Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 21 - ΤΟ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟ ΚΑΙ ΟΙ ΜΟΝΕΣ ΕΠΙ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ


Από το αξεπέραστο έργο του Αποστόλου Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, Β’ τομ., Θεσσαλονίκη 1976.

Η θέση, ή δικαιοδοσία και ή αποστολή το οικουμενικού πατριαρχείου και των μητροπολιτών μέσα στον ορθόδοξο κόσμο.

Ποιά είναι τώρα ή θέση και ή δικαιοδοσία του Πατριάρχη και των άλλων εκκλησιαστικών αρχόντων ανάμεσα στους ορθοδόξους ραγιάδες τής οθωμανικής αυτοκρατορίας;

Οι χριστιανικοί πληθυσμοί αποβλέπουν προς τον ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη τους με εμπιστοσύνη, σεβασμό και δέος. Ντυμένος με το συνηθισμένο καλογερικό ράσο και φορώντας ένα μεγάλο κάλυμμα (σκιάδιο) από πίλημα, όπου ήταν ραμμένη μια φαρδιά χρυσή λωρίδα σε σχήμα σταυρού, ζει απλά και σεμνά μέσα στην περιοχή του πατριαρχείου (βλ. εικ. 11) με ετήσιο εισόδημα 200 δουκάτα (κατά τα μέσα του 16ου αιώνα) για την ενδυμασία, την διατροφή και τα βιβλία του. Το ποσόν αυτό συνάγεται από της εκκλησίες που υπάγονται στην δικαιοδοσία του. Επί τής πατριαρχείας του Μεθοδίου Γ’ (1668-1671), επειδή απαγόρεψαν στον Πατριάρχη και στους άλλους κληρικούς να φορούν σκιάδια, έβαλαν μικρά καλύμματα από κόκκινο βελούδο με κόκκινους σταυρούς. Τις εκκλησιαστικές του επαρχίες επισκέπτεται κάθε 5 χρόνια. Οι μοναχοί του πατριαρχικού οίκου μιλούν στον Πατριάρχη με σεβασμό, αλλά ελεύθερα και χωρίς φόβο, πράγμα πού κάνει εντύπωση στους ξένους - χαρακτηριστικό σημάδι της φιλελεύθερης ουσίας της ορθόδοξης Εκκλησίας.
Η αίγλη του πατριαρχικού αξιώματος επί τουρκοκρατίας εξηγείται από τις ιδιαίτερες συνθήκες, πού δημιουργήθηκαν μετά την Άλωση και οι οποίες εξύψωσαν πολύ το κύρος του. Τώρα ο πατριάρχης θεωρείται και ονομάζεται από τούς Τούρκους μ ι λ λ έ τ μ π α σ ή ς (εθνάρχης), ό ανώτατος δηλαδή εκκλησιαστικός και πολιτικός αρχηγός των ορθόδοξων χριστιανών, εφόσον κατά την τότε αντίληψη των μουσουλμάνων οι έννοιες θρησκεία και Έθνος ήταν ταυτόσημες. Και τις δύο συνυφασμένες τις εξέφραζε μιά μόνη λέξη, ή αραβική μ ι λ λ έ τ.
Αφού ό πατριάρχης μετά την Άλωση είναι εθνάρχης, ήταν επόμενο ή εξουσία πού του έδινε άλλοτε το νεώτερο ρωμαϊκό δίκαιο σε ζητήματα αστικού δικαίου, άμεσα ή έμμεσα συνδεόμενα με τον θρησκευτικό βίο, όχι μόνο να διατηρηθή, αλλά και ν’ αυξηθή. Ώστε δεν είναι πια μόνον ό ανώτατος εκκλησιαστικός και πολιτικός αρχηγός, αλλά και ό προστάτης των χριστιανών και ό κριτής όλων των ζητημάτων, πού δεν υπάγονται απ’ ευθείας στην δικαιοδοσία του τουρκικού κράτους, δηλαδή του γάμου, διαζυγίου, κληροδοτημάτων, διαθηκών, καθώς και διαφόρων άλλων, πού γέννιουνται από τις καθημερινές ανάγκες, π.χ. μικροκλοπών και άλλων πταισμάτων. Έτσι ή δικαιοδοσία του Πατριάρχη ξαπλώνεται σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής των χριστιανών, πράγμα πού τον κάνει αληθινό κυρίαρχό τους. Ενώ λοιπόν κατά την διάρκεια της βυζαντινής αυτοκρατορίας ό πατριάρχης ήταν πνευματικός αρχηγός με δικαιοδοσία και εξουσία κυρίως εκκλησιαστική, τώρα ασκεί και κοσμική. Η μεταβολή αυτή συντελεί στην ανάπτυξη του νέου οργανισμού τής Εκκλησίας επί τουρκοκρατίας με αποτέλεσμα ν’ αποκτήση ό πατριάρχης μεγαλύτερο κύρος και γόητρο απέναντι του ποιμνίου του. Κατ’ αναλογίαν εξυψώνεται και ή θέση των μητροπολιτών, οι οποίοι ονομάζονται επίσης μ ι λ λ έ τ μ π α σ ή δ ε ς των εκκλησιαστικών επαρχιών, τις οποίες διοικούν. Οι μεγάλες τουλάχιστον μητροπόλεις αποτελούν μικρογραφία της πατριαρχικής αυλής και σώζουν παλιά θρησκευτικά έθιμα και την θερμή ατμόσφαιρα του Βυζαντίου. Έτσι π.χ. στην Θεσσαλονίκη διαπιστώνουμε ακόμη και τον Φεβρουάριο του 1502 το προνόμιο ορισμένων εκκλησιαστικών αρχόντων τής μητρόπολης - κατά παλιά πατριαρχική παραχώρηση (1347) - να φορούν σταυρό επάνω στο κάλυμμα τής κεφαλής τους. Στην Κωνσταντινούπολη σταυροφόροι ήταν εκείνοι πού λειτουργούσαν (και φορούσαν σταυρό) στα καλύμματά τους μόνο στις μεγάλες γιορτές, αλλά συνήθως παρέλειπαν να το κάνουν, γιατί φοβούνταν τούς Τούρκους.
Για να ασκούν ό πατριάρχης και οι μητροπολίτες την κοσμική τους εξουσία, έχουν και δικαιοδοσία επιβολής κυρώσεων, δηλαδή την δύναμη να τιμωρούν τούς απειθείς με φυλάκιση ή εξορία. Για την απονομή της δικαιοσύνης στηρίζονται : 1) στους θείους και ιερούς κανόνες, δηλαδή στο κανονικό δίκαιο• 2) στην νομοθεσία των βυζαντινών αυτοκρατόρων, κυρίως στην Εξάβιβλο του Αρμενοπούλου• 3) στους όρους, τόμους, σιγίλλια, υπομνήματα, εγκυκλίους και αποφάσεις του οικουμενικού πατριαρχείου• και 4) στα τοπικά έθιμα.
Ο πατριάρχης όμως δεν είναι ό ανεξέλεγκτος μονάρχης της Εκκλησίας. Είναι υπόλογος απέναντι του σουλτάνου, ό οποίος βέβαια δεν του φέρνει εμπόδια στην άσκηση της μεγάλης πνευματικής εξουσίας, αλλά τον θεωρεί υπεύθυνο για την διαχείριση των γενικότερων ζητημάτων της Εκκλησίας και για την διοίκηση του ποιμνίου του.
Η ανύψωση του κύρους του οικουμενικού πατριαρχείου είχε ως αποτέλεσμα να διαταραχθή ή ισότητα τής εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας του ως προς την αντίστοιχη των τριών άλλων πατριαρχών τής Ανατολής, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας. Είχε βέβαια πάντοτε ό οικουμενικός πατριάρχης το τιμητικό προβάδισμα, αλλά κατά τα άλλα ήταν ίσος με τούς άλλους (primus inter pares). Τώρα, επειδή κατοικεί στην έδρα του σουλτάνου και θεωρείται απ’ αυτόν ως ό ανώτατος εκπρόσωπος των ορθοδόξων, βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση απέναντι των άλλων, οι οποίοι έχουν ανάγκη από την βοήθεια και την παρέμβασή του κοντά στους ισχυρούς τής Πύλης και στον ίδιο τον σουλτάνο για την επίλυση των διάφορων ζητημάτων τους. (Έτσι αναγκάζονται να δέχωνται τις αποδείξεις τους και κατ’ αυτήν ακόμη την εκλογή των υποψήφιων αξιωματούχων μέσα στην περιοχή της δικαιοδοσίας τους). Συχνή μάλιστα είναι ή παρουσία του πατριάρχη των Ιεροσολύμων στην Κωνσταντινούπολη. Απ’ αυτή προέκυψε ή αδόκιμη έκφραση τ α π α τ ρ ι α ρ χ ε ί α για το οικουμενικό πατριαρχείο. Η κατάσταση αυτή συνεχίζεται ως τα 1856, οπότε το κάθε πατριαρχείο αποκτά τον ιδιαίτερό του καταστατικό χάρτη και την ανεξαρτησία του.
Η δικαιοδοσία του οικουμενικού πατριαρχείου εκτείνεται σε όλη την Μικρά Ασία, στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου, στις χώρες της χερσονήσου του Αίμου, στην Βλαχία, Μολδαβία και στην Ρωσία. Πρέπει όμως να σημειωθή ότι πολλές μητροπόλεις και επισκοπές των ελληνικών χωρών έχουν εξαφανιστή, γιατί οι έδρες τους έχουν εγκαταλειφθή από τούς χριστιανούς και πέσει σε ερείπια, ιδίως στην Μ. Ασία• οι περιοχές τους κατοικούνται πια από μουσουλμάνους. Έτσι π.χ. από τις 10 επισκοπές τής μητρόπολης τής Αθήνας έχουν μείνει 6, ενώ από τις 16 τής Ηρακλείας μόνον 5, Ραιδεστού, Πανίδου, Μετρών και Αθύρων, Τυρολόης και Μυριοφύτου.
Η ενιαία και εκτεταμένη δικαιοδοσία του πατριάρχη συντελούσε στην ψυχική ένωση των Ελλήνων τής οθωμανικής αυτοκρατορίας με τούς ομοεθνείς του εξωτερικού, κυρίως τής Βενετίας και των ελληνικών κτήσεών της, Κύπρου, Κρήτης και Ιόνιων νησιών.
Ο πατριάρχης Ιεροσολύμων, ό οποίος ποιμαίνει τούς ορθοδόξους τής Παλαιστίνης, είναι ό πιο αξιοσέβαστος ύστερ’ από τον οικουμενικό πατριάρχη, γιατί το πρόσωπό του το αγλαΐζει ή λάμψη του Παναγίου Τάφου. Κοινός ό πόθος των ορθοδόξων να επισκεφθούν τούς Αγίους Τόπους. Και όταν κάποτε το αξιωθούν, ή τιμή τους είναι μεγάλη ανάμεσα στους συμπατριώτες τους και ή λέξη χ α τ ζ ή ς (προσκυνητής) μπαίνει ως πρώτο συνθετικό του οικογενειακού τους επιθέτου. Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας ποιμαίνει τούς ορθοδόξους τής Αιγύπτου και της Αραβίας με έδρα το Κάιρο, όπου το οίκημά του δεν είναι μικρότερο από το αντίστοιχο τής Κωνσταντινούπολης• ό πατριάρχης Αντιόχειας με έδρα την Δαμασκό χειραγωγεί τούς ορθοδόξους της Συρίας, Βηρυτού, Τρίπολης, Χαλεπίου και άλλων τόπων τής Ασίας. Όλοι πληρώνουν έναν ορισμένο φόρο στον σουλτάνο. Η γλώσσα τής λειτουργίας γενικά στην Ανατολή, στην Συρία και Αίγυπτο, είναι ή ελληνική, αλλά τα κηρύγματα στις δύο τελευταίες χώρες γίνονται στην αραβική. Το αντίστοιχο γίνεται και με τούς Αρμενίους.
Πριν κλείσουμε το κεφάλαιο αυτό, είναι ανάγκη να επισημάνουμε ένα ιστορικό φαινόμενο πού παρατηρείται στην δικαιοδοσία του οικουμενικού πατριαρχείου και το οποίο απορρέει από την εξαφάνιση των ορθοδόξων μεσαιωνικών κρατών τής χερσονήσου του Αίμου και τής Μ. Ασίας: με το πέρασμα δηλαδή των χρόνων οι εθνικές συνειδήσεις των κατοίκων τους εξασθενούν, αποναρκώνονται, και στην θέση τους αναπτύσσεται και επιβάλλεται ή επικρατέστερη συνείδηση του ενιαίου συνόλου των χριστιανών ραγιάδων απέναντι των κατακτητών, ή υπερεθνική συνείδηση του χ ρ ι σ τ ι α ν ο ύ. Ίσως μάλιστα οι Έλληνες κληρικοί είναι οι κύριοι παράγοντες τής μεταβολής αυτής, γιατί θέλουν ν’ αποφύγουν την σύγχυση πού προκαλεί ή χρήση του ονόματος «Έλλην», το οπαίο παρά την εξάπλωσή του κατά τον 14ο και 15° αιώνα διατηρεί παράλληλα και την έννοια του ειδωλολάτρη. Χαρακτηριστικά ό ίδιος ό Γεννάδιος, πού χρησιμοποιεί το όνομα «Έλλην» και με τις δυό σημασίες και θεωρεί τον εαυτό του «Ελλήνων παίδα», διακηρύσσει ότι, αν και μιλή ελληνικά, δεν θα έλεγε ποτέ ότι είναι Έλληνας, γιατί δεν έχει τις ίδιες αντιλήψεις - εννοεί βέβαια κυρίως τις θρησκευτικές - με εκείνους, και ότι, αν τον ρωτούσε κανείς τι είναι, θα απαντούσε ότι είναι χριστιανός, γιατί θέλει να ονομάζεται σύμφωνα με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις.
Η συνείδηση του χριστιανού κατ’ αντίθεση προς την αντίστοιχη του μουσουλμάνου ενώνει τούς ορθόδοξους λαούς τής Ανατολής με στενούς δεσμούς και συντηρεί το εκπολιτιστικό έργο του Βυζαντίου. Έτσι κατά την διάρκεια τής τουρκοκρατίας αναπτύσσεται ανάμεσά τους τόση ενότητα και ομοφροσύνη, όση ούτε και στον καιρό τής πιο μεγάλης ακμής τής βυζαντινής αυτοκρατορίας, όπως παρατηρούσε εύστοχα ό Παπαρρηγόπουλος, ό οποίος μέμφεται κυρίως τούς πατριάρχες, αλλά και τούς άλλους εκκλησιαστικούς, πνευματικούς και πολιτικούς αρχηγούς του ελληνικού έθνους, ότι δεν εκμεταλλεύτηκαν συστηματικά το μεγάλο γόητρο και την επιρροή τους, ιδίως κατά τούς δύο πρώτους σκοτεινούς αιώνες, για να εξελληνίσουν τούς ξενόφωνους, αλλά ομόδοξους Σέρβους, Βουλγάρους, Αλβανούς και Αρμενίους. Παραγνωρίζει όμως ότι ή ορθόδοξη Εκκλησία ακολουθούσε την μεγάλη εκκλησιαστική της παράδοση, την οικουμενική της αποστολή: απέβλεπε δηλαδή στην διάδοση και στην στερέωση τής ορθοδοξίας και ενδιαφερόταν μόνο για τον θρησκευτικό και τον ηθικό διαφωτισμό των κατοίκων των βαλκανικών χωρών.

Τα μεγάλα μοναστικά κέντρα τής ορθοδοξίας στις ελληνικές χώρες: Άγιον Όρος και Μετέωρα.

Εκτός από τα πατριαρχεία (ιδίως το οικουμενικό) και τις κατά τόπους μητροπόλεις και επισκοπές, εκκλησιαστικά κέντρα με άμεση επίδραση στις ψυχές των πιστών είναι οι μονές, προ πάντων οι μεγάλες μοναστικές κοινότητες του Αγίου Όρους και των Μετεώρων, πολυύμνητες για το ιδεώδες φυσικό περιβάλλον, πού εξασφαλίζουν την μόνωση και μεταρσιώνουν τον νου προς το θείο. Πραγματικά, όπως ό Άθως με την επιβλητική του ανύψωση ως τα σύννεφα, ως τον ουράνιο θόλο, έτσι και τα Μετέωρα, οι δυνατά ριζωμένοι στην γη θαυμαστοί βράχοι, πού ξεπετάγονται με ορμή προς τα άνω, συμβολίζουν την τάση για έξαρση, για πρόσμειξη με το θείο. Από τα κέντρα αυτά, ιδίως από το πρώτο, πού βρίσκεται σε πνευματική επαφή με όλα τα μοναστήρια των ελληνικών χωρών, ακτινοβολεί ή φλόγα τής ορθοδοξίας προς κάθε κατεύθυνση. Από αυτά ξεκινούν, ιδίως προς τις δυτικές ελληνικές χώρες Μακεδονία και Ήπειρο, ευσεβείς μοναχοί, πού πορεύονται εκούσια προς το «μαρτύριον» ή προς την «ερημίαν», για να ιδρύσουν μονές και να τονώσουν με την διδασκαλία και με το παράδειγμά τους τούς τρομοκρατημένους και απελπισμένους χριστιανικούς πληθυσμούς. Χαρακτηριστική είναι ή κτίση πολλών νέων μονών επάνω στην Πίνδο, ιδίως από τα μέσα του 17ου αιώνα, ως τα Άγραφα κάτω.
Για το Άγιο Όρος έχουν γραφή εκατοντάδες βιβλία και χιλιάδες άρθρα, αλλά ελάχιστα απ’ αυτά προσφέρουν ακριβή και θετικά στοιχεία . Αισθητή είναι ακόμη ή έλλειψη ενός μεγάλου συνθετικού έργου, ιδίως τής εποχής τής τουρκοκρατίας, το οποίο να χρησιμοποιή ευρύτατα τα έγγραφα των αρχείων τής αντίστοιχης περιόδου (πού μένουν σχεδόν απρόσιτα στον ερευνητή) με την προσπάθεια να εισδύση στην ουσία του μοναχικού βίου, στους κλυδωνισμούς τής ψυχής των μοναχών και στους πνευματικούς των αγώνες.
Τις πιο πρώιμες, αλλά και ενδιαφέρουσες περιγραφές για το Άγιον Όρος τις έχουμε από Ρώσους προσκυνητές πού με πολλές λεπτομέρειες, όπου ή αλήθεια συχνά χάνεται μέσα στον μύθο, μιλούν για την κατάσταση και την ιστορία των μονών, για τα μετόχια και τα κτήματά τους στην Χαλκιδική και στην περιοχή τής Θεσσαλονίκης (βλ. σ. 216-217 χάρτη Χαλκιδικής με τα μετόχια πού είχε το Άγιον Όρος κατά τα πρώτα τη μετά την άφιξη των προσφύγων*), για τούς θησαυρούς πού κρύβουν, για τα ποικίλα και πολύτιμα δώρα βυζαντινών βασιλέων, για τα άγια λείψανα και τα θαύματά τους, και για άλλα ενδιαφέροντα πράγματα πού όλα μαζί συνθέτουν την θρησκόληπτη ατμόσφαιρα της εποχής. Κατά τα τέλη του 15ου αιώνα ό Ρώσος προσκυνητής Ησαϊας μνημονεύει τα μισά σχεδόν μοναστήρια ως σλαβικά και αρβανίτικα: Δοχειαρίου, Γρηγορίου, Αγ. Παύλου, ένα κοντά στον Αγ. Παύλο αφιερωμένο στον Αγ. Ιωάννη τον Θεολόγο (εννοεί ασφαλώς την μονή Διονυσίου), Χιλανδαρίου σερβικά, Παντελεήμονος ρωσικό, Σίμωνος Πέτρας βουλγαρικό, Καρακάλλου και Φιλοθέου αρβανίτικα. Του Ζωγράφου, Κασταμονίτου, Ξηροποτάμου και Κουτλουμουσίου δεν τα προσδιορίζει, ενώ τής Λαύρας, Βατοπεδίου, Παντοκράτορος και Σταυρονικήτα τα ονομάζει ρητά ελληνικά. Νομίζω ότι ή πληροφορία του είναι αξιόπιστη και χαρακτηρίζει την ελεύθερη πια διακίνηση των σκλαβωμένων χριστιανικών λαών μέσα στον χώρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και ιδίως την κάθοδο των Σλάβων και Αλβανών (πιθανότατα Βορειοηπειρωτών), όχι μόνο γεωργών, αλλά και μοναχών προς την Βόρεια Ελλάδα, Μακεδονία και Θράκη. Την γνώμη μου αυτή την επιβεβαιώνουν δύο έγγραφα τής «Συνάξεως»: το ένα, του 1399, το υπογράφουν σλαβικά μόνον οι αντιπρόσωποι του Χιλανδαρίου και Διονυσίου, ενώ το άλλο, του 1505 (σύγχρονο δηλαδή του Ησαϊα), το υπογράφουν 18 αντιπρόσωποι, από τούς οποίους οι 11 βάζουν την υπογραφή τους στα σλαβικά. Δηλαδή κατά τον 15ο αι. και ιδίως μετά την Άλωση οι μονές του Αγ. Όρους αριθμούν πολλούς Σλάβους μοναχούς. Γι’ αυτό και από τις αρχές του 16ου αι. παρατηρείται κάποια αντίδραση ορισμένων Ελλήνων μοναχών εναντίον του εκσλαβισμού των μονών, αν κρίνουμε από ορισμένες ενδείξεις πού θα αναφέρουμε σε άλλα μέρη. Ο ελληνισμός φοβισμένος αρχίζει ν’ αμύνεται.
Εκτός από τις περιγραφές των Ρώσων προσκυνητών, σύντομες, αλλά θετικές, είναι οι πληροφορίες του Pierre Belon, ό οποίος φλέγεται από την επιθυμία να επισκεφθή τον ιερό εκείνο τόπο και να γνωρίση την ιδιότυπη ζωή των μοναχών. Ενθουσιασμένος από το φυσικό περιβάλλον σημειώνει ότι δεν γνωρίζει άλλον τόπον πιο κατάλληλο για μόνωση.
Αν κάποιος έλθη στο Άγιο Όρος, για να γίνη καλόγερος, και έχη κάποια περιουσία, τότε και αυτή ενσωματώνεται στην περιουσία του μοναστηριού. Το κακό όμως είναι ότι οι υποψήφιοι μοναχοί κείρονται συνήθως αδοκίμαστοι και αμέσως κατόπιν στέλνονται σε διάφορες αγροτικές εργασίες, σε κοπάδια ζώων, μύλους κ. λ. με αποτέλεσμα να φθείρωνται οι ψυχές τους.
Οι 6.000 μοναχοί ζουν σε 24 παλιά μοναστήρια σκορπισμένα εδώ και εκεί, καλοχτισμένα και οχυρωμένα με ψηλά τείχη, για ν’ αντιστέκωνται στις επιδρομές των πειρατών, αν και συνήθως αυτοί - ακόμη και οι Τούρκοι - δεν τα πειράζουν.
Όλοι οι μοναχοί είναι ντυμένοι φτωχικά και εργάζονται. Ξεκινούν κάθε πρωί για τις δουλειές τους με το δισάκκι τους ριχμένο στον ώμο γεμάτο παξιμάδια και μερικά κρομμύδια και με τα εργαλεία τους στο χέρι, τσάπα, σκαπάνη ή κλαδευτήρι. Άλλοι τσαπίζουν τ’ αμπέλια, άλλοι κόβουν ξύλα και άλλοι κάνουν καράβια. Άλλοι πάλι κλώθουν μαλλί ή είναι ράφτες, τσαγκάρηδες, κτίστες, ξυλουργοί κ. λ.. Κάνουν ωραία ξύλινα κουτάλια, ξυστριά για την ράχη, κύπελλα, δίσκους ποικιλόχρωμους και άλλα ωραία αντικείμενα, βιοτεχνία πού επιζεί ακόμη ως σήμερα.
Οι μοναχοί δεν τρώγουν κρέας, ακόμη και ψάρια, ιδίως την Σαρακοστή. Αρχίζουν με κρομμύδια ωμά και σκόρδα. Η κύρια τροφή τους είναι ελιές και κουκκιά βρεγμένα. Τελειώνουν με ρόκα και κάρδαμο. Φιλοξενούν τούς επισκέπτες δωρεάν. Επειδή θεωρούνται ότι τηρούν αυστηρότατα τούς κανόνες του μοναχικού βίου, οι ορθόδοξοι λαοί, όπου και αν κατοικούν, στα Βαλκάνια, στην Ρωσία, στην Πολωνία, στον Καύκασο, στην Μιγγρελία κ. λ., τούς σέβονται πολύ περισσότερο από τούς άλλους μοναχούς. Ακόμη σέβονται ιδιαίτερα και εκείνους τούς μοναχούς του Σινά, του Λιβάνου, των ερήμων της Συρίας κ. λ., πού έμειναν ένα διάστημα στο Άγιο Όρος. Αλλά και όλοι γενικά αναγνωρίζουν την αγιότητα του Όρους και σέβονται βαθύτατα ιδίως τούς ασκητές. Οι μοναχοί πληρώνουν κεφαλικό φόρο (κοινώς λεγόμενο χαράτς) 3 τάλληρα κάθε χρόνο κατά κεφαλή. Αγοράζουν με δικά τους χρήματα τα ρούχα τους και τα απαραίτητα εργαλεία, για να καλλιεργούν την γη τα μοναστήρια έχουν εισοδήματα από διάφορες χώρες της ορθοδοξίας, κυρίως από την Ρωσία και την Βλαχία. Συχνά μάλιστα στέλνουν μοναχούς στο εξωτερικό, για να ζητήσουν την ελεημοσύνη των χριστιανικών λαών. Αυτοί είναι οι λεγόμενοι «ταξιδιώτες». Η έξοδος αυτή, πού οι ζηλωτές του αυστηρού πνεύματος την κατακρίνουν ως διαλυτική του μοναχισμού, διαρκεί συνήθως δύο τρία χρόνια. Μετά την επιστροφή τους παραδίδουν τα χρήματα στον σκευοφύλακα του κάθε μοναστηριού, ό οποίος αντιμετωπίζει τις διάφορες ανάγκες και τα υπόλοιπα τα κρατεί για να πληρώση τα έξοδα ενός άλλου ταξιδιού.
Οι μοναχοί πού κινούν την περιέργεια μαζί και τον θαυμασμό του κόσμου είναι οι ερημίτες, εκείνοι δηλαδή πού, ύστερ’ από συμβίωση πολλών ετών στο μοναστήρι, αναχωρούν ένας - ένας χωριστά στην «έρημον», όπου περνούν τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους σιωπηλοί με την σκέψη τους στραμμένη προς το θείο, τρώγοντας τρεις ή δύο ή και μία φορά την εβδομάδα μόνο ψωμί ή χόρτα, ρίζες και κάστανα. Αυτοί συνήθως είναι οι οραματιστές προφητειών.
Από τούς μεταγενεστέρους ξένους περιηγητές πού μας πληροφορούν για τον Άγιον Όρος ό πιο αξιόπιστος είναι ό Άγγλος John Covel, ό πρώτος Άγγλος πού το επισκέφθηκε επί Τουρκοκρατίας, στα 1677. Ο Covel (σ’ αυτόν βασίζεται ό Ricaut) περιγράφει τα μεγαλύτερα μοναστήρια και δίνει ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την οργάνωση του Όρους και ιδίως για τα αξιώματα και την διοίκηση τής Λαύρας. Αναφέρει ότι ό οικουμενικός πατριάρχης δεν επεμβαίνει στην εσωτερική διοίκηση, αλλά μόνο διορίζει κατά παράδοση τον αρχιερέα, τον μητροπολίτη Ιερισσού και Αγ. Όρους, ό οποίος είναι υπό τον Θεσσαλονίκης και μένει άλλοτε στις Καρυές και άλλοτε στην Σιδερόκαψα. Έχει σωθή μάλιστα και δημοσιευθή μπεράτι σχετικό με τον διορισμό μητροπολίτη του Αγίου Όρους στα 1482.
Ο πραγματικός ανώτατος εκκλησιαστικός άρχοντας του τόπου είναι ό Πρώτος. Αυτός καθήκον έχει να εποπτεύη τα διασπαρμένα στο Αγ. Όρος κελλιά των αναχωρητών και σε κοινές συνεδρίες στο Π ρ ω τ ά τ ο ν στις Καρυές μαζί με τούς γέροντες των κελλιών να διαλύη τις έριδες των μοναχών και των μονών. Ο Πρώτος παύει να εμφανίζεται κατά τα τέλη του 16ου αιώνα.
Την θέση του Πρώτου την παίρνουν τώρα οι «γέροντες της Συνάξεως» ή «επιστάται». Είναι οι αντιπρόσωποι των μονών στο Πρωτάτο. Έτσι σχηματίζεται εκεί ένα είδος γενικής συνέλευσης, ή σημερινή «Σύναξις», πού εξετάζει τα ζητήματα πού ενδιαφέρουν την μοναστική κοινότητα.
Στις Καρυές εδρεύει Τούρκος αγάς με δύο ή τρεις άνδρες, για να προστατεύουν τις μονές από τις καταπιέσεις των άλλων Τούρκων, ειδικά των ναυτικών τής Μπαρμπαριάς. Ο αγάς (από το σώμα των μποσταντζήδων) διορίζεται από τον μποσταντζή μπασή ως αντιπρόσωπός του και μένει στην θέση αυτή δυό χρόνια. Η ετήσια μισθοδοσία του επιβαρύνει τούς μοναχούς. Ακόμη κάθε μονή τον προσκαλεί στην πανήγυρη του ναού της και (εκτός από την διατροφή αυτού και τής ακολουθίας του) του δωρίζει ένα πουγγί με νομίσματα ανάλογα με την οικονομική της αντοχή.
Ως προς την εσωτερική διοίκηση, ορισμένες μονές, ιδίως Λαύρας και Βατοπεδίου κατά τον 16ο αι. για διάφορους λόγους, κυρίως οικονομικούς, εγκαταλείπουν το κοινοβιακό καθεστώς και υιοθετούν το ιδιόρρυθμο σύστημα ή το μεικτό ιδιόρρυθμο. Το καθεστώς αυτό ενισχύθηκε επί Ιερεμία Β’ και αυτό γενικά, φαίνεται, ακολούθησαν τα μοναστήρια παρά τις διαμαρτυρίες ορισμένων ασκητικών μορφών και τις προσπάθειες τους για την επαναφορά του κοινοβιακού θεσμού.
Το παρακάτω απόσπασμα πράξεως τής μονής Λαύρας, πού έχει συνταχθή στις αρχές του 18ου αι., προσπαθεί να δικαιολογήση με τα εξής την παρέκκλιση από τα αυστηρά τυπικά του Αγίου Αθανασίου:

«Δεν μάς συγχωρεί την σήμερον (ή έπαρσις τής αθεΐας και το βαρβαρικόν ξίφος) φροντίζειν ποσώς περί των τοιούτων παραδόσεων, ως περιττών όντων εν τω παρόντι καιρώ, οπού το ευαγγέλιον τής χάριτος υβρίζεται και καταπατείται και αντιλέγεται φανερώς υπό των απίστων. Φυλάττειν δε μόνον τον όρον και την τάξιν τής ευσεβείας και τον αγιασμόν του Πνεύματος, όπως μη επέλθη εφ’ ημάς καμμία εγκατάλειψις από της εξωτερικής αρπαγής και συγχύσεως τότε ούτε κανόνες, ούτε τύποι Πατέρων βοηθήσαι όλως ισχύσουσιν ημίν. Εν τούτοις μόνοις ζητείν την ασφάλειαν το γε νυν έχον και τα λοιπά παρατρέχειν ως μη χρησιμεύοντα εις τον παρόντα αιώνα, του παλαιού καιρού εκείνα πάντα τυγχάνοντα αξιώματα και θεωρίαι και μελετήματα».


Πραγματικά οι μονές του Αγίου Όρους (αλλά και όλες οι μονές) υποφέρουν από την έλλειψη ασφάλειας κατά τούς πρώτους αιώνες τής τουρκοκρατίας, από καταπατήσεις των γαιών τους από γειτονικούς Τούρκους σπαχήδες ή από παραβιάσεις των δικαιωμάτων τους , από πειρατείες, ληστείες, από προστριβές μεταξύ τους για τα όρια των κτημάτων τους κ. λ. με αποτέλεσμα πολλές να διαλύωνται και να ερειπώνωνται ή να πέφτουν σε μεγάλα χρέη και φτώχεια. Μεγάλο πλήγμα κατά των μονών ήταν ιδίως ή κατάσχεση των μετοχίων και των άλλων κτημάτων τους στα 1568, για την οποία έχουμε με κιόλας μιλήσει. Σχετικά το έτος ακριβώς εκείνο συστατικό έγγραφο του πατριάρχη Τιμοθέου προς τον μοναχό Δανιήλ Καστρήσιο, πού βγαίνει για «ζητεία» στην Δυτική Ευρώπη για την μονή των Ιβήρων, μιλεί για αβάσταχτα χρέη της και τόκους και κοντά σ’ αυτά για την μεγάλη ζημιά πού έπαθαν τον προηγούμενο χρόνο από τούς Τούρκους, οι οποίοι τους είχαν κατηγορήσει ότι εφοδίαζαν τούς Φράγκους με τρόφιμα .

Η ακμή πού είχαν γνωρίσει τα μοναστήρια επί τών βυζαντινών βασιλέων δεν επρόκειτο πια να ξαναγυρίση. Γι’ αυτό τόσον αυτά, όσο και τα άλλα, έστελναν απεσταλμένους στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού, οι οποίες τα βοηθούσαν, όπως μπορούσαν πολλοί επίσης ορθόδοξοι ηγεμόνες, ιδίως τής Ρωσίας, τής Βλαχίας και Μολδαβίας ή και φιλόθρησκοι ιδιώτες έστελναν συχνά χρήματα για ν’ ανακουφίσουν τις μονές ή να εξοφλήσουν τα χρέη τους, καθώς και άλλα αφιερώματα, κεντητούς επιτάφιους, χειρόγραφα
ευαγγέλια ή άλλα χειρόγραφα και έντυπα θεολογικά βιβλία (τυπωμένα στα τυπογραφεία των ρουμανικών μονών ή πόλεων, Ιασίου, Βουκουρεστίου, Ρύμνικ, Τιργκόβιστε και Σναγκόβ), αναλάμβαναν την προστασία ορισμένων μονών, έκτιζαν ή επισκεύαζαν διάφορα οικοδομήματα και γενικά διατηρούσαν ποικίλες πνευματικές σχέσεις μαζί τους. Ειδικά με τις ρουμανικές χώρες οι σχέσεις ήταν στενές. Πολλοί Αγιορείτες έρχονταν στην Μολδαβία και Βλαχία, καθώς και Ρουμάνοι κατέβαιναν και μόναζαν σε διάφορες μονές του Αγ. Όρους.
Οι Φαναριώτες ηγεμόνες, πού διαδέχονται στα 1711 τούς Βλάχους και Μολδαβούς στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, δεν είναι τόσο γενναιόδωροι, όσο οι προκάτοχοί τους, γιατί ούτε τον πλούτο ούτε την πολιτική δύναμη εκείνων έχουν. Πάντως οι μονές του Αγ. Όρους, αλλά και άλλα εκκλησιαστικά ιδρύματα (μονές Μετεώρων, πατριαρχεία Ιεροσολύμων κ. λ.) με τις δωρεές είτε των ηγεμόνων είτε και των ιδιωτών αποκτούν στην Βλαχία και Μολδαβία μονές, εκκλησίες, μετόχια και άλλα ακίνητα, με λίγες λέξεις τεράστια κτηματική περιουσία, ή οποία μετά την ανεξαρτησία των χωρών εκείνων δημιούργησε το μεγάλο μοναστηριακό ζήτημα.
Παρά ταύτα ή οικονομική κατάσταση των μονών του Άθω συνεχώς χειροτερεύει εξ αιτίας των αβάσταχτων φόρων και τόκων. Τα πολλά χρέη πού είχε συνάψει ή Ιερά Κοινότητα έφεραν τα μοναστήρια σε εξαθλίωση γύρω στα 1600.
Η κατάσταση επιδεινώνεται μετά τον κρητικό πόλεμο (1645 - 1669) ως τα μέσα του επόμενου αιώνα, οπότε με την οικονομική, πνευματική και πολιτική άνοδο των Ελλήνων, αλλά και με την αφιλοκερδή γενναιοδωρία ιδίως των ηγεμόνων της Βλαχίας και Μολδαβίας αρχίζει νέα περίοδος οικονομικής και πνευματικής ακμής. Κτίζονται νέες οικοδομές με κύρια ύλη τα τούβλα ή με τούβλα και πελεκημένες πέτρες. Πολλά όμως κτήρια των μονών, μεγάλων ή μικρών, καθώς και σκήτες και κελλιά κτίστηκαν τις παραμονές τής ελληνικής επανάστασης του 1821, μετά τις 2 Σεπτεμβρίου 1820, οπότε καταρρακτώδης βροχή είχε κάνει μεγάλες καταστροφές στο Άγιον Όρος.
Κατά τον 18° και αρχές του 19ου αι., ιδίως μεταξύ 1784 - 1813, οκτώ από τα μικρά μοναστήρια του Άθω, του Ξενοφώντος, Εσφιγμένου, Σίμωνος Πέτρας, Ρωσικό, Διονυσίου, Καρακάλλου, Ζωγράφου και Κουτλουμουσίου, γίνονται πάλι κοινόβια.
Ο Belon μιλώντας για την πνευματική κατάσταση του Αγίου Όρους γράφει ότι άλλοτε είχε πολλά και ποικίλα χειρόγραφα, ότι στην εποχή του ήταν κυρίως θεολογικά (σημ: φυσικό ήταν να είναι τα περισσότερα), ότι σε κάθε μοναστήρι βρίσκονται μόνο δυο η τρεις μοναχοί που ξέρουν να γράφουν η να διαβάζουν ‚ και αυτό γιατί δήθεν - ήταν απαγορευμένη με αφορισμό ή μελέτη άλλων έργων, εκτός από τα θεολογικά. Η φιλοσοφία και ή ποίηση βρίσκονταν υπό διωγμό -εννοείται το πνεύμα δυσπιστίας και η δυσμενής στάση απέναντι της φιλοσοφίας που επικράτησε μέσα στους κόλπους της ορθοδοξίας μετά τους ησυχαστικούς αγώνες.
Μολαταύτα το Άγιο Όρος ανέδειξε πολλούς λόγιους κληρικούς και ιεράρχες. Ιδίως διασώζεται εκεί κατά παράδοση ή βυζαντινή μουσική, όπως μαρτυρεί ο πλούτος των μουσικών χειρογράφων και το πλήθος των ιεροψαλτών και μουσικών, Γενικά το Άγιο Όρος υπήρξε επί τουρκοκρατίας, όπως εύστοχα είχε παρατηρήσει ό επίσκοπος Σάμου Γεωργειρήνης, ή «Μεγάλη Ακαδημία τού ορθοδόξου μοναχισμού». Ήταν δηλαδή σύμβολο, ιδέα παρά σχολή. Οι υπηρεσίες των μοναχών τού Άθω στην ορθοδοξία ήταν μεγάλες. Αυτοί, παρά την αμάθεια, την θρησκοληψία και την αργυρολογία κατά τις περιοδείες τους, ήταν εκείνοι κυρίως πού με το φλογερό και αδιάλλακτο κήρυγμά τους ενθάρρυναν τούς ορθοδόξους να εμμένουν στην πίστη τους και να μη προσέρχωνται στον ισλαμισμό ή στον καθολικισμό. Συγκεκριμένα οι καθολικοί ιερείς των Κυκλάδων αναγνώριζαν ότι ένα σημαντικό αίτιο πού εμπόδιζε τον προσηλυτισμό των κατοίκων ήταν ή δράση των μοναχών του Αγίου Όρους, οι οποίοι την μεγάλη Σαρακοστή τριγύριζαν στα νησιά, εξομολογούσαν τούς απλούς κατοίκους, τούς μετέδιδαν την Θεία μετάληψη και σύγχρονα κατηγορούσαν τον πάπα και την καθολική Εκκλησία. Έτσι φανάτιζαν εκείνους ακριβώς πού ήταν ευάλωτοι από την καθολική προπαγάνδα.
Μεγάλη επίσης ήταν ή αποστολή των Μετεώρων και των άλλων μονών τής περιοχής όχι μόνο στην Θεσσαλία, αλλά και στην ΝΔ Μακεδονία, Ήπειρο και γενικά σε ολόκληρη την Δυτική Ελλάδα κατά την διάρκεια τής τουρκοκρατίας. Οι σχετικές όμως γνώσεις μας είναι ελλιπείς. Πολλοί κώδικες και λυτά έγγραφα έχουν σκορπιστή από τούς πρώτους κιόλας αιώνες τής τουρκοκρατίας, ενώ πολύ άλλο υλικό, σωζόμενο στα αρχεία τής μητρόπολης Τρικάλων μένει ακόμη ανέκδοτο. Ώστε σήμερα δεν είναι δυνατή ή συγγραφή μιας διεξοδικής και συστηματικής ιστορίας των μονών και τής περιοχής.
Τα Μετέωρα είναι το δεύτερο Άγιον Όρος τής ορθοδοξίας. Η σκήτη τής Δούπιανης ή του Μετεώρου, όπως αλλιώς λέγεται, είναι έδρα του Πρώτου, όπως οι Καρυές είναι το Πρωτάτον του Αγίου Όρους. Μόνον ό του Μετεώρου έχει τον τίτλο του «καθηγουμένου».
Μετά την κατάληψη τής Θεσσαλίας από τον Βαγιαζίτ Α’ στα 1393 επιβάλλεται σχετική τάξη στην χώρα και οι εκκλησιαστικές αρχές βρίσκονται πάλι στις θέσεις τους, ό μητροπολίτης Λαρίσης Ιωάσαφ και οι άλλοι επίσκοποι. Έτσι στα 1401 ό «πατήρ Μετεώρου», ό Ελληνοσέρβος μοναχός Ιωάσαφ, άλλοτε βασιλιάς τής Δυτικής Θεσσαλίας Ιωάννης Ούρεσης Παλαιολόγος, ό οποίος είχε καταφύγει στο Άγιον Όρος (εμφανίζεται στις 17 Οκτωβρίου 1934 στην μονή Βατοπεδίου), είναι πάλι επί κεφαλής τής μονής του. Εκεί επάνω στον βράχο της πεθαίνει στις 24 Φεβρουαρίου 1423 και θάβεται στον ίδιο τάφο, όπου αναπαυόταν ό Αγ. Αθανάσιος, ό πνευματικός του Πατέρας. Η θαυμαστή ιστορία του βασιλιά, πού έγινε μοναχός και έζησε με οσιότητα ακολουθώντας πιστά το παράδειγμα του Αγ. Αθανασίου, υπήρξε ή πιο σοβαρή αιτία να θεωρηθή ως ό δεύτερος ιδρυτής της μονής της Μεταμορφώσεως (βλ. εικ. 12*). Γύρω από τις δυό αυτές ασκητικές φυσιογνωμίες ή λαϊκή φαντασία έπλεξε πολλούς θρύλους.
Είναι άγνωστο, αν ό Ιωάσαφ έκαμε κάτι για την ειρήνευση και προκοπή τής μοναστικής πολιτείας και για την ανακούφιση του σκλαβωμένου πληθυσμού τής Θεσσαλίας. Ο,τι σχετικό γνωρίζουμε αποδίδεται στην επιβλητική μορφή του Λαρίσης Βησσαρίωνος Β’ (1540), ό οποίος ίδρυσε την μεγάλη μονή τής Μεταμορφώσεως (του Ντούσκου) στα 1522 και κατασκεύασε την γέφυρα του Ασπροποτάμου, άλλες γέφυρες και δρόμους στην Θεσσαλία (βλ. εικ. 13*). Η φήμη του ήταν μεγάλη στην Δυτική Ελλάδα και ΝΑ Ήπειρο. Στην εποχή του ακόμη ιδρύθηκαν οι κυριότερες μονές των Μετεώρων, διαρρυθμίστηκε αυστηρότερα ό μοναχικός βίος κ. λ.. Ο Βησσαρίων φαίνεται ότι συνέβαλε πάρα πολύ όχι μόνο στην ανύψωση του μοναχικού θεσμού και στην αναζωπύρωση του θρησκευτικού συναισθήματος, αλλά και στην ανακούφιση και ανασυγκρότηση των καταδιωγμένων επάνω στα βουνά της Θεσσαλίας κατοίκων. Το έργο του, έχοντας υπ’ όψη μας τις αόριστες πληροφορίες του βίου του, είναι εύκολο να το φανταστούμε. Σε τι άλλο θα απέβλεψε ό μεγάλος εκείνος ιεράρχης παρά να σώση τούς χριστιανούς από την καταιγίδα, να μεριμνήση για την επιβίωσή τους, για την ομόνοια και την συνοχή τους και ν’ αποτρέψη την διαρροή των αδυνάτων προς τον μουσουλμανισμό; Το ότι ανακηρύχθηκε άγιος από τούς Θεσσαλούς και λατρεύθηκε περισσότερο από κάθε άλλο τοπικό άγιο δεν είναι ένδειξη των μεγάλων του επιδράσεων στην λαϊκή ψυχή;
Μέσα σ’ αυτό το μοναστικό περιβάλλον - παρά τις συνηθισμένες έριδες



μεταξύ των μοναχών και την παρακμή και διάλυση μικρών και φτωχών μονών εμφανίζονται στα Μετέωρα οι Γιαννιώτες αδελφοί Αψαράδες ή Αψαράτες, Νεκτάριος και Θεοφάνης, οι οποίοι ανεβαίνουν στον ακατοίκητο από πολλά χρόνια λίθον ή στύλον του Βαρλαάμ (βλ. εικ. 12) και εκεί στα 1542 κτίζουν επάνω σε παλιότερα ίχνη κτισμάτων την κοινοβιακή μονή των Αγίων Πάντων, πού γρήγορα ακτινοβολεί με την αυστηρή της οργάνωση. «Όλη ημίν ή σπουδή αύτη, γράφουν οι Αψαράδες στην αυτοβιογραφία τους, ην του σωθήναι και σώσαι και άλλους τινάς διά του παραδείγματος της ημετέρας βιοτής. Και ταύτα επήρκεσεν εν ημίν της τριακονταετίας πλείονας, ως το αληθές έχειν». Οι Γιαννιώτες επίσης αδελφοί Ιωάσαφ και Μάξιμος




κτίζουν την μονή του Ρουσάνου (βλ. εικ. 14) πιθανόν στα 1545. Το διαθηκώο γράμμα τους, το οποίο σώζεται στο πρωτότυπο, αν εξαιρέση κανείς ορισμένες μικρές μεταβολές, επαναλαμβάνει ουσιαστικά τις ίδιες διατάξεις πού περιέχονται στο αντίστοιχο γράμμα των αδελφών Αψαράδων της μονής Βαρλαάμ. Ο οργανισμός της ήταν επόμενο να γίνη πρότυπο για τούς ιδρυτές τής μονής του Ρουσάνου. Οι δύο αυτές μονές, ιδίως ή πρώτη, συνέδεσαν ακόμη περισσότερον τούς δεσμούς των Μετεώρων με την Ήπειρο, δεσμούς πού τούς διατήρησαν ως τα τελευταία χρόνια.

Έτσι στα Μετέωρα, ίσως και σε άλλες μονές τής Θεσσαλίας (βλ. εικ. 15 και 16*), αναπτύσσεται αξιόλογη μοναστική κίνηση (πού εκδηλώνεται με κτίσεις



ή ανακαινίσεις ναών, ναΐσκων κ. λ. ), καθώς και πνευματική, και καλλιτεχνική, για την οποία όμως δεν έχουμε ακόμη σαφή εικόνα.


Άλλες μονές και ασκητές το 16° και 17ου αι. και επιδράσεις τους στην τόνωση του θρησκευτικού και εθνικού αισθήματος.

Οι 16ος και 17ος αιώνες είναι οι πιο αποφασιστικοί στην ιστορία της ορθοδοξίας μετά την Άλωση. Εξακολουθεί με μεγαλύτερη τώρα ένταση ή δοκιμασία των ορθοδόξων πού την διαπιστώσαμε κιόλας στον 14ο και 15ο αιώνα. Τα παραδείγματα τής λιποψυχίας και της αποστασίας πολλαπλασιάζονται. Ο χριστιανικός πληθυσμός και πολλοί ακόμη από τούς κληρικούς δυσανασχετούν και έχουν κουραστή προσδοκώντας την λήξη των δεινών. Περιμένουν πια την άμεση συνδρομή, την επέμβαση τέλος πάντων του θεού, όπως φαίνεται από τον «Θρήνον» του Μυρέων Ματθαίου γραμμένο κατά τις αρχές του 17ου αι..

Επαίδευσές μας, Δέσποτα, διά το πταίσιμόν μας

και μάς εκαταδίκασες εις χείρας των εχθρών μας•
πολλά κατά το έκαμες ως να σωφρονισθούμεν
σαν το χρυσάφι ‘ς την φωτιάν και να λαγαρισθούμεν.
Αλλά πάλιν λυπήσου μας ότ’ είμεστε δικοί σου,
άλλον θεόν δεν έχομεν, Κύριε, μόνον, πλήν σου.
……………………………………………………….
Πώς υπομένεις, Δέσποτα, σκλάβους να μάς εβλέπης
και δούλους να μάς θεωρής και τον θυμόν δεν τρέπεις;
Πώς υπομένεις, Κύριε, να βλέπης ρημασμένα
τα θεία μοναστήρια τα ξεθεμελιωμένα;
τούς ωραιότατους ναούς, τούς αγιογραμμένους;
………………………………………………………
Όμως, φιλανθρωπότατε, θαρρώ ότι κοιμάσαι
και μας απαλησμόνησες και δεν μας ενθυμάσαι.
Μάς βλέπεις πώς πνιγόμαστε ‘ς το βάθος τής σκλαβίας
και δεν μάς δίδεις άνεσιν την τής ελευθερίας.
ξύπνα, σηκώσου, κ. λ..

Αναγκαία λοιπόν είναι ή ενθάρρυνση και ή προστασία του ορθόδοξου ποιμνίου απέναντι των μουσουλμάνων, αλλά και απέναντι των καθολικών πού ισχυρίζονται ότι οι ορθόδοξοι πληρώνουν για τα σφάλματα και τα αμαρτήματά τους.

Θεολόγοι του 16ου αι., όπως ό Παχώμιος Ρουσάνος, τρομερά ανήσυχοι από την διαρροή των αδυνάτων, προσπαθούν ν’ αναχαιτίσουν το ρεύμα της αλλαξοπιστίας όχι μόνο με κηρύγματα, αλλά και με ειδικές συγγραφές, πού έχουν ως σκοπό ν’ αποκαταστήσουν την ισορροπία στις ταραγμένες ψυχές των χριστιανών και να τούς πείσουν ότι — αντίθετα προς όσα ακούουν και όσα βλέπουν — ή χριστιανική θρησκεία είναι ανώτερη από την μουσουλμανική. Η διδαχή αυτή είναι αναγκαία, γιατί οι μουσουλμάνου εξακολουθούν να διακηρύττουν ότι ή μουσουλμανική πίστη είναι ή ορθότερη.

Λέγουν• «αν ήτονε καλή πίστες ή εδική σας,

δεν σάς επεριόριζον εις τέλος οι εχθροί σας,
και δεν σας εκυρίευαν να ήστε σκλαβωμένοι,
άθλιοι και ταλαίπωροι και τεταπεινωμένοι.
διά να ήστ’ εσείς κακοί κ’ ή πίστις σας αντάμα,
εχάθη το βασίλειον ευθύς και εν τω άμα,
και ‘ς τον θεόν πού έχετε πλέον να μη θαρρήτε,
να λάβετε βασίλειον και που να το ευρήτε,
διότι είν’ αδύνατος θεός ό εδικός σας,
εσείς τον εσταυρώσατε, κ’ εχάθη από ’μπρός σας.»
Τοιαύτα λέγουν φανερώς, λέγουν και κατά μόνας,
δεν ξεύρουν ότι ζωντανός είσαι εις τούς αιώνας.

Αλλά και κατά των καθολικών και ακόμη κατά των διαμαρτυρομένων συγγράφουν πονήματα, πού ή αναγραφή και μόνον των τίτλων τους θα κατάρτιζε ένα μακρύ κατάλογο.

Οι ιδεολογικές αυτές ανάγκες εξηγούν την μεγάλη σπουδαιότητα, την όποια αποκτά την εποχή αυτή ή μελέτη του βίου των οσίων ανδρών, των προτύπων αυτών τής χριστιανικής αρετής, και ιδίως το κήρυγμα με την παρηγορητική του κλασσική ερμηνεία ότι ή δουλεία και τα συνεπόμενα δεινά προβάλλονται ως μέσα για τον ηθικό καθαρμό των χριστιανών (Μεγάλο φυτώριο κηρύκων και εκκλησιαστικών ρητόρων αναδεικνύεται ό Άγιος Γεώργιος των Ελλήνων στην Βενετία, μέσα στην μεγάλη αυτή πνευματική εστία του ελληνισμού επί τουρκοκρατίας). Και θα καθαρθούν αν μετανοήσουν και ενστερνιστούν τις εντολές του Θεού. Αλλεπάλληλες είναι οι εκδόσεις συλλογών κηρυγμάτων, ιδίως του «Θησαυρού» του Θεσσαλονικέα Δαμασκηνού του Στουδίτου από το 1528 κ. ε, των ιερών διδαχών του πρεσβυτέρου και χαρτοφύλακος Κερκύρας Αλεξίου Ραρτούρου (α’ έκδ. 1560), του Ηλία Μηνιάτη (1669 - 1714), των έργων του Αγαπίου Λάνδου γύρω στα 1600 - μεταξύ 1664 - 1670 (Αμαρτωλών Σωτηρία, το Ψυχοσωτήριον Ψαλτήριον, Θεοτοκάριον κ.ά.), και από τις αρχές του 18 αι. διαφόρων άλλων συλλογών με ποικίλες ονομασίες, του «Αποστολικού Δικτύου», τής «Αποστολικής Σαγήνης», «Πνευματικής Κιθάρας», «Ρομφαίας διστόμου κατά του διαβόλου», «Ευαγγελικής Σάλπιγγος» κ. λ., πού βαθμιαία ιδίως από τον 19° αι, αρχίζουν να εκτοπίζωνται από το «Κυριακορόμιον» του Νικηφόρου Θεοτόκη
(1731 - 1800).
Η καλλιέργεια του κηρύγματος επί τουρκοκρατίας βασίζεται βέβαια στην μακραίωνη ρητορική παράδοση του Βυζαντίου, αλλά επηρεάζεται από τα αντίστοιχα ρεύματα της Δύσης και τελικά δέχεται την σφραγίδα της, ιδίως στα Επτάνησα.
Ευσεβείς ακόμη μοναχοί με ισχυρή προσωπικότητα εμφανίζονται την εποχή εκείνη και εξάπτουν τον θρησκευτικό ζήλο των πιστών, όχι μόνο με το κήρυγμα, αλλά και με την οσιότητα και με το ασκητικό τους παράδειγμα, όπως και οι αντίστοιχοι των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Ορισμένοι μάλιστα είναι πραγματικοί εθναπόστολοι, πρόδρομοι του Κοσμά του Αιτωλού (18° αι). Οι όσιοι αυτοί αναζητούν ησυχαστήρια και ιδρύουν σκήτες ή μονές σε ορεινά και απομονωμένα μέρη, όπου ή ερημιά και το μεγαλείο του φυσικού περιβάλλοντος υποβάλλουν την παρουσία του θείου και γεννούν την μεταφυσική σκέψη.
Θα ήταν λοιπόν πολύ ενδιαφέρον να επισημανθούν οι ιεροί αυτοί τόποι, οι σχέσεις των οσίων ή των μοναχών μεταξύ τους, ή φήμη και ή ακτινοβολία τους στα περίχωρα, καθώς και οι καλλιτεχνικοί τους θησαυροί. Έτσι θα μπορούσαμε να γνωρίσουμε καλύτερα την λαϊκή παράδοση, να πλησιάσουμε περισσότερο την ψυχολογία των κατοίκων και γενικά να ζήσουμε την ατμόσφαιρα τής εποχής εκείνης. Τέτοιοι τόποι π.χ. στην Βόρεια Ελλάδα είναι οι περιοχές Βερμίου, Ολύμπου, Κισσάβου, Δυτικής Μακεδονίας, Θεσσαλία και Στερεά Ελλάδα, όπου ό ορθόδοξος ελληνισμός δημιουργεί προμαχώνες εμπρός στα κύματα του μουσουλμανισμού. Στις περιοχές αυτές πρέπει ν’ αναζητηθούν και να προστατευθούν τα χριστιανικά μνημεία, πού έχουν άμεση σχέση με την θρησκευτική εκείνη κίνηση και γενικά με το ιστορικό παρελθόν.
Στην περιοχή Βερμίου γύρω από την Βέροια υπήρχε από τα βυζαντινά ακόμη χρόνια έντονη μοναστική ζωή. Εκεί, στην περιοχή τής μονής του Τιμίου Προδρόμου, είχε μονάσει για 5 περίπου χρόνια και ό Γρηγόριος ό Παλαμάς, ίσως μεταξύ 1326-1331. Η προφορική παράδοση υποδεικνύει ακόμη τα σημεία τής διέλευσής του, το ασκηταριό, την εκκλησία και το αγίασμά του. Από το μοναστήρι του Τιμίου Προδρόμου αναχωρεί - ίσως κατά τον 15° αι. - στην «έρημον», στο κοντινό βουνό, και περνά 50 χρόνια τής ζωής του μέσα σ’ ένα σπήλαιο σαν άλλος όσιος Αντώνιος ό νέος ομώνυμός του ασκητής. Τρέφεται με χόρτα και νεκρώνει με την δύναμη του πνεύματος τις τρικυμίες των παθών και τούς πειρασμούς τής σάρκας. Μετά τον θάνατό του μονάζουν επάνω στο βουνό, κατά το παράδειγμά του, και άλλοι μοναχοί και ιδρύεται σκήτη επ’ ονόματί του. Επίσης κτίζεται και ομώνυμη εκκλησία μέσα στην Βέροια. Στην σκήτη του έρχεται και μονάζει μαζί με τον ανεψιό του ό Δοχειαρίτης μοναχός Θεοφάνης ό εξ Ιωαννίνων, πού πρέπει να έζησε κατά τον 16ο ή το πολύ στις αρχές του 17ου αι.. Ο Θεοφάνης έχτισε το μοναστήρι των Ασωμάτων στην Νάουσα.
Δραστηριότητα στην περιοχή Βεροίας αναπτύσσει και ό όσιος Διονύσιος (βλ. εκ. 17), ό ιδρυτής τής ομώνυμης μονής του Ολύμπου από την Σθλάτενα του θεσσαλικού Φαναρίου. Το εθνικοθρησκευτικό του έργο εκδηλώνεται από την εποχή ακόμη πού ήταν στην μονή του Φιλοθέου, όπου επικρατούσαν οι Βούλγαροι μοναχοί την μονή αυτή την έκαμε «Ρωμαϊκήν» καθώς και την «ακολουθίαν». Γι’ αυτό παρά λίγο να σκοτωθή από τούς Βουλγάρους. Έρχεται κατόπιν στην μονή του Τιμίου Προδρόμου Βεροίας, ανακαινίζει το καθολικό της με προσωπική συμμετοχή στις εργασίες, αναδιοργανώνει τον τρόπο ζωής των μοναχών και τονώνει το ρεύμα του μοναχισμού στην περιοχή. Κατόπιν αποσύρεται στον Όλυμπο και ιδρύει την γνωστή μονή τής Αγ. Τριάδος, όπου και περνά τα περισσότερα χρόνια τής ζωής του, εκτός από ένα μικρό χρονικό διάστημα, όπου μονάζει



σ’ ένα μοναστήρι τής περιοχής Ζαγοράς, πού το ιδρύει ό ίδιος. Με το μοναστήρι αυτό, καθώς και με του Τιμίου Προδρόμου, έχει πάντα σχέσεις. Επίσης στενή πνευματική επικοινωνία έχει με τον όσιο Νικάνορα από την Θεσσαλονίκη, τον ιδρυτή τής μονής της Ζάβορδας στην Δυτική Μακεδονία. Τής εποχής του Αγ. Διονυσίου πρέπει να είναι και το κατάγραφο από τοιχογραφίες εκκλησάκι του Λιτοχώρου, πού βρίσκεται στην ανατολική άκρη του. Ίσως μάλιστα να έχη και κάποια σχέση με αυτόν.

Ο όσιος Διονύσιος περιηγείται πολλές κωμοπόλεις και χωριά τής Μακεδονίας (ιδίως Καστοριάς, Κίτρους, Κατερίνης) και Θεσσαλίας (Ραψάνης και Ζαγοράς) και κτίζει εκκλησίες. Τα ονόματά τους όμως δεν μνημονεύονται. Μόνον ή έκδοση του βίου του Αγίου στα 1816 από το οικουμενικό πατριαρχείο αναφέρει πώς επάνω σε μιά κορυφή του Ολύμπου έκτισε τον Προφήτη Ηλία και την Μεταμόρφωση του Χριστού και σ’ ένα από τα πολλά γύρω από το μοναστήρι σπήλαια, που προσευχόταν, την εκκλησία του Αγ. Λαζάρου. Στο σπήλαιο αυτό μάλιστα, όπου παρέδωσε το πνεύμα του θάφτηκε, εξακολουθεί να συρρέη ό κόσμος για προσκύνημα.
Επίσης ό όσιος Συμεών από το Βαθύρρευμα τής Αγιάς, ανάμεσα στο Μαυροβούνι και στο Πήλιο, κτίζει κατά το δεύτερο μισό του 160ου αι. την μονή του Φλαμουρίου.
Στις απομονωμένες περιοχές τής Δυτικής Μακεδονίας εργάζεται με ζήλο και επιτυχία ό όσιος Νικάνωρ (1491 - 1549) , ό οποίος κατά την πορεία του (από την πατρίδα του Θεσσαλονίκη προς την Δυτ. Μακεδονία) δίδασκε από χωριό σε χωριό σαν άλλος Απόστολος τους χριστιανούς «να φυλάττουν ορθώς την ευσέβειαν». Το κήρυγμά του αυτό, τόσο αναγκαίο μετά την Άλωση, οπότε το ρεύμα προς τον εξισλαμισμό είχε ογκωθή, είχε επιτυχία: «πολλούς εστερέωσε προς την εις Χριστόν πίστιν με την γλυκυτάτην διδασκαλίαν του, και με το καλόν παράδειγμα τής εναρέτου διαγωγής του». Ο όσιος έκτισε το μοναστήρι τής Μεταμορφώσεως (1534) επάνω στον Κονιβό, στο Καλλίστρατον όρος τής βιογραφίας του 100 (βλ. είκ. 18), στην αριστερή όχθη του Αλιάκμονα. Στα τελευταία χρόνια τής ζωής του αποσύρθηκε και ασκήτεψε στο κοίλωμα ενός θεόρατου και απροσπέλαστου βράχου πού υψώνεται κατακόρυφα απάνω από τις ορμητικές δίνες του Αλιάκμονα (βλ. εικ. 19). Ο θεατής βλέποντας από μακριά την σκήτη να μετεωρίζεται στο μέσο του γκρεμού κυριεύεται από αισθήματα ιλίγγου, αλλά και θαυμασμού προς τον ασκητή.
Κατά την παράδοση, το μοναστήρι τής Ζάβορας, χάρη στην ισχυρή προσωπικότητα του οσίου, επισκίασε το παλιό (12- 13 αι.;) βυζαντινό μοναστήρι τής Παναγίας κοντά στο Μελεντσικό (σημερινή Μελανή).





Το μοναστήρι αυτό παρήκμασε - τα ερείπιά του σώζονται ως σήμερα - και πολλά

Τα σκεύη του περιήλθαν στο νέο μοναστήρι του Νικάνορα. Θεωρώ πιθανόν ότι μαζί με τα άλλα αντικείμενα τής παλιάς εκείνης μονής πέρασε στην νέα και ένα μέρος των χειρογράφων της, ανάμεσα στα οποία το πλήρες κείμενο του λεξικού τού Φωτίου, πού ή πρόσφατη ανακάλυψή του έκαμε τόση εντύπωση στον φιλολογικό κόσμο.
Από την διαθήκη του οσίου Νικάνορα, πού δημοσιεύθηκε τελευταία, χαρακτηριστικές είναι οι τελευταίες επιθυμίες του για την κοινοβιακή τάξη απαγορεύει τούς μοναχούς να βγαίνουν σε «ζητείες» χωρίς την θέληση των πατέρων, να έχουν στενές σχέσεις με τούς «αλλοπίστους» (Τούρκους) και με τούς καθολικούς, και να καταφεύγουν στην κοσμική δικαιοσύνη («εις άρχοντας»), ιδίως στην Τουρκική. Αξιοσημείωτο επίσης είναι ότι




παραγγέλλει να στρέφωνται προς την μονή το Σωτήρος Χριστού του Μετεώρου, αν δεν βρίσκουν τον υποψήφιο ηγούμενο ανάμεσά τους.

Από τα παραπάνω διαπιστώνουμε κατά τον 16° αι. την ύπαρξη πνευματικών σχέσεων ανάμεσα στις μονές, πού βρίσκονται στις περιοχές Βερμίου, Ολύμπου, Πηλίου, Πίνδου και Μετεώρων.
Από τούς οσίους των άλλων ελληνικών χωρών ονομαστός είναι ό ασκητής Γεράσιμος ό «νέος» στην Κεφαλληνία (1509 - 1579) 104 και στην Ζάκυνθο ό μαθητής του Διονύσιος, επίσκοπος Αιγίνης (1546 - 17 Δεκεμβρίου 1622). Ποια ήταν ή συμβολή αυτών στην ηθική συνοχή των ορθοδόξων των δύο αυτών νησιών είναι εύκολο να το εννοήση κανείς, όταν αναλογιστή ότι έδρασαν υπό βενετική κυριαρχία, η οποία - παρά την τάση της να κρατηθή ουδέτερη ως προς τα θρησκευτικά ζητήματα - απέκλινε με κάποια ευμένεια προς την καθολική Εκκλησία.
Πολλοί όσιοι δεν περιορίζονται μόνο ν’ απομονωθούν, ν’ ασκήσουν την ψυχή και το σώμα τους και έτσι να γίνουν πρότυπα χριστιανικής αρετής για τούς περιοίκους, αλλά κάνουν τις μονές κέντρα παιδείας ή εργαστήρια θρησκευτικής τέχνης. Όπως στην βυζαντινή εποχή, έτσι και τώρα σε πολλές μονές πρέπει ν’ αναζητήσουμε την ύπαρξη σχολείων ή εργαστηρίων ζωγραφικής, κωδίκων κ. λ. Έτσι π.χ. ό Ιγνάτιος Αγαλλιανός, γεννημένος στο χωριό Φάραγγα τής Λέσβου (το χωριό αναφέρεται ως τα 1662) γύρω στα 1492, αφοσιώνεται στην μελέτη, προσευχή και στην αντιγραφή χειρογράφων, και στα 1526 με δικά του έξοδα και με την συνδρομή πλουσίων και φτωχών ιδρύει δυό μοναστήρια, της «Μυρσινιωτίσσης», γυναικείο, και του Ταξιάρχη του Λειμώνος και, όταν στα 1531 ονομάζεται μητροπολίτης Μηθύμνης από τον πατριάρχη Ιερεμία Β’, οργανώνει στην μονή του Λειμώνος σχολείο (ανάμεσα στους δασκάλους ό Ζακυνθινός λόγιος Παχώμιος Ρουσάνος), πού υπήρξε φωτεινή εστία του νησιού. Εδώ μορφώθηκαν πολλοί κληρικοί και αντιγραφείς χειρογράφων.

Νεομάρτυρες - αγωνιστές τής πίστης και της ελευθερίας.

Πολύ περισσότερο από τούς οσίους συγκινούν τούς σκλάβους οι αθλήσεις των νεομαρτύρων. Με το αίμα τους ποτίζεται το ζωογόνο δένδρο της πίστης κατά την διάρκεια τής ατέλειωτης εκείνης σειράς των πειρασμών.
Ύστερ’ από τούς διωγμούς των Ρωμαίων αυτοκρατόρων ή περίοδος εκείνη της δουλείας είναι ή πιο κρίσιμη περίοδος του χριστιανισμού, αλλά και του ελληνικού έθνους. Ανανεώνονται οι χρόνοι των διωγμών και με την Ουσία των νεομαρτύρων ανακαινίζεται ή ορθοδοξία. «Οι νέοι ούτοι Μάρτυρες, παρατηρεί αργότερα ό Νικόδημος ό Αγιορείτης (1749 - 1809), είναι ανακαινισμός όλης της Ορθοδόξου πίστεως• διατί ό χρόνος, και ό καιρός έχει φυσικόν τούτο το ιδίωμα τα μεν νέα και καινούργια πράγματα να τα κάμνη παλαιά, τα δε παλαιά να τα ρίπτη με την πολλήν του παράτασιν εις έναν βυθόν απιστίας, και αλησμονησίας, και τοσούτον να τα γηράσκη και να τα αφανίζη, ωσάν να μη έγιναν ολότελα• «το παλαιούμενον, και γηράσκον εγγύς αφανισμού (Εβρ. η’. 13)».
Ανακαινίζονται και οι μορφές ορισμένων παλαιών μαρτύρων, όπως π.χ. του Αγίου Δημητρίου. Ο άγιος πού πολλές φορές είχε σώσει την δεύτερη πρωτεύουσα του βυζαντινού κράτους από τούς εχθρούς, και πού τα κατορθώματά του τα είχαν διαλαλήσει σε κάθε χριστιανική και ιδίως ελληνική γωνιά τα βιβλία των θαυμάτων του, είναι και κατά την εποχή αυτή το στήριγμα και ή ελπίδα πολλών Ελλήνων. Η ύλη του γνωστού κατά παράδοση κειμένου των θαυμάτων του αναπλάθεται κατά κάποιο τρόπο και εκσυγχρονίζεται ανάλογα με τις σκληρές συνθήκες του νέου περιβάλλοντος. Ο μεγαλομάρτυρας δηλαδή προβάλλεται μέσα σε συνθήκες παρόμοιες προς τις σύγχρονες, ώστε να γίνη πρότυπο νοητό στις μάζες και να τις παρακινήση σε μίμηση.
Έτσι ανώνυμος εγκωμιαστής του τον επικαλείται μεταξύ 1666 - 1669 με τα εξής συγκινητικά λόγια: «Ω μεγαλομάρτυρα του δεσπότου Χριστού Δημήτριε, που είναι τα θαύματα, όπού καθ’ εκάστην ημέραν έκαμνες εδώ εις την πατρίδα σου; πώς τώρα δεν μας βοηθείς; πώς δεν μας επισκέπτεσαι; διατί, άγιε Δημήτριε, αστόχησες και τελείως μάς απάργιασες; δεν βλέπεις πόσα βάσανα μας επερικύκλωσαν, πόσοι πειρασμοί, πόσα χρέη; δεν βλέπεις πώς εγεννήθημεν όνειδος και καταπάτημα των εχθρών, παίγνιον των ασεβών, περίπαιγμα των Σαρακηνών, εξουθένημα και γέλως των πάντων; Διατί λοιπόν, άγιε, δεν μας λυπάσαι ως συμπατριώτης; διατί δεν μας συμπονάς; δεν ακούεις τούς αναστεναγμούς; δεν βλέπεις τα δάκρυά μας; δεν στοχάζεσαι τούς παραδαρμούς μας; διατί δεν μας βοηθείς παρακαλώντας τον βασιλέα των βασιλευόντων Χριστόν να μάς ελευθερώση από τούτα τα κακά, όπού μάς εσυνέβησαν; Διατί δεν του δέεσαι να μάς σπλαχνισθή; Ημείς το εγνωρίζομεν πώς του είμεσθεν πταίσται, παρήκοοι, παραβάται, αχάριστοι, αμή πάλι αυτόν μόνον προσκυνούμεν, αυτόν μόνον λατρεύομεν, και αυτόν μόνον σεβόμεθα. Διά τούτο, άγιε μεγαλομάρτυς του Χριστού Δημήτριε, ικέτευσον, παρακάλεσον και μεσίτευσον διά τ’ εμάς τούς δούλους σου, διά την πατρίδα σου, διά τής σής χειρός να ελευθερωθούμεν από τα βάσανα, από τούς πειρασμούς, από τούς αναστεναγμούς και από τα ανυπόφερτα βάσανα και χρέη, και τέτοιας λογής πορευόμενοι και γενικώς την ζωήν μας θέλομεν κάμνει το θέλημά σου δοξάζοντες και υμνούντες το πανάγιόν σου όνομα, μένοντες και υπόχρεοι της σής αγιότητος».
Τώρα με την θυσία των νεομαρτύρων «φαίνονται πάλιν εις τον κόσμον δεύτεροι Γεώργιοι, δεύτεροι Δημήτριοι, νέοι Θεόδωροι» , ξαναζούν οι χριστιανοί τα μαρτύρια και τούς διωγμούς των ρωμαϊκών χρόνων, βαθαίνει ή πίστη τους και αγλαΐζεται ή ορθοδοξία. «Ούτοι οι Μάρτυρες είναι νέοι κατά τούς χρόνους, όπως λέγει ό Νικόδημος, αλλά κατά τα μαρτύρια είναι παλαιοί, αγκαλά και ήναι έσχατοι κατά την διαδοχήν του γένους, αλλά κατά τούς στεφάνους είναι Πρώτοι…».
Οι νεομάρτυρες, πού κατάγονται από διάφορες χώρες τής χερσονήσου του Αίμου και κυρίως από τις ελληνικές, είναι συνήθως άπλοί άνθρωποι του λαού, μοναχοί, γεωργοί, έμποροι, τεχνίτες, πού φλέγονται από την επιθυμία να μαρτυρήσουν, ή θύματα «αβανιών» των Τούρκων, συκοφαντούνται δηλαδή ότι έκαναν τον κατάσκοπο σε βάρος τής Τουρκίας, ότι σκότωσαν Τούρκους , ότι ήταν ταραξίες, ότι έβρισαν την μουσουλμανική θρησκεία, ότι ομολόγησαν την μουσουλμανική θρησκεία, ότι υπήρξαν άλλοτε μουσουλμάνοι κ. λ.. Μερικοί βρίσκουν τον θάνατο με την κατηγορία ότι προσηλυτίζουν μουσουλμάνους στον χριστιανισμό, όπως ό πρώην πατριάρχης Γαβριήλ Β’, ενώ άλλοι, όπως ό Αργυρός από τον Σωχό της Χαλκιδικής (1806) και ό Χριστόδουλος από την Θεσσαλονίκη (1777), γιατί παρακινούν αρνησίθρησκους να ξαναγυρίσουν στην χριστιανική πίστη. Αλλά και πραγματικά αρνησίχριστοι στα παιδικά ή νεανικά τους χρόνια βρίσκουν το θάρρος κάποια μέρα να χτυπήσουν κάτω το σαρίκι τους εμπρός σε μουσουλμάνους και να βροντοφωνήσουν την πίστη τους. Ακόμη και ό τουρκόφωνος γέρο Ζώρζης Γκιουρτζής, εξισλαμισμένος στα νιάτα του, μη μπορώντας να πραΰνη την συνείδησή του, διαλαλεί την πίστη του και υπομένει με καρτερία τα μαρτύρια και τελικά τον απαγχονισμό (1770). Σώζονται πολλές συγκινητικές ιστορίες εμμονής Χριστιανών στην πίστη τους. Πύρινο υψωνόταν εμπρός τους το του Ευαγγελίου: «πας όστις ομολογήσει εν εμοί έμπροσθεν των ανθρώπων, ομολογήσω εγώ εν αυτώ έμπροσθεν του πατρός μου του εν ουρανοίς• όστις δ’ αν αρνήσεταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι καγώ αυτόν έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς (Ματθ. ι’ 33)». Αλλά και μουσουλμάνοι πού προσέρχονται στην ορθοδοξία, πληρώνουν με την ζωή τους το τόλμημά τους αυτό και λατρεύονται ως ορθόδοξοι νεομάρτυρες.
Οι νεομάρτυρες δεν παύουν να εμφανίζωνται ως τα μέσα σχεδόν του 19ου αι.. Είναι στρατιά ολόκληρη. Δεν υπάρχει περιοχή πού να μην έχη ένα ή και περισσότερους νεομάρτυρες. «Και μειράκια εοράκαμεν, γράφει ό πατριάρχης Ιεροσολύμων Νεκτάριος μεταξύ 1660- 1669, προ ολίγων ετών τη τομή τής μαχαίρας αφόβως υποκλίναντα τον αυχένα». Περισσότεροι από 10 είναι οι όσιοι ή νεομάρτυρες με το όνομα Νικόλαος πού έχουν ασκητέψει ή μαρτυρήσει στα χρόνια τής τουρκοκρατίας. Μόνο μέσα σ’ εννέα μήνες του 1794

είχαν μαρτυρήσει 5 νεομάρτυρες σε διάφορους τόπους, «ήνθισαν εις τον νοητόν παράδεισον τής Εκκλησίας, ως ρόδα ερυθρά και εύοσμα».

Πολλοί από τούς αθλητές αυτούς θεωρήθηκαν άγιοι από τον λαό, προτού τούς ανακηρύξη ή έστω και αν δεν τούς ανακήρυξε επίσημα ή Εκκλησία. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι περισσότεροι ονομάζονται νεομάρτυρες μόνο και μόνο για την ακλόνητη πίστη τους στην ορθοδοξία και για τον μαρτυρικό τους θάνατο, έστω και αν ή προηγούμενη πολιτεία τους δεν έχη να παρουσιάση αξιοσημείωτα δείγματα χριστιανικής αρετής.
Επομένως την προθυμία τους αυτή για το μαρτύριο την ενέπνεε όχι μόνο ό βαθύς θρησκευτικός ζήλος, αλλά και γενικά το πνεύμα της αντιστάσεως κατά τής μισαλλοδοξίας, τής βίας και τής τυραννίας. Οι αγωνιστές λοιπόν εκείνοι τής πίστης ήταν και αγωνιστές τής ελευθερίας. Ο λαός παρακολουθούσε και συμμετείχε με πάθος στα μαρτύριά τους. Οι τελευταίες τους στιγμές ήταν και οι πιο σκληρές τής δοκιμασίας, αλλά και οι πιο συγκινητικές, γιατί έπρεπε να δείξουν το θάρρος και την αλύγιστη πίστη τους εμπρός στο μαρτύριό τους. Το πνεύμα τους αυτό τής αυτοθυσίας τους τόνωνε τον λαό και τον παραδειγμάτιζε. Μέσα στην αυχμηρή έρημο τής σκλαβιάς ή εθελοθυσία τους έσταξε δρόσο στις ψυχές των ραγιάδων. ΟΙ νεομάρτυρες ήταν, όπως αντηχούσαν τα τροπάριά τους μέσα στις εκκλησίες, «τα άνθη τα πνέοντα ευωδίαν την άρρητον, νέοι κομήται, Εκκλησίας στερέωμα οι αυγάσαντες και την γήν ουρανώσαντες αύραι αι ζωηρόταται πιστούς αναψύχουσαι, λιποθυμούντας καθ’ ώραν υπό ζυγόν τής αλώσεως».
Τις αρετές και τα θαύματα των οσίων και νεομαρτύρων τις διαλαλούσε ή φτερωτή φήμη ολοένα και πιο μακριά, ώστε να προκαλούν την συρροή των πιστών από κάθε γωνιά τής ελληνικής γης. Μερικοί μάλιστα νέοι άγιοι επισκίαζαν κάποτε με την φήμη τους τούς παλιούς και ανανέωναν με νέα δύναμη την ορθοδοξία. Τα μαρτυρολόγιά τους αποτελούσαν τις πιο διαδεδομένες «ψυχωφελείς» διηγήσεις, πού παρηγορούσαν και ενθάρρυναν τον ελληνικό λαό. Το λείψανό τους ή μέρη αυτού τα αντικείμενά τους, πού προσπαθούσαν με ζήλο να τα αποκτήσουν ή να τα εξαγοράσουν οι Έλληνες, λατρεύονταν και φυλάγονταν ως κειμήλια σε τόπους ιερούς. Κατά καιρούς τα έβγαζαν σε περιοδείες, για να θερμάνουν την πίστη των σκλάβων, αλλά και για να τούς αργυρολογήσουν, τα περιέφεραν σε λιτανείες, για να παρακαλέσουν τούς αγίους να σώσουν τούς χωρικούς από φοβερές επιδημίες, από το «θανατικό», για να θεραπεύσουν αρρώστους, ψυχοπαθείς, ζώα , για να προστατεύσουν την χώρα από τούς εχθρούς, την παραγωγή από την ανομβρία, από τις ακρίδες κ. λ..
Πάμπολλοι βέβαια είναι οι γνωστοί νέοι όσιοι ή μάρτυρες, αλλά αμέτρητοι οι άγνωστοι, οι αφανείς, πού δεν είχαν την τύχη να βιογραφηθούν ή ν’ ανακηρυχθούν επίσημα άγιοι από την Εκκλησία. Οι βιογραφίες των γνωστών, πού τις βρίσκει κανείς συνήθως μέσα στις ασματικές τους ακολουθίες, συνεχίζουν την παλιά αγιολογική παράδοση και ως προς τον τύπο και ως προς την ουσία Μολονότι εξετάζουν Κυρίως την θρησκευτική πλευρά του βιογραφουμένου, δίνουν κάποτε ενδιαφέροντα ιστορικά στοιχεία, τα οποία είναι δυνατόν να επιβεβαιωθούν με την προσαγωγή σύγχρονων γραπτών μαρτυριών. Η πρώτη συλλογή βιογραφιών νεομαρτύρων είναι του Νικοδήμου του Αγιορείτη, ή οποία αφηγείται τα μαρτύρια και περιλαμβάνει τις ασματικές ακολουθίες τους, γραμμένες κατά το πλείστον από διάφορους λογίους ή και εκκλησιαστικούς συγγραφείς, κυρίως του 16ου και 17ου αι., από τον Νικόλαο τον Μαλαξό, Θεοφάνη τον Θεσσαλονίκης, Γεώργιο Κορέσσιο, Μελέτιο Συρίγο, Ιωάννη Καρυοφύλλη κ.ά.. Ορισμένα επίσης μαρτυρολόγια έχουν γραφή από τον Νικόδημο τον Αγιορείτη ή έχουν μεταφραστή από τον ίδιο από τα σλαβονικά. Ας σημειωθούν για την σπουδαιότητά τους και δύο έργα του Νικηφόρου του Χίου (αρχές 19ου αι.), το πρώτο παρακλητικός κανόνας, ψαλλόμενος «επειδάν συμβή ταις βασάνοις εγκαρτερείν τινα νέον μάρτυρα», και το δεύτερο επικήδεια ακολουθία «κοινή εις πάντα νέον μάρτυρα».
Είναι καιρός πια να γίνη από ειδικούς μιά επιστημονική έκδοση των αγιολογικών αυτών κειμένων, κατά το πρότυπο των παλιοτέρων επιστημονικά επεξεργασμένων, προτού οι αλλεπάλληλες αφρόντιστες εκδόσεις δημιουργήσουν σύγχυση και πολλά ιστορικά και φιλολογικά προβλήματα στους μετέπειτα ερευνητές.
Ανερεύνητο επίσης πεδίο παρουσιάζει και η εικονογραφία των νέων αγίων Είναι ανάγκη να μελετηθούν τα σχετικά Θέματα, είτε στις φορητές εικόνες είτε και στις τοιχογραφίες, για να γνωρίσουμε, πώς εικονίζει ό λαός τούς νεομάρτυρες και ποια έκταση δίνει στην λατρεία τους.

http://www.e-istoria.com/357.html


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου