου ως τα σήμερα, είναι αυτόνομο, συνδέεται με την ίδια την ουσία του ελληνικού πνεύματος. Δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για τα τέκνα του Ισραήλ. Ο Mendessohn ή ο Heine ή ο Marx ή ο Einstein έζησαν και αξιοποίησαν μέσα τους χωρίς άλλο τον μεγάλο ηθικό πλούτο των ιουδαϊκών παραδόσεων, αλλά ως δημιουργικά πνεύματα είναι τέκνα όχι του Ισραήλ, αλλά της Ευρώπης. Γενεαλογικά, πρέπει να αναχθούν στην Ελλάδα, όπου για πρώτη φορά στην ιστορία του κόσμου, λόγος και τέχνη και γνώση έγιναν Παιδεία.



Έτσι ερχόμαστε στο βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του Ελληνικού Γένους. Πρώτος το επεσήμανε, στο 380 π.Χ., ο Ισοκράτης, ο φίλος και θαυμαστής του μεγάλου βασιλέως της Κυπριακής Σαλαμίνος και επιτίμου πολίτου των Αθηνών Ευαγόρου του Α'. Στον περίφημο «Πανηγυρικό» του διατυπώνει την υπερήφανη σκέψη ότι «Έλληνας» θά 'πρεπε να αποκαλούμε «μάλλον... τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας». Για πρώτη φορά τοποθετήθηκε το κοινό γνώρισμα της Παιδείας παραπάνω από την κοινότητα του αίματος, η συνείδηση παραπάνω από τη φυλή, η ιστορία παραπάνω από τη φύση. Ο λαός που έφθασε στη σύλληψη αυτής της μεγάλης αλήθειας - μιας αλήθεια που, όπως παρατηρεί πολύ σωστά ο Werner Jager στο μέγα έργο του «Παιδεία», έκαμε ακριβώς και τους άλλους λαούς να μπουν στην ιστορία - ήταν αδύνατο να σβήσει, να χαθεί. Αφού ανακάλυψε, με την Παιδεία, το όργανο της αφθαρσίας, ήταν αδύνατο να φθαρεί. Και πριν από τους Έλληνες, υπήρχε στον κόσμο σοφία. Αλλά φιλοσοφία δεν υπήρχε. Υπήρχαν γνώσεις. Αλλά επιστήμη δεν υπήρχε. Υπήρχε τέχνη. Αλλά αισθητική συνείδηση δεν υπήρχε. Μ' άλλα λόγια, δεν υπήρχε Παιδεία. Οι μαθηματικές γνώσεις των Ασσυρίων δεν θα οδηγούσαν ποτέ στη γεωμετρία του Ευκλείδη ή στη γεωμετρία του Einstein. Προϋπόθεση για την εξέλιξη αυτή ήταν ο συνδυασμός εμπειρίας και θεωρίας που είναι καθαρά ελληνικό έργο. Η Παιδεία στηρίχθηκε στην αυτοσυνείδηση του πνεύματος. Και η αυτοσυνείδηση αυτή εκδηλώθηκε ταυτόχρονα και αυτόματα, στην αρχαία Ελλάδα, σ' όλες τις σφαίρες της ζωής. Εκδηλώθηκε στις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους - έτσι γεννήθηκαν η «Πόλις», ο «Πολίτης», το «πολίτευμα» - εκδηλώθηκε στη σχέση του ανθρώπου προς τη φύση και του ανθρώπου προς τον εαυτό του - έτσι γεννήθηκε η θεωρητική και η πρακτική (ηθική) διαλεκτική του νου. Αυτή η τελευταία, η διαλεκτική του νου, ήταν η προϋπόθεση για όλα τα άλλα. Αλλά αποκρυσταλλώθηκε συνειδητά και σ' ολόκληρο το βάθος της με τον Πλάτωνα, αφού είχαν όλα τ' άλλα τελειωθεί και όταν, μάλιστα, είχαν αρχίσει να παρακμάζουν.

Το γένος των Ελλήνων που είχε τη μεγάλη δύναμη να ανεβάσει το πνεύμα παραπάνω κι από το «γένος» και να πει, με τα χείλη του Ισοκράτους, ότι η Παιδεία «το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους, αλλά της διανοίας δοκείν είναι», το Γένος αυτό ήταν αδύνατο, όπως είπα και προ ολίγου, να χαθεί. Δεν χάθηκε ούτε βιολογικά. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο. Δεν χάθηκε - αυτό είναι το κρίσιμο και σημαντικό - ως γλώσσα και ως πνεύμα, ως συνείδηση και ως παράδοση. Δεν χάθηκε ποτέ ο Έλλην - ποτέ και πουθενά - ως παρουσία πνευματική, ως νομοθέτης αξιών, ως ηθικό παράδειγμα. Ως δύναμη ιστορική - δύναμη ηθική και στις ώρες τις κακές και σημαδιακές - ήταν αδιάκοπα παρόντες οι Έλληνες. Όχι μόνο δεν απουσίασαν ποτέ από την ιστορία, από το προσκήνιο της ιστορίας, αλλά υποχρέωσαν τη βία της ιστορίας να υποκύψει πάντοτε, έμμεσα ή άμεσα, στο πνεύμα τους. Η ιστορία του κόσμου θά 'ταν μόνο Βία χωρίς τον Έλληνα. Το πνεύμα - ως σοφία ή προφητεία - ζούσε, πριν από τους Έλληνες, αλλά και μετά τους Έλληνες, στους χώρους εκείνους της γης που δεν είχαν επηρεασθεί από την Ελλάδα, έξω από την ιστορία. Με τον Ελληνικό Λόγο, με την Ελληνική Παιδεία, υποχρεώθηκε η βία της ιστορίας να εγκαινιάσει τη μεγάλη διαλεκτική της έριδα με το πνεύμα. Ουσιαστικά, μόνον από τότε υπάρχει αληθινή ιστορία. Όλα τ' άλλα ήταν προϊστορία. Αληθινή ιστορία είναι η άμιλλα μεταξύ Βίας και Πνεύματος. Ύλης και Λόγου. Στο διαλεκτικό αυτό αγώνισμα, οι Έλληνες - ολιγάριθμοι, ασθενέστεροι ως ύλη απέναντι σχεδόν όλων των άλλων λαών - κρατήθηκαν αδιάκοπα στο στίβο ορθοί (ορθοί και ως ηττημένοι) με το πνεύμα τους, με το ήθος τους, με τη δύναμη της ψυχής τους.

Διάφορες φάσεις

Ας ρίξουμε μια ματιά στις διάφορες φάσεις της ζωής του Ελληνικού Γένους μετά τη μεγάλη εποχή που αρχίζει με τα Ομηρικά έπη και κλείνει με την πτώση του ελληνικού χώρου στα χέρια των Ρωμαίων. Τα βήματα που έκαμαν τότε οι Έλληνες, άνοιξαν τον δρόμο για την ανθρωπότητα. Χωρίς τα βήματα εκείνα, θα υπήρχαν λαοί και κράτη, αλλά «Ανθρωπότης» δεν θα υπήρχε.

Όταν έπεσε ο ελληνικός χώρος στην εξουσία των Ρωμαίων, το Ελληνικό Γένος όχι μόνο διατηρήθηκε, αλλά έκαμε τον κατακτητή να υιοθετήσει την Ελληνική Παιδεία. Πρώτη φορά σημειώθηκε ένα τέτοιο γεγονός στην ιστορία. Έπρεπε να υπάρχουν οι Έλληνες για να σημειωθεί. Θύμωνε ο Κάτων ο πρεσβύτερος όταν έβλεπε ότι όχι μόνον οι νεαροί Ρωμαίοι αλλά και πολλοί συγκλητικοί κρέμονταν από τα χείλη Ελλήνων φιλοσόφων. Δεν ήταν όμως και ο ίδιος λίγο ή πολύ, Έλλην; Θα μπορούσε, τάχα, να εκφωνεί τους λόγους που εκφωνούσε, αν δεν είχαν προηγηθεί η Ελληνική Πόλις και η Ελληνική Παιδεία; Όταν θέλησε ένας συγκλητικός να βρίσει τον Κικέρωνα, τον ονόμασε «Γραίκουλο». Χωρίς να το θέλει, τον εκολάκευσε. Ο Κικέρων - όπως και τόσοι άλλοι, ο Οβίδιος, ο Οράτιος, ο Βεργίλιος - επισκέφθηκε τις σχολές των Αθηνών και θέλησε ο ίδιος να θεωρείται Έλλην στο πνεύμα του. Έδειξε ιδιαίτερη στοργή και απέναντι των Ελλήνων της Κύπρου. Τέτοια ήταν η επιβολή του Ελληνικού πνεύματος στη Ρώμη, ώστε βρέθηκαν Ρωμαίοι που προτίμησαν να γράψουν ελληνικά παρά λατινικά. Όχι μόνον ο Αιλιανός, αλλά και ο αυτοκράτωρ Μάρκος Αυρήλιος.

Αφομοίωση του Χριστιανισμού

Αν δεν νικήθηκε το ελληνικό πνεύμα από τον κατακτητή Ρωμαίο, μπορούσε να νικηθή από τον Χριστιανισμό. Η «Αποκάλυψις» μπορούσε νά 'ναι κίνδυνος για την γνώση, την παιδεία, τον φιλοσοφικό λόγο. Εδώ έδειξε το Ελληνικό γένος την πιο μεγάλη του δύναμη. Κατόρθωσε να αφομοιώσει τον Χριστιανισμό, τον πρόβαλε με την ελληνική γλώσσα, και τις ίδιες περίπου ημέρες που ο Ιουλιανός ενόμιζε ότι, για να διασωθεί η Ελλάς έπρεπε να εγκαταλειφθεί ο Χριστιανισμός και να κτυπηθούν οι «Γαλιλαίοι» (όπως ονόμαζε τους Χριστιανούς), ο παλαιός συμφοιτητής του Μέγας Βασίλειος έγραφε την περίφημη πραγματεία του «Προς τους νέους», όπου παραλληλίζει και διασταυρώνει τη διδασκαλία του Ιησού με τους «ελληνικούς λόγους», καθώς και με το ήθος του Σωκράτους, του Ευκλείδου, ακόμα και του Περικλέους.

Η βυζαντινή αυτοκρατορία

Η βυζαντινή αυτοκρατορία εγκαινιάσθηκε ως ρωμαϊκό πολιτειακό σύστημα και ως λατινικό γλωσσικό καθεστώς. Μέσα σε ελάχιστο διάστημα χρόνου, το Ελληνικό Γένος, υπόδουλο στους Ρωμαίους επί πεντακόσια περίπου χρόνια, πραγματοποιεί έναν ιστορικό άθλο που δεν συγκρίνεται με τίποτε ανάλογο στον κόσμο. Χωρίς να εξεγερθεί και να επαναστατήσει, με μοναδικά όπλα το πνεύμα και τη γλώσσα, μετατρέπει ομαλά και αβίαστα το ρωμαϊκό κράτος, που δεν έπαψε να ονομάζεται «ρωμαϊκό» και ως την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως, σε κράτος ελληνικό. Τα χίλια χρόνια της βυζαντινής αυτοκρατορίας είναι χίλια χρόνια νέας εντονώτατης ελληνικής ιστορίας, νέων θαυμαστών επιτευγμάτων της ελληνικής ψυχής. Εκτός από όλα τ' άλλα επιτεύγματα του ελληνικού Βυζαντίου, ολόκληρος κόσμος λαών - των σλαυικών λαών - εισάγεται με την καθοδήγηση Ελλήνων Χριστιανών, στο χώρο της ιστορίας.

Η δουλεία

Φθάνει η κακή ώρα και το Ελληνικό Γένος υποδουλώνεται στους Τούρκους. Επεσήμανα ήδη τη δράση των Ελλήνων εκείνων, που, ως άτομα, ως φορείς Παιδείας, έφυγαν (άρχισαν να φεύγουν και πριν από την άλωση) και σκόρπισαν στη Δύση. Ας δούμε όμως και τι έγινε στις υπόδουλες εστίες του Γένους. Δεν έπαψε ούτε μια στιγμή να ανασαίνει έντονα η Ελληνική Ψυχή. Οι υπόδουλοι Έλληνες, άλλοτε συνδυάζοντας τη δράση τους με τους Δυτικούς ή τους Ρώσους, άλλοτε όμως και αυτόνομα, καταφεύγοντας στα βουνά τους, προκαλούν σχεδόν αδιάκοπα, σε διάστημα χρόνου που άλλους λαούς θα τους είχε κάμει να ξεχάσουν την ιστορική τους ύπαρξη, την προσοχή ολόκληρης της Ευρώπης. Ο Friedrich Holderlin, στα τέλη του ΙΗ' αιώνα, πλάθει με την ωραία φαντασία του ένα Νεοέλληνα ήρωα -τον Υπερίονα - και, συνδυάζοντας τον με τα γεγονότα του 1768, τον εμφανίζει ν' απελευθερώνει αυτός το Ναυαρίνο και να προχωρεί προς το Μυστρά μ' ένα ελληνικό κράνος στην κεφαλή του. Με πολλούς πρωτότυπους τρόπους σημειώνει την παρουσία του το Ελληνικό Γένος μέσ' στο χώρο της δουλείας του. Τα καράβια των Ελλήνων γίνονται αρμάδα ελευθερίας. Το «κρυφό σχολειό» - μια θαυμαστή επινόηση του αδούλωτου πνεύματος του δουλωμένου Γένους - μεταβάλλει την τρεμουλιαστή φλόγα του κεριού ή του κανδηλιού σε πυρσό Παιδείας. Τα μοναστήρια γίνονται οχυρά της ελληνικής ψυχής. Το εμπόριο θραύει τα δεσμά της δουλείας και καταργεί τα σύνορα του υπόδουλου Γένους με τους άλλους λαούς και τις άλλες χώρες. Να επιβληθεί το ελληνικό πνεύμα στον κατακτητή, όπως είχε επιβληθεί στους Ρωμαίους, αυτό δε μπορούσε, βέβαια, να γίνει. Οι Τούρκοι δεν είχαν την προδιάθεση να υιοθετήσουν την ελληνική Παιδεία, που τώρα πια ήταν και χριστιανική. Ο πορθητής Μωάμεθ, που ήξερε καλά ελληνικά, ήταν πρόθυμος - φιλοδοξώντας να εμφανισθεί στην ιστορία ως φυσικός διάδοχος των Ελλήνων αυτοκρατόρων - να προχωρήσει και ως εκεί. Και τον βοήθησε ο πατριάρχης Γενάδιος, ο πρώτος εθνάρχης των υπόδουλων Ελλήνων. Του έκαμε ακόμη και χριστιανική κατήχηση σε άπταιστα ελληνικά. Αλλά το πείραμα δεν μπορούσε να ευοδωθεί. Οι Έλληνες, όμως, κατόρθωσαν κάτι άλλο. Έγιναν ως άτομα, ως προσωπικότητες, απαραίτητοι στον κατακτητή. Έλληνες γίνονται σύμβουλοι των Σουλτάνων και παίρνουν τον υψηλό τίτλο του Μεγάλου Διερμηνέως. Λίγο αργότερα, γίνονται ηγεμόνες των παραδουνάβιων περιοχών μέσ' στην οθωμανική αυτοκρατορία άνδρες που η καταγωγή τους ήταν από το Αιγαίο. Ας θυμηθούμε επίσης ότι έπαρχος σε παραδουνάβια ηγεμονία ήταν σε μια περίοδο του ΙΗ' αιώνα ο Θεσσαλός Ρήγας ο Βελεστινλής. Τα Βαλκάνια είχαν σε μεγάλο βαθμό εξελληνισθεί, δηλαδή προσαρμοσθεί λίγο ή πολύ στον πνευματικό νόμο του ενός από τους πολλούς υπόδουλους λαούς, του λαού ακριβώς εκείνου που αριθμητικά και βιολογικά μειονεκτούσε. Η Ελληνική γλώσσα και Έλληνες λειτουργοί της Εκκλησίας έκαμαν τους Βουλγάρους να διατηρήσουν τη συνοχή τους. Αλβανοί έγιναν Έλληνες, αφομοιώθηκαν ως μεγάλες συμπαγείς κοινότητες από το Ελληνικό στοιχείο, ενώ το αντίστροφο φαινόμενο είναι άγνωστο.

Η Εθνεγερσία

Έτσι δεν μπορούσε παρά να σημάνει και η ώρα του '21, είτε είχε προηγηθεί η Γαλλική Επανάσταση, είτε όχι. Είναι δείγμα δουλικής υπακοής σε ξένα - στο βάθος ανθελληνικά - θεωρητικά κατασκευάσματα η προσπάθεια αναγωγής του '21 σε κοινωνικά αίτια, στην αστική τάξη και σε υλιστικές νομοτέλειες. Το '21 ήταν καθαρά ελληνικό γεγονός, όπως και ο Μαραθών. Τριακόσια χρόνια συνέχεια πριν από την Γαλλική επανάσταση, που μόνο περιστασιακά επηρέασε τον Ρήγα, όπως τον επηρέασε και η μορφή του Βοναπάρτη, δεν είχαν πάψει οι Έλληνες ούτε στιγμή να προετοιμάζονται για τη μεγάλη ημέρα, να εξεγείρονται ή να υπονομεύουν τον κατακτητή. Όση σχέση είχε αργότερα το Αρκάδι με κοινωνικά αίτια, άλλη τόση είχε το Μεσολόγγι. Το '21 ήταν το πλήρωμα Ελληνικού χρόνου. Αλλά το ελληνικώτατο αυτό γεγονός έγινε - κι' αυτό είναι επίσης θαυμαστό - γεγονός πανευρωπαϊκό. Το '21 ήταν η πρώτη μεγάλη ρωγμή στην Ιερά Συμμαχία. Και με την Ελληνική Επανάσταση εγκαινιάσθηκε, σ' ολόκληρη την Ευρώπη, ο αιώνας των εθνοτήτων. Δεν υπάρχει στην ιστορία των Ελλήνων μεγάλη ώρα που να μην είχε ταυτόχρονα πολύ ελληνικό χαρακτήρα και μεγάλη παγκόσμια σημασία.

Ο 20ός αιώνας

Θα σταθώ τώρα λίγο περισσότερο στον αιώνα μας. Είναι ο αιώνας που έκαμε την ιστορία κυριολεκτικά παγκόσμια, πανοικουμενική σε σχέση με τον πλανήτη μας. Πάει μάλιστα να την κάνει - αλλά κάποιο απρόβλεπτο όριο θα σταματήσει κάποτε και κάπου την ανέγερση του νέου πύργου της Βαβέλ - υπερπαγκόσμια, διαστημική. Το φυσικότερο θά 'ταν, σ' έναν τέτοιον αιώνα, οι μικροί λαοί νά 'χουν γίνει μικρότεροι. Οι διαστάσεις άλλαξαν ριζικά. Άλλες δυνατότητες θά 'πρεπε νά 'χει σε σχέση με τη Μεσόγειο το ολιγάριθμο ελληνικό Γένος, άλλες σε σχέση με την Ευρώπη, και άλλες σε σχέση με ολόκληρη την υδρόγειο σφαίρα. Και όμως, το Ελληνικό Γένος αγνόησε το νόμο των ποσοτικών αναλογιών. Οι ηγέτες της σημερινής Κίνας - με τη νεοπλουτική νοοτροπία ανθρώπων που, περιφρονώντας την προαιώνια σοφία της Ασίας, υιοθέτησαν μηχανικά την υλιστική επιστήμη της Ευρώπης, χωρίς να μπορούν και να την ελέγξουν με τα ευρωπαϊκά (δηλαδή, ελληνικά) κριτήρια του πνεύματος - απειλούν τον κόσμο με την προειδοποίηση ότι σε λίγα χρόνια ο λαός τους θά 'χει φθάσει στο ένα δισεκατομμύριο κορμιά. Ας την προσέξουν την προειδοποίηση αυτή η Σοβιετική Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Εμείς οι Έλληνες δεν έχουμε το δικαίωμα να την προσέξουμε. Αν πρόσεχαν οι Έλληνες τα υλικά κριτήρια των αριθμών, όχι μόνο στον αιώνα μας θα είχαν παραιτηθεί από κάθε αυτόνομη ιστορική αποστολή, αλλά και σ' αυτόν ήδη τον Ε' π.Χ. αιώνα θά 'πρεπε να είχαν θεωρήσει μάταιο ν' αντισταθούν στα αναρίθμητα ασιατικά στίφη των Περσών. Και δεν έλειψαν ποτέ - ούτε τότε, ούτε ως τα σήμερα - Έλληνες που νόμισαν ότι ήταν προτιμότερο να προσκολληθεί το ολιγάριθμο Γένος μας σε μεγάλες μάζες λαών, να υπηρετήσει τη δική τους ιστορική αποστολή και να χαθεί, έτσι, μέσα τους. Θα 'ταν κι αυτό - δηλαδή, το νά 'ρθουν οι «βάρβαροι» του Καβάφη και να δοθούμε εκούσια σ' αυτούς, ανοίγοντας μόνοι μας τις πύλες - «μια κάποια λύση». Θά 'ταν μια λύση άνετη, αλλά μικρή. Και το Γένος μας δεν διάλεξε, στην κρίσιμη ώρα, ποτέ την άνετη λύση, τη μικρή, έστω κι αν όσοι την προτείνουν εκάστοτε έχουν αρκετή δόση λογικής στα επιχειρήματα τους.

Στον αιώνα μας βρεθήκαμε συχνά - και βρισκόμαστε - μπροστά στο δίλημμα. Και προτιμήσαμε, τουλάχιστον ως την ώρα αυτή, τη δυσκολότερη λύση, όχι την άνετη και τη μικρή. Δεν εννοώ τους Βαλκανικούς πολέμους ή τη στάση μας στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο ή την ένδοξη, αλλά στο τέλος φοβερή, δοκιμασία μας στην Μικράν Ασία. Η δεκαετία εκείνη - 1912-1922 - έδωσε στο Γένος μας την ευκαιρία να αξιοποιήσει, σε υψηλό βαθμό, τις αρετές του, να δείξει (ειδικώτερα, από το 1915 ως το 1922) και τις εξίσου έμφυτες αδυναμίες του, αλλά κρίσιμα ιστορικά διλήμματα δεν παρουσίασε. Δραματικές πολιτικές εμπλοκές, που είχαν ποικίλες αιτιολογίες, έδωσαν, μετά το 1915, την εντύπωση ότι υπήρχαν βασικά ιστορικά διλήμματα, αλλά στο βάθος δεν υπήρχαν. Απόδειξη παρέχει το γεγονός ότι, μετά το 1920, συνεχίσθηκε η πολιτική που είχε προηγηθεί, συνεχίσθηκε - με μεγαλύτερη μάλιστα ένταση - η μικρασιατική εκστρατεία. Κάτι άλλο, λοιπόν, έφταιξε. Δίλημμα δεν είχε παρουσιάσει τότε η ίδια η ιστορία. Δεν θα επιμείνω περισσότερο στο κεφάλαιο αυτό της ζωής του Γένους μας, που έκλεισε με τη φοβερή εκρίζωση του μικρασιατικού Ελληνισμού και με άλλα τραγικά γεγονότα. Δεν έπαυσε η μνήμη όλων μας να είναι ευπαθής - ή και εμπαθής - και σέβομαι το πάθος και τον πόνο ή ακόμα και το πείσμα της μιας και της άλλης πλευράς.

Το 1940

Δίλημμα μπορούσε ιστορικά να γεννηθεί στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Στην Ευρώπη δεν υπήρχε κανένα πια ηπειρωτικό μέτωπο πολέμου. Η ενδοξότερη ηπειρωτική αντίπαλος της Γερμανίας, η Γαλλία, είχε πέσει. Η Σοβιετική Ένωση εξακολουθούσε νά 'ναι σύμμαχος της Γερμανίας. Η εκκένωση της Δουνκέρκης ήταν κατόρθωμα, αλλά κι ένα προηγούμενο που έδειχνε καθαρά ότι ούτε δύο βήματα από τις μητροπολιτικές ακτές της δεν μπορούσε η Μεγάλη Βρετανία να κρατήσει ένα προγεφύρωμα. Η περίπτωση της Δανίας, μιας χώρας υψηλού ηθικού πολιτισμού που βρέθηκε μπροστά σε ιδιότυπες περιστάσεις και δεν πρόλαβε καν να διαλέξει τη μια ή την άλλη στάση, μπορούσε να παραπλανήσει τους Έλληνες και να τους κάμει να νομίσουν ότι με κάποιον ανάλογο τρόπο θά 'ταν δυνατόν να παρακαμφθεί το δίλημμα μεταξύ θυσίας και υποταγής. Και όμως, η Ελλάς - η μικρή, η αδύνατη - δεν επηρεάσθηκε από κανένα αντικειμενικό περιστατικό. Όλα τα αντικειμενικά περιστατικά έπρεπε να την είχαν κάμει να συμβιβασθεί. Αλλά σκέφθηκε ότι, εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια, έχει αυτόνομη ιστορική αποστολή. Και έγινε το Θαύμα. Όταν παραμερίζει ο Έλλην τα αντικειμενικά περιστατικά που του λεν ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτε, γίνεται και το αδύνατο. Οι μήνες που κράτησε η Ελλάς ολομόναχη το μοναδικό ηπειρωτικό μέτωπο στην Ευρώπη, ήταν η συγκλονιστική κοσμοϊστορική απόδειξη ότι ποτέ δεν θα γίνουν περιττοί στον κόσμο και οι λίγοι ως αυτοτελής ιστορική μονάς. Κι' αυτό τάχθηκαν να το δείξουν, στον αιώνα της υπερτροφικής τεχνικής και των μεγάλων μαζικών δυνάμεων, μόνον οι Έλληνες. Πέρ' από την παγκόσμια ηθική σημασία του, το γεγονός τούτο είχε, στο έτος 1941, ένα συγκεκριμένο πρακτικό αποτέλεσμα που η αξία του είναι ανυπολόγιστη. Υποχρεώθηκε ο Χίτλερ να αναβάλει την επίθεση κατά της Ρωσίας τόσες εβδομάδες όσες αρκούσαν για να μην πέσει η Μόσχα.

Δεν έπαψαν οι Έλληνες και μετά τον Απρίλιο του 1941 να σημειώνουν, σε πολύ υψηλό ηθικό επίπεδο, την ιστορική παρουσία τους. Αλλά δεν έχω το δικαίωμα να πω ότι αυτό ήταν κάτι το ξεχωριστό. Σ' όλες τις κατεχόμενες χώρες, από τη Γαλλία ως την Πολωνία, και από τη Νορβηγία ως την Ελλάδα, οι λαοί έγραψαν σελίδες ηρωισμού. Το μοναδικό και ξεχωριστό έγινε στις 28 Οκτωβρίου του 1940. Και ό,τι πρέπει να θεωρηθεί πάλι ως κάτι το μοναδικό ήταν, μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, η φοβερή αιματηρή δοκιμασία που έληξε τον Σεπτέμβριο του 1949. Από οποιαδήποτε σκοπιά κι αν εξετάσει κανείς τη δοκιμασία αυτή - και υπάρχουν δυο βασικές, ίσως όμως και άλλες, σκοπιές στον κόσμο -, δε μπορεί παρά να αναγνωρίσει ότι και στην περίπτωση αυτή ήταν το ολιγάριθμο Ελληνικό Γένος ο αμνός που τάχθηκε να άρη τας αμαρτίας του κόσμου. Σταυρώθηκε πάλι. Αλλά και αναστήθηκε πάλι.

Κι ας φθάσουμε τώρα στο 1955. Ό,τι άρχισε, τότε, να διαδραματίζεται εδώ στην Κύπρο ανήκει, επίσης στην κατηγορία εκείνη των ιστορικών πράξεων που συνδυάσθηκαν με μέγα δίλημμα. Μια φούχτα Ελλήνων αποφάσισε ν' αντιπαραταχθεί σε μιαν αυτοκρατορία. Θα μπορούσαν κάλλιστα να σκεφθούν οι Έλληνες αυτοί την υλική τους άνεση που ως κάτοικοι βρετανικής αποικίας την είχαν εξασφαλίσει. Θα μπορούσαν επίσης να σκεφθούν ότι είναι μάταιο να πάρουν στα χέρια τους, στον αιώνα της τόσο εξελιγμένης πολεμικής τεχνικής, την σφενδόνη του Δαυίδ. Και όμως την πήραν. Και στις 6 Δεκεμβρίου του 1955, ένα από τα εκλεκτότερα πνεύματα του αιώνα μας, ο άτυχος Albert Camus, έγραφε, στο περίφημο άρθρο του «L' Enfant Grec», ένα άρθρο που του είχε εμπνεύσει η καταδίκη του Καραολή, ότι οι Έλληνες είναι ο ένας από τους λαούς, «dont l' Europe barbare aura besoin demain pour se refaire une civilisation».

Η ιστορία του Ελληνικού Γένους είναι, από τις αρχές της, δηλαδή από τις αρχές της ιστορίας του κόσμου, ως τα σήμερα, μια εποποιία. Αλλά το τίμημα της εποποιίας είναι βαρύ. Και δεν μπορούσε παρά νά 'ναι βαρύ. Το Γένος μας είναι βαρύτιμο. Η διαπίστωση αυτή δεν πρέπει να γεννάει αλαζονεία. Γέννησε, βέβαια, κατά το δεύτερο ήμισυ του ΙΘ' αιώνα κάποιο στόμφο, κάποια μεγαλοστομία. Θα την είχαν αποφύγει κι αυτήν οι κατά τα άλλα συμπαθείς και ευσυνείδητοι λόγιοι της περιόδου εκείνης, αν είχαν προσέξει περισσότερο τη φωνή του Σολωμού, μια φωνή συνεσταλμένη, γνησιώτατα ελληνική, φωνή «απ' τα κόκκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά». Η Ελληνική Δόξα δεν φορεί στην κόμη της άλλο στεφάνι παρά εκείνο που είναι «καμωμένο από λίγα χορτάρια».

Και το καταλάβαμε οι Έλληνες καλά, όταν στον αιώνα μας άρχισαν οι νέες μεγάλες δοκιμασίες. Η ιστορία μας εξακολουθεί να είναι μια μεγάλη εποποιία, αλλά μια εποποιία που πληρώνεται αδιάκοπα με δάκρυα και αίμα, και δεν επιτρέπει μεγαλοστομίες και αλαζονεία.

Τι είναι εκείνο που έκαμε δυνατή τη διάρκεια αυτής της εποποιίας; Όλοι οι ιστορικοί λαοί έχουν να επιδείξουν πράξεις επικού μεγαλείου. Στην περίπτωση, όμως του Ελληνικού Γένους είναι ο χρόνος - ο χρόνος των τριών χιλιάδων ετών - που μας υποχρεώνει να θέσουμε το ερώτημα. Και κάτι άλλο είναι το θαυμαστό. Οι Έλληνες - ο μόνος λαός που γράφει αδιάκοπα, τρεις χιλιάδες χρόνια, ωδές ενός ανεξάντλητου έπους - είναι λίγοι, είν' ένας από τους μικρότερους λαούς του κόσμου. Ούτε η υλική δύναμη του αριθμού ευνόησε το Ελληνικό Γένος, ούτε άλλες υλικές προϋποθέσεις του ήταν ευνοϊκές. Δεν ευνοήθηκε ούτε από τη γεωγραφική του θέση. Στενή ηπειρωτική βάση και νησιά είναι οι κοιτίδες του. Σ' ένα σταυροδρόμι ζει ανέκαθεν ο βασικός του κορμός. Ακριτικό φυλάκιο είναι η χώρα του.

Μόνο στη δύναμη του Ελληνικού πνεύματος - στη συνοχή και τη συνέχεια που εξασφάλισε το πνεύμα του λαού που πρώτος εγέννησε την ιδέα της Παιδείας - μπορούμε να αποδώσουμε το γεγονός ότι, εις πείσμα όλων των υλιστικών ερμηνειών της ιστορίας, τόσο λίγοι άνθρωποι κατόρθωσαν, σε τόσο μέγα διάστημα χρόνου, νά 'ναι αδιάκοπα παρόντες ως μονάς αυτόνομη και με παγκόσμια συνάμα ακτινοβολία. Έτσι επιστρέφω σε όσα επεσήμανα πριν επιχειρήσω την επισκόπηση των φάσεων της ιστορικής ζωής του Ελληνικού Γένους. Και θα κλείσω με μια σύνθεση.

Παιδεία και πνεύμα

Δύο βασικά στοιχεία συνθέτουν το ιστορικό νόημα του Ελληνικού Γένους. Δύο στοιχεία που είναι αλληλένδετα. Το ένα είναι το πνεύμα που έγινε πηγή Παιδείας. Αν χάσουμε τη συνείδηση του πνεύματος αυτού ως Ελληνικού πνεύματος, και το ανταλλάξουμε με τα διάφορα βιομηχανικά υποπροϊόντα της επιστήμης που επήγασε από την Ελλάδα, με τα διάφορα «ερζάτς» που κατασκευάσθηκαν σε φάμπρικες μαζικής παραγωγής, θα πάψουμε αργά ή γρήγορα νά 'μαστε Έλληνες. Εμείς οι λίγοι - οι τόσο λίγοι ανάμεσα σε ωκεανούς λαών - θα διατηρηθούμε μόνο και μόνον αν, με ανοιχτή βέβαια τη σκέψη και την καρδιά μας απέναντι όλων, κρατήσουμε το πνεύμα μας ελληνικό, δηλαδή ελεύθερο και ανεκτικό, μακριά από τα δεσμά οποιωνδήποτε κρατικών και κοινωνικών δογμάτων. Ο λαός που εγέννησε την Παιδεία ως Παιδεία Ελευθερίας θα διατηρηθεί και στο μέλλον, όπως διατηρήθηκε στο παρελθόν, αν μείνει πιστός στην ελληνικώτατη αρχή της Παιδείας αυτής, δηλαδή στην ελευθερία του πνεύματος.

Το δεύτερο στοιχείο που, μαζί με το πνεύμα ως πηγή Παιδείας, συνθέτει το ιστορικό νόημα του Ελληνικού Γένους, προκύπτει άμεσα από τη συνείδηση ότι υπακούουμε στο πνεύμα και όχι σε υλικές σκοπιμότητες. Όποιος έχει τη συνείδηση αυτή είναι έτοιμος για τη μεγάλη θυσία. Το δεύτερο λοιπόν στοιχείο που προσδιορίζει βασικά το Ελληνικό Γένος είναι η προθυμία για τη μεγάλη θυσία. Στα τρεις χιλιάδες χρόνια διατηρηθήκαμε - εμείς οι λίγοι, οι αδύνατοι, οι συχνότατα άστεγοι και ακάλυπτοι - μόνο και μόνο γιατί, έχοντας τη συνείδηση ότι υπερασπίζουμε ένα αγαθό μεγαλύτερο από τα πλουσιώτερα υλικά αγαθά, το αγαθό του Ελληνικού Πνεύματος, δεν επάψαμε να κάνουμε θυσίες που έγιναν παγκόσμια παραδείγματα. Οι θυσίες αυτές είναι, από τους αρχαίους χρόνους, ομαδικές, αλλά και συνυφασμένες κάθε τόσο με μερικά άτομα που τα ονόματα τους έγιναν παγκόσμια σύμβολα. Όπως ανάδειξε το Ελληνικό Γένος, στις κοιτίδες του και στη διασπορά του, προσωπικότητες μεγάλης πνευματικής αυθυπαρξίας, έτσι ανάδειξε, παράλληλα μ' αυτές, άτομα που με το ηρωικό ήθος τους ανέβηκαν στην κορυφή εκείνη, όπου η θυσία γίνεται φάρος για το λαό τους και για την ανθρωπότητα.

Με τον Ονήσιλο της Κύπρου και τον Λεωνίδα των Θερμοπυλών γεννήθηκε στην ιστορία του κόσμου η θυσία ως ιδέα, ως πέρα για πέρα συνειδητή ιστορική πράξη. Από τον Ονήσιλο και τον Λεωνίδα ως τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, και από τον μάρτυρα και ήρωα της πύλης του αγίου Ρωμανού ως την Ελληνίδα της Κύπρου Μαρία Συγκλητική, τον Ρήγα Φεραίο, τον Αθανάσιο Διάκο, τον ηγούμενο της μονής του Αρκαδίου, τον Χρυσόστομο της Σμύρνης και τον Αυξεντίου, αναρίθμητοι είναι οι Έλληνες ήρωες και μάρτυρες που, ως ισχυρότατοι κρίκοι, συγκροτούν και συγκρατούν αδιάσπαστη τη χρυσή αλυσίδα του Ελληνικού Γένους. Η αλυσίδα αυτή άνθεξε τρεις χιλιάδες χρόνια. Ας μη παραμελήσουμε την ποιότητα του ευγενικού μετάλλου της. Ας μη την ανταλλάξουμε με μέταλλα ξένα που, όσο κι αν μοιάζουν ισχυρά και λάμπουν, είναι προορισμένα να σκουριάσουν. Από εμάς σήμερα και από τις γενεές Ελλήνων που, με το θέλημα του Θεού, θα μας διαδεχθούν, εξαρτάται η επιβίωση του Ελληνικού Γένους άλλες τρεις χιλιάδες χρόνια ή μάλλον έως τη συντέλεια του κόσμου.


ΚΡΑΤΥΛΟΣ