Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2016

ΝΙΚΗΤΑΡΑΣ Ο ΤΟΥΡΚΟΦΑΓΟΣ : Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΤΟΥ '21 ΠΟΥ ΖΗΤΙΑΝΕΥΕ ΣΤΟΝ ΠΕΙΡΑΙΑ ΚΑΙ ΠΕΘΑΝΕ ΠΑΜΠΤΩΧΟΣ.

Του Βασίλη Κουτουζή, Δημοσιογράφου ερευνητή

—      Στα πρώτα χρόνια της δημιουργίας του ο Πειραιάς  αντιμετώπισε ένα όνειδος!’ Ένα γεγονός ντροπής που τον σημάδεψε, όσο  μικρός και ανοργάνωτος  και αν ήταν.
     —   Δεν μπόρεσε(;), δεν θέλησε(;), να στηρίξει πιο θετικά, πιο δυναμικά, έναν ήρωα  που κατέφυγε στα χώματά του να περάσει τα  τελευταία  χρόνια της ζωής του, αλλά τον άφησε άρρωστο και απροστάστευτο  να ζητιανεύει στους δρόμους  σαν κοινός επαίτης. Και όχι μόνο τον άφησε, αλλά τον βοήθησε σ αυτό.

    —    Βέβαια δεν ήταν ο μόνος ήρωας  που αντιμετώπισε όλη την εχθρότητα της κοινωνίας  για την οποία αγωνίστηκε, που απελευθέρωσε. Μαζί του ήταν ο Κολοκοτρώνης, ο Πλαπούτας, ο Μακρυγιάννης, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο Καραϊσκάκης, ο Καποδίστριας και άλλοι.
   —     Ο λόγος για το Νικηταρά!

   —    Να πούμε δυο λόγια για τον  ήρωα!
        Ο Νικηταράς (Νικήτας Σταματελόπουλος) είναι μια εξέχουσα και ηρωϊκή φυσιογνωμία του επαναστατικού αγώνα του 21. Ανιψιός του Θ. Κολοκοτρώνη ήταν ευρύτερα γνωστός σαν δεξί του χέρι. Η δημώδης μούσα μάλιστα έλεγε: 

   —  «Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης».
         Γεννήθηκε το 1787 στο χωριό Μεγάλη Αναστάσοβα (Αναστασίτσα) Μεσσηνίας, αλλά καταγόταν από το χωριό Τουρκολέκα της Φαλαισίας (του Ν. Αρκαδίας). Ο πατέρας του ήταν ο κλέφτης Σταματέλος Τουρκολέκας και η μητέρα του  η Σοφία Καρούτσου, αδελφή της γυναίκας του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Λόγω της καταγωγής του υπέγραφε με το όνομα Τουρκολέκας ή Τουρκολακιώτης.
     Ο Νικηταράς ο «Τουρκοφάγος», ήταν ένας ξεχωριστός για το ήθος του και την πολεμική του αρετή ήρωας της Επαναστάσεως του 1821,
      Για τις αρετές του αυτές έλαβε πολλά προσωνύμια. Η λαϊκή μούσα, μετά τις πρώτες του νικηφόρες μάχες του, τον είχε ονομάσει «Τουρκοπελέκα». Τον έλεγαν επίσης «Νέο Αχιλλέα», σαν γοργοπόδαρος που ήταν, και τέλος Νικηταρά. Πέραν αυτών κέρδισε και την ποιητική καταξίωση με την επίκληση «Πού “σαι και συ Νικηταρά, που “χουν τα πόδια σου φτερά».
      Μπορεί (και) ο Νικηταράς να μη δικαιώθηκε στα μάτια των συγχρόνων του. Έχει όμως δικαιωθεί για πάντα – και θα ζει – στη λαϊκή συνείδηση. Και η φυσιογνωμία του θα καταλαμβάνει μια χρυσή και ανεξίτηλη σελίδα της νεώτερης Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους.
                         Στοιχεία  πέρα από τη δράση του

      Για τη  δράση του κατά τον Αγώνα  του 1821  καθένας μπορεί να βρει πολλά αν κάνει αναζητήσεις στο ίντερνετ.
      Εμείς εδώ θα αναφερθούμε σε κείνα που θα βρει δυσκολότερα, ή δεν θα βρει καθόλου.
      Ο Νικηταράς υπήρξε μαθητής του καπετάν Ζαχαριά (Ζαχαρία  Μπαμπιτσιώτη . Ο Ζαχαριάς μπορεί να έφυγε από τη ζωή αλλ’ άφησε πίσω του φύτρα από τη σπορά που έκανε. Υπήρξε ο Δάσκαλος της Κλεφτουριάς. Οι κορυφαίοι πολεμιστές του ‘21, ο Μητροπέτροβας, ο Κολοκοτρώνης,  ο Νικηταράς  και άλλοι  υπήρξαν μαθητές του. 
    Ο τελευταίος μάλιστα είχε νυμφευθεί την κόρη του την Αγγελίνα, γυναίκα εφάμιλλη σε ηρωισμό του πατέρα και του συζύγου.   
     Ο Ζαχαρίας  Μπαμπιτσιώτης - Ζαχαριάς   γεννήθηκε  στην Μπαρμπίτσα στις 22 Οκτώβρη του 1759 από την οικογένεια Παντελάκου. Τον πατέρα του τον λέγανε Θοδωρή. Το 1775, οι Τούρκοι έσφαξαν τον αδελφό του Παντελή και αυτό  τον έκανε να βγεις στο βουνό σαν κλέφτης για να εκδικηθεί τον άδικο θάνατό του.
     Το 1780 παντρεύτηκε  την αδελφή του Αντώνη Νικολόπουλου, με την οικογένεια του οποίου αργότερα έγινε  άσπονδος εχθρός.
      Είχε  δύο κόρες, την Αγγελίνα που παντρεύτηκε ο Νικηταράς και την Κωνσταντίνα, καθώς και δύο γιους,  
     Με τη γυναίκα του Αγγελίνα, ο Τουρκοφάγος απέκτησε έναν γιο, τον Γιάννη, που έγινε στρατιωτικός, καθώς και δύο κόρες: την Ρεγγίνα και άλλη μία που τρελάθηκε από την λύπη της όταν τον είδε σε κακή κατάσταση μετά την πολύμηνη φυλάκιση του στην Αιγινα  και το όνομά της δεν έγινε γνωστό.
                           Το πιο αγαπημένο πρόσωπο

      Yστερα από τη μάχη στα Δερβενάκια, ο Νικηταράς,  που τόσο καταστροφή προξένησε στους Τούρκους  ώστε πήρε το προσωνύμιο «Τουρκοφάγος» της έστειλε   ένα καλοτυλιγμένο πακετάκι.
    Όλοι νόμισαν ότι θα είχε κανένα διαμαντένιο κόσμημα, από τα τόσα που έπεσαν στα χέρια των παλικαριών, που μοιράστηκαν τους θησαυρούς του τούρκου πασά. Γι’ αυτό όσοι τόμαθαν,  έτρεξαν  περίεργοι να το περιεργαστούν.
    Καθώς όμως η σύζυγος του δοξασμένου αρχηγού Αγγελίνα άνοιξε το δέμα, βρήκε μια ξύλινη ταμπακιέρα κι ένα σημείωμα του άντρα της που της έγραφε:
«…Τα παλικάρια μου, μου πρόσφεραν τούτη την ταμπακέρα κι ένα σπαθί στολισμένο με πολύτιμα πετράδια. Το σπαθί το χάρισα στη διοίκηση της Ύδρας, για να χρησιμεύσει στο αρμάτωμα του στόλου που τόσο χρειάζεται στην Πατρίδα. Την ταμπακέρα τη στέλνω σε σένα που μου είσαι το πιο αγαπημένο πρόσωπο που έχω στον κόσμο ύστερα από την Πατρίδα….
      Μετά την Απελευθέρωση τάχθηκε στο πλευρό του Καποδίστρια κι έγινε ένας από τους στενότερους συνεργάτες του Κυβερνήτη. Εγινε υπασπιστής του και πήρε μέρος στην Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους ( το 1829), ως πληρεξούσιος του Λεονταρίου. 
      Εκείνο το χρόνο, με συνέταιρο τον Αρχιμανδρίτη Πύρρο τον Θετταλό,ίδρυσαν χαρτοποιείο στο Κεφαλάρι του Αργους, καταβάλλοντας 3.000 γρόσια ο καθένας. Κατασκεύασαν τότε χίλια περίπου φύλλα χαρτιού  και περίμεναν να πουληθεί. Τα χρήματα όμως τελειώνουν κι έτσι οι εργασίες σταμάτησαν. Μη έχοντας την δυνατότητα να συνεχίσουν την παραγωγή, απευθύνθηκαν στον Καποδίστρια.  
      Ο Πύρρος δεν συμπαθουσε τον Κυβερνήτη και πολλές φορές έχει εκφράσει τις εχθρικές διαθέσεις του. Πίστευε όμως ότι θα ενδώσει και θα τους προσφέρει την βοήθειά του, προς χάριν της φιλίας του Κυβερνήτη με το Νικηταρά. Ο Καποδίστριας γνώριζε ότι την εποχή εκείνη μια τέτοια επιχείρηση δεν είχε  μέλλον. Εξ᾽ άλλου θεωρούσε ότι προτεραιότητα είχαν άλλες ανάγκες και ενέργειες σχετικές με την ανώμαλη πολιτική κατάσταση και δεν απαντά καθόλου στο αίτημα των δύο συνεταίρων. 
      Ο Νικηταράς  συνειδητοποίησε  ότι η δουλειά του χαρτοποιείου δεν μπορεί να προχωρήσει.  Σταμάτησε  και μετέφερε τις μηχανές στο σπίτι του, στο Άργος. 
      Το 1830 διορίστηκε Γενικός Αρχηγός της Πολιτικής Φρουράς Πελοποννήσου, το 1831 Πρόεδρος του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου των Ελαφρών και το 1832 Γενικός Αρχηγός του Στρατοπέδου Κορίνθου και έπειτα Αρχηγός της Μεσσηνίας. 
       Μετά  από όλα αυτά και μετά την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο, στις 25 Ιανουαρίου του 1833, ο Νικηταράς και ο Πύρρος απευθύνουν  αίτημα προς αυτόν, ζητώντας την συνδρομή του για την επανεκκίνηση των εργασιών του χαρτοποιείου. Αλλά και ο Όθωνας δείχνει να μη συμμερίζεται τις απόψεις των δύο συνεταίρων. Η κατάσταση οδηγεί σε αδιέξοδο. Η επιχείρηση χαρτοποιίας λήγει άδοξα.
                       Κι αυτός ο ήρωας στη φυλακή

         Στα 1835 η ζωή του Νικηταρά είναι κοινωνική και ενδιαφέρουσα. Εκαλείτο σε τελετές και δεξιώσεις, ακόμα και στα ανάκτορα και στο σπίτι του πρωθυπουργού Αρμανσπεργκ.
        Ο Ρώσος Βλαδίμηρος Δαβίδοβ, αρχιτέκτονας και μέλος της Ακαδημίας Τεχνών της Αγίας Πετρούπολης,  στις  «Οδοιπορικές Σημειώσεις» του, αρχές του 1835, δίνει μια ενδιαφέρουσα  περιγραφή ενός χορού στο μέγαρο Βλαχούτση. 
     «Χθες εσπέρας ο καγκελλάριος είχε πολυπληθή εσπερίδα ως συνήθως έχει τοιαύτας δις της εβδομάδος. Αι αίθουσαι έγεμον κυρίων και κυριών. Εκ των ανακτόρων μέχρι της οικίας του κόμιτος Αρμανσπέργου κατεσκευάσθη λεωφόρος αμαξητή…Σχεδόν άπασα η ομήγυρις συνίστατο εκ διπλωματών Βαυαρών και Ελλήνων. Μεταξύ των τελευταίων διεκρίνετο  Νικηταράς  ο Τουρκοφάγος και έταιροι γνωστοί εκ της ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως…Ωσαύτως λίαν περίεργον είναι να διέλθη τις μίαν εσπερίδα παρά τω Ελλήνι καγκελλαρίω, εάν επιθυμεί να λάβει μικράν τουλάχιστον ιδέαν περί της ποικιλίας της εγχωρίου κοινωνίας».
        Στη συνέχεια όμως ο Νικηταράς περιέπεσε σε δυσμένεια, επειδή υποστήριζε το αντιπολιτευόμενο Ρωσικό Κόμμα.
      Το 1839 συνελήφθη με την άδικη κατηγορία της συνομωσίας σαν μέλος της «Φιλορθόδοξης Εταιρείας» που στρεφόταν εναντίον του Όθωνα. Τον εμφάνισαν μάλιστα σαν στρατιωτικό αρχηγό της οργάνωσης αυτής, που είχε σαν στόχους την απελευθέρωση των υπόδουλων περιοχών και την στήριξη της ορθόδοξης πίστης. Φυλακίστηκε στο Παλαμήδι, και στη συνέχεια δικάστηκε, στις 11 Ιουλίου 1840, αλλά λόγω έλλειψης στοιχείων αθωώθηκε.
      Όμως η αθωωτική απόφαση προκάλεσε την οργή της κυβέρνησης η οποία με την προσυπογραφή του Όθωνα τον  φυλάκισε στην Αίγινα.  Από τότε άρχισε το μαρτύριό του. Κάθε μέρα οι Βαυαροί τον έβγαζαν στο δρόμο και τον  χτυπούσαν με μπαστούνια και τον περιγελούσαν μπρος στα μάτια των Ελλήνων που έρχονταν να δουν τον ήρωα τους. 
     Ανάμεσα στους θεατές ήταν και η δεύτερη  κόρη του η οποία δεν άντεξε να βλέπει τον πατέρα της σε αυτή την κατάσταση και τρελάθηκε, ενώ αυτός αρρώστησε με ζάχαρο το οποίο του κατέστρεψε τα μάτια.  
      Λόγω των ταλαιπωριών και φυλακίσεων η υγεία του είχε κλονισθεί σοβαρά. Σε μια δίκη του είχε προσαχθεί καθιστός από αδυναμία.
                Ελεύθερος με επέμβαση του Μακρυγιάννη

      Τελικά στις 18 Σεπτεμβρίου 1841, δια  προσωπικής απειλητικής επέμβασης του στρατηγού Μακρυγιάννη,  αμνηστεύτηκε και αποφυλακίστηκε σχεδόν τυφλός. 
      Ασθενής και ταλαιπωρημένος έφτασε στο Άργος, στο σπίτι του. Μολονότι δεν είχε καμιά σχέση με τον τόπο αυτό, δέθηκε μαζί του. Εξ᾽ άλλου ένα αγρόκτημα στην θέση Σερεμέτι, κοντά στα όρια του Άργους προς το Ναύπλιο και την Νέα Κίο, που τότε βέβαια δεν είχε ακόμη δημιουργηθεί, ήταν όλη του η περιουσία. 
       Αν και όπως αναφέρεται στους « Μύλους της Αργολίδας» του Γιώργου Αντωνίου, ο οποίος επικαλείται κείμενο του Θεόδωρου Δ. Γιαννακόπουλου στα «Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΙΙ 1998, και στο οποίο αναφέρεται ότι « …ο Νικηταράς είχε τρεις υδρόμυλους στο Κεφαλάρι Άργους (σύμφωνα με την διαθήκη της συζύγου του Αγγελικής, 197/1863 του συμβολαιογράφου Ναυπλίας Ι. Σαριγιάννη). 
      Στο  Σερεμέτι πάντως ακούμπησε τις ελπίδες του για επιβίωση δική του και της οικογένειας του. Εκεί ο ηρωϊκός στρατηγός πότισε με τον ιδρώτα του την βαλτώδη γη και την μετέτρεψε σε γόνιμη και καλλιεργήσιμη. Δεν ήταν όμως τυχερό του να ησυχάσει. 
      Σε μια αναφορά του προς τον Όθωνα, σχετική με το κτήμα στο Σερεμέτι και με ημερομηνία 24 Οκτωβρίου 1841 γράφει:
«Μεγαλειότατε,
Εις διαφόρους περιστάσεις και εποχάς έκαμα γνωστόν εις την Υμετέραν Μεγαλειότητα ότι δι᾽ αδείας της υπό της αισίας ελεύσεως της Ελληνικής Κυβερνήσεως, μοι παρεχωρήθησαν όλες οι εντός της κατά την Αργολίδα θέσεως Σερεμέτι εθνικές γαίες, χέρσας δε ούσας, και καταπλακωμένας υπό των υδάτων. Ηγωνίσθην, εξόδευσα, ότι εντίμως απελάμβανα, απεξήρανα τας γαίας αυτάς και εγεώργησα ικανόν μέρος αυτών, ενήργησα φυτείας, αυταί δε κατεστράφησαν εκ των ώδε ανωμαλιών, επανέλαβα μετά ταύτα τας γεωργικάς εργασίας δια να δυνηθώ να πραγματοποιήσω τον οποίον η Κυβέρνησις προέθετο σκοπόν, του να εξασφαλίση πόρον ζωής εις την πολυάριθμον οικογένειαν γηραιού στρατιωτικού, όστις τίποτε άλλο δεν απήτησε πώποτε.
Μετά την σύστασιν του ιπποφορβείου, μου αφηρέθησαν αι γαίαι αυταί, μοι αφέθη όμως μέρος αυτών κατά το τοπογραφικόν σχέδιο του αρχηγού του πυροβολικού. Τούτο συνέβη μεταξύ των ετών 1836 και 1837. Έκτοτε ασχολούμαι με την βελτίωσιν της καλλιεργείας των οποίων μοι αφέθησαν γαιών, αλλ᾽επέπρωτο ίσως καθ᾽ ήν στιγμήν χαίρω τα αποτελέσματα της δικαιοσύνης της Υ.Μ. να ίδω να αφαιρούν από εμέ γη ως είρηται αφεθείσαν εις την κατοχήν μου γαίας Σερεμετίου, και να μάθω ότι ικανόν μέρος αυτών εξετέθη εις δημοπρασίαν».
       Αλλά δεν πήρε απάντηση:
       Ο Νικηταράς δεν είχε πόρους δικούς του. Για να αποξηράνει, να εμπλουτίσει και να καλλιεργήσει την γη του χρειάστηκε να δανειστεί. Δανείστηκε για να φτιάξει το σπίτι του. Είχε δανιστεί  όμως και για συντηρήσει τους στρατιώτες του τον καιρό του αγώνα. Οι τόκοι τον έπνιγαν. 
       Σε αναφορά του στην Γερουσία και την Βουλή, με το δίκιο να τον πνίγει  ο λόγος του ήταν  πύρινος:
«…Ως εκ τούτου κατεδαπάνησα εις αυτό πολλά εις καλλιέργειαν, οικοδομήσας οίκους, ανοίξας χάνδακας, εμφυτεύσας αμπελώνας, δένδρα και λοιπά˙ προς τούτοις δε και όσα εργάσιμα, ζώα και άλλα χρήματα. Αλλ᾽η Αντιβασιλεία αυθαιρέτως και αυτογνωμόνως με αφήρεσεν το πλείστον μέρος αυτού˙αλλά και σύρουσά με εις τας καθύγρους φυλακάς˙εν αυτή τη φυλακή με κατηνάγκασε ή να οικοδομήσω την εν Ναυπλίω οικίαν μου ή να την πουλήσω και ούτω με εξέθεσεν εις πολλά δυστυχήματα˙διότι αναγκασθείς να εμπιστευθώ εις ξένους την φροντίδα της οικοδομής και υποπεσών σε σφετερισμούς και τόκους, αντί 30 ή 35 χιλιάδων δραχμών δαπάνης η οικοδομή ανέβη εις 79.775, την ακρίβειαν των οποίων βλέπετε εις επισυναπτόμενον ενταύθα κατάλογον. Αναγκασθείς εκ τούτου να δανεισθώ εσχάτως 20.000 δρχ. από την Τράπεζαν, αδύνατο να πληρώνω το χρεώλυστρον και το μέλλον απειλεί τα χειρότερα˙ και δια να γνωρίζετε κάλλιον την αλήθεια σας επισυνάπτω δεύτερον ονομαστικόν κατάλογον των όσων κατά τον Αγώνα εδανείσθην δια να οικονομώ εν μέρει τους υπ᾽εμού στρατιώτας και δια τα οποία σήμερον σύρομαι καθ᾽εκάστην εις τα δικαστήρια και πληρώνω ως αν έμελον να υποβάλλωμαι δια τον πατριωτισμόν μου( συγχωρήσατέ μοι να το ειπώ) εις πρόστιμα.
Ακολούθως δε ότι αποφασισθή και εγώ βέβαια υπάγομαι εις την εθνικήν θέλησιν και απόφασιν».
     Αλλά ακόμη και τώρα, ο Νικηταράς πειθαρχεί. Ο Έλληνας πατριώτης, που μπορούσε να βγει από τον αγώνα πάμπλουτος, τώρα φτωχός και χρεωμένος εκλιπαρεί την βοήθεια και υποστήριξη από τους κατέχοντες θώκους που εκείνος τους εξασφάλισε. Παρά τις προσπάθειες του  και τις εντολές της Κυβέρνησης για αναστολή των διώξεων λόγω χρεών, το κτήμα στο Σερεμέτι τελικά δεν σώθηκε, βγήκε στον πλειστηριασμό.
                           Πάμπτωχος στον Πειραιά

       Υστερα από αυτά πήρε  την οικογένειά του  και ήρθε στον Πειραιά, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Στα χρόνια αυτά ευτύχησε να τύχει κάποιας αναγνώρισης… Μετά την Επανάσταση του 1843 ονομάστηκε υποστράτηγος, ενώ μετά την συνταγματική εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου 1847 διορίστηκε γερουσιαστής, διορίστηκε μέλος της Γερουσίας θέση που του επέφερε μια πενιχρή σύνταξη το μοναδικό πόρο της ζωής του. Τότε υπαγόρευσε τα απομνημονεύματά του στους Τερστέτη και Σούτσο.
       Ο Σταματελόπουλος ή πιο γνωστός Νικηταράς, ήρωας από τους λίγους της Επαναστάσεως του 1821, πέθανε στην  «ψάθα» ζητιανεύοντας στα σοκάκια του Πειραιά.
     Η αρμόδια αρχή που χορηγούσε τις θέσεις στους επαίτες, είχε ορίσει για τον ήρωα – επαίτη μια θέση κοντά στο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα η εκκλησία της Ευαγγελίστριας και του επέτρεπε να επαιτεί κάθε Παρασκευή!
      Τότε δεν υπήρχε ούτε η εκκλησία,(χτίστηκε το 1892), ούτε το  Γηροκομείο (χτίστηκε το 1891),  και είναι απορίας άξιο  ποιοι περνούσαν από εκεί, από τους οποίους ζητιάνευε, αφού ο Πειραιάς δεν είχε τόσο αναπτυχθεί.
       Μια άλλη πληροφορία αναφέρει ότι  του σημερινού ναού  της  Ευαγγελίστριας  προυπήρχε άλλος μικρός ναός, όπως στον Προφήτη Ηλία, αλλά δεν εξακριβώθηκε.
        Κατά μία εκδοχή, εκεί στα Κρητικά, που είχαν αρχίσει ήδη να δημιουργούνται, βρισκόταν το σπίτι του Κρητικού Εμμανουήλ Δεικτάκη  το οποίο είχε διαθέσει για δημαρχείο.
        Ο  Δεικτάκης είχε εκλεγεί  πρόεδρος  του Δημοτικού Συμβουλίου στο πρώτο Δημοτικό Συμβούλιο Πειραιά  της 23/12/1835 με πρώτο δήμαρχο τον Υδραίο Κυριάκο Σερφιώτη. Δήμαρχοι  1835 έως το 1841 Κυριάκος Σερφιώτης,  20.04.1841-12.08.1845  Πέτρος Σκυλίτσης Ομηρίδης,  13.08.1845-23.11.1848 Αντώνιος Θεοχάρης   και  24.11.1848- Ιουλ.1854 Πέτρος Σκυλίτσης Ομηρίδης,
         Πάντως για να του δοθεί άδεια  γι αυτό το σημείο, σημαίνει ότι κάποια κίνηση θα υπήρχε εκεί. 
       Κείνη την εποχή 1842 οι οικογένειες του Πειραιά έφταναν  τις 210 και οι κάτοικοι τους 1500.
      Το γεγονός ότι ζητιάνευε σ αυτό το σημείο -  και  πρέπει να είναι αληθινό  - προκύπτει και από το γεγονός ότι ο Σύνδεσμος Αρκάδων Πειραιώς, που έχει συγκεντρώσει πολλά στοιχεία, και  του οποίου από το 2001  είναι πρόεδρος ο δημοσιογράφος κ. Δημήτης Καπράνος  ο οποίος μας πληροφόρησε ότι  «μετά τον Κολοκοτρώνη  έχει θέσει στόχο να στήσει την προτομή του Νικηταρά στον προ του ναού της Ευαγγελίστριας χώρο, στον Πειραιά, όπου επαιτούσε αντί να απαιτεί!
                             Περήφανος ως το τέλος

      Η φτώχεια του σχεδόν τυφλού πλέον στρατηγού  ήταν τόση, ώστε δεν είχε χρήματα ούτε για να αγοράσει ψωμί για την άρρωστη γυναίκα του- εκείνος μπορούσε να αντέξει την πείνα περισσότερο.  Το χειρότερο  ήταν πως τον είχαν ξεχάσει  όλοι. Ακόμα κι στρατηγός Μακρυγιάννης  που πριν τον είχε βοηθήσει.
      Κι ας διαδιδόταν η κατάστασή του  από στόμα σε στόμα.
      Η περιπέτεια του ήρωα έφθασε στα αυτιά πρέσβη Μεγάλης Δύναμης, ο οποίος ενημέρωσε σχετικά την κυβέρνησή του.
      Έτσι κάποια στιγμή απεσταλμένος της πρεσβείας βρέθηκε στη θέση που ζητιάνευε ο στρατηγός.
       Μόλις ο Νικηταράς τον  αντιλήφθηκε ποιος ήταν, μάζεψε αμέσως το απλωμένο του χέρι! 
     == Τι κάνετε στρατηγέ μου; Ρώτησε ο απεσταλμένος.
     == Απολαμβάνω την ελεύθερη πατρίδα! Απάντησε περήφανα ο ήρωας. 
     ==  Μα εδώ την απολαμβάνετε καθισμένος στο δρόμο;
     == Η πατρίδα μου έχει χορηγήσει σύνταξη για να ζω καλά αλλά εγώ έρχομαι εδώ για να παίρνω μια ιδέα πώς περνάει ο κόσμος. αντέτεινε ο περήφανος Νικηταράς.
     Είδε και απόειδε ο ξένος και γύρισε να φύγει χαιρετώντας ευγενικά. Φεύγοντας όμως, άφησε να του πέσει ένα πουγκί με χρυσές λίρες ώστε να μην προσβάλει τον πάμφτωχο στρατηγό.
     Ο Νικηταράς άκουσε τον ήχο, έπιασε το πουγκί το ψηλάφισε και φώναξε στον ξένο. 
      == Σου έπεσε το πουγκί σου. Πάρτο για να μην το βρει κανείς και το χάσεις!
                         Κι όμως δε βαρυγκώμησε 

       Ο Νικηταράς μπορεί να υπέφερε πολλά, αλλά ποτέ δεν βαρυγκώμησε και ποτέ δεν είπε πικρή κουβέντα για την Πατρίδα. Μπορεί να μη δικαιώθηκε – όπως άλλοι- στα μάτια των συγχρόνων του. Έχει όμως σημαδέψει ανεξίτηλα τις ψυχές του λαού. Έχει δικαιωθεί στην συνείδηση των νεοελλήνων που τον τιμούν και τον έχουν κατατάξει στους κορυφαίους Έλληνες αγωνιστές.
       Το κείμενο με τα λόγια του Λυκούργου Κρεστενίτη που έστειλε στις 25 του Ιούνη 1849, προς την Βουλή των Ελλήνων, δείχνει τον σεβασμό και την εκτίμηση κάποιων Ελλήνων προς το πρόσωπο του οπλαρχηγού:
« Το όνομα του Νικήτα και το δια της σπάθης αυτού αποδοθέν εις τον ίδιον ( του Τουρκοφάγου) τις δύναται να αρνηθή ότι δεν ήχησε καθ᾽όλην την Ευρώπη και την Ασίαν, προφερόμενον εισέτι με σέβας και θαμασμόν παρά πάντων; Τις δύναται να αμφιβάλη ότι ο βίος του Νικήτα θέλει καλύψει πολλάς της ιστορίας σελίδας και θέλει στολίση αυτήν με ανδραγαθήματα του ήρωος τούτου, τα οποία εις τας επερχομένας γενεάς θέλουν χρησιμεύσει ως τύπος και παραδειγματισμός του ακραιφνούς πατριωτισμού και του ηρωισμού, όστις αναβιβάζει τον πολίτην στρατιώτην εις την εύκλειαν της αληθούς δόξης;
Η εικών του Νικήτα, ζώντος έτι αυτού, ανήρτηται και εν Ελλάδι και εν τη αλλοδαπή μεταξύ εκείνων των μεγάλων ανδρών˙μετά θάνατον δε η προτομή αυτού θέλει κατασταθή σεβαστόν μνημείον εις  πάντα τόπον. Οι ξένοι περιηγηταί ασπάζονται σήμερον με σέβας τον Νικήταν, αλλά μετά θάνατον και ξένοι και ομογενείς, διαβαίνοντες εκ των Δερβενακίων θέλουν χαιρετά με δάκρυα το ηρώον του Νικήτα, ως σήμερον το του Μιλτιάδου τρόπαιον».
      Εξ αιτίας των πολλών και ανεκδιήγητων πολεμικών κακουχιών, των συνεχών ψυχικών συγκρούσεων με τις ανθρώπινες μικρότητες,  ο   ήρωας Νικηταράς  άφησε τη στερνή του πνοή την 25ην Σεπτεμβρίου 1849 σε ηλικία 68 ετών  στον Πειραιά, σ” ένα φτωχοκάλυβο  μιας καρβουνόμαντρας κοντά στο λιμάνι, όπου τον είχε μαζέψει ένα απ” τα παλιά παλικάρια του, και ζούσε με τη γυναίκα του Αγγελική, η οποία πέθανε   το 1863. 
      Η Πατρίδα τον θρήνησε,  η δε Ελληνική Ιστορία τον κατέγραψε στους αθάνατους. Τον επικήδειο  εκφώνησε ο Νεόφυτος Βάμβας, και τον  επιτάφιο ο Παναγιώτης Σούτσος.
      Τον έθαψαν στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, δίπλα στο Γέρο του Μοριά. 
      Αλλά όλα αυτά κατόπιν…εορτής!
            Μαζί με τους άλλους ήρωες
      Το όνομά  του δόθηκε σε οδούς πολλών πόλεων. Στο Πειραιά  η οδός Νικηταρά είναι  ψηλά  στα Μανιάτικα και συναντιέται με την οδό Αιγάλεω στο 129, όπου βρίσκονται  δρόμοι  προς τιμήν  και άλλων αγωνιστών του 1821.
      Η τωρινή πολιτεία και ο δήμος Πειραιά δεν έχουν κάνει τίποτα για να τιμήσουν την μνήμη του. 
      Ευτυχώς που ο Δήμος Αθηνών έστησε το άγαλμα του στο πεδίο του Αρεως.
               Ο   Ιωάννης Νικήτα Νικηταράς

Όταν πέθανε ο Στρατηγός Νικηταράς ο γιος του Ιωάννης – που είχε το όνομα του αδελφού του Νικηταρά – ήταν 20 χρονών. Αυτό προκύπτει από την απόφαση συνταξιοδότησης της « Αγγελικής χήρας μετά του Ιωάννου 20ετούς ορφανού του ποτέ στρατηγού της φάλαγγος Νικήτα Σταματελόπουλου».
Η σύνταξη αυτή χορηγήθηκε στις 26 Αυγούστου 1854 και το ποσό ήταν 111 δραχμές. Ο Ιωάννης δεν κράτησε το οικογενειακό όνομα Σταματελόπουλος, αλλά το αγαπημένο προσωνύμιο του πατέρα του Νικηταράς.
Παντρεύτηκε την πανέμορφη Βασιλική, το γένος Τσίπη, γνωστής Αργείτικης οικογένειας. Έζησε στο Άργος, στο σπίτι της σημερινής οδού Νικηταρά 5, που σήμερα μεν δεν υπάρχει, αλλά που πήρε το όνομα της ακριβώς από αυτό το γεγονός. Ο Ιωάννης και η Βασιλική δεν απέκτησαν παιδιά.

Ο Ταγματάρχης Ιωάννης Νικηταράς, πέθανε 60 χρονών και ετάφη στο Κοιμητήριο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η σύζυγός του Βασιλική αντίθετα, πέθανε σε πολύ μεγάλη ηλικία το 1942 και ετάφη στον ίδιο τάφο.

ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
ΖΕΙΔΩΡΟΝ

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

8 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1822 : Η ΝΑΥΜΑΧΙΑ ΤΩΝ ΣΠΕΤΣΩΝ

Η Ναυμαχία των Σπετσών, του Σπετσιώτη θαλασσογράφου Ιωάννη Γ. Κούτση

Του Εμμανουήλ Α. Λούζη

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΝΑΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΣ, τεύχος 876, Σεπτέμβριος 2006, σσ.62-67.


Το νησί των Σπετσών έχει στο ενεργητικό του το γεγονός ότι, πολλές φορές πρωταγωνίστησε στα απελευθερωτικά κινήματα των υπόδουλων Ελλήνων. Αναμίχθηκε στο κίνημα του Ορλώφ με επακόλουθο την καταστροφή του (1770) και την εξορία των κατοίκων του μέχρι το 1772, αναμίχθηκε στις καταδρομές του Λ. Κατσώνη και στην Επανάσταση του 1821. Πρώτο απ’ όλα τα νησιά ξεσηκώθηκε και πρώτο συμμετείχε ενεργώς στην πολιορκία των παραθαλάσσιων φρουρίων. Ως εκ τούτου είχε επισύρει την μήνι του Σουλτάνου, γι’ αυτό και η εκστρατεία του οθωμανικού στόλου το καλοκαίρι του 1822, έγινε και με σκοπό την καταστροφή των Σπετσών.
Τα προ της Ναυμαχίας.
Ο Σουλτάνος αφού απαλλάχθηκε από τους περισπασμούς του πρώτου έτους της Επαναστάσεως, (καταστολή του κινήματος στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες, κατάπαυση των εχθροπραξιών με την Περσία, διευθέτηση των διαφορών του με την Ρωσία , μετά από μεσολάβηση των ευρωπαϊκών δυνάμεων, οπότε διελύθησαν οι υποψίες του για υποστήριξη της Επαναστάσεως από τον Τσάρο), αποφάσισε να συγκεντρώσει όλες του τις δυνάμεις κατά της Ελλάδας και με συνδυασμένες ενέργειες στρατού και στόλου να καταπνίξει την Επανάσταση.
Από τις αρχές, λοιπόν, του 1822 σημειώνονται οι σοβαρότερες προσπάθειες των τουρκικών δυνάμεων για τη συντριβή της Επαναστάσεως. Τα σημαντικότερα ναυτικά γεγονότα του πρώτου εξαμήνου του 1822 συνοπτικά είναι: η ναυμαχία των Πατρών (20/2), η καταστροφή της Χίου και η πυρπόληση της τουρκικής ναυαρχίδας από τον Κανάρη (30/3-2/4 και 6-7/6). Την κυριότερη όμως και την πιο επικίνδυνη προσπάθεια αποτελεί η έξοδος του τουρκικού στόλου το καλοκαίρι του 1822. Το σχέδιο της εκστρατείας στηριζόταν στις συνδυασμένες επιχειρήσεις στρατού και στόλου. Στον τουρκικό στόλο ειδικότερα είχε ανατεθεί η αποστολή να καταστρέψει τις κύριες βάσεις του ελληνικού στόλου, τα δύο νησιά Σπέτσες και Ύδρα, ώστε να δεχθεί ισχυρό πλήγμα η Επανάσταση από την συντριβή της θαλάσσιας δυνάμεώς της, να λυθεί η πολιορκία του Ναυπλίου και με τον θαλάσσιο αποκλεισμό της Πελοποννήσου να περιορισθούν οι επαναστάτες στα βουνά, όπου και θα διαλύονταν από την έλλειψη εφοδίων και τις χερσαίες επιχειρήσεις του τουρκικού στρατού.

Από  ΣΠΕΤΣΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ-ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, τ.Α΄,σ.150, έκδ. ΕΝΩΣΗΣ ΣΠΕΤΣΙΩΤΩΝ,2004
Από ΣΠΕΤΣΕΣ, ΙΣΤΟΡΙΑ-ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ, τ.Α΄,σ.150, έκδ. ΕΝΩΣΗΣ ΣΠΕΤΣΙΩΤΩΝ,2004

Ο στόλος με προσωρινό αρχηγό τον καπετάν Μουχτάρ μπέη (ο ιστορικός Α. Χατζηαναργύρου αναφέρει ως ναύαρχο τον Ιμβραήμ πασά πρώην τοπτζίπαση –αρχηγό του πυροβολικού τάγματος-), απέπλευσε από τον Ελλήσποντο στις αρχές Ιουλίου 1822. Ο Τούρκος ναύαρχος, αντί να ακολουθήσει το σχέδιο των επιχειρήσεων, δηλαδή να πλεύσει στον Σαρωνικό όπου βρίσκονται τα δύο νησιά, και να προσεγγίσει τις ακτές της Αργολίδας, όπου θα έπρεπε να βρίσκεται ο Δράμαλης, προέκρινε να κατευθυνθεί στην Πάτρα όπου βρισκόταν ο νέος αρχηγός του στόλου που είχε εν τω μεταξύ διορισθεί από τον Σουλτάνο, ο Χοσρέφ Μεχμέτ πασάς,  ώστε η εξαιρετικής σημασίας επιχείρηση του στόλου αναληφθεί και διεξαχθεί από το νέο στόλαρχο. Γι’ αυτό λοιπόν, περιέπλευσε την Πελοπόννησο και περί τα τέλη του Ιουλίου, αφού παρέλαβε το νέο αρχηγό, φάνηκε μπροστά στο Μεσολόγγι, όπου παρέμεινε άπρακτος, αφού δεν είχαν εκστρατεύσει ακόμη κατά της Αιτωλοακαρνανίας οι Τούρκοι στρατηγοί της Ηπείρου.
Όταν οι Σπετσιώτες πρόκριτοι πληροφορήθηκαν την έξοδο του τουρκικού στόλου στο Αιγαίο, θεώρησαν ότι το νησί τους, λόγω της θέσεώς του κοντά στην Πελοπόννησο και της ομαλής διαμόρφωσης του εδάφους του, αποτελούσε τον πρώτο στόχο των Τούρκων. Σε σύσκεψη λοιπόν των προκρίτων με την προεδρία του πρωτάρχοντα Χατζηγιάννη Μέξη, αποφασίσθηκε να σταλούν τα γυναικόπαιδα σε ασφαλέστερο τόπο, και ως τέτοιο προέκριναν την Ύδρα, και οι άνδρες να υπερασπισθούν την πατρίδα τους με τα καράβια συνενούμενοι με τους στόλους της Ύδρας και των Ψαρών.

Ο πρωτάρχοντας των Σπετσών Χατζηγιάννης Μέξης
Ο πρωτάρχοντας των Σπετσών Χατζηγιάννης Μέξης

Ο γέροντας άρχοντας Χατζηγιάννης Μέξης αρνήθηκε να εγκαταλείψει την πατρική γη ανυπεράσπιστη και αποφάσισε να οργανώσει την άμυνα του νησιού. Όπως γράφει στα απομνημονεύματά του ο Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος: «ο γέρων Χατσή Γιάννης Μέξης δεν επείσθη να αφήση την πατρικήν του γην εις την διάκρισιν του εχθρού χωρίς να χυθή αίμα δι’ αυτήν».[Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, τ.Α΄, σ.394] . Στην απόφασή του αυτή τον ακολούθησαν ο γιός του Νικόλαος, οι γαμβροί του Ιωάννης Γ. Κούτσης, Δημ. Λεωνίδας και Νικ. Αδριανού Λαζάρου και 53 ακόμη Σπετσιώτες που ορκίσθηκαν να πεθάνουν υπερασπιζόμενοι την πατρίδα τους, σκοτώνοντας στην ανάγκη οι ίδιοι τον πρώτο που θα λιποτακτούσε, ακόμη κι αν ήταν ο ίδιος ο αδελφός τους. Έτσι κάτω από τις οδηγίες του Μέξη, κατασκευάσθηκαν τρία κανονιοστάσια με πιο ισχυρό αυτό στη θέση Φανάρι στην είσοδο του λιμανιού. Καθώς αναφέρει η παράδοση, ο Χατζηγιάννης Μέξης διέταξε και τοποθετήθηκαν, όσα φέσια υπήρχαν, στους ασφοδέλους (καραμπούσια) που φυτρώνουν άφθονα στο νησί και ν’ ανάψουν φωτιές σε διάφορα σημεία, ώστε να προξενείται η εντύπωση στον εχθρό ότι υπήρχε στο νησί πολυάριθμη στρατιωτική δύναμη. Στη θάλασσα ως βοηθούς του είχε τον γαμβρό του Δημ. Λεωνίδα και τον Κοσμά Μπαρμπάτση με το πυρπολικό του.
Συγχρόνως οι Σπετσιώτες ζήτησαν στρατιωτικές ενισχύσεις από την Κυβέρνηση. Πράγματι, αμέσως εκδηλώθηκε το ενδιαφέρον για την προάσπιση του νησιού. Για τους Πελοποννήσιους οπλαρχηγούς η αποτροπή της καταστροφής των Σπετσών δεν ήταν μόνο καθήκον ευγνωμοσύνης για όσα είχε προσφέρει στην Επανάσταση αλλά προάσπιση όλου του Αγώνα. Τελικώς όμως η υπό τον Πάνο Κολοκοτρώνη δύναμη από 850 στρατιώτες έφθασε μετά τη λήξη της Ναυμαχίας.
Ενώ είχαν αρχίσει οι συνεννοήσεις μεταξύ των Σπετσιωτών και των Υδραίων προκρίτων για την μεταφορά των αμάχων και την, εκ μέρους της Ύδρας, προετοιμασία ναυτικής δυνάμεως, σπετσιώτικα πλοία στάλθηκαν για να παρακολουθούν τις κινήσεις του εχθρικού στόλου. Από τις 3 Αυγούστου άρχισε η μεταφορά των αμάχων στην Ύδρα και ολοκληρώθηκε στις 2 Σεπτεμβρίου.
Στο διάστημα από 14 έως 19 Αυγούστου κατέπλευσαν στο στενό των Σπετσών 13 πλοία των Ψαρών με ναύαρχο των Νικολή Αποστόλη και η ναυτική δύναμη της Ύδρας που την συγκροτούσαν 29 πλοία, από τα οποία 5 πυρπολικά με ναύαρχο τον Ανδρέα Μιαούλη. Μετά από σύσκεψη των ναυάρχων με τους Σπετσιώτες προκρίτους, ο Υδραιοψαριανός στόλος αναχώρησε προς συνάντηση του εχθρού, καθώς έρχονταν ειδήσεις από τα πλοία που είχαν σταλεί ως πρόσκοποι, πως αυτός έπλεε έξω από την Μεθώνη και Κορώνη. Στις 26 Αυγούστου αναχώρησε και η σπετσιώτικη μοίρα από 15 πλοία, 3 των οποίων ήσαν πυρπολικά με ναύαρχο τον Γεώργιο Ανδρούτσο. Τα υπόλοιπα πλοία των Σπετσών ήσαν στο στάδιο της ετοιμασίας και μετέφεραν αμάχους στην Ύδρα. Ο Τρινήσιος στόλος μέχρι την 7η Σεπτεμβρίου περιπολούσε στο Μυρτώο Πέλαγος, μεταξύ Παραπόλας και Κυθήρων, για την παρακολούθηση των κινήσεων του  τουρκικού στόλου.
Η Ναυμαχία.
Τα ξημερώματα της Παρασκευής 8 Σεπτεμβρίου 1822, ο οθωμανικός στόλος φάνηκε πλέοντας ανατολικά των Σπετσών, έχοντας δε ευνοϊκό τον άνεμο, κατευθυνόταν στο μεταξύ Σπετσοπούλας και Τρίκερι στόμιο του στενού Σπετσών-ερμιονικής ακτής. Ο οθωμανικός στόλος αποτελούμενος από τις ναυτικές μοίρες της Τουρκίας, της Αιγύπτου, του Αλγερίου, της Τύνιδας και της Μπαρμπαριάς, είχε εκτόπισμα 62.000 τόνων, δύναμη πυρός 2.800 πυροβόλων και τα πληρώματά του ανέρχονταν σε 17.000 άνδρες. Τα πλοία του Τρινήσιου στόλου, είχαν συνολικά εκτόπισμα 23.000 τόνων, δύναμη πυροβολικού από 700 κανόνια ενώ το άθροισμα των πληρωμάτων του δεν ξεπερνούσε τους 4.500 άνδρες. Ο ελληνικός στόλος μέχρι εκείνη την ώρα αγνοούσε την κατεύθυνση του εχθρού. Η υδραίικη μοίρα βρισκόταν μεταξύ Τρίκερι και Δοκού, η σπετσιώτικη νοτίως της Σπετσοπούλας και η Ψαριανή ανατολικότερα.

Ο Ναύαρχος του σπετσιώτικου στόλου Γεώργιος Ανδρούτσος
Ο Ναύαρχος του σπετσιώτικου στόλου Γεώργιος Ανδρούτσος

Μόλις έγινε αντιληπτό ότι σκοπός του εχθρού ήταν η προσβολή των Σπετσών, (γιατί, αν ήθελε να λύσει την πολιορκία του Ναυπλίου θα έπλεε δυτικότερα, μεταξύ Σπετσών και πελοποννησιακών ακτών), ο ναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης, ο μόνος από τους ναυάρχους που, εκείνη τη στιγμή, βρισκόταν στον πορθμό των Σπετσών, με σήματα καλούσε το στόλο να τον ακολουθήσει στο εσωτερικό του στενού, θέλοντας να υποχρεώσει τον εχθρό να εισέλθει στο μυχό του κι εκεί να τον καταναυμαχήσει ευκολότερα κυρίως με τα πυρπολικά και να προστατεύσει το νησί από ενδεχόμενη εχθρική απόβαση. Μόλις όμως τα τουρκικά πλοία πλησίασαν το Τρίκερι, ο Υδραίος Αντώνιος Γ. Κριεζής και οι Σπετσιώτες Ιωάννης Χρ. Κούτσης, Ιωάννης Τσούπας και Δημ. Ν. Λάμπρου ή Λεωνίδας, όχι μόνο δεν ακολούθησαν τις εντολές του Μιαούλη, αλλά ανακωχεύσαντες και σχηματίζοντας ημικύκλιο στο θαλάσσιο χώρο μεταξύ της πόλεως των Σπετσών και του ακρωτηρίου του Αγίου Αιμιλιανού στην απέναντι ακτή της Αργολίδας, άρχισαν τον κανονιοβολισμό εναντίων μερικών εχθρικών πλοίων που είχαν προχωρήσει αρκετά προς αυτό το μέρος. Το παράδειγμα των τεσσάρων πλοιάρχων ακολούθησαν ο Σπετσιώτης Ανάργυρος Λεμπέσης και ο Υδραίος Λάζαρος Παναγιώτας. Η ενέργεια των πλοιάρχων πρέπει να τονίσουμε δεν συνιστούσε ανυπακοή στα κελεύσματα του Μιαούλη αλλά με την τροπή που είχαν λάβει τα πράγματα με τη διαίρεση του ελληνικού στόλου, δεν ήταν δυνατό να εφαρμοσθεί κάποιο πολεμικό σχέδιο, και κάθε πλοίαρχος έπραττε ό,τι φαινόταν σ’ αυτόν καλύτερο για την σωτηρία της πατρίδας.
Ο Μιαούλης μη εισακουόμενος πλέον αναγκάσθηκε να ενωθεί με την υδραίικη μοίρα, η οποία μπροστά από την Ύδρα και τον Δοκό έχοντας σχηματίσει καμπύλη γραμμή, άρχισε σφοδρό κανονιοβολισμό κατά του εχθρού. Συγχρόνως τα Ψαριανά πλοία παρενεβλήθησαν μπροστά στις Σπέτσες και άρχισαν με τους κατσαδούρους (πρωραία πυροβόλα) το πυρ κατά του εχθρού. Η σπετσιώτικη μοίρα έχοντας περιπέσει σε άκρα γαλήνη δεν μπορούσε να κινηθεί. Αναγκάσθηκαν λοιπόν οι πλοίαρχοι να ρίξουν στη θάλασσα τις βάρκες και να ρυμουλκήσουν με τα κουπιά τα πλοία τους, για να διαπλεύσουν την Σπετσοπούλα και να βρεθούν μέσα στο στενό. Έτσι προχωρώντας σιγά-σιγά με τα κουπιά, πλησίασαν του Ψαριανούς με τους οποίους, αφού έλαβαν θέσεις στα πλάγια του εχθρού και παραλλήλως της πόλεως των Σπετσών, άρχισαν το πυρ.
Όταν επιτέλους όλη η ναυτική δύναμη των τριών νησιών έλαβε θέσεις δεξιά και αριστερά του οθωμανικού στόλου, αυτός ανακώχευσε μέσα στο στενό σε όλη του την έκταση, ανταποδίδοντας τα πυρά, ενώ δεχόταν σφοδρό το πυρ από τα κανονιοστάσια του Χατζηγιάννη Μέξη στα παράλια του νησιού και αυτού που είχε στηθεί στην απέναντι Αργολική ακτή από Σπετσιώτες και Κρανιδιώτες.
Η Ναυμαχία διεξαγόταν επί πολλές ώρες, χωρίς να γίνει δυνατό να χρησιμοποιηθούν τα πυρπολικά. Ο καπνός που είχε καλύψει την επιφάνεια της θάλασσας από τους κανονιοβολισμούς, ήταν τόσο πυκνός, ώστε η δράση των πυρπολικών και ριψοκίνδυνη ήταν και δεν έδινε πολλές ελπίδες επιτυχίας.
Μία αυθεντική περιγραφή της Ναυμαχίας, διαβάζουμε στο Ημερολόγιο του σπετσιώτικου πλοίου ‘Ηρακλής’ του Αναγνώστη Χατζηαναργύρου: «8 7βρίου. Τη αυγή εστεκόμεθα μετά του ημετέρου στόλου συνισταμένου από 60 πλοία (δέκα εκ των οποίων ήσαν πυρπολικά) εν μέσω Ύδρας και Τρικέρων, ο δ’ εχθρικός πέραν της Ύδρας, συνιστάμενος εκ δεκαέξι φρεγατών, έξι βασσέλλων, έξι κουρβεττών, μιάς γολέττας, και 50 σχεδόν βριγαντίνων. Περί την αην ώραν της ημέρας ευρών ο εχθρός καιρόν αρμόδιον του Αργέστου (Γρέγου), διευθύνθει καθ’ ημών, ημείς δε εις άκραν γαλήνην. Εις τας 3 ώρας λοιπόν, ευρόντες τον αυτόν άνεμον ετραβίχθημεν εις το στενόν των Σπετζών, και περί τας 4 ήρχισεν ο εχθρός να μας πυροβολή αδιακόπως· τα ημέτερα δε πλοία έγιναν δύω γραμμάς, η μεν μία επροσπάθησε να λάβη τα υπέρ του ανέμου, η δ’ ετέρα έμεινεν υπό του ανέμου. Εις τας πέντε ώρας λοιπόν επλησίασε τόσον, όσον έφθανον αι σφαίραι των Ελληνικών πλοίων, και τότε ήρχισεν η υπό του ανέμου γραμμή τ’ αδιάκοπον πυρ κατά του εχθρού, εις ην ευρεθέν και το ημέτερον πλοίον ο Ηρακλής, επλησίασεν όσον το δυνατόν εις τον εχθρόν πυροβολούντες τον και πυροβολούμενοι και κατά την πρώτην εισβολήν μας έσπασαν την καλουμένην τζιβάδαν, (ξύλον ευρισκόμενον εις τ’ οξύτερον μέρος του πλοίου εις είδος Σταυρού). Πάραυτα λοιπόν ετραβίχθημεν από το εχθρικόν πυρ και διορθώσαντες την αυτήν τζιβάδαν, εξακολουθήσαμεν την αυτήν εργασίαν του πυρός μετά των ετέρων κατά του ιδίου Οθωμανικού στόλου· οποίον πυρ διήρκησεν από τας πέντε ώρας της ημέρας έως τας δέκα. Δήλον γίνεται, ότι πλησιάσαντες παρά τω εχθρώ, ως άνω είπον, διάφοραις φοραίς, τω ερρίψαμεν κανονάτας τεσσαράκοντα, εκείνος δε αναρίθμηταις. […] Παρελθούσης δε της δεκάτης ώρας, ετραβίχθη ο εχθρός εις πλατείαν θάλασσαν, πέραν της Καϊμένης [σ.σ. το νησάκι Παραπόλα] και ημείς όπισθεν αυτού παρατηρούντες τα κινήματά του». [Τα Σπετσιωτικά, τ.Γ΄, σελ.76-77].
Κατά το δειλινό, μοίρα του εχθρικού στόλου κατόρθωσε να διασπάσει την γραμμή μερικών υδραίικων πλοίων κοντά στο Δοκό αναγκάζοντάς τα να υποχωρήσουν προς τις βραχώδεις ακτές του νησιού. Ένα αλγερίνικο πλοίο επιτέθηκε στο πυρπολικό του Α. Πιπίνου, που λόγω του μεγέθους του το θεώρησε κανονικό πολεμικό πλοίο. Ο Πιπίνος χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του έβαλε φωτιά στο πυρπολικό αφού το προσκόλλησε στο εχθρικό πλοίο. Δεν κατάφερε όμως να το κάψει, γιατί οι έμπειροι Αλγερινοί ναύτες κατόρθωσαν να απομακρύνουν το πυρπολικό από το πλοίο τους. Το συμβάν καταθορύβησε τους εχθρούς, οι οποίοι φοβούμενοι την ύπαρξη και άλλων πυρπολικών υποχώρησαν. Έτσι δόθηκε η ευκαιρία στους Υδραίους να ξεφύγουν προς τα παράλια της Ερμιονίδας.
Ο πυρπολητής Κοσμάς Μπαρμπάτσης
Ο πυρπολητής Κοσμάς Μπαρμπάτσης

Η ώρα πλησίαζε 6 το απόγευμα, η Ναυμαχία εξακολουθούσε με πείσμα και από τις δύο πλευρές, όταν από το κανονιοστάσιο του Λιμανιού εφορμά στο κέντρο της εχθρικής παρατάξεως όπου βρισκόταν η τουρκική ναυαρχίδα, ο Σπετσιώτης πυρπολητής Κοσμάς Μπαρμπάτσης. Ας παρακολουθήσουμε όμως την περιγραφή της θρυλικής αυτής επίθεσης του Μπαρμπάτση, μέσα από τις σελίδες των Σπετσιωτικών του Αναργ. Χατζηαναργύρου: «Επί τέλους, δείλης οψίας γενομένης, του δε αγώνος κορυφωθέντος, εξορμά του λιμένος της νήσου των Σπετσών ο Κοσμάς Μπαρμπάτσης με το πυρπολικόν του, συνοδευόμενος υπό των παρακελεύσεων του ευπατρίδου πρεσβύτου Χατζή-Ιωάννου Μέξη, όστις διά του ιδίου του στήθους επάλαιε την στιγμήν ταύτην κατά του εχθρού εκ των προ του λιμένος Κανονοστασίων μετά των περί αυτόν ευρεθέντων οικείων,[…] επικαλουμένου δε στεντορείως πατρίδα, θρησκείαν και τιμήν, και ο πυρπολητής εφορμά εις το κέντρον της Οθωμανικής δυνάμεως, όπου τεταγμένη ην η Ναυαρχίς· αλλ’ αύτη, εις τας περιβομβούσας των παραπλεόντων οικείων φωνάς ότι πυρπολικόν προσεγγίζει, δίδει τα σημεία της υποχωρήσεως, πριν τούτο κατορθώση το ποθούμενον, την προσκόλλησιν όπου δυνατόν, και τα εχθρικά πλοία ανακρουσάμενα πρύμναν, του ανέμου ζωηρότερον πνέοντος, ανήχθησαν ανενόχλητοι εις το πέλαγος, διότι επήλθε σκότος και δεν διεκρίνετο πλέον τίς ο πολέμιος ή τίς ο οικείος». [Τα Σπετσιωτικά, τ.Γ΄, σελ.282-283]. Πιστεύεται ότι ο Τούρκος ναύαρχος έδωσε εντολή για την υποχώρηση του στόλου, επειδή θεώρησε ότι η τυχαία διαίρεση του Τρινήσιου στόλου ήταν κάποιο τέχνασμα των Ελλήνων και γιατί αποθαρρύνθηκε από την ηρωική άμυνα των υπό τον Μέξη υπερασπιστών του νησιού και κυρίως από την παράτολμη ενέργεια του Μπαρμπάτση.
Απώλειες σημαντικές από την μία και την άλλη πλευρά δεν σημειώθηκαν. Το γεγονός αυτό προκαλεί έκπληξη αν αναλογισθούμε ότι 140 περίπου πλοία κανονιοβολούσαν αλλήλους και την δύναμη πυρός των τουρκικών πλοίων. Μας δίνει όμως και μία εικόνα των συνθηκών κάτω από τις οποίες διεξάγονταν οι ναυμαχίες του ’21 και τον καίριο και αποφασιστικό ρόλο που έπαιξαν τα πυρπολικά στην έκβαση –τη νικηφόρα συνηθέστατα για τους Έλληνες-, των αντιπαρατάξεων των δύο στόλων. Πρέπει ακόμη να τονίσουμε και την βαθειά θρησκευτική συνείδηση των ναυτικών μας. Οι ευσεβείς λοιπόν ναυτικοί μας απέδωσαν το θαύμα, όπως θεωρήθηκε, της απόκρουσης του τουρκικού στόλου και της σωτηρίας των Σπετσών, στην εορτάζουσα στις 8 Σεπτεμβρίου Υπεραγία Θεοτόκο και στο μέρος όπου ήταν το κανονιοστάσιο του Φαναριού, ιδρύθηκε ο ναός της Παναγίας της Αρμάτας. Επιγραμματικά επίσης πρέπει να αποδώσουμε τον οφειλόμενο φόρο Τιμής στον γέροντα Άρχοντα Χατζηγιάννη Μέξη που επέμεινε στην απόφαση της παραμονής του στο νησί με λίγους συναγωνιστές του και της αντίστασής του μέχρις εσχάτων.
Τις επόμενες μέρες, ο Τούρκος Ναύαρχος προσπάθησε να επαναλάβει την επιχείρηση καταστροφής των Σπετσών και ανεφοδιασμού του Ναυπλίου, λόγω όμως της νηνεμίας, της στενής παρακολούθησης από τον Τρινήσιο στόλο και του φόβου των πυρπολικών, τις εσπερινές ώρες της 14ης Σεπτεμβρίου, απέπλευσε για την Σούδα, χωρίς να πραγματοποιήσει τους σκοπούς του.
Ο τουρκικός στόλος στις αρχές Οκτωβρίου αναχώρησε από την Σούδα με κατεύθυνση τα στενά του Ελλησπόντου. Στην Τένεδο, όπου είχε αγκυροβολήσει, ο Κ. Κανάρης πυρπόλησε, στις 27 Οκτ. 1822, το πλοίο του καπετάν μπέη (αντιναυάρχου), προκαλώντας τον πανικό στον Τούρκο ναύαρχο που έσπευσε να κλειστεί στα Δαρδανέλλια. Αυτό λοιπόν υπήρξε το άδοξο κι επονείδιστο τέλος των τουρκικών σχεδίων για την συντριβή του ελληνικού στόλου και την καταστροφή των βάσεών του.
Το Ναύπλιο στερούμενο οποιασδήποτε ενίσχυσης οδηγήθηκε στην παράδοση (30 Νοε. 1822).  Η κατάληψη του Ναυπλίου συνετέλεσε στην ανύψωση του ηθικού των αγωνιζόμενων Ελλήνων, γιατί έδειξε ότι ο Αγώνας τους είχε προοπτική επιτυχίας. Αυτό το αντιλήφθηκαν  και οι ευρωπαϊκές δυνάμεις, που άρχισαν να αντιμετωπίζουν την Ελληνική Επανάσταση όχι ως μία εκδηλωθείσα ανταρσία υπηκόων του Σουλτάνου, αλλά ως Αγώνα για την Εθνική Ανεξαρτησία ενός λαού εναντίον του τυράννου του. Χαρακτηριστικά ο Γάλλος ναύαρχος Ζυριέν ντε λα Γκραβιέρ γράφει: «Αι τελευταίαι επιτυχίαι των στόλων και στρατιών αυτής είχον καθιερώση τα επί της ανεξαρτησίας δίκαια αυτής». [Ιστορία του υπέρ της Ανεξαρτησίας των Ελλήνων Αγώνος, κυρίως του Ναυτικού, σ.117].
Αντί επιλόγου παραθέτουμε απόσπασμα εγγράφου με ημερομηνία 20 Απριλίου 1858, το οποίο υπογράφουν οι κατά το έτος εκείνο επιζώντες από τους αγωνισθέντες στα κανονιοστάσια του νησιού. Στο έγγραφο αυτό αναφέρονται περιεκτικά ποια σπουδαία οφέλη απεκόμισε η Επανάσταση από τη Ναυμαχία αυτή:
«Τa δε aποτελέσματα του αγώνος της αξιομνημονεύτου εν τη Ελληνική Επαναστάσει ημέρας της ογδόης Σεπτεμβρίου του 1822 εισί μέγιστα, αν και φθορά εχθρών και εχθρικών πλοίων δεν προσεγένετο. Και πρώτον ο εχθρός εδιδάχθη κάλλιστα ότι αι ναυτικαί νήσοι έχουσιν ανδρείους βραχίονας προς υπεράσπισιν του εδάφους των. Δεύτερον ματαιωθείσης της εισελεύσεως του εχθρικού στόλου εις Ναύπλιον επήλθεν η παράδοσις του φρουρίου ως μη λαβόντος τροφάς έξωθεν και τέλος οι κατά θάλασσαν Έλληνες ανέλαβον μέγιστον θάρρος εις τας ναυτικάς παρατάξεις ως απέδειξαν κατόπιν».-

Βιβλιογραφία:
Α. Χατζηαναργύρου, Τα Σπετσιωτικά, τ. Γ΄, Πειραιεύς 1926.
Α. Ορλάνδου, Ναυτικά, τ.Α΄, Αθήναι 1869.
Δ. Κόκκινου, Η Ελληνική Επανάστασις, τ.5ος, Αθήναι 1933.



http://spetses.wordpress.com/filoxenoumena/naumaxia/


Παρασκευή 5 Αυγούστου 2016

Η ΑΛΩΣΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ (3 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1826)

Edward Dodwell: Views in Greece, London 1821
Ιστορία τών Αθηνών κατά τόν υπέρ Ελευθερίας Αγώνα, Διονύσιος Σουρμελής

Απομνημονεύματα Μακρυγιάννη 
 
Στίς 3 Ιουλίου 1826 ο τουρκικός στρατός πού αποτελείτο από 20000 άνδρες στρατοπέδευσε στά Πατήσια καί ξεκίνησε τήν πολιορκία τής πόλης τών Αθηνών, μέσα στήν οποία ήταν κλεισμένοι οι 1400 στρατιώτες τού Ιωάννη Γκούρα. Σέ αυτούς ήρθαν τήν τελευταία στιγμή νά προστεθούν 100 άνδρες μέ αρχηγούς τούς Στάθη Κατσικογιάννη, Διονύσιο Ευμορφόπουλο καί Γεράσιμο Φωκά. Οι πιό σημαντικοί οπλαρχηγοί πού είχε κάτω από τίς διαταγές του ο Γκούρας ήταν οι Μακρυγιάννης, Μήτρος Λέκκας, Συμεών Ζαχαρίτσας, Νερούτσος Μπενιζέλος, Νικόλαος Δανίλης, Νικόλαος Μπενιζέλος, Δημήτριος Καψοράχης, Μήτρος Λήτσας καί Αναγνώστης Ντάβαρης.

Τά κανόνια τού Κιουταχή άρχισαν αμέσως τό καταστροφικό τους έργο, προξενώντας σημαντικές φθορές στά τείχη τής πόλης. Ο έμπειρος Τούρκος στρατηγός πίεζε τά στρατεύματά του νά καταλάβουν τήν Αθήνα, προτού οι Έλληνες πού είχαν συγκεντρωθεί στήν Ελευσίνα, ανασυνταχθούν καί περάσουν στήν αντεπίθεση.

Ο Κιουταχής είχε ζητήσει βοήθεια από τόν δραστήριο Ομέρ πασά τής Καρύστου, ο οποίος κατέλαβε τό Καπανδρίτι καί τό ιππικό του προχώρησε ακόμα καί μέχρι τόν Πειραιά. Οι Βάσος Μαυροβουνιώτης καί Νικόλαος Κριεζώτης έστησαν ενέδρα στά Λιόσια καί σκότωσαν αρκετούς Τούρκους ιππείς κατά τήν επιστροφή τους από τόν Πειραιά. Ο Ομέρ ακολουθώντας τίς εντολές τού Κιουταχή μοίραζε καί αυτός μέ τή σειρά του χαρτιά αμνηστείας ζητώντας υποταγή από τά χωριά τής Δυτικής Αττικής, μέ ευνοϊκά γι' αυτόν αποτελέσματα, καθώς εκατοντάδες ήταν οι χωρικοί πού έτρεχαν νά προσκυνήσουν τόν Τούρκο πασά.

Οι Αθηναίοι, έχοντας σάν πρότυπό τους τή θυσία τού Μεσολογγίου καί αντλώντας κουράγιο από τά διάσπαρτα αρχαία μνημεία τών προγόνων τους, ήταν αποφασισμένοι νά πολεμήσουν μέχρις εσχάτων. "Εάν οι συμπατριώτες μας μάς αφήσουν αβοήθητους, τότε τά σώματά μας θά τά σκεπάσουν οι ναοί τού Παρθενώνα, τού Ποσειδώνα καί τού Ερεχθέα, τά οποία διά νά μήν καπνισθούν καί άλλη μία φορά από τόν καπνό τών βαρβάρων θέλουν πέσει μαζί μας."

Τούς πολιορκημένους είχε επισκεφθεί πρό ημερών καί ο φιλέλληνας Βρετανός πλοίαρχος Χάμιλτον, ο οποίος τούς είχε πεί ότι πάσει θυσία θά πρέπει νά κρατήσουν τό σημαντικό αυτό φρούριο, αφού οι Προστάτιδες Δυνάμεις συζητούσαν πλέον ανοιχτά γιά τήν αναγνώριση τής ανεξαρτησίας τής Ελλάδος. Κάθε μέρα πού περνούσε έφερνε τήν Ελλάδα πιό κοντά στήν ελευθερία.

Πολύτιμη γιά τήν άμυνα ήταν καί ή άφιξη τού Κώστα Χορμοβίτη, περίφημου λαγουμιτζή πού είχε διακριθεί στήν πολιορκία τού Μεσολογγίου. Στίς 13 Ιουλίου 1826 ο Μακρυγιάννης μέ Αθηναίους ενόπλους επιχείρησε ξαφνική έφοδο καί κτύπησε τούς Τούρκους πυροβολητές πού βρίσκονταν στά αλώνια τού Γερανίου (νότια από τήν πλατεία Ομονοίας κοντά στού Ψυρρή), σκοτώνοντας αρκετούς από αυτούς. Τήν επόμενη νύκτα ήταν η σειρά τών Τούρκων νά επιτεθούν γιά νά καταλάβουν τούς στύλους τού Ολυμπίου Διός, αλλά τό εγχείρημά τους απέτυχε. Οι Αθηναίοι γιά νά αντιμετωπίσουν τά τουρκικά κανόνια στό Γεράνι, έστησαν κανονοστάσια στούς Αγίους Αναργύρους.

Στίς 31 Ιουλίου 1826, οι Τουρκαλβανοί τού Κιουταχή συνέλαβαν επτά Έλληνες στρατιώτες πού είχαν σταλεί από τό στρατόπεδο τής Ελευσίνας πρός τούς πολιορκημένους τής Αθήνας μέ επιστολές πού τούς πληροφορούσαν ότι σύντομα θά ξεκινούσε ελληνική επίθεση κατά τού Κιουταχή. Τελικά τήν πληροφορία αυτή τήν χρησιμοποίησε ο ίδιος ο Κιουταχής, ο οποίος ενέτεινε τίς προσπάθειες γιά κατάληψη τής πόλης. Ο Γκούρας δέν είχε φροντίσει νά οχυρώσει επαρκώς τό τείχος τής πόλης ούτε είχε εφοδιάσει τήν πόλη μέ κανόνια. Σύμφωνα μέ τόν αυτόπτη μάρτυρα Διονύσιο Σουρμελή, παρά τά τεράστια ποσά πού είχε εισπράξει από τόν προστάτη του Κωλέττη, τό φρούριο είχε τρομερές ελλείψεις σέ μπαρούτι, μολύβι καί φυσέκια.

Οι Τούρκοι ποτισμένοι μέ ρούμι καί ρακί γιά νά πάρουν θάρρος επιτέθηκαν μέ τήν ανατολή τού ηλίου τής 3ης Αυγούστου 1826 σέ πολλά σημεία τού τείχους καί τελικά κυρίευσαν τήν Αθήνα από τήν Γύφτικη Πόρτα (βορειοδυτικά τής πόλης όπου ξεκινούσε ο δρόμος γιά τήν Ελευσίνα στή σημερινή οδό Σαρρή) καί τούς προμαχώνες τών Αγίων Θεοδώρων καί τών Αγίων Αναργύρων. Οι απώλειες τών Ελλήνων από τήν μάχη τής 3ης Αυγούστου 1826 ήταν 30 νεκροί ενώ οι Τουρκαλβανοί έπιασαν αιχμάλωτες καί 40 γυναίκες. Όλοι οι υπόλοιποι έτρεξαν νά οχυρωθούν στήν Ακρόπολη, αφήνοντας τόν Κιουταχή κυρίαρχο τής πόλης τών Αθηνών.
«Ο εχθρός έρχεται εις τήν Αττικήν τόν Ιούνιον μήνα 1826. Τά δύο χωρία τής Αττικής Χασιά καί Μενίδι, τόν υποδέχονται καί τόν προσκυνούν. Τήν 3ην Ιουλίου 1826 εστρατοπέδευσεν ο εχθρός έξω τής πόλεως, αφ' ής ημέρας άρχεται ο αποκλεισμός. Η σύμπνοια τών Αθηναίων μετά τών περί τόν Γεράσιμο Φωκά καί Διονύσιο Ευμορφόπουλο έκαμε τήν άτακτον φρουράν τού Γκούρα νά συσταλή, καί νά μήν ταράττεται καί ταράττη σφοδρώς. Εν τούτω δέ εκδίδομεν πρός τού έξω τήν παρούσαν προκήρυξιν.

"Κρίνομεν χρέος μας ιερόν, αφού ευρέθημεν επάνω εις τόν σταυρόν καί εις τό σπαθί μας διά νά σώσωμεν τάς ιεράς Αθήνας, ή νά συγκαταταφώμεν εις τήν πλέον επιθυμητήν γήν, πρώτον νά επικαλεσθώμεν τήν Θείαν βοήθειαν καί δεύτερον νά προκηρύξωμεν εις όλους τούς ομογενείς οποίας ελπίδας καί οποία αισθήματα πρέπει νά έχωσι. Θέλομεν πολεμήση τόν εχθρόν μέχρις εσχάτης αναπνοής, έχοντες παράδειγμα τούς αθανάτους τού Μεσολογγίου μέ τόν ενθουσιασμόν εκείνον τόν οποίον γεννά η θρησκεία καί ο πατριωτισμός."

Από τής 5ης μέχρι τής 12ης τού Ιουλίου 1826 εγένεντο μικροί ακροβολισμοί καί κανονοβολισμοί. Τήν δέ ερχομένην νύκτα οι εχθροί έκαμαν μέγαν θόρυβον μετά κραυγών καί τουφεκισμών, οι δέ ημέτεροι εξελθόντες τών τειχών κατεδίωξαν αυτούς κτυπώντες μέ τό πύρ καί μέ τόν σίδηρον επέκεινα ενός μιλίου, επέστρεψαν απλήγωτοι. Τήν αυτήν ημέραν πρός τήν νύκτα εισήλθεν ο Κώστας Λαγουμιτζής υπονομοποιός μετά καί άλλων εβδομήκοντα Αθηναίων.

Τήν 15ην Ιουλίου εφάνη πρώτον κανονοστάσιον τών εχθρών, καί ακολούθως αύξησεν ο αριθμός. Αι σφαίραι τών κανονίων ήσαν από 5 - 18 οκάδας. Συγχρόνως έστησαν καί όλμους βομβών, ώστε τό πύρ ηύξανεν ημέραν παρ' ημέραν. Τό κάτω τείχος εκτυπάτο αδιακόπως, καί οι ημέτεροι ενησχολούντο εις επισκευάς καί εναντιώσεις. Ο Κιουταχής αφού έμαθε τήν αρχηγίαν τού Καραϊσκάκη καί τήν έλευσιν τών ελληνικών σωμάτων εις Σαλαμίνα καί Ελευσίνα, πρίν συνέλθωσιν έξω τών Αθηνών, καί επιφέρωσιν εμπόδια, σπεύδει νά κυριεύση τήν πόλιν. Μετέρχεται λοιπόν σφοδρότερον καί πυκνότερον τόν κανονοβολισμόν εναντίον τών μπουρτζίων (φρουρίων) ημέραν καί νύκταν αδιακόπως.

Περί τόν όρθρον λοιπόν τής 3ης Αυγούστου 1826, αφού ο Κιουταχής επότισε τούς μέλλοντας νά κάμωσι τήν έφοδον ρακί καί ρούμι, έδωκε τό σύνθημα τής εφόδου. Όσοι εξεύρουσι τήν έκτασιν τού τειχίου τής πόλεως, μαθόντες δέ καί τόν αριθμόν τών υπερασπιζομένων αυτό, ότι δέν υπερέβαινε τούς οκτακοσίους, θέλει πιστεύσει ότι ήτον αδύνατον νά αντικρούσωσι πέντε χιλιάδας επερχομένους διά μιάς. Μόλον τούτο εκτυπήθησαν μέ ανδρείαν τών ημετέρων καί εις τήν πρώτην εφόρμησιν γενομένην κατά τήν πύλην τής Αγίας Τριάδος δέν ηδυνήθησαν νά εισέλθωσιν, αλλ' οπισθοδρομήσαντες εισήλθον δι' άλλων εισόδων αδυνατωτέρων περί τήν πύλην τήν Αχαρνών. Εφονεύθησαν δέ πολλοί τών εχθρών, εξ ημών δέ 30 επληγώθησαν καί δώδεκα εχάθησαν. Κατ' αυτήν ο γενναίος Δημήτριος Καζαντζής πληγωθείς, όμως συλλαβών ζώντα ένα Τούρκο γιγαντιαίον, ανήγαγεν εις τό φρούριον, καί μετ' ολίγας ημέρας εκ τού τραύματος ετελεύτησε νέος.

Οι ημέτεροι, αφού οι εχθροί εισήλθον εις τήν πόλιν, δέν έπαυον νά καταβαίνωσι από τού φρουρίου τής Ακροπόλεως, άλλους μέν νά καίωσιν εντός οικιών, άλλους δέ νά φονεύωσι καί άλλους νά ζωγρώσιν. Ο Μήτρος Σαρκουδίνος τήν 4ην Αυγούστου 1826, μετά καί άλλων τινών καταβαίνων εις τινας οικίας πρός τό ανατολικό μέρος, εισέρχεται ατρομήτως, κτυπά, φονεύει καί ενώ μέ τό πύρ εις τάς χείρας επροσπάθει νά καύση τήν οικίαν τού Σταύρου Πατούσα, εν ή ήσαν Τούρκοι, μή θέλοντες νά παραδοθώσι, πληγώνεται καιρίως, αφού όμως κατόρθωσε διαδοθέντος τού πυρός νά ζωγρηθώσιν έξ εξ αυτών. Ετελεύτησε δέ ο πληγωθείς Σαρκουδίνος μετά τέσσαρας ημέρας. Ο ζήλος του εις τήν ελευθερίαν καί τό μίσος του πρός τούς Τούρκους ήσαν δείγματα τής μεγαλοψυχίας του. Αυθημερόν πληγωθείς καί ο Δημήτριος Πρεβεζάνος ετελεύτησε καί ούτος ο ανδρείος αξιωματικός τής φρουράς.»
 
«Αφού μπήκε ο Γκούρας εις τό ταχτικόν, εις τήν Διοίκηση είχε τόν συμπέθερό του Γιαννάκο Βλάχο καί τούς άλλους φίλους του. Κι' όλοι αυτείνοι συνφώνησαν νά στείλουν μίαν επιτροπή εις τήν Αθήνα δική τους, από φίλους, νά πουλήσουνε τήν εθνική γής καί νά τήν πάρη ο Γκούρας κι' αυτείνη όλη η συντροφιά, γής, ελιές, σπίτια, αργαστήρια καί τά εξής. Στέλνουν επιτροπή τόν Γιάννη Κουντουμά, τόν Θανάση Λιδορίκη, τόν Γιωργάκη Μόστρα. Αφού ήρθαν, βγάζουν μίαν προκήρυξη δι' αυτά, νά τά πουλήσουνε. Μιά ημέρα πήγαινα μέ τόν Γκούρα σεργιάνι καβάλλα. Μέ κολάκευε ήθελε νά μού δώση μίαν ανιψιά του γυναίκα.

- "Τού Χασεκή (Ο Χατζή Αλή Χασεκής ήταν ένας αιμοβόρος Τούρκος δυνάστης πού έκτισε τό ομώνυμο τείχος τό 1778 μέ τόν ιδρώτα καί τό αίμα τών ραγιάδων τής Αθήνας), τά υποστατικά, ελιές, περιβόλι κι' όλη τήν περιφέρεια θά τήν πάρω εγώ δι' όσα μού χρωστάει τό Έθνος".

- "Εσύ πήρες θησαυρούς από αυτό τό δυστυχισμένο Έθνος εις τά στρατόπεδα, εις τήν Αθήνα, εις τήν Πελοπόννησο. Πόσο φουσάτο έχεις εις τήν οδηγίαν σου; Ποτέ δέν βγαίνουν τρακόσοι άνθρωποι καί πλερώνει όλη η Ανατολική Ελλάς καί η κυβέρνηση δι' αυτούς. Κι' όλον τόν κόσμο τόν γύμνωσες καί δόντια έβγαλες εσύ κι' ο Μαμούρης σου καί μέ τό τζεκούρι σκοτώσατε ανθρώπους. Τό Σαρρή τόν σκοτώσατε γιά πενήντα χιλιάδες γρόσια οπού 'χε απάνου του, εις γρόσια καί τζιβαϊρκά (κοσμήματα), τά πήρε ο Μαμούρης καί τά μεράσετε. Τέλος πάντων εσύ γυρεύεις ακόμα από τήν κυβέρνησιν νά πάρης καί οχτακόσες χιλιάδες γρόσια καί κατά τήν επιτροπή, οπού 'ναι διορισμένοι όλοι φίλοι σου, θά πάρης υποστατικό οπού ν' αξίζη πενήντα διά δέκα αυτείνη η επιτροπή θά τό ξετιμήση τοιούτως. Οι φίλοι σου καί οι συγγενείς σου κυβερνήτες τά 'πικυρώνουν. Τέλος πάντων εσύ κι' ο Μαμούρης σου θά γίνης Μεμεταλής, εσύ, κι' αυτός Μπραΐμης κ' εμάς θά μάς πάρετε είλωτες! Νά τήν χέσω τέτοια λευτεριά, οπού θά κάμω εγώ εσένα πασιά!"

- "Τι κουβεντιάζεις έτζι;"

- "Έτζι κουβεντιάζω! Όταν τά πάρης εσύ αυτά καί οι φίλοι σου, νά μέ φτύσης!"

Σηκώθηκα κι' αναχώρησα κατά τό κονάκι μου.

Ο Κιτάγιας (Κιουταχής) ήρθε μέ μεγάλη δύναμη ανθρώπων, μέ καβαλλαρία, μέ κανόνια, μ' όλα τ' αναγκαία τού πολέμου. Έπιασε τά Πατήσια. Τά χωριά τά περισσότερα τής Αθήνας προσκύνησαν, ότι από τήν δικαιοσύνην μας πολλούς κατοίκους τούς ηύρανε φορτωμένους πέτρες καί τούς ξεφόρτωσαν κι' άλλους τούς λευτέρωσαν, οπού τούς παιδεύαμεν διά χρήματα. Αφού μάθαν οι Αθηναίοι ότι έρχεται ο Κιτάγιας, μέ ζήτησαν εις τόν Φαβιέ, ότ' ήμουν εις τήν οδηγίαν του, καί μο' 'δωσε τήν άδεια κ' έμεινα άμα πήγε εις τά Μέθενα (Μέθανα Τροιζηνίας) μέ τό σώμα. (Ο Μακρυγιάννης ήταν στά Μέθανα μέ τόν αρχηγό τού τακτικού Φαβιέρο καί αφού πήρε άδεια μπήκε στήν Αθήνα γιά νά ενισχύσει τήν άμυνά της).

Καί μέ διορίσαν μ' άλλους δυο Αθηναίους τόν Συμεών Ζαχαρίτζα καί Νερούτζον Μετζέλο (Νερούτσος Μπενιζέλος) καί ήμαστε μ' ανθρώπους εις τά τείχη της πόλεως καί πολεμούσαμεν νύχτα καί ημέρα τριάντα τέσσερες ημέρες. Ο Κιτάγιας χάλαγε τά τείχη μέ τά κανόνια κ' εμείς φκειάναμεν. Καί καταφανιστήκαμεν εις τόν σκοτωμόν καί πληγωμόν. Μίαν αυγή, μίαν ώρα νά φέξη, αφού γκρέμισε σέ πολλά μέρη της πόλεως τά τείχη καί δέν μάς άφηναν τά κανόνια τ' ακατάπαυτα νά μερεμετίσουμεν (επιδιορθώσουμε) τά τείχη, τότε μπήκαν οι Τούρκοι, (3 Αυγούστου 1826) τούς μέθυσε πρώτα μέ ρούμι καί μπήκαν από τρεις μεριές. Κι' ανακατωμένοι μέ τούς Τούρκους πήγαμεν πολεμώντας ως τό κάστρον. (Αρχές Ιουλίου 1826 ξεκίνησε η πολιορκία τής πόλης καί ύστερα από ένα περίπου μήνα ο Κιουταχής κατάφερε νά τήν καταλάβει, αναγκάζοντας τούς αμυνόμενους νά αποσυρθούν στόν βράχο τής Ακρόπολης).

Εις τά μπροστινά τείχη τά μακρύτερα, οπού 'ναι πρόσωπον τών Πατησίων, φυλάγαμεν οι Αθηναίοι κι' ο γενναίος κι' αγαθός πατριώτης ο Μορφόπουλος (Διονύσιος Ευμορφόπουλος) από τήν Μπουμπουνίστρα (πύλη τών Αθηνών στά ανατολικά τείχη κοντά στήν Πύλη τού Αδριανού) κι' ως τό ριζό τού κάστρου ο Μαμούρης μ' ανθρώπους τού Γκούρα καί χωργιάτες από τίς Κολώνες, τόν Αγιώργη, ως τό ριζό τού κάστρου ο Στάθης Κατζικογιάννης. Όλοι αγωνίστηκαν γενναίως καί πατριωτικώς. Η πατρίς χάριτες τούς χρωστάγει.

Ο Γκούρας ήταν εις τό κάστρον κι' ούθεν έκανε ανάγκη, οπού ήταν πολύς πόλεμος, πρόφτανε. Καί γενικώς όλοι αγωνιστήκανε πατριωτικώς καί γενναίως. Οι Τούρκοι ολόγυρα τήν χώρα είχαν κανονοστάσια, τάμπιες (ντάπιες), καί βαρούσαν μέ κανόνια, μπόμπες καί γρανέτες καί λιανοντούφεκον. Αυτείνοι πλήθος κ' εμείς ολίγοι ως πεντακόσοι άνθρωποι, κάτου όχι απάνου. Οι θέσες εκτεταμένες. Πήγαμεν εις τό φρούριον. Ήταν η νίλα εκεί γυναικόπαιδα, ζώα. Γιόμωσε ο Σερπετζές (Φράγκικος πύργος κτισμένος κοντά στά Προπύλαια πού κατεδαφίστηκε τό 1877.)

Η Θεία Πρόνοια, αδελφοί αναγνώστες, είναι μεγάλη καί δίκια. Οι Τούρκοι είχαν πιασμένες όλες τίς θέσες ολόγυρα εις τήν χώρα καί τό κάστρο. Εβήκαν οι άνθρωποι, γυναικόπαιδα, κλαίγοντας, μέ τόσα ζώα, καί οι Τούρκοι δέν τούς πήραν χαμπέρι τελείως καί σωθήκανε όλοι χωρίς νά ματώση μύτη κανενού καί πήγαν εις Αμπελάκι (Αμπελάκια Σαλαμίνας) καί Κούλουρη (Σαλαμίνα). Τήν χώρα τήν βαστήσαμεν τριάντα τέσσερες ημέρες. Κολλήσαμεν εις τό κάστρο Αυγούστου 3, τά 1826. Όταν μπήκαμεν εις τό κάστρο, ήταν πλήθος εκεί βόιδια. Ο Γκούρας, αμαθής από μπλόκους, τά 'βγαλε καί τ' απόλυσε όλα έξω, καί τά πήραν οι Τούρκοι. Τού λέγω:

- "Τί κάνεις, αδελφέ; εδώ είναι πολιορκία."

- "Λέγει, λίγον καιρό θά κάμωμεν".

Έτζι το' 'λεγαν οι Ευρωπαίγοι, οπού 'ρχονταν εις τό κάστρο, καί τούς πίστευε. Όταν δέν είχαμεν ούτε ψωμί, βάρειε τό κεφάλι του. Τά βόιδια τά 'φαγαν οι Τούρκοι κ' ευκιώνταν τήν ανοησίαν τού Γκούρα. Εγώ ήμουν καμμένος από τό κάστρο τής Άρτας, οπού καθόμουν νηστικός, κι' από τό Νιόκαστρο, οπού δέν είχαμεν ούτε νερό.»


ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ
ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

Η ΜΑΧΗ ΣΤΗ ΒΕΡΓΑ ΑΛΜΥΡΟΥ (21-25 ΙΟΥΝΙΟΥ 1826)

Πηγές : Ιστορικά τής ελληνικής παλιγγενεσίας υπό Μιχαήλ Οικονόμου  
Αμβρόσιος Φραντζής 1835, Τόμος Β'
Διονύσιος Κόκκινος - Ελληνική Επανάστασις - Τόμος 5
 
Ο Ιμπραήμ αποφάσισε νά επιτεθεί στό μοναδικό μέρος πού δέν είχε αφανίσει μέ τό πέρασμά του, τήν αδούλωτη Μάνη. Αφού έκαψε τά Σελιτσιάνικα Καλύβια (Κάτω Σέλιτσα) έστειλε επιστολή στόν Γιωργάκη Μαυρομιχάλη, ο οποίος όταν ήταν αιχμάλωτός του, είχε δηλώσει υποταγή καί τού υπενθύμισε τήν υπόσχεσή του. Ο Ιμπραήμ τόν απείλησε λέγοντας ότι εάν οι Μανιάτες δέν έρχονταν εντός δέκα ημερών νά τόν προσκυνήσουν θά περνούσε μέ τό μαχαίρι όλο τόν τόπο καί δέν θά άφηνε "μήτε ίχνος οσπητίου". Ο υιός τού Πετρόμπεη έδωσε τήν απάντησή του στό αιγυπτιακό κτήνος: "Ελάβαμεν τό γράμμα σου, εις τό οποίον είδαμεν νά μάς φοβερίζης ότι άν δέν σού προσφέρωμεν τήν υποταγήν μας, θέλεις εξολοθρεύσει τούς Μανιάτας καί τήν Μάνην. Διά τούτο καί ημείς σέ περιμένομεν μέ όσας δυνάμεις θελήσης."

Οι Μανιάτες αρχηγοί είχαν ήδη αποφασίσει νά πολεμήσουν μέχρις εσχάτων καί σέ μία επιστολή πού έστειλαν ο Μούρτζινος καί ο Κουμουνδουράκης πρός τή Διοικητική Επιτροπή δήλωναν ότι "Βλέποντες τόν ηρωισμόν τού Μεσολογγίου απεφασίσαμεν νά αποθάνωμεν ή νά νικήσωμεν καί όλοι ενούμεθα καί μόνον πυριτόβολα θέλομεν." Επιστολές γιά βοήθεια έστειλαν επίσης καί στόν Κολοκοτρώνη, ο οποίος βρισκόταν στό χωριό Μάνεσι (Μάνεση Μεσσηνίας), δυτικά από τή Μεσσήνη.

Ο Ιμπραήμ μετά τήν υπερήφανη απάντηση τών Μανιατών, ξεκίνησε στίς 22 Ιουνίου 1826 ημέρα Τρίτη από τήν Καλαμάτα μέ 15000 πεζούς καί 2000 ιππείς γιά νά τούς υποτάξει. Οι σκοποί πού φύλαγαν καραούλι στήν Αγία Τριάδα άκουσαν τόν καλπασμό τών αλόγων καί τά τουμπερλέκια τών χιλιάδων μουσουλμάνων πού βάδιζαν πρός τήν Αγία Σιών. Οι φωνές τών δερβίσηδων πού φανάτιζαν τούς στρατιώτες προκάλεσαν ανατριχίλα. Οι Μανιάτες έπιασαν θέσεις μάχης στή θέση Καπετανιάνικα ή Βέργα τού Αλμυρού όπου είχαν κατασκευάσει ένα τείχος ύψους ενός μέτρου καί μήκους δύο χιλιομέτρων. Όλοι οι αρχηγοί τών Μανιατών παραμέρισαν τίς διαφορές τους καί βρέθηκαν ταμπουρωμένοι καί μονιασμένοι πίσω από τό τείχος μαζί μέ 2000 παλληκάρια. Ανάμεσά τους ήταν οι Αναστάσης Μαυρομιχάλης, Μπεζαντές Γιωργάκης, Ηλίας Κατσάκος, Διονύσιος Τρουπάκης Μούρτζινος, Νικόλαος Πιερράκος, Στέφανος Χρηστέας, Νίκος Χρηστέας, Καπετανάκηδες, Κατσιφαραίοι, Γαλάνης Κουμουντουράκης, Παναγιώτης Κοσονάκος, Κύβελος καί Στέφανος Πικουλάκης.

- "Τά μάσατε; Χό Μπραΐμης έρσεταϊ τή Μάνη!

- Άμ' ποΐος;

- Χό Μπραΐμης!

- Άμ' ζατί;

- Ζατί; Ζά νά μάζ εκάμη ούλους δούλουζ του!

- Δούλουζ; Γού εν καταλαβάϊνου απ' εούτα, τσάϊ ζέ ρουτού. Μέ οϊπά ζεηνά τάβαλε;

- Μέ ούλεζ!

- Ά! Αλήεϊσα, μέ ούλεζ;

- Νάϊ μουρέ! Μέ ούλεζ! Ζέ τούτακα μέ ούλεζ!

- Χάϊ τρομάρα του! Χάϊ λαχτάρα του! Χάϊ φουϊτά πού τόν έκαψε!"


Ο Ιμπραήμ αφού βομβάρδισε μέ τό στόλο του τήν παραλία τού Αλμυρού εξαπόλυσε τίς ορδές του. Τό τρομερό ιππικό τών Αιγυπτίων όρμησε πρώτο αλλά δέχτηκε καταιγισμό από σφαίρες καί υποχώρησε. Τήν ίδια τύχη είχαν καί οι άτακτοι Αλβανοί πού επιτέθηκαν κατά κύματα καί τελικά υποχώρησαν αφήνοντας σωρούς πτωμάτων. Στή συνέχεια ανέλαβε τήν εκπόρθηση τής μάντρας τό τακτικό τών Αιγυπτίων μέ τούς αξιωματικούς νά απειλούν μέ τό μαστίγιο οποιονδήποτε υποχωρούσε. Οι μουσουλμάνοι μέ υψωμένες τίς λόγχες τους επιχείρησαν δέκα γιουρούσια εναντίον τών Χριστιανών τής Μάνης αλλά τό μόνο πού κατάφεραν ήταν νά στρώσουν τό έδαφος μέ τά κουφάρια τους. Οι Μανιάτες άξια τέκνα τών πατεράδων τους, πού δέν είχαν αφήσει τόν Τούρκο κατακτητή νά πατήσει τά εδάφη τους κατά τή διάρκεια τής τουρκοκρατίας, κράτησαν σταθερά τίς θέσεις τους. Όταν είδαν ότι οι Άραβες κουράστηκαν από τίς διαδοχικές επιθέσεις, πετάχτηκαν έξω από τό τείχος, γύμνωσαν τά σπαθιά τους καί άρχισαν νά τούς καταδιώκουν μέχρι τή θάλασσα, δίνοντας τέλος στή μάχη γιά εκείνη τήν ημέρα.

Οι απώλειες τού Αιγύπτιου σερασκέρη από τή μάχη τής Βέργας ξεπέρασαν τούς 500 νεκρούς ένω διπλάσιοι ήταν οι τραυματίες. Ο Ιμπραήμ επιχείρησε καί τίς επόμενες ημέρες νά πατήσει τόν μανδρότειχο τής Βέργας αλλά χωρίς επιτυχία αυξάνοντας τίς απώλειες τών ανδρών του κατά 100 νεκρούς. Ταυτόχρονα μέ εκείνη τήν επίθεση, ο μουσουλμάνος στρατάρχης επιχείρησε νά ανοίξει δεύτερο μέτωπο, στά μετόπισθεν τών Μανιατών καί συγκεκριμένα στή θέση Διρό. Αφού μετέφερε μέ τά πλοία του 3000 στρατιώτες, τούς αποβίβασε στό λιμάνι τού Διρού καί τούς διέταξε νά επιτεθούν στή Χαριά, τόν Πύργο καί τήν Τσίμοβα (Αρεόπολη). Προσπάθησε νά αποβιβάσει στρατεύματα καί στό Λιμένι, αλλά μόλις οι Αιγύπτιοι δέχτηκαν βολές από τά κανόνια πού είχαν στήσει οι Μανιάτες στήν βραχώδη ακτή, έστρεψαν τίς βάρκες τους πάλι πρός τά πίσω καί επέστρεψαν στά καράβια τους.

Ο Ιμπραήμ είχε σωστά προβλέψει ότι δέν θά συναντούσε πολλούς άνδρες ενόπλους καί περίμενε ότι θά έχει μία εύκολη νίκη. Υπολόγιζε ότι οι δυνάμεις του μετά τή νίκη θά προχωρούσαν πρός τό βορρά καί θά αιφνιδίαζαν τούς Μανιάτες τής Βέργας από τά νώτα. Δέν είχε υπολογίσει όμως τίς Μανιάτισσες, οι οποίες μέ τά δρεπάνια τού θερισμού, μέ τίς πέτρες καί ακόμα μέ τά δόντια καί τά νύχια τους θά πολεμούσαν σάν λύκαινες γιά νά σώσουν τά παιδιά τους.

«Κατά δέ Ιούνιον τού 1826 ο Ιμπραΐμ έπεμψε εις Αλμυρόν τό ιππικόν του μετά πεζικού υπό τόν κεχαγιάν του, διά νά προσβάλη τώρα τούς Μανιάτας, τούς εις τήν Βέργαν, οχύρωμα λιθόκτιστον, μήκους ενός μιλίου, τό οποίον είχον κτίσει εις τά Καπετανιάνικα, όπου άλλοτε μικρόν προσβληθέντες υπ' αυτού τόν απέκρουσαν, ήδη καί εβελτίωσαν επεκτείναντες αυτό από τούς πρόποδας τού βράχου μέχρι θαλάσσης.

Ο ούν κεχαγιάς προσέβαλε τότε αυτούς επί δέκα ώρας επιμόνως, αλλά καί τότε αντεκρούσθη γενναίως μέ πολλήν του φθοράν, φονευθέντων υπέρ τούς 500 καί πληγωθέντων υπέρ τόσους άλλων. Όθεν μή κατορθώσας καί τότε τίποτε απεσύρθη τήν ημέραν εις Γιαννιτσάνικα, εις τήν λεγομένην Αγιά Σιών θέσιν. Φθασάσης δέ ειδήσεως περί τής επιθέσεως ταύτης καί εις Μάνεσι (Μάνεση Μεσσηνίας), απέχουν τού Αλμυρού ώρας δέκα, ο εκεί τότε ευρισκόμενος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ειδοποιηθείς καί τήν προϋπόσχεσίν του εκπληρών, έσπευσε μέ 2000 εις Γιάννιτσαν, αλλ' εύρε τετελεσμένα τά ρηθέντα πράγματα.

Μετά δέκα περίπου ημέρας εκ πεισμονής έπεμψεν αύθις, τό μέν ιππικόν του διά ξηράς εις Αλμυρόν, τό δέ πεζικόν του διά τών πλοίων από θαλάσσης εκ τών ενδοτέρω τής Μάνης, όπως έλθωσιν εκ τών οπισθίων, διά νά αναγκάση τούς εν Βέργα νά διαλυθώσι καί αφήσωσιν ελευθέραν τήν δίοδον εκείνην. Άλλως νά θέση μεταξύ δύω πυρών καί καταστρέψη αυτούς καί ούτω προβή εις τά ενδότερα, νομίζων ότι, εκεί μέν εις τήν Βέργαν ήτο συγκεντρωμένη άπασα η τών Μανιατών δύναμις.

Εκλέξας ως κατάλληλον τό μεταξύ Τζίμοβας (Αρεόπολις) καί Πύργου Βηρό (Δηρού), ολιγώτερον τών άλλων εκεί δύσβατον, τωόντι κατώρθωσε τήν εις τούτο τό μέρος αποβίβασιν τών πεζών του άνευ ουδεμίας αντιστάσεως. Ούτω δέ οι αποβιβασθέντες πεζοί προέβησαν εις Πύργον καί Χαριά καί μέχρι Τζίμοβας. Αλλά τούτου γνωσθέντος διά κωδωνοκρουσίας γενικής, εν Μάνη συνήθως σημαινούσης κίνδυνον, οι μέν Αντώνιος Μαυρομιχάλης καί Ιωάννης Ροδίτης, εκεί ευρεθέντες έτρεχον μετά πλήθους γυναικοπαίδων εις τό Βαθύ, επί σκοπώ εν ανάγκη νά σωθώσι διά θαλάσσης αι οικογένειαι εις Κύθηρα.

Πολλοί δέ καί ένοπλοι ηκολούθουν αυτούς, καί ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης μέ τόν υπασπιστήν του προστατεύοντες ωσαύτως τινάς πρός τό όρος ανέβαινον, αλλ' ο Πανάγος Πικουλάκης, προσβαλών τούς Τούρκους από τόν πύργον του, εξήλθε καί πρώτος μέ πενήντα στρατιώτας κατ' αυτών εις αντίστασιν, συνέδραμον δ' ευθύς εκεί καί άλλοι έως τριακόσιοι ένοπλοι υπό τού Καβλιεράκου, Καπετανάκη, Φελούρη, Μιχαλεάκου καί άλλους, είτα καί άλλοι μετά γυναικών καί παιδίων, καί εσταμάτησαν αυτούς εκεί.

Τήν δ' επιούσαν πλήθος ανδρών, γερόντων τε καί παιδίων, από τών πέριξ χωρίων, ών ηγούντο δύω αρχιερείς καί πάντες οι ιερείς καί εκ τών απωτέρων έφθασαν εκεί, καί ούτοι πάντες μεθ' ορμής τυφλής, καί όπλοις καί λίθοις τούς Τούρκους βάλλοντες, έτρεψαν αυτούς εις φυγήν κακώς έχοντας πρός τήν δύσβατην ακτήν τής θαλάσσης, όπου πετρώδη τινά λόφον ή όχθον καταλαβόντες, ημύνοντο βοηθούμενοι καί από τά πλοία. Αλλ' οι Μανιάται εφόνευσαν πλείστους αυτών, πολλούς δέ ηνάγκασαν πεσόντες εις τήν θάλασσαν καί νά πνιγώσι, καί τινας εζώγρησαν, ώστε απωλέσθη εκεί τό τρίτον σχεδόν αυτών. Καί όμως εκ τών Μανιατών εφονεύθησαν μόνον τέσσερεις καί δύω γυναίκες τολμηραί ηχμαλωτίσθησαν. Μετά δέ τήν μάχην ταύτην έφθασαν εις Βηρό (Δηρό) καί ο Κωνσταντίνος καί ο Γεώργιος Μαυρομιχάλαι

Ιστορικά τής ελληνικής παλιγγενεσίας υπό Μιχαήλ Οικονόμου


Επικεφαλής τών Μανιατών στή μάχη τού Διρού ήταν ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης, ο οποίος συντόνιζε τήν άμυνα από τόν πύργο του στό Λιμένι. Οι Τουρκοαιγύπτιοι πού κινήθηκαν πρός τήν Αρεόπολη, τόν Πύργο Διρού καί τή Χαριά, τό μόνο πού κατάφεραν ήταν νά σφάξουν όσους γέρους καί γερόντισσες βρήκαν στά σπίτια τους. Οι ιερείς πού λειτουργούσαν στίς εκκλησίες βάρεσαν τίς καμπάνες καί μάζεψαν γύρω τους τούς κατοίκους τών χωριών, οι οποίοι ούτε μία στιγμή δέν δίστασαν νά επιτεθούν μέ ότι όπλα διέθεταν κατά τών εισβολέων. Γράφτηκαν στιγμές άφθαστου ηρωισμού, κυρίως από τίς γυναίκες τής Μάνης, οι οποίες μέ τά δρεπάνια τού θερισμού, θέρισαν όχι στάχυα αλλά τούρκικα κεφάλια.

Ο αδελφός τού Αναγνώστη Πατσουράκου είχε πάει μέ τή γυναίκα του καί τό μωρό τους σέ ένα πηγάδι γιά νά πάρουν νερό, όταν άκουσαν τίς οπλές τών αλόγων νά κινούνται βιαστικά πρός τό μέρος τους. Αμέσως κρύφτηκαν αλλά άφησαν τό βρέφος στό πλακόστρωτο τού πηγαδιού. Ένας από τούς Άραβες ιππείς μόλις είδε τό μωρό τό έσφαξε επί τόπου μέ τό σπαθί του. Η μάνα σάν άλλη λέαινα, μόλις είδε τό σπλάχνο της νά σφαδάζει, αποκεφάλισε μέ ένα δρεπάνι τόν φονιά τού παιδιού της καί ξανακρύφτηκε στό θάμνο μέ τόν άντρα της.

Η κόρη τού γέρο Βοζίκη, Πανώρια (Πανωραία), πηγαίνοντας στό χωράφι είδε δύο μουσουλμάνους νά βασανίζουν τόν γέροντα πατέρα της. Χωρίς νά χάσει καιρό έκοψε τό λαρύγγι τού ενός μέ τό δρεπάνι της καί μετά μέ τή βοήθεια τού πατέρα της σκότωσε καί τόν δεύτερο. Η γυναίκα τού Γεωργούλια Γερακαράκου μέ τό μικρό της γιό, μπλέχτηκε στόν πόλεμο μαζί μέ άλλες γυναίκες. Όταν ο γιός της πού πολεμούσε τούς Τούρκους κτυπήθηκε θανάσιμα, πήρε τό όπλο του καί κλείνοντας τά ματάκια του, τού είπε: "Κοιμήσου, παιδάκι μου, κοιμήσου. Πήρα εγώ τή θέση σου."

Η γριά Θερασέρη πηγαίνοντας ψωμί καί νερό στούς πολεμιστές, βρήκε τό παιδί της σκοτωμένο στό ταμπούρι του. Χωρίς νά πεί κουβέντα σέ κανένα, πήρε τό καριοφίλι τού παιδιού της καί άρχισε νά τουφεκάει εκείνη στή θέση του.



Μάνη



«Μετά δέ τήν πρός τόν Ιμραχήμην αποστολήν τής απαντήσεως αυτής προσκαλέσαντες πάραυτα τό Ιερατείον τών μερών εκείνων, έψαλον παράκλησιν καί δοξολογίαν, καί ευθύς εξεστράτευσαν πρώτοι οι Γεώργιος καί Αναστάσιος Μαυρομιχάλαι μετά τού Ηλία Κατζάκου μετά επτακοσίων Μανιατών, καί διακοσίων είκοσι Πελοποννησίων. Ο Στέφανος Πικουλάκης μέ διακοσίους Μανιάτας καί ογδοήκοντα Πελοποννησίους καί εξήκοντα Κρήτας. Ο Γεώργιος καί Σταυριανός Καπετανάκηδες μέ τριακοσίους πεντήκοντα Μανιάτας καί εκατόν είκοσι Πελοποννησίους, ο Νικόλαος Πιεράκος καί άλλοι διάφοροι καπιτάνοι τής Μάνης.

Τήν δέ επιούσαν φθάσαντες εις τόν Αλμυρόν εις τήν θέσιν Βέργαν καλουμένην ετοποθετήθησαν εις αυτήν, όπου συνήρχοντο όλον έν καί άλλοι Μανιάται καί Πελοποννήσιοι, ώστε ο αριθμός όλου τού συναχθέντος ελληνικού στρατού υπερέβη τάς 3000. Ο δέ Ιμπραχήμης λαβών τήν αποσταλείσαν αυτώ απάντησιν από τούς Μανιάτας ητοιμάσθη μέ στρατεύματα συνιστάμενα από τακτικά, άτακτα καί ιππικόν, καί αριθμούμενα υπέρ τάς 15000, έφθασε δέ τήν 22ην Ιουνίου 1826 πλησίον τής Βέργας, όπου τόν περιέμενον οι Μανιάται. Μετά δέ δύω ωρών διάστημα αφ' ού ο υπό τήν οδηγίαν του στρατός επανεπαύθη από τήν οδοιπορίαν, ητοιμάσθη εις πόλεμον. Δοθέντος δέ διά τυμπάνων τού σημείου τής μάχης, τά μέν στρατεύματα επλησίασαν, ήρξατο δέ ο πυροβολισμός πρώτον από τό μέρος τών εχθρών. Οι δέ Έλληνες έμενον ήσυχοι περιμένοντες νά πλησιάσωσιν οι εχθροί οίτινες προσεγγίσαντες έως όπλου βολής, εφονεύθησαν μέ πρώτον τών Ελλήνων πυροβολισμόν περίπου τών 300.

Τό οποίον αυτό ιδών ο εχθρός, επεχείρησε μετ' ολίγην πεισματώδη κατά τών Ελλήνων εφόρμησιν, βιαζομένων τών στρατιωτών του υπό τών αξιωματικών, προτρεπόντων αυτούς μέ τά ξίφη εις τάς χείρας, καί φονευόντων εκείνον όστις ήθελεν οπισθοδρομήσει. Κατ' εκείνην τήν στιγμήν άξιον θέας ήτο νά βλέπη τις πίπτοντας τούς εχθρούς σωρηδόν έξωθεν τού τείχους, οίτινες καί δειλιάσαντες, τελευταίον οπισθοδρόμησαν. Αλλ' ο αλαζών Ιμπραχήμης ιδών τήν ανέλπιστον εκείνην θραύσιν τού στρατεύματός του, πλήρης θυμού διέταξε πάραυτα καί επεβιβάσθησαν 3500 Οθωμανοί εις τά εν Καλάμαις ελλιμενισμένα εχθρικά πλοία, διατάξας ν' αποβιβασθώσι κατά τό όπισθεν μέρος τής Μάνης εις μίαν δύσβατον θέσιν, επ' ελπίδι του, ότι οι Έλληνες ήθελον αφήσει κενήν τήν θέσιν τής Βέργας, καί ήθελον τρέξει πρός υπεράσπισιν τών οικογενειών των, ώστε τούτου γενομένου νά εισβάλη τότε ο Ιμπραχήμης εκ τών όπισθεν εις τήν Μάνην από τό μέρος τής Βέργας.

Πρό δέ τής ανατολής τού ηλίου τής 23ης Ιουνίου 1826 έφθασαν τά εχθρικά πλοία εις τό Δηρό, μεταξύ τής Τζίμοβας (Αρεόπολης) καί τού Πύργου, μή όντος εκείσε λιμένος, καί άνευ αναβολής απεβίβασαν εις τήν ξηράν τούς 3500 εχθρούς, αλλά μέ μεγάλην δυσκολίαν διά τό δύσβατον καί τό πετρώδες τού τόπου, ως εκ περιστάσεως δέ αγαθής ευρέθησαν κατά τό μέρος εκείνο 200 οπλοφόροι Μανιάται, εκ δέ τών προκρίτων ο Πιέρος Μαυρομιχάλης, ο Δημήτριος, υιός τού Πέτρου Μαυρομιχάλη, οίτινες διέταξαν τούς ρηθένετες 200 οπλοφόρους νά κτυπώσιν αφόβως τούς εχθρούς, διέταξαν δέ ταυτοχρόνως καί έκρουσαν τούς κώδωνας τών εκκλησιών, προσκαλέσαντες τούς ιερείς, άνδρας, γυναίκας καί παίδας όσους ευρέθησαν.

Έγραψε δ' εν ταύτω καί ο Δημήτριος Μαυρομιχάλης πρός τό εν τώ Αλμυρώ ευρισκόμενον ελληνικόν στράτευμα τήν εις τό Δηρό κατάπλευσιν τών εχθρικών πλοίων, καί τήν απόβασιν τών εχθρών, έγραφε δέ νά μή ταραχθώσι ποσώς μηδέ ν' αφήσωσι τήν θέσιν των, αλλά μόνον ν' αντικρούσωσιν αυτοί τόν εχθρόν, χωρίς νά φροντίζωσι περί τών εν τώ Δηρώ αποβιβασθέντων. Αλλ' εν τοσούτω η απόβασις τών εχθρών εξηκολούθει αφ' ενός μέν μέρους μέ κραυγάς, αφ΄ετέρου δέ μέ τόν κτύπον τών κωδώνων τών εκκλησιών, ώστε έφθασαν καί τινες ακόμη ολίγοι οπλοφόροι Έλληνες, καί έν πλήθος γυναικών Μανιατισσών, καί δύο αρχιερείς μετά τών ιερέων, καί οι μέν Μανιάται επυροβόλουν μέ τά όπλα, αι δέ γυναίκες εμάχοντο μέ τά δρέπανα, ώστε όχι μόνον εφονεύοντο καί επληγώνοντο οι αποβιβαζόμενοι εχθροί, αλλά καί διά τό πετρώδες καί τό δύσβατον τού τόπου, ούτε νά φυλαχθώσιν εδύναντο, ούτε νά καταφύγωσιν εις άλλο μέρος, ούτε δέ καί τά πλοία αυτά εδύναντο νά πλησιάσωσι ποσώς διά νά τοίς βοηθώσι καί νά πυροβολώσι μέ τά κανόνια κατά τών Μανιατών.

Επί κεφαλής δέ τόσων ανδρών, όσο καί τών γυναικων ίσταντο οι αρχιερείς καί οι ιερείς εμψυχούντες, καί προτρέποντες αυτούς εις τήν τών εχθρών αντίκρουσιν μέ όλην των τήν καρτερίαν, καί γενναιοψυχίαν. Αι δέ πέτραι έπιπτον ως χάλαζα επί τών κεφαλών τών εχθρών. Αλλ' εν τώ μεταξύ τοσαύτης αντικρούσεως έσπευσαν νά προσέλθωσι περίπου τών 350 Οθωμανών έως εις τάς θέσεις Πύργου καί Καυκαριάς επιλεγομένης μέχρι τής Φανερωμένης καί Καυχιών, από τούς οποίους έως 65 μόνο επρόφθασαν νά επιστρέψωσιν εις τό Δηρό, τούς δέ λοιπούς εφόνευσαν οι Μανιάται. Αλλ' οι διασωθέντες 65 επεβιβάσθησαν μετά τών άλλων κακήν κακώς διά τών λέμβων εις τά πλοία υγιείς τε καί πληγωμένοι. Ούτω δέ τά μέν πλοία ανεχώρησαν εκείθεν μετά μεγάλης αισχύνης καί φθοράς, η δέ θάλασσα τού Δηρού εκοκκίνησε από τά εκχυθέντα αίματα τών εχθρών κατ' έκτασιν περίπου δύο μιλίων. Από δέ τούς ευρεθέντας εις τήν μάχην εκείνην τέσσερεις μόνον Μανιάται επληγώθησαν, ηχμαλωτίσθησαν δέ καί δύω γυναίκες, η Τζατζόνυμφη, καλουμένη Καλαποθού καί η Κυριακή Τζατζουλίνα.

Επιστρέψας δέ ο Ιμπραήμ εις τά μεσσηνιακά φρούρια μετά πολλής καταισχύνης εκινδύνευσε νά καταστή φρενήρης. Οι δέ περί αυτόν τόν επαρηγόρουν υπισχνούμενοι ότι εις άλλην εκστρατείαν θέλουν καταστρέψει ολοσχερώς τούς Μανιάτας καί τήν Μάνην.»

Αμβρόσιος Φραντζής 1835, Τόμος Β'

Μάχη τής Βέργας Peter von Hess


«Γενιά τής Μάνης είμαστε, σκλάβοι δέν θά γινούμε.
Κοπιάστε βρέ τουρκόγυφτοι καί τότε θά τά πούμε.
Τής Μάνης γιόκες είμαστε, τούς Τούρκους ποιός φοβάται;
Αυτούς τσέ τίς φοβέρες τους, όλοι βρέ κατουράτε!.


Οι γυναίκες εν τώ άμα, κάμανε μεγάλο θάμα.
Ανασκουμπώνουν τίς ποδιές
καί βάνουν πέτρες στρογγυλές.
Καύκαλα ανοίγουνε πολλά ή σκορπούνε τά μυαλά
καί αρπάζουν τά τραπάνια (δρεπάνια)
καί τούς κόβουν τά κεφάλια.


Στό ρημοκλήσι τού Δηρού λειτούργα ο πρωτοσύγκελος,
καί τάχραντα μυστήρια έφερνε 'ς τό κεφάλι του,
ψάλλοντας τό χερουβικό. Μά έξαφνα κι' ανέλπιστα
Τούρκοι τόν περιλάβανε, κ' έλαβε μόνον τόν καιρό
καί σήκωσε τά χέρια του, κ' είπεκε,
"Παντοδύναμε, δυνάμωσε τούς Χριστιανούς,
τύφλωσε τούς αγαρηνούς τή μέρα τή σημερινή".

Μά οι άνδρες όλοι ελείπασι, ήταν 'ς τή Βέργα τ' Αρμυρού,
όπου Τρωάδα ο πόλεμος επάηνε δυό μερόνυχτα.
Μόνα τά γυναικόπαιδα καί γέροντες ανώφελοι,
γιατ' ήτο θέρος, βρέθεσαν μέ τά δρεπάνια 'ς τά λουριά.
Καθόλου δέ δειλιάσασι, καθόλου δέ τρομάξασι,
μόν' έδωκαν τήν είδηση 'ς τόν Κωσταντίνο (Μαυρομιχάλη) μέ πεζόν.

Κ' εκείνος ως πολέμαρχος εσύναξ' όλα τά χωριά,
γράφει καί στέλνει ς' τ' Αρμυρό, κ' έδραμε κατά τό Δηρό.
Βλέπει γυναίκες νά χερούν καί τά δρεπάνια νά κρατούν,
τούς αραπάδες νά χτυπούν.

"Εύγε σας, μεταεύγε σας, γυναίκες, άνδρες γίνετε,
σάν ανδρειωμέναις μάχεσθε, σάν Αμαζόνες κρούετε".
Είπε κ' εβρυχουμάνισε σάν τό λιοντάρι 'ς τά βουνά.
Τούς Τούρκους κόφτει αψήφιστα.

Τότε τά παλληκάρια του, πετάχτησαν σάν τούς αϊτούς,
κ' επιάστηκαν μέ τούς εχτρούς,
χέρια μέ χέρια ανάκατα.
Τούς εκαταποντίσασι καί τούς εβάλασι μπροστά,
σάν νά ήσαν γιδοπρόβατα.
Σφάζοντας καί σκοτώνοντας φτάσασι 'ς τήν ακρογιαλιά,
πού μέλισσα ήτον η Τουρκιά.

Τότε 'ς εκείνην τή στιγμή, αγνάντιαζαν κ' έπρόφτασαν
τά παλληκάρια τ' Αρμυρού, οπού τή νίκη φέρνασι.
Πρώτος ήτο κ' εμπροστινά ο γιός τού γέρου βασιλιά, (Γεώργιος, υιός τού Πετρόμπεη)
είχε 'ς τά πόδια του φτερά, πού τόν ο πρώτος άγωρος.

Ξεγυμνωμένο τό σπαθί εκράτει, καί τά μάτια του
σπίκιαις καί φλόγες βγάζασι.
"Έχετε θάρρος, είπεκε μέ μιά φωνή σάν τή βροντή,
μή τά φοβάστε τά σκυλιά, ας ειν' πολλοί κι’ αμέτρητοι.
Ήταν πολλοί καί 'ς τ' Αρμυρό, κι' εμείς τούς ενικήσαμεν,
κι' όλους τούς εξωφλήσαμεν".

Πρόφτασε τότε κι' ο αρχηγός, πρόφτασε κι' ο αρχιστράτηγος,
οπού ναι πενταγνώστικος 'ς ταίς μάχαις, 'ς τά πολιτικά,
κ' είπε 'ς τά παλληκάρια του, κ' είπε 'ς όλο τό στράτευμα.
"Όσοι πιστοί εμπρός, παιδιά, σήμερον γεννηθήκαμε,
καί θά σωθούμε σήμερον".

Ήνοιξ' η μάχη τρομερά, κ' ήτανε ξεσυνέριση
'ς όλα τά Σπαρτιατόγονα ποίοι νά πάσι μπροστινοί.
Οι Τούρκοι αντισταθήκασι, τί ήσαν 'ς τήν άκρη τού γιαλού.

Μεσ’ 'ς τό στερνό δειλιάσασι κ' επέφτασι 'ς τή θάλασσα,
σάν τά τυφλά τετράποδα, γιατ' ήτο θέλημα Θεού
νά σακουστή η παράκληση τ' αγίου πρωτοσύγκελου.»



Ο Κολοκοτρώνης όταν έφθασε από τό Μάνεση Μεσσηνίας στό πεδίο τών μαχών βρήκε τούς Μανιάτες νά πανηγυρίζουν γιά τή νίκη τους καί τή σωτηρία τής οικογενειών τους. Οι απόγονοι τών αρχαίων Σπαρτιατών είχαν γράψει μία ακόμα λαμπρή σελίδα ιστορίας καί χαρούμενοι έστειλαν σωρηδόν επιστολές στήν κυβέρνηση τού Ναυπλίου αναγγέλοντας τή διπλή νίκη τους στή Βέργα καί τό Διρό.
«Ταύτην τήν στιγμήν εις τάς δώδεκα ώρας, μάς ήλθε καί άλλος πεζός μέ γράμματα τού Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη από Λιμένι, καί πληροφορούμεθα ότι οι ημέτεροι αφού εσυνάχθησαν απανταχόθεν, επολιόρκησαν τούς εχθρούς στενότατα εις Δηρό καί αφού πολλάκις ώρμησαν κατ' αυτών τούς εστονοχώρησαν τοσούτον, ώστε άλλη ελπίς δέν τούς έμεινεν ειμή νά επικαλούνται τήν βοήθειαν τών εκεί παραπλεόντων πλοίων των, τά οποία βλέποντα τόν εντελή αφανισμόν τών αδελφών των αρμάτωσαν όλα τά λαντζόνια (βάρκες) των, τά οποία καί έστειλαν διά νά τούς διασώσουν.

Συγχρόνως δέ ήρχισαν τά πλοία των διά νά πυροβολούν ακαταπαύστως, όπως διασείσαντες τούς ημετέρους τών θέσεών των διασώσωσιν τούς εδικούς των, οι οποίοι εθανατώνοντο ανηλεώς από τά ακαταπαύστως σπινθηροβολούντα λαμπρά όπλα τών Σπαρτιατών. Υπέρ τών χιλίων κανονίων έρριψαν κατά τών ημετέρων, τούς οποίους αντί νά δειλιάσουν τούς ενεθάρρυναν περισσότερον, διά νά τούς πολεμούν πλέον μέ ορμάς. Όθεν απελπισθέντες καί ταύτης τής βοηθείας οι πολιορκημένοι εχθροί, έτρεξαν εις τήν θάλασσαν, ο μέν κολυμβών διά νά διασωθή, ο δέ διά νά εμβαρκαρισθή εις τά λαντζόνια. Αλλ' οι Σπαρτιάται, φοβούμενοι μήπως φύγη από τάς χείρας των μία τοιαύτη λεία, ώρμησαν εκ τρίτου αποφασιστικώς, ή τάν ή επί τάς, καί ελθόντες εις χείρας άλλους μέν κατέσφαξαν, άλλους δέ έπιασαν ζώντας καί άλλους εσκότωσαν μέ τά τουφέκια των, πλέοντας διά νά σωθωσι.

Τό δέ παραδοξότερον είναι όπου μία ηρώισσα γυναίκα Σπαρτιάτισσα πηδήσασα εις τήν θάλασσαν, άρπαξεν έναν Αλβανόν, κολυμβώντα διά νά διασωθή, από τόν οποίον εζητούσεν ικανοποίησιν διά τούς καρπούς της τούς οποίους τής έκαυσαν. Τί τά θέλετε, κύριοι! Εις αυτήν τήν εποχήν, αι γυναίκες τών Σπαρτιατών έδειξαν περισσοτέραν γενναιότητα από τούς άνδρας των. Μάλιστα δέ τήν πρώτην ημέραν τής μάχης, όπου οι άνδρες των έλειπον από τά σπίτια των εις Αλμυρόν, αύται μετά τών γερόντων εδίωξαν τόν εχθρόν από τήν Τζίμοβαν καί επεκράτησαν τήν μάχην έως ότου έφθασαν οι άνδρες των, μετά τών οποίων έκαμαν τούτον τόν μέγαν όλεθρον. Μόλις από τούς 2000 εχθρών διεσώθησαν 400, οι δέ λοιποί εχάθησαν, ως ανωτέρω είπομεν.

Τή 26η Ιουνίου 1826. Εκ τού στρατοπέδου τού Αλμυρού, Οι οπλαρχηγοί τής Σπάρτης»


Διονύσιος Κόκκινος - Ελληνική Επανάστασις - Τόμος 5


http://www.agiasofia.com/epanastasis/epanastasis31.html