Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

ΕΤΣΙ ΖΗΣΑΜΕ - ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

φ1Λευκάδα, δεκαετία του 50. Δημοτικό σχολείο στο Μαρκά.

Νωπές ακόμη οι μνήμες του Εμφύλιου.
Στο Τόπο μας φτώχεια και δυστυχία απ’ άκρη σ’ άκρη.
Το «Σχέδιο Μάρσαλ», η «Αμερικάνικη Βοήθεια» έρχεται σε μας τα πρωτάκια του Δημοτικού με τη μορφή ενός κυπέλλου αχνιστού γάλακτος σκόνης που κάθε πρωί μας γεμίζει από το μεγάλο καζάνι η καλή μας καθαρίστρια η κυρά Πολυξένη.
Στη πάνινη σάκα μου έχω πάντα ένα άδειο μπουκάλι που μου το γεμίζουν γάλα πότε πότε, αν καμιά φορά περισσέψει, για να το πάρω στο σπίτι.
Στο διάλειμμα μια και δεν έχουμε ένα πενηντάλεφτο ν’ αγοράσουμε τύχες ή ένα καραμελωμένο φιρίκι από το μπάρμπα Κώστα και το μπάρμπα Νίκο, παρακαλούμε την κυρά Πολυξένη να μας δώσει μια κουταλιά άσπρη σκόνη γάλα να δοκιμάσουμε τη γεύση του.
Μια γλυκιά σκόνη που κολλάει στο στόμα και μας αρέσει!
φ2
Κάθε τόσο οι δάσκαλοι, μας συγκεντρώνουν για να μας μοιράσουν τα «Αμερικάνικα καλούδια»!
Ένα τσίγκινο βάζο αγελαδινό βούτυρο και ένα μεγάλο κομμάτι κίτρινο τυρί.
Το βράδυ θάχουμε γιορτή!
Η Μάνα θα μας τηγανίσει πατάτες με το βούτυρο που έφερα.
Λάδι δεν έχουμε, το λάδι είναι ακόμη ακριβό και δυσεύρετο.
Τι νόστιμες που είναι οι τραγανιστές τηγανιτές πατάτες!
φ3Η Φρειδερίκη με τον Παύλο έρχονται να μοιράσουν βιβλιάρια στις «άπορες κορασίδες» του νησιού μας!
Στις εκκλησιές μοιράζουν τ’ αμερικάνικα αποφόρια.
Πάμε με τη Μάνα στη Μητρόπολη μήπως βρούμε κάτι.
Η εκκλησιά γεμάτη κόσμο, κυρίως γυναίκες που ανακατεύουν ένα πελώριο πολύχρωμο σωρό ρούχων και προσπαθούν κάτι να διαλέξουν!
φ4Σε μια άκρη βλέπουμε ένα τσαλακωμένο ρούχο.
Η Μάνα τ’ αρπάζει γρήγορα πριν προφτάσουν και το πάρουν άλλοι.
Είναι το πρώτο ριγωτό μου σακάκι!
Το φοράω και καμαρώνω σα διάνος!
Τι μ’ έπιασε τώρα και πνίγηκα στη νοσταλγία ενός ξεχασμένου κόσμου….
Φταίχτης ίσως ο καλός μου φίλος, ο αθεράπευτα ονειροπόλος, ο Ποιητής, Κώστας Φωτεινός:
«Νοσταλγώ τα ταξίδια στην απεραντοσύνη Που ποτέ μου δεν έκανα, Την τόλμη της φυγής που τελείωσε Με τη σιωπή στην άκρη των χειλών μου.
Τη θαλπωρή της στιάς το χειμώνα Που ποτέ μου δεν ένιωσα Και το έαρ το παντοτινό Που περίμενα στην καρδιά μου.
Νοσταλγώ μια ζωή που την έζησα Στη περήφανη φτώχεια μου.»1
φ5Μέσα στη φτώχεια που μας έδερνε είμαστε χαρούμενοι εκείνες τις στιγμές.
Έτσι ζήσαμε τότε, χωρίς Smartphone, iPod, χωρίς Nike, χωρίς Facebook, χωρίς τίποτα, χωρίς την ελάχιστη έπαρση, ταπεινοί, αλλά με αξιοπρέπεια μέσα περήφανη φτώχεια μας!
__________________________
1. Απόσπασμα από το ποίημα «Νόστος» του Κ. Φωτεινού που περιλαμβάνεται στη συλλογή ποιημάτων «ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΜΑΣ ΠΟΛΗΣ», Εκδόσεις ΤΟ ΡΟΔΑΚΙΟ, 2011.
Υποτιτλίζει ο Αιθεροβάμων στο φίλο Νίκο Βαγενά και στην Κάτε.  


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου