Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 19 Νοεμβρίου 2010

«ΧΩΡΙΣ ΙΠΠΕΙΣ» - Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ (490 π.χ.) 2.500 ΧΡΟΝΙΑ




Γράφει η Λίτσα Χατζοπούλου


Ο Claude Lévi-Strauss έγραψε κάποτε πως τίποτα δεν μοιάζει περισσότερο με ιδεολογία από έναν μύθο όταν προσλαμβάνει πολιτικό χαρακτήρα. Στην περίπτωση της μάχης του Μαραθώνα, είχαμε μια πιο σύνθετη διαδικασία, επειδή όλα ξεκίνησαν από ένα ιστορικό γεγονός, το οποίο άρχισε αμέσως να προσλαμβάνει μυθικές διαστάσεις, για να αποτελέσει έναν από τους βασικούς άξονες για την ιδεολογική συγκρότηση της αθηναϊκής δημοκρατίας.

Οι πεσόντες στον Μαραθώνα ανεδείχθησαν σε ήρωες-πρότυπα οπλιτικής και πολιτικής αρετής, κυρίως για τους εφήβους, και οι τιμές που τους αποδίδονταν συμπλέκονταν στον ιστό της πολιτικής τελετουργίας της αρχαίας Αθήνας. Αρκετούς αιώνες αργότερα, η πολιτική σημασία της μάχης θα υπογραμμιστεί ιδιαιτέρως, υπερβαίνοντας τα γεωγραφικά σύνορα και προσλαμβάνοντας επιπλέον συμβολισμούς και νοήματα, μέσα στην ταραγμένη όσο και γόνιμη περίοδο που ορίζουν η Αμερικανική και η Γαλλική επανάσταση, ο Διαφωτισμός και, ακολούθως, ο Ρομαντισμός. Δεν είναι λοιπόν παράδοξο ότι η διεθνής βιβλιογραφία για τη μάχη του Μαραθώνα περιλαμβάνει αρκετές εκατοντάδες τίτλων – κι αν συνυπολογίσουμε τα έργα μυθοπλασίας, ο αριθμός αυξάνεται έτι περαιτέρω.

Οι λόγοι γι’ αυτό το έντονο ερευνητικό και συγγραφικό ενδιαφέρον μπορούν να διαιρεθούν σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη εντάσσονται όσοι αναφέρονται στο γεγονός καθαυτό: ήταν η πρώτη μάχη μεταξύ Ελλήνων και Περσών, που δόθηκε σε ελληνικό έδαφος και η πρώτη φορά που ο μέχρι τότε αήττητος στρατός του Δαρείου υποχρεώθηκε να τραπεί σε φυγή και να εγκαταλείψει το πεδίο της μάχης, αναγνωρίζοντας έτσι την πολεμική υπεροχή του αντιπάλου. Επιπλέον, μέσω της αφήγησης του Ηροδότου μας παρέχεται η πρώτη αναλυτική περιγραφή πολεμικής αναμέτρησης, με όρους και προϋποθέσεις στρατιωτικής ιστορίας, εφόσον ο Αλικαρνασσέας δίδει πληροφορίες για το μέγεθος των αντίπαλων δυνάμεων, την παράταξή τους και τον τρόπο με τον οποίο πολέμησαν.

Στη δεύτερη κατηγορία, ανήκουν οι λόγοι που δεν σχετίζονται με την ουσία του γεγονότος, αλλά με τη μεταγενέστερη χρήση του, δηλαδή με τα ιδεολογικά και συμβολικά συμβεβηκότα του. Οι λόγοι αυτής της κατηγορίας ερμηνεύουν, ως ένα βαθμό, την ύπαρξη τριών κύριων τάσεων στις μελέτες σχετικά με τη μάχη του Μαραθώνα. Η μία από αυτές, ας την πούμε «παραδοσιακή», αντιμετωπίζει το ιστορικό γεγονός ακολουθώντας την ηροδότεια αφήγηση και ερμηνεία, χωρίς διάθεση αμφισβήτησης της σημασίας του και χωρίς να τοποθετείται κριτικά απέναντι στο κείμενο του Αλικαρνασσέα. Στον αντίποδά της βρίσκεται η δεύτερη τάση, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «αναθεωρητική».

Οι οπαδοί της σε γενικές γραμμές θεωρούν πως ο Ηρόδοτος δεν είναι αξιόπιστη πηγή, αποδίδοντάς του ιδεολογικές προθέσεις, και υποβαθμίζουν τη σημασία της μάχης, προβάλλοντας δύο κυρίως θέσεις: ότι ο στρατός των Περσών ήταν πολύ μικρότερος (μερικοί μάλιστα ισχυρίζονται πως δεν υπερέβαινε τις 10-15.000) και ότι η μάχη δεν είχε ουδεμία συνέπεια για τους Πέρσες, αλλά η σημασία της μεγαλοποιήθηκε πρωτίστως από τους Αθηναίους, για λόγους πολιτικούς και ιδεολογικούς. Τέλος, μεταξύ των δύο άκρων, υπάρχει βεβαίως και η ρεαλιστικότερη «μέση οδός», η οποία βασίζεται στον Ηρόδοτο, με κριτική αλλά όχι a priori απορριπτική διάθεση, συζητά την ουσία των πληροφοριών χωρίς να επηρεάζεται από τις αξιολογήσεις (ηθικές και άλλες) του αρχαίου ιστορικού, και προσεγγίζει τη μάχη, επιχειρώντας να κατανοήσει και να παρουσιάσει την πραγματικότητα της εποχής κατά την οποία συνέβη και διακρίνοντας προσεκτικά το γεγονός από την ιδεολογία. Αυτή η τρίτη ιστοριογραφική τάση χαρακτηρίζει το διακοσίων και πλέον σελίδων βιβλίο του Αντιστρατήγου Φραγκούλη Φράγκου Χωρίς ιππείς.

Το βιβλίο διαρθρώνεται σε τέσσερα κεφάλαια. Το πρώτο, και κατ’ ανάγκην εκτενέστερο, με τίτλο «Ο ελληνικός κόσμος στις αρχές του 5ου αι. π.Χ.», παρουσιάζει τις σημαντικότερες οικονομικές, στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις που συντελέστηκαν κατά τη διάρκεια της αρχαϊκής εποχής και προσέδωσαν στον ελληνικό κόσμο, εκατέρωθεν του Αιγαίου πελάγους, την ταυτότητα που είχε στις παραμονές των περσικών πολέμων. Οι τρεις πρώτες ενότητες αφορούν τον αποικισμό, τη σταδιακή μετάβαση προς συλλογικότερες μορφές διακυβέρνησης, και τη δημιουργία της οπλιτικής φάλαγγας, και ακολουθούν δύο ειδικότερες ενότητες για την πολιτική, την κοινωνική και τη στρατιωτική οργάνωση της Σπάρτης και της Αθήνας. Στο δεύτερο κεφάλαιο, με τίτλο «Βασιλεύς των τεσσάρων μερών της γης: η αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών», περιγράφεται ο κόσμος των Περσών, που επί βασιλείας του Δαρείου Α΄, επιχειρεί για πρώτη φορά να εξαπλωθεί σε ευρωπαϊκό έδαφος. Το τρίτο κεφάλαιο, με τίτλο «…ρύσασθαι Ίωνας εκ δουλοσύνης: η Ιωνική επανάσταση» είναι αφιερωμένο αποκλειστικά στην επανάσταση των Ιώνων στις αρχές του 5ου αι. π.Χ., με την οποία ουσιαστικά ξεκινά το χρονικό των ελληνοπερσικών συγκρούσεων. Το τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο, με τίτλο «Η κορύφωση της περσικής επεκτατικής πολιτικής: Η εκστρατεία του 490 π.Χ. και η μάχη του Μαραθώνα» εστιάζει στην εκστρατεία του Δάτι και του Αρταφέρνη, περιγράφει λεπτομερώς την αποφασιστική σύγκρουση του περσικού πεζικού με τους Αθηναίους και τους Πλαταιείς οπλίτες στην πεδιάδα του Μαραθώνα και ολοκληρώνεται με τη διατύπωση διαπιστώσεων και τη συναγωγή συμπερασμάτων για τα αντίπαλα στρατεύματα, την εφαρμογή των αρχών πολέμου στη μάχη καθώς και την πολιτική της σημασία.

Η ιστορική πραγματεία συμπληρώνεται δομικά και οργανικά με τις περιεκτικές αναλύσεις των μύθων που σχετίζονται με την περιοχή του Μαραθώνα και τη γεωπολιτική του ελληνισμού, οι οποίες περιλαμβάνονται στην «Εισαγωγή», και με την αναφορά στη διαδικασία μυθοποίησης της μάχης του Μαραθώνα, που περιγράφεται στα «Επιλεγόμενα». Τέλος, στο «Επίμετρο» παρατίθεται η αφήγηση της μάχης από τον Ηρόδοτο (το αρχαίο κείμενο και η μετάφραση του Άγγελου Βλάχου) και οι βιογραφίες των πρωταγωνιστών των ιστορικών εκείνων ημερών.

Ήδη από την περιγραφή των περιεχομένων, γίνεται, νομίζω, σαφές ότι ο συγγραφέας επεδίωξε να δώσει μια όσο το δυνατόν σφαιρικότερη και πλήρη εικόνα μιας ολόκληρης περιόδου, αναδεικνύοντας τις σχέσεις παραμέτρων και παραγόντων και εντάσσοντας το γεγονός της μάχης μέσα στα ιστορικά του συμφραζόμενα. Η επιλογή του δεν ήταν εύκολη: έπρεπε να αντιμετωπίσει ένα υλικό μεγάλης έκτασης, όγκου και ποικιλίας, να προβεί σε ιεραρχήσεις, και διακρίσεις, να προσδώσει στο κείμενό του το χαρακτηριστικό της ενότητας, έχοντας διαρκώς υπόψη του ότι το κύριο θέμα του έργου του είναι η μάχη του Μαραθώνα, και – κυρίως – να συνδυάσει την περιεκτικότητα και τη συμπύκνωση με τη σαφήνεια και την κατανοητή διατύπωση. Με άλλα λόγια, είχε να εξισορροπήσει πολλά και διαφορετικά πράγματα, χωρίς να θυσιάσει κανένα από αυτά σε βάρος κάποιου άλλου. Το επέτυχε με τρόπο υποδειγματικό. Το αποτέλεσμα είναι μια πραγματικά συναρπαστική αφήγηση, που δομείται οργανικά, τηρώντας μία από τις πιο δύσκολες επιταγές κάθε είδους αφήγησης: την αρχή της ενότητας μέσα στην ποικιλία. Τούτο, εξάλλου, φανερώνεται και από την επιλογή και τη χρήση του φωτογραφικού υλικού, που δεν υπακούει απλώς στην αισθητική τελείωση του συνόλου, αλλά πρωτίστως καθιστά οικείο, διά της απεικόνισης, εκείνο που ο συγγραφέας περιγράφει δια των λέξεων. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι στο βιβλίο δημοσιεύονται και πρωτότυπες εικόνες, τις οποίες παραχώρησε ευχαρίστως ο Στέλιος Νιγδιόπουλος, αλλά και ψηφιακά σχεδιαγράμματα της μάχης, κατά φάση, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να παρακολουθήσει την εξέλιξή της.

Όπως δηλώνει στον πρόλογό του, ο συγγραφέας προσεγγίζει τη μάχη του Μαραθώνα, έχοντας ως οδηγό τον Ηρόδοτο και σημαντικές μελέτες νεότερων ιστορικών. Ωστόσο, δεν ακολουθεί τυφλά και άκριτα το ηροδότειο κείμενο• όπου εντοπίζει αντιφάσεις ή αναντιστοιχίες, δεν διστάζει να τις επισημάνει, προτείνοντας πιθανές ερμηνείες ή τρόπους υπέρβασής των. Επιπλέον, δεν παραλείπει να αναφερθεί, κάποιες φορές διεξοδικά, σε θέσεις και συμπεράσματα των μελετητών, τα οποία δεν συμμερίζεται. Σε κάθε περίπτωση, στηρίζεται σε συνεπή και στέρεη επιχειρηματολογία και καλή γνώση των αρχαίων και των νεότερων πηγών. Συχνά, σε κρίσιμα ζητήματα, όπως λ.χ. ο αριθμός των περσικών δυνάμεων, το στρατηγικό σχέδιο του Μιλτιάδη ή η παράταξη των αντιπάλων, προσφεύγει στο οπλοστάσιο των ειδικών γνώσεων στρατηγικής και στρατιωτικής τακτικής, το οποίο ατυχώς δεν λαμβάνεται πάντα υπόψη από τους μη-στρατιωτικούς ιστορικούς. Αυτό του επιτρέπει να διατυπώσει εύλογες και πειστικές υποθέσεις, που αφενός δεν έρχονται σε σύγκρουση με τις αρχαίες πηγές και αφετέρου ευθυγραμμίζονται με τις ιδιαίτερες συνθήκες της εποχής εκείνης• έτσι, αποφεύγει τον κίνδυνο των αναχρονισμών, που αποτελεί σύνηθες σφάλμα πολλών νεότερων ιστορικών.

Πέραν των ανωτέρω, όμως, εκείνο που καθιστά το έργο ξεχωριστό είναι η ιδιαίτερη ματιά του συγγραφέα, η οποία θεωρεί μεν πανοραμικά την ιστορική περίοδο, αλλά στέκεται περισσότερο σε ορισμένες όψεις και γεγονότα, που ως τώρα είτε δεν είχαν προσεχθεί είτε είχαν παρανοηθεί. Υπάρχουν αρκετά τέτοια παραδείγματα, αλλά θα αναφερθώ ενδεικτικά σε μερικά μόνο.

Το πρώτο είναι η ανάδειξη της σημασίας του μύθου για την πρόσληψη και την ερμηνεία της ιστορικής πραγματικότητας, ήδη από την εποχή της αρχαιότητας. Παρ’ όλο που αυτή η διαπίστωση θα έπρεπε να αποτελεί κοινό κτήμα, συχνά παραβλέπεται, με αποτέλεσμα να ισχύει εν πολλοίς η (εσφαλμένη) ταύτιση του μύθου με το ψεύδος. Ο συγγραφέας ακυρώνει τέτοιου τύπου ταυτίσεις, δείχνοντας συγχρόνως στον σημερινό αναγνώστη πως όλα όσα συνηθίζουμε να θεωρούμε «μυθολογία», ήταν οργανικό και ουσιώδες μέρος της νοοτροπίας των αρχαίων και καθόριζε σε μεγάλο βαθμό το σύστημα των πεποιθήσεών τους. Αυτό είναι το βασικό σκεπτικό της «Εισαγωγής» αλλά και των «Επιλεγόμενων», όπου ερμηνεύεται, μεταξύ άλλων, το σχήμα «της εκδίκησης» ως αίτιο των περσικών πολέμων κατά τον Ηρόδοτο, αλλά και η πρόσληψη της σύγκρουσης με μυθολογικούς όρους τόσο από τον Ξέρξη, όσο και μεταγενεστέρως από τον Μ. Αλέξανδρο.

Ένα δεύτερο παράδειγμα, αφορά το εξαιρετικά ενδιαφέρον κεφάλαιο για την Ιωνική επανάσταση. Στα περισσότερα ιστορικά μελετήματα για τον Μαραθώνα, και βεβαίως στα ιστορικά εγχειρίδια, η Ιωνική επανάσταση περιγράφεται σε λιγοστές παραγράφους. Εν προκειμένω, ο συγγραφέας την πραγματεύεται τόσο εξαντλητικά όσο του επιτρέπουν οι διαθέσιμες πηγές. Αναλύει διεξοδικά τα αίτιά της, περιγράφει αναλυτικά τις σημαντικότερες μάχες που διεξήχθησαν στο πλαίσιό της – και μάλιστα χωρίς να περιοριστεί στις συγκρούσεις Ιώνων και Περσών, αλλά διευρύνοντας την οπτική του ώστε να περιλάβει και την πολεμική δράση που ανέλαβαν οι Κάρες – και αποτιμά τη σημασία της για τις μελλοντικές ελληνοπερσικές αναμετρήσεις. Επίσης, εξετάζοντας μεθοδικά και κριτικά τη σχετική βιβλιογραφία, αποκαθιστά την προσωπικότητα του Αρισταγόρα, επαναφέροντας στο προσκήνιο την άποψη που είχε πρώτος διατυπώσει ο de Sanctis το 1931, ο οποίος τον χαρακτηρίζει ως τον «πρώτο ήρωα της ελληνικής ελευθερίας». Και, το σημαντικότερο, αποδεικνύει ότι η εξέγερση των Ιώνων υπήρξε, εν τέλει, η «πρώτη εθνική και δημοκρατική επανάσταση».

Ενδιαφέρων είναι τέλος ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται οι Πέρσες και προσεγγίζεται η ηροδότεια άποψη για τη σύγκρουση Ελλήνων και «βαρβάρων». Ο συγγραφέας απορρίπτει ρητώς τέτοιου είδους χαρακτηρισμούς – που όσο κι αν ανάγονται στην αρχαιότητα, κατά καιρούς αναφύονται τεχνηέντως μέσα από διάφορες θεωρίες περί «συγκρούσεως των πολιτισμών». Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου, δείχνει ότι η περσική αυτοκρατορία είχε φτάσει σε υψηλά επίπεδα οικονομικής, καλλιτεχνικής, στρατιωτικής και κρατικής οργάνωσης, και επισημαίνει τα δυνατά σημεία του περσικού στρατού – το εξαιρετικό ιππικό του και τους έξοχους τοξότες του. Συγκρίνοντας τους δύο αντίπαλους κόσμους, αναπροσδιορίζει την αντίθεσή τους ως διαφορά πολιτικού χαρακτήρα• ο δεσποτισμός και η αυτοκρατορία από τη μια πλευρά, η δημοκρατία και η πόλη-κράτος, από την άλλην. Με βάση το μοντέλο της πολιτικής οργάνωσης, εξηγεί γιατί, λ.χ., ήταν αναμενόμενη η περσική επέκταση προς την Ευρώπη, γιατί οι Πέρσες είχαν υιοθετήσει το συγκεκριμένο πολεμικό δόγμα, και γιατί οπλιτική φάλαγγα υπήρξε αποτελεσματική κατά του πολυάριθμου περσικού στρατού. Αυτή η προσέγγιση, πέραν του ότι σέβεται την ιστορική πραγματικότητα και διασφαλίζει την αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων, οδηγεί αβίαστα στην πρόσληψη της πραγματικής σημασίας που είχε η νίκη Αθηναίων και Πλαταιέων στον Μαραθώνα: δεν ήταν η καταστροφή μιας αυτοκρατορίας, αλλά η διάσωση μιας νεαρής δημοκρατίας. Και, όπως καταλήγει ο συγγραφέας, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, αυτή η νίκη θεωρήθηκε ότι σηματοδοτεί τη γέννηση της Ευρώπης.

Η επιστημονική τεκμηρίωση, η συστηματική αξιοποίηση των πηγών, η άνεση στη χρήση της βιβλιογραφίας, ο σαφής λόγος και η ορθολογική και νηφάλια αντιμετώπιση του υλικού αποτελούν ουσιώδη γνωρίσματα του βιβλίου Χωρίς ιππείς. Και μόνον αυτά θα αρκούσαν για να θεμελιώσουν τη θετική αξιολόγηση του πονήματος του αντιστρατήγου κ. Φράγκου. Αλλά η σημαντικότερη ίσως αρετή του είναι ότι, παρέχοντας πληροφορίες, δεδομένα, κρίσεις και θεωρίες, επιτρέπει στον αναγνώστη να συναγάγει τα δικά του συμπεράσματα και τις δικές του ερμηνείες για τα ιστορικά γεγονότα. Έτσι, το ίδιο το κείμενό του δίνει τη δυνατότητα διαφορετικών αναγνώσεων. Κάποιοι θα μπορούσαν να το διαβάσουν ως μια, κατά το μάλλον ή ήττον, οριστική αφήγηση του παρελθόντος• κάποιοι θα το αντιμετώπιζαν με τρόπο φιλοσοφικότερο, ως απόπειρα αναζήτησης αιτίων, αιτιατών και μορφών αληθείας• και κάποιοι άλλοι θα πρόσεχαν περισσότερο τις αναλογίες, προφανείς ή λανθάνουσες, με άλλες περιόδους της ιστορίας μας ή ακόμη και με τη σημερινή εποχή, αφού «αυτοκρατορίες» όχι μόνο δεν έπαψαν να υπάρχουν, αλλά μερικές φαίνεται να πάσχουν επίσης από αντίστοιχα «περσικά» σύνδρομα.


--Η κ. Λίτσα Χατζοπούλου είναι Ιστορικός – Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας και το κείμενο που δημοσιεύουμε είναι η ομιλία της κατά την παρουσίαση του βιβλίου του αρχηγού ΓΕΣ κ. Φραγκούλη Φράγκου «Χωρίς Ιππείς» (Εκδόσεις «Σέλευκος») για τα 2.500 χρόνια της Μάχης του Μαραθώνα, που πραγματοποιήθηκε στην Παλαιά Βουλή.

ΙΝΦΟΓΝΩΜΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΑ


Παρασκευή 30 Απριλίου 2010

ΞΕΝΟΦΩΝ 430 π.χ.

<<Σε σας τώρα, άνδρες Αθηναίοι, από κάποιον Θεό εστάλη η κατάλληλη ευκαιρία να κάνετε παντοτινούς πιστούς φίλους τους Λακεδαιμόνιους, εάν σπεύσατε να τους βοηθήσετε, τώρα που σας παρακαλούν.>>
<< ΕΛΛΗΝΙΚΑ >> (Στ’ 5 ενότητα 41)  Ο Ξενοφών συνεχίζει την εξιστόρηση των γεγονότων της τελευταίας περιόδου του Πελοποννησιακού Πολέμου από το 411 π. χ., όπου διακόπτεται η αφήγηση του Θουκυδίδη, ως τον τερματισμό του πολέμου, την ήττα και την παράδοση της Αθηνάς, το 404 π. χ.
Στο έργο του << Ελληνικά >>, που αποτελείται από επτά βιβλία, περιγράφει τις πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις των ελληνικών πόλεων από το 411 έως τη μάχη της Μαντινείας (362 π. χ.). Καλύπτει δηλαδή την ελληνική πολιτική και στρατιωτική ιστορία 50 ετών.

Γεννήθηκε στο Δήμο Ερχιά (σημερινά Σπάτα) της Αττικής το 430 π. χ. Ο πατέρας του Γρύλλος ήταν εύπορος κτηματίας και του εξασφάλισε πλούσια μόρφωση. Κατοικώντας στην Αθήνα έζησε και κατέγραψε την άνοδο των Τριάκοντα Τυράννων στην εξουσία, την πτώση τους και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας από το Θρασύβουλο το 403 π. χ.
Δεν έμεινε όμως στην Αθήνα για πολύ καιρό. Δραματικά στρατιωτικά γεγονότα στη γειτονική ήπειρο, την Ασία, επρόκειτο να επηρεάσουν τις εξελίξεις στον ευρύτερο ελληνικό χώρο. Ο Κύρος, για να εκθρονίσει τον αδελφό του, το βασιλιά της Περσίας Αρταξέρξη Β’, ετοίμασε εκστρατεία εναντίον του. Με σκοπό να πάρει μέρος στην εν λόγω επιχείρηση, συγκροτήθηκε στην Ελλάδα εκστρατευτικό σώμα με δέκα χιλιάδες μισθοφόρους από διάφορες πόλεις (Μύριοι). Ο Ξενοφών συμμετείχε στην εκστρατεία, ακολουθώντας τον Κύρο στις Σάρδεις με τους << Μύριους >>. Στη μάχη, όμως, που έγινε στα Κούναξα, ο Κύρος έχασε τη ζωή του, η επιχείρηση ναυάγησε και ο Ξενοφών ανέλαβε ηγετικές πρωτοβουλίες για την επιστροφή των Μισθοφόρων στην Ελλάδα.
Η περιπετειώδης πορεία τους είχε ως σταθμό τον Εύξεινο Πόντο, το Βυζάντιο και κατέληξε στα παράλια του Αιγαίου (κάθοδος των Μυρίων). Η ενεργός δράση του συγγραφέα καταγράφεται στο έργο << Κύρου Ανάβασις >>, καθώς είναι το πρώτο κείμενο ιστορικής απομνημονευματογραφίας που έχει σωθεί.
Κατόπιν ο Ξενοφών παρέμεινε για σύντομο χρονικό διάστημα στη Θράκη ως μισθοφόρος του βασιλιά Σεύθη των Οδρυσών. Εκεί παντρεύτηκε τη Φιλησία με την οποία έζησε ως το τέλος της ζωής του. Λίγα χρόνια αργότερα, εντυπωσιασμένος από την προσωπικότητα του βασιλιά της Σπάρτης Αγησίλαου, ακολούθησε τον σπαρτιατικό στρατό στη μάχη της Κορώνειας (394 π. χ.) εναντίον του ευρύτερου αντισπαρτιατικού συνασπισμού, στον οποίο πρωτοστατούσαν η Αθήνα και η Θήβα. Δικαιολογημένα ο Ξενοφών εξορίστηκε από την Αθήνα. Στη μάχη αυτή η νίκη της Σπάρτης ήταν καθοριστική. Ως μόνη ηγετική δύναμη η Ελλάδα, επέβαλε την κυριαρχία της, εγκαθιδρύοντας ολιγαρχικά καθεστώτα στις πόλεις – κράτη που διατηρούσε τον έλεγχο.
Ο Ξενοφών, ο οποίος θαύμαζε τη στρατιωτική οργάνωση, τις κοινωνικές συνήθειες και το πολίτευμα των Σπαρτιατών, δέχτηκε τη φιλοξενία τους και σύντομα του παραχωρήθηκε ένα μεγάλο κτήμα στο Σκιλλούντα, κοντά στην Αρχαία Ολυμπία, όπου έζησε περίπου είκοσι χρόνια ήρεμη οικογενειακή ζωή με τη γυναίκα του και τους δυο γιους του, το Γρύλλο και το Διόδωρο. Εκεί ασχολήθηκε με τη συγγραφή πολλών έργων, όχι μόνο ιστορικών, αλλά και φιλοσοφικών (ηθική της καθημερινής ζωής). Η προσωπικότητα που άσκησε βαθύτατη επίδραση στις ιδέες του, ήταν ο Σωκράτης, τον οποίο γνώρισε προσωπικά και αργότερα συνδέθηκε με αρκετούς από τους μαθητές του. Ωστόσο, ο Σωκράτης, στα έργα του Ξενοφώντα, παρουσιάζεται αρκετά διαφορετικός από τον πλατωνικό: δεν είναι ο τολμηρός στοχαστής, που δίνει νέα ώθηση στη φιλοσοφία, αλλά κυρίως ο ενάρετος πολίτης που με το παράδειγμα του, διακηρύσσει την πρακτική ηθική της καθημερινής ζωής.
Τα έργα του συγγραφέα που αναφέρονται στο φιλόσοφο είναι: Απολογία, Συμπόσιον, Απομνημονεύματα. Ασχολήθηκε ακόμη με τη συγγραφή τεχνικών θεμάτων και θεσμών (Περί ιππικής, Ιππαρχιόκς, Οικονομικός, Ιέρων, Πόροι). Στο έργο του << Ελληνικά >> αλλά και στη << Λακεδαιμόνιων πολιτεία >> ο ιστορικός περιγράφει τη σταδιακή μείωση της σπαρτιατικής κυριαρχίας. Στη μάχη που έγινε στα Λεύκτρα το 371 π. χ., οι Θηβαίοι, με αρχηγό τον Επαμεινώντα, κατόρθωσαν να απωθήσουν την εισβολή των Σπαρτιατών στο τόπο τους, με αποτέλεσμα να κλονισθεί η ηγεμονική θέση της Σπάρτης. Στην αφήγηση του ο συγγραφέας αποδίδει την παρακμή της σπαρτιατικής δύναμης σε θεϊκή τιμωρία (επειδή νωρίτερα είχαν καταλάβει την Ακρόπολη της Θήβας, την Καδμεία).
Ακολουθεί η βαθμιαία άνοδος της Θηβαϊκής δύναμης. Όλα τα κράτη της κεντρικής Ελλάδος, εκτός από την Αθήνα, προσχώρησαν στη Θήβα, που ίδρυσε τη θηβαϊκοί συμμαχία. Ο Ξενοφών, μετά την ήττα των Σπαρτιατών στα Λεύκτρα και την εξασθένιση της θέσης τους, αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Κόρινθο 370 π. χ. Φαινόταν καθαρά ότι ο Επαμεινώντας της Θήβας επιδίωκε την ηγεμονία σ’ όλη την Ελλάδα. Για το σκοπό αυτό έπρεπε να υπερνικηθεί η ισχύς των Αθηναίων, που στο μεταξύ είχαν ιδρύσει την Β’ Αθηναϊκή συμμαχία (377 π. χ.).
Η παρουσία του νέου κοινού εχθρού, που ήταν οι Θηβαίοι, οδήγησε στην προσέγγιση Αθηναίων και Σπαρτιατών! Είναι χαρακτηριστική η αφήγηση του Ξενοφώντα, που αναφέρεται στη ομιλία των μελών της σπαρτιατικής αποστολής στο χώρο της Βουλής των Αθηναίων, προκειμένου να συμφωνήσουν σε στενή συνεργασία, για να αντιμετωπιστεί ο κοινός αντίπαλος, οι Θηβαίοι. (ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΤ’ 5). Παράλληλα καταργήθηκε το ψήφισμα για την εξορία του συγγραφέα. Δεν είναι βέβαιο πότε γύρισε στην Αθήνα. Έστειλε πάντως τους γιους του να υπηρετήσουν στον αθηναϊκό στρατό. Μάλιστα ο Γρύλλος σκοτώθηκε, πολεμώντας κατά των Θηβαίων στη μάχη της Μαντινείας (362 π. χ.), όπου συγκρούστηκαν όλες οι σημαντικές πόλεις – κράτη, με συνέπεια την εξασθένιση του νότιου Ελληνισμού.
Ο Ξενοφών πέθανε γύρω στο 355 π. χ., αφήνοντας πίσω του ένα πλούσιο συγγραφικό έργο. << Τα Ελληνικά >> είναι το μόνο ιστορικό σύγγραμμα του 4ου αιώνα π. χ. που σώθηκε.


ΠΗΓΗ:ΔΙΟΔΟΣ Η ΠΥΛΗ ΤΗΣ ΓΝΩΣΗΣ



Σάββατο 10 Απριλίου 2010

ΗΡΟΔΟΤΟΣ (485 - 421/415 π.χ.)

Ο Ηρόδοτος ήταν ένας αρχαίος ιστορικός και γεωγράφος του 5ου αιώνα π.Χ.. Έγραψε για τους Περσικούς Πόλεμους (ανάμεσα στους Έλληνες και τους Πέρσες) καθώς και περιγραφές για διάφορα μέρη και πρόσωπα που συνάντησε στα ταξίδια του.

ImageΚαταγόταν από εύπορη και φιλομαθή οικογένεια και ανατράφηκε σ' ένα περιβάλλον σεβασμού του Ομήρου και παλαιών θρύλων. Ο πατέρας του λεγόταν Λύξης, η μητέρα του Δρυώ και ο αδερφός του Θεόδωρος. Ο σημαντικότερος όμως συγγενής του ήταν ο θείος του, επικός ποιητής και τερατοσκόπος (=ερμηνευτής θαυμάτων), Πανύασης.

Όταν στην πατρίδα του την Αλικαρνασσό ήταν τύραννος ο Λύγδαμης, ο Ηρόδοτος πήρε μέρος σε συνωμοσία για την ανατροπή του, με αποτέλεσμα να εξοριστεί το 468 ή το 467 π.Χ. στη Σάμο. Από τη Σάμο γύρισε στην Αλικαρνασσό και πήρε μέρος στην ανατροπή του Λύγδαμη το 455 π.Χ., αλλά μετά από λίγο υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει και αυτός την πατρίδα του. Από τότε άρχισε ως περιηγητής και εξερευνητής, πιθανόν στα χρόνια 458-445 π.Χ. να επισκέπτεται διάφορα μέρη του τότε γνωστού κόσμου, μεταξύ άλλων τη χώρα των Κόλχων μέχρι τη Σκυθία, το εσωτερικό της Μικράς Ασίας και τον Πόντο μέχρι την Κριμαία, την Κύπρο και τις περοχές της Συρίας, τη Βαβυλωνία, την Αίγυπτο, την Κυρηναϊκή και βεβαίως όλη την Ελλάδα.

Έμεινε αρκετά χρόνια στην Αθήνα, όπου συνδέθηκε φιλικά με τους μεγάλους άνδρες της εποχής εκείνης, τον Περικλή και το Σοφοκλή. Μαζί με τον Πρωταγόρα ίδρυσαν περί το 443 την αποικία των Θουρίων στην κάτω Ιταλία. Στην αποικία αυτή, που ιδρύθηκε κοντά στην κατεστραμμένη Σίβαρη, ο Ηρόδοτος πέρασε τα περισσότερα χρόνια της υπόλοιπης ζωής του, γι' αυτό και επονομάστηκε Θούριος. Για τα τελευταία χρόνια της ζωής του υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες. Πέθανε ανάμεσα στα χρόνια 421 και 415.

Ο Ηρόδοτος έγραψε μια «παγκόσμια» ιστορία. Οι Αλεξανδρινοί μελετητές τη χώρισαν σε εννέα βιβλία και έδωσαν στο καθένα το όνομα μιας από τις εννέα Μούσες. Σκοπός του έργου του ήταν να καταγραφεί η μεγάλη σύγκρουση των Ελλήνων με τους Πέρσες, στην πραγματικά γιγαντιαία αναμέτρηση των περσικών πολέμων. Και όπως ο ίδιος γράφει για να μην λησμονηθούν με την πάροδο του χρόνου τα έργα των ανθρώπων και να μην μείνουν αμνημόνευτα τα μεγάλα και θαυμαστά κατορθώματα των Ελλήνων και των βαρβάρων. Στα πρώτα τέσσερα βιβλία παρουσιάζει το σχηματισμό και την αύξηση της περσικής δύναμης, στο πέμπτο και έκτο τις πρώτες συγκρούσεις των Περσών με τους Έλληνες της ηπειρωτικής Ελλάδας, στο τελευταίο μέρος του έκτου και σε ολόκληρα τα δύο επόμενα βιβλία περιγράφει τις δύο μεγάλες εκστρατείες των Περσών που κατέληξαν, η πρώτη στη μάχη του Μαραθώνα και η άλλη στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Τέλος στο ένατο βιβλίο αναφέρεται στις άλλες πολεμικές δραστηριότητες των Ελλήνων εκείνης της εποχής.

Αναλυτικότερα ο Ηρόδοτος περιγράφει τα γεγονότα που έγιναν από το 560 μέχρι την κατάληψη της Σηστού το 478 από τους Αθηναίους.

Στο Α' βιβλίο, Κλειώ, κάνει μια γενική αναφορά στα αίτια της σύγκρουσης Ασίας και Ευρώπης, θεωρώντας Ευρώπη τον ελλαδικό χώρο. Έπειτα παραθέτει μυθικές αναφορές, αρχίζοντας με τα όσα του είχαν πει Πέρσες λόγιοι και Φοίνικες ιερείς. Ο ίδιος δεν παίρνει θέση σ' αυτά τα μυθικά στοιχεία. Μετά ασχολείται με την ιστορία του βασιλείου της Λυδίας, από τον Κανδαύλη και τον Γύγη ως τον Κροίσο. Ενώ στέκεται ιδιαίτερα στις επιθέσεις του Κροίσου κατά των ελληνικών πόλεων της Δυτικής Μικράς Ασίας. Ακολουθεί η συζήτηση του Κροίσου με τον Σόλωνα, η ιστορία του ’τυος και του Αδράστου, οι στενές σχέσεις του Κροίσου με το Μαντείο των Δελφών και ακολουθούν τα στοιχεία για τους Πελασγούς, για τον Πεισίστρατο και τους Πεισιστρατίδες, για την Σπάρτη και τους πολέμους της με την Τεγέα και την συμμαχία Κροίσου-Σπάρτης. Μετά περιγράφει την εκστρατεία του Κροίσου κατά των Περσών, την παρουσία εκεί του Θαλή του Μιλησίου, την εκτροπή του ’λυ ποταμού, την ήττα του Κροίσου και την αιχμαλωσία του, καθώς και την κατάληψη των Σάρδεων και την υποταγή της Λυδίας στους Πέρσες. Ακόμη αναφέρει την ιστορία των Μήδων που αποτίναξαν το ζυγό των Ασσυρίων και την κατάλυση του Μηδικού βασιλείου. Επίσης δίνονται οι σχέσεις των Ελλήνων με τον Κύρο και περιγράφεται η υποταγή της Ιωνίας, της Καρίας, της Λυκίας και της Βορειοδυτικής Μικράς Ασίας στους Πέρσες. Και τέλος, αναφέρεται στην ιστορία των Βαβυλωνίων, των Ασσυρίων, με την χώρα των Μασσαγετών, τους λαούς γύρω από την Κασπία θάλασσα και πώς σκοτώθηκε ο Κύρος ο Πρεσβύτερος.

Στο Β' βιβλίο, Ευτέρπη, αρχίζει με την εκστρατεία του Καμβύση στην Αίγυπτο που συνεχίζεται και στο Γ' βιβλίο. Σ' αυτό το βιβλίο, δίνει λεπτομερείς και εντυπωσιακές πληροφορίες για την Αίγυπτο, τα ιερά της, τη θρησκεία της, τα ήθη και έθιμα της, καθώς και για την ιστορία της και τις σχέσεις Ελλήνων και Αιγυπτίων.

Στο Γ' βιβλίο, Θάλεια, ξαναγυρίζει στην αρχή, στην εκστρατεία του Καμβύση εναντίον του ’μαση και στα αίτια που την προκάλεσαν. Περιγράφει την μάχη του Πηλουσίου, την κατάκτηση της Αιγύπτου, την υποταγή της Κυρήνης και της Λιβύης, την εκστρατεία κατά των Αιθιόπων και των Αμμωνίων και την κατάκτηση της Κύπρου. Επίσης περιγράφει την εκστρατεία των Λακεδαιμονίων και Κορινθίων κατά της Σάμου, την εξέγερση του Ψευδοσμέρδη, την ανταρσία των Μάγων, το θάνατο του Καμβύση και την ανάδειξη του Δαρείου σε βασιλιά των Περσών. Παρεμβάλλει την περιήγηση της Ινδικής και πληροφορίες για τους ’ραβες, τους Αιθίοπες και τους κατοίκους της Βόρειας Ευρώπης. Τέλος, περιγράφει την υποταγή της Σάμου στους Πέρσες, την εξέγερση των Βαβυλωνίων και την κατάληψη της Βαβυλώνας.

Στο Δ' βιβλίο, Μελπομένη, δίνονται οι δυο εκστρατείες του Δαρείου, η μια κατά των Σκυθών και η άλλη κατά της Λιβύης. Ακόμη δίνει εντυπωσιακά στοιχεία για τις χώρες και τους λαούς, παραθέτει το μύθο για τις Αμαζόνες, την κατάκτηση της Θράκης, την εκστρατεία του Δαρείου κατά των Σκυθών και την τελική υποχώρηση του. Έπειτα καταγράφει την ιστορία της Λιβύης, την περιήγηση της Λιβύης και την εκστρατείας κατά της Λιβύης.

Στο Έ βιβλίο, Τερψιχόρη, αναφέρει την υποταγή της Θράκης και των γύρω περιοχών (Τρωάδα, Λήμνος, Ίμβρος, κτλ.) στους Πέρσες. Εδώ παρεμβάλει και την ιστορία του Ιστιαίου που θα παίξει σημαντικό ρόλο στην εξέγερση των Ιώνων και συνεχίζει με την αποστολή πρεσβείας στην Μακεδονία για να ζητήσει "γη και ύδωρ" Τέλος αναφέρει την εξέγερση των Ιώνων και την περιγραφή των επιχειρήσεων κατά την επανάσταση των Ιώνων σε όλη της την έκταση, παρεμβάλοντας την ιστορία των Δωρικών φυλών της Σπάρτης και την ιστορία των Αθηνών.

Στο ΣΤ' βιβλίο, Ερατώ, συνεχίζεται η εξιστόρηση της επανάστασης των Ιώνων, με την παράθεση των επιθετικών ενεργειών του Δαρείου πριν από την Μάχη του Μαραθώνα. Ακόμη δίνεται η πρώτη εκστρατεία κατά της Ελλάδας που τελειώνει με την Μάχη του Μαραθώνα. Μέσα σ' αυτήν την εκστρατεία, περιγράφονται πράγματα που έγιναν στην Ελλάδα, όπως η προσφορά των Αιγινητών για υποταγή στον Δαρείο και η παρέμβαση Σπαρτιατών και Αθηναίων, που ανάτρεψαν την κατάσταση στην Αίγινα, η δράση του βασιλιά της Σπάρτης, Κλεομένη Α', η στάση του Μαντείου των Δελφών, η καταστροφή της Ερέτριας και κλείνει με την αποχώρηση των Περσών και την τύχη των Ερετριέων αιχμάλωτων καθώς και του νικητή του Μαραθώνα, Μιλτιάδη.

Στο Ζ' βιβλίο, Πολυμνία, λέει για τον θάνατο του Δαρείου και την άνοδο στον θρόνο του Ξέρξη, του οποίου την ιστορία και την δράση θα συνεχίσει και στα υπόλοιπα βιβλία. Περιγράφεται η συγκέντρωση του περσικού στρατού στην Θεσσαλία, η ζεύξη του Ελλησπόντου, η απαρίθμηση του στρατού και του ναυτικού του Ξέρξη, η αποστολή πρεσβειών από τις ελληνικές πόλεις στο ’ργος, στη Σικελία, στην Κέρκυρα και στην Κρήτη με σκοπό να συγκροτηθεί Πανελλαδικό μέτωπο εναντίον των Περσών. Και κλείνει με την περιγραφή της μάχης των Θερμοπυλών.

Στο Η' βιβλίο, Ουρανία, συγκεντρώνει την προσοχή του στη Ναυμαχία της Σαλαμίνας. Αναφέρει την ναυμαχία του Αρτεμισίου και τις κινήσεις των Περσών στη Βοιωτία και την Αθήνα. Ενώ στη συνέχεια, δίνει τα συμβούλια των Ελλήνων, την εκκένωση της Αθήνας και την απόπειρα των Περσών κατά των Δελφών. Έπειτα ο Ηρόδοτος δίνει τα αποτελέσματα της νίκης της Σαλαμίνας και την αποχώρηση του περσικού στόλου και του περσικού στρατού στη Θεσσαλία. Μετά, επανέρχεται στις επιχειρήσεις ξηράς και την προετοιμασία για την μεγάλη μάχη των Πλαταιών. Στο τέλος γίνεται λόγος για την Μακεδονική δυναστεία και το ρόλο του Αλεξάνδρου Α'.

Στο Θ' βιβλίο, Καλλιόπη, ασχολείται με την εκστρατεία του Μαρδονίου στην Αττική, την κινητοποίηση των Σπαρτιατών που φτάνουν για ενίσχυση των Αθηναίων και τα προκαταρκτικά της μεγάλης μάχης των Πλαταιών, η ίδια η μάχη και οι συνέπειες της νίκης των Ελλήνων. Τέλος, δίνεται ο επιθετικός πια πόλεμος των Ελλήνων και τελειώνει με την κατάληψη της Σηστού από τους Αθηναίους.

Για τη συγγραφή του έργου του χρησιμοποίησε τα έργα των λογογράφων, τα αρχεία των πόλεων και κάθε άλλη επίσημη αναγραφή και τέλος συλλογές χρησμών. Κύρια όμως πηγή του έργου του αποτέλεσαν οι προφορικές παραδόσεις και η προσωπικές αναζητήσεις. Πολλές φορές κατονομάζει την πηγή των πληροφοριών του, όπως γίνεται με το Θέρσανδρο τον Ορχομένιο, τον Τύμνη το Σκύθη κ.ά. Τα τέσσερα πρώτα βιβλία απομακρύνονται από την ιστορία και θεωρούνται περισσότερο πολιτικές πληροφορίες, μύθοι και ανέκδοτα. Μεγαλύτερη συνοχή έχουν τα πέντε υπόλοιπα βιβλία.

Οπωσδήποτε το έργο του δεν περιορίζεται μόνο στην αφήγηση μαχών, αλλά αναλύει ήθη, έθιμα, θρησκευτικές δοξασίες και θεωρίες για τη διακυβέρνηση μιας πολιτείας, παράλληλα προβάλλει δε τη σημασία της ελευθερίας των πολιτών στα πλαίσια του νόμου για τη σωστή λειτουργία του πολιτεύματος. Η γλώσσα του Ηροδότου είναι η νέα ιωνική που προήλθε από την επίδραση της ομηρικής γλώσσας, με την προσθήκη αττικών και δωρικών τύπων.

Χρησιμοποιώντας ως βάση του έργου που ο ίδιος ονόμασε «Ιστορίης απόδεξις», δηλαδή έκθεση της ιστορικής έρευνας, την αυτοψία, την έρευνα και την κριτική, ο Ηρόδοτος πλησίασε πρώτος την ιστορία, χωρίς όμως να μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικός ιστορικός. Παρά το γεγονός αυτό, το έργο του συνολικά είναι μια αξιόπιστη πηγή και η μόνη συνεχής και πλήρης που είναι διαθέσιμη για μια τόσο σημαντική εποχή της ιστορίας. Ο Ηρόδοτος διέσωσε στην ανθρώπινη μνήμη κοσμοϊστορικής σημασίας γεγονότα και δικαίωσε τον χαρακτηρισμό που του έδωσε ο Ρωμαίος ρήτορας Κικέρωνας, "πατέρα της ιστορίας", αφού ήταν ο πρώτος που κατανόησε την αξία που έχει για τον άνθρωπο η ιστορία, ποια γεγονότα μπορούν να θεωρηθούν ιστορικά και κατέβαλε αξιόλογη προσπάθεια για αμερόληπτη και αντικειμενική έκθεση των γεγονότων. Παράλληλα μπορεί να θεωρηθεί πατέρας της γεωγραφίας και πρόδρομος όλων των περιηγητών.

ΔΙΟΔΟΣ