Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΤΡΙΣΜΕΓΙΣΤΟΥ ΕΡΜΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ (ΠΑΛΙΓΓΕΝΕΣΙΑ)



ΕΡΜΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΙΓ΄

Ερμή του Τρισμέγιστου λόγος προς το γιο του Τατ. Λόγος απόκρυφος στο όρος  για την παλιγγενεσία και την επαγγελία  της σιωπής.

"Στα Γενικά σου, πατέρα, μίλησες αινιγματικά και όχι ολοκάθαρα, πραγματευόμενος τη φύση του θεού. Δε μου αποκάλυψες τίποτα, με τον ισχυρισμό ότι κανείς δεν μπορεί να σωθεί πριν από την παλιγγενεσία. Σε ικέτεψα, τότε που κατέβηκες από το όρος, και μετά από τη συζήτησή μας, ενώ σε ρώτησα για να μάθω το δόγμα για την παλιγγενεσία –είναι το μόνο σημείο της διδασκαλίας σου που αγνοώ- μου είπες ότι θα μου το μεταδώσεις, όταν θα μπορέσω να αποξενωθώ από τον κόσμο. Είμαι έτοιμος, λοιπόν, αφού οχύρωσα το φρόνημά εντός μου απέναντι στην απάτη του κόσμου.Εσύ συμπλήρωσε τα κενά της γνώσης μου με όσα είπες ότι θα μου μεταδώσεις σχετικά με τον τρόπο της παλιγγενεσίας, εκθέτοντας το θέμα με τη φωνή σου ή με τρόπο απόκρυφο.  Αγνοώ, Τρισμέγιστε, από τι είδους μήτρα  γεννήθηκε ο Άνθρωπος και από ποια σπορά».
«Παιδί μου, (μήτρα) είναι η νοερή Σοφία μέσα στη Σιγή  και σπορά το αληθινό Αγαθό».
«Και ποιος είναι ο σπορέας, πατέρα; Γιατί αγνοώ το ζήτημα στο σύνολό του».
«(Σπορέας) είναι το Θέλημα του θεού, παιδί μου».
«Τι είδους είναι αυτός που γεννιέται, πατέρα; Γιατί δεν μπορεί να έχει καμιά συμμετοχή στην εντός μου ουσία».
«Αυτός που γεννιέται θα είναι διαφορετικός, παιδί του θεού, θεός, το παν μέσα στα πάντα, αποτελούμενος απ’ όλες τις Δυνάμεις». 
«Αίνιγμα μου λες, πατέρα, και δε μιλάς όπως πατέρας στο γιο του». 
«Αυτό το είδος (γνώσης) δε διδάσκεται, παιδί μου, αλλά όταν το θελήσει, από τον ίδιο το θεό δίνεται η ανάμνηση». 
         «Πατέρα, μου λες πράγματα αδύνατα και βεβιασμένα. Γι’ αυτό και απέναντι σ’ αυτά θέλω να δώσω μια ορθή απάντηση: “Γεννήθηκα παιδί ξένο προς το γένος του πατέρα μου”. Μην είσαι εχθρικός με μένα, πατέρα.  Είμαι γνήσιος γιος σου. Όρισέ μου με σαφήνεια τον τρόπο της παλιγγενεσίας».
         «Τι να πω παιδί μου; Δεν έχω τι άλλο να πω, εκτός από αυτό: βλέποντας εντός μου ένα όραμα άυλο, γεννημένο από το έλεος του θεού, βγήκα από τον εαυτό μου και εισήλθα σε αθάνατο σώμα και δεν είμαι τώρα αυτός που ήμουν πριν, αλλά γεννήθηκα μέσα στο Νου. Η πραγματικότητα αυτή δεν διδάσκεται, ούτε μπορεί να ιδωθεί από αυτό το υλικό στοιχείο, με το οποίο βλέπει κανείς. Γι’ αυτό και έχω εγκαταλείψει αυτή την πρώτη μορφή μου, την σύνθετη. Δεν έχω πια χρώμα, ούτε αφή και μέγεθος, όλα αυτά μου είναι ξένα. Τώρα, παιδί μου, με βλέπεις με τα μάτια σου, δεν κατανοείς όμως αυτό που είμαι, βλέποντάς με με τη σωματική σου όραση. Δεν μπορώ να ιδωθώ από αυτά τα μάτια τώρα, παιδί μου».
             «Πατέρα, με έσεισες μέσα μου και μ’ έριξες σε μεγάλο πάθος και οίστρο του νου. Γιατί τώρα δεν βλέπω τον εαυτό μου».
«Μακάρι, παιδί  μου, κι εσύ να έβγαινες από τον εαυτό σου χωρίς να κοιμάσαι, όπως συμβαίνει στον ύπνο σ’ αυτούς που ονειρεύονται».
«Πες μου κι αυτό. Ποιος είναι ο γενεσιουργός της παλιγγενεσίας;».
«Ο γιος του θεού, ένας Άνθρωπος, με του θεού το θέλημα».
«Από δω και πέρα, πατέρα, με οδηγείς σε αποσβόλωση. Έχω χάσει τα μέχρι τώρα λογικά μου –γιατί, πατέρα, βλέπω το παράστημά σου να είναι το ίδιο, μαζί με τα χαρακτηριστικά σου». 
«Και σ’ αυτό πλανιέσαι. Γιατί η θνητή μορφή αλλάζει καθημερινά, αφού με το χρόνο είτε αυξάνει, είτε μειώνεται, σαν ψεύδος».
«Τι είναι, λοιπόν, αληθινό, Τρισμέγιστε;».
«Αυτό που δεν είναι θολό,  παιδί μου, που δεν έχει όρια, χρώμα, σχήμα, το αναλλοίωτο, το γυμνό, το λαμπερό, που γίνεται καταληπτό από τον εαυτό του, το αναλλοίωτο αγαθό, το ασώματο».
«Στ’ αλήθεια έχω τρελαθεί, πατέρα. Γιατί ενώ νόμιζα ότι με είχες κάνει σοφό, οι αντιληπτικές ικανότητες της νόησής μου έχουν φράξει».
             «Έτσι είναι, παιδί μου. Αυτό που ανεβαίνει ψηλά, όπως η φωτιά, και αυτό που βυθίζεται προς τα κάτω, όπως η γη, αυτό που είναι υγρό, όπως το νερό, κι αυτό που πνέει σ’ όλο το σύμπαν,  όπως ο αέρας, συλλαμβάνεται με τις αισθήσεις. Ό,τι όμως είναι ξέχωρο απ’ αυτές πώς να το κατανοήσεις με τις αισθήσεις σου, δηλαδή ό,τι δεν είναι σκληρό, δεν είναι υγρό, δεν σφίγγεται, δεν διολισθαίνει, αυτό που νοείται μόνο από τη δύναμη και την ενέργειά του και απαιτεί κάποιον που να μπορεί να κατανοήσει την εν θεώ γέννηση;».
«Είμαι, λοιπόν, ανίκανος, πατέρα;».
«Παιδί μου, μακάρι αυτό να μην συμβεί. Συγκεντρώσου στον εαυτό σου και θα έρθει. Θέλησέ το και γίνεται. Κατάργησε τις αισθήσεις του σώματος και θα συμβεί η γέννηση της θεότητας.  Καθάρισε τον εαυτό σου από τις παράλογες τιμωρίες της ύλης». 
«Δηλαδή, πατέρα, έχω τιμωρούς μέσα μου;».
«Όχι λίγους, παιδί μου, αλλά και φοβερούς και πολλούς».
«Το αγνοώ, πατέρα».
        «Μία τιμωρία,  παιδί μου, είναι η άγνοια, δεύτερη η λύπη, τρίτη η ασωτία, τέταρτη η επιθυμία, πέμπτη η αδικία, έκτη η πλεονεξία, έβδομη η απάτη, όγδοη ο φθόνος, ένατη ο δόλος, δέκατη η οργή, ενδέκατη η προπέτεια, δωδέκατη η κακία. Είναι δώδεκα αυτές στον αριθμό. Κάτω απ’ αυτές, παιδί μου, κι άλλες, ακόμη περισσότερες, αναγκάζουν των εσωτερικό άνθρωπο  να υποφέρει με τις αισθήσεις του, εξαιτίας του δεσμωτηρίου του σώματος. Αυτές απομακρύνονται, όχι αθρόα, από τον άνθρωπο που τον ελέησε ο θεός και σ’ αυτό συνίσταται ο τρόπος και ο λόγος της παλιγγενεσίας.
         Στο εξής σίγησε, παιδί μου, και σιώπα ευλαβικά. Μ’ αυτό τον τρόπο ο θεός δε θα παύσει το έλεός του για μας. Χαίρε, λοιπόν, παιδί μου. Γιατί οι δυνάμεις του θεού σε καθαρίζουν πέρα ως πέρα, για τη συνάρθρωση του Λόγου.  Μας ήρθε του θεού η γνώση. Με τον ερχομό της, παιδί μου, έδιωξε την άγνοια. Γνώση χαράς ήρθε μέσα μας. Με τον ερχομό της, παιδί μου, η λύπη φεύγει και πάει σε όσους έχουν χώρο γι’ αυτήν.
               Η δύναμη που καλώ μετά τη χαρά είναι η εγκράτεια. Γλυκύτατη δύναμη! Ας την υποδεχθούμε, παιδί μου, με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση. Πώς αποδιώχνει με την εμφάνισή της την ασωτία! Τέταρτη καλώ τώρα την καρτερία, τη δύναμη που στέκει ενάντια στην επιθυμία. Το σκαλί αυτό, παιδί μου, είναι η βάση της δικαιοσύνης. Δες πώς έδιωξε την αδικία χωρίς δίκη. Γίναμε δίκαιοι, παιδί μου, τώρα που απουσιάζει η αδικία. Έκτη δύναμη καλώ τη γενναιοδωρία που στέκει ενάντια στην πλεονεξία. Τώρα που έφυγε η πλεονεξία καλώ ακόμη την αλήθεια. Φεύγει η απάτη, έρχεται η αλήθεια. Δες, παιδί μου, πώς ολοκληρώνεται το αγαθό με τον ερχομό της αλήθειας.  Γιατί ο φθόνος απομακρύνθηκε από μας. Μαζί με την αλήθεια έπεται και το αγαθό με τη συνοδεία της ζωής και του φωτός. Τώρα πια δεν έρχεται εναντίον μας καμιά τιμωρία του σκότους: όλες τους νικημένες πέταξαν μακριά με θόρυβο.
        Έμαθες, παιδί μου, τον τρόπο της παλιγγενεσίας. Όταν έρχεται η δεκάδα, παιδί μου, συμβαίνει γέννηση νοερή, και διώχνει τη δωδεκάδα.  Θεωθήκαμε με τη γέννηση. Όποιος λοιπόν έτυχε την κατά θεό γέννηση, με το έλεός του, έχοντας εγκαταλείψει τη σωματική αίσθηση, κατανοεί ότι ο εαυτός του συνίσταται απ’ αυτές τις δυνάμεις  και ευφραίνεται». 
          «Ακλόνητος έγινα χάρη στο θεό, πατέρα.  Βλέπω όχι με την όραση των οφθαλμών, αλλά με τη νοητική ενέργεια των Δυνάμεων. Είμαι στον ουρανό, στη γη, στο νερό, τον αέρα. Είμαι ανάμεσα στα ζώα, στα φυτά, μέσα στην κοιλιά μου, μπροστά από την κοιλιά μου, πέρα από την κοιλιά μου, παντού.  Αλλά πες μου κι αυτό, πώς οι τιμωρίες του σκότους, δώδεκα στον αριθμό, απωθούνται από δέκα δυνάμεις. Με ποιο τρόπο, Τρισμέγιστε;».
               «Αυτό το σκήνωμα,  παιδί μου, από το οποίο εξήλθαμε, δημιουργήθηκε από το ζωδιακό κύκλο. Αυτός έχει συντεθεί από δώδεκα στον αριθμό όντα, μία φύση, που <γεννά> κάθε είδους μορφές για να πλανέψει τον άνθρωπο. Ανάμεσα στις τιμωρίες, παιδί μου, υπάρχουν ζεύγη που είναι ενωμένα στη δράση τους: είναι αχώριστη <η πλεονεξία από την αδικία και> η προπέτεια από την οργή. Συνεπώς είναι αδύνατο να τις ξεχωρίσεις. Είναι επόμενο, λοιπόν, και σύμφωνο με τον ορθό λόγο ότι απομακρύνονται διωγμένες από τις δέκα δυνάμεις, τουτέστιν από τη Δεκάδα. Γιατί η Δεκάδα, παιδί μου, είναι ψυχογόνος.  Ζωή και Φως είναι ενωμένα, απ’ αυτά γεννιέται η Μονάδα, ο αριθμός του Πνεύματος.  Η Μονάδα, λοιπόν, εύλογα περιέχει τη Δεκάδα και η Δεκάδα τη Μονάδα». 
            «Πατέρα, βλέπω το Παν και τον εαυτό μου μέσα στο Νου».
«Αυτή είναι η παλιγγενεσία, παιδί μου, το να μην εμφανίζεσαι πια με το τρισδιάστατο σώμα σου... χάρη στο λόγο αυτό για την παλιγγενεσία, τον οποίο δεν εξέθεσα έγγραφα,  για να μην διαλαλήσουμε το Παν στους πολλούς, αλλά σε όσους ο ίδιος ο Θεός θέλει».  
            «Πες μου, πατέρα, αυτό το (νέο) σώμα που δημιουργήθηκε από τις Δυνάμεις, θα διαλυθεί κάποτε;».
«Μίλα σωστά και μη λες πράγματα αδύνατα! Θα αμαρτήσεις και ο οφθαλμός του νου σου θα σβήσει. Το αισθητό σώμα της φύσης πολύ απέχει από την πραγματική γέννηση.  Το πρώτο είναι διαλυτό, ενώ η δεύτερη αδιάλυτη, το ένα είναι θνητό, η άλλη αθάνατη. Δεν καταλαβαίνεις ότι είσαι από τη φύση σου θεός και παιδί του Ενός, όπως κι εγώ;».
           «Πατέρα, θα ήθελα να μάθω την ευλογία με τη μορφή ύμνου, που είπες ότι θα ακούσω από τις Δυνάμεις, όταν θα είμαι στην Ογδοάδα, όπως προείπε για την Ογδοάδα ο Ποιμάνδρης». 
«Παιδί μου, καλώς σπεύδεις να διαλύσεις το σκήνωμά σου:  είσαι πια καθαρμένος. Ο Ποιμάνδρης, ο Νους της αυθεντίας, δε μου δίδαξε κάτι περισσότερο από όσα έχουν γραφεί, γνωρίζοντας ότι θα μπορέσω να τα κατανοήσω όλα από μόνος μου και να ακούσω όσα επιθυμώ, να δω τα πάντα, και μου ανέθεσε να κάνω το καλό. Γι’ αυτό και σε κάθε περίπτωση άδουν οι Δυνάμεις που βρίσκονται μέσα μου».
«Θέλω, πατέρα, να ακούσω και επιθυμώ αυτά να τα κατανοήσω».
        «Ησύχασε, παιδί μου, και άκου τώρα την αρμόζουσα ευλογία, τον ύμνο της παλιγγενεσίας, τον οποίο δε θα είχα αποφασίσει να αποκαλύψω έτσι εύκολα στο τέλος του όλου λόγου μου, αν δεν ήταν για σένα. Λοιπόν, αυτός ο ύμνος δε διδάσκεται, αλλά κρύβεται στη σιωπή. Έτσι, λοιπόν, παιδί μου, στάσου σε υπαίθριο χώρο, κοιτάζοντας προς το νότιο άνεμο, κατά το ηλιοβασίλεμα, και προσκύνα. Το ίδιο να κάνεις κι όταν ο ήλιος ανατέλλει, γυρνώντας προς τον ανατολικό άνεμο.  Ησύχασε, παιδί μου».

ΥΜΝΩΔΙΑ ΚΡΥΦΗ-ΛΟΓΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ 
«Όλα τα πλάσματα του κόσμου ας υποδεχτούν το άκουσμα του ύμνου.  Άνοιξε γη· ας ανοίξουν για χάρη μου όλα της βροχής τα κλείστρα· δέντρα μη σείεστε. Πρόκειται να ψάλω τον κύριο της κτίσης, το Παν και το Εν. Ανοίξτε ουρανοί, άνεμοι σταθείτε. Αθάνατε κύκλε του Θεού, δέξου τα λόγια μου. Γιατί πρόκειται να υμνήσω τον κτίστη των πάντων, αυτόν που στερέωσε τη γη και κρέμασε τον ουρανό, αυτόν που γλυκό νερό από τον ωκεανό ρύθμισε να υπάρχει στην κατοικημένη και την ακατοίκητη γη για τη διατροφή και τη δημιουργία όλων των ανθρώπων, αυτόν που ρύθμισε να φανερωθεί η φωτιά για κάθε χρήση των θεών και των ανθρώπων. Όλοι μαζί ας τον εγκωμιάσουμε, αυτόν που υψώνεται πάνω από όλους τους ουρανούς, τον κτίστη όλης της φύσης. Αυτός είναι ο οφθαλμός του νου  κι αυτός ας δεχτεί το εγκώμιο των δυνάμεών μου.
                    Δυνάμεις που εντός μου είστε, υμνείτε το Εν και το Παν. Όλες οι δυνάμεις που είστε μέσα μου ψάλτε σύμφωνα με το θέλημά μου. Άγια Γνώση, από σε φωτισμένος και χάρη σε σένα υμνώ το νοητό φως και χαίρομαι με του νου τη χαρά.  Όλες οι δυνάμεις υμνείτε μαζί μου. Κι εσύ, εγκράτεια, ψάλλε για χάρη μου. Δικαιοσύνη μου, μέσα από μένα ψάλλε το δίκαιο. Αλήθεια, ψάλλε την αλήθεια, Αγαθό, ψάλλε το αγαθό. Ζωή και Φως, από σας ξεκινά και σε σας καταλήγει το εγκώμιο. Σ’ ευχαριστώ, Πατέρα, ενέργεια των δυνάμεων. Σ’ ευχαριστώ, Θεέ, δύναμη των ενεργειών μου. Ο Λόγος σου μέσα από μένα υμνεί εσένα. Μέσα από μένα δέξου πίσω το Παν με το μέσο του Λόγου, σαν θυσία με λόγια. 
              Αυτά βοούν οι δυνάμεις που βρίσκονται μέσα μου. Υμνούν το Παν, τελούν το θέλημά Σου. Η βουλή σου από σένα εξέρχεται και επιστρέφει σε σένα, το Παν. Δέξου απ’ όλα τα όντα θυσία με λόγια. Το Παν που εντός μας είσαι, Ζωή σώζε, Φως φώτιζε, Πνεύμα, Θεέ. Τον Λόγο σου τον ποιμαίνει ο Νους,  πνευματοφόρε, δημιουργέ.  
              Συ είσαι ο Θεός. Ο άνθρωπός σου  αυτά βοά μέσα από τη φωτιά, τον αέρα, τη γη, τα νερά, το πνεύμα, τα κτίσματά σου. Από σένα βρήκα την ευλογία του Αιώνα  και αυτό που ζητώ, την ανάπαυση  στη βούλησή σου. Με το θέλημά σου εννόησα το εγκώμιο αυτό να εκφωνείται».
«Πατέρα, τούτον τον ύμνο τον εναπέθεσα και στον κόσμο μου».
«Στο νοητό κόσμο» να λες, παιδί μου».
«Στο νοητό, πατέρα. Έχω δύναμη. Από τον ύμνο και το εγκώμιό σου φωτίστηκε ο νους μου. Πλέον θέλω κι εγώ να αναπέμψω απ’ τη δική μου καρδιά εγκώμιο στο θεό». 
«Όχι με άσκοπο τρόπο, παιδί μου».
«Όσα βλέπω στο νου μου, πατέρα, λέω. Σε σένα, γενάρχη της γενεσιουργίας, εγώ ο Τατ, θεέ, αναπέμπω θυσία με λόγια. Εσύ θεέ, Πατέρα, Κύριε, Νου δέξου τις θυσίες με λόγια που θέλεις από μένα. Γιατί με τη δική σου βούληση τελούνται τα πάντα». 
«Εσύ, παιδί μου, ανάπεμψε θυσία αποδεκτή στον Πατέρα των πάντων, αλλά πρόσθεσε, παιδί μου, τη φράση «δια του Λόγου». 
«Σ’ ευχαριστώ, πατέρα, για τις συμβουλές που μου έδωσες στην προσευχή μου».
           «Χαίρομαι, παιδί μου, που καρποφόρησες από την αλήθεια αγαθά, αθάνατα γεννήματα. Τώρα που έμαθες αυτά από μένα, υποσχέσου να σιωπήσεις γι’ αυτή την πνευματική τελειότητα,  να μην αποκαλύψεις σε κανέναν, παιδί μου, τη διδασκαλία της παλιγγενεσίας, για να μην θεωρηθούμε ότι την καταλαλούμε.  Δώσαμε επαρκή φροντίδα ο καθένας μας, εγώ μιλώντας κι εσύ ακούοντας. Νοερά γνώρισες τον εαυτό σου και τον Πατέρα μας».


http://heterophoton.blogspot.gr/2014/07/blog-post_16.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου