Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

ΜΕΓΑΛΗ ΔΕΥΤΕΡΑ : Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΔΕΚΑ ΠΑΡΘΕΝΩΝ

Του Σεβ. Μητροπολίτου Αντινόης Παντελεήμονος

Σήμερα, η Αγία Ορθόδοξος μας Εκκλησία, αγαπητοί μου εν Χριστώ αδελφοί, θέσπισε να ενθυμούμεθα την ευαγγελική Παραβολή των Δέκα Παρθένων. Η Παραβολή αυτή αποτελεί μία ανάμεσα σε τόσες άλλες ίσης αξίας, που αναφέρεται στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ο Κύριος μας πολλές φορές αναφέρθηκε άμεσα είτε έμμεσα στο ιστορικό αυτό γεγονός που θα λάβει χώρα στο άμεσο μέλλον. Άμεσα, όταν ερωτήθηκε από τους Μαθητές Του, Κύριε, πότε θα συμβεί; Έμμεσα με τις παραβολές. 

Ο Κύριος μας μίλησε για γεγονότα που θα συμβούν. Μας μίλησε για γεγονότα που θα προηγηθούν. Μας μίλησε για σημεία των καιρών που θα λάβουν χώρα πριν από την Ημέρα της Δευτέρας Του Παρουσίας. Δεν μας μίλησε ούτε αναφέρθηκε ποτέ στην επακριβή χρονολογία, ημέρα ή ώρα κατά την οποία θα πραγματοποιηθεί. Μάλιστα, εάν κανείς μελετήσει το ιερό Βιβλίο της Αποκάλυψης του Ιωάννου θα πληροφορηθεί για τα όσα θα συμβούν και επακολουθήσουν. Εκείνο που ο Χριστός μας αποκάλυψε είναι το ότι μια μέρα θα γίνει, θα λάβει χώρα και θα είναι αναπόφευκτη εκείνη η φοβερή Ημέρα.
Σ’ αυτή την Παραβολή ο Κύριος παρομοίασε τον Εαυτό Του σαν τον αναμενόμενο Νυμφίο, που όλοι περίμεναν. Μάλιστα στη υποδοχή Του ορίστηκαν δέκα παρθένες κοπέλες, επειδή ήσαν αγνές, τρυφερές, όμορφες και στολισμένες ανάλογα για την περίσταση. Οι πέντε από τις δέκα χαρακτηρίστηκαν ως φρόνιμες, γιατί σκέφτηκαν να πάρουν μαζί τους επί πλέον λάδι, μην τυχόν τους τελειώσει αυτό που είχαν• ενώ οι άλλες πέντε απερίσκεπτα δεν πήραν το απαιτούμενο λάδι μαζί τους. Περίμεναν όλες με αναμμένες λαμπάδες για να φωτίζουν τον χώρο της υποδοχής, γιατί γύρω τους επικρατούσε ένα αδιαπέραστο σκοτάδι. Περίμεναν και περίμεναν. Ο χρόνος κυλούσε και αυτές ακόμα περίμεναν μέχρις ότου κουράστηκαν και έπεσαν να κοιμηθούν. Όταν αποκοιμήθηκαν, μέσα στον ύπνο τους ακούνε μια ξαφνική φωνή να τους καλεί: Σηκωθείτε! Έρχεται ο Νυμφίος! Βγείτε να Τον προϋπαντήσετε! Τότε, ξύπνησαν όλες οι παρθένες και άρχισαν να στολίζουν τις λαμπάδες τους. Οι ανόητες όμως παρθένες αντιλήφθηκαν, ότι δεν είχαν άλλο λάδι και ζήτησαν από τις φρόνιμες. Αλλά, οι φρόνιμες απήντησαν αρνητικά λέγοντας: Όχι! Μήπως δεν φθάσει για μας και για σας, αλλά πηγαίνετε σ’ εκείνους που το πωλούν και αγοράσετε για τον εαυτόν σας. Και ενώ εκείνες έφυγαν για να αγοράσουν ήρθε ο Νυμφίος και εκείνες που ήταν έτοιμες μπήκαν μαζί Του στους γάμους. Κλείστηκε η θύρα και τότε έφθασαν οι ανόητες κτυπώντας την πόρτα και έλεγαν: Ανοίξτε, ανοίξτε για μας! Τότε ο Νυμφίος άνοιξε και τις είπε: Δεν σας γνωρίζω! Φύγετε από δω και έκλεισε την θύρα.
Όλες οι κόρες ήταν αγνές και παρθένες. Δεν είχαν καμία σχέση με σαρκικά αμαρτήματα ή πάθη που μολύνουν την ψυχή και το σώμα. Δεν ήταν του δρόμου, δεν ήταν πόρνες. Ήσαν όλες καθαρές και αγωνιζόντουσαν να διατηρήσουν την σωματική τους ακεραιότητα και αγνότητα. Τους έλλειπε όμως ένα βασικό πράγμα, το λάδι της ελεημοσύνης, της φιλευσπλαχνίας, της αλληλεγγύης, της συμπόνιας, της συγχώρησης και γενικά της αγάπης προς τον πλησίον.
Μπορεί κανείς να αγωνίζεται στη ζωή του να είναι καλός άνθρωπος, αλλά αυτό δεν τον σώζει. Η σωτηρία έρχεται σαν αποτέλεσμα όχι των καλών έργων, αλλά της ορθής πίστης προς τον Σωτήρα Χριστό που εκφράζεται σε καλά έργα. Πίστη χωρίς έργα είναι νεκρά και έργα χωρίς ορθή πίστη μένουν άκαρπα και ανώφελα.
Μ’ άλλα λόγια, εάν δεν έχουμε αγάπη προς τον συνάνθρωπό μας, τότε η πίστη μας δεν μας ωφελεί. Εάν λέγει κανείς ότι αγαπά τον Θεό και μισεί τον αδελφό του, τότε είναι ψεύτης. Γιατί, λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος, πώς είναι δυνατό να λέγεις ότι αγαπάς τον Θεό που δεν βλέπεις και μισείς τον αδελφό σου που βλέπεις καθημερινά. Πώς είναι δυνατόν να λέγει κανείς ότι είναι μαθητής Εκείνου, που είναι μόνον αγάπη, και δεν εφαρμόζει τις Εντολές Του;
Βρισκόμαστε στην περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος. Είναι περίοδος νηστείας και μετανοίας. Όσοι νηστεύουν θα πρέπει να κάμνουν έργα αγάπης και ελεημοσύνης. Να επισκεφθούμε τους αρρώστους στα Νοσοκομεία, εκείνους που δεν έχουν κάποιο δικό τους να τους παρηγορήσουν, να τους ενθαρρύνουν, να τους δώσουν ένα ποτήρι νερό. Το να επισκεπτόμαστε τους συγγενείς και τους δικούς μας ανθρώπους, δεν είναι ελεημοσύνη. Αυτό είναι καθήκον και οικογενειακή υποχρέωση. Αλλά το να φροντίζουμε τους αγνώστους, είναι σαν να φροντίζουμε τον ίδιο τον Χριστό. Διότι, Εκείνος μας διαβεβαίωσε λέγοντας, ότι εφ’ όσον κάματε το καλό σ’ ένα από τους μικρούς αδελφούς μου, τους ελαχίστους, είναι σαν να το κάματε σε μένα τον Ίδιο.
Νηστεύομε. Όμως γνωρίζετε, ότι τα χρήματα που αναλογούν στην καθημερινή μας τροφή θα πρέπει να τα δίδουμε σε φτωχούς ανθρώπους. Να φροντίζουμε να ταΐζουμε τους πεινασμένους, τα ορφανά και τον κάθε συνάνθρωπό μας που δεν έχει τα απαραίτητα.
Ο ερχομός του Νυμφίου Χριστού είναι πλησίον. Δεν γνωρίζομε την επακριβή ημέρα ή ώρα που θα έρθει. Θα έρθει, σίγουρα και με κάθε βεβαιότητα. Δεν θα καθυστερήσει, δεν θα αργήσει, δεν θα αναβάλλει. Θάρθει και μακάριος θα είναι εκείνος που θα είναι έτοιμος για να εισέλθει μαζί Του στους γάμους.


Κυριακή 15 Απριλίου 2012

H ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ


«Τὴ Aγία καὶ Mεγάλη Κυριακὴ τοῦ Πάσχα,
αὐτὴν τὴν ζωηφόρον Ἀνάστασιν ἑορτάζομεν τοῦ Κυρίου,
καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ».

anastasisΑυτή την ημέρα πανηγυρίζουμε την Αγία Ανάσταση του Κυρίου Ιησού Χριστού και ασπαζόμαστε εν Χριστώ μεταξύ μας, δείχνοντας έτσι την κατάργηση της πρώην έχθρας ανάμεσα σ’ εμάς και τον Θεό και την επανασυμφιλίωσή του μαζί μας, χάρη στο Πάθος του Σωτήρα Χριστού.
Η γιορτή λέγεται Πάσχα και είναι συνώνυμη με το Πάσχα των Εβραίων, που στη γλώσσα τους σημαίνει διάβαση, με την έννοια ότι, ο παθών και αναστάς Ιησούς Χριστός μας πέρασε από την κατάρα του Αδάμ και τη δουλεία του Διαβόλου στην πρώτη ελευθερία και μακαριότητα.
Η δε παρούσα ημέρα της εβδομάδας, που είναι η πρώτη ημέρα από τις υπόλοιπες, αφιερωμένη στην τιμή του Κυρίου, ονομάστηκε, από τη λέξη αυτή, Κυριακή και σ’ αυτή μετάθεσαν οι Απόστολοι την αργία και την ανάπαυση της γιορτής του Σαββάτου του παλιού νόμου.
«Πάσχα σημαίνει πλήρωμα χαράς, βίωμα ειρήνης, εμπειρία πνευματικής ελευθερίας. Πάσχα σημαίνει συμφιλίωση μεταξύ μας και με τον Θεό˙ «συγχωρήσωμεν πάντα τῆ ἀναστάσει καί ἀλλήλους περιπτυξώμεθα» . Πάσχα σημαίνει απελευθέρωση από τον φόβο και την ψύχρα του θανάτου˙ «θανάτου ἑορτάζομεν νέκρωσιν» . Πάσχα σημαίνει απόφαση για αγία ζωή. Πάσχα σημαίνει καινή, καινούργια ζωή, πορεία «ἐν καινότητι ζωῆς», «ἄλλης βιοτῆς, τῆς αἰωνίου, ἀπαρχή». Πάσχα σημαίνει διακαινήσιμο φρόνημα˙ πέρασμα από το αδιέξοδο της στενής ανθρώπινης λογικής στην ανάσα της όντως ζωής˙ από την προσωρινότητα στην αιωνιότητα˙ από την ιστορία στη βασιλεία του Θεού˙ από την πτώση στη σωτηρία και τη χάρη.
Η θριαμβευτική ομολογία της Αναστάσεως του Κυρίου, η επικράτηση του «Χριστός Ἀνέστη» ως χαιρετισμού αυτών των ημερών, η δυναμική επανάληψη των αναστάσιμων ύμνων, τα πλούσια και βαθειά ριζωμένα στην παράδοσή μας πασχαλινά έθιμα, ο χαρακτηρισμός της εορτής ως Λαμπρής περιγράφουν όχι μια γιορτή επιφανειακής χαράς αλλά μια πανήγυρη για ένα ιστορικό και μυστικό γεγονός μοναδικού διαμετρήματος.
Η Ανάσταση του Κυρίου μας αποτελεί τη μεγαλύτερη γιορτή της Ορθοδοξίας. Ο κενός τάφος του Κυρίου αναβλύζει τη συγγνώμη˙ «συγγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε», τη χαρά και την ειρήνη˙ «Χαίρετε» καί «Εἰρήνη ὑμῖν» είναι οι χαιρετισμοί του αναστάντος και διατρανώνει τη συντριβή του θανάτου˙ «καί τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωήν χαρισάμενος».
Η Εκκλησία λοιπόν τέτοια μέρα μας καλεί όλους να «λάβουμε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτός». Μας προσκαλεί όλους σε πανηγύρι πνευματικής χαράς˙ «Αὕτη ἡ ἡμέρα ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος ἀγαλλιασώμεθα καί εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῆ»˙ να «ἀπολαύσωμεν τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως καί τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος». Τα πάντα λάμπουν, τα πάντα πανηγυρίζουν, τα πάντα ανακαινίζονται˙ «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός» (Μητροπολίτης Μεσογαίας κ.κ. Νικόλαος)

Κοντάκιον
«Εἰ καὶ ἐν τάφῳ κατῆλθες ἀθάνατε, ἀλλὰ τοῦ Ἄδου καθεῖλες τὴν δύναμιν, καὶ ἀνέστης ὡς νικητής, Χριστὲ ὁ Θεός, γυναιξὶ Μυροφόροις φθεγξάμενος, Χαίρετε, καὶ τοὶς σοὶς Ἀποστόλοις εἰρήνην δωρούμενος ὁ τοὶς πεσοῦσι παρέχων ἀνάστασιν».
«Αν και κατέβηκες στον τάφο, Αθάνατε Κύριε, όμως συνέτριψες τη δύναμη του Άδη. Και αναστήθηκες ως νικητής, Χριστέ ο Θεός, λέγοντας στις μυροφόρες γυναίκες το «χαίρετε», και δωρίζοντας την ειρήνη στους αποστόλους Σου. Εσύ που ανορθώνεις όσους έπεσαν (εξαιτίας της αμαρτίας)».

Ὁ Οἶκος
«Τὸν πρὸ ἠλίου Ἥλιον, δύναντα ποτὲ ἐν τάφῳ, προέφθασαν πρὸς ὄρθρον, ἐκζητοῦσαι ὡς ἡμέραν, Μυροφόροι κόραι, καὶ πρὸς ἀλλήλας ἐβόων, Ὦ φίλαι, δεῦτε τοὶς ἀρώμασιν ὑπαλείψωμεν, Σῶμα ζωηφόρον καὶ τεθαμμένον, σάρκα ἀνιστώσαν τὸν παραπεσόντα Ἀδὰμ κείμενον ἐν τῷ μνήματι, ἄγωμεν, σπεύσωμεν, ὥσπερ οἱ Μάγοι, καὶ προσκυνήσωμεν, καὶ προσκομίσωμεν τὰ μύρα ὡς δῶρα τῶ μὴ ἐν σπαργάνοις, ἀλλ' ἐν σινδόνι ἐνειλημένω, καὶ κλαύσωμεν, καὶ κράξωμεν, Ὧ Δέσποτα ἐξεγέρθητι, ὁ τοὶς πεσοῦσι παρέχων ἀνάστασιν».

Απολυτίκιον.
«Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, θανάτω θάνατον πατήσας, καὶ τοὶς ἐν τοῖς μνήμασι, ζωὴν χαρισάμενος».

http://www.patirxristos.gr/index.php?option=com_content&view=category&id=204&Itemid=267


Πέμπτη 12 Απριλίου 2012

Η ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ

   
Την Μεγάλη Πέμπτη αναβιώνονται στην Εκκλησία μας, τα γεγονότα της τελευταίας ημέρας της ζωής του Ιησού Χριστού στη Γη.Όπως μας αναφέρουν τα Ευαγγέλια, ο Χριστός θέλησε πριν θυσιαστεί για την σωτηρία των ανθρώπων, να δειπνήσει για τελευταία φορά με τους μαθητές του. Ο δείπνος αυτός είναι ο γνωστός μας Μυστικός Δείπνος. Έλαβε χώρα σε ένα υπερώο (σε ένα πατάρι δηλαδή) κάποιου σπιτιού της Ιερουσαλήμ, στο οποίο κρυφά συνέφαγαν οι μαθητές και ο Ιησούς.
Πριν ξεκινήσει ο Δείπνος, ο Χριστός πήρε μια λεκάνη με νερό και έπλυνε τα πόδια των μαθητών του.
Αυτό ήταν μια ενέργεια που έκαναν οι δούλοι της εποχής. Δηλαδή πριν από το φαγητό, έπλεναν τα πόδια των κυρίων τους. Με την πράξη του αυτή ο Ιησούς θέλησε να διδάξει τους μαθητές του και, μέσω αυτών, όλους τους ανθρώπους να είναι ταπεινοί και να υπηρετούν τους συνανθρώπους τους. Το γεγονός αυτό έχει λάβει στις μέρες μας το όνομα Ιερός Νιπτήρας. Σε πολλές περιοχές της χώρας μας, γίνεται αναπαράσταση του Ιερού Νιπτήρα το πρωί της Μεγάλης Πέμπτης.

Κατόπιν ο Ιησούς κατά την διάρκεια του Μυστικού Δείπνου, και αφού είχε αποχωρήσει ο Ιούδας, παρέδωσε στους μαθητές του, το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Πρόσφερε άρτο λέγοντας: «λάβετε φάγετε τούτο εστί το σώμα μου» και κρασί «πίετε έξ αυτού πάντες τούτο γαρ εστί το αίμα μου το της καινής διαθήκης το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών». Η παράδοση της Θείας Ευχαριστίας τελείωσε με την εντολή: «τούτο ποιείτε εις την εμήν ανάμνησιν».

Μετά το πέρας του Μυστικού Δείπνου, ο Ιησούς και οι μαθητές του, μετέβησαν στο Όρος των Ελαιών. Εκεί ο Χριστός προσεύχεται στον Πατέρα του, και τελικά συλλαμβάνεται από τους Ρωμαίους, με την βοήθεια του Ιούδα.

Στον Εσπερινό της ημέρας έχουμε την Σταύρωση του Θεανθρώπου. Διαβάζονται τα 12 Ευαγγέλια που περιγράφουν τα Άγια Πάθη. Μετά το 5ο Ευαγγέλιο, βγαίνει ο Εσταυρωμένος. Στις εκκλησίες, όλο το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης μέχρι το πρωί της Μεγάλης Παρασκευής, παραμένουν κυρίως γυναίκες οι οποίες «μοιρολογούν», ψάλλοντας ύμνους, τον Χριστό. Σε πολλά μέρη, προετοιμάζουν τον στολισμό του Επιταφίου κατά την διάρκεια της νύχτας αυτής.
Στα σπίτια των Χριστιανών, την Μεγάλη Πέμπτη, βάφονται τα κόκκινα αυγά. Για τον λόγο αυτό, η ημέρα λέγεται και Κόκκινη Πέμπτη ή Κοκκινοπέφτη. Εκτός από τα αυγά, την μέρα αυτή, φτιάχνονται τα πασχαλινά κουλούρια και τα τσουρέκια. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, οι Χριστιανοί κρεμούν κόκκινα πανιά στα παράθυρα των σπιτιών τους.
Κατά τη διάρκεια του Μυστικού Δείπνου ο Χριστός αναφέρει πως ένας από τους μαθητές του θα τον προδώσει και όλοι αναρωτιούνται ποιος μπορεί να είναι ο προδότης.
Στη συνέχεια προσφέρει στους μαθητές του άρτο και κρασί συμβολίζοντας με τον τρόπο αυτό το σώμα και το αίμα του.
Μετά το τέλος του Μυστικού Δείπνου ανεβαίνει στο όρος των Ελαίων για να προσευχηθεί και εκεί τον συλλαμβάνουν μετά από το φιλί του μαθητή του Ιούδα, που τον πρόδωσε για τριάντα αργύρια.
Στην εκκλησία διαβάζονται τα Δώδεκα Ευαγγέλια και βγαίνει ο Εσταυρωμένος στον κεντρικό διάδρομο της Εκκλησίας ώστε να τον προσκυνήσουν οι πιστοί μια και αναπαριστάται η σταύρωση του. Αργότερα το βράδυ ή πολύ νωρίς το πρωί σε κάποιες άλλες εκκλησίες στολίζεται ο Επιτάφιος με τα άνθη που έχει προσφέρει ο κόσμος στον Εσταυρωμένο.
Τη Μεγάλη Πέμπτη το πρωί, παραδοσιακά βάφουμε τα αυγά μας και ουσιαστικά ξεκινάνε τα περισσότερα πασχαλινά έθιμα της χώρας μας.

 


Κατά τη Μεγάλη Πέμπτη κορυφώνεται το Θείο δράμα με τη σταύρωση του Χριστού, αφού προηγουμένως έχει βασανιστεί και χλευαστεί από τον όχλο, ο οποίος πριν από λίγες ημέρες τον αποθέωνε…


“Σήμερον κρεμάται επί ξύλου ο εν ύδασι την γην κρεμάσας”, ψάλλει ο ιερέας την ώρα που περιφέρει τον εσταυρωμένο Ιησού στο ναό για την αναπαράσταση της σταύρωσης.
Είναι η στιγμή....................


περίπου στις 9 το βράδυ, όπου σε όλες τις εκκλησίες της χώρας θα σβήσουν τα φώτα. Η πομπή της σταύρωσης υπό το αμυδρό φως των κεριών θα κινηθεί με αργό και σταθερό ρυθμό προς το κέντρο των ναών, διαπερνώντας το πλήθος των πιστών. Το Θείο πάθος σχεδόν κορυφώνεται… Αυτός που στήριξε τη γη πάνω στο νερό χλευάζεται: “στέφανον εξ ακανθών περιτίθεται, ο των Αγγέλων Βασιλεύς ψευδή πορφύρα περιβάλλεται, ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις ράπισμα κατεδέξατο - ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον Αδάμ. Λόγχη εκεντήθη ο Υιός της Παρθένου”. Η ελπίδα, ωστόσο, για το χαρμόσυνο γεγονός προκαλεί ανακούφιση στο πλήθος: Προσκυνούμεν Σου τα Πάθη, Χριστέ, δείξον ημίν και την ένδοξόν Σου Ανάσταση”.
Σήμερα το βράδυ επίσης στην ακολουθία του Νυμφίου διαβάζονται τα 12 ευαγγέλια που περιγράφουν το γενεαλογικό δένδρο του Ιησού, προβλέπουν τον ερχομό του, καταγράφουν τα άγια Πάθη και τη λαμπρή Ανάσταση.
Μέσα από τα λόγια των ευαγγελίων αλλά και από τις ιδιαίτερα πένθιμες νότες των τροπαρίων περιγράφονται με τον τραγικότερο τρόπο οι εμπαιγμοί, τα χτυπήματα, οι ύβρεις και οι χλευασμοί των ανθρώπων που ανέβασαν τον Κύριο στο σταυρό. Η Μεγάλη Πέμπτη είναι από τις θλιβερότερες ημέρες της χριστιανοσύνης.

Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ
Το Θείο πάθος ήταν προδιαγεγραμμένο, το είχε περιγράψει πολλές φορές ο Ιησούς όταν μιλούσε στους μαθητές του. Πολύ σημαντικό πρόσωπο για να “εκπληρωθεί το ρηθέν” ήταν ο Ιούδας. Έτσι το βράδυ εκείνης της Πέμπτης ο Ιούδας έσπευσε στους αρχιερείς.
“Τότε, αφού πήγε στους αρχιερείς ένας από τους δώδεκα, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, είπε, τι θέλετε να μου δώσετε για να σας τον παραδώσω”.
Και ακριβώς όταν η πόρνη μετανοούσε, όταν καταφιλούσε τα πόδια του Κυρίου, τότε πρόδινε το διδάσκαλο ο μαθητής. Είχε τη δύναμη να κερδίσει το μαθητή, αλλά δεν επιθυμούσε αναγκαστικά να τον προσελκύσει κοντά του.
Κατά την ώρα ακριβώς της προδοσίας, όταν ήρθαν εναντίον του Ιησού οι στρατιώτες, εκείνος τους λέει: “Ποιον ζητάτε;”, γιατί δεν γνώριζαν ποιον επρόκειτο να συλλάβουν. Τόσο πολύ έλειπε η δύναμη από τον Ιούδα να παραδώσει τον Κύριο, γιʼ αυτό τον φίλησε… Οι στρατιώτες κατάλαβαν και ο δρόμος προς τον Γολγοθά είχε ανοίξει…
Σήμερον κρεμάται επι ξύλου‬

Αντίφωνον ΙΕ΄ της Ακολουθίας των Παθών Ήχος πλ. β΄
Άρχοντος Πρωτοψάλτου τ.Μ.τ.Χ.Ε. Αθανασίου Καραμάνη
Ιερός Ναός Αγ. Παρασκευής Χαλκίδος
Πάσχα 2009





http://www.tovoion.com/products/



Τρίτη 10 Απριλίου 2012

ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ : ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙΟ ΤΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ




Η Μετάφραση απο τον Φώτη Κόντογλου

Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή, την σήν αισθομένη Θεότητα μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει.

Οίμοι! λέγουσα, οτι νύξ μοι υπάρχει, οίστρος ακολασίας, ζοφώδης τε και ασέληνος ερως της αμαρτίας.

Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων, ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης το ύδωρ κάμφθητί μοι προς τους στεναγμούς της καρδίας, ο κλίνας τους ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.

Καταφιλήσω τους αχράντους σου πόδας, αποσμήξω τούτους δε πάλιν τοις της κεφαλής μου βοστρύχοις ων εν τω Παραδείσω Εύα το δειλινόν κρότον τοις ώσιν ηχηθείσα, τω φόβω εκρύβη.

Αμαρτιών μου τα πλήθη και κριμάτων σου αβύσσους τις εξιχνιάσει, ψυχοσώστα Σωτήρ μου; Μη με την σήν δούλην παρίδης, Ο αμέτρητον έχων το έλεος.

--------------------------------------------

(Φώτη Κόντογλου μεταγραφή)

Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες, σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου κι έλεγε οδυρόμενη:

Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.

Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων, εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας. Λύγισε στ' αναστενάγματα της καρδιάς μου, εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.

Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου, και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου· αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό, τ' άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.

Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο, ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου; Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ' αμέτρητο έλεος.
Η Κασσιανη...και το τροπαριο της!Ιδου η αληθινη ιστορια της...

H Ιστορία της Κασσιανής

" Είναι γνωστή από τους Βυζαντινούς χρονογράφους η ιστορία κατά την οποία το 830 μ.Χ. η μητρυιά του Θεόφιλου, Ευφροσύνη, θέλοντας να βρει άξια σύζυγο στο θετό γιο της διοργάνωσε ένα είδος καλλιστείων, στέλνοντας εντολή σε όλα τα θέματα, τις διοικητικές περιφέρειες της αυτοκρατορίας, να συγκεντρωθούν οι ωραιότερες κοπέλες και να παρουσιαστούν στο παλάτι. Ανάμεσα στις δώδεκα κόρες που ορίστηκαν ως υποψήφιες και που κατάγονταν από τις ευγενέστερες οικογένειες, ξεχώρισαν δύο: η Κασσία, κόρη εξαίσιας ομορφιάς, η οποία καταγόταν από οικογένεια ευπατρίδων και η αρχόντισσα επίσης Θεοδώρα.

Όταν συγκεντρώθηκαν στην επίσημη αίθουσα, η Ευφροσύνη έδωσε στο Θεόφιλο ένα χρυσό μήλο να το προσφέρει στην κόρη που θα τον συγκινούσε περισσότερο. Εκείνος στράφηκε προς την Κασσία, εντυπωσιασμένος από την ομορφιά της για να της προσφέρει το μήλο. Ιδιόρρυθμος καθώς ήταν της απηύθυνε μια απροσδόκητη και κακόβουλη παρατήρηση: "Εκ γυναικός ερρύη τα φαύλα".
Η Κασσιανή δείχνοντας υπόδειγμα συμπεριφοράς Χριστιανής παρθένου, κοκκίνισε, όπως λένε οι ιστορικοί, αλλά ούτε τα έχασε, ούτε υπολόγισε ότι θα έχανε το θρόνο, ούτε δέχθηκε να προδώσει την αλήθεια και το φύλο της. Και έδωσε μια απάντηση, καμπάνα θεολογίας, που έτρεψε σε φυγή την κακόδοξη ψυχή του Θεόφιλου: "Αλλά και διά γυναικός πηγάζει τά κρείττω", του είπε κάνοντας με τις επτά αυτές λέξεις περίληψη ολόκληρης της χριστιανικής θεολογίας.

Ο Θεόφιλος νιώθοντας την αξία και την ευστροφία της και πειραγμένος από την απάντηση αυτή, της γύρισε την πλάτη, όπως γύρισε την πλάτη και στην Παναγία, στη γυναίκα "εξ ής πηγάζει τα κρείττω", αρνούμενος την εικόνα και Αυτής και του Υιού Της και έδωσε το χρυσό μήλο της εκλογής στη σιωπηλή Θεοδώρα. Η Κασσιανή, πέφτοντας θύμα της ευφυίας και της ελευθεροστομίας της, είχε χάσει οριστικά το θρόνο.

Στη συνέχεια η Κασσιανή έγινε μοναχή, όχι από ερωτική απογοήτευση προς τον ουσιαστικά άγνωστό της Θεόφιλο, αλλά από έρωτα θείο. Έδωσε την περιουσία της για να κτισθεί η περίφημη τότε μονή ΄΄Εικασίας της μοναχής΄΄. Κλείσθηκε μέσα σ΄ αυτήν και έζησε τη μακάρια ζωή της εν Χριστώ ησυχίας, όταν η ευσεβής επίσης και ορθόδοξη Θεοδώρα, που τελικά εξέλεξε ο Θεόφιλος για σύζυγο, ζούσε μέσα στις αγωνίες και τις συνωμοσίες του παλατιού αγωνιζόμενη να κρατήσει τα παιδιά της στην Ορθοδοξία, καλώντας τα κάθε τόσο να προσκυνήσουν ΄΄τα νινία΄΄, το μικρό δίπτυχο εικόνισμα του Χριστού και της Θεοτόκου που είχε κρυμμένο, επειδή φοβόταν τη μήνη του φοβερού συζύγου της.

Στο Μοναστήρι η Κασσιανή έγραψε πολλά ποιήματα με τα οποία τραγούδησε την ευδαιμονία του μοναχικού βίου και δίδαξε βαθύτατη θεολογία. Επίσης έγραψε και άλλα συγγράμματα και συλλογές, προ πάντων όμως πάρα πολλά τροπάρια, ιδιόμελα, εκκλησιαστικούς ύμνους κ.λ.π. μεταξύ των οποίων και το γνωστό ΄΄Τροπάριο της Κασσιανής΄΄, το οποίο είναι ένα ολοκληρωμένο σε σύλληψη ποίημα, γεμάτο Χριστιανικό μεγαλείο, αγάπη και γνώση θεολογική και ψάλλεται το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης στους Ιερούς Ναούς συγκεντρώνοντας πλήθη πιστών για να το ακούσουν.

Σύμφωνα με μια ρομαντική μεν, αλλά καθόλου αληθινή παράδοση, ο Θεόφιλος δεν λυτρώθηκε ποτέ από τον έρωτα που του ενέπνευσε η ομορφιά της Κασσιανής και την αναζητούσε στα Μοναστήρια της αυτοκρατορίας του. Κάποτε που έφτασε στο μοναστήρι της, η Κασσιανή κρύφτηκε για να αποφύγει την ανεπιθύμητη αυτή συνάντηση. Ήταν τότε που συνέθεσε το ιδιόμελο της. Το κείμενο βρισκόταν στο αναλόγιο μισοτελειωμένο, ως τη φράση : "ών (ποδών) έν τώ παραδείσω Εύα το δειλινόν".

Ο Θεόφιλος διάβασε το τροπάριο, αναγνώρισε το ύφος της Κασσίας, και θέλησε να την πειράξει για μια ακόμα φορά. Πήρε τη γραφίδα και συμπλήρωσε τη φράση "κρότων τοίς ωσίν ηχηθείσα τώ φόβω εκρύβη", κάνοντας έτσι υπαινιγμό στο φόβο που αυτή ένιωσε όταν άκουσε τον θόρυβο των βημάτων του. Όταν ο Θεόφιλος έφυγε, η Κασσία γύρισε στο κελί της και με έκπληξη είδε την επέμβαση του Θεόφιλου. Χωρίς όμως να απαλείψει τη φράση, συνέχισε και ολοκλήρωσε τον ύμνο της.

Η ζωή και η ιστορία έχουν τους δικούς μυστικούς νόμους. Δύο γυναίκες αντίπαλες σε μια κορυφαία κρίση υποβολής και κοσμικής εξουσίας, παραδόθηκαν στη συνέχεια στην κρίση της ιστορίας. Η μια έγινε βασίλισσα κι αργότερα αγία, η άλλη ταπεινή μοναχή. Οπωσδήποτε και οι δύο δικαιώθηκαν ενώπιον του θρόνου του Θεού.

Γνωρίζουμε όμως εμείς ποια από τις δύο κέρδισε την υστεροφημία και τη συμπάθεια των ανθρώπων. Η ταπεινή μοναχή Κασσιανή έχασε τον επίγειο θρόνο, αλλά έγινε πιο διάσημη και πιο δημοφιλής με ένα μόνο τροπάριο.

Η Κασσιανή κατέχει στην ιστορία των Βυζαντινών γραμμάτων ξεχωριστή θέση ως αξιόλογη ποιήτρια με πολλά κοσμικά ποιήματα και άλλα συγγράμματα, αλλά και πολλά εκκλησιαστικά ποιήματα, ύμνους, τροπάρια, ιδιόμελα κ.λ.π. Σπουδαίο υμνογραφικό έργο είναι το πρώτο δοξαστικό του εσπερινού των Χριστουγέννων "Αυγούστου μοναρχήσαντος επί της γής...". Με την εκκλησιαστική ποίησή της μας μεταφέρει σε ένα εντελώς διαφορετικό κλίμα. Δεν γράφει για τον εαυτό της, για τον κόσμο, για τους ανθρώπους, αλλά θέτει την πλούσια ποίησή της στην υπηρεσία της Εκκλησίας και την κάνει φωνή θρησκευτικού ενθουσιασμού, μετάνοιας, προσευχής και δοξολογίας.

Το επεισόδιο της Κασσιανής με το Θεόφιλο ήταν φυσικό να περάσει και στην περιοχή της λόγιας λογοτεχνίας και προ πάντων στην νέα Ελληνική Λογοτεχνία όπου γράφηκαν πολλά ποιήματα και τρυφερά διηγήματα και μυθιστορήματα. Το θέμα της Κασσιανής επηρέασε έντονα πολλούς Βυζαντινούς χρονογράφους, ιστορικούς και φιλολόγους, τον Κωστή Παλαμά, τον Ψυχάρη, τον Πολίτη κ.α. "

http://psifides.pblogs.gr/2009/03/to-tropario-ths-kassianhs.html



Κυριακή 8 Απριλίου 2012

Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ


Πρωτοπρεσβυτέρου Αλεξάνδρου Σμέμαν, Η ΜΕΓΑΛΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ, Σύντομη λειτουργική εξήγηση των ημερών της Μεγάλης Εβδομάδας. Εκδ. Ακρίτας 1990.

Το Σάββατο του Λαζάρου, από λειτουργικής πλευράς, είναι τα προεόρτια της Κυριακής των Βαΐων – της Εισόδου του Κυρίου μας στα Ιεροσόλυμα. Και οι δύο αυτές γιορτές έχουν ένα κοινό θέμα: το θρίαμβο και τη νίκη. Το Σάββατο του Λαζάρου αποκαλύπτει τον Εχθρό, δηλαδή το Θάνατο · η Κυριακή των Βαΐων προαναγγέλλει το νόημα της νίκης ως θρίαμβο της Βασιλείας του Θεού και ως αποδοχή από τον κόσμο του μόνου Βασιλέως , του Ιησού Χριστού.
Σε όλη τη διάρκεια της επί γης ζωής του Ιησού Χριστού, η σεμνή είσοδός Του στην Αγία Πόλη ήταν το μόνο ορατό σημείο θριάμβου. Μέχρι αυτή τη μέρα ο Ιησούς έδειχνε επίμονη άρνηση σε κάθε περίπτωση θριάμβου και δόξας Του. Έξι μέρες όμως πριν το Πάσχα, όχι μόνο δέχτηκε να δοξαστεί, αλλά ο ίδιος προκάλεσε και οργάνωσε αυτή τη δόξα. Κάνοντας αυτό που προανήγγειλε ο προφήτης Ζαχαρίας: «ιδού ο Βασιλεύς σου έρχεται σοι… πραύς και επιβεβηπώς επί υποζύγιον και πώλον νέον» (Ζαχ. 9, 9), φανέρωσε ότι ήθελε να επιδοκιμαστεί και να αναγνωριστεί ως Μεσσίας, Βασιλέας και Λυτρωτής του Ισραήλ.
Οι Ευαγγελικές περικοπές τονίζουν όλα αυτά τα μεσσιανικά στοιχεία, δηλαδή τους κλάδους των βαΐων και τα Ωσαννά, τις επευφημίες για τον Ιησού Χριστό ότι είναι ο Υιός του Δαυίδ και Βασιλέας του Ισραήλ. Η ιστορία του Ισραήλ τώρα ολοκληρώνεται, φτάνει στο τέλος της, αυτό εξ άλλου είναι και το νόημα αυτού του γεγονότος, της αγγελίας της Βασιλείας του Θεού. Για την εκπλήρωση του σκοπού αυτής της ιστορίας έπρεπε να αναγγελθεί και να προετοιμαστεί η Βασιλεία του Θεού, η έλευση του Μεσσία. Και τώρα εκπληρώθηκε, γιατί ο Βασιλέας εισέρχεται στην Αγία Πόλη Του και όλες οι προφητείες και o ι προσδοκίες βρίσκουν την εκπλήρωση τους στο Πρόσωπο Του. Ο Χριστός εγκαθιστά τη Βασιλεία Του επί της γης.
Την Κυριακή των Βαΐων θυμόμαστε και τιμάμε αυτό το μέγιστο γεγονός. Κρατώντας κλάδους βαΐων ταυτιζόμαστε με το λαό της Ιερουσαλήμ . Μαζί τους χαιρετίζουμε τον ταπεινό Κύριο και Βασιλέα ψέλνοντας: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου». Άραγε ποιο είναι το αληθινό νόημα όλων αυτών σήμερα για μας;
Πρώτα-πρώτα είναι η ομολογία μας ότι ο Χριστός είναι ο Βασιλέας και Κύριος μας. Πολύ συχνά, στην καθημερινή ζωή μας, ξεχνάμε ότι η Βασιλεία του Θεού έχει ήδη εγκατασταθεί στη γη και ότι την ημέρα της βαπτίσεώς μας γίναμε πολίτες αυτής της Βασιλείας και υποσχεθήκαμε η αφοσίωση και η πίστη μας σ’ αυτή να είναι πάνω από κάθε άλλη πίστη μας. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Χριστός για λίγες ώρες ήταν πραγματικά ο Βασιλέας πάνω στη γη, σ’ αυτό τον κόσμο το δικό μας – για λίγες μόνο ώρες και σε μια συγκεκριμένη πόλη. Αλλά, όπως στο πρόσωπο του Λαζάρου αναγνωρίσαμε την εικόνα του καθενός από μας, του κάθε ανθρώπου ξεχωριστά, έτσι και σ’ αυτή την πόλη (την Ιερουσαλήμ) αναγνωρίζουμε το μυστηριακό κέντρο όλου του κόσμου και γενικά ολόκληρης της δημιουργίας. Γιατί ακριβώς αυτό είναι το βιβλικό νόημα της πόλης Ιερουσαλήμ, είναι δηλαδή το εστιακό σημείο όλης της ιστορίας της σωτηρίας και του λυτρωμού, είναι η Αγία Πόλη της έλευσης του θεού στη γη. Έτσι λοιπόν η Βασιλεία που εγκαταστάθηκε στην Ιερουσαλήμ είναι μια παγκόσμια Βασιλεία που αγκαλιάζει καθολικά τον άνθρωπο και όλη τη δημιουργία… Για λίγες ώρες – όμως αυτές οι ώρες ήταν πολύ αποφασιστικός χρόνος – φάνηκε επί της γης η τελική «ώρα του Ιησού», η ώρα της εκπλήρωσης από τον Θεό όλων των υποσχέσεων Του, όλων των αποφάσεων Του. Έφτασε στο τέλος όλη η προπαρασκευαστική πορεία που είχε αποκαλυφθεί στην Αγία Γραφή · ήρθε το τέλος όλων όσων ο Θεός έκανε για τον άνθρωπο. Έτσι αυτή η σύντομη ώρα του επί γης θριάμβου του Χριστού αποκτάει ένα αιώνιο νόημα. Εισάγει την πραγματικότητα της θείας Βασιλείας στο δικό μας χρόνο, στις δικές μας ώρες. Αυτή η Βασιλεία δίνει το νόημα στο χρόνο και γίνεται ο απώτερος, ο αιώνιος σκοπός του. Η Βασιλεία του Θεού αποκαλύφθηκε στον κόσμο τούτο και αυτή την ώρα · η παρουσία της κρίνει και μεταμορφώνει την ανθρώπινη ιστορία.
Όταν, σε κάποια στιγμή της ακολουθίας, την Κυριακή των Βαΐων παίρνουμε από τον ιερέα έναν κλάδο βαΐων, ανανεώνουμε τον όρκο στον Βασιλέα μας, ομολογούμε ότι η Βασιλεία Του δίνει τελικό νόημα και περιεχόμενο στη ζωή μας. Ομολογούμε ότι το καθετί στη ζωή μας και στον κόσμο ανήκει στον Χριστό και τίποτε δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τον μοναδικό, αληθινό Κτήτορά του, γιατί δεν υπάρχει περιοχή της ζωής όπου Εκείνος δεν κυβερνά, δεν σώζει, δεν λυτρώνει. Διακηρύττουμε την παγκόσμια, την καθολική ευθύνη της Εκκλησίας για την ανθρώπινη ιστορία και επιβεβαιώνουμε την παγκόσμια αποστολή της.
Ξέρουμε, βέβαια, ότι ο Βασιλέας τον οποίο οι Ιουδαίοι ζητωκραύγαζαν τότε και τον οποίο εμείς σήμερα επιδοκιμάζουμε, βρίσκεται στο δρόμο προς το Γολγοθά, προς το Σταυρό και τον τάφο. Ξέρουμε, επίσης, πως αυτός ο σύντομος θρίαμβος δεν είναι παρά ο πρόλογος της θυσίας Του. Τα κλαδιά στα χέρια μας επιβεβαιώνουν την ετοιμότητα μας και τη διάθεση μας να Τον ακολουθήσουμε σ’ αυτό το δρόμο της θυσίας, και ότι αποδεχόμαστε τη θυσία και την αυταπάρνηση σαν τη μόνη βασιλική οδό προς τη θεία Βασιλεία. Τελικά αυτοί οι κλάδοι και η όλη γιορτή φανερώνουν την πίστη μας στην τελική νίκη του Χριστού.
Η Βασιλεία του Θεού όμως είναι ακόμα κρυμμένη, ο κόσμος την αγνοεί και ζει σήμερα σαν να μην έχουν συμβεί όλα αυτά τα συγκλονιστικά γεγονότα. Σαν να μην έχει πεθάνει ατό Σταυρό και να μην έχει αναστηθεί ο Θεάνθρωπος. Εμείς όμως οι χριστιανοί πιστεύουμε στην ερχόμενη Βασιλεία στην όποια ο Θεός είναι «ο τα πάντα πληρών» και ο Χριστός είναι ο μόνος Βασιλέας.
Στις ακολουθίες της Εκκλησίας μας θυμόμαστε τα γεγονότα του παρελθόντος. Αλλά όλο το νόημα και η δύναμη της Θείας Λειτουργίας βρίσκεται στο γεγονός ότι μετατρέπει την ανάμνηση σε παρόν, σε παρούσα πραγματικότητα. Την Κυριακή των Βαΐων αυτή η πραγματικότητα είναι η συμμετοχή μας στα γεγονότα, η ανταπόκριση μας σ’ αυτά, η ίδια η Βασιλεία του θεού. Ο Χριστός δεν μπαίνει πια στα Ιεροσόλυμα θριαμβευτής. Το έκανε μια φορά και για πάντα. Και δεν χρειάζεται πια «σύμβολα», γιατί δεν πέθανε στο Σταυρό για να μπορούμε εμείς αιώνια να «συμβολίζουμε» τη ζωή Του. Αλλά ζητάει από μας μια πραγματική, ειλικρινή αποδοχή της Βασιλείας που μας έφερε…
Αν δεν είμαστε έτοιμοι να κρατήσουμε την ιερή υπόσχεση που δώσαμε με το βάπτισμα μας και που ανανεώνουμε κάθε χρόνο την Κυριακή των Βαΐων, αν δεν επιμένουμε να κάνουμε τη Βασιλεία του θεού κανόνα όλης της ζωής μας, μάταια γιορτάζουμε τούτη τη γιορτή και οι κλάδοι των βαΐων που παίρνουμε από την Εκκλησία για το σπίτι μας δεν έχουν κανένα νόημα, είναι άχρηστοι.




http://www.tovoion.com/


Σάββατο 23 Απριλίου 2011

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ (Ο ΝΙΚΗΤΗΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ)


Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου
 
Σήμερα λοιπόν ο Κύριός μας περιοδεύει στον Άδη. Σήμερα συνέτριψε τις χάλκινες πύλες και τους σιδερένιους μοχλούς του. Πρόσεξε την ακριβολογία. Δεν είπε, άνοιξε τις πύλες, αλλά «συνέτριψε τις χάλκινες πύλες», για να αχρηστεύσει το δεσμωτήριο.Δεν αφαίρεσε τους μοχλούς, αλλά τους συνέτριψε, για να αχρηστεύσει τη φυλακή. Όπου βέβαια δεν υπάρχει ούτε μοχλός ούτε θύρα, και αν κάποιος εισέλθει, δεν εμποδίζεται να εξέλθει. Όταν λοιπόν συντρίψει ο Χριστός, ποιος θα μπορέσει να διορθώσει; Οι βασιλείς όταν πρόκειται να αφήσουν ελεύθερους τους φυλακισμένους, δεν κάνουν αυτό που έκανε ο Χριστός, αλλά δίνουν διαταγές και αφήνουν στη θέση τους και τις πόρτες και τους φύλακες, δείχνοντας μ’ αυτό πώς θα χρειαστεί να μπουν πάλι εκεί μέσα ή εκείνοι που αποφυλακίστηκαν ή κάποιοι άλλοι στη θέση τους. Αλλά ο Χριστός δεν ενεργεί μ’ αυτόν τον τρόπο. Θέλοντας να δείξει ότι καταργήθηκε ο θάνατος, συνέτριψε τις χάλκινες πύλες του. Και τις ονόμασε χάλκινες όχι επειδή ήταν από χαλκό, αλλά για να δηλώσει τη σκληρότητα και την αδιαλλαξία του θανάτου. Και για να μάθεις ότι ο χαλκός και ο σίδηρος εκφράζουν την ακαμψία και τη σκληρότητα, άκουσε τι λέει σε κάποιον αδιάντροπο: «Τα νεύρα σου είναι από σίδηρο και ο τράχηλος και το μέτωπό σου από χαλκό». Και εκφράστηκε έτσι όχι διότι είχε σιδερένια νεύρα ή χάλκινο μέτωπο, αλλά επειδή έδειχνε πως είναι αυστηρός, αδιάντροπος και σκληρός.
Θέλεις να μάθεις πόσο αυστηρός και άκαμπτος και ασυγκίνητος είναι ο θάνατος; Κανένας δεν τον κατάφερε ποτέ ν’ αφήσει ελεύθερο κάποιον από τους αιχμαλώτους του, έως ότου ήρθε και τον ανάγκασε ο Κύριος των αγγέλων. Πρώτα λοιπόν συνέλαβε και φυλάκισε εκείνον (το θάνατο) και ύστερα του πήρε ό,τι του ανήκε. Γι’ αυτό προσθέτει: «Θησαυροί που βρίσκονται στο σκοτάδι και είναι κρυμμένοι και δεν φαίνονται». Αν και αναφέρεται σε ένα πράγμα, η σημασία του είναι διπλή. Υπάρχουν, δηλαδή, τόποι σκοτεινοί, οι οποίοι μπορεί πολλές φορές να φωτιστούν, αν τοποθετήσουμε μέσα τους λυχνία και φως. Οι χώροι όμως του Άδη ήταν πολύ σκοτεινοί και θλιβεροί και ποτέ δεν μπήκαν μέσα του ακτίνες φωτός, γι’ αυτό και τους χαρακτήρισε σκοτεινούς και αόρατους. Επειδή ήταν στην πραγματικότητα σκοτεινοί μέχρι τη στιγμή που κατέβηκε σ’ αυτούς ο Ήλιος της δικαιοσύνης και τους κατελάμπρυνε με το φως του και έκανε τον Άδη ουρανό. Γιατί όπου βρίσκεται ο Χριστός, ο τόπος μεταβάλλεται σε ουρανό. Εύλογα ονομάζει τον Άδη σκοτεινό θησαυροφυλάκιο, γιατί εκεί υπήρχε σωρευμένος πολύς πλούτος. Πραγματικά, όλο το ανθρώπινο γένος που αποτελούσε πλούτο του Θεού ληστεύτηκε από τον διάβολο που εξαπάτησε τον πρωτόπλαστο και τον υποδούλωσε στο θάνατο. Το ότι το ανθρώπινο γένος αποτελούσε πλούτο του Θεού, το αποδεικνύει και ο Παύλος με όσα λέει: «Ο Κύριος είναι πλούσιος σε όλους και ιδιαίτερα σ’ εκείνον που τον επικαλείται». Όπως, λοιπόν, ένας βασιλιάς, όταν συλλάβει κάποιον ληστή, που λήστευε τις πόλεις, που άρπαζε από παντού, που κρυβόταν μέσα σε σπηλιές και αποθήκευε εκεί τα κλεμμένα πλούτη, αφού φυλακίσει τον ληστή, εκείνον μεν τον παραδίνει σε τιμωρία, τους δε θησαυρούς του μεταφέρει στα βασιλικά ταμεία, έτσι έκανε και ο Χριστός, με το θάνατό Του φυλάκισε τον ληστή και τον δεσμοφύλακα, δηλαδή τον διάβολο και το θάνατο, και μετέφερε όλα τα πλούτη, εννοώ το ανθρώπινο γένος, στα βασιλικά ταμεία. Αυτό δηλώνει και ο Παύλος λέγοντας: «Ο Κύριος μάς λύτρωσε απ’ την υποδούλωσή μας στο σκοτάδι και μάς μετέφερε στο βασίλειο της αγάπης του». Και το πιο σπουδαίο είναι ότι ασχολήθηκε με το γεγονός αυτό ο Ίδιος ο βασιλιάς, τη στιγμή που κανένας άλλος βασιλιάς δεν κατδέχτηκε να κάνει κάτι παρόμοιο, αλλά δίνει εντολή στους υπηρέτες του να ελευθερώσουν τους φυλακισμένους. Εδώ όμως δεν συνέβη έτσι, αλλά ήρθε ο Ίδιος ο βασιλιάς στους φυλακισμένους και δε ντράπηκε ούτε τη φυλακή ούτε τους φυλακισμένους. Γιατί ήταν αδύνατο να ντραπεί το πλάσμα Του. Και συνέτριψε τις πύλες και διέλυσε τους μοχλούς και κυριάρχησε στον Άδη και εξαφάνισε όλη τη φρουρά και, αφού συνέλαβε δέσμιο τον δεσμοφύλακα (τον θάνατο), επανήλθε σ’ εμάς. Ο τύραννος μεταφέρθηκε αιχμάλωτος, ο ισχυρός δεμένος. Ο ίδιος ο θάνατος πέταξε τα όπλα του και έτρεξε άοπλος και δήλωσε υποταγή στο βασιλιά.
Είδες τι αξιοθαύμαστη νίκη; Είδες τα κατορθώματα του σταυρού; Να σου πω και κάτι άλλο πιο αξιοθαύμαστο; Αν μάθεις με ποιον τρόπο νίκησε ο Χριστός, ο θαυμασμός σου θα γίνει μεγαλύτερος. Με τα όπλα δηλαδή που νίκησε ο διάβολος, με τα ίδια τον υπέταξε ο Χριστός. Αφού του άρπαξε (ο Χριστός) τα όπλα του, με εκείνα τον κατετρόπωσε. Και άκουσε πώς; Παρθένος, ξύλο και θάνατος ήταν τα σύμβολα της ήττας μας. Παρθένος ήταν η Εύα, γιατί δεν είχε γνωρίσει ακόμα τον άνδρα της. ξύλο ήταν το δέντρο και θάνατος η τιμωρία του Αδάμ. Αλλά να, και πάλι Παρθένος και ξύλο και θάνατος, αυτά τα σύμβολα της ήττας έγιναν σύμβολα της νίκης. Γιατί αντί της Εύας έχουμε τη Μαρία, αντί του ξύλου της γνώσεως του καλού και του κακού, το ξύλο του σταυρού, και αντί του θανάτου ως τιμωρία του Αδάμ, το θάνατο του Χριστού. Βλέπεις ότι ο διάβολος νικήθηκε με τα όπλα που νίκησε άλλοτε; Τον Αδάμ πολέμησε ο διάβολος και τον νίκησε κοντά στο δέντρο, τον διάβολο νίκησε ο Χριστός πάνω στο σταυρό. Το ξύλο την πρώτη φορά έστελνε απ’ τον Άδη στη ζωή ακόμη κι όσους είχαν πάει εκεί. Το ξύλο επίσης την πρώτη φορά έκρυψε τον αιχμάλωτο που ήταν γυμνός, τη δεύτερη έδειχνε σ’ όλους γυμνό το νικητή (το Χριστό) που ήταν κρεμασμένος ψηλά. Και ακόμη, ο πρώτος θάνατος (του Αδάμ) καταδίκασε κι όλους εκείνους που γεννήθηκαν μετά από αυτόν, ενώ ο δεύτερος (του Χριστού) ανάστησε κι εκείνους ακόμη που έζησαν πριν από Εκείνον. «Ποιος μπορεί να περιγράψει με λόγια τη δύναμη του Κυρίου; Από νεκροί που ήμασταν, γίναμε αθάνατοι. Αυτά είναι τα κατορθώματα του σταυρού. Έμαθες για τη νίκη; Έμαθες με ποιον τρόπο επιτεύχθηκε; Δες τώρα πώς επιτεύχθηκες χωρίς κόπο. Δεν βάψαμε τα όπλα μας στο αίμα, δεν παραταχθήκαμε σε θέση μάχης, δεν τραυματιστήκαμε, ούτε είδαμε κανέναν πόλεμο, κι όμως νικήσαμε. Αγωνίστηκε ο Κύριος και μεις στεφανωθήκαμε. Επειδή λοιπόν είναι και δική μας η νίκη, ας ψάλλουμε όλοι σήμερα σαν στρατιώτες ύμνο επινίκιο: «Κατανικήθηκε ο θάνατος και κατατροπώθηκε. Πού είναι θάνατε η νίκη σου; Πού είναι Άδη το κεντρί σου;».
 
Αγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος

ΕΝΟΡΙΑΚΑ ΝΕΑ


Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

Η Δίκη του Χριστού


Του Χρίστου Κράππα
Από τους Ομηρικούς χρόνους περιγράφονται δίκες στα Ομηρικά έπη με σκοπούμενο αποτέλεσμα, με προδιαγεγραμμένο σκοπό, είτε πολιτικό είτε θρησκευτικό ως προς την ετυμηγορία τους.
Ή όπως θα λέγαμε σήμερα «στημένες», άλλοτε εν γνώσει των δικαστών και άλλοτε με παραπλάνηση αυτών από τους κατήγορους, με χαλκευμένες κατηγορίες και ψευδομάρ-τυρες.
Το άδικο υπάρχει γιατί υπάρχει το δίκαιο. Και τα δύο αφορούν τον άνθρωπο. Και ο άνθρωπος ήταν και είναι νικημένος από την «τιμή» το «φό-βο» και την «ωφέλεια».(ὑπὸ <τριῶν> τῶν μεγίστων νικηθέντες͵ τιμῆς καὶ δέους καὶ ὠφελίας. (Θουκ. 1.76 )) Είναι οι τρεις δυνάμεις που λειτουργούν μέσα του ως αιτιώδης συνάφεια με τις πράξεις του.
Πράττει και ενεργεί από αυτές και γι’ αυτές. Με βάση αυτές τις δυνάμεις αδικεί και δικαιώνει. Και οι συμπολίτες του δεν είναι καλύτεροι. Κι αυτοί νικημένοι είναι από τις ίδιες αυτές δυνάμεις. Μόνο οι Άγιοι και οι νεκροί δεν είναι νικημένοι από τις δυνάμεις αυτές, και για αυτούς έγραψε την Πολιτεία και τους Νόμους του ο Πλάτωνας σε αντίθεση με τον Θουκυδίδη και τον Αριστοτέλη που περιέγραψαν την κοινωνία των νικημένων ανθρώπων που είμαστε όλοι εμείς.
Όλος ο Ποινικός μας Κώδικας, είναι γραμμένος για να τιθασεύσει τις δυνάμεις αυτές. Όλες του οι διατάξεις έχουν γνώμονα την προστασία (αν-τίστοιχα καταστολή) της τιμής, την πρόληψη (αντίστοιχα καταστολή) της βίας που προκαλεί τον φόβο, και την κατοχύρωση της ωφέλειας από τα υλικά και άϋλα αγαθά μας από την αρπαγή που επιχειρεί ο άλλος πάνω σε αυτά, νικημένος κι αυτός από τις ίδιες δυνάμεις αλλά πλέον επιδέξιος στο αδικείν τους ομοίους του που είμαστε εμείς ίσως λιγότερο επιδέξιοι, αλλά νικημένοι.
Εμείς οι Έλληνες ως εθνότητα, την υπέρ τρισχιλιετή ιστορία μας με καυγά την ξεκινήσαμε. Η πρώτη λέξη της Ιλιάδας με αυτό τον καυγά ξεκι-νά.
« Μήνιν άειδε θεά Πηληϊάδω Αχιλήος …», κι αυτός ο καυγάς καλά κρατεί μέχρι σήμερα και ο Θεός ξέρει πότε θα τελειώσει. Ή μάλλον, αν τελειώσει, τότε θα τελειώσει κι ο Ελληνισμός. Με αυτό λοιπόν το κείμενο της Ιλιάδας, που περιγράφει και διαγράφει την εθνική μας εντελέχεια, μορφώθηκαν ως ανάγνωσμα όλοι οι Έλληνες των αρχαίων χρόνων για χίλια χρόνια. Οι αρχαίοι δάσκαλοι των ελληνοπαίδων έκαναν και διασκευές αυτής για τις διδακτικές ανάγκες. Ο Αριστοτέλης, αυτή δίδαξε στους εταίρους του Μακεδονικού Βασιλείου επί τέσσερα χρόνια στη Μίεζα (341 - 337 θερινά ανάκτορα του Φιλίππου στη σημερινή Νάουσα), όπου ήταν έγκλειστοι με διαταγή του Φιλίππου μαζί με το γιό του Αλέξανδρο. Μάλιστα, είναι περίφημη η διασκευή της Ιλιάδας που έγραψε για χρήση του Αλέξανδρου, την οποία δεν αποχωριζόταν σ’ όλη την εκστρατεία του. Σ’ αυτό το μνημειώδες έργο, για όλο τον κόσμο κι όχι μόνο για μας τους Έλληνες, περιγράφονται με απαράμιλλο τρόπο οι περίφημες δίκες του ευγενούς ήρωα Παλαμήδη, κατασκεύασμα του πανούργου και πολυμήχανου Οδυσσέα με σκοπό την εκδίκηση, τη δίκη των όπλων με συνεργούς στη λαθροχειρία όλων των ηγεμόνων δικαστών υπέρ του Οδυσσέα που οδήγησαν με την απόφασή τους τον Αίαντα σε αυτοκτονία, και τη δίκη του ιερόσυλου Αίαντα του Οϊλέους κατά τα «νόμιμα των Ελλήνων» με εμπλεκόμενο πάλιν τον Οδυσσέα ως εισαγγελέα της δίκης.
Είναι κρίμα που αυτές οι δίκες δεν αναλύονται σε βάθος και πλάτος για την ηθικοπλαστική και εθνική διαπαιδαγώγηση των Ελληνοπαίδων στα σύγχρονα σχολεία μας. Γιατί οι δικαστικές αποφάσεις, δεν είναι μια απλή παράθεση των ρημάτων των νόμων, αλλά επειδή επηρεάζουν αμετάκλητα και αποτελεσματικά, με τη ρήτρα της εκτελεστότητάς των, τη σχέση μεταξύ των πολιτών, πρέπει να έχουν και περιεχόμενο ηθικό και φιλοσοφικό για την κοινωνία των πολιτών που απευθύνονται.
Μετά τους Ομηρικούς χρόνους ακολουθούν κι άλλες δίκες είτε «στη-μένες» είτε με χαλκευμένα κατηγορητήρια. Η περιφημότερη αυτών εκείνη του Σωκράτη το 399 των αρχαίων χρόνων. Είναι ίσως από τις λίγες δίκες που έχουμε λεπτομερή περιγραφή αυτής, ή όπως θα λέγαμε σήμερα λεπ-τομερή πρακτικά της δίκης που διασώθηκαν από δύο αρχαίους συγγραφείς. Το φιλόσοφο Πλάτωνα και τον ιστορικό Ξενοφώντα, και οι δύο μαθητές του Σωκράτη και παρόντες στη δίκη. Προσομοιάζει δε με εκείνη του Χριστού, στο τέλος των αρχαίων χρόνων, ως προς τα κίνητρα των κατηγόρων, ως προς το κατηγορητήριο θρησκευτικό και πολιτικό συγχρόνως, και ως προς το αποτέλεσμα, το «τίμημα», την επιβολή της θανατικής ποινής. Διαφέρουν όμως ως προς την αντιμετώπιση της ποινής από τους καταδικασθέντες. Ο μεν Σωκράτης, μόνο με ανθρώπινη φύση, αγογγύστως δέχτηκε και υπέστη την ποινή, ο δε Χριστός παρ’ ότι Θεός, ζήτησε από τον επουράνιο Πατέρα Του τη στιγμή του μαρτυρίου, «απελθέτω το ποτήριον τούτο απ’ εμού». Και τα δύο συμβάντα έχουν συμβολικό χαρακτήρα. Ο μεν Σωκράτης δήλωσε στην απολογία του ότι χαίρεται γιατί με την εκτέλεση της απόφασης θα πάει να συναντήσει και θα κάνει παρέα τον ευγενή ήρωα Παλαμήδη ο οποίος «δια κρίσιν άδικον τέθνηκεν» (Πλατ.: Απολ. Σωκρ. 32) και τον Ραδάμανθυ, ο δε Χριστός γνώριζε με το θάνατο της ανθρώπινης φύσεώς του, θα αναστηθεί και θα πάει εκ δεξιών του Πατρός Του. Και οι δύο δήλωσαν σε τρεις μέρες ότι θα βρεθούν στον παράδεισο. Ο μεν Σωκράτης υπερέβη την ανθρώπινη φύση του με την πνευματική του δύναμη, ο δε Χριστός έλαβε ανθρώπινη φύση για να σώσει το ανθρώπινο γένος πάσχοντας ως άνθρωπος.
Η δίκη του Θεανθρώπου Χριστού, ιστορικά αναμφισβήτητο γεγονός, διεξήχθη την άνοιξη του 29 μ.Χ. ακολουθώντας τον παλιό τρόπο χρονολό-γησης, ή το 33 μ.Χ. κατά τον νέο τρόπο χρονολόγησης με χρόνο D-0 έναρξη χρονολόγησης τη γέννηση του Χριστού η οποία προσδιορίζεται το 4 π.Χ. Δηλαδή η έναρξη της χρονολόγησης που ακολουθούμε έτσι κι αλλιώς συνέπιπτε με τη λήξη της χιλιετίας που έληγε παρά τέσσερα χρόνια, αν και οι αρχαίοι Έλληνες και Ρωμαίοι δεν μετρούσαν έτσι αλλά οι μεν Έλλήνες με τις Ολυμπιάδες (με πρώτη το 776 π.Χ.) και οι Ρωμαίοι από κτήσεως Ρώμης.
Η κατηγορία, χωρίς να έχει διατυπωθεί ποτέ με ακρίβεια το περιεχό-μενό της, ήταν διπλή. Θρησκευτική και πολιτική. Η μεν θρησκευτική κατη-γορία εκδικαζόταν από το Εβραϊκό ιερατείο, η δε πολιτική από το δικαιοδοτικό σύστημα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Αφού στην πρώτη δίκη στο ιερατείο των Εβραίων, δεν μπόρεσε να ευδοκιμήσει η θρησκευτική κατηγορία, χάλκευσαν την πολιτική κατηγορία και τον έστειλαν στον Πιλάτο για να δικαστεί. Η ευδοκίμηση της πρώτης κατηγορίας επέσυρε την ποινή του θανάτου δια λιθοβολισμού, η δε ευδοκίμηση της πολιτικής κατηγορίας επέσυρε πάλι την ποινή του θανάτου αλλά δια σταυρώσεως. Έτσι εσύρθη και υπέστη διπλή δίκη. Μία στο αρχιερατείο με πρόεδρο τον αρχιερέα Καϊάφα, και μία εν συνεχεία στο πραιτόριο με δικαστή τον Πιλάτο, έπαρχο της Ρώμης στην Παλαιστίνη. Κατά τη διάρκεια και των δύο δικών δεν υπήρχαν συνήγοροι ούτε τηρήθηκαν πρακτικά. Το δε ρόλο του εισαγγελέα τον είχε αναλάβει ο αρχιερέας Άννας, ο οποίος είχε συγγένεια με τον Καϊάφα. Ό,τι πληροφορία έχουμε για τις δύο δίκες, τα έχουμε από τους ευαγγελιστές οι οποίοι δεν ήταν παρόντες, και ουσιαστικά ήταν κρυπτόμενοι «δια τον φό-βο των Ιουδαίων». Η δε σύνθεση των πρακτικών και των δύο δικών δυσχεραίνεται από τις διαφορετικές πληροφορίες που αναφέρονται από τους ευαγγελιστές. Ένα πράγμα είναι όμως βέβαιο. Η εκτέλεση της επιβληθείσης ποινής δια σταυρώσεως, προϋποθέτει αφ’ ενός καταδίκη σε θάνατο και αφ’ ετέρου ρωμαϊκή απόφαση.
Η ασάφεια του κατηγορητηρίου δείχνει ότι, η δίκη αυτή δεν γεννήθηκε από συνειδησιακή ανάγκη πραγματώσεως του δικαίου και από τα δύο δικαστήρια. Ο τρόπος εισαγωγής σε δίκη του Χριστού και στα δύο δικαστήρια, αλλά και ο τρόπος που πραγματώθηκαν οι δίκες, αποδεικνύουν κίνητρα που δεν είχαν σχέση με παρόρμηση απονομής δικαιοσύνης. Τα κίνητρα ήταν καθαρά, όπως πιο πάνω ανέφερα, το απειλούμενο συμφέρον, η απειλή της συνέχισης της ωφέλειας που απολάμβαναν τόσο το ιερατείο όσο και το κράτος της Ρώμης, κυρίως όμως η απειλή κατά του εβραϊκού ιερατείου εξ αιτίας της διαφαινόμενης απώλειας των προνομίων του, το οποίο και χάλκευσε τις κατηγορίες και με δόλο αποφάσισε την εξόντωσή του.
Τα κίνητρα του Εβραϊκού ιερατείου ήταν η απήχηση που είχε η δι-δασκαλία του στο λαό της Παλαιστίνης, η οποία μεταξύ άλλων καταργούσε τους μοχλούς εξουσίας του ιερατείου με το αυστηρό τυπολατρικό της σύστημα. Επί παραδείγματι, η διδασκαλία του καταργούσε την αυστηρότητα της τήρησης της αργίας του Σαββάτου, δεν έδινε ιδιαίτερη σημασία στους κανόνες της περιτομής που σκοπό είχε τη διαφύλαξη της θρησκευτικής και εθνικής ταυτότητας, καταργούσε την παραδοχή ότι ο ναός του Σολομώντος, ως οικοδόμημα, είναι η κατοικία του Θεού, και ήταν υπέρ της κατάργησης των αιματηρών θυσιών ζώων. Το ίδιο το ιδεολογικό περιεχόμενο της διδασκαλίας του κλόνιζε συθέμελα την εξουσία του ιερατείου. Ήταν η μεγαλύτερη επανάσταση χωρίς χρήση βίας. Η διακήρυξη της ισότητας όλων των ανθρώπων με το «ουκ ένι Ιουδαίος ουδέ Έλλην, ουκ ένι δούλος ουδέ ελεύθερος, ουκ ένι άρσεν και θήλυ …», και την ελευθερία απάντων, «σεις αδελφοί, προσεκλήθητε εις ελευθερίαν… , εν τη ελευθερία λοιπόν, με την οποίαν ελευθέρωσεν ημάς ο Χριστός, μένετε σταθεροί και μη υποβληθείτε πάλιν εις ζυγόν δουλείας» (Παύλος, επιστολή προς Γαλάτες), συντάραξε το ιερατείο και διαπίστωσαν καταλυτική απειλή εναντίον της εξουσίας των.
Με τη φιλοσοφία του προεπιβουλεύειν παρά αντιεπιβουλεύειν το ιε-ρατείο, αρχιερείς και γραμματείς, συνεδρίασαν και αποφάσισαν τη φυσική εξόντωση του Χριστού δια θανατώσεως. «..τότε συνήχθησαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι του λαού εις την αυλήν του αρχιερέως Καϊάφα, και συνεβουλεύσαντο ίνα τον Ιησού δόλω κρατήσωσι και αποκτείνωσιν, έλεγον δε. Μη εν τη εορτή, ίνα μη θόρυβος γένηται εν τω λαώ.» (Κατά Ματθαίου ΚΣ 3 ). Η δόλια και απεχθείς αυτή πράξη έπρεπε να έχει νομιμοφάνεια προκειμένου να γίνει πειστική από τον εβραϊκό λαό. Έτσι αποφάσισαν τη σύλληψή του, από ρωμαίους στρατιώτες ως εκτελεστικά όργανα, το βράδυ της Πέμπτης πριν από το Πάσχα, παρ’ ότι η εβραϊκή δικονομία δεν επέτρεπε σύλληψη τη νύκτα, και οδηγήθηκε στον οίκο του αρχιερέως όπου έμεινε κρατούμενος όλη τη νύχτα από ρωμαίους στρατιώτες οι οποίοι τον χλεύαζαν και ενέπαιζαν καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας.
Την επομένη το πρωί, ημέρα Παρασκευή οδηγήθηκε ενώπιον του αρχιερέως Άννα προς ανάκριση, ο οποίος δεν μπόρεσε βεβαίως να του αποσπάσει τίποτε το επιβαρυντικό στοιχείο. Εν συνεχεία οδηγήθηκε και πάλιν στον εν ενεργεία αρχιερέα Καϊάφα προς περαιτέρω ανάκριση η οποία και πάλι δεν απέδωσε καρπούς. Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι ο Καϊάφας ήταν ο αρχιερέας αυτός που είχε συστήσει στους Ιουδαίους να θανατώσουν τον Χριστό υπέρ της διατήρησης της υποταγής του λαού. «συμβουλεύσας τοις Ιουδαίοις ότι συμφέρει έναν άνθρωπο απολέσθαι υπέρ του λαού». (Κατά Ιωάννη ΙΗ 14)
Μετά από αυτή τη διαδικασία συνεκλήθη το Συνέδριο των αρχιερέων και γραμματέων, που αποτελούσε το ανώτατο εβραϊκό δικαστήριο, στο οποίο ο Χριστός προσήχθη για να δικαστεί. Και κατά την σκηνοθετημένη αυτή δικαστική διαδικασία το «δικαστήριο», προσπάθησε να αποσπάσει μαρτυρία για να τον θανατώσουν. «… οι αρχιερείς και όλον το συνέδριον εζήτουν κατά του Ιησού μαρτυρίαν εις το θανατώσαι αυτόν, και ουχ εύρισκον• πολλοί γαρ εψευδομαρτύρουν κατ’ αυτού, και ίσαι αι μαρτυρίαι ουκ ήσαν…» ( Κατά Μάρκου ΙΔ 55-56). Μπροστά στο αδιέξοδο ευρέσεως αποδεικτικών στοιχείων σε βάρος του, ο ίδιος ο Καϊάφας και οι αρχιερείς επιχειρούν να αποσπάσουν από το Χριστό ομολογία ότι είναι υιός του Θεού, προκειμένου έστω και σε μία τέτοια ομολογία ασαφή και αόριστη να στηρίξουν την προαποφασισμένη θανατική καταδίκη του. Για το λόγο αυτό του θέτουν το ερώτημα αν ισχυρίζεται ότι πράγματι είναι υιός του Θεού. Ο Χριστός απάντησε κατά τον Λουκά (ΚΒ 70), «…υμείς, λέγετε ότι εγώ ειμί», κατά το Μάρκο (ΙΔ 62) «…εγώ ειμί και όψεσθε τον υιόν του ανθρώπου καθήμενον εκ δεξιών της δυνάμεως και ερχόμενον μετά των νεφελών του ουρανού…» και κατά Ματθαίο (ΚΣ 64) «…συ είπας». Τότε ο Καϊάφας συνειδητοποιώντας το ναυάγιο της δίκης και θέλοντας να υποκλέψει οπωσδήποτε την απόφαση της καταδίκης του Χριστού, με θεατρινισμό διέρρηξε τα ιμάτιά του αναφωνώντας, «…τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων; Ίδε νυν ηκούσατε την βλασφημίαν αυτού…» ( Κατά Ματθαίο ΚΣ 65). Και με αυτό τελείωσε η διαδικασία της δίκης και ένδυσαν την προειλημμένη απόφαση με το ένδυμα της «δικαστικής απόφασης». Το ένδυμα όμως αυτό ήταν διάτρητο. Ακόμη και με τον εβραϊκό νόμο, η καταδίκη απαιτούσε δύο τουλάχιστον μαρτυρίες που δεν υπήρξαν, δεδομένου ότι οι ψευδομάρτυρες που κατέθεσαν είχαν αντιφατικές καταθέσεις και αποπέμφθηκαν. Και στο να μην ληφθούν υπ’ όψιν οι ψευδομαρτυρίες αυτές, οφείλεται στην αντίσταση του Νικόδημου ο οποίος συμμετείχε ως μέλος του δικαστηρίου.
Η απόφαση όμως αυτή, δεν μπορούσε να εκτελεστεί αν δεν επικυρωνόταν με απόφαση της ρωμαϊκής διοίκησης, την οποία εκπροσωπούσε εκείνη τη στιγμή ο Πόντιος Πιλάτος. Έτσι ο Χριστός οδηγήθηκε ενώπιον του, στο πραιτόριο που ήταν η έδρα της ρωμαϊκής διοίκησης, και ξεκίνησε μια καινούργια διαδικασία δίκης με μοναδικό δικαστή τον Πόντιο Πιλάτο. Δεν έμεινε όμως ανεπηρέαστος στην κρίση του παρότι αντιστάθηκε αρχικά στη λυσσαλέα πίεση του Καϊάφα και των αρχιερέων οι οποίοι ζητούσαν την οπωσδήποτε επικύρωση της απόφασης του Συνεδρίου. Οι αρχιερείς είχαν φροντίσει εκτός της απροκάλυπτης παρέμβασής τους, να έχουν ερεθίσει το θρησκευτικό φανατισμό των Εβραίων με τον όχλο να βρίσκεται έξωθεν του πραιτορίου φωνασκώντας υπέρ του Βαραββά και σκορπίζοντας τον τρόμο. Απόδειξη αυτού του κλίματος αποτελούν οι διασωθείσες μαρτυρίες, η άρνηση του αγωνιστικώτατου Απόστολου Πέτρου, η φράση του Πιλάτου «πολύς θόρυβος γίνεται» που αποδεικνύει την υποψία του Πιλάτου περί σκηνο-θετημένης κατηγορίας, η προσφυγή του Πιλάτου προς το πλήθος ότι το αίμα αυτού του αθώου θα πέσει επί των κεφαλών τους, η εντολή να τον φραγκελώσουν προκειμένου να μαλακώσει το κατευθυνόμενο εντέχνως εξαγριωμένο πλήθος, και τέλος όταν όλα αυτά δεν απέδωσαν, «ένιψε τα χείρας του» και αποφάσισε τη θανατική καταδίκη του Χριστού και έδωσε την εντολή της εκτέλεσης δια σταυρώσεως.
Ο Πιλάτος πραγματικά βρέθηκε σε πολύ δύσκολη θέση. Η απόφαση του συνεδρίου ήταν με έγκλημα τη βλασφημία. Για τέτοια κατηγορία θρησ-κευτικού χαρακτήρα δεν είχε δικονομική αρμοδιότητα εκδικάσεως ο Ρωμαίος έπαρχος. Έτσι βλέποντας οι αρχιερείς ότι ο Πιλάτος δεν θα επικύρωνε την απόφασή τους, μετατρέπουν την κατηγορία σε πολιτικό χαρακτήρα, αντιποίησης της βασιλικής εξουσίας. Σε όλα αυτά ο Πιλάτος αντιδρά κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ως εξής:
α) Με την προσαγωγή του Χριστού στον Πιλάτο, διατυπώνεται από τους αρχιερείς η κατηγορία ότι ο Χριστός αντιποιείται βασιλική εξουσία. Ο Πιλάτος εξετάσας το Χριστό ως προς την κατηγορία αυτή, διαπιστώνει την αθωότητά του, αφού ο Χριστός του απάντησε ότι η βασιλεία του «ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου» και έτσι ήταν ποινικώς αδιάφορη για τη Ρώμη, αλλά διστάζει να εκδώσει απόφαση απαλλακτική ή να απονείμει χάρη ίσως από φόβο να κατηγορηθεί για υπέρβαση εξουσίας. Καταφεύγει λοιπόν στο εθιμικό δίκαιο των εβραίων, της απελευθέρωσης ενός υποδίκου ή καταδίκου λόγω της εορτής του εβραϊκού Πάσχα. Στα πλαίσια αυτής του της απόφασης, βγήκε και πλησίασε το πλήθος για την εξασφάλιση, κατά τη ρωμαϊκή δικονομία της δημοσιότητας, και δήλωσε προς το πλήθος ότι θεωρεί τον κατηγορούμενο αθώο και ζήτησε ποιόν να απολύσει, Ιησού ή Βαραββά, και το πλήθος καθοδηγούμενο από τους θρησκευτικούς του ηγέτες προέκρινε την απελευθέρωση του Βαραββά.
β) Μετά την αποτυχημένη αυτή προσπάθεια απονομής χάρης ο Πιλάτος προσπαθεί και πάλι να αποφύγει την επικύρωση της θανατικής καταδίκης, διατάσσοντας τη μαστίγωση του Χριστού ως υποκατάστατο της θανατικής ποινής. Στα πλαίσια αυτής του της προσπάθειας και γνωρίζοντας από την εξέταση του Ιησού ότι η καταγωγή του είναι από τη Γαλιλαία, παρέπεμψε τον κατηγορούμενο στον κατά τόπο αρμόδιο, τον Ηρώδη Αντύπα γιό του Ηρώδη του Μεγάλου ο οποίος ήταν τετράρχης της Γαλιλαίας και εκείνες τις μέρες βρισκόταν στην Ιερουσαλήμ. (η πληροφορία είναι από τον ευαγγελιστή Λουκά). Κατά την ανάκριση από τον Ηρώδη παρουσία των κατηγόρων του ο Χριστός σιώπησε. Έτσι ο τετράρχης αφού τον εχλεύασε, τον περιέβαλε με πολυτελές ένδυμα προκειμένου να τον εξευτελίσει και τον έστειλε πίσω στον Πιλάτο. Αυτή η κίνηση από τον Πιλάτο και η διαδικασία που έγινε ενώπιον του Ηρώδη, δεν είχε δικονομικές επιπτώσεις αφού ο τετράρχης δεν είχε εξουσία επικύρωσης ή κρίσεως των εβραϊκών αποφάσεων με βάση το ρωμαϊκό δίκαιο. Απλά, επειδή ο Ηρώδης ήταν φίλος του αυτοκράτορα Τιβέριου, η ενέργεια αυτή από τον Πιλάτο ήταν πράξη μάλλον φιλοφρόνησης προς αυτόν επειδή και οι σχέσεις των δύο ανδρών δεν ήταν και οι καλύτερες.
γ) Αφού αποδείχθηκε ανεπαρκής η αρχική κατηγορία για την επικύ-ρωση της θανατικής ποινής, οι κατήγοροι συμπλήρωσαν την κατηγορία δια προσθήκης ικανής να οδηγήσει τον Ιησού σε θανατική καταδίκη κατά τη ρωμαϊκή έννομη τάξη, λόγω προσβολής της οφειλόμενης προς τον ηγεμόνα προσκύνησης. Και αυτή όμως η κατηγορία δεν στάθηκε ικανή να πείσει τον Πιλάτο για την ενοχή του Ιησού και έχουμε τρίτη προσπάθεια απελευθέρωσης.
δ) Τέλος οι κατήγοροι, έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο ανοικτής απειλής κατά του Πιλάτου θέτοντάς τον ενώπιον της πολιτικής και υπηρεσιακής του ευθύνης, επειδή κατά τη γνώμη τους δεν εξετίμησε ορθώς την κατηγορία για αντιποίηση της βασιλικής ιδιότητας. Και πάλιν ο Πιλάτος κάνει προσπάθεια απελευθέρωσης εμφανίζοντας τον Ιησού ως βασιλέα μόνο των Ιουδαίων. Τότε οι αρχιερείς, γραμματείς και οι περί αυτούς αντέτειναν, «ουκ έχομεν βασιλέα ει μη Καίσαρα» πιέζοντας για καταδικαστική απόφαση σε σταύρωση. Ο Πιλάτος τότε βρέθηκε σε κίνδυνο και αναλογιζόμενος, είτε τη σταδιοδρομία του, είτε τη ζωή του προσπαθώντας να σώσει έναν έστω και αδίκως διωκόμενο από τους ομοθρήσκους του, εφάρμοσε στην πράξη τις αρχές του Ποινικού Δικαίου γνωστές σε αυτόν από τον Αριστοτέλη γιατί είχε καλή Ελληνική παιδεία, περί «σταθμίσεως των εννόμων αγαθών» ή περί «υπερέχοντος συμφέροντος» (ωφέλεια και φόβος) ή «του υπερτέρου καθήκοντος» (τιμή), ένιψε τα χέρια του και εξέδωσε την απόφαση διατάζοντας την εκτέλεση δια σταυρώσεως.
Από την εξιστόρηση της σκηνοθετημένης αυτής διαδικασίας ενώπιον του εβραϊκού ιερατείου και του Πιλάτου, ιστορικά διαπιστωμένη, με καμμία λογική δεν μπορεί να ενταχθεί σε δικαιϊκή σχέση απονομής δικαίου. Είναι περίπτωση βάναυσης άσκησης κυριαρχικής εξουσίας της οποίας η αποτελεσματικότητα επιχειρήθηκε να ενισχυθεί εικονικά και με κατ’ επίφαση δίκη. Αποτελεί μοναδική περίπτωση στην παγκόσμια ιστορία «ανθρώπου» απόλυτα αθώου, να καταδικάζεται από τρεις συντεταγμένες κοινωνικές δυνάμεις – εξουσίες. Την θρησκευτική από το Εβραϊκό ιερατείο, την πολιτική δια του Πιλάτου, και του όχλου. Αυτό το απεχθές κατάντημα της κοινωνίας μας ήρθε να σώσει ο Θεάνθρωπος Χριστός.
Εμείς ως πιστοί, μπροστά στη γνώση μας για την παρωδία δίκης του Χριστού, την άκρα ταπείνωσή του ενώπιον των διωκτών του και το σταυρικό του μαρτύριο, ως ελάχιστη ανταπόδοση της αγάπης του προς τον άνθρωπο που εξ αιτίας αυτής της αγάπης μαρτύρησε, είναι το αμοιβαίο της δικής μας αγάπης προς τον Θεάνθρωπο ως ψυχικός άδολος δεσμός μαζί Του, συμπάσχοντας με τα Άγια Πάθη Του.
Δράμα 19.4.2005
Δημοσίευση 20.04.06 εφημ. «Δραμινή»

ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΦΥΠΝΙΣΗ