Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΚΑΙ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΤΟΥΡΚΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Γράφει η Αιμιλία Λαδοπούλου
Ερευνήτρια Θρακικής Ιστορίας 


Η μελέτη εδημοσιεύθη εις το τριμηνιαίον περιοδικό
-Ο ΛΟΓΙΟΣ ΠΑΝ- 2007-2008


Βιβλιογραφία:
1. Γεωργίου Σκαλιέρη «Λαοί και φυλαί της Μικράς Ασίας».
2. Περικλέους Ροδάκη «Ο γόρδιος δεσμός των εθνοτήτων».
3. Laurent Chabry – Annie Chabry “Οι μειονότητες εις την Μέσην Ανατολήν».
4. Ελευθερίου Παπαγιάννη «Η εξολόθρευσις της Ελληνικής ομογενείας και η Τουρκική κατά της Ελλάδος επιβουλή».
5. Περικλέους Ροδάκη «Θράκη, Θράκες και Θράκες Μουσουλμάνοι».
6. Ιωάννου Μάζη «Γεωπολιτική. Η θεωρία και η πράξη».
7. George Horton «Η κατάρα της Ασίας (ή Μάστιγα της Ασίας)».
8. Α. Α. Πάλη «Σελίδες από τη ζωή της παλιάς Γενιτσαρικής Τουρκίας».
9. Εγκυκλοπαιδεία «Πάπυρος Larousse Britannica».
10. Μεγάλη Παγκόσμιος Εγκυκλοπαιδεία.


Τελευταίες ανασκαφές στην Μικρασιατική γη αποδεικνύουν, ότι την 3ην π.Χ. χιλιετίαν οι γηγενείς κάτοικοι έχουν ανεπτυγμένον τον Ελληνικόν πολιτισμόν στην Μικρά Ασία καθώς και εις τα παράλια του Αιγαιακού χώρου. Επιβεβαιώνεται και από αρχαίους ιστορικούς και συγγραφείς, αλλά και από νεωτέρους, όπως τον Μασπερώ, Λαγκράνζ, Μπαλάχ, Πελμάν, και άλλους.
Εις τον Καύκασον έδεσαν τον Προμηθέα, αλλά λυτρώνεται από τον Ηρακλή, είναι ο πρώτος Ελληνικός πολιτισμός.
Εις το προσκήνιον της ιστορίας τον 4ον μ.Χ. αιώνα εμφανίζονται οι Ούννοι με αρχηγόν τον Αττίλαν. Διασχίζουν τις ασιατικές στέπες σαν πολιορκητικός κριός, προκαλούν τον πανικό και φέρνουν την καταστροφή. Ιστορικοί πιστεύουν, ότι οι Κινέζοι τον 3ον αιώνα έκτισαν το Σινικόν Τείχος διά να προστατευθούν από τους προγόνους των.
Τον 5ον μ.Χ. αιώνα πρωτοεμφανίζονται εις την ιστορίαν μερικές αλταϊκές πολεμικές ομάδες. Μετά από μάχες φθάνουν στις στέπες γύρω από την Αράλη λίμνη εις την περιοχήν των Ούννων, την οποίαν έχουν εγκαταλείψει. Μία ομάδα προς την Βόρειον Κίνα. Οι Βαζαντινοί τους ονομάζουν Ευθαλίτες ή Λευκούς Ούννους, οι οποίοι το 425 νικούν τους Κουσάν και καταλαμβάνουν την Καμπούλ και την Βακτηριανή. Άλλη ομάδα αποσπάται και ακολουθεί τον δρόμον προς ανατολάς, του μεταξιού.
Εις την Αραβίαν το 610 μ.Χ. εμφανίζεται ο προφήτης Μωάμεθ (569-632 μ.Χ.) ως απεσταλμένος του Θεού, με την εντολήν να μεταδώση εις τους Άραβες την μονοθεϊστική αποκαλυπτική διδασκαλία του Μωαμεθανισμού. Το φυλετικό βεδουϊνιστικό σύστημα του πληθυσμού με το κήρυγμα του θεμελιωτού του Ισλάμ γίνεται νόμος, διέπει την συμπεριφορά των πιστών σε όλες τις θρησκευτικές, πολιτικές και κοινωνικές εκδηλώσεις της ζωής. Πίστις εις τον Αλλάχ ως μοναδικό θεό, αναγνώρισι του Μωάμεθ ως τελευταίου προφήτου απεσταλμένον του Θεού και παραδοχή του Κορανίου ως Θείου Λόγου.
Αναπτύσσεται η εθνική συνείδησι και η εθνικιστική ιδεολογία. Η ενότητα του κράτους ευρίσκεται όχι εις την ομοιογένεια του πληθυσμού, αλλά εις την θρησκευτική ισλαμική ιδεολογία της κυριάρχου τάξεως. Οι διάδοχοι του Μωάμεθ εμπνευσμένοι Χαλίφες χρησιμοποιούν αυτό το μέσον διά να διαδώσουν τον μουσουλμανισμό έξω από την Αραβική Χερσόνησο και να συγκροτήσουν μία απέραντη αυτοκρατορία. Οι θρησκευτικές διαφωνίες εις το ισλάμ εμφανίζονται το 632 ευθύς αμέσως μετά τον θάνατον του Προφήτου. Τότε γεννιέται ο Σιϊτισμός εις θεολογικόν επίπεδον και δικαιολογούν τις διαφορές με τον Σουνιτισμόν. Τότε δημιουργούνται και οι πολλαπλές αιρέσεις πιστές εις το αυθεντικό Ισλάμ, εις το αληθινό μήνυμα του Προφήτου Μωάμεθ. Δημιουργούνται αμέτρητα μοναχικά Τάγματα: Αλεβήδων, Γαζήδων, Μεβλετήδων, Νοησεντίδων, Καλεντερίδων, Ροδοσταύρων, Σουφίδων εκ των οποίων μεγαλύτερα είναι των Μπεκτασίδων και Δερβισήδων.
Τον 9ον αιώνα μετά τις αναστατώσεις και εξεγέρσεις στις στέπες και εις την Κίνα παρουσιάζονται δύο ισχυρές πολεμικές ομάδες των Καρλούκων και των Σελτζούκων. Οι Καρλούκοι ανάμεσα εις τα Αλτάϊα και εις την λίμνη Μπαλκάη δέχονται τον Ισλαμισμό, ζουν ως σκηνίτες εις το Κινεζικόν Τουρκεστάν. Κάποιοι διώκονται από την δυναστεία Σόγκ της Κίνας και ξεχύνονται εις τις δυτικές στέπες. Η δυναστεία των Καραχανιδών είναι η πρώτη Ισλαμική δυναστεία εις την Κεντρική Ασία καταγομένη από τα νομαδικά φύλα Καρλαή. Η εδραίωσί των γίνεται με την συστηματική κατατρομοκράτησι του πληθυσμού, με συνεχείς επιδρομές, ερημώσεις και καταστροφές. Ο λαός απελπισμένος δέχεται την υποταγήν. Το 999 καταλαμβάνουν την Μποχάρα και ιδρύουν την αυτοκρατορία των Καραχανιδών. Ο ποταμός Ώψος αποτελούσε σύνορον με την αντίπαλον αυτοκρατορίαν που είχε αποσπάσει και το Αφγανιστάν.
Τον 10ον αιώνα ένα μεταναστευτικό κίνημα από την Ουραλιαλταϊκή οικογένεια επηρεάζει ολόκληρο τον Ισλαμικό κόσμο μέχρι την Αίγυπτο. Είναι οι Σελτζούκοι, οι οποίοι υπολογίζονται εις 5.000 άτομα. Μαχητικώς ορμούν εις την Περσίαν και όχι μακρυα της Αρμενίας ιδρύουν ισχυρόν κράτος. Επί του εγγονού του Σελτζούκ Τογρούλ Βέη αναλαμβάνουν την διοίκησι του Χαλιφικού κράτους της Βαγδάτης, όταν εις την Κωνσταντινούπολιν βασιλεύει ο Κωνσταντίνος Θ’ ο Μονομάχος (1042-1052). Από αυτή την θέσι επεκτείνουν την κυριαρχίαν τους εις τον Ισλαμικόν κόσμο. Γίνονται δεκτοί ως συμφιλιωταί των αιρετικών.
Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία από τις πρώτες συγκρούσεις με τους Σελτζούκους χάνει μέρος των Αρμενικών κτήσεων. Επί του διαδόχου του Τογρούλ Άλπ Αρσλάν πολυπληθή στίφη Σελτζούκων ενισχυόμενα από Έλληνας αιρετικούς (Παυλικιανούς, Νεστοριανούς) και από Συρίους αιρετικούς εισβάλλουν εις την Μικράν Ασία από την Αρμενία και καταλαμβάνουν όλο το ανατολικό τμήμα της Χερσονήσου. Ο Αυτοκράτωρ Ρωμανός Δ’ ο Διογένης (1067-1070) με δύο ένδοξες εκστρατείες απωθεί τους Σελτζούκους.
Εις την τρίτην εκστρατείαν το 1071 ο Σελτζούκος σουλτάνος Άλπ Αρσλάν συντρίβει τους Βυζαντινούς εις την μάχην του Μαντζικέρτ και ο ίδιος ο Αυτοκράτωρ συλλαμβάνεται αιχμάλωτος,. Είναι θανάσιμο το κτύπημα διά την Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Οι Σελτζούκοι μετά την νίκη τους ιδρύουν δική τους αυτοκρατορία εις την Μικρά Ασία με πρωτεύουσα το Ικόνιο. Ένα μεγάλο μέρος Βυζαντινών μισθοφόρων προσχωρούν εις τους Σελτζούκους. Το 1078 καταλαμβάνουν την Δαμασκό, γίνονται κύριοι του Χαλιφάτου της Βαγδάτης και ο Αραβικός κόσμος γονατίζει από τους αγρίους αυτούς πολεμιστάς της στέπας.
Οι Σταυροφόροι εις την Μέση Ανατολή, που έχουν τυπικώς προορισμόν την απελευθέρωσι των Αγίων Τόπων, εις την πραγματικότητα να ανοίξουν εκ νέου το εμπόριον με την Ανατολή, ενισχύουν την θέσι των Σελτζούκων. Επιτρέπουν εις αυτούς να επεκτείνουν την κυριαρχίαν τους εις βασικά κέντρα του Μωαμεθανικού κόσμου. Εντυπωσιακή είναι η εγκατάστασι των Σελτζούκων εις την Μικρά Ασία. Κατορθώνουν, ό,τι δεν ημπόρεσαν οι Άραβες μουσουλμάνοι να κατακτήσουν, επέτυχαν αυτοί χάρις εις την πολιτικήν των και με πρωτόγονον σύστημα. Κερδίζουν τον αγανακτισμένο αγροτικό κόσμο από την βαρεία φορολογία των Βυζαντινών και τον μουσουλμανικό πληθυσμό από την αλληλοσφαγή και τον φανατισμό των αιρέσεων.
Το Σελτζουκικό κράτος είναι υπό την άμεσον επιρροήν των Ελλήνων Αιρετικών υπό όρους. Κρατούν τον Ελληνικό χώρο με το Βυζαντινό έμβλημα και τον σταυρό, τα Ελληνικά γράμματα και το νόμισμα, ένεκα τούτου επωνομάζονται Βασίλειον Ελληνικόν (Ρούμ Παδισαχλητί).
Δύο αιώνες αργότερον, τον 10ον μ.Χ. αιώνα εμφανίζεται στις στέπες της Μικράς Ασίας η φυλή των Ογιούζων. Γίνονται επικίνδυνοι τόσον διά την Κίνα, όσον και διά την Ινδία. Ένα διάστημα γνωρίζουν επιτυχία με την βοήθεια των Περσών και των Αράβων, αν και εξακολουθούν να ζουν νομαδικώς. Τον 11ον αιώνα εγκαθίστανται μονίμως στις Ανατολικές επαρχίες της Περσίας. Το παράξενον της πολεμικής αυτής ομάδος είναι ότι αποδέχονται την Ισλαμική θρησκεία, δεν απομονώνονται γλωσσικώς αλλά αυτοί επιβάλλουν την γλώσσαν τους.
Εις τις αρχές του 12ου αιώνος παρακμάζουν και εκφυλίζονται. Ένα μικρό τμήμα προωθείται εις το εσωτερικόν της Μικράς Ασίας και δημιουργεί το ισχυρόν σουλτανάτον με έδραν το Ικόνιον. Αυτοί είναι οι πρόγονοι των Τούρκων, οι οποίοι οικοδομούν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, κατακτούν το Βυζάντιον και απειλούν την Ευρώπην. Από τους Ογιούζ κατάγονται και οι Οσμανλήδες ή Οθωμανοί Τούρκοι. Είναι μία πολύ μικρή πολεμική ομάδα και ζουν νομαδικώς. Το 1224 κυνηγημένοι από τους Μογγόλους του Τζέκινς Χαν και αργότερον από τον περίφημον Τιμόρ Ταμερλάνο και αφού μείνουν δι’ ένα διάστημα εις την Αρμενία, φθάνουν εις την Μ. Ασία αναζητώντας χώρον εγκαταστάσεως διά τις 400 οικογένειες και τα κοπάδια τους.
Επί κεφαλής της ομάδος αυτής είναι ο Ερτογρούλ. Στρέφεται προς τα δυτικά της Μικράς Ασίας και ξαφνικά ευρίσκεται εις πεδίον σκληρής μάχης των Σελτζούκων μετά των Μογγόλων. Πηγαίνει με το μέρος των Σελτζούκων διά να προστατεύση το Σουλτανάτον του Ικονίου. Επί κεφαλής αυτών είναι ο Σουλτάνος Αλασδδίν. Πολεμά εις το πλευρόν τους και νικά τους Μογγόλους. Διά την νίκην των αυτή ως αμοιβή τον 13ον αιώνα παρέχεται τιμάριον εις την περιοχήν του Βιθυνικού Ολύμπου διά να βόσκουν και τα κοπάδια των, πλησίον του αρχαίου Δορυλαίου, το οποίον μετονομάζεται Εσκί Σεχίρ. Οι Σελτζούκοι τοποθετούν εις τα σύνορά τους ως φρουρούς, του τότε κράτους του Ικονίου με τους Βυζαντινούς, την πολεμική αυτή ομάδα μετά των οικογενειών των και τα κοπάδια των, κάτι ανάλογον με τους Ακρίτας του Βυζαντίου. Μετά την κατάρευσιν της Σελτζουκικής εξουσίας από τους Μογγόλους, διαλύεται το Σουλτανάτον του Ικονίου και το 1300 είναι η χρονολογία γεννήσεως του Κράτους των Οσμανλήδων ή Οθωμανών Τούρκων.
Ο πρωτότοκος υιός του Ερτογρούλ Οσμάν το 1326 διαδέχεται τον πατέρα του. Εις την μικρήν αυτή ομάδα των Ογιούζων δίδει το όνομά του και από τον 13ον αιώνα ονομάζονται Οσμανλήδες (Οσμάν ή Οθμάν) και Οθωμανοί. Το νέον κρατίδιον οργανώνεται από Βυζαντινό αξιωματούχο τον Κιοσέ Μιχαήλ διοικητήν οχυρού ο οποίος συνελήφθη αιχμάλωτος από τον Οσμάν, γίνεται φίλος στενός και συνεργάτης, αφού εξισλαμίσθη. Εντός ολίγων ετών το ασήμαντον αρχικώς Εμιράτον γίνεται το ισχυρότερον Οθωμανικόν κρατίδιον εις την Μικράν Ασίαν και υποκαθιστά το Σουλτανάτον του Ικονίου.
Ο Οσμάν αναγνωρίζεται επισήμων διά διπλώματος ως υποτελής άρχων από τον Σουλτάνον του Ικονίου Αλασδδίν, και αυξάνει το Κράτος του γρήγορα. Η Φυλή του δεν εγκαταλείπει την νομαδικήν της ζωήν και συνεχίζουν τας επιθέσεις κατά γειτονικών περιοχών. Εις τα τέλη του 13ου αιώνος το Σουλτανάτον του Ικονίου αρχίζει να παρακμάζει, οι νομάδες εξεγείρονται και η εξέγερσις έχει θρησκευτικόν αιρετικόν χαρακτήρα.
Ο Ανδρόνικος Γ’ Παλαιολόγος προσπαθεί να σώση την Νίκαιαν. Οι Οσμανλήδες προλαμβάνουν αυτόν εμπρός εις την Χρυσούπολιν. Εκεί δίδεται το 1330 η σημαντικωτέρα μάχη μεταξύ Βυζαντινών και Οθωμανών. Προχωρούν προς τα δυτικά της Βιθυνίας και καταλαμβάνουν όλα τα Φρούρια γύρω από την Προύσαν. Τα στρατεύματα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπό τον αρχηγόν Μουζαλώνα το 1301 ηττώνται εις την μάχην της Νικαίας. Μετά την κατάληψιν της Νικαίας οι Οσμανλήδες παύουν τους επιθετικούς πολέμους, αδιαφορούν και διά τους Μογγόλους. Συγκεντρώνουν την προσοχήν των και τας βλέψεις των προς την παραλυμένην Βυζαντινήν Αυτοκρατορίαν και εις την αναδιοργάνωσιν του κράτους των.
Ο αδελφός του Οσμάν, ο Ορχάν Αλαντίν έχων το αξίωμα του Βεζύρη σχηματίζει μίαν σωματοφυλακήν από χριστιανούς αιχμαλώτους και άλλους σκλάβους αντιγράφων το σύστημα των Σουλτάνων της Αιγύπτου. Δημιουργεί δια πρώτην φοράν το Σώμα των Γενιτσάρων, το οποίον θα δημουργήση σπουδαίαν επίπτωσιν εις την ύπαρξιν της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο πραγματικός οργανωτής του σώματος των Γενιτσάρων είναι ο Μουράτ Α’ (1359-1389) ο κατακτητής της Βαλκανικής Χερσονήσου. Από το 1362 αρχίζει η συστηματική στρατολόγησις χριστιανοπαίδων εις τας ευρωπαϊκάς επαρχίας της Αυτοκρατορίας διά του περιφήμου νόμου «ντεβσορμέ», δηλαδή Παιδομάζωμα. Τα παιδιά αυτά εκπαιδεύονται και λαμβάνουν Μουσουλμανικήν Οθωμανικήν ανατροφήν. Διέρχονται από το προκαταρκτικόν στάδιον και εν συνεχεία εις την Αυτοκρατορικήν Φρουράν ως δόκιμοι ή εξέρχονται εις τον πόλεμον μετά του Σουλτάνου. Τον 15ον αιώνα είναι 2.000, επί Σουλεϊμάν Α’ φθάνουν τας 12.000 και κατά τον 17ον αιώνα ανέρχονται εις 100.000 οι Γενίτσαροι. Τα παιδιά εις την ανακτορικήν ακολουθίαν είναι επιλεγμένα διά τα διανοητικά και σωματικά των προσόντα. Από αυτό το σώμα αναδεικνύονται και στελέχη της ανωτέρας Διοικήσεως και στρατιωτικής Ιεραρχίας του Κράτους. Έχει πολλούς πολιτικούς και στρατιωτικούς η Οθωμανική Αυτοκρατορία μέχρι τα τέλη του 17ου και το DNA των πολιτικών συνεχίζεται.
Ο τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελαμπή εις το οδοιπορικόν γράφει:
Τον 17ον αιώνα οι Γενίτσαροι δεν είναι το άνθος του Οθωμανικού Στρατού. Εκβιάζουν αδιακόπτως τον Σουλτάνον. Προτιμούν να μένουν εις την πόλιν και όταν τους στέλλουν εις τον πόλεμον στασιάζουν.
Επί κεφαλής της πολιτικής και στρατιωτικής ιεραρχίας είναι ο Μέγας Βεζύρης ο οποίος πρέπει να έχη αξιόλογον πνευματικήν μόρφωσιν. Δευτέρας τάξεως είναι ο κλήρος. Ο Αρχιμουφτής είναι ο επίσημος ερμηνευτής του Κορανίου και Ιερού Νόμου. Οι Οσμανλήδες αρχίζοντας από τον Σουλτάνον κατά σύστημα, υπανδρεύονταν γυναίκας από άλλας φυλάς ή είχον επιγαμίαν μετά σκλάβων Γεωργιανών, Ελληνίδων, Σερβίδων, Ουγγαρέζων. Αυτό αλλοιώνει εις σημαντικόν βαθμόν την αρχικήν τουρκικήν φυλήν των Οσμανλήδων από τα Αλτάϊα.
Τούρκος χρονογράφος, ο Άσικ Πασσά Ζαδέ, επίσης, γράφει διά την Σουλτανικήν Δυναστείαν ως καταγομένην απ’ ευθείας από τους Κινέζους. Η τουρκική Εγκυκλοπαιδεία «Ζωή» αναφέρει ότι είναι Μογγολικής καταγωγής. Νεώτεροι ερευνηταί υποστηρίζουν, ότι γενέτειρα των τούρκων είναι το Ρωσσικόν Τουρκεστάν, βασιζόμενοι εις Κινεζικάς πηγάς. Το ίδιον υποστηρίζουν και αι τουρκικαί πηγαί, ότι αφετηρία των είναι η κεντρική Ασία. Ανθρωπολογικώς εξεταζόμενοι επιβεβαιούται η μογγολική των καταγωγή.
Οι Σελτζούκοι Τούρκοι και Οθωμανοί Τούρκοι προερχόμενοι από το εσωτερικόν της Ασιατικής Ηπείρου έχουν κιτρίνην όψιν, με εξεχούσας παρειάς και το ανάστημα των Μογγόλων. Συν τω χρόνω ο τύπος αυτός υποχωρεί κατόπιν διασταυρώσεως και συμμείξεως μετά Γεωργιανών Κιρκασίων οικογενειών και κατόπιν μετά των γηγενών Ελλήνων δι’ αναγκαστικού τούτων εξισλαμισμού. Εις την σύγχρονον Ιστορίαν της Τουρκίας λόγω πολιτικών συμφερόντων ο Κεμάλ Ατατούρκ δημιουργεί «Επιτροπήν ερεύνης της τουρκικής ιστορίας». Επιχειρεί να παρουσιάση διά παρανοϊκών εθνογραφικών θεωριών τους Τούρκους ως εγκατεστημένους εις την Μικράν Ασίαν προ των Ελλήνων. Ότι είναι συγγενείς των Σουμερίων, των Χετταίων και άλλων Μικρασιατικών λαών. Αι ανασκαφικαί έρευναι ουδεμίαν αποδεικνύουν προϊστορικήν ύπαρξιν των Τούρκων εις την Μικράν Ασίαν, αλλά και ουδεμίαν συγγένειαν να έχουν μετά των Σουμερίων και των Χετταίων.
Κατά την Τουρκικήν Ιστορίαν μεγάλη είναι η αφομιωτική δύναμις του Ισλαμισμού. Κατορθώνουν χρησιμοποιούντες την μουσουλμανικήν θρησκείαν και γλώσσαν να απορροφήσουν διαφορετικά φυλετικά στοιχεία, το οποίον συμβαίνει και επί των ημερών μας. Μιμούνται την μέθοδον εξαπλώσεως του Ελληνικού Πολιτισμού κατά τους Αλεξανδρινούς χρόνους. Ο Αμερικανός ιστορικός Herbert Gibbon εις την μελέτην αυτού διά το Οθωμανικόν Κράτος γράφει:
«Εις τα εκατόν χρόνια τα οποία χωρίζουν τον Μουράτ Α’ από τον Μωάμεθ Β’ οι Οσμανλήδες, ως Φυλή, είναι από τας περισσότερον ποικίλας και δυνατάς «ράτσας», τας οποίας εγνώρισεν ο κόσμος από τους χρόνους των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων. Τάταροι, Μογγόλοι, Κιρκάσιοι, Γεωργιανοί, Πέρσαι, Σύριοι, Άραβες, φυλαί αι οποίαι ανεμιγνύοντο μετά των Οσμανλήδων του καιρού του Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς. Τότε όλος ο κόσμος εστέναζεν».
Ο Άγγλος καθηγητής Γλάσδτων αναφέρει: «Από την πρώτην ημέραν κατά την οποίαν εισήλθον εις την Ευρώπην οι Τούρκοι, το πρώτον δείγμα της ανθρωπότητος το οποίον έδειξαν ήτο η μεγαλυτέρα έλλειψις ανθρωπισμού. Οπουδήποτε και αν μετέβησαν μία πλατεία κηλίς αίματος δεικνύει τα ίχνη της διελεύσεώς των και εις όλην την έκτασιν της κυριαρχίας των ο πολιτισμός εξηφανίζετο».
Ο Κλεμασνώ συμπληρώνει: «Εις όποιαν χώραν εγκαθιδρύθη τουρκική κυριαρχία εσημειώθη μείωσις της υλικής ευημερίας, υποβάθμισις και καταστροφή του πολιτισμού».
α) Το όνομα Οθωμανός δεν είναι ούτε θρησκευτικόν, μήτε εθνολογικόν, όπως πολλοί συγχέουν μετά του Μωαμεθανός. Είναι όνομα δυναστικόν το οποίον σημαίνει τον υπήκοον του Κράτους, το ιδρυθέν υπό του Οσμάν ή Οθμάν, εξ ου και Οθωμανοί. Οι Οθωμανοί λέγονται και Τούρκοι από τον πρώτον πυρήνα του κράτους των Ογιούζων, καθώς και ο Οσμάν, ήσαν Τούρκοι. Επομένως Οθωμανόν ή Τούρκον δεν ημπορούμεν να καλούμε πάντα Μωαμεθανόν. Π.χ. Μουσουλμάνοι της Θράκης εις το θρήσκευμα Μωαμεθανοί, όχι όμως όλοι Τούρκοι.
α) Αγριάνες (Πομάκοι).
β) Αθίγγανοι, και
γ) Τουρκογενείς και Τουρκοφανείς, εξισλαμισθέντες.
Οι Οσμανλήδες είναι «φύλον μεικτόν» από Ανατολοτούρκους και Τουρκομογγόλους της κεντρικής Ασίας, διαφορετικής καταγωγής και έχοντες ως σύνδεσμον την θρησκείαν και την γλώσσαν εδημούργησαν την Οθωμανικήν Αυτοκρατορίαν.
Τα τουρκικά φύλα τα οποία φθάνουν εις την Μικράν Ασίαν έχουν διάφορα ονόματα. Σελτζούκοι, Τουρκομάνοι, Οσμανλήδες, μικραί πολεμικαί ομάδες κουβαλούν μαζύ των τα κοπάδια και τας γυναίκας των. Ο Γερμανός καθηγητής R. Fitzner γράφει, ότι ο τουρκομογγολικός τύπος σπανίως απαντά σήμερον. Ο Lushon εις σπουδαιοτάτας εθνογραφικάς μελέτας εις την Μικράν Ασίαν γράφει: «Οι λεγόμενοι Τούρκοι είναι ελάχιστοι. Ο μεγαλύτερος όγκος χαρακτηριζόμενος ως Τουρκικός ή Οθωμανικός αποτελεί λαόν Ανατολικόν Μικρασιατικόν κατόπιν βιαίου εξισλαμισμού των γηγενών».
Το όνομα Τούρκος μέχρι τον παρελθόντα αιώνα απεστρέφοντο οι Οθωμανοί, ξεχωρίζοντες τους εαυτούς των από τους βαρβάρους τουρκικούς ή τουρκομανικούς λαούς. Σήμερον Τούρκους εννοούμεν από πολιτικής απόψεως τον λαόν ο οποίος συνεκεντρώθη εις την Μικράν Ασίαν και την χώραν των ονομάζομεν Τουρκίαν. Εις την Μικράν Ασίαν είναι ξένοι. Κρατούν τα όπλα και επιβάλλουν την κυριαρχίαν των. Την Πατρίδα των πρέπει να αναζητήσουν εις την μακρυνήν Ανατολήν, εις το Τουρκεστάν και πέραν αυτού. Η κατάστασις αυτή επικρατεί μέχρι της εποχής της Γαλλικής Επαναστάσεως 1798. Τότε προβάλλεται η αρχή των εθνοτήτων και μερικοί από τους λαούς εις τους οποίους εκυριάρχουν οι Οσμανλήδες Τούρκοι, αποκτούν εθνικήν συνείδησιν και διεκδικούν την εθνικήν των ανεξαρτησίαν, οι Έλληνες πρώτοι και άλλοι λαοί της Χερσονήσου του Αίμου. Μετά το 1826 ευρίσκονται εις μίαν μεταβατικήν περίοδον, όπου η Τουρκία δεν ανήκει, ολότελα, ούτε εις την Ανατολήν, μήτε εις την Δύσιν, νοιώθουν να τρέμει η γη κάτω από τα πόδια των. Διέρχονται μεγάλην κρίσιν εθνικής ταυτότητος καθ’ όλον το δεύτερον ήμισυ του 19ου αιώνος και τας αρχάς του 20ου αιώνος.
Το 1940 ο Ραγκήπ Βέης εγγονός του διασήμου Βεζύρη Αλή Πασσά δημοσιεύει εις την Εφημερίδα «Revvue de Paris» μακροσκελέστατον υπόμνημα με τον τίτλον «Πολιτική Διαθήκη …», «… συρραξεις επήλθον μεταξύ Μουσουλμάνων και Χριστιανών οι οποίες κατεστάλησαν, αλλά είναι προσωρινό μέτρο, διότι δεν εκλείπει ο μεταξύ κατακτητών και κατακτηθέντων προαιώνιος ανταγωνισμός … δεν θα παύσουν οι διαφορές και διαστάσεις. Η ποικιλία των συμφερόντων των διαφόρων φυλών θα προκαλέση αργά ή γρήγορα τον διαμελισμόν … Η Μουσουλμανική μερίδα του Οθωμανικού λαού απορροφάται στις υπηρεσίες της κυβερνήσεως ενώ οι άλλοι πληθυσμοί επιδίδονται σε διάφορα επαγγέλματα και συγκεντρώνουν πλούτο. Αυτό συντελεί στο να υπερέχουν αυτοί ολεθρίως των Μουσουλμάνων … ο Μουσουλμανικός πληθυσμός ελαττούται καταπληκτικώς …, αν γίνη απογραφή πληθυσμού θα παρατηρηθή ελάττωσις των Μουσουλμάνων και εκπληκτική αύξησις των Χριστιανών εντός δεκαετίας. Η Ιστορία πολλά παραδείγματα αναφέρει, κατακτηταί απερροφήθησαν από τους κατακτηθέντας … Πρέπει οι Μουσουλμάνοι μιμούμενοι τους Χριστιανούς να επιδωθούν εις την γεωργίαν, το εμπόριον, την βιομηχανίαν, τις τέχνες. Μόνον η εργασία είναι διαρκές κεφάλαιον. Κάθε νέα επανάστασις επιβεβαιώνει αυτό, οι ομόθρησκοι αποβλέποντες δίκαια θα μιμηθούν τους Χριστιανούς».
Μετά την ήτταν της Τουρκίας κατά τον Β’ Παγκόσμιον Πόλεμον με την απώλειαν του Ιράκ, της Παλαιστίνης και της Συρίας διατηρούνται ανέπαφα τα Μικρασιατικά εδάφη μαζύ και την Ανατολική Θράκη. Την περίοδο αυτή υπάρχουν τρεις διαφορετικές Ενώσεις: Των Οσμανλήδων, των Πανισλαμιστών και των Παντουρκιστών, εκφράζουν την ιδεολογικήν των διάστασιν, και δεν έχουν ξεκαθαρίσει τι θέλουν. Η δυνατωτέρα Ένωσις είναι ο Παντουρκισμός. Το επίσημον κράτος στηρίζει τον Πανισλαμισμόν, ο οποίος είναι καθαρά θρησκευτική διάκρισις. Ο Μιδάντ Πασσάς εισηγείται να μετατραπή η Οθωμανική αυτοκρατορία εις Ομοσπονδία Εθνικών Κοινοτήτων και όλοι να προβάλλουν ως αρχήν τον Παντουρκισμόν.
Οι εθνικές διεκδικήσεις και η προετοιμαζομένη εξέγερσι των λαών της Βαλκανικής, οδηγεί τους εκπροσώπους του Κόμματος «Ένωσις και Πρόοδος» του Ενβέρ Ταλαάτ εις την απόφασιν του Συνεδρίου της Θεσσαλονίκης τω 1911 με τους Νεοτούρκους. Οι Νεότουρκοι αποφασίζουν να δημιουργήσουν πατρίδα διά τις τουρκικές ορδές και τους περιφερομένους κατακτητάς ομοθρήσκους και πρώτον να εκκαθαρίσουν τον χώρον της Μικράς Ασίας. Εφαρμόζουν τον βίαιον εξισλαμισμόν των υποδούλων πληθυσμών με φοβερά αντίποινα εις τους αντιδρώντας.
Οργανώνουν την «Γενοκτονίαν» 1,5 εκατομμυρίου των Αρμενίων, την σφαγήν και τον ξερριζωμόν δύο εκατομμυρίων Ελλήνων από την Μικρασιατικήν γην. Αυτοί οι λαοί είχον εθνικήν συνείδησιν και δεν ήτο δυνατόν να εξισλαμισθούν, και όσοι βιαίως εξισλαμίσθησαν παραμένουν ακόμη κρυπτοχριστιανοί και ο πληθυσμιακός των αριθμός είναι σημαντικός.
Ο Τζώρτζ Χόρτων, Γενικός Πρόξενος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής εις την Εγγύς Ανατολήν ζη εκ του σύνεγγυς τα γεγονότα και τα περιγράφει εις το βιβλίον του «η Μάστιγα της Ασίας». «Οι Νεότουρκοι καταρτίζουν με κάθε λεπτομέρεια το σχέδιον εξοντώνσεως των υποδούλων λαών. Ανοίγουν ένα δρόμο γεμάτο αίμα, δάκρυα και κραυγές απελπισίας. Ο διωγμός των Ελλήνων και Αρμενίων αρχίζει αμέσως με ιδιαίτερον ζήλον. Οι κηφήνες βάλθηκαν να εξοντώσουν τις εργάτιδες μέλισσες σκοτώνοντάς τες».
Οι Σουλτάνοι διατηρούν το θεοκρατικόν απολυταρχικόν καθεστώς, έχουν την ιδιότητα του πολιτικού Ηγεμόνος (Πάντι Σάχ) και του θρησκευτικού αρχηγού (Χαλίφου). Τω 1922 ο Κεμάλ Μουσταφά Πασσάς ή όπως τον αποκαλούν Κεμάλ Αττατούρκ (πατέρα της Τουρκίας) εκθρονίζει τον Σουλτάνον και ανακηρύσσει την Τουρκικήν Δημοκρατίαν, της οποίας γίνεται πρώτος Πρόεδρος. Επιφέρει μεγάλες κοινωνικές αλλαγές, και υποχρεώνει την ευρωπαϊκήν περιβολήν εις όλους τους κύκλους. Καταργεί τα ιεροδιδασκαλία, την καλύπτρα των γυναικών, το «φέσι» των ανδρών, καταργεί τα πολυάριθμα Μοναχικά Τάγματα, και απαγορεύει την πολυγαμίαν. Εισάγει τον Ελβετικόν Αστικόν Κώδικα εις την θέσιν του Σεριέτ, του ιερού νόμου του Ισλάμ. Αντικαθιστά το Αραβικόν Αλφάβητον διά του Λατινικού. Συνάπτει Σύμφωνον Ελληνοτουργικής Φιλίας μετά του Ελευθερίου Βενιζέλου, ότι η συνεργασία μεταξύ των λαών είναι προϋπόθεσις ειρηνικής διαβιώσεως και προόδου, αφού προηγουμένως εξόντωσεν τον Μικρασιατικόν Πληθυσμόν, και το 1934 υπογράφει το Βαλκανικόν Σύμφωνον. Από το 1920 η Τουρκία πορεύεται προς τον Ευρωπαϊσμόν, αλλά Ευρωπαϊκή χώρα δεν γίνεται, ούτε και θα γίνη ποτέ.


http://mrellos.blogspot.gr/2008/10/blog-post_08.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου