Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΑΤΡΙΩΤΙΣΜΟΥ (Οι πατριωτικές πράξεις τού Μακρυγιάννη)

 
Του Αντωνίου Α. Αντωνάκου
Καθηγητού - Κλασσικού    Φιλολόγου
Ιστορικού - Συγγραφέως
Αντιπροέδρου του Συνδέσμου τών Απανταχού Λακώνων «Ο ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ»


Ο Μακρυγιάννης αποτελεί μία μοναδική περίπτωση αγωνιστή και πολιτικού άνδρα στην ιστορία τής επαναστάσεως τού 1821! Με έργο μεγάλο και λόγο μεστό! Με πάθος έκφρασης. Με λόγια γε­μάτα πειθώ, θέρμη και πίστη, με τα οποία απευθύνεται σε όλους, συμπολεμιστές, άρχοντες και απλό λαό, συμ­βουλεύοντας για τις ενέργειες σε κάθε μάχη, επαινώντας κάθε σωστή πράξη και καυτηριάζοντας κάθε κακή ενέργεια.
 Μετά το τέλος τού πολέ­μου, στα 1829, ο Μακρυγιάννης σε ηλικία τριάντα δύο ετών, έχοντας ήδη γίνει στρατηγός, θα μάθει γράμματα και θ’ αρχίσει να συγγράφει τα Απομνημονεύματα του. Το γιατί μας το λέει ο ίδιος με μεγάλη ταπεινοφροσύνη και πλήρη επίγνωση της αδεξιότητας του, χαρίζοντας με αυτόν τον τρόπο, όπως ο Θουκυδίδης στο έθνος του ένα «κτήμα ες αιεί». «Δεν έπρεπε να έμπω εις αυτό το έργον ένας α­γράμματος», γράφει ο Μακρυγιάννης «να βαρύνω τους τίμιους αναγνώστες και μεγάλους άντρες και σοφούς τής κοινωνίας και να τους βάλω σε βάρος, να τους κινώ την πε­ριέργεια τους και να χάνουν τις πολύτιμες στιμές εις αυτά».
Ο Μακρυγιάννης έχει μία μεγάλη ανάγκη να εκφράσει τα συναισθήματά του Διότι και στον νου και στην καρδιά και στην ψυχή του υπάρχει ένας ελληνικός κόσμος γεμάτος από ιδέες και συναισθήματα, που ψάχνει διέξοδο. Αυτός είναι και ο λόγος που στα ώριμα του χρόνια θα θελήσει να μάθει γράμματα και να κάνει αυτό «το γράψιμο το απελέκητο», ό­πως ο ίδιος το χαρακτηρίζει.
Ο Μακρυγιάννης έχει την γνώμη πως είχαν γίνει πολλά λάθη στα πολεμικά και μεταπολεμικά χρόνια και από στρατιωτικούς και από πολιτικούς αρχηγούς. Γι’ αυτό και τα τονίζει, όπως τονίζει και τα μεγάλα πολεμικά κατορθώματα τού ελ­ληνικού λαού, με Θουκυδίδεια σκέψη! «Δια όλα αυτά γράφω εδώ...», επισημαίνει, «δια να χρησιμεύουν αυτά όλα εις τους μεταγενεστέρους και να μάθουν να θυσιάζουν δια την πατρίδα τους και θρησκεία τους περισσότερη αρετή... Χωρίς αρετή και πόνο εις την πατρίδα και πίστη εις την θρησκεία τους έθνη δεν υπάρχουν». Μία συμβουλή προς τους σημερινούς ταγούς, που οι περισσότεροι φαίνεται να την έχουν ξεχάσει!
Ο σκοπός τής συγγραφής τού Μακρυγιάννη είναι πάνω από όλα λοι­πόν διδακτικός, για να μάθουν οι μεταγενέστεροι όχι μόνο από τα κατορ­θώματα των προγόνων τους, αλλά και από τα σφάλματα τους. Για τον Μακρυγιάννη, όπως για τον Θουκυδίδη, τα έργα των ανθρώπων πρέπει να χρησιμεύσουν για την παιδεία τού ελληνικού έθνους.
Από πού όμως αντλεί υλικό ο Μακρυγιάννης; Ό,τι γνωρίζει για την αρχαία ελληνική ιστορία, το πιο πιθανό είναι πως τα είχε ακούσει από μορφωμένους τής εποχής του. Από τον Όμηρο ξέρει τον Αχιλλέα. Ξέρει ακόμα λίγους στρατηγούς και λιγότερους πολιτικούς, καθώς και τα ονόματα τού Σωκράτη και του Πλάτωνα.
Κι όμως ο Μακρυγιάννης δεν έμεινε ένας απλός λαϊκός αφηγητής τών πραγμάτων. Στοχάσθηκε βαθιά πάνω στα έργα τού Θεού και των ανθρώπων, με λόγια παρόμοια με των μεγάλων αρχαίων προγόνων μας, τους οποίους όμως δεν γνώριζε, διότι ήταν αγράμματος. Γράφει για παράδειγμα κάπου ο αγνός πατριώτης: «Όσο αγαπώ την πατρίδα μου, δεν αγαπώ τίποτας! Να 'ρθει ένας να μου πει ότι θα πάγει ομπρός η πατρίδα, στέργομαι να μου βγάλει και τα δυο μάτια· ότι, αν είμαι στραβός και η πατρίδα μου είναι καλά, με θρέφει. Αν είναι η πατρίδα μου αχαμνά, δέκα μάτια να 'χω, στραβός θε να είμαι, ότι σ’ αυτείνη θα ζήσω». Κι όμως, η σκέψη τού Μακρυγιάννη σε αυτό το σημείο είναι ίδια με του Θουκυδίδη, όταν ο Περικλής στον «Επιτάφιο» λέει: «ε­γώ πιστεύω πως όταν η πόλη προκόβει ως σύνολο, ωφελεί τα άτομα πε­ρισσότερο παρά όταν τα άτομα σ’ αυτήν ευτυχούν, η ίδια όμως ως σύνο­λο καταστρέφεται· γιατί όταν ένας πολίτης ευτυχεί ως άτομο, όταν κατα­στραφεί η πατρίδα του, χάνεται κι αυτός το ίδιο μαζί της, ενώ, αν κακοτυχεί μέσα σε μια πόλη που ευτυχεί, σώζεται και ο ίδιος ευκολότερα»... Δεν έχω ακούσει παρόμοια λόγια σήμερα από πολιτικούς, παρά μόνο το παρανοϊκό υπουργικό «δεν με ενδιαφέρει αν χαθούν οι Έλληνες, με ενδιαφέρει να μη χαθεί η πατρίδα!!!», το οποίο βέβαια είναι τελείως διαφορετικό, διότι πολιτεία χωρίς πολίτες είναι μια νεκρή πολιτεία.
Ο Μακρυγιάννης επίσης χρησιμοποιεί την λέξη «αρετή», με την ίδια σημασία και περιεχόμενο που της έδιναν οι αρχαίοι Έλληνες, δηλαδή και την πολεμική και την πολιτική και την ηθική σημασία. Έλεγε συγκεκριμένα κάτι που σήμερα φαντάζει τόσο μακρυνό για να υπάρχει σε στόματα πολιτικών. Την πίστη στον Θεό και την αγάπη στην πατρίδα: «Εσύ, Κύριε, θ’ α­ναστήσεις τους πεθαμένους Έλληνες, τους απογόνους αυτεινών των περίφημων ανθρώπων, οπού στόλισαν την ανθρωπότη μ’ αρετή. Και με τη δύναμη Σου και τη δικαιοσύνη Σου θέλεις να ξαναζωντανέψεις τους πε­θαμένους. Και η απόφαση Σου η δίκια είναι να ματαειπωθεί Ελλάς, να λαμπρυνθεί αυτείνη και η θρησκεία τού Χριστού, και να υπάρξουν οι τί­μιοι και αγαθοί άνθρωποι, εκείνοι οπού περασπίζονται το δίκιον».
Η αγάπη όμως του Μακρυγιάννη δε γνωρίζει όρια, όταν μιλεί για τον απλό λαό, που είχε πάρει μέρος στον Αγώνα, τους αθάνατους Έλληνες, τον ευλογημένο λαό τής Ελλά­δας, όπως συνεχώς τούς χαρακτηρίζει! «Πατρίς», γράφει «να μακαρίζεις όλους τους Έλληνες, ότι θυσιάστηκαν δια σένα να σ’ αναστήσουνε, να ξαναειπωθείς άλλη μίαν φορά ελεύτερη πατρίδα, οπού ήσουνε χαμένη από τον κατάλογον τών εθνών. Όμως να θυμάσαι και να λαμπρύνεις εκείνους οπού πρωτοθυσιάστηκαν εις την Αλαμάνα πολεμώ­ντας με τόση δύναμη Τούρκων, κι εκείνους που αποφασίστηκαν και κλείστηκαν σε μια μαντρούλα με πλίθες, αδύνατη, εις το χάνι της Γραβιάς, κι εκείνους οπού λιώσανε τόση Τουρκιά και πασάδες εις τα Βασιλικά, κι ε­κείνους οπού αγωνίστηκαν σαν λιοντάρια εις την Λαγκάδα του Μακρυνόρου... Αυτείνοι σε ανάστησαν»... Σήμερα αυτούς τούς Έλληνες τους έχουν εξοστρακίσει από την ελληνική ιστορία. Γι’ αυτό ο Νίκος Γκάτσος γράφει στα «κατά Μάρκον» «στην παλιά μας την φυλλάδα (εννοεί παλιοφυλλάδα), που διαβάσαμε ξανά, τέτοιο όνομα, Ελλάδα, δεν υπάρχει πουθενά»!
Όμως σήμερα ζούμε και μία κατάσταση, που θυμίζει πολύ την μεταπελευθερωτική περίοδο. Τότε ο Μακρυγιάννης έβλεπε γύρω του τους παλιούς α­γωνιστές να γυρίζουν στους δρόμους γυμνοί και ξυπόλητοι, και τις χήρες των νεκρών τού πολέμου και τα ορφανά παιδιά τους να ζητιανεύουν. Παρόμοιες εικόνες ζούμε και σήμερα, βλέποντας Έλληνες τους οποίους οι πολιτικοί κατέστρεψαν και τους ανάγκασαν να ζουν στον δρόμο, να ψάχνουν στα σκουπίδια και να τρώνε στα συσσίτια. Όμως τότε ο Μακρυγιάννης έκανε κάτι που σήμερα είναι αδιανόητο για τα πολιτικά κόμματα, (πλην του ΛΑ.Ο.Σ, που συνέβαλε εμπράκτως στο ταμείο τής φτώχειας)  και τους πολιτικούς. Αποφάσισε ο σπουδαίος αυτός Έλληνας να βοηθήσει με κάθε τρόπο τον α­πλό λαό, από τον οποίο προέρχεται και ο ίδιος  και για τον οποίο νοιώθει μιαν απέραντη αγάπη. Διότι αυτό το ανώνυμο πλήθος τού ελληνικού λαού κατασπατάλησε την πε­ριουσία του και την ζωή του για τον Αγώνα χωρίς καμμία ιδιοτέλεια και έφθασε τελικά στο σημείο να δυστυχεί από την ανικανότητα ή και από την αδυναμία τών πολιτικών αρχών να τους παρασταθούν. Τι κάνει λοιπόν ο Μα­κρυγιάννης; Δεν περιορίζεται μόνο σε λόγια διαμαρτυρίας, όπως πολλοί κάνουν σήμερα υποκριτικά και εκ τού ασφαλούς πολλοί πολιτικοί αλλά για να ανακουφίσει τους πονεμένους αγωνιστές και τις ορφα­νεμένες οικογένειες, στα 1835 κάνει μιαν αναφορά στην Κυβέρνηση: «Επειδήτις όσοι αγωνίστηκαν πεθαίνουν από την πείναν και την ταλαιπωρίαν, καθώς και χήρες τών σκοτωμένων και παιδιά τους, τον μιστόν ο­πού μου δίνετε διατάξετε να μου κοπεί όλος και να τον δίνετε εις τους αγωνιστάς και χήρες κι αρφανά τών σκοτωμένων. Αποφασίζω να δικαιώσω τους αδικημένους». Μία φράση που, χωρίς να το γνωρίζει, υπήρχε στα πολιτικά κείμενα και στους επιτάφιους λόγους του 5ου και του 4ου π.Χ. αιώ­να, που συνεχώς ανέφεραν πως ένα από τα καυχήματα της αθηναϊκής δημοκρατίας ήταν ότι κάθε πολίτης είχε το δικαίωμα να βοηθεί τους αδικημένους. Ο Μακρυγιάννης, όμως, ως πραγματικός δημοκράτης αγωνιστής ο οποίος έχει επίγνωση τών δικαιωμάτων ενός λαού που πολέμησε και τυραννήθηκε, λέει προφητικά... «Από δικαιο­σύνη διψάγει η πατρίδα και ’λικρίνεια· όποιοι την κυβερνούνε, ο Θεός να τους φωτίσει και να τους οδηγήσει εις αυτό».  Και γνωρίζοντας την διαχρονική κοροϊδία τών κυβερνώντων ο Μακρυγιάννης ζητεί συνεχώς να γίνουν νόμοι «στέρεοι και πατρικοί», γνωρίζοντας πως μόνο η ευνομία σώζει τους λαούς. Λέει συγκεκριμένα... «δεν ήθελα χρήματα και βιό, ήθελα σύνταμα για την πατρίδα μου, να κυβερνηθεί με νόμους και όχι με το έτσι θέλω», δείχνοντας με το δάκτυλο αυτούς που σήμερα ψήφισαν τον νόμο «περί ευθύνης υπουργών», αυτούς που αγνόησαν τα σκάνδαλα και αυτούς που μας οδήγησαν με τις άφρονες πράξεις τους στο ΔΝΤ.
Ο πιο σημαντικός όμως στοχασμός τού Μακρυγιάννη, είναι αυτός, με τον οποίο κλείνω τούτες τις σκέψεις και που θα έπρεπε υποχρεωτικά να τον μαθαίνουν τα ελληνόπουλα στα σχολεία, για να γίνει οδη­γός της μετέπειτα πολιτικής τους ζωής. Κάτι που πρέπει να έχουν στο μυαλό τους και οι πολιτικοί, στους οποίους δίνω ευχή για το νέο έτος να κάνουν πράξη ως τελευταία τους ευκαιρία, την απόδοση δικαιοσύνης, την τιμωρία τών πραγματικών ενόχων και να πάψουν να φροντίζουν μόνο το «εγώ» τους! «Τούτην την πατρίδα την έχομεν όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς, και πλούσιοι και φτωχοί, και πολιτικοί και στρατιωτικοί, και οι πλέον μικρότεροι άνθρωποι. Όσοι αγωνιστήκαμεν αναλόγως ο καθείς, έχομεν να ζήσομεν εδώ. Το λοιπόν δουλέψαμε ό­λοι μαζί, και να μη λέγει ούτε ο δυνατός εγώ, ούτε ο αδύνατος. Ξέρετε πότε να λέγει ο καθείς εγώ; Όταν αγωνιστεί μόνος του και φτιάσει ή χα­λάσει, να λέγει εγώ. Όταν όμως αγωνίζονται πολλοί και φκιάνουν, τότε να λένε εμείς. Είμαστε εις το εμείς και όχι εις το εγώ!»...




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου