Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012

«ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ-ΣΚΟΥΠΑ» ΓΙΑ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΟΥΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΚΑΙ ΣΤΕΙΡΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ

Του Βασίλειου Μαρκεζίνη*
Παρόν, 8-1-2012


Ο Αρμαγεδδών θα είναι φρικτός όχι μόνο για τους Έλληνες, αλλά και για τα συμφέροντα που εκπροσωπεί ο κ. Τόμσεν...


Τα γεγονότα που ζούμε σήμερα αποδεικνύουν πόσο δίκιο είχε ο κ. Βασίλης Μαρκεζίνης όταν πριν από τέσσερα χρόνια υποστήριζε την ανάγκη ms ανακήρυξης ms ΑΟΖ. Τώρα ανακαλύφθηκε ότι π δεύτερη μεγαλύτερη πηγή φυσικού αερίου, μετά τα αποθέματα που έχει η Ρωσία στον Βόρειο Πόλο, βρίσκεται μεταξύ Ισραήλ, νοτίως της Κύπρου και νοτίως της Κρήτης. Και ορθώς ο κ. Μαρκεζίνης, με την παραμονή της παράδοσης της δικαιοδοσίας στην αγγλική Δικαιοσύνη των νέων ομολόγων που θα προέλθουν από το κούρεμα, λέει: Προσέξτε μη χάσετε από την πίσω πόρτα αυτά που θα κερδίσετε από τις γεωτρήσεις. Ο κ. Μαρκεζίνης στο άρθρο του, που δημοσιεύουμε στη συνέχεια, υποδεικνύει τι πρέπει να κάνουμε για να διασφαλίσει η χώρα μας τα συμφέροντα της.


Καθώς η βιοτική κατάσταση του μέσου Έλληνα πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο, ακόμη και...


 η περίοδos των εορτών (για όσους έχουν ακόμη την οικονομική δυνατότητα να τις εορτάζουν) δεν μπορεί μας κάνει να παραβλέψουμε ότι οι εξελίξεις προχωρούν αλματωδώς - σε μια στιγμή μάλιστα που, ενώ η Ελλάδα καίγεται, οι έλληνες πολιτικοί συνεχίζουν να παίζουν το βιολί τους...
Εντούτοιε παρά τη διάχυτη μελαγχολική εσωστρέφεια, οι συμπατριώτες μου πρέπει να συνειδητοποιήσουν πλήρως τις πρόσφατες ειδήσεις για τον υποθαλάσσιο πλούτο μα;. Εκείνοι οι Έλληνες, λοιπόν, που μέχρι τώρα δεν πίστευαν ούτε εμένα ούτε τους άλλους σχολίαστες που, εδώ και τουλάχιστον τρία χρόνια, τονίζουμε τη σπουδαιότητα της ΑΟΖ και την ανάγκη αναπροσαρμογής της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, οφείλουν σήμερα να αναθεωρήσουν τις απόψείς τους.
Οι τότε προειδοποιήσεις μου είχαν λάβει ως απάντηση μόνο χωλές δικαιολογίες και επικρίσεις, προερχόμενες από πολιτικά νεκρούς και οριστικά ξεχασμένους unoupγoύς Εξωτερικών. Ως πού όμως μπορεί να φτάσει η πνευματική και πολιτική ανεπάρκεια ενός επικριτή; θα αρκεστώ απλώς να θυμίσω ότι στα κοντόφθαλμα άρθρα τους ορισμένοι «πανεπιστημιακοί», αρωγοί του υπουργείου Εξωτερικών, αμφισβητούσαν ακόμη και τον ισχυρισμό μου ότι υπήρχε όντως φυσικό αέριο, στη συγκεκριμένη περιοχή! Όλοι όμως γνωρίζουν σήμερα όχι μόνο ότι υπάρχει αέριο αλλά και πόσο ακριβώς υπάρχει. Και είμαστε ακόμη στην αρχή!
Τι οφείλουμε όμως να κάνουμε τώρα;
Πρώτον, να συνειδητοποιήσουμε ότι τα κοιτάσματα αερίου στα ισραηλινοκυπριακά σύνορα είναι τεράστια.
Δεύτερον, να αντιληφθούμε πόσο αναγκαίο είναι να αξιολογήσουμε τάχιστα την πρόταση Ρώσων και Ισραηλινών για διεξαγωγή γεωτρήσεων νοτίως της Ιεράπετρας με δικά μας έξοδα - μια και, εξ όσων γνωρίζω, οι Τούρκοι δεν μας έχουν... ακόμη αμφισβητήσει την Κρήτη!
Τρίτον, και σπουδαιότατον, πρέπει να αποφευχθεί πάση θυσία η επικείμενη μετατροπή σε αγγλικό δίκαιο των νέων δανειακών συμβάσεων. Μιας και η πτώχευση μας δεν πρέπει να αποκλείεται, όπως άλλωστε και η επάνοδός μας στην δραχμή, κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι οι πιστωτές μας θα γίνονταν νόμιμοι ιδιοκτήτες των κοιτασμάτων μας! θα χάναμε έτσι τη μόνη σίγουρη προίκα που μας απομένει! θα δεχθεί κάτι τέτοιο η πρόσκαιρη κυβέρνηση μας, η οποία κυριαρχεί μεν στη Βουλή, αλλά ίσως όχι και στον λαό;
Τέταρτον, καιρός είναι να επανεξετάσουμε, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου σχεδιασμού την εξωτερική μας πολιτική , τις αυξανόμενες ενδείξεις ασταθές -οικονομία και πολιτικής- στο εσωτερικό της Τουρκίας.
Θα πρέπει, έτσι, να υπενθυμίσουμε στον ελληνικό λαό όχι μόνο πόσο ΑΔΙΚΟ είχαν εξαρχής οι άνθρωποι που αρνήθηκαν να διακηρύξουν τα σχετικά με την ΑΟΖ δικαιώματα μας, αλλά και ότι εκείνοι οι δημόσιοι υπάλληλοι που εφάρμοσαν με ενθουσιασμό τη συγκεκριμένη «πολιτική απραξίας» δεν είναι δυνατόν να παραμένουν ακόμη στα καλοπληρωμένα πόστα τους στο υπουργείο Εξωτερικών, μόνο και μόνο γιατί έχουν από κάπου... πλάτες. Ενώ τα πολιτικά αφεντικά τους τα έχει ήδη καταπιεί η ανελέητη Ιστορία, γιατί πρέπει οι ίδιοι να συνεχίζουν να διαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική μας;
Όσο κι αν κάποια κατεστημένα συμφέροντα -μικροσκοπικά κόμματα, μη επανεκλεγόμενοι (λόγω της γενικής αγανάκτησης) υπουργοί, πολιτικά συνωμοτούσες εφημερίδες- απεχθάνονται την ιδέα των εκλογών, οι εκλογές θα γίνουν, αργά ή γρήγορα! Και τότε το εκλογικό σώμα θα σαρώσει όλα εκείνα τα πολιτικά ζιζάνια που έχουν ριζώσει στη χώρα μας εδώ και δέκα τουλάχιστον χρόνια και παριστάνουν σήμερα τα μεταμορφωμένα και όμορφα λουλούδια...
Μπορεί κάποιοι να νομίζουν ότι οι'Ελληνες ξεχνούν γρήγορα ή ότι τους κοροϊδεύει εύκολα προσωπικά, αρνούμαι να πιστέψω κάτι τέτοιο. Όλα τα προαναφερθέντα κατεστημένα πρέπει να ξεριζωθούν, να σαρωθούν και να πεταχτούν στον κάλαθο των αχρήστων της Ιστορίας! θα πρόσθετα όμως ότι εκεί πρέπει να καταλήξουν και όλα τα αραχνιασμένα μυαλά της Βασιλίσσης Σοφίας, τα οποία μας εμποδίζουν να δούμε καθαρά (τα προβλήματα εξωτερικής πολιτικής).
Την πρόσφατη, κατά τα φαινόμενα ελκυστική, προσφορά των Ρώσων δεν πρέπει απλά να σπεύσουμε να τη μελετήσουμε με θετική διάθεση: πρέπει επίσης να την επεκτείνουμε και σε aάλλες γειτονεύουσες υποθαλάσσιες περιοχές, προσεγγίζοντας και άλλες εταιρείες -π.χ. αμερικανικές, βρετανικές, γαλλικές-, ώστε να βοηθήσουμε τη χώρα μας να βρει ασφάλεια στο πλαίσιο μιας πολυπλευρης ξένης συμμετοχής στην ενεργειακή μας πολιτική.
Λίγο προτού κάποιοι παραχωρήσουν, κατά τον πλέον ασυγχώρητο τρόπο, σημαντικά νομικά δικαιώματα orous ξένους δανειστές μας, δεν μπορούμε παρά να αντιμετωπίσουμε ως «μάννα εξ ουρανού» τα κοιτάσματα φυσικού αερίου στις νότιες θάλασσές μας και να λάβουμε τα αναγκαία πολιτικά και νομικά μέτρα που θα τα κρατήσουν μακριά από τα χέρια των πιστωτών μας, οι οποίοι παριστάνουν τους «φίλους» μας.
Όταν σήμερα στο δικαστήριο οδηγούνται εκπρόσωποι της Εκκλησίας, κατηγορούμενοι για αδικήματα που διαπράχθηκαν, σύμφωνα με την κοινή πεποίθηση, με τη συνεργεία πολιτικών οι οποίοι, τεχνηέντως, έχουν αυτοαθωωθεί, δεν θα έπρεπε ο ελληνικός λαός να αρχίσει να σκέφτεται ότι οφείλει να καταλογίσει πολιτικές ή -ίσως-και ποινικές ευθύνες τόσο σε πολιτικούς όσο και σε άλλους αξιωματούχους για ζημίες που προκάλεσαν στη χώρα με διάφορους τρόπους;
Μια τέτοια δραστική κίνηση θα κέρδιζε ευρεία επιδοκιμασία. Οι δε βουλιμικοί τραπεζίτες -που είναι συνεχώς είναι οι κύριοι ευεργετούμενοι από τις δόσεις που δήθεν πάνε σε συντάξεις και μισθούς- καθώς και η πανταχού παρούσα «τρόικα», πρέπει να το καταλάβουν: τα έγγραφα που υπογράφονται από φοβισμένους πολιτικούς υπό ασφυκτικέε πιέσει δεν θα μπορούν να προστατεύουν για πάντα τα αφεντικά τους.
Ο κ. Τόμσεν, λοιπόν, καλά θα κάνει να φρεσκάρει τις θρησκευτικές του γνώσεις και να καταλάβει ότι ο επαπειλούμενος από τους φίλους του Αρμαγεδδών θα είναι φρικτόςε: όχι όμως μόνο για τους Έλληνες, αλλά και για τα συμφέροντα που ο ίδιος εκπροσωπεί.

* Αναδημοσίευση με την άδεια του συγγραφέως
 
 

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Β.ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ : «ΑΡΧΙΣΕ ΝΑ ΕΝΟΧΛΕΙ Η ΑΛΑΖΟΝΕΙΑ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ»

 
Η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ πρέπει να δράσουν με ενιαίο και αποφασισμένο τρόπο, δηλώνει ο καθηγητής Β. Μαρκεζίνης.

«Άρχισε να ενοχλεί η αλαζονεία των Τούρκων. Η έλλειψη εναλλακτικών λύσεων στο χώρο της πολιτικής ηγεσίας Ελλάδος και Κύπρου καθιστούν ανέφικτη τη συντονισμένη δράση με σκοπό να κοπούν τα φτερά των Τούρκων», εκτιμά ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Βασίλης Μαρκεζίνης σε συνέντευξη του στην εφημερίδα «Φιλελεύθερος» και στον αρχισυντάκτη της εφημερίδας Κώστα Βενιζέλο.
Ο κ. Μαρκεζίνης, επικαλούμενος πληροφορίες, επισήμανε πως η τουρκική αλαζονεία έχει αρχίσει να ενοχλεί πολλούς Αμερικανούς και Βρετανούς -και μάλιστα, παρά την πανάκριβη προπαγανδιστική πίεση που ασκείται αυτήν τη στιγμή στους πολιτικούς κύκλους της Ουάσιγκτον και τονίζει την ανάγκη συντονισμού και συνεργασίας Αθηνών, Λευκωσίας και Τελ Αβίβ. Μια συνεργασία στην οποία επενδύει σημαντικά και όπως προκύπτει από τις τοποθετήσεις τους, τη θεωρεί ως διέξοδο.
Ο κ. Μερκεζίνης εκτιμά ότι οι Έλληνες πρωθυπουργοί «με την αναποφασιστικότητά τους (αποτέλεσμα μικροπολιτικών παραγόντων), την έλλειψη συντονισμού τους (αποτέλεσμα προσωπικής αδυναμίας) και την ανάδειξη της παραπλάνησης του λαού σε πραγματική επιστήμη (το πολιτικό χόμπι της εποχής μας), μετέτρεψαν το πρόβλημα σε κρίση υπαρξιακή», ενώ η Κύπρος έπειτα από μια σειρά «μονομερείς παραχωρήσεις, κοντόφθαλμους συμβιβασμούς και ανεξήγητες υποχωρήσεις στις πιέσεις υποτιθέμενων φίλων και συμμάχων, αλλά και στους παληκαρισμούς της Τουρκίας, μοιάζει σήμερα έτοιμη να προσυπογράψει το ένταλμα του ίδιου της του θανάτου ως ανεξάρτητου, εξόχως ελληνικού κράτους» .
Το ζήτημα λοιπόν, επισημαίνει ο καθηγητής Μαρκεζίνης, δεν είναι αν η σημερινή συγκυρία είναι κατάλληλη για να προσπαθήσουν οι χώρες μας να επιλύσουν τις κρίσεις τους, αλλά αν πρόκειται για τη μοναδική ευκαιρία που έχουν ώστε να απωθήσουν έναν επιθετικό και αρπακτικό γείτονα, και να αντιμετωπίσουν μια οικονομική κρίση που δεν γνωρίζει εθνικά σύνορα.
Για τις τουρκικές απειλές σε σχέση με τις έρευνες στην κυπριακή ΑΟΖ η άποψη του κ. Μαρκεζίνη είναι ότι όπως δείχνουν τα πράγματα αυτή τη στιγμή, η Άγκυρα θα αντιδράσει και, ενδεχομένως, αν κρατήσουν τα νεύρα της, θα κερδίσει -παρεκτός και αν η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ δράσουν από κοινού, με ενιαίο και αποφασισμένο τρόπο.
Αναφορικά με την στρατιωτική προετοιμασία Ελλάδας-Κύπρου ο κ. Μαρκεζίνης σημειώνει:
-Δεν μπορώ να μιλήσω για την Κύπρο.
-Για την Ελλάδα, όμως, πιστεύω ότι οι ένοπλες δυνάμεις της είναι στρατιωτικά προετοιμασμένες (παρά την οικονομική κακουχία των καιρών αλλά και έχουν ακμαίο ηθικό). Το τι θα κάνει όμως τελικά ο πολιτικός μας κόσμος, ας το κρίνει μόνος ο αναγνώστης.
Ο κ. Μαρκεζίνης εκφράζει αμφιβολίες, αν οι Αμερικανοί θα στέκονταν πιστοί στο πλευρό μας, ή και στο πλευρό της ίδιας τους της εταιρείας Νoble, μέχρι τέλους. Και τούτο, εξηγεί, διότι η σημερινή εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ είναι «πολυφωνική», δηλαδή προέρχεται από διάφορες πηγές με διάφορες απόψεις. «Αν συνυπολογίσει κανείς το σημερινό προεκλογικό κλίμα στη χώρα τους, το ενδεχόμενο οι Αμερικανοί να είναι συμβιβαστικοί, διχασμένοι ή υποχωρητικοί απέναντι στους Τούρκους με κάνει να ανησυχώ ιδιαίτερα για την ουσία και την έκταση της υποστήριξής τους», καταλήγει ο κ. Μαρκεζίνης.

www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ



Πέμπτη 18 Αυγούστου 2011

Η ΕΛΛΑΔΑ ΝΑ ΑΣΚΗΣΕΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΩΝ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΝ


του Sir Βασίλειου Μαρκεζίνη

Το πρόβληµα το οποίο θεωρώ ως το πιο επείγον και πιο περίπλοκο από όλα τα προβλήµατα που αντιµετωπίζουµε, συνδέεται στενά µε την βασική πρότασή µου, τη διαµόρφωση µιας πολιτικής ίσων αποστάσεων απέναντι στις µεγάλες δυνάµεις της εποχής µας, ήτοι την Αµερική, τη Ρωσία και την Κίνα, µε την ελπίδα ότι έτσι µπορεί, επιτέλους, να αποκτήσουµε πιο αξιόπιστους συµµάχους από αυτούς που διαλαλούν ότι µας «θεωρούν στρατηγικούς τους εταίρους, αλλά, στην ουσία πάντα παραστέκονται στους αντιπάλους µας.
Το πρόβληµα στο οποίο αναφέροµαι είναι η Τουρκία και επειδή θεωρώ αυτό το ζήτηµα πρωταρχικής σηµασίας, το εξετάζω σε ξεχωριστή υπο-ενότητα. Προσθέτω όµως, προς αποφυγή παρεξηγήσεων, ότι το πώς θα σχεδιαστεί, το πώς θα εφαρµοστεί και το πότε θα µπορούσε να επιχειρηθεί µια τέτοια καινοτόµος µεταβολή στις σχέσεις µεταξύ των δύο χωρών θα εξαρτηθεί από πολλούς παράγοντες που αυτήν την στιγµή δεν µας είναι γνωστοί. Ο χρόνος λοιπόν και η µεθόδευσις αυτής της πολιτικής, αν ή όταν ποτέ εφαρµοστεί, θα καθοριστεί την κατάλληλη στιγµή και όχι τώρα. Τώρα αρκούµαστε στη διατύπωση της γνώµης –πεποιθήσεως θα έλεγα– ότι η αλλαγή πλεύσεως είναι αναγκαία και, ως εκ τούτου, εξετάζουµε µε συντοµία µερικούς από τους λόγους που την επιβάλλουν...

Κύρια  συνέπεια της πολιτικής που προτείνω είναι ο παραµερισµός –για το εγγύς µέλλον, τουλάχιστον– κάθε ιδέας πλήρους ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. Το δεύτερο σκέλος της σκέψης αποτελεί και το δυσκολότερό της σηµείο.

Για πολλούς, η συγκεκριµένη άποψη µπορεί να µοιάζει ανορθόδοξη, πολύ δε περισσότερο (θα ισχυρίζονταν µερικοί) καθώς αντιβαίνει στο γεγονός ότι η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας αποτελεί την αποδεκτή πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων επί µία περίοδο ένδεκα περίπου χρόνων.

Εντούτοις, η µακροβιότητα µιας πολιτικής ή µιας προσέγγισης δεν αποτελεί, αφ’ εαυτής, επιχείρηµα για να µην αµφισβητήσουµε τη σηµερινή εγκυρότητά της, διότι η µη αµφισβήτηση µπορεί να απορρέει από (α) έλλειψη σωστής αξιολογήσεως νέων δεδοµένων, τοπικών αλλά και ευρωπαϊκών, (β) έλλειψη του απαραίτητου θάρρους ή φαντασίας για την αναθεώρηση µιας πολιτικής ή,(γ) πάλι, από το γεγονός ότι υποκύπτουµε σε εξωτερικές πιέσεις διατήρησής της.

Το πραγµατικό, λοιπόν, ερώτηµα που πρέπει να τεθεί και να απαντηθεί δεν είναι πλέον πόσοι ή ποιοι υπεστήριξαν αυτήν την πολιτική κάποτε ή τι ακριβώς απέδωσε στο παρελθόν αλλά (α) το κατά πόσον αυτή η πολιτική συνεχίζει να εξυπηρετεί τα συµφέροντα της Ελλάδας και των Ευρωπαίων εταίρων της σήµερα, καθώς και (β) το κατά πόσον η Τουρκία έχει ανταποδώσει καθ’ οιονδήποτε δίκαιο τρόπο τις δικές µας προσπάθειες να ακολουθήσουµε µια εποικοδοµητική πολιτική απέναντί της.

Σ’ αυτόν το προβληµατισµό η απάντηση πρέπει να είναι κυνικά τίµια. Ο Παναγιώτης Κονδύλης σ’ ένα κείµενο που αξίζει να περιγραφεί ως κλασικό και για τη λογική του και για το απέριττο ύφος του, αλλά και γιατί (δυστυχώς) δικαιώθηκε εν πολλοίς µε το πέρασµα του χρόνου, έγραψε στο Επίµετρο της Θεωρίας του Πολέµου «... το σηµερινό δίληµµα [που αντιµετωπίζει η Ελλάδα] είναι αντικειµενικά τροµακτικό και ψυχολογικά αφόρητο: η ειρήνη [µε τη σηµερινή Τουρκία] σηµαίνει για την Ελλάδα δορυφοροποίηση και ο πόλεµος σηµαίνει συντριβή».

Είµαι, συνεπώς, της άποψης ότι, σε έναν κόσµο που έχει µεταβληθεί άρδην κατά την τελευταία περίπου δεκαπενταετία και για να αποφευχθεί το ανωτέρω φρικτό δίληµµα, η κατ’ ουσίαν τυφλή ελληνική υποστήριξη της πλήρους ένταξης της Τουρκίας στην Ε.Ε. δεν είναι πλέον ούτε ορθή ούτε και λογική, ούτε προς το συµφέρον µας.

Ο σηµερινός σκεπτικισµός για µια πολιτική που είχε ίσως κάποια πλεονεκτήµατα για την Ελλάδα όταν πρωτοπαρουσιάστηκε από την κυβέρνηση Σηµίτη-Παπανδρέου, αλλά σήµερα ενδέχεται να µας προκαλέσει ακόµη περισσότερους πονοκεφάλους, απορρέει από τα ακόλουθα επιχειρήµατα:

Η ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας. Από καθαρώς ελληνική άποψη, η εν λόγω πολιτική, στην αρχική της φάση, βοήθησε –όπως ήδη ισχυρίστηκα ανωτέρω– να αναιρεθούν οι επικρίσεις που δεχόταν η Ελλάδα ως χώρα που καθυστερούσε ή παρακώλυε τη διαµόρφωση πολιτικών πανευρωπαϊκής κλίµακας, σε µια εποχή που ήταν του συρµού η γεωγραφική διεύρυνση της Ευρώπης. Έτσι, αυτή η νέα πολιτική εξυπηρέτησε αποτελεσµατικά τη διεθνή εικόνα µας, συµβάλλοντας στην προσπάθεια ανατροπής του ανθελληνικού κλίµατος σε ορισµένους ευρωπαϊκούς κύκλους. Αναµφίβολα, διευκόλυνε επίσης την ένταξη της Κύπρου στην Ε.Ε., την οποία η κυβέρνηση Σηµίτη/Παπανδρέου κατόρθωσε, µε αξιοσηµείωτη επιδεξιότητα, να διαχωρίσει από την υποψηφιότητα της Τουρκίας.

Ωστόσο, καθώς η Ευρώπη επεκτάθηκε –πολύ πιο γρήγορα από όσο θα έπρεπε, θα έλεγαν µερικοί–, έχει πλέον αλλάξει άποψη για την Τουρκία. Οι µεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες εκφράζουν αµφιβολίες κατά πόσον η Τουρκία είναι έτοιµη να γίνει πλήρες µέλος της Ε.Ε., αµφιβολίες που έχουν αυξηθεί σε στιγµές οικονοµικών δυσχερειών και δικαιολογηµένων φόβων που σχετίζονται µε την αύξηση της νοµίµου και παρανόµου µεταναστεύσεως.

Η ταχύτης µε την οποία η Τουρκία αυξάνει τις επεκτατικές της φιλοδοξίες, προκαλώντας π.χ. την Αµερική µε την πρόσφατη πρωτοβουλία της µε το Ιράν, ή το Ισραήλ, µε τον πρωταγωνιστικό (αλλά υστερόβουλο) ρόλο που έπαιξε στην οργάνωση ανθρωπιστικής βοήθειας προς τη Γάζα, αρχίζει να ενοχλεί τους βασικούς της υποστηρικτές. Έτσι, η αµερικανική κοινή γνώµη αρχίζει να διχάζεται ως προς τις απόψεις της για την Τουρκία. Μερικοί σίγουρα θα έχουν αρχίσει να πιστεύουν ότι τώρα που αυτοί έβγαλαν το «τζίνι» από το µπουκάλι, δύσκολα θα το ξαναβάλουν µέσα. Ακόµη και το Ισραήλ αισθάνεται µετανιωµένο για την εµπιστοσύνη που έδειξε κάποτε προς την Άγκυρα, εφόσον µια µέρα θα µπορούσε αυτή να το υποκαταστήσει στην καρδιά της Αµερικής. Αλλά είναι νωρίς για να µιλάµε γι’ όλα αυτά. Απλώς, εµείς οι Έλληνες πρέπει όλα να τα έχουµε υπόψη... και να µελετάµε το timing ενδεχοµένων διπλωµατικών πρωτοβουλιών, έχοντας όµως προετοιµάσει διάφορα σχέδια για όλα τα ενδεχόµενα. Σχέδια όμως δικά μας, όχι σχέδια.... άλλων!

Στους ανωτέρω υπολογισµούς µας πρέπει να προσθέσουµε και τα πολιτικά προβλήµατα που αντιµετωπίζει σήµερα η Τουρκία µε το στρατό της, αλλά και µε ορισµένες εθνικές µειονότητες όπως τους Κούρδους –είκοσι εκατοµµύρια τη στιγµή που µιλάµε– τα οποία διάγουν περιόδους σχετικής ηρεµίας που εναλλάσσεται µε περιόδους οξύτητος κατά καιρούς, µια και αυτό το κοµβικό ζήτηµα, παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις της Τουρκίας, δεν έχει λυθεί. Οι µέλλουσες εξελίξεις στο Ιράκ, που µε τη σειρά τους πιθανόν να επηρεαστούν προς το χειρότερο από τις εξελίξεις στο Ιράν, θα µπορούσαν, επίσης, να περιπλέξουν το Κουρδικό πρόβληµα ακόµη περισσότερο για την Τουρκία. Και ας µην ξεχνάµε την αιφνίδια εξτρεµιστική στάση που επέδειξε πρόσφατα η Τουρκία απέναντι στους Αρµενίους η οποία δεν έκανε καλό στην εικόνα της στο εξωτερικό.

Όλα αυτά καθιστούν σαφές –και πρέπει και εµείς να το τονίζουµε σε όλους, ιδίως αν η Τουρκία συνεχίζει να µας προκαλεί– ότι, εάν ποτέ η χώρα αυτή εντασσόταν στην Ε.Ε. ως πλήρες µέλος, η παρουσία της θα προκαλούσε µια σειρά από νέα και ανεπιθύµητα προβλήµατα, τα οποία η Ευρώπη καθόλου δεν χρειάζεται. Θα επανέλθουµε σε αυτό το θέµα στις επόµενες παραγράφους, δεδοµένου ότι διαψεύδει πλήρως όλους εκείνους που διατείνονται ότι η Τουρκία έχει «εξευρωπαΐσει» τις πρακτικές της. Για πολλούς, λοιπόν, η αλήθεια είναι ότι οι τουρκικές αλλαγές που έχουν σηµειωθεί µέχρι τώρα είναι επιφανειακές και καιροσκοπικές. Το ΥΠΕΞ µας όµως, και οι κατά τόπους πρεσβείες µας, ουδόλως, εξ όσων γνωρίζω, εκµεταλλεύονται αυτές τις αδυναµίες του αντιπάλου. Γιατί; Η απάντηση είναι σαφής: γιατί εµείς υποστηρίζουµε την ευρωπαϊκή πορεία της Τουρκίας όσο και αν αυτή συνεχίζει να µας προκαλεί. Η ανεκτικότητά µας, όµως, δεν έχει όρια, µια και είναι η ανεκτικότητα του κοµπλεξικού, του αδύνατου, του υποτακτικού! Αυτό είναι το σημείο που κατήντησαν την Ελλάδα παλιοί και σύγχρονοι Υπουργοί των Εξωτερικών που σύντομα θα έχουν και το θράσος να διεκδικήσουν την ψήφο του Ελληνικού λαού!

Με δυο λόγια: η ιδέα µιας ασταµάτητης Τουρκίας αρχίζει να φαίνεται λιγότερο πειστική. Από εµάς, λοιπόν, εξαρτάται, να βγούµε από το σύµπλεγµα κατωτερότητος και υποταγής στην Αµερική και να αρχίσουµε να καθιερώνουµε τη δική µας γεωπολιτική προσωπικότητα. Και η οικονοµική κρίση µας, καίτοι αναµφίβολα δεν µας βοηθά, δεν είναι αυτό που µας φρενάρει. Το ανασταλτικό σε κάθε ανθρώπινη ενέργεια είναι ο ίδιος ο εαυτός µας, η έλλειψη αυτοπεποίθησης, οράµατος, θάρρους, κοινωνικής οµόνοιας, όταν αναλαµβάνεται µια µεγάλη προσπάθεια.

Όλα αυτά ανακτώνται, όταν βρεθεί πρώτα ο ανθρώπινος παράγων, ο Ατατούρκ, ο Βενιζέλος, ο Τσόρτσιλ, ο Στάλιν στις µαύρες ώρες της γερµανικής εισβολής. Το πίστευα αυτό πάντα, γιατί πάντα πίστευα στη ηρωική εξήγηση της ιστορίας, εν συνδυασµώ πάντα µε το ιστορικό timing.



Δευτέρα 30 Μαΐου 2011

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ ΅ΥΦΑΛΟΚΡΗΠΙΔΑ ΚΑΙ ΑΟΖ - ΞΕΜΠΕΡΔΕΥΟΝΤΑΣ ΤΑ ΜΠΕΡΔΕΜΕΝΑ


Εισαγωγικά
Εδώ και δύο χρόνια προσπαθώ να φέρω στην κοινή συνείδηση τη σημασία της ΑΟΖ ως και την κατά την γνώμη μου κακή (αν όχι επικίνδυνη για τα εθνικά συμφέροντα) διαχείριση των τουρκικών προβλημάτων από το υπουργείο των Εξωτερικών .Διακεκριμένοι ακαδημαϊκοί συνάδελφοι, όπως π. χ. (κατά αλφαβητική σειρά) οι κ.κ. Καρυώτης, Μάζης, Ροζάκης και Σιουστούρας, αλλά και εξαίρετοι δημοσιογράφοι (ως ο κ. Σταύρος Λυγερός) έχουν εμπλουτίσει σημαντικά τη γνώση του κοινού πάνω σ' αυτό το ζωτικό και όλο και πιο επείγον θέμα.


Αλλά, δύο χρόνια μετά, το θέμα, από άγνωστο, έχει γίνει αντικείμενο τόσων πολλών άρθρων, αλλά και (ασαφών) δηλώσεων από το υπουργείο μας (βλ. π.χ. http:// www.real.gr/DefaultArthro.aspx?+arthro&id =65173&catlD=1), ώστε ίσως να διευκόλυνε τους αναγνώστες μια συνοπτική προσπάθεια να ξεμπλέξουμε κάπως τη σύγχυση που προκαλεί το αυξανόμενο υλικό. Αυτός είναι και ο κύριος λόγος του παρόντος δοκιμίου.

Η εξέλιξη του Δικαίου της Θάλασσας
 
To Δίκαιο της θάλασσας, από γεννησιμιού του, πάλευε μεταξύ δύο αντιμαχόμενων ιδεών: της ελευθερίας των θαλασσών (που ενθαρρύνει το εμπόριο) και της έκτασης της κυριαρχίας των παράκτιων κρατών επί του εγγύς αυτών υδάτινου χώρου. Από τη διαλεκτική αυτή σύγκρουση γεννήθηκε και μια άλλη ιδέα, η αρχή της «αβλαβούς διέλευσης», ακόμη και μέσα από τα «χωρικά ύδατα» του παρακτίου κράτους: αρχή που κατά τη γνώμη μου καταχράται (άρθρο 19 της Συνθήκης) η Τουρκία, όταν αναθέτει στα πολεμικά της να κάνουν επανειλημμένες βόλτες στο Σούνιο.
Στην αρχή τα πράγματα ήταν απλά και εντοπίζονταν στο εμπόριο και την αλιεία. Η διευθέτησή τους, λοιπόν, γινόταν βάσει εθιμικών λύσεων και ακαδημαϊκών προτάσεων, που προέρχονταν κυρίως από τις διαμαχόμενες χώρες - ειδικότερα την Αγγλία (με το έργο του Τζον Σέλντεν Mare Clausum, 1635) και την Ολλανδία (με το κλασικό έργο του Ούγκο Γκρότιους Mare Liberum, 1609). Μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και την ανεξαρτητοποίηση των αποικιών, η δημιουρ-γία πολλών νέων κρατών, σε συνδυασμό με την τεχνολογική επανάσταση που αργά αλλά σταθερά επέτρεψε την εκμετάλλευση του υποθαλάσσιου πλούτου, άρχισε να απαιτεί μια πιο σύγχρονη και πιο δίκαιη ρύθμιση των προβλημάτων. Η πρώτη σημαντική γραπτή ρύθμιση έγινε από τις τέσσερις συμβάσεις που υπεγράφησαν στη Γενεύη το 1958 και ρύθμιζαν, αντιστοίχως, την αιγιαλίτιδα ζώνη (χωρικά ύδατα) και τη συνορεύουσα ζώνη, την ανοικτή θάλασσα, την υφαλοκρηπίδα και την αλιεία στην ανοικτή θάλασσα. Εν προκειμένω, μας ενδιαφέρει η τρίτη συμφωνία, η σχετική με την υφαλοκρηπίδα.
Η «ηπειρωτική» υφαλοκρηπίδα ορίστηκε (στο άρθρο 1 της Σύμβασης, το 1958) ως καλύπτουσα: «α) τον βυθό της θάλασσας και το υπέδαφος των υποθαλασσίων περιοχών [...] μέχρι βάθους 200 μέτρων ή (β) έξω από το όριο αυτό, μέχρι το σημείο που το βάθος των υπερκειμένων υδάτων επιτρέπει την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων των περιοχών αυτών». To δεύτερο αυτό κριτήριο , γνωστό ως το «κριτήριο της εκμεταλλευσιμότητας», ήταν μεταβλητό και, ως εκ τούτου, καθιστούσε δύσκολη την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας.
Οι συμφωνίες της Γενεύης έκρυβαν και μία ακόμη ασάφεια, η οποία μετριάστηκε με τον χρόνο. Έτσι, ενώ αναγνώριζαν υφαλοκρηπίδα σε κατοικημένες η κατοικήσιμες νήσους, δεν ήταν απολύτως ξεκάθαρο αν ο όρος αυτός ήταν νομικός ή γεωλογικός. 0 όρος «ηπειρωτική υφαλοκρηπίδα», συνδυαζόμενος με τη σχετικά μικρή απόσταση από το έδαφος -ηπειρωτικό ή νησιωτικό-, προσλάμβανε μια ορισμένη γεωλογική χροιά, αυτή δε την άποψη εξακολουθεί να υποστηρίζει σήμερα η Τουρκία με ιδιαίτερη έμφαση. Έτσι, η Τουρκία επιμένει ότι τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου -τα οποία, σημειωτέον, δεν αποκαλεί ποτέ «ελληνικά», αλλά «αιγαιακά»- αποτελούν γεωλογική προέκταση της εγγύς ευρισκόμενης τουρκικής ηπειρωτικής περιοχής, με συνέπεια να επικάθηνται επί τουρκικής υφαλοκρηπίδας και, ως εκ τούτου, να ανήκουν μεν στην Ελλάδα, αλλά να μην έχουν υφαλοκρηπίδα πέραν των έξι (ή λιγότερων) μιλίων, που ισοδυναμούν με τα χωρικά μας ύδατα, μια και η Τουρκία δεν μας άφησε, με το περίφημο Κάζους Μπέλι, να τα επεκτείνουμε στα 12 μίλια, όπως μας επιτρέπει το Διεθνές Δίκαιο.
Από πλευράς Ελλάδας, τα προβλήματα αυτά βελτιώθηκαν από τη μεταγενέστερη Σύμβαση του Μοντέγκο Μπέι της Τζαμάικας, το 1982, η οποία ετέθη σε ισχύ το 1994 και υπεγράφη από 157 κράτη πλην της Αμερικής, του Ισραήλ, της Βενεζουέλας και της Τουρκίας. Έτσι, είναι πλέον σαφές ότι και τα νησιά που είναι σε θέση να στηρίξουν ανθρώπινη ζωή έχουν Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, όπως και υφαλοκρηπίδα και ότι αμφότερες εκτείνονται μέχρι 200 ναυτικά μίλια από το σημείο όπου αρχίζουν τα χωρικά ύδατα. Η προέκταση και ανάδειξη του κριτηρίου της απόστασης -200 μίλια- μειώνει έτσι ουσιαστικά, (αλλά δεν ακυρώνει εντελώς), τη σημασία του γεωλογικού κριτηρίου. Η «μετακίνηση» αυτή ενισχύεται πλέον και από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Χάγης του 1985 σχετικά με την υπόθεση Μάλτας-Λιβύης: μια νομολογιακή «μετακίνηση» προς την ανωτέρω ιδέα, η οποία άρχισε να διαφαίνεται ήδη από την απόφαση του δικαστηρίου, εν έτει 1982, για την υφαλοκρηπίδα Λιβύης-Τυνησίας.
    Η οριοθέτηση της ΑΟΖ
Η υφαλοκρηπίδα υπάρχει αφ' εαυτής και δεν χρειάζεται να διακηρυχθεί. Χρειάζεται όμως να οριοθετηθεί μεταξύ όμορων κρατών και, σε περίπτωση διαφωνίας, να παραπεμφθεί με κοινό συμφωνητικό στο αρμόδιο διεθνές δικαστήριο προς απόφαση. Η ΑΟΖ, από την άλλη πλευρά, πρέπει να διακηρυχθεί και ακολούθως να οριοθετηθεί από τα ενδιαφερόμενα κράτη.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ΑΟΖ που μας ενδιαφέρει πρωτίστως είναι με την Κύπρο και, μετά, με την Αίγυπτο και τη Λιβύη. Η οριοθέτηση της απαιτεί διακρατική συμφωνία. Τυχόν αμφισβήτησή της από την Τουρκία ως τρίτο κράτος θα σήμαινε κατ' ουσίαν αμφισβήτηση των οριοθετήσεων δύο κρατών, όχι ενός. Επιπλέον, για να γίνει αυτό νομίμως (και όχι manu militari), θα απαιτείτο μονομερής προσφυγή της Τουρκίας στη Χάγη, με σκοπό την αμφισβήτηση των όποιων ρυθμίσεων θα είχαμε κάνει με την Κύπρο. Μια τέτοια προσφυγή είναι μεν δυνατή , αλλά όχι και εύκολη γιατί: (α) θα έπρεπε να είναι ad hoc, μια και η Τουρκία δεν
έχει αποδεχθεί τη γενική δικαιοδοσία της Χάγης, (β) η Τουρκία δεν έχει αποδεχθεί τη Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας και (γ) η αμφισβήτηση της ελληνοκυπριακής οριοθέτησης θα έπρεπε να αρχίσει με την αμφισβήτηση της «αρχής της μέσης γραμμής» -μεταξύ Καστελόριζου και Τουρκίας- μια και, κατά κοινή ομολογία, αποτελεί το πρώτο βήμα στη διαδικασία οριοθέτησης της ΑΟΖ.
Οι αρχές που μπορεί να επικαλεστεί η Τουρκία για να στηρίξει τις θέσεις της είναι τρεις (κατ' αύξουσα σειρά σημασίας): (α) η ιδέα ότι η σύμβαση του 1982/1994 ενθαρρύνει συζητήσεις/συμφωνία ως βάση οριοθετήσεων μεταξύ όμορων κρατών, (β) παρέκκλιση από τη «μέση γραμμή» λόγω «ειδικών περιστάσεων» και λόγω «τοπικών ιδιομορφιών» ή, προκειμένου για κλειστές ή ημίκλειστες θάλασσες -οπότε μπορεί να ληφθεί υπόψη μια πολύ μεγαλύτερη δέσμη παραμέτρων (π.χ, γεωπολιτικά, γεωμορφολογικά, πληθυσμιακά και οικονομικά κριτήρια)- βάσει της αρχής της «ευθυδικίας» και (γ) την αρχή της αναλογικότητας.
Ως νομικός, γνωρίζω ότι στο Δίκαιο δεν υπάρχουν πανάκειες και ότι τα πάντα είναι αβέβαια, ιδίως όταν έχει κανείς να κάνει με ένα πολιτικό δικαστήριο όπως της Χάγης. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, ουδέποτε χρησιμοποίησα -σε αντίθεση με την Κυβέρνηση- τη λέξη «πανάκεια» αναφορικά με την ΑΟΖ. θεωρώ, όμως, ότι τα επιχειρήματα της Τουρκίας είναι ευάλωτα, ιδίως εάν λάβει κανείς υπόψη του ότι, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων που κατέληξαν στη Σύμβαση του 1982, τα επιχειρήματα αυτά, ή άλλα ανάλογα, προβλήθηκαν πολλάκις, αλλά ανεπιτυχώς από τη γείτονα, στο πλαίσιο της προσπάθειάς της -ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 70- να περιορίσει τα ελληνικά δικαιώματα. Ιδού λοιπόν μερικά αντεπιχειρήματα:
Πρώτον: οι αρχές που επικαλείται η Τουρκία δεν έχουν στη νομολογία του δικαστηρίου τον απόλυτο και ανατρεπτικό χαρακτήρα που της αποδίδουν οι Τούρκοι, αλλά δικαιολογούν αποκλίσεις από τη μέση γραμμή. Κατά την ορολογία του κ. Ροζάκη, η μέση γραμμή μπορεί να υποστεί ορισμένες «διορθωτικές» μεταβολές, αλλά αυτές δεν μπορούν να ακυρώσουν το πνεύμα της οριοθέτησης που, κατά τη Σύμβαση, βασίζεται στη μέση γραμμή. Στα αγγλικά, οι λέξεις που εμφανίζονται συχνότερα στη σχετική νομολογία είναι «adjustment» και «modification».
Δεύτερον: η απόκλιση από τη μέση γραμμή δεν δικαιολογείται από το επιχείρημα ότι το Αιγαίο είναι κλειστή ή ημίκλειστη θάλασσα και γιατί επειδή οι πραγματικά κλειστές θάλασσες είναι πολύ λίγες -π,χ. η Κασπία, η θάλασσα της Γαλιλαίας, η Αράλη κ.λ.π,- αλλά και γιατί οι ημίκλειστες θάλασσες είναι, αντιθέτως, τόσο πολλές -π.χ. θάλασσα της Κελέβης (μεταξύ Ινδονησίας, Φιλιππίνων και Μαλαισίας), Κόλπος της Άκαμπας (μεταξύ Αιγύπτου, Ισραήλ και Σαουδικής Αραβίας), θάλασσα του Σιάμ (μεταξύ Ταϋλανδης, Καμπότζης, Νοτίου Βιετνάμ και Μαλαισίας) κ.ο.κ -, ώστε η γενναιόδωρη χρήση του όρου, προς αποφυγή της βασικής αρχής της Σύμβασης, θα ήταν καταχρηστική καθότι θα αντιτίθετο στο πνεύμα της, οδηγώντας σε μεγάλο αριθμό εξαιρέσεων του Δικαίου της θάλασσας.
Τρίτον: η ίδια η Τουρκία οριοθέτησε την ΑΟΖ της στη Μαύρη θάλασσα με βάση τη «μέση γραμμή», και τούτο, παρ' όλο που δεν έχει υπογράψει τη Σύμβαση!
Τέταρτον: Τις οριοθετήσεις στη Μαύρη θάλασσα εκ πονηρίας η Τουρκία τις αποκάλεσε οριοθετήσεις βασιζόμενες «στην αρχή της ευθυδικίας». Υπάρχει όμως όριο στα λεκτικά παιχνίδια που μπορεί να παίζει ακόμη και ο τουρκικός καιροσκοπισμός. Δεδομένης της στάσης που κράτησε η χώρα αυτη καθ' όλη την εννεαετή περίοδο που συζητείτο η Σύμβαση του Μοντέγκο Μπέι, φρονώ ότι το Δικαστήριο της Χάγης θα δυσκολευόταν να αποδεχθεί αυτό που εκατόν πενήντα και πλέον κράτη αρνήθηκαν να δεχθούν κατά τις διαπραγματεύσεις.
To επιχείρημα περί αναλογικότητας αποτελεί προσθήκη του δικαστηρίου στις περιπτώσεις που δικαιολογούν απόκλιση από την αρχή της μέσης γραμμής. Πρωτοεμφανίστηκε στην απόφαση του δικαστηρίου της 3ης Φεβρουαρίου 2009 για την ρουμανοουκρανική διαφορά σχετικά με το αν έχει ή όχι ΑΟΖ η ουκρανική Νήσος των Όφεων που επικάθηται όμως επί ρουμανικής υφαλοκρηπίδας.
Στην περίπτωση του Καστελόριζου, ισχυρίζονται οι Τούρκοι, η αναλογικότητα δεν θα επέτρεπε στη μεσολαβούσα νήσο -το Καστελόριζο- να στερήσει την πολύ μεγαλύτερη τουρκική ακτή, που κείται όπισθεν της ελληνικής νήσου, από την ΑΟΖ που της δίδει η μέση γραμμή.
To νέο αυτό επιχείρημα μπορεί να μας προκαλέσει δυσχέρειες, αν και η διαφοροποίηση μεταξύ, αφενός, της Νήσου των Όφεων (που είναι απομονωμένη, έγινε «τεχνητά» κατοικήσιμη από το 2007 -με 100 περίπου στρατιώτες και τις οικογένειές τους- και είναι και πολύ μικρή σε επιφάνεια: 0,17 τ.χλμ) και, αφετέρου, του Καστελόριζου (που είναι πολύ μεγαλύτερο, από αιώνων κατοικημένο -με πληθυσμό 406 κατοίκων κατά την απογραφή του 2001- και αποτελεί λειτουργικό τμήμα των Δωδεκανήσων) θα αδυνάτιζε το τουρκικό επιχείρημα. Εύκολα όμως καταλαβαίνει κανείς για ποιο λόγο η Τουρκία προσπαθεί με τόση επιμονή να διαχωρίσει το Καστελόριζο από το Αιγαίο και τα Δωδεκάνησα, να το εμφανίσει ως αποκομμένη νησίδα και να το τοποθετήσει στη Μεσόγειο.

Η κακή διαπραγμάτευση του Πρωθυπουργού
 
To θέμα μου, εν προκειμένω, δεν εί-ναι ούτε το Καστελόριζο ούτε η ΑΟΖ. ΘέλωΤο πρόγραμμά σας περιήγησης μπορεί να μην υποστηρίζει την προβολή αυτής της εικόνας. ωστόσο να δείξω πόσο κακώς διαπραγματεύεται η Κυβέρνηση εφ' όλης της ύλης τις υποθέσεις μας, μεταβάλλοντας πολλές φορές τα προβλήματα σε κρίσεις. Ιδού λοιπόν εν περιλήψει οι αντιρρήσεις μου για τους χειρισμούς του ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών:
Πρώτον: σύμφωνα με τα Ουίκι λίκς, ο Πρωθυπουργός δήλωσε εξαρχής στον κ. Ερντογάν ότι «διαπραγματεύεται τα πάντα πλην της κυριαρχίας των νήσων μας>>. Τι σημαίνει «τα παντα»;
Σημαίνει:
  • τη διεκδίκηση υφαλοκρηπίδας, αγνοώντας το αντίστοιχο δικαίωμα των νησιών
  • την απεμπόληση, από ελληνικής πλευράς, του δικαιώματος επέκτασης της χωρικής θάλασσας, ενώ δεν αναγνωρίζεται το τμήμα του ελληνικού εναέριου χώρου μεταξύ έξι και δέκα μιλίων
  • την αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας σε νησίδες του Αιγαίου
  • τον έλεγχο του συνόλου του εναέριου χώρου του Αιγαίου ανατολικά του 25ου Μεσημβρινού
  • την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών μας.
  • τον περιορισμό πλόων και πτήσεων ελληνικών πολεμικών στο Ανατολικό Αιγαίο.
Διαπραγματευτικά, μια δήλωση με τόσο σοβαρές συνέπειες, πριν καλά καλά αρχίσουν οι συνομιλίες, αποτελεί γκάφα, ένδειξη έλλειψης διαπραγματευτικής πείρας, ίσως ακόμη και εγκληματικής αμέλειας.
Πέραν αυτών όμως, αν ο Πρωθυπουργός όντως επιθυμεί διαπραγματεύσεις για τα πάντα, χωρίς καν να εξηγήσει στη Βουλή γιατί εγκαταλείπει την πάγια πρακτική όλων των προηγουμένων κυβερνήσεων, γιατί δεν εντάσσει και αυτός στις διαπραγματεύσεις τα θέματα των αποζημιώσεων των δημευθεισών ελληνικών περιουσιών της Κωνσταντινούπολης, της Χάλκης, των παραβιάσεων της Συνθήκης της Λωζάννης σχετικά με την Ίμβρο και την Τένεδο κ.ο,κ. Διότι, χωρίς αυτήν τη διεύρυνση των θεμάτων, ο Πρωθυπουργός δεν διαπραγματεύεται τα ελληνοτουρκικά θέματα, αλλά μόνο τις τουρκικές απαιτήσεις επί ελληνικών δικαίων. Αυτό όμως δεν είναι διαπραγμάτευση, αλλά εξαρχής και εξ ορισμού παράδοση!
Αυτές οι σκέψεις, σε μένα τουλάχιστον, δημιουργούν απέραντη μελαγχολία, μια και δημιουργούν εύλογες αμφιβολίες για την ικανότητα, αλλά και τους σκοπούς των ηγετών μας.
Δεύτερον: απαράδεκτη ήταν επίσης η απόφαση που ανήγγειλα εγώ πρώτος για τον χωρισμό Αιγαίου και Ανατολικής Μεσογείου. Την πληροφορία αυτή η Κυβέρνηση την αρνήθηκε κατ' επανάληψη, αν και επαναλαμβανόταν με αυξανόμενη έμφαση μέχρις ότου τελικά την επιβεβαίωσε και ο κ, Νταβούτογλου. Εξήγησα ήδη γιατί μια τέτοια παραχώρηση αποτελεί στρατηγικό λάθος.
Τρίτον: εσφαλμένη επίσης είναι η απόφαση να προχωρήσουμε με βάση την υφαλοκρηπίδα και όχι την ΑΟΖ. Η καταφυγή στη Χάγη δεν θα αποβεί προς όφελός μας και με κοινό συμφωνητικό μπορεί να προκαλέσει ακόμη μεγαλύτερο και διαρκές κακό σε όλη την περιοχή του Αιγαίου και των ανατολικών μας νήσων. Ντρέπομαι που το λέω, αλλά η σκέψη αυτή με βασανίζει: πάμε στη Χάγη γιατί, όποιος αναγγείλει το αποτέλεσμα που θα μας επιβάλουν οι Τούρκοι, θα καταδικαστεί αιώνια από την ιστορία. Ας αφήσουμε λοιπόν τη Χάγη να ανακοινώσει το ίδιο αποτέλεσμα και... έτσι θα γλιτώσουν την ευθύνη οι υπεύθυνοι! Δεν γλιτώνουν όμως τόσο εύκολα όσοι συμμετέχουν σε μια τέτοια διαδικασία.
Τέταρτον: η όλη διαδικασία, όπως άλλωστε και η διαχείριση της οικονομικής κρίσης, χαρακτηρίζεται από μυστικότητα, έλλειψη ειλικρίνειας στις δηλώσεις που γίνονται, συνεχείς μεταβολές στα επιχειρήματα και στις αποφάσεις, καθώς και εκτόξευση δυσφημιστικών κατηγοριών εναντίον όσων έχουν το θάρρος να διατυπώνουν αντίθετα επιχειρήματα προς εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος.
Είναι δύσκολο να δεχθώ ότι πίσω από μερικά από αυτά τα λάθη δεν κρύβονται και
ανώτατοι δημόσιοι υπάλληλοι, που με ασυγχώρητη υπεροψία θεωρούν ότι μόνο το τω-ρινό ιερατείο του υπουργείου τους έχει το μονοπώλιο της σοφίας και της γνώσης και που νομίζουν, επίσης, ότι η κλασική δημοσιοϋπαλληλική ασυλία θα τους προστατεύσει στο μέλλον και θα συγκαλύψει τη συμμετοχή τους σε πράξεις που μπορεί μια μέρα να έχουν τραγικές συνέπειες για τη χώρα.
Επ' αυτού δεν θα μπω σε λεπτομέρειες νομικής φύσεως, αλλά θα τονίσω ότι το αυξανόμενο, αν όχι ανέλεγκτο πλέον μένος εναντίον των πολιτικών μας, πιθανόν μια μέρα να εξαπλωθεί και να αγγίξει και συμμέτοχους δημόσιους υπαλλήλους.
Επιμένω σε αυτό, διότι οι καθ' όλα απαράδεκτοι προπηλακισμοί πολιτικών, που χαρακτηρίζουν τη σημερινή πολιτική ζωή της χώρας, κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να κάνουν πολλούς να αρχίζουν να σκέπτονται ότι, σήμερα, καθώς οι κρίσεις μας πολλαπλασιάζονται και βαθαίνουν, κανείς δεν βρίσκεται πλέον στο απυρόβλητο.
Η μόνη προστασία τους είναι ο εχέφρων πατριωτισμός, η πλήρης διαφάνεια έναντι της Βουλής και του λαού, και η πολιτική ομόνοια στη διαμόρφωση των βασικών διαπραγματευτικών οδηγιών, Κατά τη γνώμη μου, και μπορεί να σφάλλω, όλες αυτές οι προϋποθέσεις χρηστής διοίκησης, επί του παρόντος, ελλείπουν.


http://www.inews.gr


Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011

ΑΡΘΡΟ-ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΑΡΚΕΖΙΝΗ : ''ΑΜΕΣΗ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΣΗ ΤΟΥ κ ΔΡΟΥΤΣΑ''

Με ένα βαρυσήμαντο άρθρο του στο περιοδικό Επίκαιρα, ο ακαδημαϊκός sir Βασίλειος Μαρκεζίνης καταθέτει την άποψή του για τα λάθη της ηγεσίας της ελληνικής διπλωματίας. Ποιες είναι οι ευθύνες του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών Δ. Δρούτσα; Πόσο άλλαξε η εικόνα των υποτιθέμενων «φίλων» μας στο εξωτερικό για την Ελλάδα μετά τη Σύνοδο Κορυφής; Πόσο μπορεί να στοιχίσει στην Ελλάδα η έλλειψη συντονισμού και συνεννόησης της κυβέρνησης;Ολόκληρο το άρθρο-παρέμβαση, στα Επίκαιρα που κυκλοφορούν αυτή την εβδομάδα έχει ως εξής:
Όταν, πριν από έναν και πλέον χρόνο, στην ΕΤ1, εκφράζαμε ανησυχίες και προειδοποιήσεις για το Καστελόριζο, κανείς δεν έδωσε σημασία.
Όταν, τον περασμένο Οκτώβριο, στην ΕΤ3, προειδοποιούσαμε για τις τουρκικές αξιώσεις να αποκλειστεί το Καστελόριζο από τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις για το Αιγαίο, οι περισσότεροι, και πάλι, μας αγνόησαν.
Λίγο πρωτύτερα, τον ίδιο μήνα, ενώπιον ενός κοινού 2.500 ατόμων στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία», διατυπώσαμε σοβαρές προειδοποιήσεις για τους κινδύνους που υποβόσκουν στη Θράκη. Αυτή τη φορά, οι προειδοποιήσεις μας εισακούστηκαν και αναπαρήχθησαν από πολυάριθμα ιστολόγια.
Σε ομιλία στην Κρήτη, αλλά και από τις σελίδες της Ναυτεμπορικής, προειδοποιήσαμε επίσης για την επιδεινούμενη κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, η οποία, όπως είπαμε –σε μια εποχή όπου η κυβέρνηση προέβλεπε επάνοδο της χώρας μας στις αγορές εντός του 2011 και διατεινόταν ότι είχε υλοποιήσει «κατά 100%» τα όσα είχε αναλάβει να κάνει–, «δεν έχει πιάσει ακόμη πάτο». Προς επίρρωση, μάλιστα, των κυβερνητικών ισχυρισμών, επακολούθησε η δημοσίευση μακράς σειράς δηλώσεων από τους Ευρωπαίους εταίρους, οι οποίοι επαινούσαν τις προσπάθειές της Ελλάδας.
Μετά από έξι μήνες ερωτώ ποιος είχε δίκιο;
Όταν επισημάναμε, τόσο σε ομιλία στη Θεσσαλονίκη όσο και σε ανοιχτή επιστολή προς τον Τύπο, τους κινδύνους που ενέχει η μη διακήρυξη της ελληνικής ΑΟΖ, ως αναγνωρισμένου δικαιώματός μας, οι απόψεις μας έγιναν αντικείμενο μιας πρωτοφανούς εκστρατείας δυσφήμησης από την πλευρά της ομάδας κρατικοδίαιτων πανεπιστημιακών που στηρίζει το υπουργείο Εξωτερικών.
Παρ’ όλα αυτά, τη σταυροφορία μας ήλθαν να την ενισχύσουν οι επιστολές που συνεχίζουμε να λαμβάνουμε καθημερινά από εκατοντάδες συμπατριώτες μας.
Σήμερα, η άκαιρη, ανοργάνωτη και καταφανώς ζημιογόνα επίσκεψη του κ. Νταβούτογλου στην Αθήνα και τη Θράκη έρχεται απλώς να επιβεβαιώσει τους χειρότερους φόβους μας.
Ποτέ δεν σταματήσαμε να εκθειάζουμε την επιστημονική εμβρίθεια του κ. Νταβούτογλου, επισύροντας μάλιστα αρκετές επικρίσεις γι’ αυτή τη στάση μας. Εξάλλου, ούτε προτιθέμεθα να βάλλουμε εναντίον του ούτε και να απομακρυνθούμε –έστω και κατ’ ελάχιστον– από τη μακρόχρονη πεποίθησή μας, ότι η χώρα μας πρέπει να αναπτύξει και να διατηρήσει φιλικές σχέσεις με την Τουρκία. Ερχόμενος στην Ελλάδα, ο κ. Νταβούτογλου έκανε πράγματι το καθήκον του∙ πλην όμως κατά τον πλέον άκομψο δείχνοντας του είδους την αυτοπεποίθηση που αισθάνεται όποιος μιλάει σε κατώτερο!
Από την άλλη πλευρά:
Κατηγορούμε τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών και τους συμβούλους του για την άκαιρη πραγματοποίηση αυτής της επίσκεψης.
Κατηγορούμε τον Έλληνα υπουργό Εξωτερικών, διότι δεν απάντησε, ως όφειλε, στην προκλητική επιχειρηματολογία του κ. Νταβούτογλου ή την έντεχνα επιδειχθείσα υπεροψία που επέδειξε ο Τούρκος υπουργός δημοσίως (αλλά και στο ιδιωτικό του σεμινάριο με τους φίλους του πανεπιστημιακούς), όλα αυτά καθ’ ον χρόνο βρισκόταν σε ελληνικό έδαφος.
Υπενθυμίζουμε, λοιπόν, στους συμπατριώτες μας ότι η επίσκεψη Νταβούτογλου απέδειξε περίτρανα όλα όσα έχουμε πει για τις πραγματικές προθέσεις της Τουρκίας και την απολύτως ανεξήγητη ελληνική αδράνεια, την οποία η κυβέρνησή μας επιμένει να περιβάλλει με το μανδύα της αναγκαίας διπλωματικής μυστικότητας.
Αναφορικά με την πρόσφατη συνέντευξη του κ. Ντομινίκ Στρος-Καν, τονίζουμε ότι και αυτή επιβεβαιώνει την άποψή μας ότι οι υποτιθέμενοι «φίλοι» μας στο εξωτερικό έχουν αρχίσει να απαυδούν με εμάς, τους Έλληνες, να μας θεωρούν ανειλικρινείς και ανίκανους, ενώ είναι επίσης προφανές πως δεν θα διστάσουν να μας «αδειάσουν» αμέσως μόλις διασφαλίσουν τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα, για τα οποία και μόνον ενδιαφέρονται.
Οι ανωτέρω σκέψεις ουδόλως αλλάζουν εξαιτίας της οργανωμένης θριαμβολογίας μετά τις Βρυξέλλες, μερικές ημέρες μετά την εξίσου ενορχηστρωμένη απαισιοδοξία της προηγούμενης εβδομάδας.
Ο κυνισμός μας δικαιολογείται από τα ακόλουθα γεγονότα: α) Κατά το παρελθόν, πολυάριθμες κυβερνητικές δηλώσεις ή προβλέψεις αποδείχθηκαν εσφαλμένες ή αναληθείς· γιατί τώρα πρέπει να τους πιστέψουμε; β) Δύο από τα αναγγελθέντα μέτρα αναμένονταν, ενώ το τρίτο παραμένει αδιευκρίνιστο. γ) Παραμένουν ως υποχρεώσεις οι προγραμματισμένες ιδιωτικοποιήσεις και εκποιήσεις δημόσιας περιουσίας (με την κωμική προσθήκη ότι αποφασίζονται από εμάς και δεν επιβάλλονται από τους «φίλους» μας). δ) Ουδείς λόγος γίνεται για τα βαρύτατα μέτρα που θα ακολουθήσουν, είτε αυτά ονομαστούν «νέα» είτε θεωρηθούν ως «ήδη επιβληθέντα» αλλά μη εφαρμοσθέντα.
Θα τα αντέξει όλα αυτά το (παλιό ή και νέο) ΠΑΣΟΚ; Θα τα δεχθεί ο κόσμος χωρίς να βγει στους δρόμους; Παρά την τελειοποιημένη επικοινωνιακή του πολιτική, θα βελτιωθούν άραγε οι προοπτικές του κυβερνώντος κόμματος, έστω και με τον αναμενόμενο κυβερνητικό ανασχηματισμό, που μπορεί να μετατρέψει συμβούλους σε υπουργούς ή να περιθωριοποιήσει άλλους;
Ο χρόνος μόνο θα δείξει πόσο θα διαρκέσουν η τεχνητή ευφορία και ο αντίκτυπος των δημοσιευμένων φιλοφρονήσεων (σε αντίθεση με την εν κρυπτώ εκφραζόμενη κακογλωσσιά, στην οποία επιδίδονται και οι δύο πλευρές).
Δεν μπορούμε, λοιπόν, παρά να κλείσουμε τις παρατηρήσεις μας επαναλαμβάνοντας τις προβλέψεις μας: η συλλογική έλλειψη συνεννόησης και η αποδιοργάνωση της κυβέρνησης και το μη λειτουργούν κράτος μάς οδηγούν ταχύτατα σε ακόμη μεγαλύτερες οικονομικές καταστροφές, καθώς και στον εντεινόμενο κίνδυνο η εντεινόμενη οικονομική κακουχία να μεταλλαχθεί σε σοβαρή κοινωνική αναταραχή, την οποία κανένας πολίτης, έστω και ελάχιστα νοήμων, επιθυμεί, αλλά και την οποία όλοι οι διορατικοί Έλληνες βλέπουν αναπόφευκτα να πλησιάζει. Ας το πάρουμε, λοιπόν, απόφαση:
Οι θεοί της Ελλάδας μάς έχουν εγκαταλείψει.
Για να κατευναστούν, θα χρειαστούν «ανθρωποθυσίες».
Και το καταλληλότερο σημείο για να ξεκινήσουμε είναι το υπουργείο Εξωτερικών – απομακρύνοντας πάραυτα τον προϊστάμενό του, προτού αυτός, μαζί με τους πανεπιστημιακούς παρατρεχάμενούς του, μπορέσουν να μας βυθίσουν ακόμη περισσότερο στην καταστροφή, καθώς θα αναπτύσσουν το από καιρό διακηρυσσόμενο «νέο δόγμα» τους περί ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Έλεος!
Χωρίς απώτερες επιδιώξεις, χωρίς βλέψεις αλλά και χωρίς καμία διάθεση συγκατάβασης, ελπίζουμε ειλικρινά ότι οι απλοί Έλληνες πολίτες –περιλαμβανομένων των εκφοβισμένων αλλά και αδρανών μεσαίων τάξεων– θα αφυπνιστούν επιτέλους και θα ανταποκριθούν στις επαναλαμβανόμενες εκκλήσεις μας, ώστε να ανακοπεί η πτώση που πλήττει όλες τις όψεις του δημόσιου βίου μας.
Έχει έλθει η στιγμή να απαλλαγούμε οριστικά από αυτή την καταστροφικά διχασμένη ομάδα πολιτικών που μας έχει βυθίσει σε κάτι χειρότερο από τα… «σ…ά» του Στρος-Καν: στην εθνική και τη διεθνή ταπείνωση, τη συρρίκνωση και την εκμηδένιση!



Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2011

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ : ΚΑΤΡΑΚΥΛΑΜΕ ΣΥΝΕΧΩΣ ΣΤΑ ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

 
 
Συνέντευξη στο Νίκο Μελέτη 
 
Κατά τον Βασίλειο Μαρκεζίνη η προπαγάνδα ξένων αλλά και Ελλήνων, η οποία έχει δημιουργήσει αυτό το «κόμπλεξ» ενοχής και κατωτερότητας που μας διακατέχει απέναντι στην Τουρκία, πρέπει να ξηλωθεί.

Με την προειδοποίηση ότι, «από την απαράδεκτη συναινετικότητα, κυλάμε στην εύκολη παράδοση» ο ακαδημαϊκός Βασίλειος Μαρκεζίνης παρεμβαίνει στις πολιτικές εξελίξεις με τη συνέντευξή του στο «Εθνος της Κυριακής». Ο γνωστός ακαδημαϊκός, απαντώντας στις ερωτήσεις που θέσαμε υπόψη του, περιγράφει το δυσμενές πλαίσιο που διαμορφώνεται για τα εθνικά ζητήματα, υποβάλλει προτάσεις και απευθύνεται προς την κοινή γνώμη, με το μήνυμα ότι το μνημόνιο δεν σημαίνει και αποδοχή απεμπόλησης κυριαρχικών δικαιωμάτων.


Τέσσερα χρόνια μιλάτε και γράφετε με κεντρικό μοτίβο την ιδέα ότι η εξωτερική μας πολιτική δεν είναι ελληνική αλλά ξενοκίνητη. Πού στηρίζετε αυτήν τη μελαγχολική σκέψη;

Σε τέσσερα επιχειρήματα.
Πρώτον: στο γεγονός ότι, ενώ η Αμερική μάς χαρακτηρίζει συνεχώς «στρατηγικούς εταίρους», δεν παύει ούτε στιγμή να κινείται εναντίον των συμφερόντων μας. Θυμηθείτε τον ρόλο της στα Ιουλιανά, στη δικτατορία, στην επιχείρηση της Κύπρου το ’74, στην προσπάθεια να εμποδίσει τον ερχομό του Ανδρέα το ’81, στον πόλεμο κατά της Σερβίας, στη βοήθεια προς την πΓΔΜ (ακόμα και στη σύνταξη των επιστολών των Σκοπιανών προς την ελληνική κυβέρνηση), στην αναγνώριση του Κοσσυφοπεδίου (με όλες τις συνέπειες που αυτή μπορεί να έχει μια μέρα για εμάς), στις συνεχείς προσπάθειες να εμποδίσει τις πρωτοβουλίες μας στο πεδίο των αγωγών, στα εμπόδια που έθεσε στην πρόθεσή μας να προμηθευτούμε ρωσικούς οπλισμούς. Θυμηθείτε, λοιπόν, αυτές και τόσες άλλες περιπτώσεις και θα δείτε πόσο αφερέγγυα, κυνική και αδίστακτη είναι η «φίλη» αυτή χώρα στις δημόσιες σχέσεις της. Οποιος θεωρεί άδικη αυτή την κρίση, ας διαβάσει την Wikileaks για να δει τους Αμερικανούς μέσα από τα δικά τους λόγια!

Δεύτερον: φοβάμαι όμως ακόμη περισσότερο εκείνους τους Ελληνες - πολιτικούς, δημοσιογράφους και κρατικά επιδοτούμενους (απαράδεκτο σε στιγμές μεγάλης φτώχειας) οργανισμούς (ως, π.χ., το ΕΛΙΑΜΕΠ) που πείθουν τον εαυτό τους ότι συμφέρει την πατρίδα τους να είναι οι ίδιοι αρεστοί (αν όχι, ίσως, και υποχωρητικοί) στους Αμερικανούς. Οι κυνικά διακείμενοι θα μπορούσαν να διατυπώσουν τη γνώμη ότι οι φαντασιώσεις αυτές δεν διαφέρουν και τόσο από την εγκληματική άγνοια του συμφέροντος της πατρίδας μας, αλλα ας το αφήσουμε αυτό γι’ άλλη συζήτηση.

Τρίτον: φοβάμαι την αυξανόμενη λαιμαργία των Τούρκων, ορατή σε όλα τα σύγχρονα πεδία δράσης τους και γνωστή υπό το όνομα «νεο-οθωμανισμός», η οποία λαμβάνει τρομακτική υποστήριξη από τους Αγγλοσάξoνες.

Τέλος, με ανησυχεί η (επιτυχημένη) επικοινωνιακή πολιτική της παρούσας κυβέρνησης, η οποία χρησιμοποιεί την οικονομική κρίση τόσο ως μοχλό εκφοβισμού και πειθάρχησης των δυστυχούντων συμπολιτών μας όσο και ως δικαιολογία για μια πιθανή απεμπόληση των εθνικών δικαιωμάτων μας. Και αν τολμήσει κάποιος να διατυπώσει άλλη σκέψη, αμέσως θα τον «λεκιάσουν» ως φιλοπόλεμο. Αυτή δεν είναι δημοκρατία, είναι τρομοκρατία!

Αναφέρεστε σε κάτι συγκεκριμένο;

Σε δύο χτυπήματα που προβλέπω ότι θα έλθουν απανωτά.

Το πρώτο το προβλέπω εδώ και καιρό. Αναφέρομαι στη συνεκμετάλλευση στο Αιγαίο. Το δεύτερο είναι το μειονοτικό «θέμα» στη Θράκη, το οποίο σιγά σιγά μεταμορφώνεται σε «πρόβλημα» πρώτου μεγέθους, αν και λίγοι το καταλαβαίνουν και ακόμη λιγότεροι θέλουν καν να το σκέφτονται!

Για περισσότερες λεπτομέρειες ως προς το πρώτο θέμα, παραπέμπω στο αποκαλυπτικό άρθρο των κ. Λυγερού και Κωνσταντακόπουλου στον «Κόσμο του Επενδυτή» της 27ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με «άκρως απόρρητο» κείμενο του υπουργείου Εξωτερικών, το περιεχόμενο του οποίου και ο δημόσια μη γνωστός τρόπος γενέσεώς του, όμως, είναι ενδεικτικά του πώς δουλεύει (ή δεν δουλεύει) το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών. Επιπλέον, η υβριστική αντίδραση του εκπροσώπου του τελευταίου αποδεικνύει -για πολλούς- ότι ο συντάκτης του κειμένου ευθαρσώς προειδοποίησε τους διαπραγματευτάς μας για τους κινδύνους που συνεπάγονται για τα εθνικά συμφέροντα αυτά που συζητούν με τους Τούρκους.

Για το «Θρακικό Πρόβλημα» παρατηρώ τρία πράγματα.
Πρώτον: το θέμα των μειονοτικών ομάδων της Θράκης ?και υπενθυμίζω ότι είναι τρεις, όχι μία? όπως άλλωστε και το θέμα της πΓΔΜ, το έχουμε κάνει πιο δυσχερές εμείς οι Ελληνες, είτε με το να αφήνουμε την κατάσταση να χειροτερεύει μόνη της με την πάροδο του χρόνου είτε με το να ενεργούμε οι ίδιοι με κομματικά ή προσωπικά κριτήρια. Περαιτέρω, με το να φοβόμαστε να αναγνωρίσουμε σε μειονοτικές ομάδες δικαιώματα που επιβάλλουν όχι μόνο οι διεθνείς μας υποχρεώσεις αλλά και ο ίδιος ο πολιτισμός μας και συγχρόνως να είμαστε εξαιρετικά ενδοτικοί στις δραστηριότητες του Τουρκικού Προξενείου της Κομοτηνής.

Δεύτερον: δεν βλέπω, αλλά και αμφιβάλλω εάν υπάρχουν σχέδια για το μέλλον, όταν οι Τούρκοι, έχοντας (με τη βοήθειά μας) «λύσει» τα προβλήματά τους στο Αιγαίο, στρέψουν την προσοχή τους στη Θράκη, όπως μας έχει ήδη προειδοποιήσει ο κ. Νταβούτογλου.

Είναι αίσχος πλην όμως αληθές το να πει κανείς ότι μια τέτοια εξέλιξη (εμμέσως) ενθαρρύνεται από το ελληνικό κράτος το οποίο συνεχώς: (α) παραχωρεί τις εξουσίες του σε θεσμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης χωρίς να διασφαλίσει ότι ακραίοι κύκλοι που κινούνται στους κόλπους και των κομμάτων δεν θα τους μετατρέψουν σε θεσμούς «αυτονομίας» ειδικά σε περιοχές που τους ευνοεί η συγκέντρωση πληθυσμού, (β) παραβλέπει τη δημογραφική εξέλιξη στην περιοχή, η οποία ΔΕΝ ευνοεί τους Ελληνες χριστιανούς.

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, πόσος άραγε χρόνος θα χρειαστεί προτού οι Τούρκοι αρχίσουν να μιλούν περί «αυτόνομου» ή «ανεξάρτητου κρατιδίου (το οποίο σε πρώτη φάση θα περιλαμβάνει τις ελληνικές μουσουλμανικές περιοχές και σε δεύτερη θα προσθέσει τους γειτονεύοντες μουσουλμάνους της Βουλγαρίας) με βάση τις αρχές του Κοσσυφοπεδίου; Βεβαίως, τις αρχές αυτές οι Αγγλοσάξονες τις απορρίπτουν όταν δεν τους συμφέρουν (βλ. αίτημα Σέρβων της Βοσνίας).
Σίγουρα, όμως, θα έβλεπαν με «καλό μάτι» οτιδήποτε ευχαριστούσε τη «φίλη Τουρκία».

Και μία τελευταία σκέψη-ερώτηση: κινδυνολογώ χωρίς λόγο; Οχι. Προειδοποιώ, δεν κινδυνολογώ.
Αλλά, και αν ακόμη το δεύτερο συμβαίνει στα μάτια όσων εξ επαγγέλματος έχουν την πρόθεση να παρεξηγούν και την ικανότητα να απλοποιούν, αναλαμβάνω την ευθύνη των απόψεών μου, μια και θεωρώ αναγκαίο αυτά τα θέματα να συζητηθούν εγκαίρως και ευρέως και να μην αποφασίζονται από μια κυβέρνηση που, προφανώς πλέον, δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι έχει τη στήριξη της πλειοψηφίας του ελληνικού λαού!

Οι απόψεις σας αυτές πιστεύετε ότι μπορεί να έχουν απήχηση και να βρίσκουν υποστηρικτές;

Θα ήθελα να πιστεύω ότι η καλοζωία, ο καταναλωτισμός και ο υλισμός της εποχής μας, σε συνδυασμό με τη συμφεροντολογία ενός εν πολλοίς ανυπόληπτου Τύπου, δεν έχουν διαβρώσει εντελώς τη φιλοπατρία και τη λεβεντιά της πατρίδας μου. Αλλά, και αν κάνω λάθος, δεν με νοιάζει. Γιατί υπάρχουν στιγμές στη ζωή κάθε ανθρώπου ?εξαιρουμένων, βεβαίως, των φιλοχρήματων οπορτουνιστών? όπου έκαστος κάνει αυτό που του υπαγορεύουν η συνείδησή του, η παράδοσή του, η φιλοπατρία του και η όση συναίσθηση καθήκοντος μπορεί να έχει.

Τι σημαίνει αυτό; Aς μην ξεχνάμε ότι μπορεί να υπογράψαμε -καλώς ή κακώς - το μνημόνιο, που συνεπάγεται απαράδεκτους περιορισμούς στην άσκηση της οικονομικής μας πολιτικής. Ουδέποτε όμως, εξ όσων γνωρίζω, υπογράψαμε μνημόνιο που μας αναγκάζει να απεμπολήσουμε τα εθνικά μας συμφέροντα.

Ως εδώ, λοιπόν, κύριοι και μη παρέκει! Η στιγμή που αυτό το σύνθημα θα γίνει δεκτό πλησιάζει και θα ακουσθεί τρανταχτά στους δρόμους.

Ερχονται χτυπήματα σε Θράκη και Αιγαίο
Για να επανέλθουμε στο Καστελόριζο: η τμηματική, ας την ονομάσουμε έτσι, διαπραγμάτευση θεωρείτε ότι διευκολύνει την επίλυση των προβλημάτων των δύο χωρών;

Οχι, για δύο λόγους.
Πρώτον: γιατί πάντα λέγαμε, μέχρις ότου άλλαξε τα πράγματα ο κ. Σημίτης στη Μαδρίτη, ότι εμείς ένα πρόβλημα παραδεχόμαστε μόνο και αυτό ήταν το πρόβλημα της υφαλοκρηπίδας. Σταδιακά, η λίστα de facto διευρύνθηκε, όπως ήθελαν οι Τούρκοι, οι οποίοι ιστορικά πορεύονται «σιγά σιγά», χωρίς όμως ποτέ να κάνουν πίσω!

Εάν έτσι, λοιπόν, μας κληροδότησαν τα Ιμια και τη Μαδρίτη, τότε πρέπει και εμείς να διατυπώσουμε τα δικά μας «παράπονα» και αυτά δεν αφορούν μόνο τα ζητήματα του Πατριαρχείου που εξάλλου είναι θέματα θρησκευτικών ελευθεριών. Και, ενδεχομένως, θα συμπλήρωνα: «Εφόσον θέλετε να συμπεριφέρεστε έτσι, δεν βλέπουμε για ποιον λόγο εμείς πρέπει να σπεύδουμε, όπως κάκιστα πράττει σήμερα ο κ. Δρούτσας (εντείνων την πολιτική Μπακογιάννη), να πρωτοστατούμε στον ευρωπαϊκό χώρο για την αποδοχή σας ως πλήρους μέλους της ΕΕ».

Αναφορικά τώρα με το νησιωτικό σύμπλεγμα του Καστελόριζου, εάν δεχτούμε να το αποσυνδέσουμε από τα Δωδεκάνησα, είναι σχεδόν βέβαιο ότι αργότερα η Τουρκία θα εμφανίσει την περιοχή ως νησίδες που επικάθονται στην τουρκική υφαλοκρηπίδα, με απώτερο σκοπό να τους αρνηθεί το δικαίωμα να διεκδικήσουν τη δική τους Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Μπορεί, δηλαδή, η ελληνική παραχώρηση (σήμερα) να διευκολύνει την Τουρκία (αύριο) να επικαλεστεί την αρχή της αναλογικότητας, για να αποκτήσει το υπέδαφος μεγάλης θαλάσσιας περιοχής που από καιρό (και με σχετική ευκολία) οφείλαμε να είχαμε διεκδικήσει και κατοχυρώσει εμείς. Εναλλακτικά ή και επιπλέον οι Τούρκοι θα προσπαθήσουν να εφαρμόσουν στο Καστελόριζο τις ίδιες αρχές που προσπαθούν να μας πείσουν να δεχθούμε ως βάση του διαμελισμού του Αιγαίου. Οπως, λοιπόν, πρότεινα σε πρόσφατη επιστολή που έγραψα με τον Ελληνοαμερικανό καθηγητή κ. Καριώτη, η Ελλάς πρέπει να προχωρήσει στην οριοθέτηση της ΑΟΖ της, τουλάχιστον με την Κυπριακή Δημοκρατία.

Λέτε συχνά ότι η «παράδοση» θα παρουσιασθεί στο κοινό ωραιοποιημένη. Πώς το φαντάζεστε ακριβώς;

Πρώτα απ’ όλα θα βασίζεται σε δύο πυλώνες: τα χρήματα και τους φόβους των ταλαιπωρημένων συμπολιτών μας.

Ο πρώτος θα υπερβάλλει πόσο θα ωφεληθούμε από τις γεωτρήσεις.

Ο δεύτερος πυλώνας θα είναι η παρούσα «μουγκαμάρα» των φοβισμένων Ελλήνων που θα υποστούν καταιγισμό δημοσιευμάτων για το πόσο αναγκαίο είναι να δώσουμε ένα τέλος σε μια ατυχή σειρά «πολεμικών συρράξεων» -όπως πρόσφατα και τόσο άστοχα χαρακτήρισε η κυρία Μπακογιάννη την Αλωση της Κωνσταντινουπόλεως και την Επανάσταση του 1821- που αδίκως οι «γλαφυροί πατριώτες» -βλέπε φανατισμένοι προγονοί μας- κατ' επανάληψη παρερμήνευσαν!

Βεβαίως, τι μπορεί ο «κακόμοιρος» Ελληνας να αντιτάξει σ’ έναν τέτοιο καλά χρηματοδοτούμενο -γιατί «λεφτά υπάρχουν» για τέτοιες προσπάθειες- πόλεμο; Θα μπει, λοιπόν, στο καβούκι του, δίκαια θα γίνει ακόμη πιο κυνικός και, δίκαια πάλι, θα ονειρεύεται την ημέρα που αυτός πια θα επιβάλλει από τα κάτω τη δίκαιη τιμωρία.

Τι ακριβώς θα κάνατε διαφορετικό από ό,τι πράττει σήμερα ο κ. Δρούτσας;

Εννοείτε τον κ. Παπανδρέου, μια και ο κ. Δρούτσας, ως γνωστόν, είναι ετερόφωτος επιστάτης των πρωθυπουργικών διαταγών.

Πρώτον: θα προκαλούσα -δεν θα απέφευγα- μια δημόσια συζήτηση για όλα αυτά τα θέματα. Το σκότος αρέσει μόνο στους συνωμότες.

Δεύτερον: θα αντέκρουα αυτή την αηδή και συνεχώς προβαλλόμενη φενάκη, από τις γνωστές επιδοτούμενες δεξαμενές σκέψης ότι η Τουρκία τάχα άλλαξε και αιφνιδίως μεταβλήθηκε σε επιστήθια φίλη μας.

Τρίτον: θα καθυστερούσα την είσοδο της Τουρκίας στην ΕΕ, επικαλούμενος το συμφέρον της Ευρώπης να μην κληρονομήσει τα προβλήματα που -καθ’ ομολογίαν του ίδιου του κ. Νταβούτογλου- θα έφερνε μαζί της μια πλήρης ένταξη.

Τέταρτον: θα προετοίμαζα, με διάφορους τρόπους, τη μονομερή διακήρυξη των δικαιωμάτων μου στην ΑΟΖ μας και μετά θα προχωρούσα στην οριοθέτησή της.

Πέμπτον: εν συνδυασμώ με τα ανωτέρω, θα ενίσχυα τις δικές μας διαπραγματευτικές δυνατότητες, πλησιάζοντας όλους όσοι μπορούν να μας βοηθήσουν, και δεν θα βασιζόμουν μόνο σ’ αυτούς που μας εγκατέλειψαν στο παρελθόν.

Εκτον: μαζί με όλα τα προηγούμενα, θα ξαναέδινα στους συμπατριώτες μου αυτοπεποίθηση, ενισχύοντας την πίστη τους στο παρελθόν τους, την ιστορία και τη θρησκεία τους, και θα «ξήλωνα» τάχιστα την προπαγάνδα ξένων αλλά και Ελλήνων, η οποία έχει δημιουργήσει αυτό το «κόμπλεξ» ενοχής και κατωτερότητας που μας διακατέχει απέναντι στην Τουρκία.

Τέλος, θα προειδοποιούσα τόσο τους ενδοτικούς πολιτικούς όσο και τα δημοσιοϋπαλληλικά (και επιδοτούμενα) «ακαδημαϊκά δεκανίκια» τους ότι με την παρούσα συμπεριφορά τους πλησιάζουν το οριακό σημείο όπου η πολιτική ευθύνη ενδέχεται να μετατραπεί σε ποινική.