Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012

Η ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΝΑΥΑΓΙΩΝ

Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται κατά των θαλάσσιων μικροοργανισμών
 
«Δύο είναι οι μέθοδοι της προστασίας ξύλινων ναυαγίων στην Ελλάδα, in situ, δηλαδή μέσα στο θαλάσσιο περιβάλλον στον οποίο έχουν εντοπισθεί: Η πρώτη χρησιμοποιεί γεωύφασμα και η δεύτερη βασίζεται στον εγκιβωτισμό του ναυαγίου. Και οι δύο όμως είναι πρωτοποριακές».
Αυτό ανέφερε στην ομιλία της στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο η δρ Αναστασία Πούρνου ειδικευμένη στην προστασία του ξύλου από μικροοργανισμούς που αναπτύσσονται στη θάλασσα και καταστρέφουν τα αρχαία ναυάγια.

Το γεγονός, ότι η υποβρύχια αρχαιολογία έχει αναπτυχθεί ιδιαίτερα κατά τις τελευταίες δεκαετίες είχε ως αποτέλεσμα την αποκάλυψη πολλών ξύλινων ναυαγίων, τα οποία όμως από τη στιγμή, που θα έρθουν στο φως σε οικοσυστήματα, όπως το μεσογειακό μπορεί να αφανιστούν μέσα σε πολύ μικρό, χρονικό διάστημα.

«Γιατί το ξύλο των ναυαγίων, που θα βρεθεί πάνω από το ίζημα, λόγω μιας ανασκαφής ή λόγω υδροδυναμικών φαινομένων θα εποικιστεί άμεσα από θαλάσσιους ξύλο - διατρητικούς οργανισμούς (wood borers), που εντός ολίγων ετών θα το αποδομήσουν ολοκληρωτικά», είπε η ίδια. Συνεπώς, εάν μετά την αποκάλυψη το ξύλο δεν επαναταφεί σύντομα στο ίζημα όπου βρισκόταν, δηλαδή αν δεν επιστρέψει στο περιβάλλον ταφής του, που το διατήρησε ως σήμερα, κινδυνεύει να χαθεί για πάντα.

Οι οργανισμοί από τους οποίους κινδυνεύει το ξύλο μέσα στη θάλασσα ανήκουν κυρίως στα μαλάκια και στα καρκινοειδή. Να σημειωθεί όμως ότι το ξύλο ως αρχαιολογικό εύρημα μπορεί να προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για την αξιοποίηση της ξυλείας από τον άνθρωπο σε διάφορες εποχές και κατά συνέπεια μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά στη μελέτη και την ερμηνεία του φυσικού, κοινωνικού και οικονομικού περιβάλλοντος.

Μόνο στη Μεσόγειο άλλωστε έχουν καταγραφεί πάνω από 2000 αρχαία ναυάγια ενώ η UNESCO υπολογίζει, ότι υπάρχουν περίπου 3 εκατομμύρια ναυάγια σε όλο τον κόσμο, που δεν έχουν ακόμα ανακαλυφθεί. Οσο κι αν φαντάζεται κανείς όμως, ότι πρωτίστως τα ναυάγια αποκαλύπτονται από τις αρχαιολογικές έρευνες, η αλήθεια είναι, ότι αυτό συντελείται συνήθως από την μετακίνηση ιζημάτων λόγω αλλαγής του υδροδυναμικού καθεστώτος του υποθαλάσσιου χώρου, που οφείλεται σε φυσικούς παράγοντες: τεκτονικά ρήγματα, ένταση και διεύθυνση ρευμάτων, σύσταση ιζήματος, γεωμορφολογία κ. λ. π.

Η επόμενη αιτία είναι οι ανθρωπογενείς επεμβάσεις τόσο στο παράκτιο όσο και στο υποθαλάσσιο περιβάλλον (κατασκευαστικά έργα σε λιμάνια, φράξιμο χειμάρρων, τουρμπίνες πλοίων, αλιεία κ. λ. π). Οσο για τις αρχαιολογικές υποβρύχιες έρευνες, κι αυτές μπορεί να εκθέτουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα τα ναυάγια εκτός ιζήματος.

Ο μεγάλος όγκος των ξύλινων ναυαγίων που ανακαλύπτονται αποτελεί έτσι, ένα σημαντικό πρόβλημα όσον αφορά στην προστασία και στη συντήρησή τους. Για το λόγο αυτό μάλιστα η προστασία της υποβρύχιας πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί βασική προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Ενωσης αλλά και διεθνών οργανισμών (ICOMOS, UNESCO).

Ολοι αυτοί οι οργανισμοί δίνουν έμφαση στη διαχείριση και προστασία των ναυαγίων in situ, κυρίως επειδή στις μέρες, στα περισσότερα κράτη του κόσμου η ανέλκυση, συντήρηση και έκθεση ένυδρης αρχαιολογικής ξυλείας μεγάλου όγκου, δεν είναι οικονομικά εφικτή.

«Υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις που ακολουθούνται στην Μεσόγειο για την in situ προστασία αρχαίων ναυαγίων»
είπε η κυρία Πούρνου. «Στο ελλαδικό χώρο όμως έχουν αναπτυχθεί κατ΄ αρχάς η χρήση γεωυφασμάτων, που σε περιβάλλοντα χαμηλής υδροδυναμικής μπορούν να λειτουργούν ως φυσικά φράγματα στην εποίκηση ξύλο - διατρητικών οργανισμών και να δημιουργούν αναερόβιες συνθήκες ταφής και κατά δεύτερον στον εγκιβωτισμό του ξύλινου μέρους των ναυαγίων μέσα στο ίζημα που εξασφαλίζει σταθερές ατοξικές συνθήκες σε περιβάλλοντα υψηλής υδροδυναμικής», κατέληξε.
 



Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012

ΑΝΑΚΑΛΥΦΘΗΚΕ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ - ΔΕΙΤΕ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

Βούλγαροι αρχαιολόγοι αποκάλυψαν έναν μοναδικό θρακικό θησαυρό κατά τη διάρκεια ανασκαφών στον τύμβο του Ομουρτάγκ στη σημερινή Βουλγαρία.

Η ανακάλυψη έγινε από ομάδα αρχαιολόγων με επικεφαλής την καθηγήτρια Diana Gergova του Εθνικού Ινστιτούτου Αρχαιολογίας της Βουλγαρικής Ακαδημίας Επιστημών. Οι ερευνητές εντόπισαν...

 τμήματα ενός ξύλινου κιβωτίου που περιείχε απανθρακωμένα οστά και αρκετά εξαιρετικά καλοδιατηρημένα χρυσά αντικείμενα, που χρονολογούνται στο τέλος του 4ου με αρχές του 3ου αι. π.Χ.

Στα ευρήματα, συνολικού βάρους περίπου 1,5 κιλού, περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, τέσσερα σπειροειδή βραχιόλια, ένα δαχτυλίδι και διακοσμημένα ηνία αλόγου. Ο θησαυρός ήταν πιθανότατα τυλιγμένος σε χρυσοκέντητο ύφασμα, καθώς, όπως δήλωσε η Gergova, κοντά σε αυτόν εντοπίστηκαν χρυσές κλωστές.


Η επικεφαλής της ανασκαφής ανέφερε ότι μάλλον πρόκειται για κατάλοιπα κάποιας τελετουργικής ταφής και πρόσθεσε ότι η ομάδα ελπίζει να ανακαλύψει στο μέλλον έναν σημαντικό χώρο ταφής, που ίσως σχετίζεται με την ταφή του βασιλιά των Γετών Κοθήλα, ενός από τους πεθερούς του Φιλίππου Β’ της Μακεδονίας. Σημείωσε δε ότι πρόκειται για ένα μοναδικό εύρημα, πρωτόγνωρο για τη Βουλγαρία.


Η Gergova ελπίζει ότι ο θησαυρός θα αποτελέσει δέλεαρ για το Υπουργείο Πολιτισμού της Βουλγαρίας ώστε να χρηματοδοτήσει πλήρως τις ανασκαφές στη θέση αυτή, που αποτελεί μέρος της νεκρόπολης όπου βρίσκεται ο τάφος του Σβεστάρι, ο οποίος συμπεριλαμβάνεται στη λίστα μνημείων παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς της UNESCO. Εξέφρασε επίσης την επιθυμία της ο τύμβος του Ομουρτάγκ να μετατραπεί σε μουσείο, τμήμα του οποίου θα αποτελεί ο χώρος της ανασκαφής.


arxaiologia.gr
























 http://krasodad.blogspot.gr/2012/11/vid-pic_9.html

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012

Η ΕΛΛΗΝΟΚΑΜΑΡΑ ΤΗΣ ΚΑΣΟΥ

Η Κάσος βρίσκεται στα νότια Δωδεκάνησα, μεταξύ Καρπάθου και του ανατολικού άκρου της Κρήτης (Κάβο Σίδερο).
Το σπήλαιο Ελληνοκαμάρα εντοπίζεται στη γενικότερη περιοχή του χωριού Αγ. Μαρίνα, περίπου 1200 μ. δυτικά του δημοτικού δρόμου προς τις θέσεις Παραϊσι και Αγιασμάκι μετά την εκκλησία του Αγ. Φανουρίου και σε υψόμετρο 125 μ. από την επιφάνεια της θάλασσας. Στην Ελληνοκαμάρα φτάνει κανείς από ένα ήπια ανηφορικό πλακοστρωμένο μονοπάτι μήκους περίπου 300 μ. Το σπήλαιο έχει ένα μεγάλο φυσικό άνοιγμα με όψη στον Βορρά, το οποίο έχει φραγεί στην αρχαιότητα με μία μνημειακή τοιχοδομή.

Στον αρχαιολογικό χώρο που αποτελείται από τρεις (3) αναβαθμούς, κατά την ανασκαφική έρευνα, βρέθηκαν λαξεύματα στο φυσικό βράχο που σχηματίζουν χώρους όπου γινόταν επεξεργασία πηλού που χρησιμοποιήθηκε για το μερικό στρώσιμο του δαπέδου του εσωτερικού χώρου και ίσως για την επισκευή μεγάλων αγγείων. Αποκαλυφθήκαν επίσης δύο δεξαμενές το δάπεδο των οποίων είναι στρωμένο με εγκάρσια κομμένα βότσαλα και τοποθετημένα μέσα σε υδραυλικό μείγμα. Τα τοιχώματα των δεξαμενών είναι επιχρισμένα με το ίδιο μείγμα σε όλο τους το σωζόμενο ύψος. Η μια δεξαμενή είναι μεγάλη και βρίσκεται ψηλότερα κατά 2,00 μ. από την δεύτερη. Έχει οπή απορροής στη βόρειο ανατολική της γωνία για τον καθαρισμό από τα διάφορα φερτά υλικά και λάσπη. Η δεύτερη είναι μικρότερη και χρησίμευε για την αποδοχή των υλικών από τον καθαρισμό της μεγαλύτερης. Στο δάπεδο της υπάρχει λάκκος για την καθίζηση βαρειών υλικών. Και οι δύο είναι της ίδιας εποχής και τεχνοτροπίας. Στον εξωτερικό χώρο του σπηλαίου βρέθηκαν συστάδες οστράκων διαφόρων χρηστικών αγγείων του 4ου και 3ου αιώνα π.Χ. καθώς και λιγοστά σποραδικά προϊστορικά και τμήματα λεπίδων οψιανού.

Η πρόσβαση στο εσωτερικό γίνεται από είσοδο που βρίσκεται περίπου 2,00 μ. χαμηλότερα από το επίπεδο του αναβαθμού στον αμέσως εξωτερικό χώρο, και γίνεται από κλίμακα με 7 κανονικά λαξευμένα σκαλοπάτια. Ένας μνημειακός τοίχος από 41 κανονικά λαξευμένους ογκόλιθους διαφόρων μεγεθών σε επτά οριζόντιες σειρές, φράζει το φυσικό άνοιγμα του σπηλαίου.

Μπαίνοντας ο επισκέπτης βρίσκεται σε ένα προθάλαμο όπου υπάρχουν δυο θύρες που οδηγούν ανατολικά και δυτικά. Ο εσωτερικός χώρος, συνολικού εμβαδού 250 τ.μ. περίπου, χωρίζεται σε τρεις χώρους, ανατολικό, κεντρικό και δυτικό. Στον ανατολικό, που είναι και ο μεγαλύτερος, βρέθηκε εστία στην ΒΑ γωνία και δίπλα δυο θέσεις τοποθέτησης μεγάλων αποθηκευτικών πίθων. Όστρακα χρηστικών αγγείων 5ου, 4ου και 3ου αιώνα υπήρχαν στις επιχώσεις των δυο δαπέδων. Στην ανατολική πλευρά υπάρχουν κόγχες για την τοποθέτηση πιθανώς λυχναριών μια και το τεχνητό φως ήταν η μόνη πηγή φωτισμού. Ο δυτικός χώρος χρησιμοποιήθηκε μάλλον για την αποθήκευση κρασιού αλλά και διαφόρων χρηστικών αγγείων. Εδώ πιθανά να υπήρχε βωμός στο ΒΔ τμήμα του χώρου όπως φαίνεται από ένα μεγάλο ακατέργαστο κομμάτι καθαρού χονδρόκοκκου γύψου. Και στον δυτικό χώρο υπήρχαν σωροί από όστρακα που μάλλον είχαν σπάσει μέσα στον χώρο, που άλλα σωρεύτηκαν κοντά στην εσωτερική πλευρά της τοιχοδομής και άλλα στον περιβάλλοντα εξωτερικό χώρο. Ο κεντρικός χώρος ήταν προσβάσημος από μια θύρα στον δυτικό χώρο που είχε φραγεί στην αρχαιότητα. Στα δυτικά τοιχώματα του χώρου υπάρχει μικρή γούρνα για τη συλλογή νερού που στάζει. Βρέθηκαν θεμέλια μικρών τοιχίσκων ενώ στο νοτιότερο τμήμα του βρέθηκαν τοιχίσκοι σε σημείο που υπήρχε σταγονορροή, καλυμμένοι από ιζηματογενές υλικό, που υποδηλώνει ανθρώπινη παρουσία από την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού τουλάχιστο. Χαρακτηριστική είναι εδώ η παντελής απουσία οστράκων.

Το πλήθος των οστράκων τόσο στον εσωτερικό, όσο και στον εξωτερικό χώρο της Ελληνοκαμάρας, αλλά και ο τρόπος εναπόθεσης των, το στρώμα καταστροφής που παρατηρήθηκε στο εσωτερικό αλλά και στην κλίμακα, η έλλειψη ικανού αριθμού οστράκων πέραν του 3ου αιώνα π.Χ., και η φραγή των δύο εισόδων του σπηλαίου κατά την αρχαιότητα, ενισχύουν την άποψη για καταστροφικό σεισμό που έκανε το σπήλαιο επικίνδυνο για παρά πέρα χρήση. Η σώρευση των οστράκων έγινε αμέσως μετά το σεισμό σε μία προσπάθεια καθαρισμού για να περισωθεί ό,τι ακόμα είχε μείνει άθικτο. Αυτό φαίνεται και από την απουσία ακεραίων αγγείων. Από τα σποραδικά προϊστορικά όστρακα και τα ψήγματα οψιανού, αλλά και από τους τοιχίσκους του κεντρικού χώρου, μπορεί να θεωρηθεί ότι το σπήλαιο χρησιμοποιήθηκε από τις αρχές της Εποχής του Χαλκού σαν χώρος κατοικίας. Στα μετέπειτα χρόνια χρησιμοποιήθηκε σαν ιερό κάποιας θεότητας μέχρι την εγκατάλειψη του.

Η ιδιαιτερότητα του σπηλαίου της Ελληνοκαμάρας είναι η μνημειακή τοιχοδομή που φράζει την φυσική είσοδο, που κτίστηκε γύρο στο τέλος του 5ου αιώνα π.Χ. Σώζεται σχεδόν ολόκληρη μέχρι σήμερα και το καθιστά μοναδικό σε όλη την Ελλάδα. Την ίδια περίοδο έγινε και η διαμόρφωση του ανατολικού χώρου με τη λάξευση των φυσικών τοιχωμάτων και του δαπέδου ώστε να διευρυνθεί ο χώρος. Το υλικό που εξορύχθηκε χρησιμοποιήθηκε για το κτίσιμο της μνημειακής τοιχοδομής, πρακτική που εφαρμόζονταν στην Μ. Ασία κατά τον 5ο π.Χ. αιώνα σε μεγάλες οχυρωματικές κατασκευές. Οι εργασίες αυτές είχαν σαν αποτέλεσμα να χαθούν στοιχεία προηγουμένων εποχών.

Η θέση του σπηλαίου σε υψόμετρο, τα ευρήματα, η σταγονορροή στο εσωτερικό και οι εξωτερικές δεξαμενές, πιθανό να δηλώνουν τη λατρεία κάποιας θεότητας που έχει σχέση με τα νερά, όπως των Νυμφών. Το πλήθος των οστράκων χρηστικών αγγείων, μπορεί να υποδηλώνει κάποια γιορτή που γινόταν με την ευρεία συμμετοχή κοινού.

Στη γενικότερη περιοχή της θέσης Αγιασμάκι υπάρχουν και άλλες σπηλιές η έρευνα των οποίων πιθανά να δώσει περισσότερα στοιχεία τόσο για την χρήση της Ελληνοκαμάρας όσο και για τη λατρεία και τις θρησκευτικές συνήθειες των κατοίκων της Κάσου κατά την αρχαιότητα.

Η αρχαιολογική έρευνα άρχισε το καλοκαίρι του 1986 και για τα επόμενα καλοκαίρια μέχρι το 1990. Τότε εκπονήθηκαν και τα αρχιτεκτονικά σχέδια κατασκευής πλακόστρωτου μονοπατιού και ενός πλατώματος θέασης καθώς και η οικονομοτεχνική μελέτη του έργου. Το 2007 η Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας Νοτίου Ελλάδος ενέταξε τη μελέτη αυτή στο πρόγραμμα Interreg III με ένα σπήλαιο στην Κύπρο (σπήλαιο Πιθάρκα) για χρηματοδότηση τόσο της ανασκαφής του σπηλαίου, της αξιοποίησής του και της κατασκευής του πετρόκτιστου μονοπατιού μήκους 300 μέτρων περίπου. Όλο το έργο  ολοκληρώθηκε το 2009 και παραδόθηκε στις αρχές του 2010.

Την έρευνα έκανε ο αρχαιολόγος Γιάννης Γ. Σακελλαράκης, που επέβλεψε και την κατασκευή του μονοπατιού.

http://www.provoleas.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=17594&Itemid=37


Παρασκευή 5 Οκτωβρίου 2012

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΑ ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΑ - ΔΥΤΕΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΟΝΤΑΙ ΞΑΝΑ ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΟΠΟΥ ΒΡΕΘΗΚΕ Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ

Το 1900, Έλληνες σφουγγαράδες έπεσαν πάνω σε έναν «σωρό από πεθαμένες, γυμνές γυναίκες» στο βυθό κοντά στο μικροσκοπικό νησί των Αντικυθήρων. Αποδείχθηκε ότι οι μορφές αυτές δεν ήταν πτώματα αλλά χάλκινα και μαρμάρινα αγάλματα, μέρος ενός φορτίου κλεμμένων ελληνικών θησαυρών, που χάθηκε όταν το ρωμαϊκό πλοίο που τους μετέφερε βυθίστηκε δύο χιλιάδες χρόνια πριν προσκρούοντας στα ύπουλα βράχια του νησιού.
Ήταν το πρώτο ναυάγιο που ερευνήθηκε από αρχαιολόγους και έκρυβε το μεγαλύτερο σύνολο αρχαίων θησαυρών που είχε βρεθεί ποτέ. Ωστόσο η επιχείρηση διάσωσης –που πραγματοποιήθηκε κάτω από δύσκολες συνθήκες και με ανεπαρκή εξοπλισμό- δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Έτσι, αυτό το μήνα, εφοδιασμένοι με την πιο σύγχρονη τεχνολογία κατάδυσης, οι επιστήμονες επιστρέφουν στη θέση.
Μεταξύ 1900 και 1901, οι σφουγγαράδες ανέσυραν μια σειρά από συγκλονιστικές αρχαιότητες, μεταξύ των οποίων όπλα, κοσμήματα, έπιπλα και κάποια εξαιρετικά αγάλματα. Το πιο διάσημο εύρημά τους όμως ήταν ένα στραπατσαρισμένο άμορφο σώμα, που επί μήνες είχε ξεχαστεί στην αυλή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου της Αθήνας, μέχρι που έσπασε και άνοιξε για να αποκαλύψει ένα σύνολο από γρανάζια, καντράν και επιγραφές.
Οι επιστήμονες χρειάστηκαν περισσότερα από εκατό χρόνια για να αποκωδικοποιήσουν τον τρόπο λειτουργίας αυτών των σκουριασμένων θραυσμάτων, με ακτίνες Χ και σάρωση από αξονικό τομογράφο, και να βρεθούν μπροστά σε έναν πολύπλοκο ωρολογιακό μηχανισμό που χρησιμοποιούνταν για να υπολογίζει τις κινήσεις των ουράνιων σωμάτων και των πλανητών στο στερέωμα.
Βαφτίστηκε Μηχανισμός των Αντικυθήρων και είχε δείκτες με τη βοήθεια των οποίων αναπαριστώνταν οι θέσεις του ήλιου, της σελήνης και των πλανητών στον ουρανό, καθώς και ένα αστρολογικό ημερολόγιο, επίσης προβλέπονταν οι εκλείψεις, αλλά και προσδιοριζόταν ο χρόνος τέλεσης αθλητικών αγώνων, όπως οι Ολυμπιακοί.
Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό τεχνολογικό επίτευγμα που έφερε επανάσταση στην αντίληψή μας για τις ικανότητες των αρχαίων Ελλήνων. Τίποτε που να πλησιάζει έστω την πολυπλοκότητα αυτού του μηχανισμού δεν είναι γνωστό για τα επόμενα τουλάχιστον χίλια χρόνια και την εμφάνιση των μηχανικών ρολογιών στη μεσαιωνική Ευρώπη.
Υπάρχουν ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα, όπως το από πού προέρχεται και ποιος τον κατασκεύασε (ο Ποσειδώνιος, ένας φιλόσοφος που έζησε στη Ρόδο τον 1ο αιώνα π.Χ. είναι ένας υποψήφιος, ενώ και ο ιδιοφυής Αρχιμήδης του 3ου αι. π.Χ. μπορεί να εφηύρε αυτού του είδους τη συσκευή). Ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια όμως γύρω από τον Μηχανισμό των Αντικυθήρων κρύβεται στο ναυάγιο όπου βρέθηκε. Τι άλλο υπάρχει θαμμένο εκεί κάτω;
Το ναυάγιο βρίσκεται σε βάθος 60 μέτρων, μέσα στα παγωμένα, διαρκώς ταραγμένα νερά και ανάμεσα σε βράχια – ένα δυσπρόσιτο μέρος. Οι σφουγγαράδες που ανέσυραν το φορτίο του φορούσαν ογκώδεις μεταλλικές στολές δυτών και είχαν μικρή επίγνωση των κινδύνων της κατάδυσης σε τέτοιο βάθος. Όταν εγκατέλειψαν το εγχείρημά τους, δύο από αυτούς ήταν παράλυτοι από τη νόσο των δυτών και ένας ήταν νεκρός. Άφησαν πίσω τους ιστορίες εγκαταλειμμένων θησαυρών, μεταξύ των οποίων εκείνη για μεγάλων διαστάσεων μαρμάρινα αγάλματα που κύλισαν στις απότομες υποθαλάσσιες πλαγιές και έφτασαν σε σημεία απρόσιτα.
Ο ερευνητής των βυθών Ζακ Κουστώ αφιέρωσε μερικές ημέρες στο σημείο του ναυαγίου το 1978 και ανέσυρε μερικά πολύτιμα, μικρότερα αντικείμενα, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων νομισμάτων από τα μικρασιατικά παράλια, στα οποία βασίστηκε η υπόθεση ότι το πλοίο απέπλευσε από τη Μικρά Ασία γύρω στο 70-60 π.Χ. (πιθανότατα μεταφέροντας λάφυρα πολέμου από τις ελληνικές αποικίες πίσω στη Ρώμη). Ακόμη όμως και με την άρτια καταδυτική τους εξάρτυση, οι δύτες του Κουστώ δεν μπόρεσαν να μείνουν παρά μερικά λεπτά στο σημείο του ναυαγίου χωρίς να κινδυνεύσουν από τη νόσο των δυτών.
Έκτοτε κανένας δεν επέστρεψε στο ναυάγιο των Αντικυθήρων. Τώρα, ύστερα από χρόνια διαπραγματεύσεων με τις ελληνικές αρχές, ο Brendan Foley, αρχαιολόγος εναλίων ερευνών από το Ωκεανογραφικό Ινστιτούτο Woods Hole στη Μασαχουσέτη πήρε επιτέλους την άδεια για υποβρύχιες έρευνες στα Αντικύθηρα. Ο Foley συνεργάζεται με Έλληνες αρχαιολόγους, μεταξύ των οποίων ο Θεοτόκης Θεοδούλου της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων.
Η ομάδα άρχισε μία έρευνα διάρκειας τριών εβδομάδων χρησιμοποιώντας αναπνευστικές συσκευές κλειστού κυκλώματος, οι οποίες ανακυκλώνουν το αχρησιμοποίητο οξυγόνο της κάθε ανάσας και επιτρέπουν στους δύτες να παραμένουν για περισσότερη ώρα σε μεγάλο βάθος. Στόχος της ομάδας είναι να ερευνηθεί ενδελεχώς και για πρώτη φορά η θέση του ναυαγίου, προκειμένου να απαντηθεί οριστικά το ερώτημα του τι έχει απομείνει σε αυτό – αλλά και να ελεγχθεί η πλαγιά, σε βάθος 70 και πλέον μέτρων, για να διαπιστωθεί αν οι ιστορίες των χαμένων αγαλμάτων είναι αληθινές.
Τα αντικείμενα που αναμένεται να βρεθούν θα παρέχουν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την προέλευση ή τον ιδιοκτήτη του πλοίου. Επίσης, δεν έχουν βρεθεί ακόμη όλα τα τμήματα του Μηχανισμού των Αντικυθήρων. Πρόκειται απλά για μια εικασία, αλλά ίσως τα κομμάτια που λείπουν να βρίσκονται όντως ακόμη στο βυθό.
Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί το μεγαλύτερο επιστημονικό θέλγητρο για τον Foley. Η ομάδα του θα καταδυθεί επίσης σε όλη την περίμετρο του νησιού, καλύπτοντας περίπου 17 ναυτικά μίλια, και χρησιμοποιώντας προωστήρες τύπου Τζέιμς Μποντ για να κινείται πιο γρήγορα. Ο Foley ελπίζει ότι οι έρευνες αυτές θα αποκαλύψουν μια ολόκληρη ομάδα άγνωστων μέχρι τώρα ναυαγίων.
Το νησί των Αντικυθήρων βρίσκεται στο μέσον μιας πολυσύχναστης στους αρχαίους χρόνους εμπορικής οδού: ήταν ένα δύσκολο, βραχώδες πέρασμα, όπου συχνά βυθίζονταν πλοία σε θύελλες. Στους ρωμαϊκούς χρόνους ήταν κέντρο πειρατών. Έτσι λοιπόν, υπάρχουν πολλές πιθανότητες να υπάρχουν και άλλα ναυάγια εκεί, απ’ όλες τις ιστορικές περιόδους.
Σε μια διήμερη αναγνωριστική έρευνα που πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο, ο Foley και η ομάδα του ανακάλυψαν το ναυάγιο ενός βρετανικού πολεμικού πλοίου, του HMS Nautilus, το οποίο είχε χαθεί το 1807, αλλά και ένα σύνολο από αρχαίες άγκυρες, κεραμική και ένα ναυτικό όπλο του 19ου αιώνα.
Αυτό σημαίνει πιθανότατα ότι η περιοχή δεν λεηλατήθηκε από αρχαιοκαπήλους (πράγμα που εξηγείται και λόγω της δυσκολίας της κατάδυσης στο σημείο), άρα τα ναυάγια που ίσως βρίσκονται στο βυθό θα είναι άθικτα. Ο Foley λέει ότι όλη η ομάδα αδημονεί και είναι ενθουσιασμένη με την αποστολή, περιμένοντας εξαιρετικά ευρήματα.
Σημειώνει επίσης ότι το πλοίο των Αντικυθήρων με το πολύτιμο φορτίο του είναι απίθανο να ταξίδευε μόνο του. Όταν βυθίστηκε, ίσως ναυάγησαν και άλλα πλοία του ίδιου στόλου. Θα μπορούσε άραγε ένα από αυτά να περιέχει έναν δεύτερο Μηχανισμό των Αντικυθήρων; Εδώ και εκατό χρόνια, η συσκευή αυτή που εμπνέει δέος, είναι το μοναδικό τεκμήριο και το μόνο κλειδί κατανόησης μιας τεχνολογίας που παρέμενε χαμένη επί χιλιετίες. Αυτό ίσως -απλά ίσως- αλλάξει τώρα.

http://www.archaiologia.gr/



Τρίτη 2 Οκτωβρίου 2012

Η ΧΩΡΑ ΣΕΡΙΦΟΥ ΘΑ ΚΗΡΥΧΤΕΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ


Η Σέριφος, το νησί που έζησε ο Περσέας και από το οποίο ξεκίνησε την περιπετειώδη διαδρομή του μέχρι να βρει τη Γοργόνα Μέδουσα, κρύβει πολλούς θησαυρούς, όχι μόνο φυσικού κάλλους αλλά και αρχαιολογικούς. Γι’ αυτό το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο (ΚΑΣ), στην τελευταία του συνεδρίαση, αντιμετώπισε θετικά την πρόταση κήρυξης του αρχαιολογικού χώρου της Χώρας της Σερίφου.
Οι σημαντικές αρχαιότητες στην ευρύτερη περιοχή της πανέμορφης Χώρας ήταν αυτές που οδήγησαν τα μέλη του ΚΑΣ να γνωμοδοτήσουν ομόφωνα υπέρ της κήρυξης του αρχαιολογικού χώρου της, στον οποίο θα ενταχθεί ο μεσαιωνικός οικισμός, το Κάστρο και οι μεταβυζαντινοί ναοί, ένας αρκετά εκτεταμένος αδόμητος χώρος –στον οποίο έχουν βρεθεί ψηφιδωτά δάπεδα–, καθώς και ο ναός της Παναγίας (Γενέσιον της Θεοτόκου). Εκτός του αρχαιολογικού χώρου θα βρεθεί η συνοικία Λάκκα, λόγω απουσίας ευρημάτων.
Το νησί, γνωστό στην αρχαιότητα και ως «Σιδηρά Νήσος» λόγω των μεταλλείων της, κατοικήθηκε από τους προϊστορικούς χρόνους, ενώ σε διάσπαρτα σημεία έχουν βρεθεί αρχαιότητες που χρονολογούνται από την πρωτοκυκλαδική περίοδο ως τα βυζαντινά χρόνια. Είναι επίσης γνωστό ότι κατά τη ρωμαϊκή περίοδο υπήρξε τόπος εξορίας.
Σύμφωνα με τις πηγές, από τους ιστορικούς χρόνους υπήρχε οικισμός στην κορυφή του λόφου της Χώρας, που εξελίχτηκε στη μεσαιωνική και αργότερα στη σύγχρονη πόλη. Τα περισσότερα ευρήματα είναι αγάλματα, επιτύμβιες στήλες και ψηφιδωτά, που ανήκουν στους κλασικούς, ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους και τα οποία –εκτός από τη μικρή αρχαιολογική συλλογή της Χώρας, όπου ξεχωρίζουν μια σειρά από ακέφαλα αγάλματα και αμφορείς– βρίσκονται είτε εντοιχισμένα σε τοιχοδομίες είτε και μέσα σε σπίτια.
Τα περισσότερα έχουν εντοπιστεί εκτός ανασκαφών. Οι λίγες σωστικές ανασκαφές που έχουν γίνει έφεραν στο φως κυρίως ψηφιδωτά δάπεδα, τμήματα δρόμου και φρέατος που χρονολογούνται στα υστεροελληνιστικά και ρωμαϊκά χρόνια.
Η πρόταση της κήρυξης του αρχαιολογικού χώρου της Χώρας της Σερίφου, που πήρε το πράσινο φως από τα μέλη του ΚΑΣ, είναι μια πολύ καλή ευκαιρία να αναδειχτούν οι αρχαιότητες του νησιού, αλλά και να αποκατασταθούν σημαντικά νεότερα κτίρια, όπως η Οικία Γεωργίου Λευιτικού (ο οποίος υπήρξε μέλος της Φιλικής Εταιρείας) και το Δημαρχείο, τα μόνα κτίσματα που ξεφεύγουν από την αρχιτεκτονική παράδοση των Κυκλάδων, καθώς εμφανίζουν νεοκλασικά στοιχεία.


http://www.archaiologia.gr

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Η ΜΕΣΟΛΙΘΙΚΗ ΚΑΙ ΝΕΟΛΙΘΙΚΗ ΤΑΦΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΣΤΗ ΝΟΤΙΑ ΕΛΛΑΔΑ


Δρ Μερκούριος Γεωργιάδης
Προϊστορικός Αρχαιολόγος
Μεταδιδακτορικός Ερευνητής
Πανεπιστήμιο του Νότιγχαμ

Οι ταφικές παραδόσεις αποτελούσαν πρόσφορο χώρο μελέτης από τη γένεση της αρχαιολογίας ως επιστήμης. Οι ταφές προσφέρουν πολυσήμαντες πληροφορίες τόσο για την εποχή τους όσο και διαχρονικά, ενώ χρήζουν ενδελεχούς ανάλυσης και μελέτης. Ειδικά στην προϊστορία του Αιγαίου αποτελούν βασικό στοιχείο πληροφοριών για όλες τις φάσεις της Χαλκοκρατίας. Σε κάποιες περιοχές ή περιόδους είναι οι πιο έγκυρες πηγές για την εξαγωγή συμπερασμάτων για την κοινωνία, το χαρακτήρα της οικονομίας, την πολιτική δομή, τα τοπικά ήθη και έθιμα, καθώς και κάποιες θρησκευτικές πεποιθήσεις. Ενδεικτικά αναφέρεται η σημασία των ταφικών παραδόσεων για την κατανόηση των Κυκλάδων κατά την Πρωτοκυκλαδική περίοδο και της ηπειρωτικής νότιας Ελλάδας κατά τη Μεσοελλαδική και ολόκληρη τη Μυκηναϊκή περίοδο. Οι Cavanagh και Mee το 1998 συγκέντρωσαν σε ένα μνημειώδες έργο τις ως τότε γνωστές ταφές από όλες τις περιόδους της προϊστορίας στη νότια Ελλάδα, πλην Κρήτης. Στο βιβλίο αυτό δεν περιορίστηκαν μόνο στην περιγραφή, αλλά προχώρησαν στην παρουσίαση τόσο των διαφορετικών προσεγγίσεων πάνω στα ταφικά έθιμα, όσο και των γενικών συμπερασμάτων που μπορούσαν να εξαχθούν από αυτά. Δυστυχώς, η μεσολιθική και νεολιθική ταφική παράδοση αποτελεί ένα μικρό τμήμα αυτής της μελέτης, και όχι άδικα. Αν και οι δύο αυτές περίοδοι διαρκούν συνολικά περίπου έξι χιλιετίες και η Χαλκοκρατία μόλις δύο, εντούτοις ο αριθμός των ταφών είναι εξαιρετικά δυσανάλογος. Μολαταύτα, τα τελευταία χρόνια περισσότερες ανασκαφές και δημοσιεύσεις έχουν αυξήσει τις γνώσεις μας για τις μεσολιθικές και νεολιθικές ταφικές πρακτικές. Με αυτό το πρόσθετο εφόδιο θα επιχειρηθεί μια παρουσίαση των στοιχείων που διαθέτουμε, ακολουθώντας χρονολογική σειρά, καθώς και μία πρώτη προσέγγιση της σημασίας τους.

Η Μεσολιθική περίοδος

Η Μεσολιθική περίοδος στην Ελλάδα διαρκεί περίπου από το 9000 έως το 6500 π.Χ. Είναι μία περίοδος κατά την οποία συντελούνται σημαντικές αλλαγές στις τροφοσυλλεκτικές κοινωνίες. Η μελέτη αυτής της εποχής στον ελλαδικό χώρο είναι αρκετά περιορισμένη, με λίγες θέσεις να είναι γνωστές και ακόμα λιγότερες να έχουν μελετηθεί. Μόνο πρόσφατα έχουν αρχίσει να εμφανίζονται περισσότερα δεδομένα με αποτέλεσμα να υπάρχουν κάποια στοιχεία για τις ταφικές πρακτικές των ανθρώπων της εποχής αυτής. Το σπήλαιο Φράγχθι στην Αργολίδα αποτελεί τον πιο καλά ανεσκαμμένο και δημοσιευμένο χώρο αυτής της περιόδου, που διαθέτει και ταφικά ευρήματα. Η χρήση σπηλαίων ως χώρων ενταφιασμού ακολουθεί μια μακρά παράδοση με αφετηρία την Παλαιολιθική περίοδο τόσο στον ελλαδικό χώρο, όσο και πέρα από αυτόν (σημ. 1). Επομένως, υπάρχει συνέχεια σε αυτή την πρακτική, παρ’ όλο που δεν παρατηρείται στα πρωιμότερα στρώματα του σπηλαίου Φράγχθι. Οι ταφές της Μεσολιθικής περιόδου βρέθηκαν συγκεντρωμένες κοντά στην είσοδο του σπηλαίου και ανήκαν σε επτά ενήλικες και δύο βρέφη (σημ. 2). Τα οστά τους βρέθηκαν διασκορπισμένα, είτε γιατί ακολουθήθηκε το έθιμο της δευτερογενούς ταφής, είτε για πρακτικούς λόγους, όπως ο καθαρισμός του σπηλαίου, είτε λόγω φυσικών αιτιών. Το ίδιο φαινόμενο απαντά σε σύγχρονη ταφή που βρέθηκε στο σπήλαιο του Κύκλωπα στην Κυρά Παναγιά των βορείων Σποράδων, καθώς και σε μεταγενέστερες περιπτώσεις (σημ. 3). Ανάμεσα σε αυτές τις ταφές βρέθηκε ένας ενταφιασμός σε λακκοειδή τάφο, που ανήκε σε άνδρα 25-29 ετών και καλυπτόταν από πέτρες. Παρόμοια ταφή της ίδιας περιόδου αποκαλύφθηκε στο σπήλαιο Θεόπετρα της Θεσσαλίας (σημ. 4). Οι πιο σημαντικές ίσως ταφές από το Φράγχθι είναι οι καύσεις ενός άνδρα και μίας γυναίκας, οι οποίες είναι οι πρωιμότερες που απαντούν στο Αιγαίο (σημ. 5). Το νέο αυτό ταφικό έθιμο σίγουρα απαιτούσε αρκετή προετοιμασία με την περισυλλογή πάνω από 150 κιλών ξύλου, την πολύωρη διαδικασία καύσης και την περισυλλογή των αποτεφρωμένων οστών. Φαίνεται πως σε κάποιες περιπτώσεις επιλεγόταν μία πιο δαπανηρή πρακτική τόσο σε υλικά όσο και σε χρόνο, ήδη από τη Μεσολιθική περίοδο.
Εξίσου σημαντική είναι η μεσολιθική ανασκαφή στον Μαρουλά της Κύθνου. Στην ανοικτή αυτή θέση βρέθηκαν πάνω από 16 τάφοι, με ενταφιασμούς που ανήκουν σε ενήλικες, παιδιά και βρέφη (σημ. 6). Στον τάφο 6, μία πέτρα κάλυπτε το στήθος του νεκρού, ένα έθιμο που απαντά σε κάποιες σύγχρονες θέσεις στην Παλαιστίνη, ίσως εκφράζοντας κάποιο φόβο προς το νεκρό ή κάποιο είδος προσφοράς (σημ. 7). Κάποια από τα οστά των νεκρών έφεραν ίχνη ώχρας. Μερικοί από τους τάφους ήταν λαξευμένοι στον φυσικό βράχο, άλλοι κιβωτιόσχημοι, και ορισμένοι βρίσκονταν κάτω από το δάπεδο των οικιών (σημ. 8). Ειδικά οι τελευταίοι βρίσκουν παράλληλα κάτω από οικίες της ίδιας περιόδου στο el Amar και el Wad της Παλαιστίνης (σημ. 9).

Η Νεολιθική περίοδος

Η Πρώιμη Νεολιθική περίοδος σηματοδοτεί την εισαγωγή της γεωργίας και της κτηνοτροφίας, καθώς και την ίδρυση μόνιμων οικισμών στον ελλαδικό χώρο (6500-5700 π.Χ.). Στο Φράγχθι οι ταφές συνέχισαν όπως στη Μεσολιθική περίοδο, με ενταφιασμούς ενηλίκων, παιδιών και βρεφών εντός του σπηλαίου. Οι ενταφιασμοί βρίσκονται μέσα σε λάκκους, ενώ πιθανόν υπάρχουν δευτερογενείς ταφές. Λίθινες πλάκες ή πέτρες καλύπτουν τις ταφές των βρεφών, ενώ ένα παιδί τοποθετήθηκε με το κεφάλι του να ακουμπάει σε ένα προσκέφαλο φτιαγμένο από πέτρες. Αντίθετα με την προηγούμενη περίοδο, καύσεις δεν βρέθηκαν στο Φράγχθι, παρ’ όλα αυτά το έθιμο αυτό φαίνεται να συνεχίζεται εντός λάκκων στο ΠΝ Σουφλί Μαγούλας στη Θεσσαλία (σημ. 10).
Κατά τη Μέση Νεολιθική περίοδο (5700-5200 π.Χ.), τάφοι από περισσότερες θέσεις είναι διαθέσιμοι για μελέτη. Κάποιες ταφές από το Φράγχθι μάλλον ανήκουν σε αυτή τη φάση και έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά με την ΠΝ περίοδο. Το πιο σημαντικό νεκροταφείο αυτής της εποχής βρίσκεται στην Πρόσυμνα Αργολίδος, όπου ως τόπος ταφής χρησιμοποιήθηκε ένα μικρό φυσικό σπήλαιο, το οποίο βρίσκεται σε μικρή απόσταση από τον σύγχρονό του οικισμό. Εντός του σπηλαίου βρέθηκε ο χώρος που πραγματοποιούνταν οι πυρές, καθώς και λάκκοι όπου τοποθετούνταν οι καύσεις. Παρόμοιες καύσεις σε λάκκους απαντούν στο ΠΝ Σουφλί Μαγούλας και στη ΝΝ Μαγούλα Ζάρκου (σημ. 11). Μαζί με τα καμένα οστά, βρέθηκαν όστρακα και σε μεμονωμένες περιπτώσεις ένα εργαλείο οψιδιανού και μία λίθινη χάνδρα. Στην Τσούγκιζα Νεμέας ανασκάφηκε μικρό σπήλαιο που είχε καταρρεύσει στα όρια του ΜΝ οικισμού (σημ. 12). Τουλάχιστον δύο ταφές αναγνωρίσθηκαν μαζί με οστά ζώων, αλλά οι συνθήκες εύρεσης δεν επιτρέπουν να χαρακτηρίσουμε τις ταφές ως ενταφιασμούς ή ως δευτερογενείς ταφές. Οι ΜΝ ταφές στη Λέρνα Αργολίδος είναι συνολικά εννέα, με τις περισσότερες να ανήκουν σε βρέφη και παιδιά και μόλις δύο σε ενήλικες (σημ. 13). Οι τάφοι ήταν απλοί λάκκοι ή ενταφιασμοί που απλά επικαλύφθηκαν με χώματα. Οι ταφές των ενηλίκων αποτελούνται από λίγα μόνο οστά που σχετίζονται με παιδικές ταφές. Στη ΜΝ ανήκει ακόμα ένας ενταφιασμός κάτω από οικία που ανασκάφηκε στη Χαιρώνεια Βοιωτίας (σημ. 14). Στο λάκκο είχαν ενταφιασθεί δύο ενήλικες άνδρες, ο ένας μεγαλύτερης και ο άλλος νεαρότερης ηλικίας.
Στη Νεότερη Νεολιθική περίοδο (5200-4500 π.Χ.) αποκαλύφθηκαν ταφές σε διάφορες θέσεις. Στο σπήλαιο των Λιμνών Αχαΐας βρέθηκε ένας ενταφιασμός άνδρα σε λακκοειδή ταφή που ορίζεται από πέτρες και αρκετά διάσπαρτα τμήματα κρανίων σε ΝΝ ΙΙ στρώματα (σημ. 15). Στο σπήλαιο Θαρρουνιών στην Εύβοια αναγνωρίσθηκαν οκτώ ταφές ενηλίκων και παιδιών (σημ. 16). Τα οστά βρέθηκαν διασκορπισμένα και ανήκουν είτε σε ενταφιασμούς είτε σε δευτερογενείς ταφές εντός του σπηλαίου. Πιο ξεκάθαρη είναι η περίπτωση των ΝΝ ταφών στο σπήλαιο Καλυθιών της Ρόδου (σημ. 17). Τα οστά που ανακαλύφθηκαν είναι μόνο μικρά σε μέγεθος και ανήκουν τουλάχιστον σε 22 ενήλικες και παιδιά. Ο χαρακτήρας των οστών πιστοποιεί ότι μετά τον ενταφιασμό υπήρξε δευτερογενής ταφή, με άλλα λόγια έγινε περισυλλογή του κρανίου και των μεγάλων οστών, ώστε να επαναταφούν σε άλλη τοποθεσία. Στην ΝΝ Ελάτεια της Φθιώτιδας βρέθηκε ενταφιασμός παιδιού σε λάκκο κάτω από το δάπεδο οικίας, όμοιου τύπου με αυτό στη ΜΝ Χαιρώνεια (σημ. 18). Καύσεις συνεχίζουν να εμφανίζονται σε αυτή την περίοδο βορειότερα, στο Διμήνι Θεσσαλίας (σημ. 19).
Η Τελική Νεολιθική περίοδος (4500-3200 π.Χ.) σηματοδοτεί μια αύξηση οικισμών αλλά και νεκροταφείων στη νότια Ελλάδα. Στο σπήλαιο Αλεπότρυπας στη Λακωνία αποκαλύφθηκαν ταφές διαφορετικών τύπων. Βρέθηκε ενταφιασμός ενήλικης γυναίκας σε λάκκο και καύσεις παιδιών που τοποθετούνταν σε κόγχες του σπηλαίου μαζί με όστρακα αγγείων (σημ. 20). Η πιο ενδιαφέρουσα μορφή ήταν αυτή των δευτερογενών ταφών, όπου αναγνωρίστηκαν δύο οστεοφυλάκια που περιείχαν κρανία και μακρά οστά από 19 ενήλικα άτομα και των δύο φύλων. Η τοποθέτηση των κρανίων σε όρθια θέση χωρίς την κάτω γνάθο, που σε κάποιες περιπτώσεις είναι περιστοιχισμένα από μικρούς λίθους, μαρτυρεί ιδιαίτερη προσοχή και έμφαση (σημ. 21). Παρόμοιο εύρημα προέρχεται από λάκκο που εντοπίστηκε κάτω από οικία, με 11 κρανία στον ΠΝ Πρόδρομο Θεσσαλίας (σημ. 22). Διασκορπισμένα οστά μάλλον της ΤΝ φάσης έχουν βρεθεί αρκετά, όμως οι συνθήκες εύρεσης δεν επιτρέπουν το χαρακτηρισμό τους, όπως στα Αγιωργίτικα Αρκαδίας, και στα σπήλαια του Πανός και του Κίτσου στην Αττική (σημ. 23). Στο Φράγχθι ταφές που ανήκουν σε αυτή τη φάση αποκαλύφθηκαν στο σπήλαιο και στην παραλία. Οι επτά ταφές στην παραλία είναι όλες ενταφιασμοί ενηλίκων, κυρίως γυναικών και λίγων ανδρών. Οι γυναικείες ταφές είχαν προσφορές, ενώ βρέθηκε και μία διπλή που περιείχε μία γηραιά γυναίκα με έναν νεότερο άνδρα. Η ίδια περίπτωση παρατηρείται και στα Θαρρούνια, όπου ταφές βρέθηκαν μέσα στο σπήλαιο και σε ξεχωριστό νεκροταφείο 400 μ. μακριά από τον οικισμό (σημ. 24). Στο σπήλαιο αποκαλύφθηκαν διασκορπισμένα οστά που ανήκουν σε πέντε άτομα, ενώ στους δέκα τάφους του νεκροταφείου, 27 συνολικά αναγνωρίστηκαν. Οι τάφοι αυτοί περιείχαν πολλαπλές ταφές κυρίως ενηλίκων και δευτερευόντως παιδιών και βρεφών, με ελάχιστες μόνο προσφορές. Στους τάφους 1, 3, 4 και 6 τα κρανία τοποθετούνται το ένα δίπλα στο άλλο σε όρθια θέση, εμφανίζοντας μία ιδιαίτερη φροντίδα, παρόμοια με αυτή στην Αλεπότρυπα (σημ. 25). Όλοι οι τάφοι είναι κιβωτιόσχημοι και έχουν κυκλικό, ελλειψοειδές ή τετράπλευρο σχήμα, με διαφορετικό μέγεθος. Στα Θαρρούνια οι ενταφιασμοί γίνονταν εντός του σπηλαίου και μετά οι δευτερογενείς ταφές τοποθετούνταν στους τάφους του νεκροταφείου. Το νεκροταφείο στην Κεφάλα της Κέας δημιουργήθηκε λίγα μέτρα από τον σύγχρονό του οικισμό. Ανακαλύφθηκαν 40 τάφοι, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι κτιστοί, τετράπλευρου, ελλειψοειδούς ή στρογγυλού σχήματος, λίγοι κιβωτιόσχημοι και λίγοι εγχυτρισμοί (σημ. 26). Οι περισσότεροι νεκροί είναι ενήλικες, και των δύο φύλων, λίγα παιδιά και βρέφη. Όλοι είναι ενταφιασμοί, με τους νεκρούς να τοποθετούνται σε στρώμα από βότσαλα. Σε επτά περιπτώσεις πλατφόρμες κατασκευάστηκαν πάνω από τάφους που μάλλον συνδέονται με ταφικές δοξασίες. Σε κάποιους τάφους δεν βρέθηκαν οστά, σε αρκετούς μεμονωμένες ταφές και σε ορισμένους πολλαπλές. Οι προσφορές στους νεκρούς δεν είναι συχνές – πρόκειται κυρίως για κεραμικά αγγεία, λίγα μαρμάρινα και λίθινα εργαλεία. Στα Κουτσούρια Ναυπλίου μία φυσική κόγχη των βράχων χρησιμοποιήθηκε ως χώρος ενταφιασμού που μάλλον ανήκει σε αυτήν τη φάση (σημ. 27). Στην Αγορά της Αθήνας ανασκάφηκε μικρό τεχνητό σπήλαιο, το οποίο περιείχε έναν ενταφιασμό άνδρα της ΤΝ περιόδου με δύο αγγεία ως προσφορά (σημ. 28). Οι ΤΝ ταφές στη Λέρνα είναι δύο ενταφιασμοί νεαρών γυναικών, μία σε κιβωτιόσχημο και μία σε λακκοειδή τάφο. Και στις δύο περιπτώσεις αγγεία τοποθετήθηκαν δίπλα τους ως προσφορές. Στην ίδια περίοδο ανήκει το νεκροταφείο στο μικρό νησί Γυαλί της Δωδεκανήσου, που αποκαλύφθηκε σε λόφο μακριά από τον οικισμό (σημ. 29). Ανασκάφηκαν 74 λακκοειδείς τάφοι σε έξι σειρές με προσανατολισμό βορρά-νότου, χωρίς να περιέχουν οστά ή άλλα ευρήματα.

Συμπεράσματα

Τα σπήλαια ως χώροι ταφής ξεκινούν στον ελλαδικό χώρο από την Παλαιολιθική περίοδο και συνεχίζουν να έχουν την ίδια χρήση κατά τη διάρκεια της Μεσολιθικής και της Νεολιθικής περιόδου. Αντίθετα τα νεκροταφεία σε ανοικτές θέσεις εμφανίζονται από τη Μεσολιθική περίοδο και εφεξής. Η ύπαρξη ταφών σε ανοικτές θέσεις και σπήλαια, οι ταφές κάτω από οικίες, οι ενταφιασμοί και οι διαφορετικοί τρόποι απόθεσης των νεκρών, οι καύσεις, η σχεδόν απουσία ταφικών προσφορών και ενδεχομένως η πρακτική της δευτερογενούς ταφής αποτελούν στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ταφική παράδοση στο Μεσολιθικό Αιγαίο. Τα ίδια χαρακτηριστικά, με την εξαίρεση της καύσης, υπάρχουν και στον πολιτισμό των Νατουφίων, της ίδιας περιόδου, στη Συρία και στην Παλαιστίνη. Τα μεσολιθικά νεκροταφεία αποδεικνύουν ότι η συνύπαρξη των νεκρών και των ζωντανών στον ίδιο χώρο ήταν σημαντική, κάτι που ισχύει τόσο στις ανοικτές θέσεις όσο και στα σπήλαια.
Τα χαρακτηριστικά αυτά συνεχίζουν αμετάβλητα και στη Νεολιθική περίοδο με λίγες ακόμα προσθήκες. Σε αυτή την εποχή μπορούν να διακριθούν δύο βασικές τάσεις: η πρώτη είναι η συνέχεια συνύπαρξης νεκρών και ζωντανών στον ίδιο χώρο και η δεύτερη ο διαχωρισμός τους.
Η συνύπαρξη νεκρών και ζωντανών σε σπήλαια συνεχίζεται στο ΠΝ, ΜΝ και ΤΝ Φράγχθι, στις ΝΝ Καλυθιές, στο ΝΝ σπήλαιο των Λιμνών, στα ΝΝ και ΤΝ Θαρρούνια και στην ΤΝ Αλεπότρυπα. Η μεσολιθική παράδοση με τους τάφους κάτω από τα δάπεδα των οικιών παρατηρείται στη Στερεά Ελλάδα, στη ΜΝ Χαιρώνεια και στη ΝΝ Ελάτεια. Ταυτόχρονα, κάποια νεκροταφεία βρίσκονται πολύ κοντά ή εφάπτονται με τους ανοικτούς οικισμούς, όπως στη ΜΝ Τσούγκιζα, στη ΜΝ και ΤΝ Λέρνα και στην ΤΝ Αθήνα.
Στην ΠΝ περίοδο εμφανίζονται ήδη τα πρώτα οργανωμένα νεκροταφεία σε απόσταση από τον οικισμό, μέχρι στιγμής στη Θεσσαλία, και στη ΜΝ περίοδο στη νότια ηπειρωτική Ελλάδα. Οι νεκροί πια μπορούν να διαχωριστούν από τους ζωντανούς και βρίσκονται σε διακριτούς χώρους. Στη ΜΝ περίοδο γίνεται κατανοητό ότι η σημειολογική σημασία που προσδίδεται στα σπήλαια δεν συνδέεται αποκλειστικά με το ότι αποτελούν χώρο συμβίωσης με τους ζωντανούς. Τα μικρά φυσικά σπήλαια στην ΜΝ Πρόσυμνα και τη ΜΝ Τσούγκιζα αποτελούν για πρώτη φορά αποκλειστικά χώρους ταφής, κάτι που παρατηρείται και στην ΤΝ Ναυπλία. Υπάρχουν επίσης νεκροταφεία σε απόσταση από τους οικισμούς με πιο απλούς τάφους και όχι σπηλιές, στην ΤΝ Κεφάλα και στο ΤΝ Γυαλί.
Η συνέχεια τόσο της συνύπαρξης νεκρών και ζωντανών στον ίδιο χώρο, όσο και ο διαχωρισμός τους, για όλη τη Νεολιθική περίοδο, τουλάχιστον για τη νότια Ελλάδα, δεν επιβεβαιώνει την πεποίθηση ότι η δεύτερη ήταν η βασική επιλογή μετά την ΠΝ φάση στην Ελλάδα (σημ. 30).
Σημαντική επένδυση στην κατασκευή τάφων εμφανίζεται στη ΝΝ περίοδο στη νότια Ελλάδα. Ο πρώτος λακκοειδής τάφος που ορίζεται από πέτρες εμφανίζεται ήδη στο ΝΝ σπήλαιο των Λιμνών. Κατά την ΤΝ περίοδο, κτιστοί τάφοι εμφανίζονται για πρώτη φορά στην Κεφάλα και στα Θαρρούνια, ενώ τον πρωιμότερο λαξευτό σπηλαιώδη τάφο τον βρίσκουμε στην Αγορά των Αθηνών.
Τα ταφικά έθιμα από τις νεολιθικές θέσεις κάθε άλλο παρά ομοιομορφία δοξασιών μας δείχνουν. Ωστόσο, υπάρχουν ορισμένα κοινά στοιχεία και κάποιες πρακτικές που είναι ενδεικτικές για την κατανόηση των ταφικών εθίμων της εποχής.
Οι αρχαιολογικές συνθήκες στις περισσότερες μεσολιθικές και νεολιθικές θέσεις δεν επιτρέπουν ασφαλή συμπεράσματα αναφορικά με τις πρακτικές δευτερογενούς ταφής. Οι επιβεβαιωμένες περιπτώσεις εμφανίζονται στο ΝΝ σπήλαιο των Καλυθιών καθώς και στα σπήλαια της ΤΝ στα Θαρρούνια και στην Αλεπότρυπα. Στην ΤΝ φάση παρατηρείται, ακόμη, η συνύπαρξη δύο νεκροταφείων, το ένα σε σπήλαιο και το άλλο σε κοντινή απόσταση, όπως στο Φράγχθι και στα Θαρρούνια, ενώ πιθανολογείται βάσιμα στην περίπτωση των ΝΝ Καλυθιών. Η ύπαρξη δύο νεκροταφείων συνδέεται άμεσα με την πρακτική των δευτερογενών ταφών, συνήθως ο ενταφιασμός, δηλαδή η πρωτογενής ταφή, γίνεται εντός του σπηλαίου, και η ανακομιδή, δηλαδή η δευτερογενής ταφή, εκτός αυτού.
Στις δευτερογενείς ταφές παρατηρείται και άλλο ένα ξεχωριστό έθιμο, αυτό της έμφασης που δίνεται στα κρανία. Φαίνεται πως σε αυτά προσδίδεται μια ιδιαίτερη συμβολική σημασία, αφού συγκεντρώνονται ξεχωριστά και τοποθετούνται όρθια. Ενδεχομένως, είναι μια μορφή προγονολατρίας που απορρέει μέσα από τη διαδικασία της δευτερογενούς ταφής. Το άτομο που ενταφιάζεται χάνει την ταυτότητά του στη συλλογική συνείδηση όταν το κρανίο του τοποθετείται μαζί με άλλα από την ίδια ομάδα και μετατρέπεται από επώνυμο νεκρό σε ανώνυμο πρόγονο. Με αυτό τον τρόπο γίνεται κοινό κτήμα της ομάδας, μάλλον με αποτροπαϊκές δυνάμεις υπέρ όλων πια των απογόνων του. Αυτό το έθιμο παρατηρείται στην ΤΝ περίοδο στο νεκροταφείο εκτός του σπηλαίου των Θαρρουνιών καθώς και στο σπήλαιο της Αλεπότρυπας, ενώ απαντά στον ελλαδικό χώρο από την ΠΝ εποχή στη Θεσσαλία.
Οι πλατφόρμες που αποκαλύφθηκαν στην Κεφάλα δείχνουν πως κάποια μορφή προγονολατρίας πραγματοποιούνταν και σε αυτή τη θέση. Σίγουρα ήταν συνδεδεμένη με δοξασίες και τελετουργίες, πέρα από αυτές των απλών ταφών, αφού δεν απαντούν σε όλους τους, και κατ’ επέκταση δεν ήταν απαραίτητες στην ταφική τελετουργία. Πιθανόν να συνδέονται με πρακτικές που λάμβαναν χώρα μετά τους ενταφιασμούς και με την ανάμνηση ή επίκληση των νεκρών.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της Μεσολιθικής και Νεολιθικής περιόδου στις περισσότερες θέσεις οι ενήλικες ταφές των δύο φύλων έχουν την ίδια μορφή σε κάθε νεκροταφείο. Τοποθετούνται σε όμοιο τύπο τάφου και δέχονται όμοια περιποίηση. Οι προσφορές που τους συνοδεύουν είναι συχνά ανύπαρκτες και όταν αυτές υπάρχουν είναι απλά, καθημερινά αντικείμενα, κυρίως μεμονωμένα αγγεία. Η διαστρωμάτωση της τοπικής κοινωνικής ομάδας δεν αντανακλάται στα ταφικά έθιμα (σημ. 31). Οριζόντιες διαφοροποιήσεις γίνονται αντιληπτές σε κάποιες θέσεις με βάση το φύλο, όπως στο ΤΝ Φράγχθι και στην TN Λέρνα, όπου μόνο οι γυναικείες ταφές έχουν προσφορές, την ηλικιακή ομάδα, όπως στην ΤΝ Αλεπότρυπα όπου καύσεις πραγματοποιούνται μόνο για τις παιδικές ταφές, ή την κοινωνική θέση (status) εντός της ομάδας, όπως ο ενταφιασμός γυναίκας στην ΤΝ Αλεπότρυπας. Ειδικά η συχνότητα και η φροντίδα για τις ταφές παιδιών και βρεφών είναι εμφανής καθ’ όλη τη διάρκεια της Νεολιθικής περιόδου στις περισσότερες θέσεις που έχουν έναν ικανό αριθμό σωζόμενων ταφών. Η περίπτωση της ΜΝ Λέρνας χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς, μιας και τα οστά των ενηλίκων συνοδεύουν αυτά των παιδικών ταφών. Πιο σπάνιοι είναι οι πολλαπλοί ενταφιασμοί όπως στη ΜΝ Χαιρώνεια, το ΤΝ Φράγχθι και την ΤΝ Κεφάλα.
Οι καύσεις εμφανίζονται στον ελλαδικό χώρο από τη Μεσολιθική περίοδο και συνεχίζονται καθ’ όλη τη διάρκεια της Νεολιθικής εποχής. Τις βρίσκουμε στη Θεσσαλία και στη νότια Ελλάδα εντός και εκτός σπηλαίων σε διάφορα νεκροταφεία, άλλοτε ως αποκλειστική ταφική πρακτική και άλλοτε σε συνδυασμό με ενταφιασμούς ή/και δευτερογενείς ταφές. Είναι μια παράδοση που προϋποθέτει επένδυση σε χρόνο και υλικά, περισσότερη από τον ενταφιασμό ακόμα κι αν συνδυαστεί με τη δευτερογενή ταφή.
Είναι κοινός τόπος, που επιβεβαιώνεται συνεχώς, πως η ταφική παράδοση στη Μεσολιθική και τη Νεολιθική περίοδο στην Ελλάδα είναι πολυποίκιλη και ανομοιόμορφη, ως προς τα έθιμα και τις πρακτικές της. Αν και ο Fowler υποστηρίζει ότι περίπλοκα τελετουργικά δεν υπάρχουν όπως και οι επενδύσεις στις ταφές (σημ. 32), οι κτιστοί τάφοι, οι δευτερογενείς ταφές, η προγονολατρία μέσα από τις οστεοθήκες των κρανίων και τις πλατφόρμες πάνω από τους τάφους, οι σκαμμένοι σπηλαιώδεις τάφοι και οι καύσεις, μας προσφέρουν μια πολύμορφη εικόνα για τις πρακτικές της εποχής. Τα περισσότερα από αυτά τα στοιχεία εμφανίζονται από τη ΝΝ και κυρίως κατά την ΤΝ περίοδο στον ελλαδικό χώρο, αποκαλύπτοντας μία αυξανόμενη κοινωνικο-οικονομική πολυπλοκότητα. Εντούτοις, αποτελούν εξέλιξη πρωιμότερων παραδόσεων που έχουν διαμορφωθεί ήδη από τη Μεσολιθική εποχή. Η συνύπαρξη νεκρών και ζωντανών στον ίδιο χώρο είναι κοινή στην Ελλάδα, στην Εγγύς Ανατολή, στα Βαλκάνια και στην Ευρώπη (σημ. 33), όμως την ίδια στιγμή η διαφοροποίηση νεκρών και ζωντανών είναι μία πρακτική που απαντά σε κάποιες θέσεις στην Ελλάδα. Ενδεχομένως, απεικονίζουν μια μεγάλη, οργανωμένη κοινωνική ομάδα με καθορισμένους κοινωνικούς ρόλους, όπου οι νεκροί έχουν τον δικό τους αυτόνομο χώρο, διαχωρισμένο από αυτό των ζωντανών. Οι νεκροί σε αυτά τα νεκροταφεία δεν έχουν πια υποχρεωτικά αποτροπαϊκές δυνάμεις προστασίας για την οικογένεια ή τον οικισμό συνολικά. Η συνύπαρξη διαφορετικών δοξασιών και εθίμων καταδεικνύει μία ποικιλία πεποιθήσεων με έντονο τοπικό χαρακτήρα. Αυτό αντανακλά μια κατακερματισμένη κοινωνική οργάνωση σε όλο τον ελλαδικό χώρο καθ’ όλη τη Μεσολιθική και Νεολιθική εποχή.

Notes
  1. Cavanagh / Mee 1998, σ. 5.
  2. Cullen 1995, σ. 274-280.
  3. Σάμψων 2008, σ. 214-215.
  4. Γαλλής 1996, σ. 171.
  5. Cullen 1995, σ. 277-278. Cullen / Cook 1991, σ. 305.
  6. Σάμψων 2008, σ. 216.
  7. Σάμψων 2006, σ. 58.
  8. Σάμψων 2006, σ. 41. Σάμψων 2008, σ. 215.
  9. Σάμψων 2008, σ. 216.
  10. Γαλλής 1996, σ. 171. Fowler 2004, σ. 30.
  11. Fowler 2004, σ. 23.
  12. Caskey / Blegen 1975, σ. 255.
  13. Vitelli 2007, σ. 131.
  14. Χουρμουζιάδης 1973, σ. 210.
  15. Σάμψων 1997, σ. 44-46, 50, 60, 68, 333-335, σχ. 12.
  16. Σάμψων 1993.
  17. Σάμψων 1987, σ. 22.
  18. Χουρμουζιάδης 1973, σ. 210.
  19. Fowler 2004, σ. 66.
  20. Παπαθανασόπουλος 1996, σ. 175-177.
  21. Παπαθανασόπουλος 1971, σ. 297-298.
  22. Χουρμουζιάδης 1973, σ. 210.
  23. Γαλλής 1996, σ. 174. Χουρμουζιάδης 1973, σ. 210.
  24. Σάμψων 1993, σ. 233. Σάμψων 2006, σ. 151.
  25. Σάμψων 1993, σ. 236, 239, σχ. 218.
  26. Coleman 1977, σ. 45, 48.
  27. Πρωτονοταρίου-Δεϊλάκη 1971, σ. 10-11.
  28. Immerwahr 1982, σ. 57-62.
  29. Σάμψων 1988, σ. 64.
  30. Perlès 2001, σ. 281.
  31. Fowler 2004, σ. 101.
  32. Fowler 2004, σ. 101.
  33. Perlès 2001, σ. 281.
Βιβλιογραφία
Caskey John L. / Blegen Carl W., «Neolithic remains at Nemea: excavations of 1925-1926», Hesperia 44 (1975), σ. 251-279.
Cavanagh William / Mee Christopher, A Private Place: Death in Prehistoric Greece, [Studies in Mediterranean Archaeology 125], Jonsered 1998.
Coleman John E., Keos I, Kephala- A Late Neolithic Settlement and Cemetery, Princeton 1977.
Cullen Tracey, «Mesolithic mortuary ritual at Franchthi cave, Greece», Antiquity 69 (1995), σ. 270-289.
Cullen Tracey / Cook Donald C., «Mesolithic cremation at Franchthi cave, Greece: evidence and implications», American Journal of Archaeology 95 (1991), σ. 305.
Γαλλής Kωνσταντίνος, «Burial customs», στο Γεώργιος Α. Παπαθανασόπουλος (επιμ.), Neolithic Culture in Greece, Αθήνα 1996, σ. 171-174.
Fowler Keith D., Neolithic Mortuary Practices in Greece, [BAR International Series 1314], Οξφόρδη 2004.
Immerahr Sara, «The earliest Athenian grave», Studies in Athenian Architecture, Sculpture and Topography. Presented to Homer A. Thompson, [Hesperia Supplements 20] (1982), σ. 54-62.
Παπαθανασόπουλος Γεώργιος Α., «Σπήλαια Διρού, 1971», Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών 4.3 (1971), σ. 289-304.
Παπαθανασόπουλος Γεώργιος Α., «Burial customs at Diros», στο Γεώργιος Α. Παπαθανασόπουλος (επιμ.), Neolithic Culture in Greece, Αθήνα 1996, σ. 175-177.
Perlès Catherine, The Early Neolithic in Greece, Cambridge 2001.
Πρωτονοταρίου-Δεϊλάκη Eλένη, «Ανασκαφή Ναυπλίας», Αρχαιολογικά Ανάλεκτα εξ Αθηνών 4.1 (1971), σ. 10-11.
Σάμψων Aδαμάντιος, Η Νεολιθική Περίοδος στα Δωδεκάνησα, Αθήνα 1987.
Σάμψων Aδαμάντιος, Η Νεολιθική Κατοίκηση στο Γυαλί της Νισύρου, Αθήνα 1988.
Σάμψων Aδαμάντιος, Σκοτεινή Θαρρουνιών, το σπήλαιο, ο οικισμός και το νεκροταφείο, Αθήνα 1993.
Σάμψων Aδαμάντιος, Το Σπήλαιο των Λιμνών στα Καστριά Καλαβρύτων, Αθήνα 1998.
Σάμψων Aδαμάντιος, Προϊστορία του Αιγαίου, Παλαιολιθική-Μεσολιθική-Νεολιθική, Αθήνα 2006.
Σάμψων Aδαμάντιος, The Cave of the Cyclops: Mesolithic and Neolithic Networks in the Northern Aegean, Greece, Vol. I: Intra-Site Analysis, Local Industries, and Regional Site Distribution, Philadelphia 2008.
Vitelli Karen, The Neolithic Pottery from Lerna, Princeton 2007.
Χουρμουζιάδης Γεώργιος, «Burial customs», στο Δημήτρης Θεοχάρης (επιμ.), Neolithic Greece, Αθήνα 1973, σ. 201-212.

 http://www.archaiologia.gr

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

ΝΙΟΚΑΣΤΡΟ ΠΥΛΟΥ - ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΥΠΟΒΡΥΧΙΑΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ

Εικ. 1. Αεροφωτογραφία από τα νοτιοδυτικά του φρουρίου της Πύλου Νιόκαστρου.

Γιώργος Α. Παπαθανασόπουλος
Επίτιμος Έφορος Αρχαιοτήτων

Εργασίες αποκατάστασης του φρουρίου για την εγκατάσταση του ΕΛΚΥΑΠ

Το Νιόκαστρο, όπως είναι γνωστό, οικοδομήθηκε από τους Οθωμανούς αμέσως μετά την καταναυμάχηση του στόλου τους στα ανοιχτά της Ναυπάκτου το 1571 (εικ. 1).
Το φρούριο αποτελείται από την ακρόπολη στο υψηλότερο τμήμα του και από έναν εκτεταμένο περίβολο στη δυτική του πλευρά με δύο ισχυρούς παράκτιους προμαχώνες που έλεγχαν την είσοδο στον κόλπο του Ναβαρίνου (εικ. 2).
Στον μεγάλο περίβολο υπάρχουν ερείπια του τουρκικού οικισμού και τζαμί που αργότερα μετατράπηκε σε εκκλησία. Κατά την Επανάσταση στο Νιόκαστρο, όπως άλλωστε και στο Παλιό Ναβαρίνο, έγιναν σοβαρές και αιματηρές μάχες μέχρι την οριστική επικράτηση των Τουρκοαιγυπτίων. Μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου (τον Οκτώβριο του 1827), το Νιόκαστρο, όπως και όλα τα φρούρια της Πελοποννήσου, περιήλθε στον Γάλλο στρατηγό Joseph Maison και στη συνέχεια στο νεοσύστατο Ελληνικό Κράτος. Από το 1834 και μέχρι το 1940 η ακρόπολη του φρουρίου χρησιμοποιήθηκε ως φυλακή βαρυποινιτών (εικ. 3α-β, 4, 5).
Τα έργα που πραγματοποιήθηκαν στο Νιόκαστρο της Πύλου την περίοδο από τον Μάιο του 1982 έως τον Μάιο του 1987 είχαν σκοπό την εγκατάσταση του Ελληνικού Κέντρου Υποβρύχιας Αρχαιολογίας Πύλου (ΕΛΚΥΑΠ).
Η ακρόπολη του φρουρίου με τους στεγασμένους χώρους που διέθετε θα αποτελούσε το κεντρικό και κύριο μέρος της εγκατάστασης του Κέντρου. Το διώροφο κτήριο των Στρατώνων του Maison, στον μεγάλο περίβολο του φρουρίου, κοντά στη βόρεια πύλη του, σύμφωνα με το πρόγραμμα, θα χρησιμοποιούνταν ως χώρος έκθεσης ολόκληρης της συλλογής René Puaux (σημ. 1) στο ισόγειο και ως βιβλιοθήκη-αναγνωστήριο και ξενώνας στον όροφο, για τη φιλοξενία συνεργατών του Κέντρου, επιστημόνων της υποβρύχιας αρχαιολογίας.
Όταν άρχισαν τα έργα, η εικόνα της ακρόπολης ήταν αυτή των φυλακών (σημ. 2), δηλαδή με τις καμάρες επάνω στις οποίες στηρίζονταν τα περιπόλια φραγμένες, αφού είχαν μετατραπεί σε κελιά, ενώ ο εξαγωνικός αύλειος χώρος είχε διαχωριστεί ακτινωτά με πανύψηλες μάντρες σε πέντε τμήματα-ακτίνες, όπου αυλίζονταν οι κρατούμενοι (εικ. 6).
Οι μαντρότοιχοι αυτοί κατεδαφίστηκαν, αλλά προκειμένου να μη χαθεί το στοιχείο αυτό από την οικοδομική ιστορία του Νιόκαστρου, σημειώθηκε διακριτικά το ίχνος τους στο έδαφος με πλάκες διαφορετικού χρώματος, υπομνηματίζοντας έτσι την περίοδο κατά την οποία το φρούριο είχε μετατραπεί σε φυλακή. Όλο το χρήσιμο υλικό της κατεδάφισης κρατήθηκε και χρησιμοποιήθηκε κατάλληλα επεξεργασμένο στις λιθοστρώσεις των περιπολίων και στον περιφερικό δρόμο του αύλειου χώρου. Στα κελιά των δύο πλευρών του εξαγώνου της αυλής, εκατέρωθεν της εισόδου στην ακρόπολη, αφαιρέθηκαν οι τοίχοι της φραγής τους, με διττό σκοπό, αφενός να αποκατασταθεί η αρχική μορφή της κατασκευής της ακρόπολης του 1572 και αφετέρου να δημιουργηθεί χώρος για μόνιμη έκθεση αντιπροσωπευτικών τύπων οξυπύθμενων εμπορικών αμφορέων (εικ. 7).
Στα κελιά των τεσσάρων άλλων πλευρών, των οποίων η φραγή διατηρήθηκε (εικ. 8α-γ), αλλά και στους εσωτερικούς χώρους των προμαχώνων, δημιουργήθηκαν εργαστήρια συντήρησης αγγείων και έφυδρου ξύλου (σημ. 3) (εικ. 9), γραφεία, χώροι υγιεινής, αλλά και αποθήκες προσωρινής χρήσης, ενώ η μεγάλη αίθουσα-πυριτιδαποθήκη του φρουρίου διαμορφώθηκε σε αίθουσα διαλέξεων (εικ. 10α-β, 11).
Μέγιστο πρόβλημα ήταν η στεγάνωση των χώρων της ακρόπολης, διότι τα έργα της συντήρησης που είχαν γίνει, στο διάστημα που το φρούριο λειτούργησε ως φυλακή, ήταν η κάλυψη των επιφανειών των περιπολίων και των πέντε προμαχώνων με τσιμέντο και πίσσα, μέθοδος που δεν εξασφάλιζε την απαιτούμενη στεγανότητα στους υποκείμενους χώρους. Προχωρήσαμε λοιπόν στην αφαίρεση των αλλεπάλληλων στρώσεων τσιμέντου και πίσσας, με στόχο την αποκάλυψη της αρχικής μορφής των λιθόστρωτων επιφανειών, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να διαπιστωθούν εκτεταμένα κενά στην αρχική επίστρωση (εικ. 12). Η κάλυψη των κενών αυτών στις επιφάνειες των περιπολίων (εικ. 13α-β, 14α-γ) πραγματοποιήθηκε με τοποθέτηση νέων κυβολίθων σχηματισμένων από τους αργούς λίθους των κατεδαφισθέντων μαντρότοιχων των ακτίνων. Το ίδιο έγινε και στη ρομβοειδή κεκλιμένη προς τα πλευρικά αυλάκια απορροής επιφάνεια και των πέντε προμαχώνων (εικ. 15α-β), όπου επισημάνθηκαν σοβαρές φθορές από την εγκατάλειψη και τις ρίζες της αυτοφυούς βλάστησης. Με τις εργασίες αποκαταστάθηκε η ομοιογένεια της εικόνας των λιθόστρωτων στα περιπόλια.
Τέτοιοι νέοι κυβόλιθοι χρησιμοποιήθηκαν επίσης για την αποκατάσταση του περιφερικού εσωτερικού δρόμου της ακρόπολης, καθώς και για τη συμπλήρωση και την αποκατάσταση της αναβάθρας στη βορειοδυτική πλευρά της ακρόπολης.
Αφαιρέθηκαν επίσης τα μπάζα με τα οποία είχαν φραχτεί για την ασφάλεια των φυλακών δέκα κανονιοθυρίδες των προμαχώνων της ακρόπολης, όπως και η εσωτερική νότια κλίμακα που οδηγούσε από τον αύλειο χώρο στα περιπόλια (εικ. 16, 17α-β).
Είναι αυτονόητο ότι τα δίκτυα για την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, όπως και οι σωληνώσεις ύδρευσης, παντού στο φρούριο είναι αθέατες, είτε υπόγειες είτε ενσωματωμένες σε αρμούς της τοιχοδομίας και της πλακόστρωσης.
Για την αποκατάσταση της αρχικής εικόνας της ακρόπολης του φρουρίου αφαιρέθηκαν τρεις ευτελείς κατασκευές-σκοπιές της χωροφυλακής και των στρατευμάτων κατοχής: μία δηλαδή σκοπιά δίπλα στην πύλη της ακρόπολης εξωτερικά, ένα πολυβολείο στο περιπόλιο επάνω από την κύρια (ανατολική) πύλη του φρουρίου και ένα φυλάκιο στον προμαχώνα V της ακρόπολης (εικ. 18α-γ).
Στον προμαχώνα V μάλιστα, ήταν τόσο έντονος ο τραυματισμός του λιθόστρωτου δαπέδου από τη θεμελίωση του φυλακίου της Χωροφυλακής, ώστε οι υποκείμενοι δύο μεγάλοι και εν επαφή θόλοι (αρχαιολογικές αποθήκες σήμερα), παρουσίαζαν εξαιρετικά αυξημένη υγρασία και γι’ αυτόν το λόγο υποχρεωθήκαμε όχι μόνο να κατεδαφίσουμε το ίδιο το φυλάκιο, αλλά, αφαιρώντας την αρχική επίχωση, να φτάσουμε μέχρι την εξωτερική επιφάνεια των θόλων. Με το έργο αυτό αποκαλύφθηκε το αρχικό σύστημα στεγάνωσης, μια δίριχτη κατασκευή καλυμμένη από παχύ στρώμα του παραδοσιακού μείγματος, γνωστού ως κουρασάνι. Η εικόνα αυτή της στέγασης των θόλων, εξαιτίας της μοναδικότητάς της, κρίθηκε σκόπιμο να διατηρηθεί για εκπαιδευτικούς σκοπούς (εικ. 19).
Στα έργα επισκευής, στερέωσης και συντήρησης εντάχθηκαν και οι δύο μεγάλες, ίσως αρχικές, δίφυλλες θύρες της ακρόπολης. Η εξωτερική στην ανατολική πύλη, την κύρια είσοδο στο φρούριο που διατηρεί τη μεταλλική της επένδυση, και η εσωτερική στην είσοδο από τον μεγάλο περίβολο στην ακρόπολη. Το έργο συντήρησης και αποκατάστασης και των δύο θυρών πραγματοποιήθηκε υπό την επίβλεψη του χημικού-μηχανικού του ΥΠΠΟ Κώστα Ασημενού (εικ. 20).
Ανάλογα σοβαρό πρόβλημα που έπρεπε να αντιμετωπιστεί ήταν η αφαίρεση της αυτοφυούς βλάστησης τόσο στις επιφάνειες των περιπολίων και των προμαχώνων, όσο και στα κεκλιμένα (εξωτερικά) και τα κατακόρυφα (εσωτερικά) τείχη της ακρόπολης (εικ. 21α-γ).
Παράλληλα με τα έργα στην ακρόπολη πραγματοποιήθηκαν στον εκτεταμένο περίβολο του φρουρίου και έργα ριζικού καθαρισμού του από τις επιχώσεις και την αυτοφυή βλάστηση που κάλυπταν τους δρόμους του τουρκικού οικισμού, καθώς και τις κύριες λιθόστρωτες διαδρομές, που συνέδεαν την ακρόπολη με τους δύο παραθαλάσσιους προμαχώνες Santa Barbara και Santa Maria, στους οποίους επίσης έγιναν έργα καθαρισμού, στερέωσης και συντήρησης. Καθαρίστηκε ακόμη και αποκαταστάθηκε η μορφή της κεντρικής κρήνης, που βρίσκεται στη διαδρομή από τους στρατώνες του Maison προς την ακρόπολη, έργο που συνοδεύτηκε με διαμόρφωση του χώρου.
Στο ερειπωμένο κτήριο των Στρατώνων του Maison πραγματοποιήθηκαν σημαντικά έργα προκειμένου να ολοκληρωθεί το ευρύτερο πρόγραμμα λειτουργίας του ΕΛΚΥΑΠ.
Το επίμηκες αυτό κτήριο, διαστάσεων 47×16 μ., με δίριχτη στέγη, είχε δύο εισόδους στη δυτική πλευρά του ισογείου, ενώ ο όροφος ήταν προσιτός από δύο εξωτερικές λίθινες κλίμακες με κτιστή κουπαστή στις δύο άκρες της ανατολικής μακριάς πλευράς. Το βόρειο ήμισυ του κτηρίου διατηρούσε μόνον τους εξωτερικούς τοίχους (εικ. 22, 23α-β, 24α-β, 25α-β), ενώ το νότιο, σε κατάσταση εγκατάλειψης, χρησιμοποιούνταν ως αποθήκη αρχαίων.
Σύμφωνα με την εγκεκριμένη από το ΚΑΣ μελέτη, στο κτήριο αποκαταστάθηκε η στέγη, το ξύλινο πάτωμα του ορόφου καθώς και το δάπεδο του ισογείου. Μετά την ολοκλήρωση των έργων στερέωσης και ανακαίνισης των στρατώνων του Maison, καθώς και της οργάνωσης εκεί της ιστορικο-αρχαιολογικής βιβλιοθήκης του ΕΛΚΥΑΠ, η απήχηση στην τοπική κοινωνία ήταν τόσο θετική, ώστε ο γνωστός Πύλιος εκδότης και λόγιος Νότης Καραβίας δώρισε στο Κέντρο την πλούσια προσωπική του βιβλιοθήκη.
Για την κάλυψη των πολλαπλών αναγκών σε ξυλοκατασκευές και σιδηροκατασκευές τόσο στην ακρόπολη όσο και στο κτήριο των στρατώνων του Maison (πατώματα, πόρτες, παράθυρα, κιγκλιδώματα, ντουλάπια, κρεβάτια, τραπέζια, βιβλιοθήκες, πάγκοι) δημιουργήθηκαν δύο εργαστήρια στον μεγάλο περίβολο, σε ημικατεστραμμένες οικοδομικές κατασκευές του τουρκικού οικισμού, που ανακατασκευάστηκαν για αυτόν το σκοπό (εικ. 26, 27α-β, 28α-δ).
Η πρόοδος των έργων στο φρούριο της Πύλου ήταν γοργή και είχε άμεσα αποτελέσματα. Είναι χαρακτηριστικό, για παράδειγμα, ότι οι πρώτες μετρήσεις αποτύπωσης για την εκπόνηση των απαραίτητων μελετών της επέμβασης ξεκίνησαν την 1η Μαΐου του 1982 και δύο χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1984, διεξήχθη με επιτυχία, με τη συμμετοχή των υπαλλήλων της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων, αρχαιολόγων Αγλαΐας Αρχοντίδου και Κατερίνας Δελαπόρτα, στη μεγάλη αίθουσα διαλέξεων, στην ακρόπολη, το 3ο Διεθνές Συνέδριο Υποβρύχιας Αρχαιολογίας του Συμβουλίου της Ευρώπης (σημ. 4) (εικ. 29).

Η γένεση του Ελληνικού Κέντρου Υποβρύχιας Αρχαιολογίας Πύλου

Προτού ξεκινήσω την παρουσίαση του ιστορικού του ΕΛΚΥΑΠ, θα έπρεπε να απαντηθεί ένα διττό, αυτονόητο ίσως, ερώτημα: γιατί Κέντρο Υποβρύχιας Αρχαιολογίας και γιατί στην Πύλο;
Το γιατί στην Πύλο είναι εύκολο να απαντηθεί, αφού εκεί με οδήγησε η επαφή μου με τα μνημεία της Μεσσηνίας και η συνακόλουθη γνωριμία, αγάπη και εξοικείωση με τον τόπο που –θα μπορούσα να πω–, ξεκίνησαν το 1958 με τη συμμετοχή μου για εφτά ετήσιες ερευνητικές περιόδους στην ανασκαφή του ανακτόρου του Νέστορος στη Χώρα Τριφυλίας, υπό τη διεύθυνση του Καρόλου Μπλέγκεν.
Ακολούθησαν η οργάνωση του Αντωνοπούλειου Μουσείου Πύλου με τη μουσειακή παρουσίαση των ανασκαφικών ευρημάτων του Σπυρίδωνος Μαρινάτου από τους Μυκηναϊκούς Θολωτούς Τάφους στην Κουκουνάρα, των ελληνιστικών ευρημάτων της ανασκαφής του Νίκου Γιαλούρη στην περιοχή της Γιάλοβας, καθώς και των ευρημάτων από τον ελληνιστικό τύμβο που ανέσκαψα στη θέση Τσοπάνη Ράχη Τριφυλίας. Η εργασία στο μουσείο ολοκληρώθηκε με την έκθεση της Συλλογής René Puaux, για την οποία έκανε τη χορηγία του Μουσείου ο Μεσσήνιος ομογενής Χρίστος Αντωνόπουλος (εικ. 30).
Η υπηρεσιακή ωστόσο ενασχόλησή μου με τη Μεσσηνία συμπληρώνεται και με μια σειρά άλλων αρχαιολογικών εργασιών:
- την εποπτεία των υποβρύχιων αρχαιολογικών ερευνών του Αμερικανού ωκεανολόγου Edwin Link το 1962 και του Jacques Yves Cousteau το 1975, στον Κόλπο του Ναβαρίνου,
- τη συντήρηση και ανάδειξη του πύργου Μπούρτζι στο Φρούριο της Μεθώνης, καθώς και τη στερέωση και αποκατάσταση της μεσαιωνικής γέφυρας που συνδέει τον πύργο με τη νότια πύλη του φρουρίου,
- την εξ υπαρχής οργάνωση (1968-9) και έκθεση των αρχαίων του Μπενάκειου Μουσείου της Καλαμάτας με ευρήματα από διάφορες τοποθεσίες της Μεσσηνίας (σημ. 5),
- την επαφή μου με τη Μεσσηνία τη σημάδεψε ακόμα σε δύσκολες ώρες το 1986 και η ενασχόλησή μου σε θέματα αρμοδιότητας του Υπουργείου Πολιτισμού, στην Καλαμάτα, την τραυματισμένη από το σεισμό πόλη, με πολυπληθές συνεργείο τεχνιτών από το εργοτάξιο του Φρουρίου της Πύλου, καθώς και με
- την αντίθεσή μου, το 1975-76, στην επαπειλούμενη καταστροφή του φυσικού κάλλους και του ιστορικο-αρχαιολογικού πλούτου του Ναβαρίνου, με την άστοχη απόφαση μετατροπής της περιοχής σε βιομηχανική ζώνη με τις εγκαταστάσεις και τη λειτουργία των ναυπηγείων Καραγιώργη, ένα πρόγραμμα που, όπως είναι γνωστό, τελικά ματαιώθηκε.
Δεν ήταν λοιπόν μόνον ότι η Πύλος που λόγω της γεωγραφικής της θέσης, εξ αντικειμένου, προσφερόταν για ένα τέτοιο εγχείρημα. Ούτε η πολύχρονη συναναστροφή μου με τους Μεσσήνιους και η εξοικείωσή μου με τον τόπο. Ήταν και η τεράστια ηθική υποχρέωση που ένιωθα για το τι έπρεπε να κάνω, στο βαθμό που μου αναλογούσε, και ακόμα περισσότερο, απέναντι στους Πύλιους που θεωρώντας ότι με τη ματαίωση της προοπτικής των ναυπηγείων έσβηναν και οι ελπίδες απασχόλησης για τους ίδιους και για τα παιδιά τους, και οι οποίοι μας υποδέχτηκαν στην Πύλο με μαύρες σημαίες όταν υπηρεσιακά συνόδευσα εκεί τον Υπουργό Πολιτισμού Κωνσταντίνο Τρυπάνη για την εξεύρεση λύσης.
Μετά λοιπόν την ίδρυση του Ινστιτούτου Εναλίων Αρχαιολογικών Ερευνών το 1973 και της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων το 1976, ωρίμασε στο νου μου ένα σχέδιο προγράμματος για τη δημιουργία ενός Ελληνικού Κέντρου Υποβρύχιων Αρχαιολογικών Ερευνών στην Πύλο, εντελώς εξειδικευμένου, σε αντιστάθμισμα του τουρκικού κέντρου που βρίσκεται στην Αλικαρνασσό, του γνωστού Κέντρου στο Μουσείο της Υποβρύχιας Αρχαιολογίας του Bodrum.
Το ΕΛΚΥΑΠ θα ήταν αποκλειστικά ερευνητικός μελετητικός φορέας, με τις δυνατότητες που θα του παρείχε το, ιδιωτικού δικαίου, θεσμικό καθεστώς του, που θα επέτρεπε απρόσκοπτα τη συνεργασία και με ερευνητικά κέντρα του εξωτερικού. Το Κέντρο θα μπορούσε να επιχορηγείται από ιδρύματα ελληνικά και ξένα, για να οργανώνει σε συνεργασία και πάντα υπό την εποπτεία του κρατικού φορέα, της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων, υποβρύχιες έρευνες σε μεγάλα, άνω των 100 μ., βάθη.
Εδώ θα ήθελα να υπενθυμίσω και να τονίσω ότι το σύνολο των πρωτότυπων χάλκινων αγαλμάτων που σώθηκαν ως τις μέρες μας προέρχονται, εκτός από ελάχιστα, από τη θάλασσα, και μάλιστα από μεγάλα βάθη, τυχαία πάντοτε αλιεύματα η ακριβής θέση εύρεσης των οποίων κατά κανόνα δεν είναι γνωστή (σημ. 6).
Έτσι, και δεδομένου του μεγάλου αριθμού των εντοπισμένων ναυαγίων (της τάξεως των χιλίων) που, εκτός από ελάχιστα, δεν έχουν ερευνηθεί, λόγω αντικειμενικών κυρίως συνθηκών, ως ΄Εφορος των Εναλίων Αρχαιοτήτων υπέβαλα υπηρεσιακά (το 1977) στην πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού πρόγραμμα εγκατάστασης του ΕΛΚΥΑΠ στο φρούριο Νιόκαστρο. Η πρότασή μου αυτή εξαιτίας της σοβαρότητας του θέματος και του υψηλού κόστους που θα απαιτούσε η υλοποίησή της υποβλήθηκε με θετική εισήγηση από τον Υπουργό Πολιτισμού Κωνσταντίνο Τρυπάνη στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κωνσταντίνο Καραμανλή, ο οποίος και το ενέκρινε. Το 1981 η προοπτική της εγκατάστασης του Κέντρου Υποβρύχιας Αρχαιολογίας στο Νιόκαστρο υιοθετήθηκε από την Υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη και το έργο χρηματοδοτήθηκε από το Υπουργείο Συντονισμού μέσω της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Για την απρόσκοπτη πραγματοποίηση του προγράμματος, εισηγήθηκα τότε και εγκρίθηκε από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο, η υπαγωγή του Νιόκαστρου στη δικαιοδοσία και τις αρμοδιότητες της Εφορείας Εναλίων και έτσι το 1982 ξεκίνησαν τα έργα στο φρούριο της Πύλου, που εκ των πραγμάτων θα είχαν διττό χαρακτήρα γιατί οι ανάγκες εγκατάστασης και λειτουργίας του Κέντρου σήμαιναν ταυτόχρονα και αποκατάσταση των αλλοιωμένων από το χρόνο, την έλλειψη συντήρησης και τις μεταγενέστερες επεμβάσεις χώρων του μνημείου.
Εργάστηκαν λοιπόν στο Νιόκαστρο οι αρχιτέκτονες Θάνος Παπαθανασόπουλος, που αφιλοκερδώς συμμετείχε στις μελέτες και τον προγραμματισμό των έργων, και η Γεωργία Καζαντζίδου, ο τοπογράφος μηχανικός Γιάννης Μπαξεβανάκης, η πολιτικός μηχανικός Νίκη Μιλτιάδου, ο αρχαιολόγος Ηλίας Σπονδύλης και οι υπεύθυνοι εργοταξίου, αρχιτεχνίτες Νίκος Βουλγαράκης και Βαγγέλης Γκίκιζας, καθώς και ο λιθοξόος Κώστας Μακαντάσης και ακόμα 80 εργατοτεχνίτες από την Πύλο και από την Αθήνα.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι το Ελληνικό Κέντρο Υποβρύχιας Αρχαιολογίας Πύλου, παρά τους κόπους και το υψηλό κόστος που δαπανήθηκε στα έργα της πενταετίας 1982-87, δεν εγκαταστάθηκε ποτέ στο φρούριο και δεν εκπλήρωσε το σκοπό για τον οποίο ιδρύθηκε, ίσως γιατί οι αρμόδιοι δεν κατάλαβαν ότι όλα αυτά δεν έγιναν για να λειτουργήσουν… ως χώροι εκθέσεων, αμφορέων και αρχαιολογικών αποθηκών.


Notes
  1. Όταν ετοίμαζα την έκθεση στο Αντωνοπούλειο Μουσείο είχα διαπιστώσει ότι μεγάλος αριθμός χαλκογραφιών που περιλαμβάνονταν στον κατάλογο της έκθεσής τους στο Παρίσι το 1937 έλειπε. Ύστερα από έρευνα και αφού βεβαιώθηκα ότι σημαντικό τμήμα της Συλλογής δεν είχε ποτέ σταλεί στην Ελλάδα αλλά φυλασσόταν στην Fondation Hellenique στο Παρίσι, ενημέρωσα την Υπουργό Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη η οποία και μου ανέθεσε την οργάνωση της παραλαβής και μεταφοράς των πινάκων από το Παρίσι, αρχικά στην Εθνική Πινακοθήκη για συντήρηση, πριν εκτεθούν μαζί με το πρώτο τμήμα της Συλλογής στο κτήριο των στρατώνων του Maison. Η καταγραφή, παραλαβή και μεταφορά πραγματοποιήθηκαν σε συνεννόηση με την ελληνική Πρεσβεία και τη μεσολάβηση του διευθυντή της Fondation Κωνσταντίνου Γεωργούλη.
  2. Οι μαυρόασπρες φωτογραφίες που παρατίθενται στο άρθρο τραβήχτηκαν το 1977, την περίοδο της κυοφορίας της πρότασης για το ΕΛΚΥΑΠ.
  3. Η πρώτη συντήρηση που πραγματοποιήθηκε στις δεξαμενές του οργανωμένου από τον χημικό-μηχανικό Κώστα Ασημενό εργαστηρίου έφυδρου ξύλου αφορούσε κομμάτια που ανέσυρε ο Cousteau από το πλοίο του ναυαγίου των Αντικυθύρων.
  4. Αξίζει να σημειωθεί ότι το πρώτο συνέδριο της Yποβρύχιας Αρχαιολογίας έγινε στη Γενεύη και το δεύτερο στο Bodrum.
  5. Το Μπενάκειο Μουσείο Καλαμάτας έπαψε να λειτουργεί μετά τις ζημιές που υπέστη μετά το σεισμό του 1987.
  6. Είναι αυτονόητο ότι εξαιτίας των υποβρύχιων λαθρανασκαφών η γνώση της θέσης των ναυαγίων θα αφορούσε μόνον τους αυστηρά επιλεγμένους υπηρεσιακούς παράγοντες.

http://www.archaiologia.gr