Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2016

ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΧΑΜΜΟΝΤ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΛΩΣΣΑ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ. ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΜΙΛΑΝΕ

Γράφει ο Μιλτιάδης Χατζόπουλος
Διευθυντής του Ινστιτούτου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

ΕΠΙ ΣΧΕΔΟΝ διακόσια χρόνια η λαλιά των αρχαίων Μακεδόνων έχει αποτελέσει αντι­κείμενο αρχικά επιστημονικής έρευνας και, εν συνεχεία, και πολιτικής, αλλά και διπλω­ματικής εκμεταλλεύσεως. Ο λόγος είναι αφ' ενός ότι η γλώσσα λογίζεται ως ένα από τα κύρια, αν όχι και το κυριότερο κριτήριο της εθνικής ταυτότητας, αφ' ετέρου ότι το επι­χείρημα της ιστορικής συνέχειας μιας πλη­θυσμιακής ομάδας σ' έναν τόπο εξακολου­θεί να είναι πρωτεύουσας σημασίας για την προβολή ή κατοχύρωση εδαφικών διεκδι­κήσεων. Ετσι, από μεν τους Ελληνες θεω­ρείται ότι η ελληνική εθνική ταυτότητα των αρχαίων Μακεδόνων δικαιώνει την ενσωμά­τωση του μεγαλύτερου μέρους της αρχαίας Μακεδονίας στην ελληνική επικράτεια, από δε τους βόρειους γείτονες τους ότι τυχόν απόδειξη πως οι αρχαίοι Μακεδόνες ανήκαν σε άλλη εθνική ομάδα από τους Ελληνες συ­νηγορεί υπέρ των δικών τους διεκδικήσεων επί της περιοχής αυτής. Επειδή τα σωζόμενα τεκμήρια τπς λαλιάς των αρχαίων Μακε­δόνων ως πολύ πρόσφατα ήσαν από λίγα ως ελάχιστα, το έδαφος ήταν ελεύθερο για την ανάπτυξη γλωσσολογικών θεωριών βασι­σμένων περισσότερο σε επιστημονικές προ­καταλήψεις ή πολιτικές υστεροβουλίες πα­ρά σε ασφαλή δεδομένα.

Δεν σώζονται - αν ποτέ υπήρξαν - φιλολο­γικά κείμενα γραμμένα στη μακεδόνικη. Οι Μακεδόνες, όταν άρχισαν να παράγουν λο­γοτεχνικά έργα κατά τον 4ο αι. π.Χ., χρησι­μοποίησαν, όπως και πολλοί άλλοι Ελληνες, όχι τη δική τους διάλεκτο αλλά τη λεγόμενη «αττική κοινή», τη γλώσσα των Αθηνών. Το μοναδικό κείμενο από λογοτεχνικό έργο σε μακεδόνικη διάλεκτο σώζεται στην κωμωδία του 4ου αι. π.Χ. «Μακεδόνες», του Αθηναίου Στράττιδος, όπου στην ερώτηση ενός Αθη­ναίου «σφύραινα δ' έστι τις;» (τι είναι η σφύ-ραινα;) ένας Μακεδών αποκρίνεται «κέστραν μεν ύμμες, ωττικοί, κικλήσκετε» (σεις, ω Ατ­τικοί, την αποκαλείτε κέστρα). Οι Αθηναίοι δηλαδή αποκαλούν «κέστρα» ένα ψάρι που οι Μακεδόνες ονομάζουν «σφύραινα». Ο κω­μικός ποιητής δεν είναι βέβαια γλωσσολόγος, αλλά είναι προφανές ότι παρουσιάζει τον Μα­κεδόνα να μιλάει μια αδιαμφισβήτητα ελλη­νική διάλεκτο με στοιχεία τόσο της αρχαίας θεσσαλικής όσο και της αρχαίας ηπειρωτικής.

Εκτός από το χωρίο αυτό δεν μας παραδί­δονται παρά μεμονωμένες «γλώσσες», δηλα­δή λέξεις σπάνιες που κίνησαν την περιέργεια και θυσαυρίστηκαν από φιλολόγους της ελ­ληνιστικής εποχής. Ο χαρακτήρας εξαιρέσε­ως των λέξεων αυτών καθώς και τα σφάλμα­τα των εκάστοτε γραφέων των χειρογράφων, που τις αντέγραφαν χωρίς να τις κατανοούν, καθιστούν τη χρήση τους επισφαλή. Πάντως οι λίγες ασφαλείς περιπτώσεις που παραδί­δονται επιβεβαιώνουν την ελληνική προέ­λευση των λέξεων:

1) Λέξεις καθημερινής χρήσεως, π.χ. καρπαία (από τον καρπό) όρχησις μακεδόνικη.
2) Ορολογία θεσμών, π.χ. πελιγάνες (από το «πέλειος»=γέρος) οι ένδοξοι, παρά δε Σύροις οι βουλευταί.
3) Επίθετα θεών, π.χ. Κυνηγάδας (Κυνηγίης), Πασικράτα, Αγεμόνα (Ηγεμόνη) κ.ά. I
4) Ονόματα μηνών, όπως Δίος (από τον ΙΜα), Περίτιος (από τον Ηρακλή Περίτα, δηλαδή Φύλακα), Αρτεμίσιος (από την Άρτεμι) κ.ά.

Από τις φιλολογικές πηγές αντλούμε επί­σης τα ονόματα των αρχαιότερων μακεδό­νων βασιλέων (του 7ου και του 6ου αι. π.Χ., προτού δηλαδή αναπτυχθούν οι σχέσεις με την νοτιότερη Ελλάδα), που είναι όλα ελλη­νικά, δηλαδή έχουν ελληνική ετυμολογία: Περδίκκας, Αργαίος, Φίλιππος, Αέροπος, Αμύντας. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί η εξέ­ταση των τοπωνυμίων που εισήχθησαν από τους κατακτητές Μακεδόνες στη χώρα που ονομάστηκε από το εθνικό τους όνομα Μα­κεδονία: Αιγεαί (δηλαδή η πόλη των αιγών), Ευπορία, Ηράκλειον, Ευρωπός κ.ά.

Πέρα όμως από τις φιλολογικές πηγές, έρ­χεται διαρκώς στο φως άφθονο επιγραφικό υλικό. Το πρόβλημα, όπως και με τα φιλολο­γικά κείμενα, είναι ότι, όταν επί Φιλίππου Β', τον 4ο αι. π.Χ., οι Μακεδόνες άρχισαν να γρά­φουν σε λίθο ή σε μέταλλο εκτενή κείμενα, δεν χρησιμοποίησαν τη διαλεκτό τους αλλά την αττική κοινή. Στη Μακεδονία ωστόσο έχουν ανευρεθεί χιλιάδες επιτύμβιες στήλες που μας παραδίδουν εκατοντάδες ανθρωπωνύμια, πολλά από τα οποία μπορούν να χα­ρακτηρισθούν μακεδόνικα, είτε διότι απα­ντούν (είτε αποκλειστικά είτε κατά κύριο λόγο και νωρίτερα από αλλού) στη Μακεδονία (Αλέξανδρος, Φίλιππος, Παρμενίων, Αντίπα­τρος, Αρσινόη κ.ά.), είτε διότι παρουσιάζουν ιδιαίτερα φωνητικά φαινόμενα (π.χ. τη δια­τήρηση του αρχαίου μακρού /α/, τη σπορα­δική τροπή των άηχων συμφώνων σε ηχη­ρά), που αποκλείουν την περίπτωση δανεισμού από την αττική διάλεκτο, όπως Πτολεμαίος, Αμύντας, Μαχάτης, Αλκέτας, Βερενίκα (Φερενίκη), Βάλαγρος (Φαλακρός) κ.ά. Δεδομένου ότι τα αρχαία ελληνικά ανθρωπωνύμια σχηματίζονται, παράγονται ή συντίθενται από προσηγορικά (π.χ. Φίλιππος = ο φιλών τους ίππους), αποτελούν πρώτης τάξεως πηγή για τη γνώση της μακεδόνικης διαλέκτου.

Οι επιγραφές μάς προσφέ­ρουν όμως και άλλες μαρτυρίες για τη μακεδόνικη διάλεκτο. Παρ' όλον ότι ο Φίλιππος Β' ει­σήγαγε τη χρήση της αττικής κοινής στα επίσημα κείμενα αντί της μακεδόνικης διαλέκτου, οι συντάκτες ή οι χαράκτες των επιγραφών οι οποίοι χρησιμο­ποιούσαν τη μακεδόνικη στην καθημερινή ομιλία τους υπέκυπταν αναπόφευκτα σε σφάλ­ματα και αντικαθιστούσαν σπο­ραδικά τύπους της αττικής κοινής με τύπους της μητρικής διαλέκτου των. Ετσι σε επιγραφή της Αμφιπόλεως του 3ου αι. π.Χ. διαβάζουμε τη δοτική «χείριστα» αντί του αναμενόμενου «χειριστή». Σε τρεις δια­φορετικές επιγραφές βρίσκομε τον διαλε­κτικό τύπο «κόρα» αντί του αττικού «κόρη». Και οι δύο περιπτώσεις επιβεβαιώνουν τη διατήρηση του μακρού /α/. Σε άλλη επι­γραφή σώζεται ο διαλεκτικός τύπος του απα­ρεμφάτου «ανατιθήμειν» αντί του αττικού «ανατιθέναι».

Η πλούσια αυτή τεκμηρίωση θα έπρεπε να είχε θέσει τέρμα σε κάθε αμφιβολία σχετικά με τη λαλιά των αρχαίων Μακεδόνων. Η ανα­κάλυψη τα τελευταία χρόνια όχι μόνο λέξε­ων αλλά και συνεχών κειμένων στη μακεδό­νικη διάλεκτο αίρει και την τελευταία δικαιολογία για καλόπιστες αμφιβολίες. Αρ­κεί κανείς να διαβάσει τους δύο πρώτους στί­χους του εκτενέστερου και καλύτερα σωζό­μενου από αυτά τα κείμενα: [Θετί]μας και Διονυσιφώντος το τέλος και τον γάμον/καταγράφω και των άλλων πασάν γυ/[ναικ]ών και χηρών και παρθένων, μάλιστα δε Θετϊμας, και / παρκαττίθεμαι Μάκρωνι...

Πρόκειται για έναν «κατάδεσμο», μαγι­κό κείμενο γραμμένο σε μολύβδινο έλασμα του πρώτου ημίσεος του 4ου αι. π.Χ. Οπως αναμενόταν, η διάλεκτος παρουσιάζει συ­νάφεια με τις διαλέκτους της Ηπείρου και της Θεσσαλίας και είναι αδιαμφισβήτητα ελληνική.

Τα γράμματα ήταν ελληνικά
Στο ερώτημα «ποια γλώσσα μιλούσαν οι Μακεδόνες;» ο Νίκολας Χάμοντ, ιστορικός, ειδικός ερευνητής της ιστορίας της Αρχαίας Μακεδονίας (και γενικότερα της Βαλκανικής) υπήρξε κατηγορηματικός στα κείμενα του:

Τέτοιο ζήτημα δεν φαίνεται να υπήρξε στην αρχαιότητα. Γιατί η γλώσσα των αρ­χαίων Μακεδόνων ήταν η ελληνική. Ο Ησίο­δος θεωρούσε τον Μάγνητα και τον Μακε­δόνα πρώτα εξαδέρφια των Ελλήνων και κατά συνέπεια τους θεωρούσε χρήστες μιας διαλέκτου (ή διαλέκτων) της ελληνικής γλώσσας. Οτι είχε δίκιο στην περίπτωση των Μαγνητών έχει αποδειχθεί από τις ανασκα­φές, από την ανεύρεση πρώιμων επιγραφών σε αιολική διάλεκτο στην περιοχή τους, στην Ανατολική Θεσσαλία. Επειτα προς το τέλος του 5ου αι. π.Χ. ένας έλληνας ιστορι­κός, ο Ελλάνικος, που επισκέφθηκε την αυ­λή της Μακεδονίας, θεώρησε πατέρα του Μακεδόνα όχι τον Δία αλλά τον Αίολο, μια λεπτομέρεια που δεν θα μπορούσε να την έχει υιοθετήσει αν δεν γνώριζε ότι οι Μακε­δόνες μιλούσαν ελληνική γλώσσα, την αιο­λική διάλεκτο της ελληνικής γλώσσας.

Μια αξιοπαρατήρητη επιβεβαίωση του ελ­ληνικού λόγου των Μακεδόνων προέρχεται από τους Πέρσες, που κατέλαβαν τη Μακε­δονία ως τμήμα των κατακτήσεων τους στην Ευρώπη γύρω στα 510-480 π.Χ.: Στον πίνακα των υπηκόων τους «στις χώρες πέ­ρα από τη θάλασσα» μνημονεύουν «τους Ελληνες που φορούσαν ένα είδος καπέλου με μορφή ασπίδας, ένα σκιάδιο σαν την ασπίδα». Αυτοί είναι απίθανο να ήταν οποι­αδήποτε άλλη φυλή εκτός από εκείνη των Μακεδόνων, που είναι πολύ γνωστό ότι φο­ρούσαν ένα τέτοιο σκιάδιο.

Παρεξηγήσεις στη σημερινή εποχή προ­κάλεσαν εξάλλου κάποια αρχαία κείμενα όπως του Θουκυδίδη, ο οποίος στο β' μισό του 5ου αι. π.Χ. θεωρούσε τους ημινομαδικούς, οπλισμένους κατοίκους της Βόρειας Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας ως «βαρβάρους». Λέξη η οποία ερμηνεύθηκε από ορισμένους μελετητές ότι σημαίνει «μη ελληνόφωνοι». Μόνο που επιγραφές του 370-368 π.Χ. που βρέθηκαν το 1956 στη Δω­δώνη περιέχουν πίνακες ελληνικών ονομά­των, καταγράφοντας παράλληλα, σε ελληνι­κή πάντα γλώσσα, ενέργειες των Μολοσσών. Αυτή η ανακάλυψη απέδειξε πέρα από κάθε αμφισβήτηση ότι μία από τις πιο βάρβαρες φυλές της Ηπείρου, όπως τις ονόμαζε ο Θου­κυδίδης, οι Μολοσσοί, μιλούσαν ελληνικά στην εποχή που εκείνος έγραφε την ιστορία του. «Βαρβάρους» αποκαλούσε τους Μακε­δόνες και ο Δημοσθένης κατά το 350-340 π.Χ. Η ανακάλυψη των Αιγών όμως τον διέ­ψευσε πέραν των άλλων και για το γεγονός ότι βρέθηκαν 74 ελληνικά ονόματα και ένα θρακικό σε επιτύμβιες στήλες και ήταν όλα γραμμένα με ελληνικά γράμματα.

ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΤΕΚΜΗΡΙΑ 
ΑΚΡΙΤΑΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου