Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2015

Η ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ ΩΣ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΔΙΕΘΝΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ


Του Παναγιώτη Ήφαιστου
Καθηγητή Διεθνών Σχέσεων-Στρατηγικών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Πειραιώς

Ένας επιστημονικός κλάδος θεμελιώνεται όταν είναι προικισμένος τόσο με ένα πλέγμα θεμελιωδών γενικών νόμων (το επιστημονικό Παράδειγμα) όσο και με αξιόπιστα θεωρητικά εποικοδομήματα (τις επιμέρους θεωρίες).
Επιστημονική επανάσταση έχουμε, όπως συνηθίζουμε να γράφουμε, όταν αυτοί οι γενικοί νόμοι πάψουν να υπάρχουν.
Στην περίπτωσή μας, το Θουκυδίδειο Παράδειγμα θα χάσει μέρος της αιτιολογικής του συνάφειας μόνο αν υπάρξει μια αδιατάραχτη παγκόσμια ανθρωπολογική δομή και κατ’ επέκταση δυνατότητες ύπαρξης μιας νομιμοποιημένης παγκόσμιας εξουσίας.
Το ίδιο ισχύει αν υπάρξουν μη ηγεμονικές κοσμοσυστημικές δομές, για παράδειγμα, αν αναπτύσσονταν  πνευματικές, υλικές και διοικητικές δομές παρόμοιες με αυτές της Βυζαντινής Οικουμένης, σύμφωνα όμως με τις προϋποθέσεις του σύγχρονου εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος, δηλαδή, σύμφωνα με τα τετελεσμένα των διακρατικών σχέσεων όπως εξελίχθηκαν μετά την Συνθήκη της Βεστφαλίας.


Στο ιστορικό-διεθνολογικό έργο Πελοποννησιακός Πόλεμος, ο Θουκυδίδης περιέγραψε με πληρότητα και οξυδέρκεια το σύνολο σχεδόν των διλημμάτων και των προβλημάτων ενός διακρατικού συστήματος κυριαρχίας-αναρχίας που περιέχει αίτια πολέμου.
Ως διεθνολόγος περιέγραψε με ακρίβεια τα παρεμβαλλόμενα αίτια πολέμου που αποσταθεροποιούν τις διακρατικές σχέσεις, καθώς επίσης και την ισορροπία δυνάμεων ως προϋπόθεση σταθερότητας και τον ρόλο της ισχύος στην κατανομή συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένης της ελευθερίας.
Ο Θουκυδίδης, επιπλέον, δεν στάθηκε μόνο στις διακρατικές σχέσεις.
Συμπεριλαμβάνει πολύτιμες παρατηρήσεις και για τα άλλα δύο επίπεδα ανάλυσης, δηλαδή τον άνθρωπο και το κράτος.
Αναφερόμενος στην φύση του ανθρώπου υποβάλλει, αντίστοιχα με τον Αριστοτέλη, την αυτονόητη αλήθεια ότι η αστάθμητη ατομική ανθρωπολογική ετερότητα για να μην λειτουργεί θηριωδώς απαιτείται να είναι πολιτικά ενταγμένη.


Αλλαγή παραδείγματος μπορεί να συντελεστεί σταδιακά εάν τρεις προϋποθέσεις εκπληρώνονται ολοένα και περισσότερο.
Πρώτον, εάν και όταν ενδοκρατικά η έμμεση αντιπροσώπευση αποκτήσει ιδιότητες έμμεσης τουλάχιστον δημοκρατίας με φορά και ρυθμό κίνησης που φέρνει τα πολιτειακά συστήματα κοντά σε μια κατάσταση άμεσης δημοκρατίας η οποία στην τεχνολογικά προηγμένη εποχή μας δεν είναι πλέον αδιανόητη.
Κύριο αιτούμενο μιας τέτοιας κίνησης είναι η ανθρωποκεντρική μετεξέλιξη των ανθρωπολογικών και πολιτειακών δομών, ζήτημα για το οποίο η στοχαστική συνεισφορά του συναδέλφου Γιώργου Κοντογιώργη που παρευρίσκεται εδώ είναι ανεκτίμητη. 
Δεύτερον, εάν και όταν κοσμοσυστημικά εκπληρωθούν προϋποθέσεις που θα αποδυναμώνουν την νοηματοδότηση της πολιτικής με όρους ισχύος, κατάσταση μέσα στην οποία είμαστε σήμερα εγκλωβισμένοι λόγω των κρατικών τετελεσμένων του μοντερνιστικού καθεστώτος της κυριαρχίας που επικράτησε μετά τον 16ο αιώνα.
Τρίτον, εάν και όταν εξαλειφτούν ή τουλάχιστον αποδυναμωθούν τα κύρια αίτια πολέμου, κυρίως της άνισης ανάπτυξης μεταξύ περιφερειών και κρατών, τετελεσμένα στα οποία οφείλονται, επίσης στο Βεστφαλιανό καθεστώς το οποίο ανάτρεψε τις κοσμοσυστημικές δομές που κτίστηκαν από την κλασική εποχή μέχρι την Βυζαντινή Οικουμένη.
Μέσα από τα τετελεσμένα αυτά γεννήθηκαν
i) Ο συγκαιρινός ηγεμονισμός,
ii)   η αποικιοκρατία,
iii) ο μοντερνιστικός διεθνιστικουλισμός (η ιδέα δηλαδή παγκόσμιας ενοποίησης υπό υλικές μόνο προϋποθέσεις, όπως υποστηρίζουν όλες οι μοντερνιστικές ιδεολογίες) και
iv) η αδιέξοδη αλλά υπαρκτή και αληθινή ανελέητη ηγεμονική διαπάλη των ηγεμονικών δυνάμεων όπως προβάλλεται στο βάθος του ορίζοντα του 21ου αιώνα.


Βέβαια, για να είμαι ακριβής και επιχειρηματολογικά συνεπής, θέλω να τονίσω ότι τα πορίσματα των δικών μου θεωρήσεων του συγχρόνου διεθνούς συστήματος είναι πως δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει με ευκολία ότι η άνιση ανάπτυξη ως κύριο αίτιο πολέμου θα μπορούσε να εξαλειφτεί, τουλάχιστον όσον αφορά τις επόμενες δεκαετίες.
Γι’ αυτό, και στα τελευταία μου κείμενα –και κυρίως στο Κοσμοθεωρία των Εθνών– παραφράζοντας τον Καβάφη και εδρασμένος στο Θουκυδιδειο στοχαστικό κεκτημένο, επιχειρώ να περιγράψω μια εθνοκρατοκεντρική πορεία του συγκαιρινού διεθνούς συστήματος προς μια μάλλον μακρινή Ιθάκη.
Σ’ αυτή την μάλλον μακρά πορεία οι αμείλικτες θεωρήσεις του Θουκυδίδη για τα αίτια πολέμου θα είναι ανελέητα αληθινές και οδυνηρές για όσους δεν τις λάβουν υπόψη και δεν μεριμνήσουν να διαφυλάξουν το  κεκτημένο της εθνοκρατικής της ανεξαρτησίας την οποία με κόπο κατάφεραν να αποκτήσουν αγωνιζόμενοι ενάντια στους αποικιοκρατικούς και νέο-ηγεμονικούς κατεξουσιασμούς.


Το κύριο ζήτημα που τίθεται στην πορεία αυτή δεν είναι μια εσχατολογική υπόσχεση ενός μακάριου διακρατικού τερματικού, μια δηλαδή εσχατολογική υπόσχεση αντίστοιχη με αυτή όλων των υποκριτικών ή ουτοπικών διεθνιστικών ιδεολογιών περί ύπαρξης ενός τόπου χλοερού, αγαθοεργού, αλτρουιστικού και ανθρωπολογικά τρυφερού που τερματίζουν τους ανταγωνισμούς και όλα μας τα προβλήματα.
Το ζήτημα που πρωτίστως τίθεται είναι οι προϋποθέσεις της διαδρομής και ο προσανατολισμός της πορείας ενός διεθνούς συστήματος που αποκτά ολοένα και περισσότερο εθνοκρατοκεντρικές ιδιότητες.
Εδώ ακριβώς, έχουμε την λεπτή αλλά ουσιαστική διάκριση μεταξύ του κρατοκεντρικού συστήματος της Βεστφαλίας και του εθνοκρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος, όρος που καταδεικνύει την ήδη ορατή τάση μιας ολοένα μεγαλύτερης ανάπτυξης της δημοκρατίας, μιας ολοένα βαθύτερης ανθρωποκενρικά διαμορφωμένης εθνικής ανθρωπολογίας και μιας ολοένα βαθύτερης αντί-ηγεμονικής εθνοκρατοκεντρικής διεθνούς δομής.
Φρόνιμο είναι να τονιστεί πως ακόμη και αν επιτυγχάνονται ολοένα υψηλότερες βαθμίδες συντελεστικών κοσμοσυστημικών προϋποθέσεων, στο ορατό μέλλον η εθνοκρατοκεντρική πορεία δεν μπορεί παρά να είναι μια τρικυμισμένη θαλασσοπορία από την οποία δεν θα λείψουν οι θυμωμένοι ηγεμονικοί Κύκλωπες και Ποσειδώνες, οι ουτοπικές διεθνιστικές σειρήνες, οι διεθνικοί Λαιστρυγόνες και κάθε είδους άλλα αίτια πολέμου που στο συγκαιρινό διακρατικό σύστημα αφθονούν.
Η σταθερότητα –υποστηρίζω δοκιμαστικά στο Κοσμοθεωρία των Εθνών– θα συναρτάται με ολοένα βαθύτερες κοσμοσυστημικές παραδοχές γύρω από δύο άξονες:
Πρώτον, πνευματικών και πολιτικών κατακτήσεων που θα αποδυναμώνουν την νοηματοδότηση της πολιτικής με όρους ισχύος που μας κληρονόμησε ο μοντερνισμός των πέντε τελευταίων αιώνων, με αποτέλεσμα να ενισχυθούν πάντοτε παρούσες ηγεμονικές ιστορικές τάσεις και να αποδυναμωθούν οι προαναφερθείσες πνευματικές και πολιτικές κατακτήσεις.
Δεύτερον, την εμβάθυνση των πνευματικών και  πολιτικών παραδοχών που ενισχύουν την εθνική ανεξαρτησία η οποία είναι σύμφωνη με το κλασικό ιδεώδες της ανεξαρτησίας ή αντίστοιχα τις υψηλές αρχές του συγχρόνου διεθνούς δικαίου: Η κοσμοθεωρία των εθνών είναι η θεμελιώδης παραδοχή περί εθνικής ανεξαρτησίας.
Δηλαδή, οι θεμελιώδεις πνευματικές και πολιτικές παραδοχές των εθνοκρατών και των πολιτών τους που εάν ενισχύονται λογικό είναι στο κοσμοσυστυμικό επίπεδο να ενισχύονται τα αντί-ηγεμονικά αντανακλαστικά και οι αντί-ηγεμονικές συσπειρώσεις.
Η κοσμοθεωρία των εθνών, υποστηρίζεται, θα είναι ολοένα και περισσότερο κοσμοσυστημικά συναφής εάν ολοένα και περισσότερο την υιοθετούν οι κοινωνίες μεγάλων εθνών και εάν αντί ηγεμονικής εξωστρέφειας αφοσιωθούν στην δημοκρατική ανθρωπολογική διαμόρφωσή τους και στην απόλαυση της ανθρωπολογικής ετερότητάς τους.

Για να το πούμε διαφορετικά μια ορθολογιστική ανάλυση του διεθνούς συστήματος απαιτείται να αποφεύγει τις εξωπραγματικές ωραιοποιημένες εσχατολογίες και να αποκλείει κάθε ιδέα περί ενός επερχόμενου «παγκοσμιοποιημένου» παραδείσου αμέριμνων πλανητικών γυρολόγων ή περί ύπαρξης ενός αγαθοεργού παγκόσμιου ηγεμόνα στις αγκάλες του οποίου θα μπορούσαμε να εναποθέσουμε το μέλλον μας.
    Μια ορθολογιστική ανάλυση το μόνο για το οποίο μπορεί να μιλά για να είναι κοινωνικοπρακτικά συναφείς είναι για τον αγώνα δημοκρατίας, πολιτικής ελευθερίας και εθνικής ανεξαρτησίας που αναπόδραστα θα διεξάγεται εν μέσω τρικυμισμένης θαλασσοπορίας προς μια Ιθάκη απομακρυσμένη ή και αθέατη στο ορατό μέλλον.
    Επίσης, για ολοένα και μεγαλύτερη εμπέδωση κοσμοσυστημικών προϋποθέσεων που θα μπορούσαν να συντελέσουν σε ολοένα μεγαλύτερη σταθερότητα.
Άλματα που αφελώς ή υποκριτικά κάνουν λόγο για κάποιο επικείμενο παραδεισένιο παγκόσμιο τόπο άκακων και αμέριμνων κατοίκων όπου η διανεμητική δικαιοσύνη και η κατανομή των πόρων θα επιτυγχάνεται μαγικά, οδηγούν αναπόδραστα σε τραγικά στοχαστικά και πολιτικά σφάλματα.


Οι βασικές θεωρήσεις μέσα στον πυρήνα του Θουκυδίδειου Παραδοσιακού Παραδείγματος όπου παροικεί η καλή θεωρία διεθνών σχέσεων δεν προτείνει καμιά εξειδικευμένη ερμηνεία αναφορικά με το ένα ή το άλλο πρακτικό ζήτημα της καθημερινής διεθνούς πολιτικής.
Οι πολιτικός στοχασμός διεθνών σχέσεων περιγράφει την δομή, τους προσανατολισμούς, τις παθολογίες και τα διλήμματα σε αναφορά με τα οποία ο καθείς παίρνει τις αποφάσεις του.
Αυτό που έχει ανάγκη ο πολίτης  μέσα σε ένα δημοκρατικό περιβάλλον όπου αγωνίζεται να κατακτήσει μεγαλύτερο ρόλο ως εντολέας της εντολοδόχου εξουσίας είναι μια διαυγής αντίληψη και βαθιά κατανόηση της φύσης, του χαρακτήρα και των λειτουργιών του διεθνούς συστήματος όπως πραγματικά είναι και όχι όπως θα θέλαμε να είναι ή όπως ο ένας ή άλλος πολιτικός θεολόγος υπόσχεται ότι θα είναι .
Οι πρακτικές αποφάσεις είναι υπόθεση των ίδιων των κοινωνιών και αυτό διδάσκει η αυστηρά περιγραφική και ερμηνευτική Θουκυδίδεια παράδοση.
Μέχρι να ανατραπεί ο μοντερνιστικός κρατοκεντρικός κόσμος όπως διαμορφώθηκε μετά την αντιστροφή των ιστορικών τάσεων που προκλήθηκε λόγω παρακμής και πτώσης του Κοσμοσυστήματος της Ανατολικής Ρώμης, η συνολική αντίληψη που αποπνέουν οι περιγραφές του βασικά αλάνθαστου Θουκυδίδειου Παραδοσιακού Παραδείγματος για τη φύση και τη λειτουργία του διεθνούς συστήματος θα είναι πολύτιμες.


Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω ότι στο θεωρητικό κεκτημένο των μοντερνιστών αναλυτών της Θουκυδίδειας παράδοσης –ενίοτε ακούει στο όνομα Πολιτικός Ρεαλισμός, ο οποίος αφορά μόνο εκείνες τις αναλύσεις που εκπληρώνουν προϋποθέσεις περιγραφικής πληρότητας και αξιολογικής ελευθερίας–, αν και διαφορετικών θεωρητικών αφετηριών οδηγείται στο ίδιο βασικά συμπέρασμα με τον Γιώργο Κοντογιώργη και την πολιτική τυπολογία που διατυπώνει καθώς και τον τρόπο που συνδέει αυτή την τυπολογία με το κρατοκεντρικό σύστημα τόσο της κλασικής εποχής όσο και των Νέων Χρόνων.
    Συντομογραφικά, η πολιτική ωρίμανση στο επίπεδο του ανθρώπου, του κράτους και του διεθνούς συστήματος δεν σχετίζεται με την μοντερνιστική κληρονομιά που νοηματοδοτεί την πολιτική με όρους ισχύος (βαφτίζοντάς την αυθαίρετα, μάλιστα, ως «δημοκρατική»).
Αντίθετα συναρτάται άμεσα αφενός με την εμβάθυνση αφενός της δημοκρατίας ενδό-Πολιτειακά και αφετέρου με κοσμοσυστημικές προϋποθέσεις που ο ΓΚ καθώς και μερικοί άλλοι αναλυτές συνδέουν με το Βυζαντινό πολιτικό, πνευματικό και οργανωτικό κεκτημένο.
    Επιτρέψτε μου να υποστηρίξω ότι έτσι προσεγγίζοντας το σύγχρονο διεθνές σύστημα, χωρίς ακριβώς να υποτιμούνται τα ιστορικά τετελεσμένα της νεότερης κρατοκεντρικής εποχής, διανοίγεται ένα τεράστιο πεδίο στοχαστικού προβληματισμού συναφούς με την ανθρωπολογική και πολιτική συγκρότηση του κόσμου όπως αυτή πραγματικά είναι και όπως αυτή πραγματικά εξελίσσεται.
Θα ήταν παράλειψη να μην τονίσω ότι αυτή η κρατοκεντρική δομή των Νέων Χρόνων διαφέρει από τη κλασική στον βαθμό που κανένα σύγχρονο κράτος δεν διαθέτει τις βαθμίδες ατομικής, κοινωνικής και πολιτικής ελευθερίας που συναντούμε στην κλασική Πολιτεία. Η ανθρωπολογική, πνευματική, πολιτική διαφοροποίηση του συγχρόνου διεθνούς συστήματος και των μονάδων του είναι πολύ μεγαλύτερη σε σύγκριση με την κλασική εποχή.
Εξ ου και η ανάγκη για μια βάσιμη διεπιστημονική προσέγγιση της οποίας οι έλληνες θα έπρεπε λογικά να είναι πρωτοπόροι και όχι ουραγοί.
------------------
Εδώ λοιπόν τίθεται και ένα ζήτημα κλίμακας. Παρά το γεγονός ότι είχαμε ενδο-πολιτειακή αποκορύφωση της δημοκρατίας σωστά νοούμενης, μεταξύ άλλων, ως η άμεση σχέση, εντολέα πολίτη και εντολοδόχου εξουσίας, οι σχέσεις των δημοκρατικών πολιτειών παρέμειναν σχέσεις δύναμης, γεγονός που ερμηνεύει και τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.
Αυτό που έλειπε στην κλασική εποχή ήταν οι προϋποθέσεις μιας κοσμοσυστημικής πολιτικής και πνευματικής δομής, την οποία πολλοί πλέον αναζητούν στην Βυζαντινή Οικουμένη ως το κυριότερο ιστορικό παράδειγμα.
Βέβαια, εκτιμώ ότι, αν και ουσιαστικές και πρωτοπόρες, οι σχετικές μελέτες βρίσκονται ακόμη στην αφετηρία, εν μέρει τουλάχιστον λόγω κυριαρχίας των μοντερνιστικών ερμηνειών στον ακαδημαϊκό χώρο.
Η κυριαρχία των ξεπερασμένων πλέον μοντερνιστικών ιδεολογιών στην Ελλάδα, στην χώρα δηλαδή όπου κανείς θα ανέμενε να μελετήσουν αυτή την μεγάλη πολιτική, πνευματική και πολιτισμική κληρονομιά, όντως αποτελεί αλλόκοτο και αφύσικο παράδοξο.
Ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι εισερχόμενοι στον 21ό αιώνα και στην φάση της αρχής του τέλους της ηγεμονίας των πρώην μοντερνιστικών αποικιοκρατικών και ηγεμονικών δυνάμεων, η ζήτηση πολιτικού στοχασμού με ιστορική θέαση θα είναι πολύ μεγάλη.
Η ζήτηση αυτή θα είναι μεγάλη για ένα ακόμη σημαντικό λόγο: δεν έχουμε μόνο τα τετελεσμένα μιας διαδεδομένης αντίληψης της πολιτικής με όρους ισχύος κύριοι φορείς της οποίας είναι τα μοντερνιστικά ηγεμονικά κράτη, αλλά και αναρίθμητα αίτια πολέμου πολύ μεγαλύτερα απ’ ότι στην  κλασική εποχή διαμέσου των οποίων το διεθνές σύστημα αναπόφευκτα θα πορευτεί.
Τα αίτια πολέμου σήμερα είναι πολύ περισσότερα και πολύ οξύτερα σε σύγκριση με αυτά που περιέγραψε ο Θουκυδίδης.
Κυρίως λόγω γιγάντωσης των αιτιών πολέμου που προκάλεσε το μακραίωνο φαινόμενο της αποικιοκρατίας και λόγω της  προαναφερθείσης καθολικής νοηματοδότησης της ενδοκρατικής και διακρατικής πολιτικής με όρους ισχύος.  


Σε όλο το φάσμα του σύγχρονου δήθεν θεωρητικού προβληματισμού των διεθνών σχέσεων πλην των αξιολογικά ελεύθερων θεωρήσεων του Πολιτικού Ρεαλισμού, έχουμε και μια ανίερη χρήση της Θουκυδίδειας ανάλυσης.
Ενώ δηλαδή ο Θουκυδίδης περιγραφικά και πραγματολογικά θεμελιωμένα παρατηρεί ότι σε ένα κρατοκεντρικό σύστημα όπου υπάρχουν αίτια πολέμου «ο ισχυρός επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος υποχωρεί και προσαρμόζεται», πολλοί στηριγμένοι σε μοντερνιστικές δαρβινιστικές νοηματοδοτήσεις της πολιτικής στηρίζουν τις πολιτικές τους πράξεις στην αντεστραμμένη ρήση «οι ισχυρός πρέπει να επιβάλλει ότι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύναμος πρέπει να προσαρμόζεται».
Επιστημονικά και πολιτικά αυτό είναι απαράδεκτο καθότι στρέφεται κατά της ανθρώπινης οντολογίας και των ανθρωπολογικών-πολιτικών κεκτημένων που αυτή συνεπάγεται.
Σε ακόμη πιο διεστραμμένες εκδοχές σε λιγότερο ισχυρά κράτη στο όνομα της μιας ή της άλλης ιδεολογικής εσχατολογίας με την οποία η εκάστοτε ηγεμονική δύναμη μεταμφιέζει ψευτο-κοσμοϊστορικά σχέδια μερικοί υποστηρίζουν ότι «ο αδύναμος πρέπει να παραμένει αδύναμος, πρέπει να συμβιβάζει την εθνική του ανεξαρτησία και πρέπει να υποχωρεί και να προσαρμόζεται στις ηγεμονικές και αναθεωρητικές αξιώσεις».
Έτσι λοιπόν λέμε ότι ο Θουκυδίδης διέγνωσε τα αίτια του  πολέμου και τον διαμορφωτικό ρόλο της ισχύος.
Όπως και με την ιατρική επιστήμη, με την καλή διάγνωση και με το καλό φάρμακο κανείς μπορεί να θεραπεύσει ή αντίστροφα να συναγάγει λάθος συνειρμούς και να σκοτώσει τον ατυχή ασθενή.  


Εμείς θεωρούμε ως πολιτική επιστήμη των διεθνών σχέσεων του συγχρόνου διακρατικού συστήματος τις θεωρίες εκείνες που κτίζονται πάνω στην αξιολογικά ελεύθερη και παραδειγματικά περιγραφική ανάλυση του Θουκυδίδη και πάνω στην ακλόνητη επιστημολογία του.
Μια ανάλυση η οποία όπως σωστά παρατηρεί η Jacqueline Rommilly στο βιβλίο της για την επιστημολογία του Θουκυδίδη:
· «διακρίνεται για την σχεδόν απόλυτη αντικειμενικότητα του ερευνητή»,
· την βάσιμη συνάρτηση της λεπτομέρειας με το σύνολο,
· την μνημόνευση εκείνων  που είναι σημαντικά, καθολικά και διαχρονικά ανεξαρτήτως ατομικών περιπτώσεων και
· την φροντίδα για αυστηρή ακρίβεια επί της ουσίας.
Προτερήματα δηλαδή που επιτρέπουν, όπως το θέτει η γαλλίδα ερευνήτρια, «να εντοπίσουμε κάτω από τις επιμέρους πράξεις την ύπαρξη τάσεων, αιτίων και λογικών αλληλουχιών, που είναι ολοένα και πιο βαθιές και μακρινές, που η αληθοφάνειά τους παίρνει έτσι έναν χαρακτήρα πιο γενικό», πιο ανεξάρτητο από τις περιστάσεις και τα πρόσωπα: αυτές οι αλληλουχίες επαναλαμβάνονται τόσο περισσότερο όσο πιο αυστηρά έχουν αναχθεί στο ουσιώδες».

http://www.ifestosedu.gr/38thycudutesalinos.htm


Τρίτη 17 Απριλίου 2012

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ : Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ



Μτφρ. Ε.Κ. Βενιζέλος. [1940] 1960. Θουκυδίδου Ιστορίαι. Ι–ΙΙ. 2η έκδ. Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας. (1η έκδ. Οξφόρδη: Οxford University Press).

ΘΟΥΚ 1.20.1–1.22.4 Η μέθοδος του Θουκυδίδη

Προκειμένου να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι ο Πελοποννησιακός πόλεμος ήταν ο πιο αξιόλογος μέχρι τότε, ο ιστορικός εξέθεσε τις αιτίες για τις οποίες οι πρώτες ελληνικές κοινωνίες ήταν αδύναμες και αναφέρθηκε στη θαλασσοκρατορία του Μίνωα, στα Τρωικά και τους Περσικούς πολέμους. Και συνεχίζει:

[1.20.1] Εις τοιαύτα λοιπόν κατέληξε συμπεράσματα η έρευνά μου περί των παλαιών, ως προς τα οποία δεν ημπορεί κανείς να δώση πίστιν εις όλας τας υπαρχούσας παραδόσεις. Διότι οι άνθρωποι αποδέχονται εξ ίσου αβασανίστως όσα εξ ακοής μανθάνουν περί των παρελθόντων πραγμάτων, και όταν ακόμη αναφέρωνται εις την ιδικήν των χώραν. [1.20.2] Ούτω λόγου χάριν οι περισσότεροι από τους Αθηναίους νομίζουν ότι ο Ίππαρχος ήτο πράγματι τύραννος, όταν εφονεύθη από τον Αρμόδιον και τον Αριστογείτονα, και αγνοούν ότι ο μεν Ιππίας, ως πρεσβύτερος των υιών του Πεισιστράτου, ήσκει την αρχήν, ενώ ο Ίππαρχος και ο Θεσσαλός ήσαν απλώς αδελφοί του, και ότι ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, υποπτεύσαντες κατ' εκείνην την ημέραν και ακριβώς κατά την στιγμήν που επέκειτο η εκτέλεσις του σχεδίου των, ότι κάποιος από τους συνωμότας είχεν ειδοποιήσει τον Ιππίαν, παρήτησαν μεν αυτόν δια τούτο, θέλοντες όμως πριν συλληφθούν να κατορθώσουν κάτι άξιον λόγου, το οποίον να τους αποζημίωση δια τον κίνδυνον πού διέτρεχαν, εφόνευσαν τον Ίππαρχον, τον όποιον συνήντησαν πλησίον του Λεωκορείου, ενώ διηυθέτει την Παναθηναϊκήν πομπήν. [1.20.3] Υπάρχουν, άλλωστε, και άλλα πολλά γεγονότα, το όποια δεν ελησμονήθησαν λόγω πολυκαιρίας, άλλ' είναι σύγχρονα, ως προς τα οποία και οι άλλοι Έλληνες διατελούν εις πλάνην, ως λόγου χάριν ότι οι βασιλείς της Σπάρτης δίδουν έκαστος όχι μίαν, αλλά δύο ψήφους, και ότι οι Λακεδαιμόνιοι έχουν εις τον στρατόν των τον Πιτανάτην λόχον, ο οποίος ουδέποτε πραγματικώς υπήρξε. Τόσον απρόθυμοι είναι οι περισσότεροι άνθρωποι να υποβάλλωνται εις κόπον προς αναζήτησιν της αληθείας και τρέπονται μάλλον προς ό,τι ευρίσκουν έτοιμον.


[1.21.1] Εν τούτοις, δεν θα επλανάτο κανείς, εάν επί τη βάσει των ανωτέρω τεκμηρίων έκρινεν, ότι τα του παλαιού καιρού ήσαν κατά μεγάλην προσέγγισιν τοιαύτα όπως τα εξέθεσα. Ούτε πρέπει να δώση μεγαλητέραν πίστιν εις τας υπερβολάς της φαντασίας των ποιητών, ούτε εις τας διηγήσεις των χρονογράφων, τας οποίας ούτοι εσύνθεσαν μάλλον δια να ευχαριστήσουν τους ακροατάς των παρά δια να είπουν την αλήθειαν. Αι διηγήσεις αύται είνε ανεξέλεγκτοι και κατά το πλείστον περιήλθαν ένεκα της πολυκαιρίας εις την χώραν των μύθων, ώστε να καταστούν απίστευτοι. Προκειμένου εν τούτοις περί πραγμάτων τόσον παλαιών, πρέπει να θεώρηση κανείς, ότι ταύτα εξηκριβώθησαν αποχρώντως, επί τη βάσει των πλέον αναμφισβητήτων τεκμηρίων. [1.21.2] Και μολονότι οι άνθρωποι, εφόσον μεν διεξάγουν ένα πόλεμον, τον θεωρούν ως τον μέγιστον, ενώ όταν τελειώση θαυμάζουν περισσότερον τους παλαιούς, ο Πελοποννησιακός πόλεμος, δια τον κρίνοντα επί τη βάσει αυτών των γεγονότων, θέλει αποδειχθή ότι υπήρξε μεγαλήτερος από όλους τους προηγουμένους.


[1.22.1] Και ως προς μεν τους λόγους, τους απαγγελθέντας από διαφόρους, είτε κατά τας παραμονάς του πολέμου, είτε κατά την διάρκειαν αυτού, η ακριβής απομνημόνευσις των λεχθέντων ήτο δύσκολος, ή μάλλον αδύνατος, και εις εμέ, δι' όσους ο ίδιος ήκουσα, και εις τους άλλους, όσοι μου ανεκοίνωσαν αυτούς από τα διάφορα μέρη όπου τους ήκουσαν. Δια τούτο τους έγραψα όπως ενόμισα, ότι έκαστος των ρητόρων ηδύνατο να ομιλήση προσφορώτερον προς την εκάστοτε περίστασιν, προσηλούμενος συγχρόνως όσον το δυνατόν περισσότερον εις την γενικήν έννοιαν των πραγματικώς λεχθέντων. [1.22.2] Τα γεγονότα, εξ άλλου, του πολέμου έκρινα καθήκον μου να γράψω, όχι λαμβάνων τας πληροφορίας μου από τον πρώτον τυχόντα, ούτε όπως τα εφανταζόμην, αλλ' αφού υπέβαλα εις ακριβέστατον έλεγχον και εκείνα των οποίων υπήρξα αυτόπτης μάρτυς και όσα έμαθα από άλλους. [1.22.3] Αλλ' η εξακρίβωσίς των ήτον έργον δύσκολον, διότι οι αυτόπται μάρτυρες των διαφόρων γεγονότων δεν εξέθεταν τα ίδια πράγματα κατά τον ίδιον τρόπον, αλλ' έκαστος αναλόγως της μνήμης του ή της ευνοίας, την οποίαν είχε προς τον ένα ή τον άλλον αντίπαλον. [1.22.4] Ο αποκλεισμός του μυθώδους από την ιστορίαν μου ίσως την καταστήση ολιγώτερον τερπνήν ως ακρόαμα. Θα μου είναι όμως αρκετόν, εάν το έργον μου κρίνουν ωφέλιμον όσοι θελήσουν να έχουν ακριβή αντίληψιν των γεγονότων, όσα έχουν ήδη λάβει χώραν, και εκείνων τα οποία κατά την ανθρωπίνην φύσιν μέλλουν να συμβούν περίπου όμοια. Διότι την ιστορίαν μου έγραψα ως θησαυρόν παντοτεινόν και όχι ως έργον προωρισμένον να υποβληθή εις διαγωνισμόν και ν' αναγνωσθή εις επήκοον των πολλών, δια να λησμονηθή μετ' ολίγον.



ΑΡΧΑΙΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

[1.20.1] Τὰ μὲν οὖν παλαιὰ τοιαῦτα ηὗρον, χαλεπὰ ὄντα παντὶ
ἑξῆς τεκμηρίῳ πιστεῦσαι. οἱ γὰρ ἄνθρωποι τὰς ἀκοὰς τῶν
προγεγενημένων, καὶ ἢν ἐπιχώρια σφίσιν ᾖ, ὁμοίως ἀβασα-
νίστως παρ’ ἀλλήλων δέχονται. [1.20.2] Ἀθηναίων γοῦν τὸ πλῆθος
Ἵππαρχον οἴονται ὑφ’ Ἁρμοδίου καὶ Ἀριστογείτονος τύραννον
ὄντα ἀποθανεῖν, καὶ οὐκ ἴσασιν ὅτι Ἱππίας μὲν πρεσβύτατος
ὢν ἦρχε τῶν Πεισιστράτου υἱέων, Ἵππαρχος δὲ καὶ Θεσσαλὸς
ἀδελφοὶ ἦσαν αὐτοῦ, ὑποτοπήσαντες δέ τι ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ
καὶ παραχρῆμα Ἁρμόδιος καὶ Ἀριστογείτων ἐκ τῶν ξυνει-
δότων σφίσιν Ἱππίᾳ μεμηνῦσθαι τοῦ μὲν ἀπέσχοντο ὡς
προειδότος, βουλόμενοι δὲ πρὶν ξυλληφθῆναι δράσαντές τι
καὶ κινδυνεῦσαι, τῷ Ἱππάρχῳ περιτυχόντες περὶ τὸ Λεωκό-
ρειον καλούμενον τὴν Παναθηναϊκὴν πομπὴν διακοσμοῦντι
ἀπέκτειναν. [1.20.3] πολλὰ δὲ καὶ ἄλλα ἔτι καὶ νῦν ὄντα καὶ οὐ
χρόνῳ ἀμνηστούμενα καὶ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες οὐκ ὀρθῶς
οἴονται, ὥσπερ τούς τε Λακεδαιμονίων βασιλέας μὴ μιᾷ
ψήφῳ προστίθεσθαι ἑκάτερον, ἀλλὰ δυοῖν, καὶ τὸν Πιτα-
νάτην λόχον αὐτοῖς εἶναι, ὃς οὐδ’ ἐγένετο πώποτε. οὕτως
ἀταλαίπωρος τοῖς πολλοῖς ἡ ζήτησις τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπὶ
τὰ ἑτοῖμα μᾶλλον τρέπονται. [1.21.1] ἐκ δὲ τῶν εἰρημένων τεκμη-
ρίων ὅμως τοιαῦτα ἄν τις νομίζων μάλιστα ἃ διῆλθον οὐχ
ἁμαρτάνοι, καὶ οὔτε ὡς ποιηταὶ ὑμνήκασι περὶ αὐτῶν ἐπὶ τὸ
μεῖζον κοσμοῦντες μᾶλλον πιστεύων, οὔτε ὡς λογογράφοι
ξυνέθεσαν ἐπὶ τὸ προσαγωγότερον τῇ ἀκροάσει ἢ ἀληθέ-
στερον, ὄντα ἀνεξέλεγκτα καὶ τὰ πολλὰ ὑπὸ χρόνου αὐτῶν
ἀπίστως ἐπὶ τὸ μυθῶδες ἐκνενικηκότα, ηὑρῆσθαι δὲ ἡγησά-
μενος ἐκ τῶν ἐπιφανεστάτων σημείων ὡς παλαιὰ εἶναι
ἀποχρώντως. [1.21.2] καὶ ὁ πόλεμος οὗτος, καίπερ τῶν ἀνθρώπων
ἐν ᾧ μὲν ἂν πολεμῶσι τὸν παρόντα αἰεὶ μέγιστον κρινόντων,
παυσαμένων δὲ τὰ ἀρχαῖα μᾶλλον θαυμαζόντων, ἀπ’ αὐτῶν
τῶν ἔργων σκοποῦσι δηλώσει ὅμως μείζων γεγενημένος
αὐτῶν.
[1.22.1] Καὶ ὅσα μὲν λόγῳ εἶπον ἕκαστοι ἢ μέλλοντες πολεμή-
σειν ἢ ἐν αὐτῷ ἤδη ὄντες, χαλεπὸν τὴν ἀκρίβειαν αὐτὴν
τῶν λεχθέντων διαμνημονεῦσαι ἦν ἐμοί τε ὧν αὐτὸς ἤκουσα
καὶ τοῖς ἄλλοθέν ποθεν ἐμοὶ ἀπαγγέλλουσιν· ὡς δ’ ἂν
ἐδόκουν ἐμοὶ ἕκαστοι περὶ τῶν αἰεὶ παρόντων τὰ δέοντα
μάλιστ’ εἰπεῖν, ἐχομένῳ ὅτι ἐγγύτατα τῆς ξυμπάσης γνώμης
τῶν ἀληθῶς λεχθέντων, οὕτως εἴρηται. [1.22.2] τὰ δ’ ἔργα τῶν
πραχθέντων ἐν τῷ πολέμῳ οὐκ ἐκ τοῦ παρατυχόντος πυνθα-
νόμενος ἠξίωσα γράφειν, οὐδ’ ὡς ἐμοὶ ἐδόκει, ἀλλ’ οἷς τε
αὐτὸς παρῆν καὶ παρὰ τῶν ἄλλων ὅσον δυνατὸν ἀκριβείᾳ
περὶ ἑκάστου ἐπεξελθών. [1.22.3] ἐπιπόνως δὲ ηὑρίσκετο, διότι οἱ
παρόντες τοῖς ἔργοις ἑκάστοις οὐ ταὐτὰ περὶ τῶν αὐτῶν
ἔλεγον, ἀλλ’ ὡς ἑκατέρων τις εὐνοίας ἢ μνήμης ἔχοι. [1.22.4] καὶ
ἐς μὲν ἀκρόασιν ἴσως τὸ μὴ μυθῶδες αὐτῶν ἀτερπέστερον
φανεῖται· ὅσοι δὲ βουλήσονται τῶν τε γενομένων τὸ σαφὲς
σκοπεῖν καὶ τῶν μελλόντων ποτὲ αὖθις κατὰ τὸ ἀνθρώπινον
τοιούτων καὶ παραπλησίων ἔσεσθαι, ὠφέλιμα κρίνειν αὐτὰ
ἀρκούντως ἕξει. κτῆμά τε ἐς αἰεὶ μᾶλλον ἢ ἀγώνισμα ἐς τὸ
παραχρῆμα ἀκούειν ξύγκειται.


http://www.ellinikoarxeio.com/2010/05/thucydides-method.html#ixzz1s1QeOgyX

http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/corpora/anthology/content.html?t=165&m=1



Τετάρτη 4 Απριλίου 2012

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ - Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΣΥΡΑΚΟΥΣΙΟΥ ΕΡΜΟΚΡΑΤΟΥΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΚΑΜΑΡΙΝΑΙΟΥΣ


Θουκυδίδου Ιστορίαι βιβλίον ΣΤ' έτος 17ον 415-414 πΧ στίχοι 76-81 - Μετάφραση Ελ.Βενιζέλου
 
76."Ήλθαμεν προς υμάς ως πρέσβεις, Καμαριναίοι, όχι διότι ανησυχήσαμεν μήπως σας πτοήση η παρουσία της στρατιωτικής δυνάμεως των Αθηναίων, αλλά μάλλον διότι εφοβήθημεν μήπως, όσα μέλλουν να σας είπουν, σας παρασύρουν, εάν δεν ακούσετε συγχρόνως και ημάς. Διότι εις την Σικελίαν ήλθαν μεν με την πρόφασιν την οποίαν ηκούσατε, με αληθείς όμως προθέσεις, τας οποίας όλοι υπονοούμεν. Και πιστεύω ότι εκείνο που επιδιώκουν δεν είναι τόσον ν' αποκαταστήσουν τους Λεοντίνους εις τας εστίας των. όσον να εκδιώξουν ημάς από τας ιδικάς μας. Καθόσον είναι ανακόλουθον, ενώ ερημώνουν τας πόλεις της Ελλάδος, να θέλουν ν' αποκαταστήσουν τας εδώ, και ενώ ενδιαφέρονται υπέρ των Λεοντίνων ως Χαλκιδέων, λόγω κοινότητος καταγωγής, να υποτάξουν και κρατούν υπό την κυριαρχίαν των τους Χαλκιδείς της Ευβοίας, των οποίων αυτοί εδώ είναι άποικοι. Αλλά με την ιδίαν μέθοδον που υπέταξαν τας πόλεις της Ελλάδος προσπαθούν να υποτάξουν και τας εδώ τώρα. Απόδειξις τούτου είναι ότι, αναλαβόντες την αρχηγίαν, συνεπεία ελευθέρας εκλογής των Ιώνων και όλων όσοι καταγόμενοι απ' αυτούς, έλαβαν μέρος εις την συμμαχίαν, της οποίας σκοπός ήτο η εκδίκησις κατά των Περσών, υπέταξαν αυτούς αλληλοδιαδόχως, άλλους μεν κατηγορούντες ότι ηρνούντο να εκστρατεύσουν, άλλους ότι πολεμούν εναντίον αλλήλων, και κατ' άλλων επικαλούμενοι διαφόρους εκάστοτε ευσχήμους προφάσεις. Και το συμπέρασμα είναι ότι ούτε οι Αθηναίοι αντεστάθησαν κατά των Περσών, χάριν της ελευθερίας των Ελλήνων, ούτε οι Έλληνες χάριν της ιδίας αυτών ελευθερίας, αλλ' εκείνοι μεν όπως υποκαταστήσουν την ιδίαν κυριαρχίαν εις την κυριαρχίαν των Περσών, ούτοι δε διά να αλλάξουν ένα τύραννον δι' άλλου, όχι πλέον ασυνέτου από τον πρώτον, αλλά βεβαίως χειρότερα συνετού.
77. "Αλλ' είναι πολύ εύκολον να κατηγορήση τις τους Αθηναίους. και διά τούτο δεν ήλθαμεν σήμερον εδώ διά ν' αποδείξωμεν τα εγκλήματά των προς ανθρώπους, οι οποίοι καλώς τα γνωρίζουν, αλλά πολύ μάλλον διά να κατηγορήσωμεν ημάς αυτούς, διότι, ενώ έχομεν υπ' όψιν το παράδειγμα των εκεί Ελλήνων, οι οποίοι υπεδουλώθησαν ένεκα των αμοιβαίων διαιρέσεων, και ενώ ομοία σοφίσματα χρησιμοποιούνται ήδη απέναντί μας (αποκαταστάσεις τάχα των Λεοντίνων εις τας εστίας των, λόγω κοινής καταταγωγής, και παροχαί βοηθείας εις τους Εγεσταίους, λόγω συμμαχικών υποχρεώσεων), δεν αποφασίζομεν να συσσωματωθωμεν όπως με περισσοτέραν αποφασιστικότητα τους δώσομεν να εννοήσουν ότι δεν πρόκειται εδώ περί Ιώνων, ούτε περί Ελλησποντίων και νησιωτών, οι οποίοι, όσον και αν αλλάσσουν εκάστοτε δεσπότην είτε Πέρσης, είτε οιοσδήποτε άλλος είναι ούτος, είναι πάντοτε δούλοι αλλά περί Δωριέων, πολιτών ελευθέρων της Σικελίας, και ορμώμενων από το ανεξάρτητον έδαφος της Πελοποννήσου. Ή μήπως περιμένομεν, έως ότου αι πόλεις μας καταληφθούν η μία μετά την άλλην, ενώ γνωρίζομεν ότι αυτή είναι η μόνη οδός, η οποία δύναται να οδήγηση εις την κατάκτησίν μας, και ενώ βλέπομεν ότι ακολουθούν την μέθοδον ταύτην, ώστε άλλους μεν εξ ημών να ωθούν εις διάστασιν δι' επιτηδείων λόγων, άλλους δε να εξωθούν εις πόλεμον εναντίον αλλήλων διά της ελπίδος ότι θα έχουν συναγωνιστάς, και άλλους να κατορθώνουν να καταστρέφουν διά της χρήσεως διαφόρων εκάστοτε ελκυστικών και απατηλών λόγων; Και φανταζόμεθα ότι, όταν ο μακρυνός γείτων μας καταστραφή προηγουμένως, δεν θα έλθη το κακόν και εις ένα έκαστον εξ ημών των ιδίων, αλλ' ότι όποιος πάθει προτήτερα από ημάς θα υποστή το κακόν αυτός και μόνος;
78. "Και εάν τυχόν φαντάζεται κανείς, ότι οι Αθηναίοι δεν είναι ιδικοί του εχθροί, αλλά των Συρακουσίων, και θεωρή τερατώδες να εκτίθεται εις κίνδυνον υπέρ της ιδικής μας χώρας, ας σκεφθή όντος ότι δεν θα πολεμήση επί του ιδικού μας εδάφους χάριν της ιδικής μας χώρας μάλλον, αλλά και υπέρ της ιδικής του εξ ίσου, και τοσούτον ασφαλέστερον όσον δεν θα έχωμεν καταστραφή προηγουμένως και επομένως τον αγώνα του θα διεξαγάγη όχι απομονωμένος, αλλ' έχων ημάς συμμάχους παρά το πλευρόν του. Ας σκεφθή, προς τούτοις, ότι ο Αθηναίος δεν επιδιώκει να τιμωρήση την προς αυτόν έχθραν των Συρακουσίων, αλλά χρησιμοποιών ημάς ως πρόφασιν, να εξασφαλίση κυρίως την προς αυτόν φιλίαν σας. Και εάν κανείς φθονή ή φοβήται τας Συρακούσας (διότι οι ισχυροί επισύρουν αμφότερα ταύτα τα πάθη), και ένεκα τούτου θέλει μεν να υποβληθούν αυταί εις δοκιμασίας, διά να σωφρονισθώμεν, αλλά να σωθούν τελικώς, χάριν της ιδίας αυτού ασφαλείας, ο τοιούτος ελπίζει να επιτύχη πράγμα, το οποίον υπερβαίνει την ανθρωπίνην δύναμιν. Διότι δεν ημπορεί κανείς να διευθύνη την τύχην εξ ίσου, όπως διευθύνει τας επιθυμίας του. Και αν ούτος πλανηθή εις τους υπολογισμούς του, είναι ενδεχόμενον ότι, θρηνών ημέραν τινά διά τας συμφοράς του, θα ηύχετο να έχη λόγους όπως φθονήση πάλιν την ιδικήν μας ευτυχίαν. Αλλά τούτο θα είναι αδύνατον, εάν εγκαταλείψη ημάς και δεν θελήση ν' αναλάβη τους αυτούς με ημάς κινδύνους, οι οποίοι δεν είναι ζήτημα λέξεων, αλλά ζήτημα πραγμάτων. Διότι ημπορούν να λέγουν ότι υπερασπίζεσθε την κυριαρχίαν μας, πραγματικώς όμως προστατεύετε την ιδίαν υμών ύπαρξιν. Και ωφείλατε σεις κατ' εξοχήν, Καμαριναίοι, οι οποίοι είσθε όμοροί μας και τους οποίους θ' απειλήση ο κίνδυνος αμέσως μεθ' ημάς, να προβλέπετε τα πράγματα ταύτα και να μη δεικνύεσθε άτονοι εις την προς ημάς συμμαχικήν σας βοήθειαν, όπως πράττετε τώρα. Ωφείλατε, τουναντίον, να έλθετε εξ ιδίας υμών πρωτοβουλίας προς ημάς και όπως, εάν οι Αθηναίοι είχαν έλθει πρώτον εις την χώραν σας, θα επεκαλείσθε την βοήθειάν μας, παρακαλούντες ημάς ουδ' επ' ελάχιστον να ενδώσωμεν, ούτω και τώρα να μας ενθαρρύνετε διά της απροκαλύπτου υποστηρίξεώς σας, όπως εντείνωμεν τας προσπαθείας μας μέχρι του ακροτάτου σημείου. Αλλ' ούτε σεις, μέχρι τούδε τουλάχιστον, ούτε οι άλλοι, εδείξατε καμμίαν προς τούτο προθυμίαν.
79. "Ίσως όμως ένεκα δειλίας θελήσετε ν' αριθμήσετε τας απέναντι ημών και των επιδρομέων σχέσεις σας, αποβλέποντες εις τα επί του δικαίου στηριζόμενα επιχειρήματα και τας εντεύθεν απορρέουσας νομικάς υποχρεώσεις σας, και προβάλλοντες την προς τους Αθηναίους συμμαχίαν σας. Αλλά την συμμαχίαν ταύτην συνωμολογήσατε, βεβαίως, όχι εναντίον φίλων, αλλ' εναντίον εχθρών οίτινες ήθελαν τυχόν σας επιτεθή, και όπως βοηθήτε τους Αθηναίους εις περίστασιν τουλάχιστον μόνον που ήθελαν αδικηθή από άλλους και όχι όταν αυτοί αδικούν άλλους, όπως συμβαίνει τώρα, αφού ούτε οι Ρηγίνοι, οι οποίοι είναι Χαλκιδείς, δεν θέλουν να βοηθήσουν εις την εγκατάστασιν των Λεοντίνων, οι οποίοι είναι Χαλκιδείς. Θα ήτο τερατώδες εάν, ενώ εκείνοι, υποπτεύοντες την πραγματικήν αιτίαν της ευσχήμου επικλήσεώς των επί του δικαίου στηριζομένων επιχειρημάτων και των εντεύθεν απορρεουσών νομικών υποχρεώσεων, ακολουθούν σώφρονα πολιτικήν διά την οποίαν δεν δύνανται να δώσουν ικανοποιητικήν εξήγησιν, σεις, προβάλλοντες πρόφασιν κατ' επίφασιν ικανοποιητικήν, θέλετε να βοηθήτε εκείνους που είναι φυσικοί εχθροί σας, συμπράττοντες με τους χειρίστους εχθρούς των, και να καταστρέψετε εκείνους, προς τους οποίους συνδέεσθε διά στενωτέρων ακόμη δεσμών κοινής καταγωγής. Τούτο όμως δεν είναι δίκαιον, αλλά δίκαιον είναι να βοηθήσετε ημάς και να μη φοβήσθε την στρατιωτικήν αυτών δύναμιν. Διότι αυτή δεν είναι επικίνδυνος, έαν ημείς είμεθα ηνωμένοι, αλλά μόνον, εάν τουναντίον διασπασθωμεν, όπως αυτοί επιδιώκουν. Απόδειξις τούτου, ότι και όταν επετέθησαν εναντίον ημών μόνων και ενίκησαν, δεν κατώρθωσαν να πραγματοποιήσουν τους σκοπούς των, αλλ' απεσύρθησαν εσπευσμένως.
80. "Δεν υπάρχει, επομένως, λόγος αποθαρρύνσεως, εάν είμεθα ηνωμένοι, αλλά τουναντίον λόγος να συμπράξωμεν μετά μεγαλυτέρας προθυμίας εις τον κοινόν αγώνα, τόσον μάλλον καθόσον αναμένομεν την άφιξιν επικουρίας εκ μέρους των Πελοποννησίων, οι οποίοι είναι εντελώς ανώτεροι αυτών εδώ εις τα πολεμικά πράγματα. Ούτε πρέπει να νομίση κανείς ότι η επιφύλαξίς σας, η οποία συνίσταται εις την άρνησιν βοηθείας και προς τα δύο μέρη, ως φυσική τάχα συνέπεια του ότι είσθε και σύμμαχοι αμφοτέρων, είναι εξ ίσου αμερόληπτος απέναντί μας και ασφαλής διά σας. Διότι τοιαύτη πολιτική δεν είναι ουσιαστικώς αμερόληπτος, όπως φαίνεται κατά θεωρίαν. Καθόσον, εάν ως εκ του γεγονότος ότι δεν εβοηθήσατε ούτε τους μεν, ούτε τους δε, και ο ήδη ηττηθείς υποκύψη οριστικώς και ο νικήσας θριαμβεύση, τί άλλο πράττετε παρά ότι διά της ουδετερότητός σας τους μεν δεν εβοηθήσατε να σωθούν, ενώ τους άλλους δεν ημποδίσατε να εγκληματήσουν; Θα ήτο όμως τιμητικώτερον να ταχθήτε με το μέρος των αδικουμένων, οι οποίοι είναι συγχρόνως και ομογενείς σας, όπως και το κοινόν συμφέρον της Σικελίας προστατεύσετε, και τους Αθηναίους, οι οποίοι, ως λέγετε, είναι φίλοι σας, μη αφίσετε να διαπράξουν τόσον φοβερόν σφάλμα.
"Και διά να συγκεφαλαιώσω υποστηρίζω, εξ ονόματος των Συρακουσίων, ότι ουδεμία υπάρχει ανάγκη να εκθέσωμεν διά μακρών ούτε προς υμάς ούτε προς άλλους, όσα οι ίδιοι γνωρίζετε εξ ίσου καλώς. Περιοριζόμεθα μόνον να σας απευθύνομεν παρακλήσεις, και αν δεν μας εισακούσετε, διαμαρτυράμεθα ότι ενώ οι Ίωνες, οι ανέκαθεν εχθροί μας, μας επιβουλεύονται, σεις, Δωριείς όντες, προδίδετε ημάς, εξ ίσου Δωριείς. Και εάν οι Αθηναίοι μας υποτάξουν, την μεν νίκην των θα οφείλουν εις τας υμετέρας αποφάσεις, ενώ όλη η τιμή θα ανήκη εις αυτούς και μόνους, και ως βραβείον της νίκης των θα λάβουν αυτούς εκείνους, οι οποίοι παρέσχον εις αυτούς την νίκην. Και εάν πάλιν ημείς επικρατήσωμεν, σεις θα υποστήτε την τιμωρίαν ότι υπήρξατε αιτία των κινδύνων μας. Σκεφθήτε λοιπόν και εκλέξατε ήδη, ή άμεσον δουλείαν, άνευ κινδύνου, ή την ελπίδα του να σωθήτε συναγωνιζάμίνοι με ημάς. και να αποφύγετε ούτω και την ατίμωσιν του να υποβληθήτε εις τον ζυγόν των Αθηνών, και τον κίνδυνον της έχθρας μας, η οποία δεν θα είναι βραχείας διαρκείας".
 
 

Σάββατο 18 Φεβρουαρίου 2012

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ - ΕΚΚΙΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΚΣΤΡΑΤΕΥΤΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ ΔΙΑ ΤΗΝ ΣΙΚΕΛΙΑΝ


Θουκυδίδου Ιστορίαι βιβλίον ΣΤ' έτος 17ον 415-414 πΧ στίχοι 30-32 - Μετάφραση Ελ.Βενιζέλου

Μετά ταύτα, μεσούντος ήδη του θέρους, εξεκίνησεν η εκστρατεία διά την Σικελίαν. Και διά μεν τους περισσοτέρους εκ των συμμάχων, και τα μεταφορικά πλοία, και τα μικρότερα σκάφη, και γενικώς τας αποσκευάς του στρατού είχε δοθή προηγουμένως διαταγή να συγκεντρωθούν εις την Κέρκυραν, όπως εκείθεν διαπλεύσουν αθρόοι τον Ιόνιον κόλπον, κατευθυνόμενοι εις το ακρωτήριον της Ιαπυγίας. Ενώ οι αποτελούντες τον Αθηναϊκόν στρατόν και τα πληρώματα και όσοι εκ των συμμάχων είχαν έλθει ήδη εις τας Αθήνας, κατήλθαν από τα εξημερώματα της ωρισμένης διά την αναχώρησιν ημέρας εις τον Πειραιά και ήρχισαν επιβαίνοντες των πλοίων, έτοιμοι να εκπλεύσουν. Μαζί με αυτούς κατέβη και όλος σχεδόν ο άλλος πληθυσμός των πολιτών και των ξένων της πόλεως. Και οι μεν πολίται κατέβησαν, διά να προπέμψουν τους ιδικούς των, άλλοι τους φίλους των, άλλοι τους συγγενείς των, άλλοι τους υιούς των. Και εβάδιζαν, ελπίζοντες συγχρόνως και κλαίοντες-ελπίζοντες ότι θα κατέκτων τήν Σικελίαν, κλαίοντες διότι αμφέβαλαν αν θα ξαναϊδούν τους ιδικούς των, όταν εσκέπτοντο εις πόσον μακρυνόν ταξείδιον απεστέλλοντο.Και μολονότι η κατα την στιγμήν του επικειμένου ήδη αποχωρισμού ανακύπτουσα αντίληψις των κινδύνων της εκστρατείας εγέμιζε την ψυχήν των με αγωνίαν, την οποίαν ποτέ δεν είχαν δοκιμάσει, όταν εψήφιζαν την εκστρατείαν, ανελάμβαναν εν τούτοις θάρρος ως εκ της δυνάμεως, την οποίαν εμαρτύρει το μέγεθος όλης της παρασκευής, που έβλεπαν προ των οφθαλμών των. Οι ξένοι, εξ άλλου, και το λοιπόν πλήθος ήλθαν χάριν του θεάματος, διότι ησθάνοντο ότι επρόκειτο περί επιχειρήσεως, της οποίας το μέγεθος υπερέβαινε παν ό,τι ημπορούσε κανείς να πιστεύση.
31. Ουδέποτε, τωόντι, μέχρι της εποχής εκείνης δαπανηροτέρα και μεγαλοπρεπεστέρα Ελληνική στρατιωτική δύναμις είχεν εκπεμφθή εις υπερπόντιον εκστρατείαν υπό μιας και μόνης πόλεως. Και υπό έποψιν μεν αριθμού πλοίων και οπλιτών και η υπό τον Περικλέα εκστρατεία κατά της Επιδαύρου και η ιδία ακολούθως υπό τον Άγνωνα κατά της Ποτειδαίας δεν ήτο κατωτέρα, διότι κατ' αυτήν είχαν εκπλεύσει συγχρόνως εξ αυτών μεν των Αθηναίων τέσσαρες χιλιάδες οπλίται και τριακόσιοι ιππείς και εκατόν τριήρεις, πενήντα τριήρεις των Λεσβίων και Χίων, και προς τούτοις πολύς συμμαχικός στρατός. Αλλ' η εκστρατεία εκείνη εξεκίνησε διά σύντομον ταξείδιον και η παρασκευή αυτής ήτο μάλλον πενιχρά, ενώ η παρούσα εκστρατεία εξεκίνησε διά μακράν απουσίαν, εφωδιασμένη διττώς και με στόλον και με χερσαίον στρατόν, όπως αντιμετωπίση τας παρουσιασθησομένας ανάγκας και κατά θάλασσαν και κατά ξηράν. Δια τον καταρτισμόν του στόλου κατηναλώθησαν πολλοί κόποι και μεγάλαι δαπάναι και υπό των τριηράρχων και υπό της πολιτείας. Και το μεν δημόσιον ταμείον παρείχεν ημερησίως μίαν δραχμήν εις έκαστον ναύτην, και εχορήγησεν εξήντα ταχύπλοα σκάφη άνευ πληρωμάτων, εξαρτύσαν και σαράντα οπλιταγωγά και με προσωπικόν διά τεχνικάς υπηρεσίας, τας ικανωτέρας προς χειρισμόν των πλοίων τούτων. Ενώ οι τριήραρχοι έδιδαν εξ ιδίων πρόσθετον μισθόν εις τους θρανίτας κωπηλάτας και εις τους των τεχνικών υπηρεσιών, και επί πλέον διεκόσμουν τα σκάφη των με πολυτελή ακρόπρωρα και κοσμήματα και έπιπλα και σκεύη, ενός εκάστου προθυμοποιηθέντος τα μέγιστα, όπως το ιδικόν του πλοίον αναδειχθή ανώτερον εις κάλλος και ταχύτητα. Οι στρατιώται της ξηράς εξελέχθησαν δι' επιμελεστάτης συντάξεως των καταλόγων, και ανεπτύχθη μεταξύ αυτών ζωηροτάτη άμιλλα ως προς την ποιότητα των όπλων των και της προσωπικής των εξαρτύσεως. Και συνέβη, ώστε οι μεν Αθηναίοι να διαγωνίζονται μεταξύ των διά την καλλίτερον εκτέλεσιν των καθηκόντων, τα οποία εις έκαστον είχαν ανατεθή, ενώ η όλη παρασκευή εθεωρήθη ως επίδειξις μάλλον δυνάμεως και πλούτου προς τους άλλους Έλληνας, παρά ως ετοιμασία εναντίον εχθρού. Διότι, εάν κανείς ήθελε συνυπολογίσει την δημοσίαν δαπάνην της πόλεως και την ιδιωτικήν των μετεχόντων της εκστρατείας, περιλαμβάνων εις την πρώτην όχι μόνον όσα είχεν ήδη εξοδεύσει η πόλις διά τας προπαρασκευάς, αλλά και όσα προκατέβαλεν εις τους στρατηγούς, και εις την δευτέραν όσα έκαστος στρατιώτης διά την εξάρτυσίν του ή τριήραρχος διά το πλοίον του είχαν ήδη δαπανήσει και έμελλαν να δαπανήσουν, και χωριστά όσα ασχέτως του δημοσίου μισθού ήτο φυσικόν να παραλάβη έκαστος ως εφόδια διά μακρυνήν εκστρατείαν, και όσα ήδη είχαν παραλάβει μαζί των στρατιώται, είτε έμποροι χάριν εμπορίου και ανταλλαγής, θα ευρίσκετο ότι πολλά εν συνόλω τάλαντα εξήχθησαν εκ της πόλεως. Η εκστρατεία τωόντι διεφημίσθη πανταχού, όχι μόνον διά την εκπληκτικήν τόλμην της και την λαμπρότητα της θέας της, αλλά και διά την μεγάλην υπεροχήν του στρατού, εν αντιπαραβολή προς εκείνους, κατά των οποίων διηυθύνετο η εκστρατεία. Και προς τούτοις, διότι απετέλει τον μακρότερον πραγματικώς μακράν της πατρίδος πλουν, και επεχειρήθη με ελπίδας μελλούσης επεκτάσεως της ηγεμονίας, υπερβαινούσης κατά πολύ την ήδη υπάρχουσαν.
32. Όταν συνεπληρώθη η επιβίβασις των πληρωμάτων των πλοίων και εφορτώθη κάθε τί που έπρεπε να πάρουν πριν εκκινήσουν, εδόθη διά της σάλπιγγος το σήμα της σιωπής, και ήρχισαν αναπεμπόμεναι αι ειθισμέναι προ του έκπλου ευχαί, όχι από έκαστον πλοίον χωριστά, αλλά ενός κήρυκος απαγγέλλοντος και πάντων των λοιπών συνοδευόντων αυτόν, ενώ οι στρατιώται και οι αξιωματικοί έχυναν από χρυσά και αργυρά ποτήρια σπονδάς οίνου, τον οποίον ελάμβαναν από κρατήρας που είχαν ετοιμασθή εις όλα τα πλοία. Ομοίας ευχάς ανέπεμπαν συγχρόνως και εκ του άλλου πλήθους, του επί της ακτής, οι πολίται και όσοι εκ των άλλων παρόντων ήσαν φίλοι των Αθηναίων. Αφού δ' έψαλαν τον παιάνα και ετελείωσαν τας σπονδάς, εξεκίνησαν, και αφού κατ' αρχάς έπλευσαν εις γραμμήν παραγωγής, έπειτα διηγωνίζοντο, κωπηλατούντες μέχρι της Αιγίνης. Εκείθεν ο στόλος ηπείγετο να φθάση εις την Κέρκυραν, όπου και το υπόλοιπον στράτευμα των συμμάχων συνελέγετο.

Σάββατο 11 Φεβρουαρίου 2012

ΘΟΥΚΥΔΙΔΟΥ ΙΣΤΟΡΙΑΙ - ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΝΙΚΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΛΚΙΒΙΑΔΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΣΙΚΕΛΙΑΣ


Θουκυδίδου Ιστορίαι βιβλίον ΣΤ' έτος 17ον 415-414 πΧ στίχοι 8-26 - Μετάφραση Ελ.Βενιζέλου

9.Λόγος του Νικίου προς την εκκλησίαν του δήμου Αθηναίων κατά της εκστρατείας 

"Η σημερινή συνέλευσις του λαού συνεκλήθη διά να εξετάση κατά τινα τρόπον πρέπει να γίνουν αι παρασκευαί μας διά την εκστρατείαν κατά της Σιικελίας. Αλλ' εγώ νομίζω ότι οφείλομεν να διασκεφθώμεν ακόμη περί της ουσίας αυτού του ζητήματος, αν δηλαδή συμφέρη να γίνη η θαλασσία αυτή εκστρατεία, και ότι δεν πρέπει, προκειμένου περί σπουδαιοτάτης υποθέσεως, ν' αναλάβωμεν, κατόπιν τόσον βραχείας σκέψεως, πόλεμον, ο οποίος δεν μας αφορά, παρασυρόμενοι από ανθρώπους αλλοφύλους. Μολονότι, δι' εμέ τουλάχιστον, η εκστρατεία αυτή φέρει τιμήν και ολιγώτερον παντός άλλου φοβούμαι διά την ιδίαν μου ζωήν, το οποίον δεν σημαίνει ότι θεωρώ ολιγώτερον καλόν πολίτην εκείνον, ο οποίος προνοεί και περί του προσώπου του και περί της περιουσίας του, αφού ο τοιούτος είναι φυσικόν να θέλη, χάριν του ιδίου αυτού συμφέροντος, όπως και τα πράγματα της πόλεως ευδοκιμούν. Άλλωστε, ούτε εις το παρελθόν ωμίλησα ποτέ, παρά τας πεποιθήσεις μου, ένεκα των τιμών, αι οποίαι μου επεδαψιλεύοντο, ούτε τώρα θα είπω άλλο τι παρ' ό,τι θεωρώ καλύτερον. Ως εκ της ιδιοσυγκρασίας σας, γνωρίζω καλώς ότι οι λόγοι μου δεν θα έφεραν κανέν αποτέλεσμα, εάν σας εσυμβούλευα να φροντίζετε περί της διατηρήσεως των κεκτημένων, και να μη διακινδυνεύσετε ό,τι έχετε ήδη εις χείρας χάριν των αδήλων και μελλόντων. Θα προσπαθήσω, εν τούτοις, να σας αποδείξω, ότι η σπουδή σας είναι άκαιρος και ότι δεν είναι εύκολον να επιτύχετε ό,τι επιδιώκετε.
10. "Ισχυρίζομαι δηλαδή ότι εκστρατεύοντες κατά της Σικελίας και αφίνοντες οπίσω σας πολλούς εχθρούς, επιθυμείτε, ως φαίνεται, πλέοντες εκεί να προσελκύσετε και άλλους τοιούτους εδώ. Και νομίζετε ίσως, ότι σας παρέχει ασφάλειαν τινα η συνομολογηθείσα ειρήνη. Αλλ' αυτή, εάν μεν μένετε ήσυχοι, ημπορεί να είναι ειρήνη, κατ' όνομα (διότι τοιαύτην την κατήντησαν αι ενέργειαι μερικών και εδώ και μεταξύ των αντιπάλων μας), εάν όμως υποστήτε αποφασιστικήν τινα ήτταν, οι εχθροί θα σπεύσουν να σας επιτεθούν, πρώτον μεν διότι την συνθήκην ηναγκάσθησαν ούτοι να συνομολογήσουν συνεπεία των ατυχιών των, και η υπογραφή της εκείνους μάλλον εξέθεσε παρά ημάς. Έπειτα, αυτή αύτη η συνθήκη περιέχει πολλά αμφισβητούμενα. Άλλωστε, μερικοί εκ των αντιπάλων μας, και όχι οι ασθενέστεροι, ούτε μέχρι σήμερον ακόμη εδέχθησαν την συνθήκην αυτήν, αλλ' άλλοι μεν διατελούν εις φανερόν προς ημάς πόλεμον, άλλοι δε, τουναντίον, διότι οι Λακεδαιμόνιοι μένουν ακόμη ήσυχοι, απέχουν και αυτοί επίσης εχθροπραξιών, επί τη βάσει ανακωχής δυναμένης να τερματισθή δέκα ημέρας μετά την καταγγελίαν. Είναι, άλλωστε, ενδεχόμενον, εάν εύρισκαν την δύναμίν μας διηρημένην, προς το οποίον ήδη μετά τόσης σπουδής φερόμεθα, να επετίθεντο συντόνως εναντίον μας ομού μετά των Σικελιωτών, εις των οποίων την συμμαχίαν θα απέδιδαν μεγάλην αξίαν. Αυτά, επομένως, οφείλομεν προσηκόντως να εξετάσωμεν, και ενώ το σκάφος της πολιτείας είναι ακόμη μακράν του λιμένος, να μη σκεπτώμεθα περί αναλήψεως κινδύνων, και να μη ορεγώμεθα νέας κατακτήσεις, πριν εξασφαλίσωμεν τας υπάρχουσας, αφού και τους Χαλκιδείς της Θράκης, οι οποίοι έχουν αποστατήσει από ημάς επί τόσα έτη, ακόμη δεν υπετάξαμεν, και άλλων εκ των επί της στερεάς υπηκόων μας η υπακοή είναι αμφίβολος. Αλλ' ημείς σπεύδομεν να βοηθήσωμεν τους Εγεσταίους, διότι είναι τάχα σύμμαχοί μας και αδικούνται, αναβάλλομεν όμως να εκδικηθώμεν τα εναντίον μας αδικήματα των υπηκόων μας, οι οποίοι από τόσον καιρόν έχουν αποστατήσει από ημάς.
11. "Μολονότι άπαξ υποτάξαντες τούτους θα ηδυνάμεθα να συγκρατήσωμεν εκείνους, εάν νικήσωμεν τους Σικελιώτας αδύνατον είναι να κρατήσωμεν αυτούς υπό την εξουσίαν μας, ένεκα της μεγάλης αποστάσεως και του μεγάλου των πλήθους. Είναι, έν τούτοις, ανόητον να εκστρατεύη κανείς εναντίον λαού, τον οποίου η ήττα δεν εξασφαλίζει την υποταγήν, και ενώ η αποτυχία δεν αφίνει αυτόν εις την ιδίαν θέσιν που ευρίσκετο προ της επιχειρήσεως. Αποβλέπων εις την παρούσαν κατάστασιν των πραγμάτων της Σικελίας, τολμώ να είπω ότι οι Σικελιώται θα ήσαν ακόμη ολιγώτερον επικίνδυνοι δι' ημάς, εάν υποβάλλοντο υπό την ηγεμονίαν των Συρακουσίων, με την άποψιν της οποίας οι Εγεσταίοι ζητούν κυρίως να μας εκφοβίσουν. Διότι σήμερον μεν είναι ενδεχόμενον να έλθουν εκείθεν μεμονωμένα άτομα εναντίον μας, εκ της επιθυμίας να υποχρεώσουν τους Λακεδαιμονίους, αλλ' εάν όλοι οι Σικελιώται υπεβάλλοντο υπό την ηγεμονίαν μιας πόλεως, δεν είναι πιθανόν τοιαύτη ηγεμονεύουσα πόλις ν' αναλάβη πόλεμον κατ' άλλης επίσης ηγεμονευούσης πόλεως. Διότι καθ' ον τρόπον αυτή, συνεργαζόμενη μετά των Πελοποννησίων, ήθελε θέσει τέρμα εις την ηγεμονίαν μας, είναι φυσικόν να καταλυθή και η ιδική της υπό των ιδίων Πελοποννησίων διά της χρησιμοποιήσεως των αυτών μέσων. Εάν δε θέλωμεν να μας φοβούνται οι Έλληνες της Σικελίας, το καλλίτερον που έχομεν να κάνωμεν είναι να μη μεταβώμεν εκεί. Ημπορούμεν να επιτύχωμεν το αυτό, μολονότι εις μικρότερον βαθμόν, εάν αφού τους επιδείξωμεν την δύναμιν μας, αποσυρθώμεν μετά βραχείαν εκεί παραμονήν. Διότι γνωρίζομεν πάντες ότι οι ανθρώποι θαυμάζουν ό,τι ευρίσκεται εις μεγαλυτέραν απ' αυτών απόστασιν και εκείνα, τα οποία δίδουν ελαχίστην ευκαιρίαν, όπως ή περί αυτών φήμη υποβληθή εις δοκιμασίαν. Αλλ' εάν υφιστάμεθα αποτυχίαν τινά, θα μας περιεφρόνουν και δεν θα εβράδυναν να μας επιτεθούν, συνεργαζόμενοι με τους εδώ εχθρούς μας. Τούτο ακριβώς έχετε πάθει και σεις, ώ Αθηναίοι, με τους Λακεδαιμονίους και τους συμμάχους των. Επειδή, αντιθέτως προς τους αρχικούς φόβους σας, τους ενικήσατε απροσδοκήτως, καταφρονείτε ήδη αυτούς και επιδιώκετε την κατάκτησιν και της Σικελίας ακόμη. Δεν πρέπει όμως να επαίρεσθε διά τας ατυχίας των αντιπάλων, αλλά την εμπιστοσύνην σας να στηρίζετε μόνον εις την διά της υπεροχής των σχεδίων και υπολογισμών σας επικράτησιν απέναντι αυτών. Και πρέπει να εννοήσετε ότι οι Λακεδαιμόνιοι, ένεκα της ταπεινωτικής δι' αυτούς ειρήνης, εις εν και μόνον αποβλέπουν: πώς ακόμη και τώρα, αν ημπορέσουν, θα μας ανατρέψουν, διά να αποπλύνουν την ιδίαν αυτών ταπείνωσιν, τοσούτω μάλλον καθόσον ανέκαθεν και υπέρ πάν άλλο θηρεύουν την φήμην της ανδρείας. Οφείλομεν, ως εκ τούτου, εάν σωφρονούμεν, να εννοήσωμεν ότι εκείνο που μας ενδιαφέρει δεν είναι η τύχη των Εγεσταίων της Σικελίας, λαού βαρβάρου, αλλά πώς ασφαλέστερον θα προφυλαχθώμεν από τας επιβουλάς πόλεως, εμπνεομένης από ολιγαρχικάς προθέσεις.
12. "Οφείλομεν, προς τούτοις, να μη λησμονούμεν, ότι προ μικρού ανελάβαμεν οπωσδήποτε από μεγάλην επιδημίαν και πόλεμον, και ως εκ τούτου μόλις τώρα αναπληρώνομεν τας εις χρήματα και άνδρας απωλείας μας. Τους πόρους μας τούτους καθήκον έχομεν να χρησιμοποιήσωμεν εδώ υπέρ των αναγκών ημών και όχι υπέρ των φυγάδων τούτων, οι οποίοι εκλιπαρούν την βοήθειάν μας, οι οποίοι συμφέρον έχουν να ψευσθούν επιτυχώς και οι οποίοι, εάν μεν επιτύχουν εις βάρος των άλλων, χωρίς αυτοί να συνεισφέρουν άλλο τι παρά λόγια, δεν επιδεικνύουν ανάλογον ευγνωμοσύνην, ενώ εάν αποτύχουν, παρασύρουν τους φίλους των εις την καταστροφήν. Εάν πάλιν κανείς ευτυχής, διότι εξελέχθη στρατηγός, συνιστά την εκστρατείαν, αποβλέπων μόνον εις το ίδιον αυτού συμφέρον (άλλωστε ων και πάρα πολύ νέος διά να είναι αρχηγός), διά να θαυμασθή διά τους ίππους που τρέφει και ωφεληθή κάτι από την αρχηγίαν του, όπως επαρκέση εις την πολυτέλειάν του, μήτε εις αυτόν δώσατε την ευκαιρίαν να επιδειχθή προσωπικώς με κίνδυνον της πόλεως. Οφείλετε να έχετε υπ' όψιν ότι τοιούτοι ανθρώποι ζημιώνουν τα δημόσια και σπαταλούν τα ίδια, και ότι το πράγμα είναι πάρα πολύ σοβαρόν και όχι τοιούτον ώστε να ημπορή να σχεδιασθή και επιχειρηθή εσπευσμένως υπό νεωτέρων.
13. "Τούτους βλέπων τώρα παριστάμενους εδώ, κατά παρακίνησιν του ιδίου ανθρώπου, φοβούμαι και παρακινώ αντιθέτως τους πρεσβυτέρους, όσοι τυχόν κάθηνται πλησίον τινός εαυτών να μη επηρεασθούν από ψευδές αίσθημα εντροπής και φοβηθούν μήπως θεωρηθούν δειλοί, εάν δεν ψηφίσουν υπέρ του πολέμου. Μήτε να καταληφθούν, όπως ημπορούν να το πάθουν, από νοσηρόν έρωτα, διά πράγματα που δεν βλέπουν, διότι γνωρίζουν ότι διά της απληστίας ελάχιστα επιτυγχάνονται, ενώ διά της προνοίας πλείστα. Εν ονόματι της πατρίδος, η οποία εις το παρελθόν ουδέποτε διέτρεξε μεγαλύτερον κίνδυνον, ας αποκρούσουν τον πόλεμον και ας ψηφίσουν, όπως οι μεν Σικελιώται, σεβόμενοι τα μεταξύ ημών και αυτών σημερινά σύνορα, κατά των οποίων τίποτε δεν ημπορεί κανείς να προβάλη, τον Ιόνιον δηλαδή κόλπον, διά τον πλέοντα παρά την ακτήν, και την Σικελικήν θάλασσαν, διά τον πλέοντα διά του ανοικτού πελάγους, και διακηρούντες τας κτήσεις των, διευθετούν τας διαφοράς των αναμεταξύ των. Προς τους Εγεσταίους, εξ άλλου, ιδιαιτέρως να είπωμεν ότι, αφού τον προς τους Σελινουντίους πόλεμον ανέλαβαν, κατ' αρχάς, άνευ της γνώμης των Αθηναίων οφείλουν και μόνοι των να τον τερματίσουν. Και του λοιπού να παραιτήσωμεν την συνήθειαν να κάμωμεν συμμάχους, τους οποίους οφείλομεν να βοηθώμεν, εάν ατυχήσουν, αλλ' από τους οποίους καμμίαν δεν θα λάβωμεν βοήθειαν εν ώρα ανάγκης.
14. "Και συ, Πρύτανη, εάν νομίζης ότι καθήκον έχεις να κήδεσαι της πόλεως, και θέλης να δειχθής αληθής καλός πολίτης, υπόβαλε πάλιν το ζήτημα εις νέαν συζήτησιν και ψηφοφορίαν του Αθηναϊκού λαού. Εάν διστάζης να επανέλθης εις τα άπαξ ψηφισθέντα, σκέψου ότι επί παρουσία τόσων μαρτύρων δεν ημπορεί να γεννηθή ζήτημα παραβιάσεως των νόμων, αλλ' ότι θα γίνης ιατρός της πόλεως, εν σχέσει προς την ληφθείσαν υπ' αυτής απόφασιν, και ότι καλού άρχοντος καθήκον είναι να ωφελήση όσον ημπορεί περισσότερον την πατρίδα του, ή τουλάχιστον να μη την βλάψη εκουσίως".
15. Τοιαύτα είπεν ο Νικίας. Οι πλείστοι εκ των Αθηναίων, οι οποίοι επροχώρησαν εις το βήμα και έλαβαν τον λόγον, ωμίλησαν υπέρ της εκστρατείας και κατά της ανατροπής των αποφασισθέντων, τινές όμως ωμίλησαν αντιθέτως. Αλλά μετά μεγίστης ζέσεως εξώθει εις την εκστρατείαν ο Αλκιβιάδης, υιός του Κλεινίου, και διότι ήθελε ν' αντιπολιτευθή τον Νικίαν, του οποίου και άλλως ήτο πολιτικός αντίπαλος, και διότι όντος ωμίλησε περί αυτού υβριστικώς. Προ πάντων όμως, διότι επεθύμει ν' ασκήση την αρχηγίαν, ελπίζων ούτω και την Σικελίαν να κατακτήση και την Καρχηδόνα, και συγχρόνως διά των πολεμικών του επιτυχιών να εξυπηρετήση τα προσωπικά του συμφέροντα, αποκτών και πλούτη και δόξαν. Πράγματι, κατέχων υπέροχον θέσιν μεταξύ των πολιτών, επεδίδετο εις ικανοποίησιν των επιθυμιών του, εν σχέσει προς τας ιπποτροφίας και την άλλην πολυτέλειαν, υπεράνω των μέσων, τα οποία διέθετε, και τούτο προ πάντων έγινε βραδύτερον αιτία της καταστροφής της πόλεως. Διότι φοβηθέντες οι πολλοί τας υπερβολάς του εκδεδιητημένου και ακολάστου βίου του, καθώς και την μεγαλοπραγμοσύνην, την οποίαν επεδείκνυε εις το κάθε τι που ανεμιγνύετο, διετέθησαν εχθρικώς κατ' αυτού, καθόσον τον υπώπτευαν ως επιδιώκοντα τυραννίδα. Και μολονότι διεχειρίζετο δημοσία άριστα τα του πολέμου, έκαστος ηγανάκτει κατ' αυτού προσωπικώς, ένεκα του τρόπου του βίου του, και ως εκ τούτου, εμπιστευθέντες τα της πόλεως εις άλλους, έφεραν αυτήν μετ' ολίγον εις την καταστροφήν. Και ήδη προχωρήσας εις το βήμα, απηύθυνε προς τους Αθηναίους τον επόμενον περίπου παραινετικόν λόγον. 


16.Λόγος του Αλκιβιάδου υπέρ της εκστρατείας
"Και περισσότερον αρμόζει εις εμέ, Αθηναίοι, η στρατηγία παρά εις άλλους (διότι αναγκάζομαι ν' αρχίσω από αυτό, αφού ο Νικίας με έθιξε), και άξιος αυτής νομίζω ταυτοχρόνως ότι είμαι. Καθόσον εκείνα, διά τα οποία κατακραυγάζουν εναντίον μου, εις μεν τους προγόνους μου και εμέ αυτόν φέρουν τιμήν, εις δε την πατρίδα και ωφέλειαν. Διότι, ένεκα της μεγαλοπρεπείας, την οποίαν ανέπτυξα κατά την συμμετοχήν μου εις τους ολυμπιακούς αγώνας, οι Έλληνες, οι οποίοι προηγουμένως ενόμιζαν τας Αθήνας εξηυτελισμένας ένεκα του πολέμου, συνέλαβαν περί της δυνάμεως αυτών ιδέαν ανωτέραν και της πραγματικής. Καθόσον επτά άρματα έστειλα, διά να λάβουν μέρος εις τους αγώνας, όσα κανείς ποτέ ιδιώτης προηγουμένως, και πρώτος νικητής ανεδείχθην και δεύτερον και τέταρτον βραβείον έλαβα και τα λοιπά πάντα διηυθέτησα ανταξίως της νίκης. Ασχέτως προς την τιμήν, η οποία κατά την κρατούσαν αντίληψιν συνοδεύει τοιαύτας επιτυχίας, η επιδεικνυομένη κατ' αυτάς δραστηριότης δημιουργεί την εντύπωσιν δυνάμεως. Η λάμψις, εξ άλλου, η οποία με περιβάλλει εντός της πόλεως, οσάκις επιχορηγώ χορούς, και εις άλλας αναλόγους περιστάσεις, μολονότι προκαλεί φυσικά τον φθόνον μεταξύ των πολιτών, θεωρείται, εν τούτοις, υπό των ξένων ως νέον τεκμήριον δυνάμεως. Και δεν είναι άχρηστος η ανοησία αυτή, την οποίαν επιδεικνύει εκείνος, όστις, δαπανών εξ ιδίων, ωφελεί όχι μόνον εαυτόν, αλλά και την πόλιν. Ούτε είναι άδικον, εάν ο τοιούτος, έχων συναίσθησιν της προσωπικής υπεροχής του, αρνήται να θεωρή τους άλλους ίσους του, αφού ο κακοτυχών δεν συμμερίζεται με άλλους την κακοτυχίαν του. Αλλ' όπως, όταν δυστυχούμεν, ουδείς μας απευθύνει τον λόγον και πάντες αποφεύγουν την συναναστροφήν μας, πρέπει επίσης ν' ανέχεται τις την υπεροψίαν των ευτυχούντων, Άλλως, οφείλει να συμπεριφέρεται προς τους άλλους ως ίσους του, διά να έχη το δικαίωμα ν' απαιτή το αυτό εκ μέρους των. Γνωρίζω ότι οι τοιούτοι και όσοι άλλοι διεκρίθησαν διά της υπεροχής των εις κάτι τι, εφόσον μεν ευρίσκονται εις την ζωήν, είναι οχληροί εις τους ομοίους των προ πάντων και κατά δεύτερον λόγον εις τους άλλους, με τους οποίους έρχονται εις επαφήν. Αλλ' ότι μετά θάνατον αφίνουν οπίσω των τοιούτον όνομα, ώστε τινές διεκδικούν αυτούς, ψευδώς πολλάκις, ως συγγενείς των, και γίνονται καύχημα διά την πατρίδα των, η οποία τους θεωρεί όχι ως ξένους, ουδέ ως διαπράξαντας σφάλματα, αλλ' ως ίδια αυτής τέκνα και ως κατορθώσαντας έργα μεγάλα. Αλλ' ενώ τοιαύτη είναι η φιλοδοξία μου και τοιούτοι οι λόγοι, ένεκα των οποίων κατακραυγάζουν κατά του ιδιωτικού μου βίου, παρακαλώ να εξετάσετε, εάν υπάρχη εις την διαχείρισιν των δημοσίων κανείς ανώτερός μου. Συνασπίσας τας ισχυροτάτας πόλεις της Πελοποννήσου εις ένα σύνδεσμον, ηνάγκασα τους Λακεδαιμονίους εις την Μαντίνειαν να διακινδυνεύσουν τα πάντα εις τον αγώνα μιας ημέρας, χωρίς να σας εκθέσω εις μεγάλους κινδύνους και δαπανάς. Και, ως εκ τούτου, μολονότι η μάχη απέβη υπέρ αυτών, ούτε μέχρι σήμερον ανέκτησαν εντελώς το θάρρος των.
17. "Ταύτα κατώρθωσεν η νεότης μου και η ανοησία μου, η οποία φαίνεται ότι υπερβαίνει κάθε όριον. Τοιουτοτρόπως επολιτεύθην απέναντι της δυνάμεως των Πελοποννησίων, ομιλών μετά περισκέψεως, ενώ η ορμή μου παρέσυρεν αυτούς να με ακολουθήσουν. Και τώρα μη φοβείσθε την νεότητά μου, αλλ' εφόσον αυτή ευρίσκεται εις την ακμήν της, και εφόσον ο Νικίας φαίνεται τυχερός, χρησιμοποιήσατε τας υπηρεσίας και των δύο μας. Αποφασίσαντες την εκστρατείαν, μη μεταβάλετε γνώμην, θεωρούντες την Σικελίαν ως μεγάλην δύναμιν. Διότι η πολυανθρωπία των πόλεών της συγκροτείται από συμμίκτους όχλους, και η σύστασις του πληθυσμού των υφίσταται συνεχείς μεταβολάς και προσθήκας, και δι' αυτό κανείς δεν θεωρεί ότι έχει πατρίδα ιδικήν του, και συνεπώς, ούτε οι πολίται είναι εφοδιασμένοι δι' όπλων, και η χώρα στερείται των αναγκαίων εγκαταστάσεων. Αλλά καθείς φροντίζει να εφοδιάζεται με ό,τι νομίζει ότι ημπορεί ν' αποσπάση από το κοινόν, είτε διά της πειθούς των λόγων, είτε διά στασιαστικών κνημάτων, διά να τα χρησιμοποιήση, εν περιπτώσει αποτυχίας, όπως εγκατασταθή εις άλλην χώραν. Και εύκολον είναι, να συμπεράνη κανείς, ότι όχλος εκ τοιούτων στοιχείων αποτελούμενος, ούτε κατά τας διασκέψεις φθάνει εις κοινάς αποφάσεις, ούτε την εκτέλεσιν έργων αναλαμβάνει με κοινήν κατεύθυνσιν, αλλ' ότι ταχέως θα προσχωρήσουν προς ημάς τμηματικώς, εάν απευθύνωμεν προς αυτούς επαγωγούς λόγους, προ πάντων, εάν, όπως μανθάνομεν, μαστίζωνται από εμφυλίους σπαραγμούς. Αλλ' ούτε εκείνοι έχουν όσους καυχώνται οπλίτας ως απεδείχθη προκειμένου και περί των άλλων Ελληνικών πόλεων, ότι οι αριθμοί εκάστης εξ αυτών ήσαν εξωγκωμένοι, και ότι η Ελλάς, δεινώς πλανηθείσα ως προς τον αριθμόν των οπλιτών της, μόλις κατά την διάρκειαν του παρόντος πολέμου κατώρθωσε να παρασκευάση επαρκή αριθμόν εκ τούτων. Τοιαύτη λοιπόν είναι η κατάστασις, την οποίαν θα εύρωμεν εκεί, εξ όσων ακούω, και ακόμη ευνοϊκωτέρα, καθόσον πολλοί εκ των βαρβάρων, από έχθραν προς τους Συρακουσίους, θα συμπράττουν μαζί μας εις την κατ' αυτών επίθεσιν. Και τα εδώ δε δεν θα παράσχουν κανέν πρόσκομμα, εάν σωφρονήτε. Διότι οι πατέρες ημών, έχοντες εχθρούς αυτούς τούτους, τους οποίους και τώρα ισχυριζόμεθα ότι θα αφίσωμεν οπίσω μας εκστρατεύοντες, και συγχρόνως την αντίθεσιν των Περσών, απέκτησαν την ηγεμονίαν, εις ουδέν άλλο στηριζόμενοι, παρά εις την υπεροχήν του ναυτικού των. Και τώρα οι Πελοποννήσιοι, οι οποίοι ποτέ άλλοτε δεν είχαν ολιγωτέρας απέναντι ημών ελπίδας επιτυχίας, οσονδήποτε αισιόδοξοι και αν ήσαν, άλλο δεν ημπορούν να κάμουν παρά να εισβάλουν εις το έδαφός μας, το οποίον, άλλωστε, ημπορούν να κάμουν και αν ακόμη δεν εκπλεύσωμεν κατά της Σικελίας. Αλλά καμμίαν δεν ημπορούν να μας προξενήσουν βλάβην διά του στόλου των, αφού θ' αφίσωμεν οπίσω μας στόλον ικανόν ν' αντιταχθή προς αυτούς.
18. "Ποίαν λοιπόν εύλογον αιτίαν θα ημπορούσαμεν να προβάλωμεν διά τους ενδοιασμούς μας ή να επικαλεσθώμεν απέναντι των συμμάχων μας, εις την Σικελίαν ως δικαιολογίαν του ότι δεν σπεύδομεν εις βοήθειάν των, ενώ καθήκον ημών είναι να τους βοηθήσωμεν, αφού ενόρκως υπεσχέθημεν τούτο, και να μη αντιτάσσωμεν ότι δεν μας εβοήθησαν και εκείνοι; Διότι δεν προσέλαβαμεν αυτούς συμμάχους διά να έλθουν εδώ προς βοήθειαν μας, αλλά διά να παρενοχλούν τους εκεί εχθρούς μας και εμποδίζουν αυτούς να έρχωνται εδώ. Και την ηγεμονίαν, άλλωστε, απεκτήσαμεν (όπως και κάθε άλλος που απέκτησεν ηγεμονίαν) σπεύδοντες προθύμως εις βοήθειαν παντός, είτε Έλληνος, είτε βαρβάρου, ο οποίος εκάστοτε επεκαλείτο αυτήν. Ενώ, αντιθέτως, εάν εμέναμεν αδρανείς, ή καθιερώναμεν φυλετικάς διακρίσεις, διά να εξακριβώσωμεν ποίους πρέπει να βοηθήσωμεν, πολύ ολίγα θα ημπορούσαμεν να προσθέσωμεν εις την ηγεμονίαν μας και θα εξεθέταμεν μάλλον αυτήν ολόκληρον εις κίνδυνον. Διότι, τους υπερέχοντας εις δύναμιν δεν αποκρούομεν μόνον επιτιθεμένους, αλλά και λαμβάνομεν προφυλακτικά μέτρα, διά να μη μας επιτεθούν. Ούτε ημπορούμεν να υπολογίζωμεν μετ' ακριβείας τα όρια, πέραν των οποίων δεν θα ηθέλαμεν να εκταθή η ηγεμονία μας, αλλ' είμεθα υποχρεωμένοι, αφού άπαξ εφθάσαμεν εις το σημείον που ευρισκόμεθα σήμερον, να συγκρατούμεν τους μεν και να επιδιώκετε την ησυχίαν, όπως άλλοι, εφόσον δεν εφαρμόζετε πολιτικήν ομοίαν προς την ιδικήν των.
Έχοντες λοιπόν υπ' όψιν ότι θ' αυξήσωμεν μάλλον την εδώ δύναμίν μας, εάν επιτεθώμεν, διευθυνόμενοι κατά των εκεί εχθρών μας, ας εκπλεύσωμεν, όπως και των Πελοποννησίων την υπερηφάνειαν ταπεινώσωμεν, καθώς θα συμβή, όταν δείξωμεν ότι περιφρονούντες την σημερινήν ειρηνικήν κατάστασιν εκστρατεύσωμεν και κατά της Σικελίας και συγχρόνως γίνωμεν κύριοι και της όλης Ελλάδος, όπως θα συμβή πιθανώς, όταν εις τας κτήσεις μας προστεθούν αι εκεί. Εν πάση περιπτώσει, θα βλάψωμεν σοβαρώς τους Συρακουσίους και ούτω θα ωφεληθώμεν και οι ίδιοι και οι σύμμαχοί μας. Ως προς δε την ασφάλειάν μας, και διά να μείνωμεν, εν περιπτώσει επιτυχίας, και διά να επιστρέψωμεν, θα την παράσχη ο στόλος μας. Διότι θα κυριαρχούμεν της θαλάσσης, ακόμη και εάν όλοι οι Σικελιώται συνασπισθούν εναντίον μας. Ούτε πρέπει να σας αποτρέψη από τον σκοπόν σας ο Νικίας, συμβουλεύων την αδράνειαν ή εξωθών διά των λόγων του τους νέους εις διάστασιν προς τους πρεσβυτέρους. Αλλά κατά την κρατούσαν συνήθειαν, όπως οι πατέρες ημών, συνδιασκεπτόμενοι νέοι συγχρόνως μετά πρεσβυτέρων, ανύψωσαν τα πράγματα της πόλεως εις τοιαύτην περιωπήν, κατά τον αυτόν τρόπον και τώρα προσπαθήσατε να προαγάγετε την πόλιν. Και έχετε υπ' όψιν ότι νεότης και γήρας, χωρίς αμοιβαίαν βοήθειαν, τίποτε δεν ημπορούν να κατορθώσουν, ενώ η κοινή συνεργασία όλων, αώρων και ωρίμων και ωριμωτάτων, δημιουργεί κυρίως την δύναμιν. Και ότι η πόλις, υπέρ παν άλλο πράγμα, εάν μένη αδρανούσα, θα κατατριβή αφ' εαυτής και η επιτηδειότης εις κάθε τι θα τείνη να καταπέση, ενώ εάν αγωνίζεται, το κεφάλαιον της εμπειρίας της διαρκώς θα αυξάνη και θα συνηθίση να υπερασπίζη εαυτήν δι' έργων μάλλον παρά διά λόγων. Εν συντόμω, αποφαίνομαι ότι, κατά την γνώμην μου, πόλις συνηθισμένη εις την δραστηριότητα θα καταστραφή ταχέως διά μεταπτώσεως εις την αδράνειαν, και ότι εκείνοι οι λαοί είναι ασφαλέστατοι, όσοι πολιτεύονται κατά τρόπον όσον το δυνατόν ολιγώτερον απομακρυνόμενον από τα κρατούντα ήθη και τους ισχύοντας νόμους, έστω και αν είναι ούτοι ατελείς".


29.Λόγος του Νικίου επί των αναγκαιουσών στρατιωτικών δυνάμεων
Τοιαύτα τινα είπεν ο Αλκιβιάδης. Οι Αθηναίοι, αφού ήκουσαν αυτόν και τους Εγεσταίους και τους Λεοντίνους φυγάδας, οι οποίοι, προχωρήσαντες εις το βήμα, παρεκάλουν αυτούς, και ενθυμίζοντες τους δοθέντας όρκους τους ικέτευαν να έλθουν εις βοήθειάν των, διετέθησαν πολύ περισσότερον από πριν υπέρ της εκστρατείας. Και ο Νικίας, αντιληφθείς ότι δεν ηδύνατο να τους αποτρέψη πλέον διά των αυτών επιχειρημάτων, αλλ' ότι ήτο ενδεχόμενον να μεταβάλη τας γνώμας των, εάν επέμεινεν επί του μεγέθους της αναγκαίας στρατιωτικής δυνάμεως, επροχώρησε πάλιν εις το βήμα και είπε τοιαύτα τινα.
20. "Επειδή βλέπω, Αθηναίοι, ότι η απόφασίς σας υπέρ της εκστρατείας είναι ανέκκλητος, εύχομαι να είναι η έκβασις αυτής τοιαύτη, οποίαν την επιθυμούμεν. Αλλ' αφού ούτως έχουν τα πράγματα, θα σας εκθέσω τί κατά την αντίληψίν μου επιβάλλεται. Αι πόλεις, δηλαδή, κατά των οποίων εκστρατεύομεν, καθώς ακούω, είναι ισχυραί και ανεξάρτητοι απ' αλλήλων. Ούτε έχουν ανάγκην των μεταβολών εκείνων, τας οποίας προθύμως τις επιδιώκει, όπως μεταστή από εξηναγκασμένης δουλείας εις πολιτειακήν κατάστασιν ανεκτοτέραν. Ούτε είναι πιθανόν ότι θα δεχθούν ν' ανταλλάξουν την ελευθερίαν των διά της ηγεμονίας μας, και προκειμένου περί μιας νήσου, ο αριθμός των Ελληνικών αυτής πόλεων είναι μεγάλος. Διότι, εκτός της Νάξου και της Κατάνης, αι οποίαι, λόγω της κοινότητος της καταγωγής των προς τους Λεοντίνους ελπίζω να ταχθούν με το μέρος μας, υπάρχουν επτά πόλεις, των οποίων η στρατιωτική παρασκευή είναι εγγύτατα ομοία με την ιδικήν μας, και προ πάντων των πόλεων εκείνων, εναντίον των οποίων πρόκειται να εκστρατεύσωμεν, δηλαδή της Σελινούντος και των Συρακουσών. Διότι διαθέτουν πολλούς οπλίτας και τοξότας και ακοντιστάς και πολλάς τριήρεις και πλήθος ανθρώπων, όπως τας εξοπλίσουν. Και πλην του ιδιωτικού των πλούτου, έχουν τους θησαυρούς των ναών της Σελινούντος. Οι Συρακούσιοι, άλλωστε, εισπράττουν εξ αμνημονεύτου και φόρον υποτελείας, καταβαλλόμενον υπό τινων εκ των βαρβάρων. Αλλά το κύριον απέναντι ημών πλεονέκτημά των είναι ότι έχουν πολυάριθμον ιππικόν, και ότι χρησιμοποιούν διά τας ανάγκας των σίτον εγχωρίου παραγωγής και όχι έξωθεν εισαγόμενον.
21. "Εναντίον τοιαύτης δυνάμεως δεν αρκεί ανεπαρκής μόνον δύναμις στόλου, αλλ' απαιτείται συγχρόνως η άμεσος μεταφορά πολλής πεζικής δυνάμεως, εάν θέλωμεν να κατορθώσωμεν κάτι άξιον των σχεδίων μας και να μη εμποδιζώμεθα από το πολυάριθμον ιππικόν των να εξερχώμεθα του στρατοπέδου μας. Όπως ιδίως θα συμβή, εάν αι πόλεις, καταληφθείσαι από φόβον, ενωθούν εις κοινόν σύνδεσμον, και δεν ταχθούν άλλαι, πλην των Εγεσταίων, με το μέρος μας, όπως μας εφοδιάσουν με το ιππικόν, διά του οποίου θα ημπορέσωμεν ν' αποκρούσωμεν το εχθρικόν. Και θα ήτο αισχρόν, υποκύπτοντες εις ανωτέραν δύναμιν, να επιστρέψωμεν εις τα ίδια άπρακτοι, ή να ζητήσωμεν ακολούθως νέας ενισχύσεις, διότι δεν εδείξαμεν αρχικώς την απαιτουμένην προορατικότητα. Είναι ανάγκη τουναντίον να εκκινήσωμεν εξ αρχής εντεύθεν με ισχυράν στρατιωτικήν δύναμιν, και να γνωρίζωμεν ότι πρόκειται να εκπλεύσωμεν διά χώραν μακρινήν και ότι η παρούσα εκστρατεία δεν ομοιάζει με τας προηγουμένας, ότε ήρχεσθε διά να βοηθήσετε ως σύμμαχοι τους εδώ υπηκόους σας εναντίον τινός εχθρού, οπότε ήτο εύκολον να προμηθευθήτε εκ του φιλικού εδάφους κάθε τι που θα σας έλειπε, αλλά θα ευρεθήτε απομονωμένοι εις χώραν εντελώς ξένην, από την οποίαν, κατά την διάρκειαν των τεσσάρρων χειμερινών μηνών, είναι δύσκολον να έλθη αγγελιαφόρος εδώ.
22. Και νομίζω ότι πολλούς θα εχρειαζόμεθα και εκ των οπλιτών και εκ των συμπολιτών μας και εκ των συμμάχων, είτε των υπηκόων μας, είτε των Πελοποννησίων εκείνων, όσους τυχόν θα ημπορούσαμεν να πείσωμεν ή να ελκύσωμεν διά μισθού, και προς τούτοις πολλούς τοξότας και σφενδονιστάς, όπως συγκρατούν το εχθρικόν ιππικόν. Η υπεροχή, άλλωστε, του στόλου μας πρέπει να είναι αναμφισβήτητος, όπως, ανεξαρτήτως του άλλου έργου του, εξασφαλίζη και την ανενόχλητον εισαγωγήν των αναγκαίων εφοδίων. Τρόφιμα, άλλωστε, όπως σίτον και καβουρδισμένην κριθήν, οφείλομεν και εντεύθεν να μεταφέρωμεν δι' εμπορικών πλοίων, καθώς και εμμίσθους αρτοποιούς, επιτασσομένους κατ' αναλογίαν από τους διαφόρους μύλους, ίνα, εάν ευρεθώμεν που αποκλεισμένοι από κακοκαιρίαν, μη στερηθή ο στρατός τροφίμων (διότι ολίγαι πόλεις θα είναι εις θέσιν να δεχθούν στρατόν τόσον πολυάριθμον). Και κατά τα λοιπά πρέπει να ετοιμασθώμεν όσον το δυνατόν καλλίτερον, διά να μη εξαρτώμεθα από άλλους, προ πάντων δε να παραλάβωμεν εντεύθεν όσον το δυνατόν περισσότερα χρήματα. Διότι όσον αφορά τα εφόδια των Εγεσταίων, τα πλοία λέγεται ότι μας περιμένουν εκεί έτοιμα, θεωρήσατέ τα έτοιμα μόνον εις λόγια.
23. "Διότι και αν ακόμη εκκινήσωμεν εντεύθεν με στρατιωτικήν δύναμιν ιδικήν μας, όχι απλώς ίσην προς την του εχθρού, αλλ' υπό πάσας τας επόψεις ανωτέραν (εκτός βεβαίως ως προς τους βαρέως ωπλισμένους άνδρας, τους οποίους εκείνοι δύνανται, να παρατάξουν), μόλις ούτω θα είμεθα εις θέσιν να υποτάξωμεν την Σικελίαν και μη εκθέσωμεν εις καταστροφήν τον στρατόν μας. Πρέπει να υποθέσετε ότι πρόκειται περί ανθρώπων, οι οποίοι μεταβαίνουν να εγκαταστήσουν αποικίαν εν τω μέσω ξένων και εχθρικών λαών και οι οποίοι οφείλουν κατά την πρώτην ημέραν του κατάπλου των να γίνουν ευθύς κύριοι της χώρας. Άλλως πρέπει να γνωρίζουν ότι αν αποτύχουν, οι πάντες θα ταχθούν εναντίον των. Τούτο εγώ φοβούμαι, και επειδή γνωρίζω ότι έχομεν ανάγκην πολλής συνέσεως και ακόμη περισσοτέρας καλής τύχης (πράγμα δύσκολον προκειμένου περί ανθρώπων), επιθυμώ να εκστρατεύσω στηριζόμενος όσον το δυνατόν ολιγώτερον εις την τύχην, αλλά με στρατιωτικήν δύναμιν, η οποία κατά την ανθρωπίνην κρίσιν εγγυάται την ασφάλειαν. Διότι τα μέτρα ταύτα θεωρώ και διά το σύνολον της πόλεως ασφαλέστατα και δι' ημάς, οι οποίοι θα μετάσχωμεν της εκστρατείας, σωτήρια. Και εάν άλλος τις έχη αντίθετον γνώμην, παραιτούμαι της αρχηγίας υπέρ αυτού".

  24.Συζήτησις εις την εκκλησίαν του δήμου των Αθηναίων περί των προπαρασκευών της εκστρατείας
Ταύτα είπεν ο Νικίας νομίζων, ότι δια του πλήθους των αναγκαίων εφοδίων ή θα απέτρεπε τους Αθηναίους από την εκστρατείαν, ή, εάν ηναγκάζετο να εκστρατεύση, θα εξέπλεε με την μεγαλυτέραν δυνατήν ασφάλειαν. Αντί όμως ν' αποβάλουν ούτοι την υπέρ της εκστρατείας επιθυμίαν των, ως εκ των ενοχλήσεων και δυσχερειών της αναγκαίας παρασκευής, ηύξησε τουναντίον ο υπέρ αυτής ενθουσιασμός των, και το αποτέλεσμα απέβη αντίθετον των προσδοκιών του, διότι εθεωρήθη ότι αι συμβουλαί του ήσαν ορθαί και ότι μετά την αποδοχήν αυτών υπήρχε βεβαίως επαρκής ασφάλεια. Και πάντες ανεξαιρέτως κατελήφθησαν από ζωηροτάτην επιθυμίαν να μετάσχουν της εκστρατείας, οι μεν πρεσβύτεροι διότι ήσαν πεπεισμένοι ότι ή θα υποτάξουν την Σικελίαν, ή έν πάση περιπτώσει τοιαύτη στρατιωτική δύναμις ήτο αδύνατον να υποστή καταστροφήν, οι νεώτεροι δ' ως εκ της επιθυμίας να ιδούν και θαυμάσουν μακρυνήν χώραν, ηνωμένης με την ελπίδα της αίσιας επιστροφής, ενώ το πολύ πλήθος, δηλαδή οι στρατιώται απέβλεπαν, όχι μόνον εις την μισθοδοσίαν του παρόντος, αλλά και εις την επέκτασιν της Αθηναϊκής κυριαρχίας, ως εκ της οποίας ήλπιζαν να εξασφαλίσουν μονίμως έμμισθον υπηρεσίαν εις το μέλλον. Ούτως ώστε, ένεκα του γενικού ενθουσιασμού, οι τυχόν διαφωνούντες, φοβούμενοι μήπως καταψηφίζοντες θεωρηθούν κακοί πατριώται εσιώπων.
25. Επί τέλους, κάποιος εκ των Αθηναίων επροχώρησεν εις το βήμα και στραφείς προς τον Νικίαν είπεν ότι καθήκον έχει να μη προβάλλη προφάσεις και χρονοτριβή, αλλ' αμέσως τώρα να δηλώση εις τον λαόν ποίαν στρατιωτικήν δύναμιν πρέπει να του ψηφίσουν. Ο Νικίας εξηναγκάσθη ούτω να είπη ότι ήθελε μεν συζητήσει το πράγμα με τους συναρχηγούς του, με περισσοτέραν ησυχίαν, αλλ' ότι καθόσον ηδύνατο ήδη να κρίνη, δεν πρέπει να εκπλεύσουν με ολιγωτέρας από εκατόν Αθηναϊκάς τριήρεις, εκ των οποίων θα χρησιμοποιηθούν ως οπλιταγωγοί όσαι κριθούν αναγκαίαι, και ότι πρέπει συγχρόνως να ζητήσουν και από τους συμμάχους των την αποστολήν άλλων πλοίων. Ότι ο ολικός αριθμός των Αθηναίων και συμμάχων οπλιτών δεν πρέπει να είναι κατώτερος των πέντε χιλιάδων, αλλ' ει δυνατόν και ανώτερος. Ότι ο λοιπός στρατός πρέπει να είναι ανάλογος προς τους οπλίτας και να περλαμβάνη Αθηναίους και Κρήτας τοξότας και σφενδονιστάς και ό,τι άλλα θα έκριναν αναγκαίον οι στρατηγοί να ετοιμάσουν και παραλάβουν.
26. Μετά τους λόγους τούτους του Νικίου οι Αθηναίοι εψήφισαν ευθύς ότι ως προς το μέγεθος του στρατού και την όλην εκστρατείαν οι στρατηγοί είχαν απόλυτον πληρεξουσιότητα να πράξουν ό,τι νομίζουν καλλίτερον προς το συμφέρον της πόλεως. Μετά τούτο, ήρχισαν αι παρασκευαί, και οδηγίαι εστάλησαν προς τους συμμάχους, εις τας Αθήνας δε συνετάσσοντο κατάλογοι των στρατευσίμων. Η πόλις είχεν αναλάβει προσφάτως από την νόσον και τον συνεχή πόλεμον και ως προς το πλήθος των νέων, οι οποίοι είχαν μεγαλώσει εν τω μεταξύ, και ως προς τα αποταμιευθέντα συνεπεία της ανακωχής χρήματα, ώστε η προμήθεια των πάντων ήτο ευκολώτερα. Τοιαύται ήσαν αι παρασκευαί των Αθηναίων.

http://www.mikrosapoplous.gr/thucy/vivlia/contents.htm