Πέμπτη, 28 Μαΐου 2015

ΒΥΖΑΝΤΙΟ : ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ - ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ

Ο Μωάμεθ, από τά τέλη Μαρτίου είχε ολοκληρώσει τίς προετοιμασίες του στήν Αδριανούπολη. Ολόκληρος ο διαθέσιμος στρατός σέ Ευρώπη καί Ασία είχε συγκεντρωθεί στήν πόλη της Θράκης καί ο ακριβής προσδιορισμός των  Οθωμανών στρατιωτών είναι αδύνατο νά υπολογιστεί καθ'ότι ποικίλλουν οι εκτιμήσεις των ιστορικών. Πόσο μάλλον αφού καθ'όλη τή διάρκεια της πολιορκίας συνέρρεαν μουσουλμάνοι άτακτοι από όλα τά αραβικά εδάφη γιά νά πολεμήσουν κατά των απίστων στόν ιερό πόλεμο "Τζιχάντ" καί νά συμμετάσχουν βεβαίως καί στίς αναμενόμενες λεηλασίες. Είναι αξιοσημείωτος καί ανεξήγητος ο διακαής πόθος των μουσουλμάνων νά καταλάβουν τήν Κωνσταντινούπολη από τόν 7ο αιώνα ακόμα. Ο Μωάμεθ βέβαια εκμεταλευόμενος αυτόν τόν πόθο είχε στείλει σέ όλες τίς κατευθύνσεις ιμάμηδες γιά νά εξεγείρουν τά πλήθη των οπαδών του Ισλάμ καί νά σπεύσουν καί αυτοί κατά σμήνη μπροστά στά τείχη της Κωνσταντινούπολης. Βλέπει κανείς καί σήμερα σέ ιστοδελίδες Αράβων νά πανηγυρίζουν γιά τήν ημέρα της κατάληψης της χριστιανικής μεγαλούπολης από τούς ομόθρησκούς τους. Γιά νά επανέλθουμε στό πλήθος των πολιορκητών, σάν πιό αξιόπιστη μαρτυρία θεωρείται εκείνη του Ενετού Μπάρμπαρο σύμφωνα μέ τήν οποία ο τακτικός στρατός ανέρχονταν σέ 160 χιλιάδες καί άλλοι τόσοι ήταν οι ναύτες του στόλου, οι άτακτοι στρατιώτες αλλά καί οι έμποροι, οι τεχνίτες, οι εργάτες, οι δερβίσηδες, οι ιμάμηδες καί τά πλήθη εκείνα των τυχοδιωκτών πού ακολουθούσαν τίς μεγάλες στρατιές στίς εκστρατείες τους. 

Τό σημαντικότερο σώμα τό αποτελούσαν οι γενίτσαροι (νεήλυδες κατά τούς Βυζαντινούς) οι οποίοι ήταν άριστα εκπαιδευμένοι καί υπόκεινταν σέ αυστηρότατη στρατιωτική πειθαρχία. Ως γνωστόν ήταν τά πιό δυνατά παιδιά χριστιανών τά οποία οι γονείς τους ήταν αναγκασμένοι χωρίς αντίρρηση νά τά παραδίδουν στούς χοτζάδες. Σύμφωνα δέ μέ τόν Παπαρρηγόπουλο περίπου ένα εκατομμύριο ελληνόπουλα καθ'όλη τή διάρκεια της Τουρκοκρατίας είχαν μετατραπεί σέ γενίτσαρους. Όλοι οι θρίαμβοι του σουλτάνου κατά των χριστιανικών εθνών τήν διάρκεια του 14ου καί 15ου αιώνα οφείλονταν στά παιδιά αυτά των χριστιανών. Απειράριθμοι ήταν οι άτακτοι βασιβοζούκοι πού συμμετείχαν στό στράτευμα καί οι οποίοι σάν μόνο όπλο είχαν ένα γιαταγάνι. Δυστυχώς χιλιάδες ήταν καί οι Ευρωπαίοι οι οποίοι συμμετείχαν στήν πολιορκία καθώς επίσης Ελληνες αλλά καί Σέρβοι πού είχε στείλει ο κράλης της Σερβίας Βράνκοβιτς.

Τό μεγαλύτερο όμως πλεονέκτημα του Τούρκου κατακτητή ήταν τό τρομερό κανόνι πού κατασκεύαζε ο Ουρβανός στήν Αδριανούπολη. Ο Κωνσταντίνος δέν μπόρεσε νά ικανοποιήσει τίς χρηματικές απαιτήσεις του Ούγγρου, όταν αυτός είχε προτείνει στόν Ελληνα αυτοκράτορα τήν κατασκευή τέτοιου όπλου καί έτσι ο τελευταίος στράφηκε πρός τόν Μωάμεθ. Η ευσυνειδησία του Παλαιολόγου, ο οποίος κάλλιστα θά μπορούσε νά δολοφονήσει ή νά φυλακίσει τόν άπληστο Ουρβανό, δέν του βγήκε σέ καλό, διότι ο Ούγγρος κατάφερε νά κατασκευάσει γιά λογαριασμό των πολιορκητών τό μεγαλύτερο κανόνι πού είχε δεί τότε η ανθρωπότητα καί γιά τό οποίο χρειάστηκαν τριάντα ζεύγη βοδιών καί εκατοντάδες εργάτες γιά νά τό μεταφέρουν από τήν Αδριανούπολη μέχρι τά τείχη της Πόλης. Bέβαια ο άπληστος Ουρβανός λίγο αργότερα θά έβρισκε τό θάνατο από τήν έκρηξη του δικού του κανονιού, αλλά τό κακό είχε ήδη γίνει. Ο σουλτανος είχε αποκτήσει τήν τεχνογνωσία πού του χρειαζόταν γιά νά γκρεμίσει τά γερασμένα τείχη. 


Στίς 23 Μαρτίου 1453 ο ίδιος ο Μωάμεθ έστηνε τήν μεγαλοπρεπή σκηνή του κοντά στόν χείμαρρο του Λύκου μπροστά από τήν Πύλη του Ρωμανού.  Ως γνήσιος μωαμεθανός, μόλις έφτασε, άπλωσε ένα χαλί, στράφηκε πρός τήν Μέκκα, γονάτισε καί προσευχήθηκε. Ολόκληρος ο στρατός τόν μιμήθηκε. Φανταζόμαστε τόν τρόμο των κατοίκων της Πόλης οι οποίοι είχαν συγκεντρωθεί στά γερασμένα τείχη καί παρακολουθούσαν τήν θάλασσα εκείνης της πολυάριθμης στρατιάς πού εκτείνονταν σέ όλο τό μήκος των χερσαίων τειχών, από τήν Προποντίδα μέχρι τόν Κεράτιο Κόλπο. Καί όμως είχαν αποφασίσει νά πολεμήσουν απέναντι σέ αυτόν τόν ανίκητο στρατό της Οθωμανικής υπερδύναμης. Απέναντι λοιπόν από τήν πύλη του Ρωμανού, στόν λόφο Μαλτεπέ, έστησε ο σουλτάνος τό στρατηγείο του, περιστοιχιζόμενος από τήν αυτοκρατορική φρουρά των δεκαπέντε χιλιάδων γενιτσάρων. Ο Ζαγανός πασσάς, ο οποίος ήταν Αλβανός εξωμότης, ανέλαβε τήν φύλαξη των υψωμάτων του Πέρα, γιά νά επιτηρεί τή Γενουατική συνοικία του Γαλατά. Ο Καρατζάς πασσάς, βεϊλέρβεης της Ρούμελης, δηλαδή στρατηγός των Ευρωπαϊκών στρατευμάτων, έλαβε τή αρχηγία του αριστερού κέρατος της απειράριθμης στρατιάς, απέναντι από τό ανάκτορο του Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου (Τεκφούρ Σεράϊ). Ο αρχηγός των ασιατικών στρατευμάτων, Ισαάκ πασσάς, βεϊλέρβεης της Ανατολής, καί ο αρνησίθρησκος Έλληνας Μαχμούτ Μπέης, έλαβαν τήν αρχηγία του δεξιού μέρους του Τουρκικού στρατού, δηλαδή από τό Τόπ Καπού μέχρι τήν Χρυσή Πύλη δίπλα στήν παραλία της Προποντίδος, εκεί πού σήμερα βρίσκεται τό Γεντί Κουλέ (Επταπύργιον). Ο Μεγάλος βεζύρης Χαλίλ πασσάς, ο οποίος ήταν ευάλωτος στήν δωροδοκία καί έδινε πολύτιμες πληροφορίες στούς Ελληνες, ανέλαβε τήν διοίκηση του κέντρου, απέναντι από τήν πύλη της Αδριανούπολης. Η Προποντίδα ήταν γεμάτη από τά εκατοντάδες πλοιάρια πού είχε κατασκευάσει ο σουλτάνος στήν Καλλίπολη καί τά οποία ήταν υπό τίς διαταγές του πρώτου στήν ιστορία Καπουδάν πασσά, του Μπαλτόγλου ο οποίος ήταν Βούλγαρος στήν καταγωγή καί του Χαμουζά πασσά. Ηταν η πρώτη πολιορκία της Βασιλεύουσας στήν οποία οι Τούρκοι χρησιμοποιούσαν στόλο. Ο ναύσταθμος του στόλου τούτου ήταν τό Διπλοκιόνιο (σημερινό Ντολμά Μπαξέ).

Σύμφωνα μέ τόν Κριτόβουλο πρίν τήν άφιξη του κυρίως σώματος του εχθρικού στρατού οι Ρωμηοί, έκαναν αιφνιδιαστική επίθεση καί σκότωσαν αρκετές εκατοντάδες από τούς ατάκτους μουσουλμάνους, αλλά μέ τήν εμφάνιση του κυρίως όγκου του εχθρού αποσύρθησαν, διέλυσαν τίς γέφυρες καί έκτισαν τίς πύλες του εξωτερικού τείχους. Τήν διάταξη των επτά χιλιάδων αμυνομένων στρατιωτών τήν περιγράφει ο Παπαρρηγόπουλος στήν "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους". Τήν πύλη του Αγίου Ρωμανού πού ήταν τό πιό ευάλωτο σημείο θά τήν υπερασπίζοταν ο ίδιος ο Aυτοκράτορας μαζί μέ τόν Ιουστινιάνη καί τούς κατάφρακτους στρατιώτες του, ο Ιωάννης Καντακουζηνός καί ο Δόν Φραγκίσκος από τό Τολέδο (απόγονος του Αλεξίου Κομνηνού). Τήν Χαρσία Πύλη τήν ανέλαβε ο Θεόδωρος Καρυστινός, άριστος τοξότης, καί ο Γερμανός μηχανικός Ιωάννης Γκράντ, πού έμελλε μέ επιτυχία νά εξουδετερώσει όλες τίς προσπάθειες υπονόμευσης των τειχών. Στήν Εδιρνέ Καπού τοποθετήθηκαν οι αδελφοί Μποκκάρδοι από τή Βενετία. Τό παλάτι του Εβδόμου ανατέθηκε στόν βενετό βάϊλο Μινότο ενώ τό τείχος στό παλάτι των Βλαχερνών ανατέθηκε στόν καρδινάλιο Ισίδωρο. Στήν μεριά του Κεράτιου, από τήν Ξυλόπορτα μέχρι τήν Πετρίου Πύλη τοποθετήθηκαν δύο Γενουάτες, ο Ιερώνυμος καί ο αρχιεπίσκοπος Λεονάρδος καί ο Ρωμηός μαθηματικός Μανουήλ Παλαιολόγος. Τό υπόλοιπο μέρος του Κερατίου τό ανέλαβε ο αρχιναύαρχος Λουκάς Νοταράς μέ 500 Venetian Barbaro σφενδονητές καί τοξότες, ο Αλέξιος Δισύπατος, ο Αλουΐσιος Διέδο, Ιωάννης Βλάχος, καί ο Μετοχίτης, ενώ κρητικοί ναύτες θά υπερασπίζοταν τόν πύργο του Βασιλείου ο οποίος βρίσκοταν δίπλα στήν πύλη του Νεωρίου ή αλλιώς Ωραία Πύλη (Μπαχτσέ Καπού). Αυτοί θά ήταν οι μόνοι πού θά έφερναν μέχρι τέλους τό έργο τους. Τό τείχος στήν Προποντίδα τό ανέλαβε ο Ορχάν, ξάδελφος του Μωάμεθ καί διεκδικητής του θρόνου μαζί μέ Έλληνες μοναχούς, τούς Βενετούς Κονταρίνι καί Τρεβιζάνο καί τόν Ισπανό Πέτρο Γουλιάνο πού βρισκόταν στό παλάτι του Βουκολέοντος. Στήν Χρυσή Πύλη καί στήν Πύλη της Συλημβρίας τοποθετήθηκαν οι Ιταλοί Κορνέρος, Μοσενίγος, Γουδέλης καί ο Ανδρόνικος Καντακουζηνός. Τίς εφεδρείες στό μέσον της πόλης, στήν εκκλησία των Αγίων Αποστόλων τίς αποτελούσαν οι Θεόφιλος Παλαιολόγος, Δημήτριος Καντακουζηνός καί Νικηφόρος Παλαιολόγος μαζί μέ 700 ακόμα άνδρες. Καί βέβαια μακάρι νά μπορούσα νά γράψω όλα τά ονόματα αυτών πού έμειναν γιά νά πεθάνουν γιά τούς τάφους των πατεράδων τους, γιά τήν τιμή των οικογενειών τους καί γιά τήν υπεράσπιση ενός χιλιόχρονου πολιτισμού, αλλά καί γιά τόυς Ιταλούς καί τούς λίγους Ισπανούς πού πολέμησαν μαζί τους. Άλλοι τόσοι Ελληνες βρίσκοταν έξω από τά τείχη, στήν υπηρεσία του εκπροσώπου της τότε νέας τάξης πραγμάτων. Αγωνίζοταν γιά μία αυτοκρατορία πολυπολιτισμική, χωρίς σύνορα, χωρίς σημαίες στήν οποία όλες οι εθνότητες θά ζούσαν μαζί, αλλά αγωνίζονταν ταυτόχρονα γιά τό προσωπικό τους συμφέρον καί γιά τόν πλουτισμό τους. Οι Ελληνες πού ήταν μέσα στά τείχη αγωνίζοταν γιά πατρίδα, θρησκεία, τιμή καί οικογένεια καί σύντομα οι περισσότεροι από αυτούς θά έχαναν τή ζωή τους. Η ιστορία πάντα θά επαναλαμβάνεται, άλλοι θά είναι εντός των τειχών καί άλλοι εκτός των τειχών.
Πολλοί μέ κατακρίνουν μέ ηλεκτρονικά μηνύματα ότι όλα αυτά πρέπει νά ξεχαστούν, ότι η Πόλις είναι τουρκική καί είναι φασισμός καί εθνικισμός νά τήν κρατούμε ζωντανή στή μνήμη μας ύστερα από τόσα χρόνια. Υπάρχει αυτή η καραμέλα πού μασιέται κυρίως από άτομα πού ανήκουν στήν εξουσία (δημοσιογράφοι, πολιτικοί καί επιχειρηματίες) οι οποίοι υπηρετούν τό νεοφασιστικό σύστημα της Νέας Τάξης Πραγμάτων. Δικαιώνουν έτσι τήν κατάκτηση καί τήν ξένη κατοχή επειδή πέρασαν τά χρόνια. Τή δικαιώνουν ίσως γιατί η Νέα Τάξη Πραγμάτων λειτουργεί μέ κατοχή (βλέπε Ιράκ, Κόσσοβο, Σκόπια, Κύπρος κλπ). Διερωτιέμαι τί θά έκαναν τήν περίοδο του 18ου αιώνα όταν θά ζούσαν στήν Αθήνα πού ζούσε υπό ξενική κατοχή γιά 600 χρόνια. Θά έλεγαν νά τήν ξεχάσουμε καί είναι μία ωραία τουρκική πόλη καί θά πρέπει νά ζήσουμε αρμονικά μέ τόν κατακτητή; Γιά τήν Θεσσαλονίκη η οποία τόν 19ο αιώνα ζούσε τόν 6ο αιώνα της ξενικής της κατοχής; Κακώς τήν θυμηθήκαμε τό 1912-13; Η Κρήτη από τόν 11ο αιώνα μέχρι τόν 20ο αιώνα δέν ήταν Ελληνική. Είχε περάσει Αραβική, Βενετική καί Τουρκική κατοχή γιά 900 χρόνια. Υπάρχει χρονικός ορίζοντας γιά τήν δικαίωση του κατακτητή; Οι Γερμανοί πού εισέβαλαν στήν Ελλάδα, ύστερα από πόσα χρόνια θά δικαιώνονταν; Αν εποίκιζε ο Χίτλερ τήν Ελλάδα θά έπρεπε τώρα νά ζούμε μαζί μέ τούς Γερμανούς αρμονικά καί όμορφα; Μήπως γι'αυτό μάς εξανάγκασαν τά πανίσχυρα ΜΜΕ καί οι εξαγορασμένοι πολιτικοί νά αποδεχτούμε τό σχέδιο Αννάν; 30 χρόνια είναι αρκετά γιά νά συμφιλιωθούμε μέ τόν κατακτητή καί νά αποδεχτούμε τήν αρπαγή περιουσιών, τό θάνατο των αμυνομένων καί τήν βεβήλωση τάφων καί ναών; Αυτοί πού μέ κατακρίνουν μέ κοσμητικά επίθετα όπως φασίστας, ρατσιστής ή εθνικιστής καλύτερα θά ήταν νά απαντήσουν στίς ερωτήσεις μέ επιχειρήματα. Ισως ότι δέν έχουν επιχειρήματα καί μέ βρίζουν νά είναι μία δικαίωση γιά μένα καί τά γραφόμενά μου. Ίσως γιατί δέν ξέρουν νά ξεχωρίσουν τόν φουκαρά μετανάστη, τόν τρομοκρατημένο πρόσφυγα, τόν ξέγνοιαστο τουρίστα από τόν αλλαζόνα κατακτητή, γιαυτό μέ βρίζουν. Αλλά ο Τούρκος αγαπητοί υβριστές μου δέν ήρθε στά εδάφη μας σάν μετανάστης ήρθε σάν κατακτητής όπως ακριβώς ήρθαν οι Ναζί. Οι κουκουλοφόροι πού συνεργάστηκαν μέ τόν κατακτητή εκείνα τά χρόνια αποτελούν γιά εμάς βδελυρά αποβράσματα. Τί άλλαξε από τότε;

Αλλά ας επανέλθουμε στήν αφήγησή μας. Στίς αρχές Απριλίου ο Μεχμέτ διέταξε νά καταλάβουν καί τούς τελευταίους πύργους στά περίχωρα της Κωνσταντινουπόλεως. Κυριεύτηκε τό φρούριο στά Θεραπειά, στίς όχθες του Βοσπόρου, τό φρούριο του Στουδίου καί τό φρούριο στή νήσο Πρίγκηπο, τό οποίο υπερασπιζόταν τό περίφημο μοναστήρι στό οποίο ως γνωστόν κατέφευγαν τά μέλη της αριστοκρατίας πού επιθυμούσαν νά μονάσουν. Παραθέτω αφήγηση του Κριτόβουλου:
"Ο σουλτάνος προσέβαλε τό φρούριο τούτο καί επιστήσας πυροβόλα κατέσεισε καί κατέρριψε τό πλείστον τούτου, καί των εντός αυτού πολλοί εφονεύθησαν υπό των λίθων των εκπεμπομένων από των πυροβόλων, οι δέ περιλειφθέντες των φρουρών, μή δυνάμενοι πλέον νανθέξωσι, προσεχώρησαν δι'όμολογίας, όπως μεταχειρισθή κατά βούλησιν αυτούς, καί εκείνος ανεσκολόπισεν αυτούς, τεσσαράκοντα όντας. Εκείθεν δέ μετέβη εις τό φρούριον τό καλουμένον του Στουδίου, καί αυτό κατασείσας διά των πυροβόλων καί καταρρίψας αυθημερόν εξεπόρθησε καί τούς άνδρας ανεσκολόπισεν, αγαγών παρά τό τείχος της πόλεως, ίνα ώσι καταφανείς. Κατά δέ τάς αυτάς ημέρας καί Παλτόγλης ο του στόλου ηγεμών τάς μέν πλείους των νεών αυτού κατέλιπεν εφορμείν τω στόματι του λιμένος καί τη αλύσει, αυτός δέ αναλαβών τάς λοιπάς, κελεύσαντος βασιλέως, επιπλεί τη Πριγκίπω νήσω, ην δέ εκεί φρούριον ασφαλέστατον, φυλακήν έχον εντός άνδρας καταφράκτους τριάκοντα, άνευ μέντοιγε των οικητόρων."


Τό φρούριο της Πριγκήπου άντεξε τόν κανονιοβολισμό καί γιαυτό ο Μπαλτόγλου συγκέντρωσε έφλεκτες ύλες νά τό κάψει. Οι αμυνόμενοι δέν άντεξαν τίς αναθυμιάσεις, παραδόθηκαν καί άπαντες αποκεφαλίσθησαν. Οι κανονιοβολισμοί στά γερασμένα τείχη της Βασιλεύουσας άρχισαν στίς 6 Απριλίου καί μέχρι τίς 18 Απριλίου συνοδεύονταν από διάφορες ασήμαντες απόπειρες εφόδου από πλευράς επιτιθέμενων. Τά μεγαλύτερα κανόνια είχαν τοποθετηθεί μπροστά από τό ασθενέστερο τμήμα του χερσαίου τείχους, στήν πύλη του Αγίου Ρωμανού. Οι κάτοικοι πού δέν είχαν συνηθίσει τόν θόρυβο του κανονιοβολισμού κατεβλήθησαν από τρόμο στό άκουσμα των κρότων, Land Walls ενός τρόμου ο οποίος μεγάλωσε όταν είδαν τμήματα του εξωτερικού τείχους νά καταρρέουν παρασύροντας μαζί τους καί δύο πύργους. Τίς νύχτες λοιπόν γυναίκες, γέροι καί παιδιά βοηθούσαν στήν αποκατάσταση των γκρεμισμένων τειχών, τοποθετώντας πέτρες, πλέγματα από δοκάρια καί σακκιά γεμάτα χώμα. Φαντάζεται κανείς τήν κούραση των πολιορκουμένων οι οποίοι πολεμούσαν τήν ημέρα καί τή νύκτα έπρεπε νά είναι σέ επιφυλακή γιά τυχόν επίθεση, αλλά ταυτόχρονα έπρεπε νά επιδιορθώνουν καί τίς φθορές στά τείχη. Πράγματι τίς βραδυνές ώρες της 18ης Απριλίου, οι Τούρκοι επιχείρησαν αιφνιδιαστικά τήν πρώτη σημαντική έφοδο τους στά τείχη. Οι Έλληνες μέ επικεφαλής τόν Αυτοκράτορα απέκρουσαν μέ επιτυχία τήν επίθεση αυτή ρίχνοντας κάτω τίς πολυάριθμες σκάλες πού έστηνε ο εχθρός, ενώ μέ τά βέλη καί τά πρωτόγονα ντουφέκια εξουδετέρωναν τόν ένα Τούρκο μετά τόν άλλο. Αλλά τή θέση του νεκρού τήν έπαιρναν άλλοι επιτιθέμενοι καί συνεχίσθηκε έτσι η έφοδος γιά πέντε ώρες, μέχρι πού ο εχθρός αποσύρθηκε. Σύμφωνα μέ τόν Sir Edwin Pears οι απώλειες των μουσουλμάνων ήταν αρκετές εκατοντάδες σέ αντίθεση μέ τούς χριστιανούς πού ήταν μηδαμινές.

Τήν επομένη μία καινούργια νίκη θά έδινε ελπίδες στούς Ελληνες καί Ιταλούς υπερασπιστές της Πόλης. Ο Τούρκος ναύαρχος ανέλαβε νά επιτεθεί μέ όλη τήν δύναμη των τριακοσίων περίπου πλοίων καί νά διασπάσει τήν αλυσίδα του Κεράτιου Κόλπου ή Χρυσού Κέρατος όπως τόν έλεγαν οι Ρωμηοί. Τήν αλυσίδα τήν φύλαγαν μεγάλα Βενετικά καί Γενοβέζικα πλοία καί τό γενικό πρόσταγμα τό είχε ο Μέγας Δούκας Λουκάς Νοταράς. Οι αμυνόμενοι έριχναν από τά υψηλότερα πλοία τους πλήθος από πέτρες καί βέλη, ενώ έκαιγαν τά εθχρικά πλοιάρια μέ τό Υγρόν Πύρ. Επί τέλους υποχώρησαν οι Οθωμανοί καί τά λιμάνια στόν Κεράτιο Κόλπο παρέμεναν πρός τό παρόν ασφαλή.

Στίς 20 Απριλίου όλοι οι κάτοικοι συγκεντρώθηκαν στά τείχη πού βλέπουν στήν Προποντίδα γεμάτοι περιέργεια. Πανιά φάνηκαν στόν ορίζοντα καί όλοι ανεθάρρησαν ότι έρχεται επιτέλους η βοήθεια από τόν πάπα. Τά πλοία ήταν μόλις τέσσερα, αλλά ίσως ήταν η εμπροσθοφυλακή ενός μεγάλου χριστιανικού στόλου πού πλησίαζε νά διώξει τούς βαρβάρους. Δυστυχώς όμως τά σκάφη αυτά ήταν εκείνα στά οποία ο Κωνσταντίνος είχε παραγγείλει προμήθειες γιά τούς κατοίκους. Τά τρία ήταν Γενοβέζικα καί τό ένα καί μεγαλύτερο ήταν βασιλικό καί είχε καπετάνιο τόν περίφημο Φλαντανελά. Τά πλοία αρχικά είχαν καθηλωθεί στήν Χίο από βόρειους ανέμους, αλλά τώρα οι ισχυροί νοτιάδες τά έσπρωχναν πρός τόν Κεράτιο. Ο Μωάμεθ αμέσως διέταξε τόν Μπαλτόγλου νά πάρει όλη τή δύναμη από τό Διπλοκιόνιο (Mπεσικτάς) καί νά τά συλλάβει. Τά τέσσερα μεγάλα πλοία περικυκλώθηκαν από τά δεκάδες μικρότερα τουρκικά καί τό χειρότερο ήταν ότι ο άνεμος έπαψε νά φυσά. Ο καπουδάν πασσάς εμβόλισε τόν βυζαντινό δρόμωνα καί άρχισε μία σκληρή μάχη σώμα μέ σώμα. Οι ελπίδες των χριστιανών ήταν ελάχιστες αλλά υπό τό βλέμμα των χιλιάδων κατοίκων αγωνίζονταν μέ γενναιότητα. Τά χριστιανικά πλοία δέθηκαν μεταξύ τους καί έμοιαζαν σάν ένα οχυρό μέσα στήν θάλασσα, τό οποίο χιλιάδες τούρκοι προσπαθούσαν νά τό εκπορθήσουν. Ο κυβερνήτης Φλαντανελάς δέν έπαψε στιγμή νά εμψυχώνει τούς άντρες του καί συνέχισε μέ ένα τεράστιο πέλεκυ νά πολεμά μέ πείσμα. Αλλά καί κάποιος άλλος είχε αγωνία γιά τήν έκβαση της παράξενης αυτής ναυμαχίας. Ο σουλτάνος έφιππος είχε μπεί στό νερό καί εκτόξευε απειλές καί ύβρεις κατά του ναυάρχου του.
"ο δέ αμηράς θεωρών μηδέν άξιον έργον ποιούντα τόν τοσούτον καί τηλικούτον στόλον αλλά μάλλον ήττονα όντα, μανείς καί θυμώ ληφθείς, βυχώμενος καί τούς οδόντας τρίζων ύβρεις ενέχεε εις τούς αυτού, δειλοκάρδιους καί γυναικώδεις καί ανωφελείς αποκαλών, καί τόν ίππον κεντρίσας ήλθεν εντός της θαλάσσης..."
Η μοίρα παίζοντας τό παιχνίδι της έκανε τόν νοτιά νά δυναμώσει, έσπρωξε τά μεγάλα πλοία πρός τόν Κεράτιο κόλπο πού ήταν οι υπόλοιπες ιταλικές γαλέρες του Τρεβιζάνου καί του Ζαχαρία Γριώνη καί τά τούρκικα υποχώρησαν. Ισως ήταν ευκαιρία νά επιτεθούν όλα τά χριστιανικά πλοία καί νά διαλύσουν τόν στόλο του Μωάμεθ αλλά δέν τό έκαναν. Η σωτηρία των εξαντλημένων χριστιανών ναυτικών αναπτέρωσε τό ηθικό των κατοίκων της Πόλης, ενώ ντρόπιασε τούς Οθωμανούς των οποίων οι απώλειες ξεπέρασαν τούς χίλιους σκοτωμένους. Ο Μωάμεθ έξαλλος ήθελε νά παλουκώσει τόν άτυχο Μπάλτογλου αλλά τόν συγκράτησαν οι στρατηγοί του. Ράβδισε ο ίδιος τό ναύαρχο, τόν καθαίρεσε καί όρισε αντικαταστάτη τόν Χαμουζά πασσά, ενώ τήν περιουσία του όλη τήν μοίρασε στούς γενίτσαρους, όπως συνηθίζοταν σέ παρόμοιες περιπτώσεις.

Τελικά βέβαια, τή χαρά των Ελλήνων διαδέχτηκε η λύπη γιατί τελικά χριστιανικός στόλος δέν ερχόταν γιά νά τούς σώσει καί όπως λεέι ο Sir Edwin Pears "η τύφλωση των ηγεμόνων της Εσπερίας έφθανε μέχρι τήν παραφροσύνη. Αυτοί καί οι λαοί τους έμελλε νά τιμωρηθούν σκληρά γιά τήν αισχρή εγκατάλειψη της Κωνσταντινούπολης, του αυτοκράτορα καί του λαού της." Εν τω μεταξύ ο βομβαρδισμός των χερσαίων τειχών συνεχίζοταν ακατάπαυστα καί κατέρευσε καί ο πύργος της Βακτατονίας δίπλα στήν πύλη του Αγίου Ρωμανού.

Τήν 22α Απριλίου, ημέρα Κυριακή, έμελλε νά συμβεί ένα από τά παραδοξότερα γεγονότα της παγκόσμιας ιστορίας. Ο Μωάμεθ μέ τήν βοήθεια Ιταλού μηχανικού είχε συλλάβει τό σχέδιο νά κατασκευάσει διολκό από τήν οποία θά μετέφερε τά έλαφρά πλοιάρια του, τίς λεγόμενες φούστες, από τό Διπλοκιόνιο (Μπεσικτάς) στόν Κεράτιο. Η αποτυχία του Μπαλτόγλου νά εξουδετερώσει τίς τέσσερες γαλέρες Πολιορκία Κωνσταντινουπόλεως 1453 τόν επείσμωσε καί έθεσε πάραυτα τό μεγαλεπίβολο σχέδιό του. Σύμφωνα μέ τόν Λατίνο χρονογράφο Πούσκουλο, ο Ζαγανός πασσάς ξεκίνησε βομβαρδισμό των ιταλικών πλοίων γιά λόγους αντιπερισπασμού. Τά κανόνια στήθηκαν πίσω από τήν γενουατική συνοικία του Γαλατά ώστε νά μήν γίνει αντιληπτή η κατασκευή του διολκού ούτε από τούς Γενουάτες αλλά ούτε καί από τούς πολιορκουμένους. Οι χιλιάδες χριστιανοί σκλάβοι αφού ισοπέδωσαν τόν δρόμο στό λόφο πού βρίσκεται σήμερα τό Πέραν (Σταυροδρόμιον), τοποθέτησαν ξύλινα δοκάρια τά οποία επάλειψαν μέ λίπος. Τό βράδυ δοκίμασε μέ μία φούστα η οποία σύρθηκε μέ τήν βοήθεια βοδιών καί πολυάριθμων σκλάβων καί τό αποτέλεσμα ήταν τό τουρκικό πλοιάριο νά βρεθεί εντός του Κερατίου Κόλπου. Ακολούθησαν κατά τή διάρκεια της νύκτας 70 πλοιάρια. Σύμφωνα μέ τόν Κριτούβουλο "ήτο δέ τό θέαμα παράξενον καί απίστευτον εις τούς ακούοντας πλήν των ιδόντων, τό νά βλέπωσι ναυς επί της μεσογαίας φερόμενας μετ'αυτών των πληρωμάτων καί των ιστίων καί της άλλης αποσκευής." Kατ'αυτόν τόν τρόπο αξιόμαχος στολίσκος βρέθηκε στό λιμάνι των Ψυχρών Υδάτων (Κασίμ πασσά), μέσα στόν Κεράτιο, πρός μεγάλη έκπληξη των Ελλήνων οι οποίοι μέ τό πρώτο φως της ημέρας έβλεπαν τόν εχθρό νά απειλεί καί τά τείχη πρός τήν μεριά του Κεράτιου, τείχη τά οποία ήταν καί πολύ αδύνατα καί επανδρωμένα μέ ολιγάριθμους άνδρες. Καί βέβαια όλοι οι κάτοικοι ήξεραν ότι από εκείνα τά τείχη είχε αλωθεί η πολυαγαπημένη πόλη τους από τούς Φράγκους τό 1204.

Η απελπισία ήταν μεγάλη του βασιλιά Κωνσταντίνου ο οποίος ήταν τώρα αναγκασμένος νά μεταφέρει στρατεύματα από τίς άλλες αμυντικές θέσεις πρός τήν πλευρά του Κεράτιου. O Γουσταύος Σλουμβερζέ γράφει: "Η θέσις των Ελλήνων ήτο αμέτρως στενόχωρος καί τραγική. Δέν εγίγνωσκον αληθώς πού τήν κεφαλήν κλίναι. Καί όμως έπραξαν πάν ότι ήτο ανθρωπίνως δυνατόν εν περιστάσεσιν ούτω τραγικαίς." Έτσι όταν ο Μωάμεθ του ζήτησε νά παραδώσει τήν Πόλη μέ αντάλλαγμα πλούτη, αξιώματα, προστασία καί τήν επαρχία του Μοριά, ο περήφανος εκείνος Ρωμηός του απάντησε σύμφωνα μέ τόν Δούκα: "ου γάρ ήν δυνατόν παραδοθήναι τήν πόλιν τοις Τούρκοις εκ των χειρών των Ρωμαίων ει γάρ είχε τούτο γενέσθαι, ποίαν οδόν ή ποίον τόπον ή πόλιν είχον μετοικήσαι Χριστιανών του μή καταπτύειν καί ονειδίζειν καί σφακελίζειν τούς Ρωμαίους; ουχί μόνον Χριστιανοί αλλά καί αυτοί Τούρκοι καί Εβραίοι είχον εξουθενείν αυτούς.".

Στίς 23 Απριλίου οι αμυνόμενοι συνήλθαν σέ συμβούλιο ώστε νά αποφασίσουν τί μέλλει γενέσθαι. Ο Βενετός Ιάκωβος Κόκκος, "ανήρ οξύτερος του ποιείν ή λέγειν, ήρξατο του έργου πάνυ επιτηδείως καί καλώς τρόπω τοιώδε, ακάτια τρία πάνυ ταχέα καί γοργά οικονομήσας, καί τεσσαράκοντα νέους θαρσαλέους καί μεγαλοψύχους καί ανδρείους εν αυτοίς έβαλε, Γραικούς τε καί Ιταλούς, καί καλώς παραγγείλας αυτοίς τά πάντα καί τάς κατασκευασθείσας μετά του υγρού πυρός τέχνας δώσας, ίνα έλθωσιν νυκτός καί περάσωσι πρός τόν Γαλατάν καί πλησίον της πέρας εκείνης γης έλθωσιν έως των τριήρεων καί τά ορισθέντα πράξωσιν...", κατά τόν Φρατζή. Ακολούθησαν συσκέψεις καί μέ προτροπή των Γενουατών η επιχείρηση αναβλήθηκε, μέ τό σκεπτικό νά προετοιμαστεί καλύτερα. Ομως κάποιος Γενουάτης από τήν συνοικία του Γαλατά πρόδωσε τό μυστικό καί ειδοποίησε τόν σουλτάνο, ο οποίος έστησε τά κανόνια του, ετοίμασε τά πληρώματα καί περίμενε. Είναι σίγουρο ότι αν η πρόταση του Βενετού υλοποιούνταν αμέσως η φθορά του τουρκικού στολίσκου θά ήταν μεγάλη. Ομως όταν τή νύκτα της 28ης Απριλίου ξεκίνησαν τά πυρπολικά, τά οποία τά συνόδευαν δύο γαλέρες του Γαβριήλ Τρεβιζάνου καί του Ζαχαρίου Γριόνη καί τρείς φούσται του Σιλβέστρου Τρεβιζάνου, του Ιερώνυμου Μοροζίνη καί του Ιάκωβου Κόκκου, μία λάμψη από τόν πύργο του Γαλατά ειδοποιούσε τούς Τούρκους νά ετοιμασθούν. Πράγματι μία ομοβροντία από τά κανόνια του σουλτάνου βύθισε τό πλοίο του γενναίου Ιάκωβου Κόκκου, στέλνοντας στόν βυθό της θάλασσας εβδομήντα δύο πολεμιστές. Ακολούθησε επίθεσις των τουρκικών πλοιαρίων η οποία απέτρεψε οριστικώς τό παράτολμο εκείνο εγχείρημα. Σαράντα χριστιανοί ναύτες πού αιχμαλωτίσθησαν από τόν Μωάμεθ αφού γυμνώθηκαν απέναντι από τά τείχη ώστε νά είναι ορατοί από τούς αμυνομένους, παλουκώθηκαν. Ο αυτοκράτορας οργισμένος διέταξε τότε νά απαγχονισθούν διακόσιοι εξήντα μουσουλμάνοι αιχμάλωτοι πάνω στίς επάλξεις του τείχους.

Η αποτυχία της επιχείρησης υπήρξε αιτία διαμάχης καί φιλονεικίας στίς τάξεις των Βενετών καί των Γενοβέζων, η οποία τερματίστηκε μετά από τήν επέμβαση του Κωνσταντίνου. Εν τω μεταξύ ενώ συνεχίζοταν ακατάπαυστα ο βομβαρδισμός των χερσαίων τειχών, καθώς καί οι μικροσυμπλοκές στά τμήματα των τειχών πού κατέρρεαν, ιδιαίτερα παρά τη πύλη του Αγίου Ρωμανού, ο νεαρός σουλτάνος κατασκεύασε μέ βαρέλια, μία γέφυρα στήν πύλη του Κυνηγού, στό σημερινό Αϊβάν Σεράϊ. Ο κλοιός στένευε καί ενώ ο αριθμός των αμυνομένων ελλατώνονταν οι επιτιθέμενοι ενισχύοταν από νέα στίφη μουσουλμάνων πού συνέρρεαν διαρκώς από τά βάθη της Ασίας. Πέραν αυτού πολλοί Έλληνες λόγω ιδεολογίας ή θρησκευτικού φανατισμού αρνούμενοι νά πολεμήσουν χλεύαζαν τόν βασιλιά. Ιδού πώς περιγράφει τήν κατάσταση ο Παπαρρηγόπουλος:
"Ενώ ο βασιλεύς μετά του Φραγκίσκου του Τολητινού καί του Φρατζή δέν έπαυε δι'όλης της ημέρας καί νυκτός περιπατών έφιππος περί τά τείχη καί εντός της πόλεως καί διατάσσων τά δέοντα καί επιτηρών τήν εκτέλεσιν αυτών, ενώ ο έμπειρος πολέμαρχος Ιουστινιανός, οι ηρωικοί αδελφοί Βροζάρδοι, ο γέρων αλλά ρωμαλέος Θεόδωρος Καρυστινός, ο λόγιος αλλά γενναίος Θεόφιλος Παλαιολόγος, καί τοσούτοι άλλοι Έλληνες καί ξένοι, ότε μέν έφιπποι ότε δέ πεζοί, ότε μέν αμυνόμενοι ότε δέ επιτιθέμενοι, ότε μέν πυροβολούντες ότε δ'επισκευάζοντες τάς εκ των πολεμίων πυροβόλων προξενουμένας ζημίας καί αείποτε εγκαρτερούντες περί τά τείχη, έκτωντο κλέος αθάνατον, οι φλύαροι ακείνοι δημαγωγοί, οι μηδέν πράττοντες καί εις ουδένα εκτιθέμενοι κίνδυνον, περιεφέροντο εις τάς πλατείας καί ρύμας της πόλεως λοιδορούντες τόν βασιλέα καί τούς άρχοντας. Ο δέ μανθάνων τά τοιαύτα ή καί αυτήκοος αυτών έστιν ότε γινόμενος ουδέν έλεγεν αλλ'εξηκολούθει επιτελών τό καθήκον."
Τήν 3η Μαΐου ο Παλαιολόγος ετοίμασε ένα μπριγαντίνι μέ δώδεκα άνδρες καί τού ανέθεσε τήν αποστολή του εντοπισμού του στόλου της Βενετίας, ο οποίος ήταν υπό τήν αρχηγία του Ιάκωβου Λορεδανού καί υποτίθεται ότι ερχόταν πρός βοήθεια της Θεοφύλακτης πόλης. Ο μικρός δρόμωνας έφερε τήν τουρκική σημαία καί επωφελούμενος του σκότους, κατάφερε νά διαπλεύσει τήν Προποντίδα καί μέσω του Ελλησπόντου γλύστρησε στά νερά της Άσπρης Θάλασσας (Αιγαίου). Υπήρξε η σκέψη νά ξεφύγει μέ τέτοιο τρόπο καί ο αυτοκράτορας. Ο ανώνυμος συγραφέας του Ρωσσικού Χρονικού μας περιγράφει πως οι σύμβουλοι του Κωνσταντίνου τόν ικέτευαν νά δραπετεύσει από τήν Πόλη καί νά συναντήσει ή τόν Καστριώτη ο οποίος πολεμούσε στά βουνά της Ιλλυρίας, ή τά αδέλφια του Δημήτριο καί Θωμά στόν Μοριά καί μέ ενισχύσεις νά αναγκάσει τόν σουλτάνο νά λύσει τήν πολιορκία. Σύμφωνα μέ τό Ρώσσο χρονογράφο, οποίος πιθανώς νά ήταν καί αυτόπτης μάρτυρας η απάντηση του Αυτοκράτορα είχε ως εξής:
"Η συμβουλή υμών είναι εξαίρετος. Ευχαριστώ υμάς επ'αυτή, αλλά ουδέποτε θαποφασίσω νά εγκαταλείψω εν τοιαύτη συμφορά τόν κλήρο μου καί τάς αγίας εκκλησίας καί τήν πρωτεύουσαν, τόν θρόνον καί τόν λαό μου. Τί θά έλεγε περί εμού η οικουμένη; Σας ικετεύω απ'εναντίας, όπως ζητήσετε παρ'εμού νά μή σας εγκαταλίπω. Ναί, επιθυμώ ναποθάνω εδώ μεθ'υμών."
Τό βράδυ της 7ης Μαΐου 30000 Οθωμανοί μέ πολιορκητικές μηχανές προσπάθησαν μέ ξαφνική έφοδο νά καταλάβουν τά τείχη. Oι υπερασπιστές δέν αιφνιδιάστηκαν καί απέκρουσαν τήν έφοδο επιφέροντας σημαντικές απώλειες στόν εχθρό. Ιδού πως περιγράφει τό Ρωσσικόν Χρονικόν τή λυσσώδη μάχη, όπως είναι καταγεγραμμένο από τόν ιστορικό Σλουμπερζέ:
"O Iουστινιάνης, ηγούμενος στίφους πολυπληθούς, εκβάλλων κραυγάς τρομεράς, εδίωκε τούς Τούρκους, απωθών αυτούς εκ του τείχους, πληρών διά των νεκρών αυτών τήν τάφρον. Εις των παλαιμάχων γενιτσάρων του Μουράτ, άλλος κολοσσός, εφορμήσας εναντίον του Ιουστινιάνη, ήρχισεν επιτιθέμενος εναντίον αυτού μετά μανίας, αλλά μαχητής Έλλην, πηδήσας θαρραλέως εκ του ύψους του τείχους, απέκοψε διά του πελέκεως αυτού τήν κνήμη του απίστου, καί έσωσεν ούτω τόν μέγαν Ιταλόν αρχηγόν από του θανασίμου εκείνου κινδύνου. Κατά τόν αυτόν δέ χρόνον άλλος Τούρκος πολεμιστής, ο Αμέρβεης, εφώρμα καί αυτός εναντίον των Ελλήνων, αλλά αρχηγός τις αυτών, στρατηγός καλούμενος Ραγκαβής, επιτεθείς εναντίον αυτού, κραδαίνων τό ξίφος δι'αμφοτέρων των χειρών καί τρέπων πρό αυτού τούς Τούρκους εις φυγήν, έπληξεν αυτόν μετά τοιαύτης ορμής, ωςτ'εδιχοτόμησεν αυτόν. Οι Τούρκοι εν τω κατακορύφω της λύσσης κατέβαλον τόν γενναίον εκείνον παμπληθείς καί κατεμάχισαν αυτόν."
Μετά από τήν αποτυχία της επίθεσης, οι Οθωμανοί συνέχισαν τόν βομβαρδισμό ο οποίος είχε τσακίσει τά νεύρα των μή συνηθισμένων σέ τέτοιυς κρότους, κατοίκων. Ακολούθησαν πολεμικά συμβούλια καί κατά τή διάρκεια ενός τέτοιου συμβουλίου στήν Αγία Σοφία, Παλάτι Πορφυρογέννητου τό βράδυ της 12ης Μαΐου, ο αυτοκράτορας είδε πλήθος φυγάδων πανικόβλητων νά τρέχουν στούς δρόμους. Αφού τούς υποχρέωσε νά γυρίσουν στά τείχη, έτρεξε καί εκείνος μέ τό άλογό του, εκεί πού ο Μωάμεθ εξαπέλυε μία ακόμα λυσσαλέα επίθεση, αυτή τή φορά μέ 50000 στρατιώτες. Η έφοδος εκδηλώθηκε βορείως της πύλης της Αδριανουπόλεως (Χαρισίου) στά περίχωρα του ανακτόρου του Πορφυρογέννητου (σημερινού Τεκφούρ Σεράϊ). Γραικοί καί Ιταλοί αιφνιδιάστηκαν καί τό ηθικό τους κλονίστηκε, αλλά η άφιξις του Νικηφόρου Παλαιολόγου μέ τό εφεδρικό σώμα διόρθωσε τήν κατάσταση. Ο ίδιος όμως δέχτηκε τήν αντεπίθεση του βεϊλερβέη της Ανατολής, Μουσταφά πασσά καί ενώ αντιστράφηκαν πάλι τά πράγματα υπέρ των Τούρκων, κατέφθασαν ο Θεόδωρος Καρυστινός καί ο Γενουάτης Ιωάννης Ιουστινιάνης μέ χίλιους άνδρες καί απώθησαν οριστικά τούς εισβολείς.

Tίς επόμενες ημέρες ο επίμονος σουλτάνος προσπάθησε μέ ολόκληρο τό στόλο του νά επιτεθεί στήν αλυσίδα του Κεράτιου αλλά όλες οι επιθέσεις αποκρούσθηκαν από τίς μεγάλες βενετικές γαλέρες πού βρίσκονταν πίσω από τήν αλυσίδα καί των οποίων τό γενικό πρόσταγμα τό είχε ο Αλούσιος Διέδος. Αλλά ο πόλεμος δέν εκτυλίσονταν μόνο στή θάλασσα καί στήν ξηρά. Εκτυλίσονταν καί κάτω από αυτή. Ο Ζαγανός πασσάς, Αλβανός εξωμότης, είχε επιστρατεύσει χιλιάδες χριστιανούς εργάτες γιά νά σκάψουν υπονόμους κάτω από τά τείχη. Όλες οι απόπειρες έγιναν στήν πύλη της Καλιγαρίας, (σημερινό Αγρί Καπού) εκεί πού τό τείχος ήταν μονό καί μπροστά από τό οποίο βρίσκοταν λόφος όπου οι Οθωμανοί μπορύσαν νά σκάψουν χωρίς νά γίνουν αντιληπτοί. Οι Ελληνες όμως είχαν τήν τύχη νά βρίσκεται μαζί τους καί ένας κορυφαίος Γερμανός μηχανικός, ο Ιωάννης Γκράντ. Έμελλε δέ ο Γκράντ νά ματαιώσει όλες τίς προσπάθειες υπονόμευσης των τειχών από τούς Τούρκους. Τοποθετούσε πάνω στά τείχη βαρέλια γεμάτα μέχρι τό χείλος μέ νερό καί στά σημειά όπου αυτό χυνόταν έξω έφτιαχνε δική του υπόνομο η οποία συναντούσε αυτή των αντιπάλων. Τότε ή μέ τό υγρό πύρ ή μέ εκρήξεις κατέστρεφε τήν υπόνομο των εχθρών παγιδεύοντας εντός αυτής καί τούς στρατιώτες αλλά καί τούς άτυχους εργάτες.

Τό ξημέρωμα της 18ης Μαΐου καινούργια δυσάρεστη έκπληξη περίμενε τούς αμυνόμενους. Δίπλα στήν τάφρο καί απέναντι από τήν πύλη του Αγίου Ρωμανού, βρίσκοταν ένας γιγαντιαίος κινητός ξύλινος πύργος. Ο πύργος ήταν τριών ορόφων καί ξεπερνούσε σέ ύψος τό εξωτερικό τείχος. Είχε συναρμολογηθεί στή διάρκεια της νύκτας καί τά ξύλινα δοκάρια ήταν προστατευμένα από τή φωτιά χάρη σέ δέρματα από βουβάλια καί γκαμήλες. Πίσω από τόν πύργο ήταν ένας μακρύς διάδρομος προστατευμένος καί ο οποίος επέτρεπε ελεύθερα τή διέλευση μαχητών σπό τό στρατόπεδο μέχρι τόν πύργο. Από τήν κορυφή του πύργου εκτοξεύονταν βέλη καί πέτρες εναντίον των τειχών ενώ στό κάτω τμήμα του υπήρχε πόρτα, από τήν οποία οι επιτιθέμενοι έριχναν χώμα καί ξύλα, γιά νά σκεπάσουν τήν τάφρο. Άλλη μία αιματηρή μάχη εκτυλίχθηκε στην πύλη του Αγίου Ρωμανού καί τον πολιορκητικό πύργο, στήν οποία πρωταγωνιστής ήταν καί πάλι ο Θεόδωρος Καρυστινός. Οι Τούρκοι ακόμα μία φορά απέτυχαν καί μόλις έδυσε ο ήλιος σταμάτησαν τήν επίθεση. Τή νύκτα πλήθος από γυναίκες, γέρους καί παιδιά εργάστηκαν γιά νά αποκαταστήσουν τίς ζημιές στά τείχη κάτω από τήν καθοδήγηση του Κωνσταντίνου. Ταυτόχρονα βγήκαν κρυφά από τά τείχη Ελληνες μεταμφιεσμένοι σέ Οθωμανούς, τοποθέτησαν μπαρούτι στή βάση του πύργου καί τόν έκαψαν. Εν μία νυκτί φτιάχτηκε ο πύργος καί εν μία νυκτί καταστράφηκε. Ο σουλτάνος λύσσαξε από τό θυμό του στή θέα τής καταστροφής, αποκεφάλισε τούς υπεύθυνους καί τά κεφάλια τους τά άφησε σέ κοινή θέα πάνω σέ πασσάλους. Ακόμα μία μέρα κρατούσε η πόλη αλλά ήδη τό τέλος πλησίαζε. Κωνσταντίνος Ελένης ήταν ο πρώτος αυτοκρατόρας πού τήν είχε δημιουργήσει καί Κωνσταντίνος Ελένης ως τελευταίος αυτοκράτορας, θά τήν έχανε.

Στίς 23 Μαΐου οι φρουροί στά τείχη της Προποντίδας παρατήρησαν ένα μικρό δρόμωνα νά κινείται μέ ταχύτητα πρός τό μέρος τους. Τό μικρό πλοιάριο τό κατεδίωκαν τουρκικές γαλέρες οι οποίες νόμιζαν ότι ήταν προπομπός χριστιανικόυ στόλου ο οποίος ερχόταν γιά νά βοηθήσει τήν Βασιλεύουσα. Πρίν όμως προλάβουν νά τό συλλάβουν, τό μπριγαντίνι έμπαινε σώο μέσα στόν Κεράτιο κόλπο. Δυστυχώς όμως δέν ήταν προπομπός καμμίας βοήθειας από τήν χριστιανική Ευρώπη. Η Ευρώπη από τότε μέχρι σήμερα κρατάει τήν παράδοση. Ο δρόμωνας τελικά, ήταν αυτός πού είχε στείλει ο Αυτοκράτορας γιά νά ψάξει στήν Άσπρη Θάλασσα νά εντοπίσει τόν βενετικό στόλο. Μάταια όμως, πουθενά δέν ήταν ο στόλος του βενετού Λορεδανού. Οι δώδεκα ανώνυμοι ηρωϊκοί νάυτες ύστερα από εικοσαήμερη περιπλάνηση στά νερά του Αιγαίου αποφάσισαν νά γυρίσουν. Αποφάσισαν νά γυρίσουν καί νά πεθάνουν, αντί νά κατευθυνθούν πρός τήν ασφάλεια κάποιου χριστιανικού λιμανιού. Τί ψυχή είχαν αυτοί οι άνθρωποι γιά νά προτιμήσουν νά ολοκληρώσουν τήν αποστολή πού τούς εμπιστεύτηκαν παρά νά δραπετεύσουν άνανδρα. Γιαυτό ο Κωνσταντίνος πού γνώριζε τό δίλημμα πού θά αντιμετώπιζαν τούς υποδέχτηκε μέ δάκρυα στά μάτια καί τούς ευχαρίστησε.

Απαίσια απογοήτευση προκάλεσε η δυσάρεστη αναγγελία στούς πολίτες ότι ουδεμία βοήθεια δέν υπήρχε στόν ορίζοντα. Τό ηθικό κλονίστηκε περισσότερο, μαζί μέ τά τείχη πού κατέρρεαν από τόν συνεχή βομβαρδισμό. Τό μόνο πού ακουγόταν μέσα στήν πόλη ήταν "Ουαί τοίς ηττημένοις". Δυσοίωνα σημάδια ακολούθησαν τά οποία καταρράκωσαν ακόμα περισσότερο τούς δεισιδαίμονες κατοίκους της Κωνσταντινούπολης. Κατά τή διάρκεια λιτανείας στούς δρόμους της πόλης έπεσε η θαυματουργή εικόνα της Θεομήτορος τήν οποία είχε κατασκευάσει μέ μαστίχα καί κερί ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Η εικόνα αυτή αποτελούσε τό σύμβολο του Βυζαντινού κράτους, αφού είχε σώσει τούς Ρωμιούς από πολλές επιθέσεις βαρβάρων. Κατά τήν διάρκεια της πολιορκίας από τούς Αβάρους τό 626 καί από τούς Ρώσσους τό 907 η Παναγία είχε δώσει τή νίκη στούς αγαπημένους της πιστούς. Τό βράδυ της 26ης Μαΐου, μέσα στό σκοτάδι, εμφανίστηκε ένα παράξενο φώς πάνω στόν τρούλλο της Αγίας Σοφίας. Γιά τό φώς αυτό έγραψαν καί οι ιστορικοί πού βρέθηκαν τότε εντός των τειχών καί ο Κριτόβουλος, ο οποίος τό παρατήρησε καί ο οποίος βρισκόταν έξω από τά τείχη. Τό φαινόμενο αυτό τάραξε ακόμα περισσότερο τούς πολιορκουμένους καί τό θεώρησαν δυσμένεια του Θεού εναντίον τους.


http://www.agiasofia.com/greek/alosis2.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου