Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

100 ΧΡΟΝΙΑ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ - 6 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1912 : Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΔΕΣΚΑΤΗΣ


ΧΡΗΣΤΟΥ Δ. ΒΗΤΤΟΥ
Υποστρατήγου ε.α.


Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος 1912-13 αποτελεί σημαντικό σταθμό στη σύγχρονη ιστορία της χώρας μας. Μεγάλα εδαφικά διαμερίσματα του Ελληνισμού απελευθερώθηκαν από τον τουρκικό ζυγό και ενσωματώθηκαν στον εθνικό κορμό. Η Μακεδονία, η Ήπειρος και τα νησιά του Βόρειου και Ανατολικού Αιγαίου αποτέλεσαν τις «Νέες Χώρες» της Ελλάδας.
Μετά την ατυχή έκβαση του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897, οι ελληνικές κυβερνήσεις συνειδητοποίησαν ότι χωρίς καλά οργανωμένο και άριστα εκπαιδευμένο στρατό, δεν θα μπορούσαν να διεκδικήσουν την απελευθέρωση των αλύτρωτων αδελφών. Καθοριστικό ρόλο στον εκσυγχρονισμό και στη δημιουργία ενός αξιόμαχου και ετοιμοπόλεμου στρατού έπαιξε κυρίως η επανάσταση του 1909 και η ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Την εποχή εκείνη η Τουρκία εξακολουθούσε να είναι ακόμη ισχυρή και η πολιτική των ευρωπαϊκών δυνάμεων δεν ευνοούσε οποιαδήποτε αλλαγή του εδαφικού καθεστώτος (status quo) στην περιοχή. Με τα δεδομένα αυτά η Ελλάδα προέβλεπε ότι, για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά η Τουρκία έπρεπε να δράσει από κοινού με τα λοιπά χριστιανικά κράτη της Βαλκανικής (Βουλγαρία, Σερβία, Μαυροβούνιο), τα οποία είχαν ήδη αρχίσει να αναπτύσσουν έντονη δραστηριότητα για την απελευθέρωση των υπόδουλων ομοεθνών τους. Η Ελλάδα, για να προετοιμαστεί έγκαιρα για τις επικείμενες επιχειρήσεις, κήρυξε γενική επιστράτευση στις 17 Σεπτεμβρίου 1912. Με την ευκαιρία της επιστράτευσης έσπευσαν να καταταγούν και πολλοί Έλληνες εθελοντές που ζούσαν στο εξωτερικό καθώς και αρκετοί φιλέλληνες, με αποτέλεσμα να καλυφθούν σχεδόν όλες οι ελλείψεις των μονάδων σε προσωπικό, να συγκροτηθούν ανεξάρτητα τμήματα με αποστολή τη διασφάλιση και φρούρηση των κατεχόμενων εδαφών, να δημιουργηθούν διάφορα σώματα προσκόπων και το Σώμα Γαριβαλδινών.
Πρόσκοποι ονομάστηκαν τότε εκείνοι που δεν ήταν υπόχρεοι σε στράτευση και κατατάχθηκαν εθελοντικά. Οι εθελοντές αυτοί, αφού έδωσαν τον όρκο του στρατιώτη και οργανώθηκαν σε ξεχωριστά τμήματα (σώματα), με επικεφαλής αξιωματικούς ή οπλαρχηγούς του Μακεδονικού Αγώνα, εντάχθηκαν στο Στρατό Θεσσαλίας και στο Στρατό Ηπείρου, αναλαμβάνοντας διάφορες αποστολές.
Για την καλύτερη διεξαγωγή των επιχειρήσεων και λόγω της διαμόρφωσης του γεωγραφικού χώρου, η δύναμη του στρατού που προέκυψε από την επιστράτευση, κατανεμήθηκε σε δύο μέρη και έτσι συγκροτήθηκε ο Στρατός Θεσσαλίας και ο Στρατός Ηπείρου.
Ο Στρατός Θεσσαλίας, με διοικητή το διάδοχο Κωνσταντίνο, περιλάμβανε το Γενικό Στρατηγείο, επτά μεραρχίες (Ι, ΙΙ, ΙΙΙ, ΙV, V, VI, VII), μία ταξιαρχία ιππικού, τέσσερα τάγματα ευζώνων, την Υπηρεσία Μετόπισθεν και τέσσερα αεροσκάφη τύπου Farman. Από τα τάγματα ευζώνων σχηματίστηκαν δύο ανεξάρτητα αποσπάσματα, το πρώτο με διοικητή το συνταγματάρχη μηχανικού Στέφανο Γεννάδη (1ο και 4ο τάγματα) και το δεύτερο τον αντισυνταγματάρχη μηχανικού Κωνσταντίνο Κωνσταντινόπουλο (2ο και 6ο τάγματα). Συνολικά ο Στρατός Θεσσαλίας είχε δύναμη 100.000 άνδρες και ήταν  συγκεντρωμένος στην περιοχή της Λάρισας.
Ο Στρατός Ηπείρου, με διοικητή τον αντιστράτηγο Κωνσταντίνο Σαπουντζάκη, περιελάμβανε το Στρατηγείο και μία μεραρχία δύναμης 10.500 ανδρών (αργότερα ονομάστηκε VΙΙΙ Μεραρχία). Είχε συγκεντρωθεί στην περιοχή της Άρτας.
Πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι το ελληνικό Πολεμικό  Ναυτικό κυριαρχούσε στο βόρειο Αιγαίο, με αποτέλεσμα να παρεμποδίζει τη μεταφορά ενισχύσεων του τουρκικού στρατού από την ασιατική Τουρκία προς το μέτωπο της Μακεδονίας και της Ηπείρου.

Διάταξη τουρκικού στρατού

Ο τουρκικός στρατός που είχε αντιπαραταχθεί στα θεσσαλικά σύνορα, στις 4 Οκτωβρίου είχε την ακόλουθη διάταξη:
Σε πρώτη γραμμή, στην περιοχή Γρεβενά – Δεσκάτη – Ελασσόνα – Καρυά υπήρχαν 12 τάγματα πεζικού, 1 ίλη ιππικού και 4 πυροβολαρχίες.
Σε δεύτερη γραμμή, στην περιοχή Σέρβια – Κοζάνη, υπήρχαν 12 τάγματα πεζικού, 2 ίλες ιππικού και 3 πυροβολαρχίες.
Οι παραπάνω δυνάμεις, σύμφωνα με την εκτίμηση του ελληνικού Γενικού Στρατηγείου, είχαν τη δυνατότητα να ενισχυθούν από την περιοχή Μοναστηρίου με 15 τάγματα πεζικού, 4 ίλες ιππικού και 12 πυροβολαρχίες και από τη Θεσσαλονίκη με 4 τάγματα πεζικού, 5 ίλες ιππικού και 17 πυροβολαρχίες.
Η δύναμη του  τουρκικού στρατού που μπορούσε να αντιταχθεί στην προέλαση του Στρατού Θεσσαλίας ανερχόταν σε 35.000 άνδρες.

Η διάσπαση της τοποθεσίας του Σαρανταπόρου 
Ο διοικητής του Στρατού Θεσσαλίας αρχιστράτηγος διάδοχος Κωνσταντίνος, έχοντας την εξουσιοδότηση του πρωθυπουργού και υπουργού Στρατιωτικών Ελευθερίου Βενιζέλου, εξέδωσε στις 4 Οκτωβρίου 1912 γενική διαταγή επιχειρήσεων, η οποία καθόριζε ότι από το πρωί της 5ης Οκτωβρίου θα άρχιζε η προέλαση των στρατιωτικών τμημάτων από την περιοχή Ελασσόνας - Δεσκάτης.
 Έτσι, οι μεραρχίες και τα ανεξάρτητα αποσπάσματα άρχισαν από το πρώτο φως της 5ης Οκτωβρίου να προελαύνουν πέρα από τα σύνορα. Εξουδετέρωσαν αρχικά τα τουρκικά φυλάκια της ελληνοτουρκικής μεθορίου και απώθησαν τις προφυλακές του εχθρού. Μέχρι τις 6 Οκτωβρίου είχαν απελευθερωθεί η Ελασσόνα και η Δεσκάτη.
Ο επόμενος σοβαρός αντικειμενικός σκοπός του Γενικού Στρατηγείου ήταν η εκπόρθηση των στενών του Σαρανταπόρου με κατά μέτωπο επίθεση και ταυτόχρονη υπερκερωτική ενέργεια, από τα δύο πλευρά.
Τη «φύσει» οχυρή τοποθεσία του Σαρανταπόρου οι Τούρκοι την είχαν ενισχύσει με σειρά ορυγμάτων μάχης και είχαν αποφασίσει να αντιτάξουν εκεί σθεναρή άμυνα.
Η επίθεση του ελληνικού στρατού άρχισε το πρωί της 9ης Οκτωβρίου, με την ισχυρή υποστήριξη του πυροβολικού. Ακολούθησε σκληρός και αιματηρός αγώνας που διήρκεσε όλη την ημέρα. Οι Τούρκοι, απειλούμενοι να κυκλωθούν, υποχρεώθηκαν τη νύχτα 9/10 Οκτωβρίου να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και να συμπτυχθούν προς Σέρβια – Κοζάνη. Ο ελληνικός στρατός συνέχισε την καταδίωξη και την επομένη απελευθέρωσε τα Σέρβια.
Η νίκη από τη μάχη του Σαρανταπόρου υπήρξε μεγάλης σπουδαιότητας για την αναπτέρωση του ηθικού του ελληνικού στρατού μετά την ηττοπάθεια που είχε επικρατήσει εξαιτίας του πολέμου του 1897. Απέδειξε ότι ο εχθρός δεν ήταν σε θέση να αμυνθεί αποτελεσματικά και να αντισταθεί στην ορμητικότητα των Ελλήνων. Το επιθετικό πνεύμα και η πίστη για τη νίκη κυριάρχησαν από την αρχή μέχρι το τέλος της μάχης. Για την εκπόρθηση των στενών του Σαρανταπόρου χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια και αρκετές θυσίες, όπως απέδειξαν οι απώλειες σε αξιωματικούς και οπλίτες. 

Απελευθέρωση Δεσκάτης (6 Οκτωβρίου 1912) 

Τη Δεσκάτη και τα Γρεβενά απελευθέρωσε το ανεξάρτητο Απόσπασμα Ευζώνων Γεννάδη (1ο και 4ο Τάγματα Ευζώνων), το οποίο είχε αποστολή να δράσει στο άκρο αριστερό της διάταξης της Στρατιάς Θεσσαλίας.
Η σύνθεση του Αποσπάσματος ήταν η ακόλουθη: 
Διοίκηση-Επιτελείο 
Διοικητής: Συνταγματάρχης μηχανικού Στέφανος Γεννάδης
Επιτελείο: Δύο αξιωματικοί του μηχανικού, ο αντισυνταγματάρχης Ιωάννης Γεωργιάδης και ο  υπολοχαγός Γεώργιος Αφθονίδης. 
Μονάδες
         1ο Τάγμα Ευζώνων (4 λόχοι). Διοικητής αντισυνταγματάρχης πεζικού Ιωάννης Καμπούρης.
·        4ο Τάγμα Ευζώνων (4 λόχοι). Διοικητής ταγματάρχης πεζικού Βασίλειος Βέλλος.
·        Διμοιρία Πολυβόλων
·        Ομάδα ιππικού (10 ιππείς) με επικεφαλής υπαξιωματικό.

Η δράση του εξελίχθηκε ως εξής: 
Στις 5 Οκτωβρίου προήλασε από το χωριό Κονισκός προς το χωριό Τσούκα (Φωτεινό) Καλαμπάκας και μετά από ανταλλαγή πυροβολισμών εξεδίωξε τις απογευματινές ώρες την τουρκική φρουρά από τον μεθοριακό σταθμό και κατέλαβε τον αυχένα στα βόρεια του χωριού, διατηρώντας ανοιχτό το δρομολόγιο από Τσούκα προς Δεσκάτη.
Το Γενικό Στρατηγείο το μεσημέρι της 5ης Οκτωβρίου έδωσε διαταγή στο Απόσπασμα να κινηθεί από Τσούκα προς Δεσκάτη και να καταλάβει μεταξύ του χωριού Παρασκευής και Δεσκάτης αυχένα, διευκολύνοντας την κίνηση της Ταξιαρχίας Ιππικού.
Επίσης έδωσε διαταγή στην Ταξιαρχία Ιππικού να ξεκινήσει την 0700 ώρα από το Πραιτώρι και να κατευθυνθεί δια μέσου Συκιάς - Κεφαλόβρυσου – υψώματος 853 προς Δεσκάτη υποστηρίζοντας την ενέργεια του Αποσπάσματος. Η Ταξιαρχία όμως, βρίσκοντας διάφορες δικαιολογίες (στενό δρομολόγιο επί μήκους πέντε χιλιομέτρων κλπ.), δεν έφθασε στον προορισμό της την καθορισθείσα ώρα, οπότε την ευθύνη για την απελευθέρωση της Δεσκάτης την επωμίσθηκε εξ ολοκλήρου το Απόσπασμα Γεννάδη.
Στις 6 Οκτωβρίου και ώρα 0700 το Απόσπασμα Γεννάδη άρχισε να κινείται από το χωριό Τσούκα (Φωτεινό) προς τη Δεσκάτη. Η ορατότητα ήταν πολύ περιορισμένη, γιατί τα υψώματα κοντά στη Δεσκάτη καλύπτονταν από πυκνή ομίχλη.
Ο εχθρός κατείχε με ένα τάγμα πεζικού των 700 ανδρών το ευρισκόμενο νότια της κωμόπολης ύψωμα Τρέτιμος (Τρετίμ Τεπέ), το οποίο είχε οργανώσει με ενισχυμένα ορύγματα μάχης. Όταν τα ελληνικά τμήματα πλησίασαν σε απόσταση χιλίων περίπου μέτρων αντιλήφθηκαν την εχθρική αμυντική διάταξη και αμέσως αναπτύχθηκαν για επίθεση ως εξής:
Το 4ο Τάγμα Ευζώνων στη δεξιά κατεύθυνση, με τη μια διλοχία προς το ύψωμα Τρέτιμος και την άλλη προς τον αυχένα ανατολικά του υψώματος.
Το 1ο Τάγμα  Ευζώνων στην αριστερή κατεύθυνση, με μια διλοχία προς τον αυχένα δυτικά του υψώματος Τρέτιμος και το χωριό Παρασκευή, ενώ διέθεσε ένα λόχο στο αριστερό της διλοχίας με αποστολή να υπερκεράσει τον εχθρό από αριστερά. Ένας λόχος κρατήθηκε πίσω από τα μαχόμενα τμήματα ως εφεδρεία του Αποσπάσματος.
Τα κινούμενα κατά μέτωπο τμήματα  στις 0900 δέχτηκαν πυρά από μεγάλη απόσταση, αλλά δεν ανέκοψαν την κίνησή τους και συνέχισαν με κανονικό ρυθμό την επιθετική τους ενέργεια.
Τα τουρκικά τμήματα, δεχόμενα ισχυρή πίεση κατά μέτωπο και από τα πλευρά αναγκάστηκαν μετά από μάχη τεσσάρων ωρών να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και να συμπτυχθούν προς Λαζαράδες και Σέρβια. Επί του πεδίου της μάχης έπεσαν νεκροί ο λοχαγός Δημοσθένης Μανουσάκης και ο στρατιώτης Κωνσταντίνος Βεργίνης.
Το Απόσπασμα Γεννάδη, αφού κατέλαβε το ύψωμα Τρέτιμος και το χωριό Παρασκευή, κινήθηκε ταχύτατα προς Δεσκάτη, όπου έγινε με ενθουσιασμό δεκτό από τους κατοίκους.
Τις δύο επόμενες ημέρες (7 και 8 Οκτωβρίου) παρέμεινε στον ίδιο χώρο (Δεσκάτη - Παρασκευή), αναμένοντας διαταγές για την περαιτέρω δράση του.
Στις 9 Οκτωβρίου διέσχισε το  βουνό Βουνάσα και κινήθηκε προς Λουζιανή (Ελάτη) και πόρο Ζάβορδας με σκοπό να εξασφαλίσει το πέρασμα από εκεί της V Μεραρχίας, η οποία ενεργούσε κυκλωτική ενέργεια στο αριστερό της διάταξης της Στρατιάς Θεσσαλίας.
Η V Μεραρχία κινούμενη στις 9 Οκτωβρίου από το χωριό Λουτρός προς τον Αλιάκμονα συνάντησε σοβαρή εχθρική αντίσταση στο χωριό Λαζαράδες και συνεπλάκη με τον εχθρό. Το Απόσπασμα, όταν άκουσε τους πυροβολισμούς κινήθηκε προς Λαζαράδες, για  να ενισχύσει τη Μεραρχία. Ο αγώνας διεξήχθη με σκληρότητα και πείσμα και από τις δύο πλευρές. Οι Τούρκοι κατά τη διάρκεια της νύχτας επωφελούμενοι του σκότους και της ραγδαίας βροχής εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και υποχώρησαν ανενόχλητοι προς Κοζάνη.
Οι απώλειες του Αποσπάσματος ήταν νεκροί αξιωματικοί 3, οπλίτες 22. Μεταξύ των νεκρών αξιωματικών ήταν και ο λοχαγός του 1ου Τάγματος Ευζώνων Ευστάθιος Κατσιώτης.

http://gefiri.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=125:apeleutherosi-deskatis-grevenon&catid=27:nea-anakoinwseis&Itemid=316


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου