Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

ΤΑ ΠΛΟΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ

Αττική υδρία 6ος αι. π.Χ (Μουσείο Louvre Ε 735)
     
  ΜΑΡΙΟΣ Γ. ΣΙΜΨΑΣ
  Αρχιπλοίαρχος Π. Ν.


Κωπήλατο πλοίο με 39 (προφανώς θα εννοεί 40) ερέτες. 735-710 π.Χ.  Σχέδιο Köster από Αθηναϊκό κρατήρα. (Νο 1899 British Museum)
Ο αρχιπλοίαρχος τον Πολεμικού Ναυτικού κ. Μάριος Γ. Σίμψας, βασιζόμενος στα κείμενα τού Ομήρου και μεταγενεστέρων του συγγραφέων, μάς δίνει μιά παραστατική εικόνα τής δομής και τής εν γένει μορφής των πλωτών σκαφών τού Τρωικού Πολέμου. Η έρευνα αυτή, όπως θα δη ό αναγνώστης, απλώνεται σε όλα τα σημεία, ώστε να σχηματίζεται μιά ζωντανή εικόνα των πλοίων τής εποχής εκείνης.
Είναι γνωστό πώς ό Όμηρος συνέθεσε τις ραψωδίες του τον ένατο αιώνα, τρεις, δηλαδή, ίσως και περισσότερους αιώνες μετά από τον Πόλεμο τής Τροίας, τον οποίο περιγράφει. Υπάρχουν ακόμη βάσιμες υποθέσεις ότι ό μεγάλος ραψωδός υπήρξε, πριν από την τύφλωσί του και πάντως κατά την νεότητά του, ναύτης. Και αυτό μπορεί να το δη κανείς στον τρόπο, με τον οποίο περιγράφει τα ναυτικά περιστατικά, τις μεθόδους ναυσιπλοΐας και το μέσον πού σχίζει τον υγρό πόντο, δηλαδή το πλοίο. Τα όσα γράφει γι’ αυτό συμφωνούν απολύτως με τα όσα γνωρίζομε από άλλες πηγές για τα κωπήλατα πλοία τής εποχής—αυτό μάς βεβαιώνουν οι πλέον έγκυροι συγγραφείς και υπεύθυνοι ερευνηταί στην πλουσιωτάτη περί το πλοίο βιβλιογραφία. Εκείνο όμως, πού έχει ιδιαίτερη σημασία, είναι ότι ό ποιητής έχει πάντοτε κατά νούν ότι μιλά για τα πλοία τού Τρωικού Πολέμου, τού 12ου δηλαδή αιώνος, και δεν παρασύρεται σε αναχρονισμούς. Πουθενά, λόγου χάριν, δεν αναφέρει το έμβολο, για τα πλοία των Αχαιών, αν και αποτελούσε κοινό και σημαντικό χαρακτηριστικό τού πολεμικού πλοίου τής εποχής του.
Για να ζωντανέψωμε το ομηρικό πλοίο θα στηριχθούμε φυσικά στα όσα ό ίδιος ό Όμηρος γράφει στις αθάνατες ραψωδίες του, αλλά και στα όσα μεταγενέστεροί του κατά την αρχαιότητα έγραψαν είτε συμπτωματικά είτε σχολιάζοντας κάποιο σημείο από το έργο του. Τέτοιοι συγγραφείς ήσαν οι Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Απολλώνιος ό Ρόδιος, Διόδωρος ό Σικελιώτης και ό ποιητής Αλκαίος.
Ο Όμηρος χαρακτηρίζει συστηματικά τα πλοία των ηρώων του «ταχέα», κάτι πού έπρεπε να περιμένωμε για τα χαμηλά, μακρόστενα και στιλπνά σκάφη, πού βλέπομε στις αγγειογραφίες τής εποχής. Τα πλοία ήσαν κοίλα (Οδ. γ. 287) και είχαν μικρό κατάστρωμα, πλώρη για τον οπτήρα και ένα μεγαλύτερο, πρύμνα, όπου μπορούσε να κοιμηθή ό κυβερνήτης και, κάποτε, ό επιβάτης τού πλοίου. Ο Οδυσσεύς, πριν συναντήση τη Σκύλλα, άρπαξε δυό κοντάρια κι έτρεξε στο κατάστρωμα τής πλώρης («εις ίκρια νηός έβαινον πρώρης». Όδ. μ. 228 - 230).
Αλλού πάλι (Οδ. ν. 73 - 75) ό Οδυσσεύς κατά την επιστροφή του στην Ιθάκη κοιμήθηκε στο πρυμναίο κατάστρωμα τού πλοίου των Φαιάκων. («Και τού Οδυσσέα ετοίμασαν σεντόνι κι ανδρομίδα στης πρύμνης το κατάστρωμα γλυκόν ύπνο να πάρη»). Ομοίως ό Τηλέμαχος μοιράσθηκε με την Αθηνά το πρυμναίο κατάστρωμα κατά τον πλούν του στην Πύλο, για την αναζήτησι τού πατέρα του (Οδ. β. 416 - 18) και με τον θεοκλύμενο στο Ταξίδι τής επιστροφής. (Οδ. ο. 285 - 86).
Το πλήρωμα αναπαυόταν στους πάγκους τής κωπηλασίας και τούτο, διότι συνήθως διανυκτέρευαν στην ξηρά, εκτός αν αυτό ήταν αδύνατον. (Ιλ. Α. 476, Οδ. ι. 150-151, 168-69).
Τα αμοιβά τής εξαρτίας και οι προμήθειες αποθηκεύονταν κάτω από το πρυμναίο και το πρωραίο κατάστρωμα και κάτω από τούς πάγκους των κωπηλατών. Ειδικώτερα τα στερεά τρόφιμα, όπως το σιτάρι, σε ασκιά καλορραμμένα (Οδ. β. 354) και το νερό ή κρασί σε πιθάρια, αμφορείς ή στάμνες, (Οδ. ε. 265 - 66 και ι. 164, 204).
Ποιό ήταν το μέγεθος τού κωπήλατου ομηρικού πλοίου; Το μικρότερο είχε είκοσι κουπιά και εχρησιμοποιείτο για ανιχνεύσεις και ως αγγελιαφόρο. Με εικοσάκωπο πλοίο εστάλη πίσω στον πατέρα της ή Χρυσηίς (Ιλ. Α. 309) και εικοσάκωπο χρησιμοποίησε ό Τηλέμαχος για να πλεύση στην Πύλο. (Οδ. α. 280 «νή’ άρσας ερέτησιν εείκοσιν, ή τις αρίστη»). Τέτοιο πλοίο επρόκειτο να χρησιμοποιήσουν οι μνηστήρες για να εμποδίσουν το ταξίδι αυτό. Έτσι πού να λέη ό αναιδής μνηστήρας Αντίνοος «Κι’ ελάτε δώστε μου γοργό, μ’ είκοσι ναύτες πλοίο». (Οδ. 6. 669).
Η πενηντάκωπος, αυτή πού αργότερα επονομάσθηκε πεντηκόντορος, εχρησιμοποιείτο, όπως φαίνεται, για την μεταφορά στρατευμάτων. Πεντηκόντορο χρησιμοποίησε ό Άχιλλεύς, για να μεταφέρη τις δυνάμεις του στην Τροία, αν κρίνωμε από τούς στίχους:
«Πενήντα θα ήταν τα γοργά καράβια, πού στην Τροία οδήγησε τού Πηλέα ό γιός με λαμνοκόπους μέσα από πενήντα αντρόκαρδους. (Ιλ. Π. 169 - 70).
Το ίδιο συμβαίνει με τον Οδυσσέα στην επιστροφή του, μετά την άλωσι τής Τροίας. Όταν έφθασε στο νησί τής Κίρκης υπήρχαν στο πλοίο του σαράντα έξη άνδρες (Οδ. κ. 203 - 209) και τούτο γιατί είχαν χαθή έξη στους Κίκωνες (Οδ. ι. 60), έξη στον Πολύφημο (Οδ. ι. 289, 311, 344) και ένας στους Λαιστρυγόνες (Οδ. κ. 116). Αυτό σημαίνει ότι το καράβι είχε «εταίρους» ή «κούρους» τουλάχιστον πενήντα. Πεντηκόντορο επίσης χρησιμοποιούν οι Φαίακες για να παλιννοστήσουν τον Όδυσσέα στην Ιθάκη. (Οδ. θ. 34, 36, 38, το πλήρωμα απετελείτο από πενήντα «κούρους» και δυό βαθμοφόρους). Αν κρίνωμε από την περιποίησι τού Αλκινόου προς τον Οδυσσέα, πρέπει να δεχθούμε πώς ήταν μιά τιμητική διάκρισις, όπως σήμερα θα εχρησιμοποιείτο μεγάλη ναυτική μονάς γιό ένα αρχηγό κράτους ή επίσημο πρόσωπο.
Υπήρχαν βεβαίως και μεγάλα φορτηγά, πού έφθαναν να έχουν εκατό κωπηλάτες και μάλιστα τα βοιωτικά φορτηγά ήσαν επανδρωμένα με εκατόν είκοσι κούρους (νέους), αριθμό στον οποίο περιλαμβάνονταν, όπως φαίνεται, εκτός από τούς κωπηλάτες, οι ναυτικοί και οι βαθμοφόροι.
Τριαντακόντοροι δεν υττήρχαν την εποχή τού Ομήρου; Πρέπει να υπήρχαν, μολονότι πουθενά ό ποιητής τής Ιλιάδος δεν κάνει γι’ αυτές λόγο. Τριαντακοντόρους χρησιμοποιούσαν σε πολύ παλαιοτέρους χρόνους, όπως, λόγου χάρι, κατά τον αποικισμό τής Θήρας από τον ομώνυμο οικιστή της (Ηρόδοτος, βιβλίον 4, κεφ. 148).
Όλοι οι τύποι σκαφών τής ομηρικής εποχής ήσαν μακροί και στενοί, με διαστάσεις για τις οποίες μπορούμε να διατυπώσωμε βάσιμες υποθέσεις. Μιά πεντηκόντορος χρειαζόταν είκοσι πέντε μέτρα (ή εβδομήντα περίπου πόδια), για τούς είκοσι πέντε κωπηλάτες τής κάθε πλευράς και γύρω στα δώδεκα, δεκαπέντε μέτρα (σαράντα, σαράντα - πέντε πόδια) για το πρόστεγο και το επίστεγο. Δηλαδή μήκος γύρω στα σαράντα μέτρα. Είκοσι πέντε εν συνόλω μέτρα μήκος έπρεπε να έχη μιά τριαντακόντορος με δεκαπέντε κωπηλάτες στην κάθε πλευρά και ισάριθμα μέτρα μήκους, δέκα δε μέτρα (ή τριάντα πόδια) για το κατάστρωμα τής πρύμνης και τής πλώρης. Το εικοσάκωπο πλοίο, με ανάλογες διαστάσεις, αποτελούσε, όπως φαίνεται, το τυπικό μέγεθος τού ομηρικού πλοίου.
Το πλάτος στο μέγιστο ζυγό (καμάρι), δηλαδή το μέγιστο πλάτος ήταν γύρω στα δέκα - δώδεκα πόδια για τις πεντηκοντόρους και μικρότερο φυσικά για τις τριακοντόρους ή τα εικοσάκωπα πλοία και ή σταθερή αναλογία μήκους προς πλάτος δέκα προς ένα. Είναι μιά αναλογία πού θα συναντήσωμε αργότερα στην αθηναϊκή τριήρη τού 5ου αιώνος. Ίσως να υπήρχαν και βραχύτερα πλοία, δεν χρειάζεται δε να σημειώσωμε ότι το βραχύτερο πλοίο θα είχε ασφαλώς σκάφος περισσότερο ανθεκτικό και περισσότερο καλοθάλασσο.
Μακρό και στενό το ομηρικό καράβι ήταν πολύ χαμηλό τόσο, ώστε, όταν τα τραβηγμένα στην ξηρά ελληνικά πλοία επιέζοντο από την επίθεσι των Τρώων, ό Έκτωρ μπόρεσε να πλησιάση και να αρπάξη το άφλαστον, δηλαδή το στόλισμα τής ττρύμνης. (Ιλ. Ο. 704). «Ο Έκτωρ έπιασε καλοθάλασσο καράβι από την πρύμη (και το ακροστόλι σφίγγοντας εφώναξε των Τρώων». (Ιλ. Ο. 716 - 17).
Και από μιά τέτοια πρύμνα επάλαιψε ό Αίας και αντέκρουσε τούς επιτιθεμένους Τρώες:
..Άφησε ό Αίας το κατάστρωμα και στο ψηλό τής πρύμης σανίδι εστήθη κι άγρυπνος επρόβαλε τη λόγχη, εις όποιον έφερνε φωτιά να κάψη τα καράβια. (Ιλ. Ο. 729 - 731).
Γενικά τα καράβια τού Τρωικού Πολέμου ήσαν ελαφρά, αυτό τουλάχιστον μαρτυρεί το γεγονός ότι ό Οδυσσεύς μπόρεσε να απελευθερώση το πλοίο του από το νησί τού Κύκλωπος, σπρώχνοντάς το με ένα κοντάρι, πού άδραξε στα δυό του χέρια. (Οδ. ι. 487 - 488). Και το άλλο, ότι τα πληρώματα μπορούσαν να τα βγάλουν χωρίς δυσκολία στην αμμουδιά την νύχτα.(Οδ. ι. 546).
Το σκάφος τού ομηρικού πλοίου ήταν μαύρο («νήες μέλαιναι»), είτε χρωματισμένο έτσι είτε διότι ήτο αλειμμένο με πίσσα. Αν το έβλεπες από τα πλάγια παρουσίαζε υψωμένη την πρύμνα και την πλώρη, ελαφρά κυρτές στην αρχή ετελείωναν σε μιά καμπύλη. Αυτός είναι ό λόγος για τον οποίο ό Όμηρος συνέκρινε το σχήμα των πλοίων του προς τα ίσια κέρατα («ορθόκραιρος ναύς»), αλλά και προς τα κυρτά, («άλλ’ ό μέν έν νήεσσι κορωνίσιν Ίλιον είσω = πήγε κι αυτός στην Τροία με τα κυρτά καράβια». Οδ. τ. 182). Τα αποκαλεί επίσης καμπύλα και στα δυό άκρα, χρησιμοποιώντας τον όρο «αμφιέλισσα», πού σημαίνει ότι, αν τα κοίταζε κανείς από το άκρον, τα έβλεπε καμπύλα, και από τα δυό πλευρά, κύτη (Οδ. ζ. 264 - 65 «νήες δ’ οδόν αμφιέλισσαι ευρύαται = εκεί έχουν τραβήξει τα καμπύλα πλοία»).
Η πλώρη τού ομηρικού πλοίου είναι στολισμένη στις παρειές (μάσκες), με κόκκινα, πορφυρά ή γαλάζια «μπαλώματα». Μιλτοπάρηοι, δηλαδή με κόκκινες παρειές (Οδ. ι. 125), φοινικοπάρηοι δηλαδή πορφυρόχρωμες (Οδ. λ. 124) και κυανόπωροι (Οδ. ι. 482)— έτσι ονομάζονται από τον Όμηρο στην Οδύσσεια, αλλά και την Ίλιάδα. Η διακόσμησις αυτή στην πλώρη μάς φαίνεται κάπως περίεργη. Αυτό όμως θα ήταν κάτι κοινό στις μακρυνές εκείνες εποχές, όπως τουλάχιστον μάς βεβαιώνει ό Ηρόδοτος (βιβλίο Γ’, κεφ. 58), με το χωρίο «Το δε παλαιόν άπασαι αι νέες ήσαν μιλτηλιφέες». (Το τελευταίο υποδηλώνει ότι το κόκκινο χρώμα ήτο προτιμότερο).
Ας έλθωμε τώρα στην ναυπηγική τού πλοίου. Το σκάφος απετελείτο από την τρόπιδα, την στείρα, το ποδόστημα, τα στραβόξυλα (νομείς ή εγκοίλια), τις πηγκενίδες (μαδέρια), δηλαδή, πού επέτσωναν τον σκελετό τού σκάφους άπ’ έξω (περίβλημα), τις σανίδες, πού έντυναν το εσωτερικό του (ή εντερόνεια ή φόδρα—αυτό όχι πάντοτε), τα ζυγά (ή καμάρια), τούς δοκούς δηλαδή, καθέτους στο διάμηκες, πού έδεναν τούς τοίχους (τα δυό πλευρά) τού πλοίου και συχνά χρησίμευαν σαν καθίσματα των κωπηλατών. Όλα αυτά συναρμολογούν και δένονταν με γόμφους (= ξυλοκάρφια) ή «αρμονίας», δηλαδή μέσα συναρμολογήσεως, όπως Ιμάντες από δέρμα, σχοινιά από φυτικές ίνες κ.λπ. Το τελευταίο με τούς ιμάντες ή τα σχοινιά αναφέρεται σε παλαιότερα πρωτόγονα πλοία με ραπτές σανίδες, για τα οποία σπανίως μιλά ό Όμηρος.
Υπήρχαν, εκτός των άλλων, δυό χονδρά και στερεό ζυγά, ένα ακριβώς πίσω από το πρόστεγο και το άλλο ακριβώς εμπρός από το επίστεγο. Στο πρυμναίο ζυγό (επτά πόδια περίπου μήκος) επάτησε ό Αίας, όταν πήδησε κάτω από την πρύμνα (Οδ. ο. 728-29). Το πρωραίο ελέγετο ολκαίον ή εφόλκαιον και επάνω σε αυτό πάτησε ό Οδυσσεύς για να κατεβή στην θάλασσα (εξεστόν εφόλκαιον καταβάς επέλασσα θαλάσσι στήθος» Οδ. ξ. 350). Το εφόλκαιο σήμαινε και ρυμούλκιο, γιατί εκεί έδεναν τα σχοινιά για την ρυμούλκησι. Σχετικά ό Απολλώνιος ό Ρόδιος (4.109) παρουσιάζει ένα Τρίτωνα να ρυμουλκή την κοίλη Αργώ, κρατώντας την από το εφόλκαιον («επισχόμενος γλαφυρής ολκήιον Αργούς»).
Τα ξύλα, από τα οποία κατασκευαζόταν το ομηρικό καράβι, ήσαν δρύς, λεύκα, πεύκο ή έλατο (Ιλ. Ν. 389-91, Π. 482-84).
Ειδικώτερα ό ιστός και τα κουπιά γίνονταν συνήθως από ξύλο ελάτης (για τούς ιστούς ίδε Οδ. β. 424 και ο. 289 «Ιστόν δ’ ειλάτινον κοίλης έντοσθε μεσόδμης», για τα κουπιά Οδ. μ. 172). Τα κουπιά κρατούντο με τούς σκαρμούς. Υπήρχε, δηλαδή, ένα καρφί ή ξύλινο στήριγμα γύρω από το οποίο έβαζαν μιά δερμάτινη ή σχοινένια θηλειά («ηρτήναντο δ’ ερετμά τροποίς εν δερματίνοισιν» = και στα κουπιά περάσανε πετσένιους τροπωτήρες. Όδ. δ. 782 και θ. 37, 53). Η δερμάτινη αυτή θηλειά ή κουλούρα (τροπός ή τροπωτήρ) κρατούσε το κουπί στην θέσι του την ώρα τής κωπηλασίας. Και ακόμη το εμπόδιζε να πέση στην θάλασσα, αν το άφηνε από τα χέρια του ό κωπηλάτης.
Πώς διευθυνόταν το σκάφος; Ο Όμηρος αναφέρει ένα κουπί - πηδάλιο, στο ισχίο (γοφόν) τού πλοίου, με πλατειά πλάτη και την λαβή στερεωμένη σε μιά κοιλότητα. (Όδ. γ. 281, ε. 255, 315, θ. 858). Συνήθως το ονομάζει πηδάλιον και σπανιώτερα «οιήιον». Το διπλό πηδάλιο, δηλαδή τα δυό κουπιά - πηδάλια, από ένα σε κάθε ισχίο, πρέπει να ήσαν έν χρήσει την εποχή πού έγραφε ό Όμηρος τα έπη του, όπως τουλάχιστον προκύπτει από απεικονίσεις πλοίων σε αγγεία, γλυπτά ή πήλινα ομοιώματα. Πιστός όμως στην αρχή του ό ποιητής αποφεύγει τούς αναχρονισμούς και μιλά πάντοτε για το ένα κουπί - πηδάλιο των πλοίων τού Τρωικού Πολέμου.
Κι ας έλθωμε στην εξαρτία. Υπήρχε ένα και μοναδικό ιστίο, το οποίο κρεμούσαν σε ένα Ιστίο, όπου και μπορούσε να υψώνεται και να καθαιρήται. (Ιλ. Α. 481, Ο. 627, Α. 433, 480. Οδ. β. 425 -27, γ. 11). Τετράγωνο ήταν το ιστίο, φτιαγμένο από καραβόπανο τής εποχής (Οδ. ε. 258) και στερεωμένο σε μιά κεραία, πού λεγόταν «επίκριον» (Οδ. ε, 318, όπου γράφει «κι’ έπεσε αλάργα το πανί στο κύμα κι’ ή αντένα»). Το χρώμα του ήταν λευκό. (Οδ. 3. 426, ο. 291. «Έλκον δ’ ιστία λευκά ευστρέπτοισι βοεύσιν» = έσυραν το λευκά ιστία με καλοστριμμένους δερμάτινους ιμάντες).
Τα ιστία ήσαν από λινάρι και δεν ήσαν μονοκόμματα. Απετελούντο από πολλά κομμάτια ραμμένα μαζί, για μεγαλύτερη αντοχή. Ήσαν από λινάρι και όχι από βαμβάκι, έφ’ όσον την μακρυνή εκείνη εποχή το βαμβάκι ήταν ακριβό υλικό, πού εισαγόταν από την μακρυνή Ινδία. Ο ιστός ετοποθετείτο οριζοντίως στην ιστοδόκη. Προκειμένου να υψώσουν το ιστίο, έπαιρναν πρώτα το κατάρτι από την ιστοδόκη και το τοποθετούσαν, όρθιο φυσικά, στην ιστοπέδη, πού βρισκόταν στο μέσον περίπου τού πλοίου και σε μικρό ύψος (απόστασι) από την τρόπιδα. Η Ιστοπέδη ήταν μιά κοιλότης ή οπή στο κατάστρωμα, όπου υπήρχε κατάστρωμα, ή στο μεσοδόκαρο. Στην περίπτωσι πού υπήρχε κατάστρωμα, έβαζαν δυναμάρια γύρω από την οπή. Μετά την τοποθέτησι στερέωναν το κατάρτι με τα σχοινιά, τούς προτόνους και τον επίτονο.
Στην Οδύσσεια (μ- 178 - 179) αφηγείται ό Οδυσσεύς ότι για να περάση από τις Σειρήνες τον «έδεσαν χέρια και πόδια όρθιον στην ιστοπέδη (δηλαδή στην βάσι τού ιστού) κι έδεσαν τις άκρες τού σχοινιού στον ίδιο τον ιστό» (Οι δ’ έν νηί μ’ έδησαν χείρας τε πόδας τε /ορθόν έν ιστοπέδι έκ δ’ αυτού πείρατ’ ανήπτον). Έχομε και μιά άλλη μαρτυρία: όταν ό Οδυσσεύς ταξίδεψε στην Πύλο για να αναζητήση τον πατέρα του (Οδ. β. 424 - 25, ο. 289 - 290), οι ναύτες του «σηκώνοντας τον ελάτινο ιστό τον τοποθέτησαν στην κοιλότητα τής μεσόδμης (δηλαδή τού μεσοδόκαρου) και τον έδεσαν με τούς προτόνους» (ιστόν δ’ ειλάτινον κοίλης έντοσθεν μεσόδμης / στήσαν αείραντες, κατά δε προτόνοισιν έδησαν). Μεσόδμη δε ή μεσοδόκαρο πρέπει να ήταν μιά διαδοκίδα (μπικεριά) μεγάλη, πού έσμιγε και στερέωνε τα ζυγά (= καμάρια) και εκτεινόταν από πλώρη σε πρύμνα (Συνήθως οι διαδοκίδες είναι μικρά δοκάρια κατά τον διαμήκη άξονα τού πλοίου, πού σμίγουν και στερεώνουν δυό κοντυνά και φυσικά παράλληλα ζυγά). Αυτή ή διαδοκίδα πρέπει να είχε κοιλότητα κατάλληλη ή εγκοπή, για να δέχεται το κατάρτι. Καθώς στα ομηρικά πλοία έλειπε το κατάστρωμα από το κυρίως μέρος τού πλοίου (εκτός τού πρωραίου και τού πρυμναίου) το πιθανώτερο είναι να δεχθούμε ότι ό Όμηρος, λέγοντας ιστοπέδη, εννοεί την κοιλότητα αυτού τού μεσοδόκαρου. Τώρα σε ποιό ύψος από την καρένα βρισκόταν ή ιστοπέδη, δεν έχομε ακριβείς πληροφορίες. Ίσως να ήταν στο ύψος των πάγκων των κωπηλατών, δηλαδή 1,20 μ. περίπου.
Σταθερά ξάρτια ήσαν οι δυό πρότονοι, ανά ένας προς κάθε παρειά (μάσκα) τής πλώρης και ένας επίτονος, πού έδενε το κατάρτι με την πρύμνα. Για τούς προτόνους των αρχαίων πλοίων έχομε την μαρτυρία τού Απολλωνίου τού Ροδίου (3ος αιών π.Χ.), πού γράφει ότι «δήσαν δε προτόνοισι τανυσάμενοι εκατέρωθεν», δηλαδή στερέωσαν (τον ιστό), αφού τέντωσαν τούς προτόνους σε κάθε πλευρά. Και όταν μιά ξαφνική θύελλα από την πλώρη έσπασε τούς προτόνους στο πλοίο τού Οδυσσέως, ό ιστός έπεσε παρευθύς προς την πρύμνα και χτύπησε το κεφάλι τού κυβερνήτη, δηλαδή τού πηδαλιούχου. (Οδ. μ. 409 - 412).
Εκτός από τα σταθερά ήσαν και τα κινητά ξάρτια. Δηλαδή οι υπέρες (μαντάρια), με τις οποίες ανεβοκατέβαζαν το ιστίο, οι πόδες (σκότες) και οι κάλοι (τα γούμενα), πού χρησίμευαν αντιστοίχως για τον χειρισμό και την συστολή τού ιστίου. (Σχετικό Όδ. ε. 260 όπου «‘Εν δ’ υπέρας τε, κάλους τε πόδας τ’ ενέδησαν έν αυτή»). Σε ένα πάλι σημείο ό Οδυσσεύς κρατεί παρ’ όλη του την κούρασι ό ίδιος την υπήνεμη σκότα στο χέρι, προκειμένου το πανί να πιάση πιο καλά τον άνεμο και έτσι να φθάσουν πιο γρήγορα στην ποθητή πατρίδα. (Οδ. κ. 32- 33). Φαίνεται πώς ό επίτονος ήταν δυναμωμένος κι αυτό ίσως εξηγεί, γιατί υπήρχε ένας και όχι δυό, όπως οι πρότονοι. Αυτό όμως δεν πρέπει να το θεωρήσωμε απόλυτο, έφ’ όσον και τα άλλα ξάρτια και κυρίως οι κάλοι και οι πόδες (τα γούμενα και οι σκότες) κατασκευάζονταν από γερούς δερμάτινους ιμάντες. Τούτο μάς μαρτυρεί ό στίχος τής Οδύσσειας πού μνημονεύσαμε «έλκον δ’ ιστία λευκά ευστρέπτοισι βοεύσιν» (β. 426, ο. 291).
Πάντως τα σχοινιά, πού ήσαν και τα πλέον κοινά, απετελούντο από στριμμένες ίνες παπύρου ή από ίνες άλλου φυτού. (Σχετικά Όδ. φ. 390, 391 πάπυρος, Ίλ. Β. 135). Ήσαν ελαφρότερα και λιγώτερο ανθεκτικά από τούς δερμάτινους ιμάντες, για τούς οποίους κάνει λόγο ό Όμηρος στην Οδύσσεια (β. 426 και μ. 423). Σε ναυάγιο τής δεύτερης π.Χ. χιλιετηρίδος βρέθηκαν τρία είδη σχοινιών: δυό από ίνες χορταριού και τρίτο, μίγμα από ίνες χορταριού και φύλλα φοίνικος. Η λοιπή εξάρτυσις πού μετέφερε ένα πλοίο περιελάμβανε σχοινιά αγκυροβολίας (πείσματα = ρεμέντζες και πεισμάτια = μπαρούμες. Όδ. ζ. 269, ι. 136, κ. 96, 127, φ. 465) και κυρίως τα πρυμνήσια (= παλαμάρια ή πρυμάτσες), έφ’ όσον τα πλοία προσγιαλούντο με την πρύμνα. (ιδέ Ιλ. Α. 436, 476. Όδ. β. 418, ι, 137, 178, ο. 498).
Υπήρχαν επίσης πέτρινες άγκυρες «ευναί» (κρεβάτια), καθώς και κοντοί και πάσσαλοι από ξύλο (Οδ. ι. 487). Ακόμη μακρυά δόρατα για την μάχη («ναύμαχα ξυστά») (Ιλ. Ο. 388 - 389, 676 - 78). Για τα τελευταία γίνεται κυρίως λόγος στην Ιλιάδα. Τού Αίαντος το δόρυ είχε μήκος 11 μέτρα, ας μη ξεχνούμε όμως ότι μυθική ήταν και τού Αίαντος ή δύναμις.
Από τα γραφόμενα τού Ομήρου προκύπτει ότι στο μέσον περίπου τού πλοίου υπήρχαν παραπετάσματα (κουπαστή), για να προφυλάσσουν τούς κωπηλάτες από το κύμα και τον άσχημο καιρό. Υπάρχει μάλιστα ένας στίχος τού Αλκαίου «φαρξώμεθα ως ώκιστα (νάα)/ές δ’ έχυρον λιμένα δρόμωμεν» (= να φράξωμε το πλοίον το ταχύτερον δυνατόν και να σπεύσωμε σε ασφαλές λιμάνι). Και ό Αισχύλος μιλά για τις διπλώσεις τού ιστίου και τα παραπετάσματα τού πλοίου («στολμοί τε λαίφους και παραρρύσεις νεώς»). Υπήρχαν τέλος στην εξάρτυσι τού ομηρικού πλοίου σακκιά και πιθάρια, σταμνιά, ασκοί, τα οποία, όπως σημειώσαμε παραπάνω, χρησίμευαν για να αποθηκεύουν τις προμήθειες.


http://www.e-istoria.com/om22.html


Οι φωτογραφίες εστάλησαν  απο την Κρίστυ Εμίλιο Ιωαννίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου