Παρασκευή, 3 Ιουλίου 2015

ΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΚΥΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΗΣ ΜΕΤΑΒΟΛΗΣ ΤΟΥ 1924 ΚΑΙ ΕΝΑΣ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΙΣΙΜΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

 
Γράφει ο Φιλήστωρ
 Διαχειριστής του Ιστολογίου Θέματα Ελληνικής Ιστορίας
 Το επικυρωτικό δημοψήφισμα για το πολιτειακό διεξήχθη στις 13 Απριλίου 1924 και παρά τις υπερβάσεις και τις πολλές κυβερνητικές αυθαιρεσίες μπορεί να χαρακτηριστεί σαφώς ως το γνησιότερο των τριών σχετικών δημοψηφισμάτων που έγιναν την περίοδο του Μεσοπολέμου. Κατά την προεκλογική περίοδο, στον αγώνα υπέρ του νέου πολιτεύματος κατέβηκαν όλα τα κόμματα της Εθνοσυνέλευσης, αλλά και το ΚΚΕ που ενίσχυσε με όλες του τις δυνάμεις τον αντιμοναρχικό αγώνα. Τις παραμονές του δημοψηφίσματος ο Μιχαλακόπουλος απευθύνθηκε με ανοιχτή επιστολή στο σώμα των ψηφοφόρων καλώντας τους να στηρίξουν με την ψήφο τους το αβασίλευτο πολίτευμα. Το βασικό επιχείρημα που επικαλέστηκε ήταν ότι οι αξιωματικοί του στρατού είχαν υποσχεθεί θα περιορίζονταν στους στρατώνες τους και στα στρατιωτικά καθήκοντα τους, αν το δημοψήφισμα ήταν θετικό για την αβασίλευτη δημοκρατία. Ουσιαστικά η ανοιχτή αυτή επιστολή εξέπεμπε το τελεσίγραφο «αβασίλευτος δημοκρατία» ή επιστροφή στην στρατοκρατία[1], χωρίς να ασχολείται ιδιαίτερα με τα θετικά που υποτίθεται ότι θα έφερνε στους πολίτες το νέο πολίτευμα. Στο ίδιο μήκος κύματος ο Αραβαντινός απείλησε οποιονδήποτε θα προσπαθούσε εκ νέου να παλινορθώσει την εκπεσούσα δυναστεία, δηλώνοντας ότι η πολιτική της συμφιλίωσης θα επιβαλλόταν ακόμη και δια της βίας[2].

Ενώ ήδη είχε στη σύνθεση της κυβέρνησης του τον Κονδύλη ως υπουργό Στρατιωτικών, στις 31 Μαρτίου ο Παπαναστασίου, παρά τις έντονες αντιδράσεις από την Αγγλία λόγω της συμμετοχής του στην εκτέλεση των «έξι», όρκισε υπουργό εννόμου τάξεως τον Θεόδωρο Πάγκαλο, γνωστό για τις δικτατορικές του τάσεις αλλά και την επιρροή του σε σημαντική μερίδα αξιωματικών του στρατού. Να σημειωθεί ότι το Υπουργείο Εννόμου τάξεως συστήθηκε για πρώτη φορά ως ξεχωριστό υπουργείο, αφού οι αρμοδιότητες του ως εκείνη την στιγμή ήταν ενσωματωμένες στο υπουργείο Εσωτερικών. Η πρώτη κίνηση του νέου υπουργού είναι να ορίσει διοικητή της Χωροφυλακής τον υποστράτηγο Παναγιωτόπουλο, αξιωματικό της απολύτου εμπιστοσύνης του, αλλά και να αναγγείλει την ενεργό συμμετοχή του στρατού στην προσπάθεια αποκατάστασης της δημόσιας τάξης που είχε διασαλευτεί[3].

Ο Πάγκαλος στις αρχές Απριλίου αρχικώς εκδήλωσε την πρόθεση του να επιβάλει τον «στρατιωτικό νόμο» στην Μακεδονία, τη Θράκη και την Κρήτη για την καταπολέμηση της ληστείας με το πρωτότυπο σκεπτικό ότι δεν θα μπορούσε να κατηγορηθεί για επηρεασμό της ψήφου σε αυτές τις περιοχές καθώς οι κάτοικοι τους είχαν εκδηλωθεί υπέρ της Δημοκρατίας[4]. Λίγες μέρες μετά επέβαλλε τον στρατιωτικό νόμο σε όλη την Ελλάδα[5] με αφορμή την πρωτοφανή ληστεία της αμαξοστοιχίας Αθηνών – Θεσσαλονίκης που υποστηρίχθηκε από τους Δημοκρατικούς ότι είχε ως στόχο των ίδιο τον Παπαναστασίου που ταξίδευε για την προεκλογική του ομιλία στην Θεσσαλονίκη[6]. Εκτός της κινηματογραφικής διάστασης της ληστείας[7] αλλά και του καινοφανούς μιας τέτοιου είδους ενέδρας σε αμαξοστοιχία, το γεγονός απέκτησε μια έντονη πολιτική χροιά, καθώς από τον σταθμό προοριζόταν να περάσει πριν από το ληστευθέν τρένο μια ειδική αμαξοστοιχία που μετέφερε τον Πρωθυπουργό Παπαναστασίου στην Θεσσαλονίκη. Οι ληστές δεν ανέβηκαν στην αμαξοστοιχία του Πρωθυπουργού από σύμπτωση καθώς αυτή είχε καθυστερήσει στο δρομολόγιο της. Επίσης σύμφωνα με μαρτυρίες των ληστευθέντων επιβατών οι ληστές έμοιαζαν να αναζητούν κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο μέσα στο τρένο, έχοντας ως δευτερεύουσα προτεραιότητα την ληστεία. Όλες οι εφημερίδες των Βενιζελικών και των δημοκρατικών έγραψαν την επομένη ευθέως ότι οι ληστές είχαν καθοδηγηθεί από βασιλόφρονες με στόχο την απαγωγή η την δολοφονία του Παπαναστασίου ώστε να αναβληθεί η πολιτειακή μεταβολή. Μάλιστα η «Μακεδονία» ανέγραψε την ανώνυμη, αλλά πάντως «έγκυρη» πληροφορία ότι αντιβενιζελικοί κύκλοι έστειλαν τα πυρομαχικά που χρησιμοποιήθηκαν στην ληστεία από την Θεσσαλονίκη.

Αλλά στις υπερβολές αυτές δεν περιορίστηκαν μόνο τα Βενιζελικά έντυπα, αλλά πρωτοστάτησε ο ίδιος ο Παπαναστασίου. Σε δηλώσεις του μετά την πρωτοφανή ληστεία, ο Παπαναστασίου την χαρακτήρισε "στασιαστική ενέργεια του συνταγματικού κόσμου!" συγκρίνοντας την με την απόπειρα δολοφονίας του Βενιζέλου στον σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών 4 χρόνια πριν. Τέλος ο Παπαναστασίου διέταξε να αποζημιωθούν οι ληστευθέντες με μια περίεργη διαβάθμιση: οι ξένοι έλαβαν ολόκληρο το ποσό που έχασαν αλλά οι Έλληνες επιβάτες το μισό. Την διενέργεια των ανακρίσεων ανέλαβε ο ίδιος ο Πρωθυπουργός την ημέρα εκείνη δείχνοντας φωτογραφίες των πιθανών ληστών στον σταθμάρχη και στους ληστευθέντες.

Την σκυτάλη στην πολιτική εκμετάλλευση μετά τον Παπαναστασίου έλαβε ο στενότερος συνεργάτης του εκείνη την εποχή, Θεόδωρος Πάγκαλος. Με δηλώσεις του υποστήριξε ότι οι ληστές είχαν στόχο τον ίδιο καθώς και αμαξοστοιχία με αυτόν επιβαίνοντα θα περνούσε από το σημείο με κατεύθυνση την Θεσσαλονίκη. Στο υπουργικό συμβούλιο της 13ης Απριλίου, ο Πάγκαλος παρουσίασε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία η ληστεία στον Δοξαρά υποκινήθηκε από απότακτους Βασιλόφρονες αξιωματικούς που προετοίμαζαν εξέγερση, άποψη που ενστερνίστηκε εκ νέου και ο Πρωθυπουργός Παπαναστασίου σε δηλώσεις του στις εφημερίδες την ίδια ημέρα[8]. Τρεις δράστες της ληστείας συνελήφθησαν μετά από κατάδοση και παραπέμφθηκαν σε δίκη. Ήταν η ίδια συμμορία που είχε οργανώσει την απαγωγή του γιου του μυλωνά Μαλαμάκη στο Βελεστίνο, ιστορία που απασχόλησε καιρό την κοινή γνώμη και που έληξε αισίως με καταβολή λύτρων ύψους 350.000 δρχ. Και οι τέσσερις καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν την επόμενη ημέρα. Λίγους μήνες μετά όλη η συμμορία που έκανε την ληστεία εξαρθρώθηκε λόγω της απεινούς καταδίωξης της χωροφυλακής αλλά και λόγω της διαίρεσης των ληστών. Το τελικό πόρισμα των ανακρίσεων για την ληστεία που δημοσιοποιήθηκε σε δεύτερο χρόνο, αποδείκνυε ότι οι ληστές ήταν πρώην δραπέτες των φυλακών Τρικάλων, χωρίς πουθενά να αναφέρεται για εμπλοκή πολιτικών προσώπων[9].

Σε κάθε περίπτωση η ληστεία αποτέλεσε μια πρώτης τάξεως αφορμή για τον Πάγκαλο για να δικαιολογήσει στην κοινή γνώμη ενέργειες που σαφώς έβλαπταν την ακεραιότητα του δημοψηφίσματος. Και μόνο το γεγονός ότι κηρύχθηκε στρατιωτικός νόμος και στα αστικά κέντρα φανέρωνε και τις διαθέσεις της κυβέρνησης, αφού η ληστεία την εποχή εκείνη ήταν φαινόμενο που παρουσιαζόταν αποκλειστικά στην ύπαιθρο[10], ενώ η «συνταγματική επιτροπή» διαμαρτυρόταν ακατάπαυστα υποστηρίζοντας ότι οι κυβερνητικές κινήσεις νόθευαν την λαϊκή βούληση.

Βασιλιάς Γεώργιος Β΄ 
Εκτός όλων αυτών η κυβέρνηση απαγόρευσε να δημοσιευτεί στις εφημερίδες ή να κυκλοφορήσει σε έντυπη μορφή το διάγγελμα του βασιλιά Γεώργιου από την Αγγλία με το σκεπτικό ότι η δυναστεία είχε ήδη εκπέσει. Το διάγγελμα προέτρεπε τους εκλογείς να στηρίξουν τον θρόνο και να ψηφίσουν «ΟΧΙ», δημοσιεύτηκε αρχικά σε κάποιες εφημερίδες βασιλοφρόνων  που κατασχέθηκαν αμέσως με διαταγή του υπουργού Εννόμου τάξεως[11]. Τέλος η κυβέρνηση απαγόρευσε την δημοσίευση φωτογραφιών μελών της Βασιλικής οικογένειας στον τύπο αλλά και την ανάρτηση αυτών σε δημόσιους χώρους. Το τελικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είχε καθοριστεί σαφώς από την προκαταβολική έκπτωση της βασιλικής δυναστείας που μοιραία επηρέαζε αποφασιστικά την κοινή γνώμη αλλά και από την «προσφυγική ψήφο» που στράφηκε μαζικά υπέρ του νέου πολιτεύματος. Ο στρατός διεξήγαγε λαμπαδηφορίες υπέρ της δημοκρατίας σε επαρχιακές πόλεις[12], ενώ το υπουργείο εσωτερικών σχημάτισε επιτροπή για την διαφώτιση του λαού επί των δημοκρατικών ιδεών, αποτελούμενη από πληρεξουσίους και δημοκρατικούς πολιτευτές.
Η διαδικασία της ψηφοφορίας υπήρξε διαβλητή[13], καθώς τα ψηφοδέλτια υπέρ της Βασιλείας ήταν κίτρινα παραβιάζοντας το μυστικό της ψηφοφορίας, ενώ και το ερώτημα του δημοψηφίσματος δεν ήταν αβασίλευτος Δημοκρατία η βασιλευομένη, αλλά αβασίλευτος δημοκρατία η ΟΧΙ. Κατά τη διάρκεια της ψηφοφορίας συνελήφθησαν όλοι οι δικαστικοί αντιπρόσωποι που έδιναν και τα δύο ψηφοδέλτια σε όσους ψηφοφόρους ζητούσαν μόνο αυτό της δημοκρατίας. Επίσης συνελήφθησαν εκλογικοί αντιπρόσωποι των Συνταγματικών καθώς και δικαστικοί αντιπρόσωποι που κατέθεταν συνεχώς ενστάσεις εγκυρότητας με το σκεπτικό ότι παρακώλυαν την εκλογική διαδικασία[14]. Λίγο πριν ανοίξουν οι κάλπες για το δημοψήφισμα συνέλαβε 15 ανώτατους απότακτους αξιωματικούς[15] αλλά και κάποιους ιδιώτες με την κατηγορία ότι είχαν σχεδιάσει την ληστεία του Δοξαρά, εξόπλιζαν ομάδες στην επαρχία και προετοιμάζονταν για εξέγερση, ενώ προέβη σε κατάσχεση των φύλλων των αντιπολιτευόμενων εφημερίδων «Χρόνος» και «Σκριπ» που είχαν φιλοξενήσει στις στήλες τους το διάγγελμα του Γεώργιου από το Λονδίνο.

Αναμφίβολα στο δημοψήφισμα έγιναν πολλές παρατυπίες και αυθαιρεσίες υπέρ του αποτελέσματος της αβασίλευτης δημοκρατίας. Οι θετικές ψήφοι υπέρ της αβασίλευτης αυξήθηκαν από την απροκάλυπτη επέμβαση του στρατού καθώς το σύνολο των ψήφων των υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας που καταγράφηκαν στις στρατιωτικές μονάδες ξεπερνούσε τον συνολικό αριθμό εν ενεργεία αξιωματικών και οπλιτών .  Την ημέρα του δημοψηφίσματος οι κεντρικοί δρόμοι των Αθηνών είχαν κατακλυστεί από στρατιωτικές μονάδες που «δήθεν» υποβοηθούσαν την δημόσια τάξη αλλά επί της ουσίας προπαγάνδιζαν υπέρ της ψήφου για την Δημοκρατία[16].

Η πόλη έδινε την εντύπωση στρατοκρατούμενης πολιτείας, ενώ τεθωρακισμένα οχήματα και φορτηγά με στρατιώτες του τάγματος Λέσβου και του 44ου συντάγματος, συνεχώς διέσχιζαν τις κεντρικές οδούς[17]. Αυτή είναι και η πρώτη καταγραφή της δράσης του τάγματος Λεσβίων σε συνδυασμό με τον λόχο τεθωρακισμένων αυτοκινήτων. Στην Πάτρα αεροπλάνα του στρατού έρριψαν στην πόλη φυλλάδια υπέρ της Δημοκρατίας[18]. Οι στρατιώτες προσέρχονταν στην κάλπη ενώπιον των αξιωματικών τους και λάμβαναν μόνο το λευκό ψηφοδέλτιο υπό τον φόβο αυστηρής τιμωρίας[19]. Σε άλλες περιπτώσεις οι στρατιώτες προσέρχονταν κατά τετράδες κραδαίνοντας γαλάζιες σημαίες και φωνάζοντας συνθήματα υπέρ της Δημοκρατίας[20], ενώ σύμφωνα με δημοσίευμα του Βενιζελικού «΄Εθνους», στρατιωτικά αποσπάσματα παρέλαυναν στους δρόμους των Αθηνών με συνθήματα υπέρ της δημοκρατίας, ενώ στα όπλα τους είχαν μικρές επιγραφές με την λέξη «ΝΑΙ»[21].

Σύμφωνα με άρθρο του τότε διευθυντή του «Ριζοσπάστη» Κορδάτου είχαν ασκηθεί έντονες πιέσεις από την κυβέρνηση προς όλους τους δημοσίους υπαλλήλους και τους στρατιώτες υπέρ της αβασίλευτης. Σε αρκετές περιπτώσεις πολίτες που ψήφιζαν υπέρ της αβασίλευτης δεν αποσύρονταν στο παραβάν αλλά τοποθετούσαν ενώπιον της εφορευτικής επιτροπής το ψηφοδέλτιο, χωρίς επιπτώσεις. Εκ των υστέρων σε ομιλία του στην Εθνοσυνέλευση[22], ο Κονδύλης παραδέχθηκε ότι τόσο ο ίδιος ως υπουργός στρατιωτικών όσο και οι ανώτατοι αξιωματικοί του στρατού επενέβησαν ενεργά στο δημοψήφισμα υπέρ της δημοκρατίας, επέμβαση απολύτως θεμιτή κατά τον ίδιο καθώς αλλιώς το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν άδηλο.

Σύμφωνα με μαρτυρίες ανώτατων αξιωματικών έγιναν πολλές ομιλίες πολιτευτών υπέρ της κατάργησης της βασιλείας σε όλες τις στρατιωτικές μονάδες[23], ενώ υπάρχουν μαρτυρίες όπως αυτή του ίλαρχου Σιώτη δραστήριου φίλου του Οθωναίου, για ολόκληρους λόχους στρατιωτών που ψήφισαν δύο η τρεις φορές. Σε επιστολή του προς τον Πλαστήρα ο ταγματάρχης Παπαθανασόπουλος αποκάλυπτε ότι ενώ οι πληρεξούσιοι υπολόγιζαν ότι στην επαρχία που βρισκόταν η μονάδα του, η Δημοκρατία θα ελάμβανε 30-35% των ψήφων, τελικώς έλαβε 47% χάρις την επέμβαση του ίδιου. Τα εκλογικά αποτελέσματα του δημοψηφίσματος ανακοινώθηκαν συνολικά αλλά δεν δημοσιεύτηκαν ποτέ ανά εκλογικό τμήμα. Είναι χαρακτηριστικό πως όταν ο Παναγής Τσαλδάρης ανέλαβε υπουργός εσωτερικών στην Οικουμενική κυβέρνηση του 1926, ανακάλυψε πως τα επίσημα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος ανά εκλογικό τμήμα είχαν καταστραφεί[24] και δεν ήταν πλέον διαθέσιμα προς έλεγχο.

Θεόδωρος Πάγκαλος
Είναι σίγουρο πως το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα ήταν υπέρ της αβασίλευτης δημοκρατίας και χωρίς την επέμβαση του στρατού. Και αυτό επειδή μεγάλο τμήμα των Βενιζελικών θεωρούσε τον Θρόνο ως βασικό υπαίτιο για την Μικρασιατική Καταστροφή, λόγω της σαφούς αντιβασιλικής τοποθέτησης των προσφύγων από την Μικρά Ασία, αλλά και της έξυπνης επιλογής του Παπαναστασίου να ψηφίσει στην Εθνοσυνέλευση προκαταβολικά την έκπτωση της δυναστείας και να δημιουργήσει ένα ισχυρό τετελεσμένο που μοιραία έγινε πλειοψηφικό από τον μέσο πολίτη που ήθελε μια μόνιμη επίλυση της εκκρεμότητας. Ουσιαστικά όπως είχε διαμορφωθεί η κατάσταση της παραμονές του δημοψηφίσματος, η αβασίλευτη δημοκρατία εκπροσωπούσε την νομιμότητα και την ελπίδα για κοινωνική ειρήνη και αποκατάσταση της τάξης[25] με την επιστροφή του στρατού στα καθήκοντα του μακριά από την πολιτική διαμάχη. Τα λαϊκά στηρίγματα του Θρόνου είχαν συρρικνωθεί στους συντηρητικούς, που πάντως στήριζαν τον θεσμό με φανατισμό, καθώς σε αυτόν είχαν εναποθέσει τα συμφέροντα τους και την πρόσβαση στο κράτος.
Επίσης, όπως ορθά παρατήρησε ο Ιωάννης Μεταξάς μετά την δημοσιοποίηση του αποτελέσματος, ακόμη και αν είχε γίνει νοθεία στις ψήφους υπέρ της δημοκρατίας, οι ψήφοι υπέρ της βασιλείας ήταν λίγες. Βέβαια, χωρίς την νοθεία, η διαφορά των ψήφων θα ήταν σαφώς μικρότερη, το αποτέλεσμα θα έμοιαζε περισσότερο ισόπαλο και αυτό θα αποτελούσε μια μόνιμη απειλή για την στερέωση του νέου πολιτεύματος στην συνείδηση των πολιτών. Επίσης είναι γεγονός ότι μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης γονατισμένο από τα οικονομικά προβλήματα και την δυστυχία από τα δεινά που επισώρευσε η Μικρασιατική καταστροφή, αντιμετώπισε με χαρακτηριστική αδιαφορία τον τετράμηνο πολιτειακό οργασμό των κομμάτων εντός και εκτός της Εθνοσυνέλευσης. Έτσι και το βασιλικό κίνημα που κυοφορήθηκε στην Πελοπόννησο από τους απόστρατους βασιλόφρονες αξιωματικούς δεν εκδηλώθηκε ποτέ λόγω έλλειψης συμμετοχής του κόσμου, αλλά και τα δημοκρατικά συλλαλητήρια πριν τις εκλογές που γίνονταν στην επαρχία κυρίως, για την διαφώτιση του απλού κόσμου χαρακτηρίζονταν από την ιδιαίτερα χαμηλή προσέλευση των πολιτών[26].

Η Πολιτειακή μεταβολή στην Ελλάδα αναγνωρίστηκε αμέσως ως γνήσια από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, αν και ο ίδιος έφερε βαρέως[27] την μεταχείριση του από τους ακραίους δημοκρατικούς. Επίσης σταδιακά αναγνωρίστηκε από την Αγγλία και την Γαλλία ενώ ο Μουσολίνι στην Ιταλία με δηλώσεις του στον Τύπο ήδη από την 25η Μαρτίου είχε εκδηλώσει την στήριξη του στο νέο πολίτευμα της Ελλάδας, καθώς ανέμενε (αφελώς) ότι ίσως η νέα κατάσταση απελευθέρωνε την Ελλάδα από την Αγγλική επιρροή[28].

Το τελικό αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος απογοήτευσε τους οπαδούς των «συνταγματικών» που, ασχέτως της κυβερνητικής επέμβασης κατά του «ΟΧΙ», δεν περίμεναν τόσο μικρή υποστήριξη στον Θρόνο και οδήγησε το σύνολο της «εξωκοινοβουλευτικής» παράταξης τους σε παρατεταμένη εσωστρέφεια για αρκετούς μήνες. Η βασική ιδέα πολιτικής ενοποίησης του αντιβενιζελικού χώρου εγκαταλείφθηκε, οι συνεννοήσεις μεταξύ Τσαλδάρη και Μεταξά ναυάγησαν οριστικά, ενώ ακολούθησε έντονη αρθρογραφία στις εφημερίδες μεταξύ των δύο αρχηγών με αλληλοκατηγορίες για την περίοδο της Μικρασιατικής εκστρατείας. Ο Μεταξάς[29] υποστήριξε την γραμμή της αποδοχής του τετελεσμένου αποκλείοντας ως καταστροφική για την Ελλάδα την διαιώνιση του θέματος η την δυναμική αντίδραση, ενώ ο Τσαλδάρης επέμεινε σταθερά στην γραμμή της μη αναγνώρισης της μεταβολής, αλλά εντός της νομιμότητας όπως αυτή διαμορφώθηκε. Έτσι παρατηρήθηκε το φαινόμενο οι ακραίοι πολιτευτές των Βασιλοφρόνων να  προσχωρήσουν στο Λαϊκό κόμμα και όχι στον Μεταξά, εξέλιξη που κανείς δεν θα περίμενε κρίνοντας βάσει της προϊστορίας και της ψυχοσύνθεσης των δύο πολιτικών αρχηγών.

Επίλογος - ένας προβληματισμός για το κρίσιμο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου

Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από αδημοσίευτη εργασία μου για την περίοδο 1924-1926. Αυτό που πρέπει κατά την γνώμη μου να κρατήσουμε από το δημοψήφισμα αυτό που έχει άμεση σχέση με αυτό που ζούμε σήμερα είναι ο διχασμός που προκλήθηκε στην Ελληνική κοινωνία, ένα αληθινό σχίσμα που διήρκεσε πάνω από 5 δεκαετίες. Σε πολλού ίσως φαίνεται αστείο ότι όλη η Ελλάδα χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα για τον Θρόνο και όμως είναι αλήθεια. Στο σχίσμα αυτό υποβοήθησαν όλα τα σχετικά δημοψηφίσματα του Μεσοπολέμου που ήταν λίγο η πολύ νόθα. Έτσι, παρά την καθαρή νίκη της αβασίλευτης δημοκρατίας, από την επομένη ο Τύπος που στήριξε την βασιλευομένη δημοκρατία πολέμησε το νέο πολίτευμα με κάθε δυνατό τρόπο και η πολεμική αυτή ήταν ένας από τους λόγους που οδήγησε και στην τελική αποτυχία του.

Αυτό πρέπει να καταλάβουμε και σήμερα. Το πρόβλημα των δημοψηφισμάτων είναι ότι η κοινή γνώμη πολώνεται και η ηττημένη πλευρά βυσσοδομεί και δεν αποδέχεται το αποτέλεσμα. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ασχέτως αποτελέσματος αν η κοινωνία διχαστεί, οποιοδήποτε αποτέλεσμα και αν έρθει αυτό δεν θα είναι εφαρμόσιμο. Αυτός είναι ο λόγος που δεν έπρεπε ποτέ η κυβέρνηση να κάνει δημοψήφισμα. Ουσιαστικά αντί να ενισχύσει την θέση της έναντι των δανειστών όπως δήλωσε ότι επιδιώκει, θα την υπονομεύσει, καθώς το δημοψήφισμα θα δείξει ότι ένα μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης είναι εναντίον της.  

Επίσης πρέπει να παρατηρήσω ότι σε όλα τα δημοψηφίσματα που είχαν γίνει στον Μεσοπόλεμο, υπήρχαν δύο διακριτά ψηφοδέλτια, όχι ένα. Επίσης ποτέ στο παρελθόν δεν διεξήχθη δημοψήφισμα μέσα σε μια εβδομάδα από την προκήρυξη του και χωρίς ουσιαστικά να λειτουργεί η οικονομία της Χώρας. Η κυβέρνηση έχει επικαλεστεί πολλές φορές τους απάνθρωπους και αδίστακτους δανειστές που στραγγαλίζουν τους Έλληνες, αλλά ποτέ δεν έχει παρουσιάσει κάποιο σχέδιο η κάποια δράση για να προστατέψει τον λαό από τις ορέξεις τους, ότι συνηθίζουν να κάνουν σοβαρές κυβερνήσεις άλλων κρατών εντός της Ευρωζώνης.

 Η προσφυγή στο δημοψήφισμα της Κυριακής αποτελεί μια αποφυγή μεγάλων ευθυνών από την μεριά της κυβέρνησης. Στα δημοψηφίσματα του Μεσοπολέμου συνέβαινε το αντίθετο: οι κυβερνήσεις αποφάσιζαν και ο λαός επικύρωνε με το δημοψήφισμα. Την Κυριακή που μας έρχεται οι όροι αντιστρέφονται: οι πολίτες καλούνται να αποφασίσουν και η κυβέρνηση να επικυρώσει. Τότε τι ακριβώς χρειαζόμαστε την κυβέρνηση;


[1] Από τα κείμενα στο «πολιτικές δυνάμεις και Συνταγματικοί θεσμοί στην Ελλάδα» του Παύλου Πετρίδη
[2] Εφημερίδα Βραδυνή, φύλλο 11ης Απριλίου 1924, σελ 4
[3] Αρχείο Θεόδωρου Πάγκαλου, τόμος Α, σελ 357
[4] Αρχείο Θεόδωρου Πάγκαλου, τόμος Α, σελ 359
[5] Και όχι μόνο στις περιοχές που παρουσιαζόταν το φαινόμενο της Ληστείας.
[6] Οι Βενιζελικές εφημερίδες ανέφεραν πως οι ληστές είχαν σταλθεί από βασιλόφρονες και αναζητούσαν στα βαγόνια του τραίνου τον Παπαναστασίου για να τον απαγάγουν! (εφημ. Δημοκρατία φύλλο 11ης Απριλίου)
[7] Η κινηματογραφική ληστεία της αμαξοστοιχίας Αθηνών - Θεσσαλονίκης και οι πολιτικές της επιπτώσεις (13 Απριλίου 1924) (http://www.istorikathemata.com/2013/12/13-1924.html)
[8] Κάτι που υποστηρίζουν Ιστορικοί ακόμη και σήμερα, όπως ο Μαρκέτος βλέπε «Αλέξανδρος Παπαναστασίου και η εποχή του…) …………..
[9] Εφημερίδα «ΕΜΠΡΟΣ», φύλλο 5ης Νοεμβρίου 1925, σελ 4
[10] Πολλά δημοσιεύματα εφημερίδων της αντιπολίτευσης αναφέρονταν στο γεγονός αυτό
[11] Βραδυνή φύλλο 11ης Απριλίου 1924, σελ 1
[12] Λαμπαδηφορία στην Πάτρα, εφημερίδα «Εμπρός» φύλλο 28ης Μαρτίου σελ 4
[13] Κανείς φυσικά δεν μπορεί να υπολογίσει σε τι ποσοστό
[14] Εφημερίδα Βραδυνή, φύλλο 13ης Απριλίου 1924, σελ 4
[15] Ανάμεσα τους οι υποστράτηγοι Κωνσταντινόπουλος και Λεοναρδόπουλος (εφημερίδα Βραδυνή φύλλο 12ης Απριλίου 1924 σελ 4
[16] Η σχετική εγγραφή της 13ης Απριλίου στο ημερολόγιο Μεταξά: « Δημοψήφισμα. Από πρωί με αυτοκίνητον. Διέρχομαι 42 τμήματα. Αισθάνομαι μούδιασμα κόσμου. Φυλακίσεις δικαστικών αντιπροσώπων, αντιπροσώπων δημοκρατικής παρατάξεως. Πιέσεις. Εγκύκλιοι καταδιωκτικαί. Δρόμοι γεμάτοι με στρατιώτας διαδηλωτάς. Ψηφίζουν πολλάκις. Ανανδρία. Ανανδρία. Μ.μ. εις Παπαναστασίου διαμαρτυρίαι…»
[17] Εφημερίδα «Βραδυνή», φύλλο 13ης Απριλίου 1924, σελ 1
[18] Εφημερίδα Έθνος, φύλλο 13ης Απριλίου 1924, σελ 4
[19] Εφημερίδα Βραδυνή, φύλλο 13ης Απριλίου σελ 1, Π. Κανελλόπουλος αναμνήσεις…..
[20] Εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο 14ης Απριλίου 1924, σελ 1
[21] Εφημερίδα ΕΘΝΟΣ, φύλλο 14ης Απριλίου 1924, σελ 4
[22] Πρακτικά Δ΄ Εθνοσυνέλευσης, συνεδρίαση 18ης Ιουλίου
[23] Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αναμνήσεις…. Σελ 31
[24] Herring, σελ 1103
[25] Βλέπε Κώστα Σταματόπουλο «Περί της Βασιλείας….» σελ 129
[26] Μαρκέτος (η πολιτική σκέψη… σελ 850)
[27] Όταν λίγους μήνες μετά η κυβέρνηση Μιχαλακόπουλου μέσω του Αγνίδη θα ζητήσει τις συμβουλές του Βενιζέλου για να αντιμετωπίσει τις επιπτώσεις της υπογραφής του πρωτοκόλλου Πολίτη – Καλφώφ, αρχικά ο Βενιζέλος θα αρνηθεί την επαφή υπενθυμίζοντας την συμπεριφορά των Ελλήνων πολιτικών εις βάρος του
[28] Όπως γνωρίζουμε, ο ίδιος ο Παπαναστασίου αλλά και η ηγεσία των δημοκρατικών υποστήριζαν την διατήρηση στενών σχέσεων με την Αγγλία τις οποίες προσπαθούσαν να αναθερμάνουν με συχνές συζητήσεις με τον Άγγλο πρέσβη στην Ελλάδα
[29] Την περίοδο 1924-1928 αμέσως μετά το κίνημα Γαργαλίδη - Λεοναρδόπουλου, ο Μεταξάς προσπάθησε ειλικρινά  να πολιτευτεί στα πλαίσια του κοινοβουλευτισμού. Αναγνώρισε την αβασίλευτη δημοκρατία, υπήρξε συμβιβαστικός και ενωτικός έναντι των Φιλελευθέρων, συμμετείχε στην Οικουμενική κυβέρνηση του 1926 και παρέμεινε ακόμη και μετά την αποχώρηση των «Λαϊκών». Η πολιτική του όμως τον αποξένωσε από τους ακραίους αντιβενιζελικούς που αποτελούσαν και την δεξαμενή από όπου θα αντλούσε την πολιτική του δύναμη   

http://www.istorikathemata.com/2015/07/t-1924.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου