Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΕΝΩΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ 1830-1955

Γράφει ο Πέτρος Παπαπολυβίου 
Αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου.
Στη νεοελληνική πολιτική ιστορία η λέξη «ένωσις» ως αίτημα, πρωτοχρησιμοποιήθηκε στα Επτάνησα. Ακολούθησε η Κρήτη, η Κύπρος, η Σάμος, τα Δωδεκάνησα, κ.ά. Η ένωση, αντί της απελευθέρωσης, αφορά την αξίωση προσάρτησης στην ελληνική επικράτεια νησιών ή «αυτόνομων» περιοχών, όπως η Βόρειος Ηπειρος, στη δεκαετία του 1910. Μετά την ενσωμάτωση των Δωδεκανήσων στην Ελλάδα, το 1948, η λέξη «ένωση» ως πολιτικό αίτημα συναντιέται μόνο στην Κύπρο, τη μόνη ελληνική εθνική διεκδίκηση ύστερα από το 1950. Ο λοχαγός Charles Orr, αρχιγραμματέας της αποικιακής κυβέρνησης, έγραψε στο βιβλίο του για την Κύπρο (1918): «Υπάρχει μια ελληνική λέξη που εμφανίζεται ευρύτατα και χρησιμοποιείται με ιδιαίτερη έμφαση σε πολλά από τα κύρια άρθρα που δημοσιεύονται στις ελληνικές εφημερίδες που εκδίδονται στην Κύπρο. Σπανίως παραλείπεται από τις πολιτικές αγορεύσεις τις οποίες οι Ελληνες Κύπριοι αρέσκονται να εκφωνούν σε κάθε ευκαιρία: Ακούγεται στις ελληνικές ορθόδοξες εκκλησίες, στους λόγους που εκφωνούνται σε κάθε εθνική γιορτή. (…) Ακόμη συναντιέται σε κάθε ένα από τα πολλά υπομνήματα που υποβάλλονται από καιρού εις καιρόν από τους ηγέτες της ελληνικής κοινότητας στην Κύπρο, είτε στην τοπική είτε στην αυτοκρατορική κυβέρνηση. Η λέξη αυτή είναι η “ΕΝΩΣΙΣ”».
Δύσκολη η ύστερη οθωμανική περίοδος
Η Κύπρος κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς το 1570-1571. Αν και οι μικρασιατικές ακτές αποτελούσαν την κυπριακή «ενδοχώρα», η μεγάλη απόσταση από την Κωνσταντινούπολη επέτεινε την κακοδιοίκηση, την κρατική εγκατάλειψη και αδιαφορία. Η Κύπρος δεν επαναστάτησε το 1821, πλήρωσε όμως βαρύ φόρο αίματος με τις σφαγές της 9ης Ιουλίου 1821, που άφησαν βαριά κληρονομιά: Ο απαγχονισμός του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού και η καρατόμηση των τριών μητροπολιτών, οι νέοι εξισλαμισμοί, οι δηώσεις περιουσιών, ο αναγκαστικός εκπατρισμός εκατοντάδων Κυπρίων, ήταν γεγονότα που σημάδεψαν την κυπριακή ιστορία. Μαζικές φυγές Ελλήνων Κυπρίων επαναλήφθηκαν, τόσο στη δεκαετία του 1820, όσο και μετά τις στάσεις του 1833, αλλά και το 1853-1854, εξαιτίας του Κριμαϊκού Πολέμου, χωρίς να υπολογίζεται το συνεχές μεταναστευτικό ρεύμα προς την Ελλάδα, τη Μικρασία και την Αίγυπτο για λόγους αποκλειστικά οικονομικούς και εξαιτίας της βαριάς φορολογίας. Οι μεταρρυθμίσεις του 1859 αποτέλεσαν μια ανάσα ελπίδας, όμως η δυστυχία ήταν συνώνυμη της Κύπρου και στη δεκαετία του 1870, το νησί δοκιμάστηκε επώδυνα από μακρά ανομβρία και λιμό.
Παρά την ύπαρξη στην Κύπρο της ισχυρής αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας, η κυπριακή πνευματική και οικονομική υπανάπτυξη και υστέρηση διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια της ύστερης Τουρκοκρατίας: Στην εκπαίδευση, τόσο στο Κεντρικό Σχολείο της Αίγινας κατά το 1830-1834, όσο και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, κατά το 1837-1894, η εκπροσώπηση των Κυπρίων σπουδαστών ήταν ελάχιστη. Το πρώτο τυπογραφείο εγκαταστάθηκε στην Κύπρο μόλις το καλοκαίρι του 1878, επί Βρετανών, ενώ το πρώτο πλήρες σχολείο Μέσης Παιδείας, το Γυμνάσιο Λευκωσίας («Παγκύπριον») λειτούργησε το 1893.
Ας σημειωθεί ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε συμπεριλάβει και την Κύπρο, το 1827-1828, στα γεωγραφικά όρια που αξίωνε η «νέα Ελλάς». Ομως, ήταν αδύνατο να υποστηρίξει την έκκληση που υπέγραψαν, τον Αύγουστο του 1828, ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Πανάρετος και άλλοι πρόκριτοι, με την οποία, διεκτραγωδώντας την κατάσταση στο νησί, ζητούσαν με δραματικό ύφος τη συνδρομή του.
Οι Αγγλοι εγκαθίστανται στη Μεγαλόνησο
Η αιφνίδια έλευση στην Κύπρο των Βρετανών, το 1878, 14 έτη ύστερα από το «επτανησιακό προηγούμενο» του 1864, θεωρήθηκε από την αλυτρωτική ρητορική ως το προοίμιο της «απόδοσης» του νησιού στην Ελλάδα. Τα πληθυσμιακά δεδομένα ήταν, εξάλλου, ξεκάθαρα αν και ισχνά για μια «μεγαλόνησο»: Από τους 186.173 κατοίκους της πρώτης βρετανικής απογραφής του 1881, το 24,4% ήταν Μουσουλμάνοι/
Τούρκοι, 73,9% Ελληνες Ορθόδοξοι και οι υπόλοιποι (1,6%) άλλου θρησκεύματος, ενώ τις επόμενες δεκαετίες τα αντίστοιχα ποσοστά σταθεροποιήθηκαν στο 18% – 80%.

Η παροχή φιλελεύθερου Συντάγματος και αιρετού Νομοθετικού Συμβουλίου, η ελευθεροτυπία, η εγκαθίδρυση αισθήματος ασφάλειας και η απονομή δικαιοσύνης χαρακτήριζαν τη νέα εποχή. Σταδιακά, η ψευδαίσθηση της «προσεχούς ενώσεως» κυριάρχησε, ακόμη και στους Τούρκους του νησιού, παρά τα προσκόμματα που επικαλούνταν οι Βρετανοί, αφού η «ψιλή κυριότητα» της Κύπρου μέχρι το 1914 ανήκε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική κυπριακή ηγεσία ήταν αδύνατο να αντιληφθεί τη σταδιακή σύνδεση του Κυπριακού με τις ισορροπίες στην Ανατολική Μεσόγειο και τα ευμετάβλητα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων.
Από τις παραδοσιακές «σταθερές» του ενωτικού κινήματος ήταν η εθελοντική προσφορά «αίματος και χρήματος» στις ελληνικές πολεμικές περιπέτειες, με κύριους σταθμούς τη συμμετοχή χιλίων Κυπρίων εθελοντών στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, άλλων 1.500 – 1.800 στους Βαλκανικούς Πολέμους, και τον θάνατο στο Μπιζάνι, τον Δεκέμβριο του 1912, του κορυφαίου πολιτευτή της εποχής, δημάρχου Λεμεσού, Χριστόδουλου Σώζου. Παρότι οργανωμένο κυπριακό «λόμπι», κατά τα πρότυπα των κρητικών, ηπειρωτικών ή μακεδονικών συλλόγων εμφανίστηκε στην Αθήνα μετά τη δεκαετία του 1940, ώθηση στον αγώνα για την ένωση έδιναν οι δεσμοί με το νησί του Κωστή Παλαμά, του Νικόλαου Πολίτη, του Σπυρίδωνος Λάμπρου, του Γιάννη Ψυχάρη. Ανάλογες βάσεις δημιούργησε η ακτινοβολία των κυπριακών εκπαιδευτηρίων, όπου δίδαξαν οι Κωνσταντίνος Αμαντος, Γεώργιος Αναγνωστόπουλος, Μιχαήλ Βολονάκης, Στίλπων Κυριακίδης, Ιωάννης Συκουτρής, Βασίλειος Τατάκης, κ.ά.
Η κυπριακή ενωτική διεκδίκηση έγινε αισθητή στην Αθήνα στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν εντάθηκε ο πολιτικός αγώνας με συλλαλητήρια, υπομνήματα και αποστολή «πρεσβειών» στο Λονδίνο. Στις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων, επιβλήθηκε η άποψη ότι το Κυπριακό θα λυνόταν στο πλαίσιο της «ελληνοβρετανικής φιλίας». Οπως έγραφε ο πρέσβης Ιωάννης Γεννάδιος στον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, προβλέποντας ότι η Βρετανία θα χρησιμοποιούσε την Κύπρο ως αντάλλαγμα στις επερχόμενες ανακατατάξεις, έπρεπε το «εθνικό κέντρο» να επιβάλλει την κατευθυντήρια γραμμή, την οποία όφειλαν να ακολουθούν «τα εκτός του Βασιλείου τρία τέταρτα του όλου ελληνικού έθνους».
«Πολιτική σιγής»
Καθήκον της ελληνικής κυπριακής ηγεσίας ήταν, επομένως, η «πειθαρχία», αφού η Αθήνα διατηρούσε το αδιαμφισβήτητο δικαίωμα της ιεράρχησης των προτεραιοτήτων της εξωτερικής πολιτικής. Οι Ελληνες Κύπριοι πολιτευτές, εν όψει των εθνικών διεκδικήσεων στη Μακεδονία, Θράκη, Μικρά Ασία και Βόρεια Ηπειρο τήρησαν «πολιτική σιγής» στις διεθνείς μεταπολεμικές διασκέψεις το 1913 και το 1918 – 1920. Επίσης, πειθάρχησαν αδιαμαρτύρητα, τόσο το 1915, όταν η Αθήνα απέρριψε τη μοναδική βρετανική προσφορά για την ένωση της Κύπρου (ο τότε πρωθυπουργός Αλέξανδρος Ζαΐμης δικαιολογήθηκε στον Αγγλο πρέσβη, Francis Elliot, για την κωλυσιεργία του να απαντήσει, επικαλούμενος ότι για ένα ολόκληρο 48ωρο δεν κατάφερε να συναντήσει τον βασιλιά Κωνσταντίνο…), όσο και το 1931, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος αποδοκίμασε με υπερβολικά σκληρούς λόγους την οκτωβριανή εξέγερση.
Η αποικιακή αντεπανάσταση και νέα ανάφλεξη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο
Η αποικιακή απάντηση στην αυθόρμητη και ανοργάνωτη εξέγερση του Οκτωβρίου 1931 ήταν υπερβολικά σκληρή, καθώς ο εμπρησμός του Κυβερνείου αποτελούσε ατίμωση για την Αυτοκρατορία: Το Νομοθετικό Συμβούλιο καταργήθηκε και δεν επαναλειτούργησε ποτέ, γεγονός πρωτοφανές για τη βρετανική αποικιακή ιστορία, οι θεωρηθέντες ως πρωταίτιοι εξορίστηκαν χωρίς δίκη επ’ αόριστον, εκατοντάδες άλλοι φυλακίστηκαν ή εκτοπίστηκαν, θεσμοθετήθηκε ωμή επέμβαση στην Εκκλησία και στην Παιδεία, επιβλήθηκε λογοκρισία και απαγόρευση των ελληνικών και τουρκικών εθνικών συμβόλων, εγκαθιδρύθηκε σύστημα αστυνομοκρατίας και χαφιεδισμού. Με την κατάργηση της Βουλής και την εξορία, φίμωση ή συνεργασία επιφανών πολιτευτών με τις Αρχές, η επιρροή του πολιτικού κόσμου περιορίστηκε σημαντικά. Μετά την κατάρρευση της δικτατορικής περιόδου (1931 – 1940), οι κυρίαρχοι πόλοι στο εσωτερικό ήταν αυτοί που έμειναν ηθικά αλώβητοι: Η Εθναρχία και η Αριστερά.
Η μη ανάμειξη της Κύπρου στον μεταπολεμικό εδαφικό διακανονισμό ήταν μια επιλογή που θα χρέωναν οι Κύπριοι στις ελληνικές κυβερνήσεις. Η παρακοή «προς τη μητέρα» ήταν θέμα χρόνου. Τον Δεκέμβριο του 1949, ύστερα από τη δημόσια αποδοκιμασία από την ελληνική κυβέρνηση της διοργάνωσης Ενωτικού Δημοψηφίσματος, ο Μητροπολίτης Κιτίου Μακάριος, ο κατοπινός Αρχιεπίσκοπος Μακάριος Γ΄, εκστόμισε μια πρωτοφανή «ασέβεια»: «Την Ελλάδα άλλως τε δεν αποτελεί μία κυβέρνησις. Αι κυβερνήσεις έρχονται και παρέρχονται, αλλ’ η Ελλάς μένει αιωνία». Στο απόγειο του κυπριακού αλυτρωτισμού η θυγατέρα Κύπρος καθοδηγείται από την «αιωνία» φαντασιακή Ελλάδα, με την οποία ταυτίζεται, και όχι την «ανάξια» της σύγχρονης πραγματικότητας.
Οι διεθνείς αντιξοότητες για την Ελλάδα την επαύριον του Εμφυλίου ήταν πολλές, όμως ήταν αδύνατο, πλέον, να εμποδίσουν τους Κυπρίους. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 η βρετανική αδιαλλαξία παρέμενε άκαμπτη, και ούτε το Ενωτικό Δημοψήφισμα του 1950, ούτε η διεθνοποίηση του Κυπριακού, με την προσφυγή στα Ηνωμένα Εθνη απέδωσαν καρπούς. Για τους Βρετανούς η παραμονή στην Κύπρο αποτελούσε μονόδρομο, ύστερα από την απώλεια άλλων σημαντικότερων κτήσεών τους και άλλοτε επικαλούνταν εναντίον της Ενωσης τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» και άλλοτε τα «τουρκικά συμφέροντα». Παράλληλα, δεκάδες ανώτεροι αποικιακοί υπάλληλοι υποστήριζαν ότι οι Κύπριοι ήταν αδύνατο να καταφύγουν στα όπλα. Αυτή η νοοτροπία απεικονίζεται παραστατικά στη ρήση του κυβερνήτη Andrew Wright, στις αρχές της δεκαετίας του 1950, που καταγράφει ο Βρετανός ιστορικός Robert Holland: «Αν δείξεις το ραβδί στους Κυπρίους, δε χρειάζεται να φωνάξεις τους στρατιώτες». Ρατσιστικά στερεότυπα που θα διαψεύδονταν πανηγυρικά την 1η Απριλίου 1955.
Το κυπριακό ενωτικό κίνημα αποδείχθηκε το μακροβιότερο και μαζικότερο αλυτρωτικό κίνημα της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Η ουσιαστική του διαφοροποίηση ήταν η μεταπολεμική του προβολή, όταν η αποαποικιοποίηση κλόνιζε συθέμελα τη βρετανική αυτοκρατορία: Η διεκδίκηση του ενωτικού αιτήματος ύστερα από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έδωσε στους πρωταγωνιστές του μέσα και δυνατότητες μαζικού αγώνα που δεν υπήρχαν στις προηγούμενες δεκαετίες. Παράλληλα, η ανάδειξη του Κυπριακού στο ψυχροπολεμικό περιβάλλον δημιουργούσε ανυπέρβλητες δυσκολίες, εντελώς διαφορετικές από αυτές των προπολεμικών εθνικών διεκδικήσεων. Μέσα στην κυνική πραγματικότητα των «δύο κόσμων», οι Ελληνες της Κύπρου ζητούσαν την ένωση με την Ελλάδα, με κύρια επιχειρήματα το «δίκαιο» και την «ηθική». Το πού θα οδηγούσε η βρετανική επίμονη παραγνώριση της καθολικής ενωτικής αξίωσης, το είχε προβλέψει ο σεφερικός στίχος: «Το προζύμι της πίκρας» είχε αρχίσει να φουσκώνει…



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου