Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΑΝΤΩΝΑΚΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΣΤΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΑΙΩΝ

Του Αντωνίου Α. Αντωνάκου, 
Καθηγητού – Κλασσικού Φιλολόγου, 
Ιστορικού – Συγγραφέως.

Ο Πολύβιος, ο Μεγαλοπολίτης έγραφε: "Εξ ιστορίας αναιρεθείσης της αληθείας το καταλειπόμενον αυτής ανωφελές γίνεται διήγημα". Και έτσι είναι πράγματι. Αυτό, όμως, το γνωρίζουν οι κοσμοεξουσιαστές και έτσι μεθοδεύουν την αφαίρεση της αληθείας από την ιστορία, ούτως ώστε αυτή να γίνει ανωφελές (στην ουσία άχρηστο) διήγημα, δηλαδή κάτι που δεν θα ωφελήσει τον κόσμο και ειδικά την νεολαία στο να πληροφορηθεί σωστά το παρελθόν και να διδαχθεί από αυτό! Ξέρουν επίσης ότι κανείς δεν θα ταλαιπωρηθεί να ψάξει και να αναζητήσει την αλήθεια. Η έτοιμη γνώση, η οποία αποκτάται χωρίς κόπο, είναι εύκολο δόλωμα για τον μη υποψιασμένο πληθυσμό.
"Αταλαίπωρος τοις πολλοίς η ζήτησις της αληθείας και επί τα ετοίμα μάλλον τρέπονται" έλεγε ο Θουκυδίδης. Αυτό το έχουμε διαπιστώσει κατά κόρον σήμερα, με τον καταιγισμό τών διαδικτυακών και τηλεοπτικών πληροφοριών, όπου η παραπληροφόρηση (βασική αρχή τής προπαγάνδας) κυριαρχεί... Αφήνω τα παραδείγματα, που προκύπτουν καθημερινά, τα οποία έχω σχολιάσει και συνεχίζω να σχολιάζω σε αντίστοιχα άρθρα και έρχομαι σε κάτι σχετικώς πρόσφατο, το οποίο άκουσα έκπληκτος από "ειδήμονες" την περίοδο του εορτασμού τής επετείου του ΟΧΙ! Αφού ακούσθηκε το αριστεροχιλιοειπωμένο, ότι δηλαδή τάχα το ΟΧΙ δεν το είπε ο Μεταξάς αλλά ...ο λαός (θα αφιερώσω όμως ειδικό άρθρο σε αυτό)..., προεβλήθη "το απίθανο", ότι δηλαδή, λίγο ως πολύ, εμείς οι Έλληνες είμαστε τρελοί, διότι είμαστε οι μόνοι μέσα σε όλη την Ευρώπη, που εορτάζουμε την αρχή τού πολέμου, ενώ όλη η υπόλοιπη Ευρώπη εορτάζει το τέλος του και την απόβαση στην Νορμανδία! Αυτό όντως είναι αληθές, αποτελεί όμως την μισή αλήθεια. Ας δούμε λοιπόν πώς έχουν τα πράγματα.
Όταν ο Γκράτσι ξύπνησε τον Ιωάννη Μεταξά στις 3 τα ξημερώματα, την ώρα που η φύσις ησύχαζε και ο ελληνικός λαός (των κομμουνιστών συμπεριλαμβανομένων) εκοιμάτο, ο ηγέτης τής Ελλάδος, αυτή την ιστορική στιγμή, απεφάσισε τον έντιμο πόλεμο και, ίσως, τον έντιμο θάνατο, που μέσα του κουβαλούσε πάντα την ΖΩΗ. Μία Ζωή, που γεμίζει εδώ και χιλιάδες χρόνια τις σελίδες τής ελληνικής ιστορίας. Επέλεξε τον πόλεμο αν και ήξερε την αριθμητική διαφορά των δυνάμεων. Γνώριζε όμως και αυτό, που έλεγε ο Δημοσθένης, ότι δηλαδή «Πόλεμος ένδοξος ειρήνης αισχράς αιρετώτερος» (ένας έντιμος πόλεμος είναι προτιμώτερος από μία ατιμωτική ειρήνη). Έτσι έβγαλε το διάταγμα, που έλεγε «Έλληνες, τώρα θα αποδείξωμεν εάν είμεθα άξιοι των προγόνων μας και της Ελευθερίας, την οποίαν μας εξησφάλισαν οι προπάτορές μας. Όλον το Έθνος ας εγερθή σύσσωμον, αγωνισθήτε διά την Πατρίδα, τας γυναίκας, τα παιδιά σας, και τας ιεράς μας παραδόσεις. Νυν υπέρ πάντων ο αγών Ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως Ιωάννης Μεταξάς».
Έτσι δημιουργήθηκε το έπος του 40 στα βουνά τής βορείου Ηπείρου! Και αυτοί που δεν το περίμεναν θαύμασαν, διότι αγνοούσαν όσα υπήρχαν στο DNA των Ελλήνων. Το καθήκον, το χρέος, την ιερή υποχρέωση! Είχαν παραβλέψει πως ο Αισχύλος έλεγε ότι "εμείς (οι Έλληνες) αντίθετα από τους βαρβάρους δεν μετρούμε ποτέ το πλήθος του εχθρού στην μάχη". Είχαν αγνοήσει και αυτό που είπε ο πέρσης στρατηγός Τριτανταίχμης ο Αρταβάνου στον Μαρδόνιο: «Παπαί, Μαρδόνιε, κοίους επ’ άνδρας ήγαγες μαχησομένους ημέας, οι ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιεύνται αλλά περί αρετής», δηλαδή "αλλοίμονο Μαρδόνιε, εναντίον ποίων ανδρών μας έφερες να πολεμήσουμε, οι οποίοι δεν αγωνίζονται για τα χρήματα αλλά για την αρετή"... Γι’αυτό, λοιπόν, εμείς γιορτάζουμε την αρχή τού πολέμου, την Περιφανή Νίκη μας, τον έντιμο θάνατο των στρατιωτών μας, που μέσα του κουβαλούσε την Ζωή τής ελληνικής ιστορίας.
Θέλετε τώρα να μάθετε γιατί οι ευρωπαίοι εορτάζουν το τέλος τού Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο εν πολλοίς και καθ’ όμολογίαν των ηγετών τους, οφείλεται στους Έλληνες; Ας δούμε, λοιπόν, την ... "ηρωϊκή τους αντίσταση": Όταν η Ελλάς επολέμησε αντιστεκόμενη πάνω από επτά μήνες (συγκεκριμένα 219 ημέρες), η Νορβηγία αντέστη 61 ημέρες, η Γαλλία, (υπερδύναμη της εποχής) 43, η Πολωνία 30, το Βέλγιο 18, η Ολλανδία ...4, η Γιουγκοσλαβία ...3, η Τσεχοσλοβακία ...0, το Λουξεμβούργο...0, η Δανία ...0! Οι Δανοί μάλιστα έπεσαν ...τηλεφωνικώς. Συγκεκριμένα παραδόθηκαν σε έναν γερμανό μοτοσυκλετιστή, ο οποίος μετέφερε τηλεφωνικώς στον Δανό βασιλέα αίτηση του Χίτλερ για διέλευση των ναζιστικών στρατευμάτων. Ο Δανός βασιλεύς τότε, σε ένδειξη υποταγής, παρέδωσε το στέμμα του στον μοτοσυκλετιστή για να το πάει στο Βερολίνο και στον Χίτλερ... Αλλά αυτά δεν λέγονται στην σημερινή Ελλάδα. Είναι απαγορευμένα! Κάνουν ..."τζιζ"!
Αν εξετάσουμε δε τις ανθρώπινες απώλειες, οι νεκροί Έλληνες στρατιώτες ανήλθαν κατά την διάρκεια των 219 ημερών στους 13.676. Κατά την διάρκεια της τετραπλής κατοχής, που ακολούθησε τα κατοχικά στρατεύματα εκτέλεσαν: Οι Αλβανοί 1165 (σε Πάργα, Μαργαρίτιο, Παραμυθία), οι Ιταλοί 8000, οι Βούλγαροι 25.000, οι Γερμανοί 50.000. Οι συνολικές απώλειες σε ποσοστό επί του πληθυσμού (εκτελέσεις, κακουχίες, μάχες) ήσαν για την Ελλάδα το 10% (750.000), για την Σοβιετική Ένωση το 2,8%, για την Ολλανδία το 2,2%, για την Γαλλία το 2%, για την Πολωνία το 1,8%, για την Γιουγκοσλαβία το 1,7%, και για το Βέλγιο το 1,5%.
Αμείλικτη, λοιπόν, η στατιστική τού αγώνος τής προσφοράς. Αμείλικτοι και οι αριθμοί. Να λοιπόν η απάντηση στο γιατί αυτοί οι κύριοι (με το σιγοντάρισμα στην Ελλάδα των αριστερών ψευτοπροοδευτικάριων) εορτάζουν το τέλος τού Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πώς άλλωστε να εορτάσουν την αρχή. Είχαν μήπως κάποιο αντίστοιχο ΟΧΙ; Είχαν να επιδείξουν κάποιο θρίαμβο, όπως η Ελλάς; Το Λουξεμβούργο (του πολύ Ζαν Κλωντ Γιούνκερ, που μας πουλάει σήμερα και συμβουλές), η Τσεχοσλοβακία, η Δανία αντιστάθηκαν καθόλου; Τι να εορτάσουν; Το "ναι" στον Χίτλερ; Κι αν δεν ευρίσκετο η Ελλάς να καθυστερήσει την κάθοδο τού Άξονα, δεν θα μιλούσαν σήμερα για τέλος τού πολέμου και ούτε αυτό ίσως θα το εόρταζαν.
Αλλά οι ψοφοδεείς πολιτικοί μας το γεγονός αυτό δεν το αναδεικνύουν. Τρέμουν μήπως τους κατηγορήσουν, αν σηκώσουν κεφάλι. Και το σημαντικώτερο, αποκλείουν τα ελληνόπουλα από την γνώση τής ιστορίας (τα σχολικά βιβλία δεν αναφέρουν τίποτα), τα αποκόπτουν από την συνειδητοποίηση της προσφοράς των παππούδων τους, τα απομονώνουν από την αίσθηση του καθήκοντος προς την πατρίδα, του χρέους, της εθνικής προσφοράς. Τα καθιστούν άβουλους "πολίτες τού κόσμου", αλλοτριωμένους θαυμαστές αλλοτρίων πραγμάτων και αλληθωριζόντων ηγετών.
Η γνώση, όμως, είναι η καλλίτερη απάντηση σε κάθε πολιτικάντη σοφιστή. Εκείνοι γνωρίζουν ότι «η συν όχλω αμαθία πλείστον κακόν»... Και τους συμφέρει. Ας τους απαντήσει, λοιπόν κι ο λαός με το αρχιλόχειο (Fr. 201) πόλλ’ οίδ’ αλώπηξ, αλλ’ εχίνος έν μέγα (Η αλεπού ξέρει πολλά, ο σκαντζόχοιρος όμως ένα και σπουδαίο)...


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
  Type rest of the post here

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

ΤΙ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΟΥΝ ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΜΑΣ ΠΡΟΓΟΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΥΚΟΣΜΙΑ ΤΩΝ ΟΜΙΛΟΥΝΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ

Του Αντωνίου Α. Αντωνάκου, 
Καθηγητού – Κλασσικού Φιλολόγου, 
Ιστορικού – Συγγραφέως.


Σε προηγούμενο άρθρο αναλύσαμε την σημασία που έχει ο λακωνισμός για έναν πολιτικό ή έναν ομιλητή, εννοώντας με τον όρο αυτό τον σύντομο, περιεκτικό και φιλοσοφημένο λόγο. Η αφορμή γι’ αυτό ήταν μία «κοκορομαχία» μεταξύ δύο βουλευτών του δικομματισμού, οι οποίοι, χωρίς να σεβασθούν τους τηλεθεατές, που τους παρακολουθούσαν, ομιλούσαν συνεχώς με φληναφήματα (δηλαδή, φλυαρίες, μωρολογίες, ανοησίες) και πομφόλυγες (δηλαδή αερολογίες, φούσκες)! Η «μπουρδολογία» κατά το κοινώς λεγόμενον, έδινε και έπαιρνε αλλά και συνεχίζει να δίνει και να παίρνει, κάθε φορά που γίνονται παρόμοιες συζητήσεις. Οι κανόνες τού διαλόγου αλλά και οι στοιχειώδεις κανόνες ομιλίας ουδόλως τηρούνται. Και ο κόσμος αναρωτιέται: Είναι δυνατόν μεγάλοι μορφωμένοι, υποτίθεται σοβαροί, άνθρωποι να μη μπορούν να συζητήσουν ευπρεπώς πάνω σε ένα θέμα, ούτως ώστε να γίνουν κατανοητοί στους πολίτες που τους παρακολουθούν; Ξεκίνησα, λοιπόν, να αναλύω τι γινόταν στην Ελλάδα της κλασσικής εποχής, τότε που οι εφευρέτες τής Δημοκρατίας πρόγονοί μας είχαν φροντίσει να θωρακίσουν την ελευθερία του λόγου από αυτούς, που κατ’ επάγγελμα δεν απαντούσαν αλλά διέκοπταν, αερολογούσαν και γενικά εφέροντο απρεπώς προς τους συνομιλούντες και τους ακροατές! Μετά την έννοια τού λακωνισμού, λοιπόν, που αναλύσαμε στο προηγούμενο άρθρο μας, ερχόμαστε τώρα να αναλύσουμε το θέμα της ευκοσμίας των ομιλούντων!
Ένα κείμενο τού Αισχίνη [22,1-10] παρουσιάζει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, σχετικά με το θέμα τής ευκοσμίας των ομιλούντων. Ας παρακολουθήσουμε την σκέψη του:
«... νυνί μέλλω λέγειν, περί των άλλων Αθηναίων. Απαλλαγείς γαρ των νόμων τούτων έσκέψατο, τίνα χρή τρόπον συλλεγομένους ημάς εις τας εκκλησίας βουλεύεσθαι περί των σπουδαιότατων πραγμάτων. Και πόθεν άρχεται; «νόμοι», φησί, «περί εύκοσμίας». Από σωφροσύνης πρώτον ήρξατο, ως, όπου πλείστη ευκοσμία εστί, ταύτην άριστα την πόλιν οικησομένην».

Αυτό το απόσπασμα σημαίνει σε απλά ελληνικά: «... Τώρα θα σας πω τι όρισε και για τους άλλους Αθηναίους. Πράγματι ο νομοθέτης, (αφού προνόησε για τα παιδιά και τους νέους), σκέφθηκε με ποιόν τρόπο πρέπει να γίνονται οι συνελεύσεις μας, στις οποίες αποφασίζουμε για τα σπουδαιότερα πράγματα. Και από που, νομίζετε, αρχίζει; "Περί δημοσίας ευκοσμίας". (Αυτός είναι ο τίτλος). Αρχίζει δε από τις τάξεις πού επιβάλλουν σώφρονα ήθη στην δημόσια ζωή, διότι, όταν υπάρχει ή αρετή αυτή, κρίνει ότι άριστα μπορεί να διοικηθεί ή πόλη».
Άρα από το κείμενο του Αισχίνη φαίνεται σαφώς ότι ή δημόσια ευκοσμία των Αθηναίων και κυρίως των αγορητών ήταν σημαντικό πράγμα για τους προγόνους μας. Οπότε, όποιος ήταν φαύλος, δεν διέθετε ευκοσμία και επομένως ήταν εχθρός τής δημοκρατίας, γι’ αυτό και δεν είχε το δικαίωμα τής ισηγορίας.
Ο λόγος «κατά Τιμάρχου» όμως αποτελεί μίαν ανεξάντλητη πηγή πληροφοριών για τους νόμους των Αθηνών. Έτσι ο Αισχίνης στον λόγο του αυτόν [35, 1-14] μας δίνει και κάποιες άλλες σημαντικώτατες πληροφορίες, που αξίζει τον κόπο να τις εξετάσουμε. Ας φέρουμε λίγο στην σκέψη μας σκηνές από το ελληνικό κυνοβούλιο όπου πλείστοι βουλευτές αερολογούν, γενικολογούν, κακολογούν, διακόπτουν αγορεύσεις (θυμηθείτε προσφάτως τον πρώην πρόεδρο της βουλής Απόστολο Κακλαμάνη αλλά και άλλους πολλούς). Τότε θα διαπιστώσετε τι προέβλεπαν οι πρόγονοί μας!
Μας λέγει λοιπόν ο σπουδαίος ρήτορας Αισχίνης ότι «αν κάποιος εκ των ρητόρων, μιλώντας στην βουλή ή στην εκκλησία του δήμου δεν αναφέρεται στο εισφερόμενο προς συζήτηση θέμα, ή ομιλεί όχι χωριστά για έκαστο (κεφάλαιο) (εννοεί αν ομιλεί με γενικολογίες), ή ομιλεί δύο φορές για το ίδιο θέμα ο ίδιος επί της αυτής συνεδριάσεως, ή εξαπολύει ύβρεις, ή αφήνει κακόβουλους υπαινιγμούς εις βάρος κάποιου, ή τον κακολογεί, ή διακόπτει την αγόρευση άλλου, ή ενώ διεξάγεται η συζήτηση μεταξύ άλλων σηκώνεται και παρεμβαίνει χωρίς να του δοθεί ο λόγος και χωρίς να ανέβει στο βήμα, ή κάνει παρατηρήσεις, ή διασύρει τον πρόεδρο, τότε, όταν τελειώσει η συνέλευση, έχουν οι πρόεδροι το δικαίωμα να του επιβάλουν χρηματική ποινή, η οποία καταβάλλεται στους εισπράκτορες τών δημοσίων εσόδων, μέχρι του ποσού των πενήντα δραχμών για κάθε αδίκημα χωριστά». (Των ρητόρων εάν τις λέγη εν τη βουλή η εν τω δήμω μη περί του εισφερομένου, ή μη χωρίς περί εκάστου, ή δις περί του αυτού ο αυτός τής αυτής ή λοιδορήται, ή κακώς αγορεύη τινά, ή υποκρούη, ή χρηματιζόντων μεταξύ ανεστηκώς λέγη περί τού μη επί του βήματος, ή παρακελεύηται, ή έλκη τον έπιστάτην, αφειμένης τής εκκλησίας ή της βουλής κυριευέτωσαν οι πρόεδροι μέχρι πεντήκοντα δραχμών εις έκαστον αδίκημα εγγράφειν τοις πράκτορσιν. Εάν δε πλέονος άξιος ή ζημίας έπιβαλόντες μέχρι πεντήκοντα δραχμών εισφερέτωσαν εις την βουλήν ή εις την πρώτην έκκλησίαν. Όταν δ’ εξίωσιν αι κλήσεις, κρινάτωσαν· και εάν καταγνωσθή αυτού κρύβδην ψηφιζομένων, εγγραψάτωσαν οι πρόεδροι τοις πράκτορσιν.)

Η σημασία λοιπόν του ανωτέρω αποσπάσματος είναι πολύ μεγάλη, διότι μάς αποδεικνύει ότι ή ελευθερία λόγου τού καθενός σταματούσε εκεί που άρχιζε η ελευθερία λόγου του άλλου. Έτσι έπρεπε ο καθένας να σέβεται αυτόν που ομιλεί και να τηρεί τους κανόνες δεοντολογίας μιας δημοκρατικής συζητήσεως, επιτρέποντας στον άλλο να ολοκληρώσει τις σκέψεις του χωρίς διακοπή. Αυτή δε η ευκοσμία των ομιλούντων προστατευόταν με νόμο. Δεν θα έπρεπε λοιπόν να γίνει κάτι παρόμοιο και σήμερα;
Η όλη φιλοσοφία και ή εξήγηση τής σημασίας της ευκοσμίας των ομιλούντων και κυρίως τής μη μακρολογίας δίδεται και από τον Πλάτωνα στον Γοργία, οπού σε μία συζήτηση τού Σωκράτη με τον Πώλο αναφέρονται από τον μεγάλο φιλόσοφο τα έξης:
«ΣΩ. Ω κάλλιστε Πώλε, αλλά τοι εξεπίτηδες κτώμεθα εταίρους και υείς, ίνα επειδάν αυτοί πρεσβύτεροι γενόμενοι σφαλλώμεθα, παρόντες υμείς οι νεώτεροι επανορθώτε ημών τον βίον και εν έργοις και εν λόγοις. και νυν ει τι εγώ και Γοργίας εν τοις λόγοις σφαλλόμεθα, συ παρών επανόρθου - δίκαιος δ’ ει - και εγώ εθέλω των ωμολογημένων ει τι σοι δοκεί μη καλώς ωμολογήσθαι, αναθέσθαι ότι αν συ βούλη, εάν μοι εν μόνον φυλάττης.
ΠΩΛ. Τι τούτο λέγεις;
ΣΩ. Την μακρολογίαν, ω Πώλε, ην καθέρξης, η το πρώτον επεχείρησας χρήσθαι.
ΠΩΛ. Τι δε; ουκ εξέσταί μοι λέγειν όπόσα αν βούλωμαι;
ΣΩ. Δεινά μεντάν πάθοις, ω βέλτιστε, ει Αθήναζε αφικόμενος, ου της Ελλάδος πλείστη εστίν εξουσία τού λέγειν, έπειτα συ ενταύθα τούτου μόνος ατυχήσαις. αλλά αντίθες τοι· σου μακρά λέγοντος και μη εθέλοντος το ερωτώμενον αποκρίνεσθαι, ου δεινά αν αυ εγώ πάθοιμι, ει μη έξέσταί μοι απιέναι και μη ακούειν σου; άλλ' ει τι κήδη τού λόγου τού είρημένου και έπανορθώσασθαι αυτόν βούλει, ώσπερ νυν δη έλεγον, αναθεμένος ότι σοι δοκεί, εν τω μέρει ερωτών τε και ερωτώμενος, ώσπερ εγώ τε και Γοργίας, έλεγχέ τε και ελέγχου. φης γαρ δήπου και συ επίστασθαι άπερ Γοργίας· ή ου;». Το κείμενο αυτό αποδίδεται ως έξης:
«ΣΩ. Μα γι’ αυτό ίσα - ίσα, χαριτωμένε μου Πώλε, φροντίζουμε να έχουμε φίλους και υιούς, νέους κατά την ηλικία, για να μας βοηθάτε, παρόντες σεις οι νεώτεροι, όταν εμείς γερνώντας πέφτουμε σε σφάλματα, και να μας υποστηρίζετε, όπως στο βάδισμα, έτσι και στην συζήτηση. Και τώρα αν κάπως εγώ και ο Γοργίας κάνουμε λάθος στην συζήτηση, έλα συ να μας διορθώσεις. Είναι αυτό δικαίωμά σου. Και εγώ είμαι πρόθυμος, εάν κάτι από όσα παραδεχθήκαμε νομίζεις ότι δεν έγινε αποδεκτό ορθώς, να ανακαλέσουμε ο,τιδήποτε θέλεις, αρκεί μόνο ένα πράγμα να τηρήσεις.
ΠΩΛ. Ποιο είναι αυτό;
ΣΩΚ. Την μακρολογία αν περιορίσεις, με την οποία άρχισες να μιλάς.
ΠΩΛ. Και πώς; Δεν θα μου επιτραπεί να λέω όσα θέλω;
ΣΩΚ. Μεγάλο δυστύχημα θα πάθαινες, φίλε μου, αν, ερχόμενος στην Αθήνα, όπου περισσότερο από κάθε μέρος τής Ελλάδος υπάρχει ελευθερία τού λόγου, αν -λέγω- έπειτα εσύ μόνος θα εστερείσο τού δικαιώματος αυτού. Μα έλα στην θέση μου. Αν εσύ μακρολογείς και δεν θέλεις να απαντάς στις ερωτήσεις μου, δεν θα πάθαινα μεγάλο δυστύχημα, αν δεν μου επιτραπεί να φύγω και να μη σε ακούω; Άλλα εάν πράγματι ενδιαφέρεσαι για την συζήτηση και θέλεις να επανορθώσεις κάτι, καθώς και προ ολίγου έλεγα, τότε λέγοντας ό,τι κρίνεις σκόπιμο και ερωτώντας και ερωτώμενος με την σειρά, όπως εγώ και ο Γοργίας, ανασκεύαζε και άφηνε να ανασκευάζεσαι, διότι ισχυρίζεσαι βέβαια ότι και συ ακριβώς γνωρίζεις όσα και ο Γοργίας ή όχι;».


ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Ή μακρολογία επομένως κατά την διάρκεια τής αγορεύσεως κάνει τον κάθε συνομιλητή ή ακροατή να κουράζεται, να χάνει τον ειρμό των σκέψεων του και τον απομακρύνει από την ουσία της συζήτησης. Η μονοπώληση τού διαλόγου δεν προσφέρει κάτι το ουσιαστικό. Γι’ αυτό και ο κάθε ένας θα πρέπει να μάθει να ερωτά και να ερωτάται, να ανασκευάζει και να ανασκευάζεται. Ας ακολουθήσουν την συμβουλή αυτή οι "παντογνώστες" πολιτικοί και δεν θα βγουν χαμένοι. Ο σεβασμός προς τους συνομιλητές και τους ακροατές, δίνει αξία στην ελευθερία τού λόγου, η οποία είναι η βασική έκφανση τής δημοκρατίας. Εν αντιθέτω περιπτώσει οι "κοκορομαχούντες" πολιτικοί κινδυνεύουν να απολέσουν δια παντός αυτό το δικαίωμα και η δημοκρατία την ίδια την ύπαρξή της!

ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Η ΑΛΛΟΙΩΣΗ ΤΩΝ ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ

Του Αντωνίου Α. Αντωνάκου, 
Καθηγητού – Κλασσικού Φιλολόγου, 
Ιστορικού – Συγγραφέως.

Οι διάφορες όψεις τού διεθνισμού, και ο σκοπός τους είναι ένας και αποβλέπει στο κόψιμο των ριζών. Ο στόχος λοιπόν των διεθνιστών – παγκοσμιοποιητών ήταν πάντοτε οι ρίζες. Ένα δένδρο όσο πιο βαθειές γερές, μεγάλες και δυνατές ρίζες έχει, ακόμη κι αν το κόψουν θα μπορέσει και πάλι στο μέλλον να βλαστήσει, να βγάλει νέα κλαδιά, νέα φύλλα, και να ανθίζει ες αεί παίρνοντας δύναμη από τους ζωογόνους χυμούς αυτών των ριζών. Ο ποιητής το έχει αποδώσει πολύ παραστατικά: «Μη φοβηθείς το δένδρο που άπλωσε τις ρίζες του βαθιά στο χώμα...κι ας σπάσει το κορμί του ο άνεμος και τα πυκνά κλαδιά του ακόμα»!
Στην τραγωδία τού Αισχύλου «Αγαμέμνων» (στ. 966-967) υπάρχει η πεμπτουσία της ελληνικής συνέχειας. «ρίζης γαρ ούσης φυλλάς ίκετ’ εις δόμους σκιάν υπερτείνασα Σειρίου Κυνός», που αποδίδεται «διότι, όταν η ρίζα ζη, το δένδρο βγάζει φύλλα κι απ’ το σπίτι επάνω μες στα Κυνικά καύματα (στην κάψα του καλοκαιριού) την σκια του απλώνει».
Ποιες λοιπόν είναι αυτές οι ρίζες; Ο Κίσσιγκερ τις προσδιόρισε ως «Γλώσσα, Θρησκεία, Πολιτιστικά και Ιστορικά αποθέματα». Ο Ηρόδοτος, όμως, θεωρούσε ως χαρακτηριστικές ρίζες τού ελληνικού έθνους και άλλα πράγματα, τα οποία, κατά έναν περίεργο τρόπο, άρχισαν όλα να αποδομούνται. Κατ’ αυτόν (Βιβλίο 8ο «Ουρανία»144,14-16) «αύτις δε το Ελληνικόν, εόν όμαιμόν τε και ομόγλωσσον, και θεών ιδρύματά τε κοινά και θυσίαι ήθεά τε ομότροπα». Άρα το κοινό αίμα (καταγωγή, DNA), η κοινή γλώσσα, οι κοινές παραδόσεις, η ιστορία, τα ήθη, τα έθιμα, καθώς και τα κοινά θρησκευτικά "πιστεύω" ήσαν εκείνα, τα οποία κατέτασσαν τους Έλληνες στο ίδιο Έθνος. Το Ελληνικό! Αυτά τα χαρακτηριστικά αποτελούσαν τις ρίζες του!
Στην Αμερική για παράδειγμα την "πανσπερμία λαών" αυθαιρέτως την ονομάζουν "έθνος", για να δηλώσουν και σ’ εμάς ότι δεν έχει καμμιά σημασία που στην Ελλάδα υπάρχουν 3.000.000 λαθρομετανάστες, μαύροι, κίτρινοι, ερυθρόδερμοι. Μόλις αυτοί πάρουν την "υπηκοότητα" όλοι θα λεγόμαστε "Έλληνες". Κι εμείς, που οι παππούδες μας πολέμησαν γι’ αυτήν την πατρίδα αλλά και οι λαθραίοι, που βρήκαν μία χώρα ελεύθερη εξ αιτίας εκείνων, για να την κατακτήσουν σήμερα διά "νομιμοποιημένων παρανομιών".
Αυτά βεβαίως μεθοδεύθηκαν με χειρουργική ακρίβεια. Πρώτα άφησαν τα σύνορά μας διάτρητα με αποτέλεσμα κάθε ημέρα να εισέρχεται ένα χωριό λαθρομεταναστών. Στην συνέχεια τους εγκλώβισαν εδώ με το "Δουβλίνο 2". Και μετά, άλλους οδήγησαν στην επαρχία, επανδρώνοντας ολόκληρα χωριά και άλλους στην Αθήνα, περιθωριοποιώντας το κέντρο της. Έπειτα άλλαξαν το δίκαιο αίματος σε δίκαιο εδάφους. Έτσι, έδωσαν σε αυτούς αφειδώς υπηκοότητες. Ηλίθια πολιτικά πρόσωπα δήλωσαν ότι θα σωθεί η Ελλάδα τοιουτοτρόπως από την υπογεννητικότητα. Μετά άφησαν τους λαθρομετανάστες να κάνουν ό,τι θέλουν. Απέκτησαν προτεραιότητα παντού. Στα σχολεία, στους παιδικούς σταθμούς, στα πανεπιστήμια, στα νοσοκομεία κ.λπ.
Ακολούθησε η φορολόγηση της ελληνικής οικογενείας, "απλής τε και πολυτέκνου". Απέτρεψαν τοιουτοτρόπως τους νέους τής Ελλάδος από το να δημιουργήσουν οικογένεια στην πατρίδα τους. Τους στέρησαν ακόμη το δικαίωμα τής εργασίας, παρ’ όλες τις σπουδές τους. Ο στόχος προφανής: τους οδηγούν στο εξωτερικό έτοιμους και σπουδασμένους για εργασία, όπου είναι βέβαιον ότι εκεί οι περισσότεροι θα αλλοτριωθούν, θα νυμφευθούν αλλοδαπές και σε μία γενιά τα παιδιά τους, αποκτώντας την νοοτροπία τού νέου κράτους, θα χάσουν γλώσσα και ελληνική ταυτότητα. Έτσι, στο "γωνιακό οικόπεδο" που λέγεται "Ελλάς", θα απομείνουν κάποιοι λίγοι Έλληνες, οι γέροντες, οι λαθρομετανάστες, ο υπόκοσμος, και μία ειδική κατηγορία, που αποκαλούνται "πολιτικοί", οι οποίοι μέσω διαφόρων μορφών γενιτσαρισμού θα προσκυνούν περιστασιακώς, τουρμπάνια, τιάρες και αγορές, δηλαδή αγοραστές μιας πατρίδας που δεν τους ανήκει, που δεν την είχαν ποτέ. Οπότε, λαθρομετανάστες και γηγενείς θα ανακατευθούν δίνοντας μία εικόνα εκφυλισμού, αφού θα ισχύσει το «ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουνε γίνει ροζ».
Κι όμως! Κι αυτός ο στόχος είχε προαναγγελθεί από τους θεωρητικούς τής παγκοσμιοποίησης. Πριν πολλά χρόνια ένας από τους βασικούς εμπνευστές τής διαδικασίας τής ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης ο Richard Coudenhove Kalergi στο βιβλίο του «Praktischer Idealismus»: γράφει μεταξύ άλλων ότι «... οι κάτοικοι των μελλοντικών Ηνωμένων Πολιτειών τής Ευρώπης δεν θα είναι οι παλαιοί λαοί τής Γηραιάς Ηπείρου, αλλά ένα είδος υπανθρώπων που θα προέρχονται από επιμιξία ... οι λαοί της Ευρώπης θα διασταυρωθούν με ασιατικές και έγχρωμες φυλές, έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένα πολυεθνικό κοπάδι χωρίς ποιότητα και εύκολα ελεγχόμενο από την άρχουσα τάξη...» (ΠΑΡΟΝ, 27-1-2013, σελ. 30). Τι λέτε λοιπόν; Δεν το βλέπετε σήμερα; Απορείτε ακόμη;
Μαζί με το κοινό αίμα, λοιπόν, το σχέδιο των διεθνιστών στόχευσε και την γλώσσα. Μία γλώσσα χιλιάδων ετών, μέσω "ειδικών" πανεπιστημιακών (εννοώ "ειδικών" στις καταστροφές τών γλωσσικών φαινομένων) κατήντησε από "ύψιστο εργαλείο τού νου" σε "όργανο ανοησιών". Οι "ειδικοί" κατήργησαν το πολυτονικό, το λογισμικό ευφυΐας τών Ελλήνων, την ιστορική ορθογραφία, την ιστορική γραμματική, τις προθέσεις, την γ΄ κλίση, η οποία περιελάμβανε το 70% των ελληνικών ονομάτων και όσα δεν τα ενέταξαν στις άλλες δύο (π.χ. "ο μύωψ" που έγινε "ο μύωπας"), τα κατάντησαν άκλιτα (π.χ. "η κυρία Κοντολέων", "της κυρίας Κοντολέων", "ο Σπυρίδων", "του Σπυρίδων" κ.λπ.) Και αυτό κάποιοι "ειδικοί" το λένε γλώσσα!
Όσον αφορά τις γιορτές, απαξίωσαν τα πάντα. Σκεφθείτε μόνο πώς εορτάζονταν 28η Οκτωβρίου και 25η Μαρτίου πριν λίγα χρόνια και δείτε σήμερα. Αντί πολιτικοί και δάσκαλοι να τονίζουν τα μηνύματα ενός Αγώνα, που μας ανέστησε ως Γένος, δηλαδή του 1821, αμφισβητούν ποιοι πολέμησαν, περνούν την μαρξιστική άποψη ότι η Παλιγγενεσία δεν ήταν εθνικός Αγώνας αλλά ταξικός εναντίον τών κοτσαμπάσηδων, θεωρούν τους Αρβανίτες Αλβανούς κι ότι εκείνοι (οι Αλβανοί δηλαδή) έκαναν τον Αγώνα, απαξιώνουν την συμβολή τών κληρικών στην Επανάσταση κ.λπ. Για το 1940, περνούν την άποψη ότι το ΟΧΙ δεν το είπε ο Μεταξάς αλλά ο ελληνικός λαός, ότι η εθνική αντίσταση ήταν ο ΕΛΑΣ και ο Βελουχιώτης, Γράμμος και Βίτσι γίνονται αντικείμενο ιστορικής καπηλείας από τους ηττημένους και αγνοούνται από τους νικητές, κ.λπ.
Παντού παγκόσμιες γιορτές, υποβάθμιση τών ελληνικών, αποκατάσταση "δήθεν μύθων", όπως το "κρυφό Σχολειό" κ.λπ. "Πανεπιστημιακοί", αμφιβόλου επιστημονικής αξίας, αναλαμβάνουν να ισοπεδώσουν και να εξαφανίσουν τους αγώνες των προγόνων μας μέσω συμφωνιών τύπου συμβατικής ιστορίας (συμφωνία Παπανδρέου - Τζεμ) και, επομένως, μέσω νέων "ιστορικών γραμμών", τύπου "συνωστισμού στην παραλία", περνώντας τους μάλιστα στα σχολικά βιβλία και την τρυφερή ψυχή τών παιδιών.
Όσο για το ομόθρησκον, ο στόχος είναι να πλήξουν την Ορθοδοξία. Στην αρχή, αφαίρεσαν το θρήσκευμα από τις ταυτότητες. Πριν λίγο καιρό μάλιστα αριστερός, δηλαδή διεθνιστής, "πανεπιστημιακός", τάραξε τα νερά με την δήλωσή του ότι "πρέπει οι ορθόδοξοι χριστιανοί να πληρώνουν τους μισθούς των ιερέων". Στόχος, όταν αυτό θα γίνει οι ορθόδοξοι, που θα έχουν οικονομικό πρόβλημα, να κάνουν "δήλωση αθεΐας" για να γλυτώσουν την οικονομική επιβάρυνση. Το μάθημα των θρησκευτικών, βαίνει συνεχώς απαξιούμενο. Ο σχολικός εκκλησιασμός σταμάτησε, όπως και η προσευχή σε σχολεία προοδευτικής διοικήσεως. Οι δηλώσεις απαλλαγής από το μάθημα των θρησκευτικών κάθε χρόνο είναι όλο και περισσότερες κ.λπ. Την γραμμή τής παγκοσμιοποίησης, την περνούν, ακόμη και μέσα από την εκκλησία, μέσω ιεραρχικών εντολών, όπως "μόνο χριστιανικά ονόματα" στις βαπτίσεις κι όχι ελληνικά, "πρώτα χριστιανός" ή "μόνο χριστιανός", βάζοντας στο περιθώριο ότι εμείς οι Έλληνες δεν είμαστε γενικώς χριστιανοί αλλά "ελληνορθόδοξοι", τονιζομένης τής ελληνικότητός μας. Αλλά ως προς αυτό θα επανέλθω με άλλο άρθρο.

Αγαπητοί συνέλληνες. Ο εχθρός είναι ήδη εντός τών τειχών. Μεταμφιεσμένος. Με προσωπεία. Εξ άλλου κι ο ποιητής έχει γράψει ότι "έφθασαν ντυμένοι φίλοι πολλές φορές οι εχθροί μου". Σκοπός εκείνων είναι να μας καταστρέψουν. Σκοπός δικός μας να μη τους αφήσουμε. Χρέος προς τους προγόνους μας και προς τα παιδιά μας. Σύνθημά μας, τα λόγια τού νεαρού, πλην μεγίστου ήρωος του Κυπριακού Αγώνος Ευαγόρα Παλληκαρίδη, που πρέπει να αποτελούν το σύνθημα αλλά και την πεμπτουσία κάθε ελληνικής ψυχής:
«Μπορεί σε κάποια μάχη,
γραμμένο η μοίρα νά ’χει,
να μη γυρίσουμε...
Μα πάμε με καμάρι,
και λέμε "όποιον πάρει"...
και θα νικήσουμε!»


 
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

ΕΝΑ ΜΑΘΗΜΑ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗΣ ΩΣ ΜΑΘΗΜΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ «ΕΘΕΛΟΘΥΤΟΝ» ή «ΣΦΑΓΙΑΣΜΟΣ»;

(Γλωσσικές σοφιστικές διαστρεβλώσεις νοημάτων)
Του Αντωνίου Α. Αντωνάκου
Καθηγητού – Κλασσικού Φιλολόγου
Ιστορικού – Συγγραφέως


 Θεωρώ ότι οι κοσμοεξουσιαστές κάπου έχουν χάσει τον λογαριασμό προκειμένου να δικαιολογήσουν τάχα σαν σωστές, τις αναγκαίες κατ’ αυτούς αλλά κυρίως τις μη αποδεκτές από τον λαό δικές τους άφρονες πράξεις και ενέργειες. Όχι ότι τους ενδιαφέρει η γνώμη των αναλωσίμων για την εξουσία τους υπηκόων, εφ’ όσον οι ίδιοι μεθόδευσαν την καταστροφή τού έθνους μέσω της διαστρεβλώσεως της ιστορίας, της εκλύσεως των ηθών, της αλλοιώσεως των παραδόσεων και κυρίως της καταστροφής τής γλώσσας, της απλοποιήσεως των λέξεων και των νοημάτων, με αποτέλεσμα τον ακρωτηριασμό τού νου. Ας αναλύσουμε μια τέτοια παράμετρο για να καταλάβουμε όχι μόνο το μέγεθος της γλωσσικής καταστροφής αλλά και την παραπλάνηση των ελλήνων λόγω τής μη κατανοήσεως αυτών των παραμέτρων. Επειδή τα τελευταία τέσσερα χρόνια πολλά ακούμε τάχα για θυσίες τού ελληνικού λαού, ας πάρουμε να αναλύσουμε την λέξη "θυσία", την οποία τα λεξικά...
(στην συγκεκριμένη περίπτωση χρησιμοποιήθηκε το Μείζον Ελληνικό Λεξικό Τεγόπουλου -Φυτράκη) ερμηνεύουν ως "τελετουργική, αιματηρή ή αναίμακτη προσφορά σε θεότητα | (μτφ.) θεληματική στέρηση υλικού ή ηθικού αγαθού, προκειμένου να επιτευχθεί κάποιος σκοπός ή να ευεργετηθεί κάποιο πρόσωπο". Το ουσιαστικό αυτό, βεβαίως, λαμβάνει άλλη έννοια αναλόγως του αριθμού (θυσίες ή θυσία) και κυρίως αναλόγως τού υποκειμένου. Π.χ. η φράση "οι θυσίες τού ελληνικού λαού" δηλώνει ότι ο ελληνικός λαός κάνει τις θυσίες (η γενική "του λαού" είναι γενική υποκειμενική = ο λαός κάνει θυσίες, δρα, δηλαδή, ως υποκείμενο). Ενώ η φράση "η θυσία τού ελληνικού λαού" δηλώνει ότι ο ελληνικός λαός θυσιάζεται (η γενική "του λαού" είναι γενική αντικειμενική = ο λαός θυσιάζεται, δέχεται δηλαδή την ενέργεια της θυσίας)! Θα μου πείτε λεπτά γράμματα. Κι όμως από κάτι τέτοια "λεπτά γράμματα", τα οποία τώρα πια δεν διδάσκονται και τα παλαιότερα χρόνια εδιδάσκοντο με λανθασμένο τρόπο, οι γνώστες τής ελληνικής χαρακτηρίζονται "ευφυείς" ή "ανόητοι"!
Συγκρατήσατε λίγο την νεοελλαδικώς λεξικογραφημένη ερμηνεία τής λέξεως "θυσία", την οποία προαναφέραμε και σε λίγο θα καταλάβετε γιατί. Διότι αν και είναι πράγματι σωστός ο γενικός χαρακτηρισμός όσον αφορά στο ουσιαστικό "θυσία" (χωρίς αναφορά σε ό,τι ιδιαίτερο αναλύσαμε), στην περίπτωση των ρημάτων οι πραγματικές έννοιες της σημασίας τους έχουν μεταβληθεί παρατύπως σε ..."μεταφορικές"! Και εξηγώ τι ακριβώς εννοώ.
Από την λέξη "θυσία" προέρχεται το ρήμα "θύω" ή "θυσιάζω", το οποίο αναφέρουν τα νεοελλαδικά λεξικά. Στο ρήμα "θυσιάζομαι", όμως έχουν μόνο ...μεταφορική έννοια! Συγκεκριμένα το "Λεξικό Τεγόπουλου – Φυτράκη" αναφέρει ότι «θυσιάζομαι... (μτφ.) = είμαι πρόθυμος να προσφέρω τα πάντα για την εξυπηρέτηση προσώπων ή ιδεών ή καταστάσεων κ.τ.λ.». Κατά σύμπτωση, η μεταφορική αυτή έννοια εξυπηρετεί θαυμάσια τον σκοπό τών θυτών. Δηλώνει «προθυμία να προσφέρει τα πάντα για την εξυπηρέτηση προσώπων (δηλαδή Μέρκελ, τρόϊκα) ή ιδεών (παγκοσμιοποίηση) ή καταστάσεων (χρέος)». Δυστυχώς, μόνο μεταφορικώς και όχι νοητικώς, διότι τότε, ίσως να υπήρχαν κάποιες αντιδράσεις!
Αυτό που πρέπει να εξηγήσουμε και πάλι από την αρχή είναι κάποια γνωστά και αυτονόητα πράγματα, τα οποία οι νεοελλαδίτες "ειδικοί" έχουν φροντίσει να περιβάλουν διά της σιγής [(θνάσκει δε σιγαθέν καλόν έργον– Πίνδαρος, (Πινδάρου Αποσπάσματα, Fr.121,4.)] ή διά της καταργήσεως. Είναι ότι η ελληνική γλώσσα έχει δύο φωνές και τρεις διαθέσεις: "Ενεργητική και μέση φωνή" και "ενεργητική, μέση και παθητική διάθεση". Τι σημαίνει όμως "φωνή"; "Φωνή" ως όρος τής γραμματικής σημαίνει "πώς φωνάζουμε μια λέξη", ποια κατάληξη, δηλαδή, της δίνουμε για να την ξεχωρίσουμε. Έτσι στο ρήμα "λύω" η κατάληξη -ω- δηλώνει την ενεργητική φωνή. Η διάθεση, όμως, δηλώνεται με τον τρόπο, που κάνουμε κάτι. Πώς δηλαδή διαθέτουμε τον εαυτό μας. Αν τον διαθέτουμε ενεργητικά, αν κάνουμε μία ενέργεια, τότε και η διάθεση είναι ενεργητική.
Στην μέση φωνή, τώρα, η κατάληξη είναι "-ομαι". Ό,τι φωνάζουμε, επομένως, με αυτή την κατάληξη ανήκει στην μέση φωνή, π.χ. "λύ-ομαι". Η διάθεση, όμως, του ρήματος αλλάζει αναλόγως του πώς διαθέτουμε τον εαυτό μας. Αν είμαστε εμείς π.χ. το μέσον για να δεχθούμε μία ενέργεια, τότε και η διάθεση είναι "μέση". Π.χ. "λύ-ομαι" (μόνος μου, όμως, χωρίς την μεσολάβηση κάποιου). Εδώ λοιπόν έχουμε "μέση διάθεση" (λύω εμαυτόν). Όταν όμως κάποιος άλλος μεσολαβήσει για να δεχθούμε εμείς αυτή την ενέργεια, τότε εμείς παθαίνουμε κάτι από κάποιον άλλο. Υπάρχει δηλαδή το λεγόμενο "ποιητικό αίτιο" και η διάθεση είναι παθητική, π.χ. "λύ-ομαι" (υπό τινος). Μία φωνή, λοιπόν, (λύ-ομαι), δύο όμως διαθέσεις (μέση και παθητική).
[Για καθαρά τυπικούς λόγους η "φωνή" αποδίδεται στο "α΄ ενικό πρόσωπο της οριστικής του ενεστώτα", ουσιαστικώς, όμως, ισχύει και για τις καταλήξεις τών υπολοίπων προσώπων όλων των χρόνων και των εγκλίσεων. Και αν μεν η διάθεση είναι παθητική, διακρίνεται αμέσως ο παθητικός μέλλων (θυσιασθήσομαι) και ο παθητικός αόριστος (εθυσιάσθην). Στον ενεστώτα, όμως, καθώς και στον παρατατικό, τον παρακείμενο και τον υπερσυντέλικο, χρόνοι στους οποίους οι καταλήξεις τόσο στην "μέση" όσο και στην "παθητική" διάθεση είναι ίδιες, τότε πρέπει να παρέμβει η νοητική λειτουργία, να χρησιμοποιήσουμε δηλαδή το μυαλό μας για να κατανοήσουμετην ιδιαίτερη σημασία].
Σήμερα οι "ειδικοί" κατήργησαν στα νεοελλαδικά την "μέση φωνή" (και μαζί με αυτή και την μέση διάθεση, "διαθέτοντας" τις πράξεις που αυτή δήλωνε τάχα σαν ...μεταφορικές) και χρησιμοποιούν πλέον μόνο "ενεργητική" και "παθητική" φωνή, μεταφράζοντας επ’ακριβώς τον αγγλικό όρο "passive voice" και αφήνοντας έτσι το ύψιστο εργαλείο τού νου, την ελληνική γλώσσα, στην τύχη του.
Πάμε τώρα στο ρήμα "θύω". Είναι ενεργητικής φωνής και ενεργητικής διαθέσεως. Το ρήμα "θύ-ομαι", όμως, είναι οπωσδήποτε μέσης φωνής (το φωνάζουμε δηλαδή με την κατάληξη -ομαι), πρέπει όμως να σκεφθούμε για να δηλώσουμε την διάθεση. Εννοώ ότι αν εμείς είμαστε το μέσον για την θυσία, δηλαδή αν η διάθεση είναι "μέση", τότε υπάρχει το "εθελόθυτον" (ημείς θυσιάζομεν εμαυτούς). Τέτοιες παρόμοιες περιπτώσεις είχαμε σε όλες τις σημαντικές αναμετρήσεις τής ελληνικής ιστορίας. Στον Μαραθώνα, στην Σαλαμίνα, στις Θερμοπούλες, στις Πλαταιές, στην Αλαμάνα, στην Γραβιά, στο Μανιάκι, στην έξοδο του Μεσολογγίου, στον χορό τού Ζαλόγγου, στην Αραπίτσα, στον Μακεδονικό Αγώνα, στο ΟΧΙ του ’40, στο οχυρό Ρούπελ, στην θυσία του Κουκκίδη και στην Εθνική Αντίσταση, στον Αγώνα τής ΕΟΚΑ και σε άπειρες άλλες. Εδώ το ρήμα "θυσιάζ-ομαι" είναι και μέσης φωνής και μέσης διαθέσεως (θέλω δηλαδή και θυσιάζω εμαυτόν), υπάρχει δηλαδή το "εθελόθυτον"..
Όταν όμως έχουμε "παθητική διάθεση", τότε "θυσιάζομαι εγώ από κάποιον άλλο (ποιητικό αίτιο) χωρίς όμως την θέλησή μου". Οδηγούμαι δηλαδή ως "πρόβατον επί σφαγήν", παθαίνω κάτι από κάποιον άλλο. Η Ιφιγένεια, για παράδειγμα, εθυσιάσθη υπό του Αγαμέμνονος, χωρίς την θέλησή της, διότι επίστευε ότι πήγαινε στην Αυλίδα να παντρευθεί τον Αχιλλέα. Δεν εθυσίασε η ίδια εμαυτόν. "Εθυσιάσθη" υπό του πατρός. Άρα εδώ το ρήμα "θυσιάζομαι" είναι μέσης φωνής αλλά παθητικής διαθέσεως υπάρχει δε και ποιητικό αίτιο. Το νόημα δηλαδή είναι τελείως διαφορετικό.
Καταλαβαίνετε, τώρα, αγαπητοί φίλοι, γιατί "η μέση φωνή με παθητική διάθεση" έγινε μόνο "παθητική φωνή" (passive voice); Γιατί τα πραγματικά νοήματα της μέσης φωνής απέκτησαν "μεταφορική" έννοια; Γιατί εξηφανίσθη η "μέση φωνή"; Για να έρχονται σήμερα οι εξουσιαστές και τα εδώ κοινοβουλευτικά φερέφωνά τους και να ομιλούν για τις «θυσίες τού ελληνικού λαού»! Θυσίες, όμως, τις οποίες ο ελληνικός λαός δεν τις έκανε οικειοθελώς. Εξηναγκάσθη εις θυσίαν, "εθυσιάσθη υπό των δανειστών και των εδώ φερεφώνων" τους και "δεν εθυσίασε ο ίδιος εμαυτόν". Έτσι είναι: Άλλο "επιλέγω να θυσιασθώ" και άλλο "με θυσιάζουν" άλλοι! Άλλο η επιλογή και άλλο η επιβολή!
Ας σταματήσουν, λοιπόν, να ομιλούν οι πολιτικοί μας και οι δανειστές τάχα για «θυσίες τού ελληνικού λαού» αλλά να λένε την αλήθεια, την οποία η ίδια η ελληνική γλώσσα εκφράζει διά των νοημάτων της! Ότι, δηλαδή, "αυτοί οι ίδιοι θυσίασαν τον ελληνικό λαό" (ενεργητική φωνή και διάθεση) ή ότι ο ελληνικός λαός "εθυσιάσθη υπ’αυτών" (μέση φωνή με παθητική διάθεση). Έτσι, για να υπάρχει και το ποιητικό αίτιο, που θα τους δείχνει κάθε φορά και θα τους αποκαλύπτει, για να ξεχωρίζουν οι "σφαγιαστικές θυσίες" τους από τις "οικειοθελείς", τις "εκούσιες θυσίες" τών Ελλήνων προς χάριν τής Ελευθερίας και της σωτηρίας τής Πατρίδος!


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2015

ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ ΦΙΛΟΛΟΓΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΑΝΤΩΝΑΚΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ '40 : ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΑΝΑΣΤΗΜΑ

Γράφει ο Αντώνιος Α.Αντωνάκος
Καθηγητής-Φιλόλογος
Ιστορικός Συγγραφέας


 Σήμερα που οι ταγοί της Ελλάδος οδήγησαν την πατρίδα μας με τις κλεψιές, τα σκάνδαλα, τον αφελληνισμό και τόσες άλλες άτιμες, ανέντιμες και ανθελληνικές ενέργειες, και με την ευκαιρία της 75ης επετείου από την ημέρα της Δόξας, την 28η Οκτωβρίου 1940, και του δημιουργού της Ιωάννου Μεταξά, οφείλουμε να κάνουμε κάποιες σκέψεις και κάποιους παραλληλισμούς, οι οποίοι θα μας οδηγήσουν σε ωρισμένα πολύ σπουδαία συμπεράσματα...

Πολλοί έμειναν με ανοικτό το στόμα, όταν είδαν την περηφανή Νίκη των Ελλήνων εναντίον των Ιταλών το 1940. Απόρησαν πως ήταν δυνατόν να νικήσουν μία χούφτα Έλληνες την μεγάλη πολεμική μηχανή των Ιταλών με τα εκατοντάδες αεροπλάνα, κανόνια, τανκς κ.λπ. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν πως εμείς που πολεμήσαμε με τα αεροσκάφη του Α  παγκοσμίου πολέμου, που ήσαν γεμάτα ποντίκια, τα οποία σε κάθε στροφή του αεροσκάφους έκαναν θόρυβο πέφτοντας στην μία η την άλλη μεριά, διαλύσαμε, με ένα από αυτά, τα αεροπλάνα διώξεως της ιταλικής αεροπορίας στο αεροδρόμιο της Κορυτσάς! (Ο πιλότος που έκανε αυτήν την ανδραγαθία, είναι ο αδελφός του πατρός μου, τότε νεαρός Ανθυποσμηναγός και μετέπειτα αρχηγός της Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας, πτέραρχος Γεώργιος Ν. Αντωνάκος).

Ο σχεδιασμός της Νίκης, όμως, είχε γίνει από τον πρωτεργάτη της Ιωάννη Μεταξά, εμπρός στον οποίον υπεκλίθησαν άπαντες! Και τούτο, διότι ο Ιωάννης Μεταξάς διέψευσε τις Κασσάνδρες για την αδυναμία της Ελλάδος να αντιμετωπίση τους Ιταλούς. Αυτό είναι πλέον ένα αδιαμφισβήτητο γεγονός!



Το τι νόμιζαν οι μυστικές υπηρεσίες για την προετοιμασία της Ελλάδος και την δυνατότητά της να αντιμετωπίση έναν πόλεμο, φαίνεται από τα μυστικά αρχεία του Φόρεϊν Όφις, όπως αυτά δημοσιεύθηκαν από τις Εκδόσεις ΠΑΠΥΡΟΣ το 1971 (σελ. 64). Γράφουν λοιπόν τα εξής:

 «Υπάρχει εν τούτοις μία άλλη κατάστασις, η οποία δυνατόν να απεδεικνύετο σοβαρωτέρα, εάν ο στρατηγός Μεταξάς έλεγεν, ως είπε το 1910, ότι ο στρατός δεν ήταν εις θέσιν να συμμετάσχη στην εκστρατεία, την οποία οι Σύμμαχοι ενδέχεται να υποχρεωθούν να αρχίσουν στα Βαλκάνια. Θα ηδύνατο και πάλιν, και δικαιολογημένως, να πη ότι οι Σύμμαχοι έχουν παραγνωρίσει τις ελληνικές εκκλήσεις για εξοπλισμό και πρέπει να υποστούν τις συνέπειες. Υπάρχουν εκείνοι, ιδία μεταξύ των συγχρόνων και των πολιτικών αντιπάλων του Προέδρου της Κυβερνήσεως, που είναι πεπεισμένοι ότι θα υιοθετούσε, εάν ήταν δυνατόν, μίαν παρομοίαν στάσιν.

Και πάλιν, εάν η ελληνική κυβέρνησις διέτασσε επιστράτευσιν χωρίς να υπάρξη επίθεσις και εάν η επιστράτευσις αύτη διαρκούσε επί πολύ, όπως κατά τον τελευταίο πόλεμο, ενδέχεται και είναι πιθανώτατο ότι θα υπήρχαν σοβαρές διαταραχές λόγω κακής διοργανώσεως. Η χώρα αυτή, και σε ομαλούς ακόμη καιρούς, ζη απρογραμμάτιστα και δεν υπάρχει λόγος να πιστεύσωμε ότι μία επιστράτευσις δεν θα εσήμαινε περαιτέρω ταλαιπωρίες για τους στρατιώτες. Η 'Ελλας είναι μία πτωχή χώρα και ο στρατός δεν ημπορεί να είναι καλώς εξωπλισμένος για πόλεμο. Οι επικοινωνίες είναι ελλιπείς και οι διοικητικές υπηρεσίες ακόμη και ενός πρώτης τάξεως στρατού θα υφίσταντο δοκιμασίαν».



Αυτήν την εντύπωση, αγαπητοί φίλοι, ήθελε ο Μεταξάς να έχουν οι άλλοι για την Ελλάδα. Ο ίδιος βεβαίως, μέσα από το δίκτυο επιστράτευσης που είχε εκπονήσει, ήξερε ότι μπορούσε να στείλη σε λίγες ημέρες πολλές δεκάδες χιλιάδες στρατιώτες στα σύνορα, όπως το έκανε.

Οι άλλοι δεν το ήξεραν και έγραφαν «εάν η επιστράτευσις αύτη διαρκούσε επί πολύ, όπως κατά τον τελευταίο πόλεμο, ενδέχεται και είναι πιθανώτατο ότι θα υπήρχαν σοβαρές διαταραχές λόγω κακής διοργανώσεως»... Και λίγο μετά «...δεν υπάρχει λόγος να πιστεύσωμε ότι μία επιστράτευσις δεν θα εσήμαινε περαιτέρω ταλαιπωρίες για τους στρατιώτες».

Ο Μεταξάς, όμως, κατάφερε και τους κορόϊδεψε όλους. Κορόϊδεψε τις μυστικές υπηρεσίες των Άγγλων. Είχε γύρω του ανθρώπους έμπιστους και φιλοπάτριδες και όχι μίσθαρνα όργανα ξένων συμφερόντων. Έπαιρνε πληροφορίες από παντού και μεθόδευε τα πάντα, έχοντας ο ίδιος τον τελικό έλεγχο.

Για την ακρίβεια των όσων αναφέρω θα παραθέσω ένα περιστατικό από το εξαίρετο σύγγραμμα του Κωνσταντίνου Πλεύρη «Ιωάννης Μεταξάς - Βιογραφία», εκδόσεις «Νέα Θέσις», με τίτλο κεφαλαίου «Προγραμματισμένο δείπνο για τον Γκράτσι». Το περιστατικό αυτό δείχνει ότι ο Μεταξάς είχε πάντα τον τελικό έλεγχο! Γράφει λοιπόν ο Κ. Πλεύρης.

 «Από τις εγγραφές στο «Ημερολόγιο» του μηνός Οκτωβρίου 1940 φαίνεται καθαρά, ότι ο Μεταξάς εγνώριζε ότι επίκειται επίθεση και την περίμενε.

Πέραν από τις πληροφορίες των Ελληνικών Μυστικών Υπηρεσιών υπήρξε κάποιο συναρπαστικό γεγονός που εδραίωσε την πεποίθηση του Μεταξά ότι οι Ιταλοί θα επιτεθούν εναντίον μας μέσα στον 'Οκτωβριο.

Ο Μανιαδάκης προκειμένου να συγκεντρώση πληροφορίες επενόησε το ακόλουθο τέχνασμα. Παρεκάλεσε την κοσμική κυρία Ρετσίνα, της μεγάλης βιομηχανίας υφασμάτων, να παραθέση προς τιμήν του Ιταλού Πρεσβευτού Γκράτσι δείπνο και να βάλη δίπλα στον Ιταλό στρατιωτικό ακόλουθο να καθήση κάποιος Έλλην της κατασκοπείας.

Πράγματι η κυρία Ρετσίνα ωργάνωσε στο «Μαξίμ» δεξίωσιν στην οποίαν προσεκλήθησαν οι Ιταλοί επίσημοι και πολύς κόσμος. Καθώρισε τις θέσεις στο τραπέζι έτσι όπως της εζήτησε ο Μανιαδάκης.

Ο Παξινός (Δ/ντης κατασκοπείας) εκάλεσε τον νεαρό υπαστυνόμο Ε. Σπηλιόπουλο, που ήξερε Ιταλικά, και τον διέταξε να πάρη για συνοδό του μία ωραία δεσποινίδα από νυκτερινό κέντρο, δήθεν ως μνηστή του, και να παρακολουθή προσεκτικά τις συζητήσεις μεταξύ των Ιταλών.

Κατά την διάρκειαν του δείπνου η κυρία Ρετσίνα έκανε πρόποσιν υπέρ του Μουσσολίνι και της Ιταλίας κ.λπ. Μετά σηκώθηκε ο Ιταλός Πρεσβευτής Γκράτσι και με υψωμένο το ποτήρι ανταπέδωσε ευχόμενος ευτυχία στον Ελληνικό λαό. Εκείνη ακριβώς την στιγμή, ο Ιταλός στρατιωτικός ακόλουθος σκύβει δίπλα και λέγει χαμογελώντας στον βοηθό του. «Να δούμε τι θα πη ο Ελληνικός λαός τον Οκτώβριο».

Ο Σπηλιόπουλος, που φυσικά ουδείς εγνώριζε ότι ήτο αξιωματικός της κατασκοπείας, άκουσε όσα είπε ο Ιταλός στρατιωτικός ακόλουθος και, εύγε του, τα εθεώρησε άξια να αναφερθούν στους ανωτέρους του. Αργά την νύχτα τελείωσε η δεξίωση και αρχίζει μία κινηματογραφική περιπέτεια, που θα την αναφέρω χάριν του ενδιαφέροντός της. Ο νεαρός υπαστυνόμος, αφού πλήρωσε την δεσποινίδα για την συνεργασία θέλησε να συνεχίσουν την διασκέδαση. Εκείνη αρνήθηκε, λογόφεραν σφοδρά και ο νεαρός της έδωσε ένα χαστούκι. «Αυτό που έκανες θα μου το πλήρωσης. Θα δης ποιά είμαι εγώ», τον απείλησε και έφυγε.

Η ώρα ήταν περασμένη. Ο Σπηλιόπουλος πηγαίνει στο γραφείο του, γράφει λεπτομερώς την αναφορά του, τι άκουσε δηλαδή να λέγη ο Ιταλός αξιωματικός, την αφήνει στο υπασπιστήριο του προϊσταμένου του και φεύγει να κοιμηθή όχι στην οικία του, αλλά στον πατέρα του.

Το πρωϊ ο προϊστάμενός του διαβάζει την αναφορά, εκτιμά την σοβαρότητά της και την παραδίδει στον Παξινό, ο οποίος με την σειρά του, δίχως καθυστέρηση, την πηγαίνει στον Μανιαδάκη. Ο δαιμόνιος Υπουργός Ασφαλείας αποφασίζει ότι πρέπει να την μάθη ο Μεταξάς αμέσως. Ο Μεταξάς, καθώς μου είπε ο Μανιαδάκης, διάβασε προσεκτικά την αναφορά του Σπηλιόπουλου. «Πρόκειται για σημαντική πληροφορία», σχολίασε. «Φέρτε μου τώρα τον Αξιωματικό που την συνέταξε, θέλω να μιλήσω μαζί του».

Ο Μανιαδάκης τηλεφωνεί στον Παξινό και τον διατάσσει να έλθη στο γραφείο του μαζί με τον Σπηλιόπουλο, τον οποίον αναζητούν, αλλά δεν βρίσκουν διότι είχε όπως είπαμε κοιμηθη στον πατέρα του. Ο χρόνος περνά κι όλοι ανησυχούν. Κατά τις ένδεκα εμφανίζεται ανύποπτος ο Σπηλιόπουλος στην υπηρεσία του. Μόλις τον βλέπει ο προϊστάμενός του αρχίζει τις παρατητήσεις. «Που είσαι;», «Έλα, σε θέλει ο Διευθυντής, πρόκειται για τα χθεσινά». Ο Σπηλιόπουλος, μου διηγείται, ενόμισε ότι επρόκειτο για το χαστούκι που έδωσε στην δεσποινίδα και νόμιζε ακόμη ότι αυτή τον κατήγγειλε, ότι θα ’χε κάποιον ισχυρό γνωστό και ότι θα του ζητούσαν τον λόγο για την πράξι του.

Μπαίνει στο γραφείο του Παξινού ο οποίος αμέσως σηκώνεται και του λέγει: «Πάμε γρήγορα, μας περιμένει ο Μανιαδάκης». Ο Σπηλιόπουλος τα έχασε. Ο Μανιαδάκης δεν ήταν μικρό πράγμα. Το ζήτημα λοιπόν έλαβε τέτοια έκταση. Εξακολουθεί να πιστεύη ότι ο Μανιαδάκης τον θέλει για το χαστούκι. Μέσα στο αυτοκίνητο σκέφτεται πόση δύναμη είχε εκείνη η γυναίκα για να φθάση μέχρι τον Μανιαδάκη. Προετοιμάζεται τι περίπου θα πη. Φθάνουν στο γραφείο του Μανιαδάκη. Στέκεται προσοχή μπροστά στον πανίσχυρο Υπουργό Ασφαλείας. «Κύριε Υπουργέ να σας αναφέρω ότι...», «Άστα, άστα», τον διακόπτει ο Μανιαδάκης, «θα τα πης στον Μεταξά, πάμε». Ο Σπηλιόπουλος κατέρρευσε. Στον Μεταξά! Πότε πρόλαβε η...  Εξακολουθεί να νομίζη ότι πρόκειται για το χαστούκι.

Ενθυμούμαι τον Σπηλιόπουλο να μου περιγράφη συγκινημένος πως εισήλθε με τον Μανιαδάκη στο γραφείο του Μεταξά. Ο Εθνικός Κυβερνήτης τον χαιρέτησε, του έδειξε να καθήση. Στα χέρια του κρατούσε την αναφορά και τότε ο Σπηλιόπουλος κατάλαβε γιατί τον ήθελαν. «Εσύ έγραψες αυτό;» ρώτησε ο Μεταξάς. «Μάλιστα κ. Πρωθυπουργέ». «Θέλω να θυμηθής ακριβώς τι συζήτησαν οι δύο Ιταλοί, πως ακριβώς το άκουσες στα Ιταλικά». Ο Σπηλιόπουλος αναφέρει λεπτομερώς τα λεχθέντα. Ο Μεταξάς τον πλησιάζει, του σφίγγει το χέρι: «Να ξέρης, παιδί μου, ότι προσέφερες μεγάλη υπηρεσία στην Πατρίδα».

Προ ετών, όταν μου διηγείτο την σκηνή αυτή ο Σπηλιόπουλος έβλεπα δάκρυα στα μάτια του».



Ο Μεταξάς, ο μεγάλος αυτός Έλληνας, κατηγορήθηκε από αυτούς που υπονόμευσαν την Ελλάδα προς χάριν ξένων συμφερόντων ως «στυγνός δικτάτωρ». Κατηγορήθηκε και από άλλους, πραγματικούς δημοκράτες, οι οποίοι, όμως, αργότερα θα ανασκευάσουξ την γνώμη τους γι’αυτόν. Όμως ο Μεταξάς δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να ενεργή για το καλό της πατρίδος του. Δεν έκλεψε, δεν ζούσε στην χλιδή, και κυρίως δικαιώθηκε από αυτούς που τον κατηγόρησαν.

Το πως ζούσε το αναφέρει ο Γκράτσι στο βιβλίο του, όταν λέη «Επί τέλους το κουδούνισμα ξύπνησε τον ίδιο τον Μεταξά, που έκαμε την εμφάνισή του σε μία μικρή πλαϊνή πόρτα και αναγνωρίζοντάς με, με άφησε να περάσω. Ο Μεταξάς φορούσε μία μάλλινη ρόμπα, από τον γιακά της οποίας φαινόταν ένα μετριότατο βαμβακερό νυκτικό»...



Η ανάλυση της ιστορικής στιγμής αλλά και της προσωπικότητος του Ιωάννου Μεταξά από τον ίδιο τον αντίπαλό του είναι δηλωτική της προσωπικότητος του μεγάλου Ανδρός.

Μου έσφιξε το χέρι, γράφει ο Γκράτσι, και με έβαλε να καθίσω σε ένα μικρό φτωχικό σαλόνι του σπιτιού. Μόλις καθίσαμε, και επειδή η ώρα ήταν λίγα λεπτά μετά τις 3, του είπα αμέσως ότι η Κυβέρνησίς μου, μου είχε αναθέσει να του εγχειρίσω προσωπικά ένα κείμενο, που δεν ήτο τίποτε άλλο, παρά το τελεσίγραφον της Ιταλίας προς την Ελλάδα, με το οποίον η Ιταλική Κυβέρνηση απαιτούσε την ελεύθερη διέλευση των στρατευμάτων της στον Ελληνικό χώρο, από τις 6 π.μ. της 28/10/1940. Ο Μεταξάς άρχισε να το διαβάζη. Μέσα από τα γυαλιά του, έβλεπα τα μάτια του να βουρκώνουν. Όταν τελείωσε την ανάγνωση με κοίταξε κατά πρόσωπο, και με φωνή λυπημένη αλλά σταθερή μου είπε:

"Alors c’ est la guerre" Λοιπόν, είναι πόλεμος.

Και κατέληξε: ... "Vous êtes les plus forts" (είσθε οι πιο ισχυροί).

Με την σειρά μου, γράφει ο Γκράτσι, δεν ήξερα τι να απαντήσω στα λόγια αυτά και στην βαθιά λύπη που τα δονούσε. Νομίζω δεν υπάρχει άνθρωπος στον κόσμο, ο οποίος μία τουλάχιστον φορά στην ζωή του, να μην αισθάνθηκε απέχθεια για το επάγγελμά του. Αν στην μακράν σταδιοδρομίαν μου στην υπηρεσία του κράτους υπήρξε ποτέ μία στιγμή κατά την οποίαν εμίσησα το δικό μου, μία στιγμή κατά την οποίαν το καθήκον του αξιώματός μου, μου φάνηκε σταυρός και όχι μόνο θλιβερός, αλλά και ταπεινωτικός, η στιγμή αυτή ήταν, όταν άκουσα εκείνα τα αποκαρδιωμένα λόγια που πρόφερε ο πρεσβύτης εκείνος, που είχε καταναλώσει ολόκληρη την ζωή του αγωνιζόμενος και υποφέροντας για την χώρα του και που, και κατά την υπέρτατη εκείνη στιγμή, προτιμούσε να διαλέξη για την πατρίδα του τον δρόμο της θυσίας και όχι τον δρόμο της ατιμώσεως. Υποκλίθηκα μπροστά του με τον βαθύτερο σεβασμό και βγήκα από το σπίτι του".

Αλλά και αυτοί που τον κατηγόρησαν κάποτε, έγραψαν, προς τιμήν τους, μετά, ύμνους υπέρ του Μεταξά.

Ο σπουδαίος διανοούμενος Παναγιώτης Κανελλόπουλος, στο βιβλίο του «Τα χρόνια του Μεγάλου Πολέμου» (σελ. 19) γράφει: «Χωρίς καν να εξέλθη η Τουρκία εις τον πόλεμον, εδέσμευσεν, εις πολλά σημεία θίγοντα την Ελλάδα, την Μεγάλην Βρετανίαν (όπως είναι πλέον τώρα γνωστόν και όπως ειδικώτερα θα ίδη ο αναγνώστης, εάν διάβαση όσα γράφω κατωτέρω σχετικά με τας εν Μέση  Ανατολή  και Λονδίνω εμπειρίας μου).  Φαντασθήτε, λοιπόν, τι θα επαθαίναμε, εάν εξήρχετο η Τουρκία εκ της ουδετερότητος παρά το πλευρόν των Συμμάχων! Εάν εξήρχετο, δεν θα μας εδίδετο ούτε και αυτή η Δωδεκάνησος. Ας μη αποδώσουν, λοιπόν, οι δήθεν σώφρονες αναγνώσται τας τολμηράς συστάσεις, που περιλαμβάνει το υπόμνημά μου, εις απλούν και άκριτον ενθουσιασμόν ενός σχετικώς νέου, τότε, πολιτικού. Πρέπει να είμεθα, χωρίς άλλο, ευγνώμονες εις τον   Ιωάννην Μεταξά, διότι είπε, ολομόναχος εις το σκοτάδι της νυκτός, το μέγα «Όχι».

Λέγουν, όσοι αντικρύζουν με εμπάθειαν και αυτά τα ανάγλυφα γεγονότα της Ιστορίας, ότι το «Όχι» δεν το είπεν ο Μεταξάς· ότι το είπεν ο Ελληνικός Λαός. Ναι, το είπεν ο Ελληνικός Λαός, αλλά αφού το είχε είπη ο Μεταξάς. Ο ατυχής και συμπαθής Emanuele Grazzi, εκτελών εντολήν που  δεν του άρεσε διόλου (βλ. το βιβλίον του: Ιl principle della fine, Ρώμη 1945), εξύπνησε, την 3ην πρωϊνήν, τον Μεταξά και όχι τον Ελληνικόν Λαόν. Εάν έλεγεν ο Μεταξάς «Ναι», πως θα έλεγεν «Όχι» ο Ελληνικός Λαός, που θα εξυπνούσε αργότερα; Θα το έλεγε, βέβαια, μέσα του και θα το εξεδήλωνε και έμπρακτα, όταν θα ωργάνωνε μυστικά την αντίστασίν του, αλλά η Αλβανική Εποποιΐα δεν θα εγράφετο ποτέ. Ας είμεθα, λοιπόν, τίμιοι απέναντι της Ιστορίας. Το μέγα «Όχι» είναι πράξις του Ιωάννου Μεταξά».



Αλλά και ο εκδότης της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ, Γεώργιος Α. Βλάχος, ο οποίος υπήρξε πολέμιός του και είχε επιτεθή πολλάκις κατά του Μεταξά κατά το παρελθόν, σε απολογητικό άρθρο του, το οποίο γράφει στην εφημερίδα και περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Άρθρα στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (1919-1951)», (σελ. 414 - 417) ανασκευάζει και γράφει:

«Η στήλη αύτη έχει απέναντι του κ. Ιωάννου Μεταξά παλαιάν οφειλήν. Όταν προ είκοσι δύο ετών ηκολούθει μίαν πολιτικήν, μίαν παράταξιν, και με τους κακούς της ενθουσιασμούς μίαν άτυχη εκστρατείαν, συνήντησε εις τον δρόμον της η στήλη αύτη αντίπαλον και της πολιτικής και της παρατάξεως και της εκστρατείας τον κ. Μεταξάν, τον πρώην αρχηγόν του Επιτελείου: «Η εκστρατεία», έλεγεν ο κ. Μεταξάς, «θα αποτύχη. Η πολιτική σας, η στρατιωτική και η εξωτερική, είναι στραβή...» Στραβή;... Εκείνην την εποχήν επεκράτει το ρητόν: «Πας ο μη μεθ’ ημών, καθ’ ημών».

Και καταλήγει...

«Και έφθασε τότε η μεγάλη στιγμή. Είκοσι οκτώ ‘Οκτωβρίου, Δευτέρα, τρεις το πρωΐ. Ο Μεταξάς, μόνος, κοιμάται. Το τηλέφωνον. Μία ομιλία. Ο Γκράτσι. Γύρω του δεν έχει κανένα. Δεν έχει καν το γραφείον του, δεν έχει ένα κλητήρα. Κανένα. Η υπηρεσία, όπως όλη η Ελλάς την ώραν εκείνην, κοιμάται.

Προς στιγμήν, ας κρατήσωμεν την αναπνοήν μας, διότι εδώ πλησιάζομεν τον μεγαλύτερον σταθμόν της Ελληνικής Ιστορίας. Η Ιταλική Αυτοκρατορία, με τα σαράντα οκτώ της εκατομμύρια, με τον πλούτον της, με τους στρατούς της, με τα αεροπλάνα της, με τα άρματά της, εξύπνησε αιφνιδιαστικώς ένα άνθρωπον και του εζήτησε εντός τριών ωρών την Ελλάδα. Και ο άνθρωπος αυτός —τις εξ ημών, μη γνωρίζων ακόμη αν ζη πραγματικότητα η εφιάλτην, δεν θα εδίσταζε, δεν θα εζήτει ολίγων ωρών προθεσμίαν, δεν θα προσεπάθει ν’ αποφύγη το γεγονός; ... και ο άνθρωπος αυτός είπεν: Όχι! Αμέσως, άνευ συζητήσεως, άνευ ενδοιασμού! Δεν είπεν «όχι» απλώς. Εντός λεπτού, όπως εξύπνησεν αυτός εντός λεπτού, εξύπνησε την Ελλάδα. Διαταγαί, σχέδια, τηλεφωνήματα, γενική επιστράτευσις, κήρυξις Στρατιωτικού Νόμου, επιτάξεις, προκηρύξεις, αγγέλματα έγιναν πριν ανατείλη ο ήλιος και, όταν ανέτειλε, ήδη εμάχετο η Ελλάς.

Εζήσαμεν έκτοτε ώρας ανησυχιών, αγωνίας, ενθουσιασμού και χαράς. Είδομεν την Δόξαν ασθμαίνουσαν να παρακολουθή τα στρατεύματά μας. Ηκούσαμεν τους ανέμους να μεταφέρουν το όνομά μας εις όλους τους κόσμους και να διαλαλούν, γη, θάλασσα, ως και τα άστρα, την νίκην μας. Εφέραμεν έως εδώ, εις τας Αθήνας, τα όπλα των εισβολέων και εσύραμεν ως εδώ αόπλους τους εισβολείς. Προς στιγμήν μας εφάνη ότι η Πλάσις ολόκληρος με τους ηλίους της, με τους κόσμους της, εστάθη όλη δια να προσέξη την μικροσκοπικήν αυτήν γωνίαν της γης, η οποία και πάλιν εμεγαλούργει. Και εζήσαμεν ευτυχείς. Τόσον ευτυχείς όσον ποτέ. Τόσον ευτυχείς ώστε το τι θα γίνη αύριον δεν ενδιαφέρει. Έχομεν κεφάλαια δια την Ιστορίαν τας Νίκας μας, κεφάλαιον για τα παιδιά μας το «Όχι».

Τώρα η Α.Ε. ο κ. Ιωάννης Μεταξάς, Πρωθυπουργός της Ελλάδος, έφθασεν εις το ακρότατον σημεϊον της δόξης του. Έγινε Γιάννης. Δεν είναι ούτε η Αυτού Εξοχότης ούτε ο Πρωθυπουργός ούτε ο Πρόεδρος. Εις το στρατιωτικόν Νοσοκομείον, όταν ο τραυματίας είχε γείρει εις το προσκέφαλόν του βαρύς και τον ηρώτησε η αδελφή νοσοκόμος τι θέλει, εκείνος απήντησε:

Θέλω τον Γιάννη...

Όπως αι μελωδίαι δια να ζήσουν πρέπει να κατέβουν εις τους δρόμους, ούτω και των δημοσίων ανδρών τα ονόματα θα ζητήσουν εις τους δρόμους, μεταξύ του λάου, την αθανασίαν. Ο κ. Μεταξάς έχει απέναντι της αθανασίας κερδίσει την μάχην του: Είπε το όχι, έγινε Γιάννης... -Τι του μένει; Να γίνη και άγαλμα. Θα γίνη λοιπόν. Αλλ’ όχι, όπως ηυχήθημεν άλλοτε, από μάρμαρον του Πεντελικού. Θα γίνη από τον ορείχαλκον που θ’ αποδώσουν ταπεινωμένα, αιχμάλωτα, τα εχθρικά πυροβόλα, αυτά που τον εξύπνησαν εις τας τρεις το πρωΐ...

Η στήλη αύτη ησθάνθη τώρα, τας ημέρας αυτάς της χαράς, την ανάγκην να φυλλομετρήση την ιστορίαν της —τους παλαιούς της λογαριασμούς— να ανατρέξη εις περασμένους καιρούς, να ενθυμηθή. Αλλά ησθάνθη προ παντός την ανάγκην να γράψη ο,τι φρονεί, ο,τι σκέπτεται δια τον άνθρωπον αυτόν, ο οποίος, αφού επί δεκαέξ έτη ηγωνίσθη εναντίον ημών των Ελλήνων εις μάτην δια να χρησιμεύση εις την Ελλάδα, εις μεν τέσσαρα έτη κατώρθωσε να την αναπλάση, εις δε μίαν ώραν την έσωσε».

Ύστερα από τα όσα αναφέραμε, αγαπητοί φίλοι, και με δεδομένη την σημερινή υποταγή των ηγετών μας στο ΔΝΤ, το συμπέρασμα είναι ένα: «ΤΑ ΟΧΙ ΘΕΛΟΥΝ ΜΕΤΑΞΑΔΕΣ»!!!

ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2015

ΕΘΝΙΣΜΟΣ, ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ, ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΣΤΡΕΒΛΩΣΗ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΘΟΛΟΚΟΥΛΤΟΥΡΑ

Του Αντωνίου Α. Αντωνάκου, 
Καθηγητού – Κλασσικού Φιλολόγου, 
Ιστορικού – Συγγραφέως.
 
Το κείμενο αποτελεί προλογική εργασία του Αντωνίου Α. Αντωνάκου στο βιβλίο  του Πρωθυπουργού Αλεξάνδρου Παπαναστασίου «Ο ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ» μια πολύ σημαντική επανακυκλοφορία από τις εκδόσεις ΠΕΛΑΣΓΟΣ
 
Στην εποχή μας όταν πρόκειται νά αναλύσουμε έναν όρο, μία λέξη, ένα νόημα, τό όποιο αναφέρεται στις σχέσεις με συστήματα εξουσίας, πρέπει νά έχουμε πάντα ύπ' όψιν μας όσα έγραφε ό Θουκυδίδης στο τρίτο βιβλίο της ιστορίας του «του Πελοποννησιακού πολέμου» (Γ,82,4), σχετικά με την δράση των τότε ισχυρών: «Και την είωθυΐαν άζίωσιν των ονομάτων ες τα έργα άντηλλαξαν τη δικαιώσει», πού σέ νεοελληνική απόδοση σημαίνει: «Για νά δικαιολογούν τις πράξεις τους άλλαζαν ακόμα και την σημασία των λέξεων».
"Οπως τότε δηλαδή οί διάφορες πόλεις μέ την πο­λυμήχανη ύπουλότητα των επιθέσεων τους κατήντησαν νά μεταβάλουν αυθαιρέτως την σημασία των λέξε­ων, δια των όποιων δηλοΰνται τά πράγματα, έτσι και σήμερα οί σύγχρονοι κοσμοεξουσιαστές εφαρμόζουν την ανωτέρω «θουκυδίδειον ρήσιν», για την αλλαγή της σημασίας των λέξεων.

Έτσι λοιπόν, σήμερα, πολλοί είναι οι παίζοντες τό παιχνίδι των κοσμοεξουσιαστών. Για νά το πετύχουν όμως πρέπει νά αφαιρέσουν μέσα από κάθε λαό το στοιχείο, πού τον χαρακτηρίζει και τον διαφοροποιεί ώς έθνος. Νά αλλάξουν την σημασία των λέξε­ων, νά κάνουν τούς λαούς νά μισούν ότι έπρεπε νά αγαπούν και τό αντίθετο.
Έτσι δυστυχώς γίνεται... "Έχουμε ξαναγράψει ότι όποιος σήμερα αγαπά την πατρίδα του, όποιος σκέπτεται εθνικά, δηλαδή οποίος φρονεί εθνικά, λέ­γεται ορθώς «έθνικόφρων». Κι όμως, για νά δικαιο­λογούν οί κοσμοεξουσιαστές τις πράξεις τους έχουν αλλάξει την σημασία της λέξεων, παρασύροντας και άλλους λεξικογράφους. Ξέρετε για παράδειγμα τι γρά­ψει τό ηλεκτρονικό "Μείζον Ελληνικό Λεξικό- Τεγό-πουλου - Φυτράκη για την λέξη «έθνικόφρων», πού σήμερα έχει γίνει «εθνικόφρονας»; Γράφει τά ακόλου­θα μονοτονικά:

«Εθνικόφρονας [-ων, -ον (-ονος)] κ. εθνικόφρονας (ο) επίθ. ο εμφορούμενος από εθνικά φρονήματα | (ειδ.) συντηρητι­κός εθνικιστής, αντίθετος προς τις αρι­στερές τάσεις».

Διανοεΐσθε λοιπόν, αγαπητοί φίλοι, πού έχουμε φθάσει; Διανοεΐσθε ότι ή διαστρεβλωμένη επίτηδες ερμηνεία, πού τώρα χαρακτηρίζεται «ειδική», γράφει ότι έθνικόφρων εΐναι ό συντηρητικός εθνικιστής, αντίθε­τος προς τις αριστερές τάσεις; Και τό ϊδιο λεξικό έχει ακόμα τό λήμμα «άντιδεξιός», χαρακτηρίζοντας τον ώς «αντίθετο προς την δεξιά ιδεολογία» ενώ τό αντίθετο «άντιαριστερός» δεν αναγράφεται πουθενά! Γιατί; Μά απλούστατα, διότι ή «κομματική» ριζο-σπαστική αριστερά (και όχι οί αριστεροί στο σύνολο τους) και σήμερα άλλα και άπό παλιά δεν εξέφραζε τό έθνος άλλά τον διεθνισμό. Μετά δέ την κατάρρευση του βρήκαν στέγη στήν θυγατρική του διεθνισμού, τήν παγκοσμιοποίηση! Γι’ αυτό και εφαρμόζουν κατά γράμμα τό «δόγμα Κίσσιγκερ» δια της «γραμμής Ρεπούση».

Άν όμως, οί προπάτορές μας ακολουθούσαν αύτη τήν πολιτική αντίληψη τότε ούτε ή παλιγγενεσία του 1821 θά γινόταν, ούτε οί λαμπρές σελίδες του 1912-13, ούτε ή δόξα του 1919-22, ούτε τό έπος του 1940 και οί "Έλληνες θά αναφέρονταν απλώς στά βιβλία των έξαφανισθέντων εθνών. 
Οί εχθροί του Ελληνικού Έθνους επιδιώκουν νά παρασύρουν τον Ελληνικό λαό νά πιστεύση σε αυτήν τήν ηττοπαθή αντίληψη. Πόσες δέ, ωραίες στο αυτί λέξεις, δεν έχουν «επιστρατεύσει» σήμερα, για νά στο­λίζουν τήν ηττοπάθεια ή τήν προδοσία: Είρηνοφιλία, ίσότης των φυλών, ανεξιθρησκία, διεθνής κατανόηση κ.λπ. "Ομως οί "Έλληνες επιζήσαμε ιστορικώς χιλιά­δες χρόνια και εξασφαλίσαμε τήν εθνική μας ελευθε­ρία, μόνο με τήν συνειδητοποίηση τής ένότητός μας ώς "Εθνους. Αυτό βεβαιώνει ή πραγματικότητα και δεν μπορούν νά τήν αλλάξουν τά χιλιάδες ψεύδη τής μισελληνικής προπαγάνδας.

"Ας δούμε όμως ακόμη έναν παγκοσμιοποιημένο ορισμό. Αυτόν του εθνικισμού. Σύμφωνα λοιπόν πάλι με τό μονοτονικό "Μείζον Ελληνικό Λεξικό» Τεγόπουλου - Φυτράκη:

«Εθνικισμός:(ο) ουσ. η σε μεγάλο βαθμό προσήλωση στο έθνος και στα εθνικά ιδα­νικά που συνοδεύεται, μερικές φορές, από ξενοφοβία και επιθυμία απομόνωσης | εθνι­κή συνείδηση που χαρακτηρίζεται από την πεποίθηση ότι το έθνος υπερέχει από τα άλλα και οφείλει να προβάλει με έμφαση τον πολιτισμό και τα συμφέροντα του εις βάρος άλλων εθνών | κίνηση για πολιτική ανεξαρτησία υπόδουλης εθνότητας».

Αυτόν μάλιστα τον ορισμό αναμασούν όλα σχεδόν τά σύγχρονα ελληνικά λεξικά.
"Όμως ένας εκ των πλέον αρμοδίων έπι του θέματος, ό επιφανής καθηγητής πολλών Πανεπιστημίων Δημήτριος Βεζανής προσδιώρισε στήν «Γενική Πολιτειολογία» του τήν διαφορά μεταξύ «εθνικισμού» και «εθνισμού».
Ό εθνικισμός λοιπόν, γράφει ό εξαίρετος πολιτειολόγος, αποτελεί τήν «ένεργητικήν κατάφασιν της ιδέας του Έθνους». Τί σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι όταν κάποιος είναι εθνικιστής πιστεύει στά ιδεώδη του "Εθνους του και ενεργεί, αγωνίζεται δηλαδή γι' αυτά τά ιδανικά. Από τήν άλλη ό Εθνισμός αποτελεί «τήν παθητικήν κα­τάφασιν της ιδέας του "Εθνους». Και τούτο μέ τήν σει­ρά του σημαίνει ότι ό Έθνιστής πιστεύει στά ιδεώδη του "Εθνους, άλλά ηθελημένα δεν αγωνίζεται γι' αυτά.
Φαίνεται λοιπόν καθαρά, άπό τον ανωτέρω ορισμό ότι ό εθνικιστής είναι ένας δρών αγωνιστής υπέρ του 'Έθνους ενώ ό έθνιστής απλώς πιστεύει στο Έθνος, ανήκει εις αυτό, άλλα δεν επιθυμεί νά άγωνισθή για τό Έθνος του. Προσφάτως, μάλιστα, συναντήσαμε στις οθόνες τής τηλοψίας κάποιους πού δήλωναν ότι αγαπούσαν τήν Ελλάδα άλλά έξεδηλώνοντο κατά των συλ­λαλητηρίων). Μου θυμίζει βεβαίως και κάποιους «γιαλαντζί» αντιστασιακούς, πού, όταν οί σύντροφοι τους πλήρωναν τήν αντίθεση τους προς τήν δικτατορία με φυλακίσεις στά υπόγεια, εκείνοι έκαναν αντίσταση στα μπαράκια τής αλλοδαπής. Αυτός είναι ό έθνιστής, ό πα­θητικός δηλαδή φορέας τής εθνικής ιδέας.

Οί ανωτέρω διακρίσεις ήταν απολύτως απαραίτητο νά αναφερθούν, διότι τελευταία οί εχθροί του έθνους, ακολουθώντας τήν αποκάλυψη του Θουκυδίδου, μέσω τών οργάνων τους προκαλούν μία σκόπιμη σύγχυση στις έννοιες του έθνικιστοΰ και έθνιστοΰ.
"Όμως τήν σύνδεση του εθνικισμού με τήν ενέργεια τήν είχε επισημάνει και ό "Ιων Δραγούμης, ό όποιος χαρακτηριστικώς, άπό τό 1904, στο σύγγραμά του /Ο Ελληνισμός μου και οί Έλληνες», Αθήναι. 1991, έκδ. "ΝΕΑ ΘΕΣΙΣ" σελ. 62 κ.έ. γράφει:
«Ό εθνικισμός είναι μορφή τής ενέργειας... Ή ενέρ­γεια μου μέ κάνει εθνικιστή...».
Τό πολιτικό λοιπόν σύνθημα, πού ανταποκρίνεται στήν ανάγκη τής εποχής είναι «ΑΓΑΠΗ ΠΡΟΣ ΤΟ ΕΘΝΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΚΑΘΕ ΕΘΝΙΚΟ»!
Πρέπει οί "Έλληνες νά δείξουμε εμπράκτως τήν αγά­πη μας προς τήν πατρίδα μας τήν Ελλάδα. Αλλά ή αγάπη μας αυτή δεν θά πρέπει νά μείνη στά λόγια ή στά κρυφά ενδόμυχα αισθήματα. Άλλά νά έκδηλωθή μέ έργα και μέ αγώνα.
Επειδή όμως σήμερα πολλοί είναι εκείνοι, πού δηλώνουν πατριώτες άλλα όχι εθνικιστές, ερμηνεύοντας μάλιστα κάθε φορά κατά τό δοκούν τούς όρους θά χρειασθή νά αναλύσουμε τήν σχέση μεταξύ πατριωτι­σμού και εθνικισμού. "Ετσι θά καταλήξουμε σε πολύ ενδιαφέροντα συμπεράσματα:

«Πατρίς», λοιπόν, σύμφωνα με τά άρχαΐα κείμενα και λεξικά είναι «ή γη τών πατέρων». Μάλιστα στά άρχαΐα χρόνια οί Κρήτες, πού είχαν μητριαρχία, (ομι­λούσαν όχι περί της Πατρίδος, περί της γης δηλαδή τών πατέρων, άλλα περί της Μητρίδος, δηλαδή περί της γης τών μητέρων («Ή δέ πατρίς και μητρίς ώς Κρήτες καλοϋσι, πρεσβύτερα και μείζονα δίκαια γονέων έχουσα, πολυχρόνιος μεν εστίν ου μην άγήρως ούδ’ αύτάρκης, άλλ' άεί πολυωρίας δεομένη και βοηθείας και φροντίδος επισπάται». Πλουτάρχου «εΐ πρεσβυτέρω πολιτευτέον»).

Ή αγάπη, λοιπόν, προς τήν Πατρίδα και ό αγώνας υπέρ αυτής ονομάζεται Πατριωτισμός.
Ό Εθνικισμός όπως αναλύσαμε προηγουμένως, βα­σίζεται στο "Εθνος. Ό δέ πατριωτισμός στήν Πατρίδα. Επομένως διαπιστώνουμε ότι ό Εθνικισμός υπάρχει στον πνευματικό χώρο, άλλα και στον βιολογικό, διό­τι προϋποθέτει τήν ύπαρξη φυλής. Επίσης ό Εθνικι­σμός είναι διαχρονικός, διότι στήν έννοια του Έθνους περιλαμβάνονται οί άγέννητοι και οί νεκροί. Και για τις πράξεις μας «Κριτές θά μάς δικάσουν, οί άγέννητοι, οι νεκροί», όπως λέει ό Εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς.
Τό Έθνος λοιπόν, επεκτείνεται στο παρελθόν και στο μέλλον. Ή πατρίδα από τήν άλλη έχει συναισθηματικό περιεχόμενο, διότι συνδέει τά άτομα ενός
όμοεθνοΰς λαοΰ προς εναν γεωγραφικό χώρο. Μπορεί νά ύπαρξη "Εθνος χωρίς Πατρίδα (π.χ. διότι αύτη κατεκτήθη και τό έθνος έξεδιώχθη).

Ή έννοια του Έθνους επομένως είναι διαφορετι­κή από τήν έννοια τής πατρίδος και οπωσδήποτε πιο εύρεΐα. Βεβαίως, όλα τά έθνη αγωνίζονται νά δημι­ουργήσουν Πατρίδα, ή οποία νά περιλαμβάνη όλους τους ομοεθνείς. "Ολα τά έθνη μάχονται νά άπελευθερώσουν τά τμήματα τής Πατρίδος τους, πού είναι υπόδουλα. Και μάλιστα, σήμερα δημιουργούνται τεχνικώ τω τρόπω άπό τούς κοσμοεξουσιαστές και «έθνη», τά όποΐα μέ διαστρεβλωμένη και κατασκευα­σμένη ιστορία προσπαθούν νά οικειοποιηθούν τό πα­ρελθόν και τήν ιστορία σπουδαίων και πανάρχαιων λαών, τή βοήθεια πολλών άδρανούντων δηλωμένων έθνιστών, καλυπτομένων ύπό τό σύγχρονο επίθετο «πατριώτης», προβάλλοντας μάλιστα τό σοφιστικό επιχείρημα ότι «δεν υπάρχουν περισσότερο ή λιγότερο πατριώτες». Έχουμε ακούσει πλειστάκις στήν τηλοψία εκπροσώπους τής θολοκουλτούρας νά θέτουν σε  «δίλημμα» τούς αμήχανους και αντιθέτους προς αυ­τήν τήν άποψη παρευρισκομένους, μέ τήν ερώτηση: «Είσαι εσύ περισσότερο πατριώτης άπό εμένα;» Και αντί αύτοί νά τούς δώσουν τήν πρέπουσα απάντηση, συμβιβάζονται μέ τήν ισοβαθμία του πατριωτισμού όλων, προς χαράν τής επηρμένης θολοκουλτούρας.

Επομένως, άπό τήν ανάλυση τών ανωτέρω εννοιών προκύπτει ότι ό Εθνικισμός και ό Πατριωτισμός είναι δύο αλληλένδετες έννοιες. Επομένως, μπορούμε νά συμπεράνουμε, ότι ό καλός εθνικιστής είναι και καλός πατριώτης και αντιστρόφως.
Ή θολοκουλτούρα βεβαίως έχει έπιδοθή σέ εναν αγώνα διαστρεβλώσεως και αλλαγής της σημασίας τών λέξεων «εθνικισμός» και «πατριωτισμός». Και για τήν μεν πρώτη έχει δώσει τήν διαστρεβλωμένη ερμη­νεία ότι «Εθνικισμός είναι ή σέ μεγάλο βαθμό προ­σήλωση στο έθνος και στά εθνικά ιδανικά που συνο­δεύεται, μερικές φορές, από ξενοφοβία και επιθυμία απομόνωσης..,».
Αυτό τό μερικές φορές τά αλλάζει όλα... Δηλαδή και όσους, όσοι δεν συμπεριλαμβάνονται σέ αυτές τις μερικές φορές, θά τους πάρη τό ποτάμι της «σκόπιμου γενικότητος» του ορισμού, ό όποιος κάνει και όσους θέλουν νά εΐναι εθνικιστές νά φοβούνται νά τό δηλώ­σουν μήπως και τους ταυτίσουν μέ όσους υπάγονται στο «μερικές φορές». Μεσοβέζικα πράγματα, μεσοβέ­ζικοι ορισμοί, πού κάνουν όμως στο ακέραιο τήν δου­λειά (δηλαδή τήν εκ δουλείας παροχή υπηρεσίας) της θολοκουλτουρας.

«Γιά νά μήν απορούν, όμως, γιά τούς σωστούς ορισμούς (εθνικόφρονος και έθνικιστοΰ») τούς θυμί­ζω νά διαβάσουν τό εργο του όντως σπουδαίου άλλά και χαρακτηριζομένου άπό τούς ίδιους ((Πατέρα της Δημοκρατίας» Αλεξάνδρου Παπαναστασίου μέ τον τίτ­λο: «Εθνικισμός». Τό έργο αυτό τό έχουν εξαφανίσει άπό τήν αγορά, διότι τούς ξεμπροστιάζει, τραβώντας τήν ψεύτικη λεοντή τών υποτιθεμένων προοδευτικών αγωνιστών».

«Ήμποροΰμεν νά ορίσωμεν τον 'Έθνικισμόν ώς την προσπάθειαν ενός έθνους προς επιβολήν του εντός των ορίων τον δι' αποκρούσεων αλλοεθνούς επιβολής ή διά συγχωνεύσεως είς Έν όλον των χωρισμένων μερών τον αυτού "Εθνους. Εις την πρώτην περίπτωσιν ή εθνικιστική ιδέα εκδηλώνεται εις την καταπολέμησιν της ξενικής επιδράσεως, είς δε τήν δευτεραν είς τήν κατάπνιξιν των τοπικιστικών τμημάτων του αύτοϋ "Εθνους. Και εις τά δύο περιπτώσεις το ουσιώδες είναι ή προσπάθεια προς κυριαρχίαν τής υποστάσεως ολοκλήρου του "Εθνους».

Ό Παπαναστασίου τά έγραφε αυτά. όχι οί σημε­ρινοί εθνικιστές. Τήν θολοκουλτούρα.. ό σπουδαίος Έλλην, τήν εΐχε καταλάβει άπό τότε. Και δεν είχε επι­σημάνει μόνο τήν αλλαγή των ορισμών άλλά και τις ριζο - σπαστικές μεθόδους καταστροφής του έθνους:
Ό Παπαναστασίου ήταν αυτός πού εΐχε επιση­μάνει τον καθοριστικό ρόλο τής γλώσσας στήν δια­τήρηση τής Εθνικής ταυτότητας, γράφοντας: «Όταν ή εισβολή ξένων (γλωσσικών) στοιχείων είναι τόσον μεγάλη, ώστε κατ’ ούσίαν αποτελεί τάσιν παραγκωνίσεως τής γλώσσης του σχετικού "Εθνους άπό ξένην, όπως ή αθρόα εισβολή λατινικών στοιχείων είς τήν ελληνικήν γλώσσαν κατά τούς πρώτους αιώνας τής βυ­ζαντινής αυτοκρατορίας, σημαίνει ότι εκ παραλλήλου γίνεται προσέγγισις εθνική πού τείνει νά μεταβάλη τον χαρακτήρα του σχετικού "Εθνους, νά το αφομοίωση με άλλο». Σήμερα θά ήταν απολύτως βέβαιος για τήν ορ­θότητα του ισχυρισμού του.

Ό Παπαναστασίου ήταν αυτός πού είχε γράψει ότι «"Οσον μεγαλύτερος καϊ λαμπρότερος είναι ένας πολιτισμός τόσον ίσχυρότερον είναι το σχετικόν εθνικόν αίσθημα και κατά συνέπειαν ο εθνικισμός».

Τέλος, ό Παπαναστασίου ήταν αυτός πού πιστεύει ότι ό αμυντικός εθνικισμός «θέλει την σύμπτωσιν κρα­τικών και εθνικών ορίων», σε αντίθεση με τον ιμπεριαλι­σμό, ο όποιος «επιδιώκει την επέκτασιν τών κρατικών ορίων πέραν άπό τά εθνικά».

Γι' αυτόν τον λόγο και ό μεγάλος Έλλην, ό πολίτης Παναγιώτης Παπαγαρυφάλλου, στην μελέτη του γιά τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου επισημαίνει: «Προ­σκολλημένη ή Ελλάδα - ώς «ψωροκώσταινα» στά στε­νά χωρικά όρια, τά όποια απέκτησε μέ πολέμους και αΐμα - δεν τόλμησε νά συμπεριφερθή μέ τήν ιστορική αναγκαιότητα τών εθνών, τά όποια, κατά τον Αλέξαν­δρο Παπαναστασίου, «έχουν την τάσιν εξαπλώσεως της επιβολής των ...».

Τό βλέμμα μας λοιπόν πρέπει νά στραφή στήν νεο­λαία, ή οποία, όποτε της δοθή ή ευκαιρία και ή ελευ­θερία, εκφράζει τον εθνικισμό της, στις επευφημίες γιά κάθε νίκη της Εθνικής (και όχι λαϊκής) ομάδος τής Ελλάδος, και μάλιστα σέ κάθε άθλημα. Ή Ελλη­νική νεολαία μέ τον πατριωτισμό και τον εθνικισμό της θά άναπετάξη τήν σημαία του αγώνος γιά τήν Ελλάδα.
Και γιά τον σκοπό αυτόν άς έχουμε κατά νουν όσα γράφει ό Νΐκος Καζαντζάκης στήν «Ασκητική» του: ...«Τό πρώτο σον χρέος εκτελώντας την θητεία σου στην ΡΑΤΣΑ, είναι νά νιώσης μέσα σον όλους τους προγόνους.
Τό δεύτερο, νά φώτισης την ορμή τους καϊ νά σννεχίσης τό εργο τους.
Τό τρίτο σον χρέος, νά παραδώσης στον γυιό τήν μεγάλη εντολή νά σέ ζεπεράση»...
Αυτό θά κάνουμε και όλοι έμεΐς οί «όσοι ζωντα­νοί", κατά τον 'Ίωνα Δραγούμη, "Ελληνες. Γιά νά πα­ραδώσουμε στά παιδιά μας μία πατρίδα μέ όλα τά στοιχεία του ελληνικού έθνους: Ελληνική Γλώσσα, Ελληνική Ιστορία, Ελληνική Παράδοση, Ελληνικό πολιτισμό και Ελληνική ανθρωπιστική Παιδεία... Αν­τίθετα προς κάθε επιβουλή τής ριζο-σπαστικής θολο­κουλτούρας.


http://koinosparanomastis.blogspot.gr/2013/07/blog-post_1.html