Τετάρτη, 21 Μαρτίου 2012

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ 21 : ΤΑ ΠΥΡΠΟΛΙΚΑ ΤΟΥ 1821



ΑΡΧΙΚΩΣ πρέπει να υπογραμμίσωμεν ότι, ως προς την έμπνευσιν τής χρησιμοποιήσεως και τής κατασκευής των θρυλικών πυρπολικών, υφίσταται ζωηρά διάστασις απόψεων μεταξύ των ασχοληθέντων με τον κατά θάλασσαν αγώνα των τριών ναυτικών νήσων συγγραφέων. Ή διαφωνία δε αύτη περιορίζεται αποκλειστικώς και μόνον ως προς το πρόσωπον, το οττοίον το ττρώτον είχε την ιδέαν τής χρησιμοττοιήσεως και τής κατασκευής πυρπολικών. Πρόκειται, πλέον συγκεκριμένως, επί τού ζητήματος εάν την ιδέαν τής κατασκευής και τής χρησιμοττοιήσεως είχεν ό εκ Πάργας καταγόμενος Ιωάννης Δημολίτσας ή Πατατούκος, ό Ψαριανός Καλαφάτης, ή εάν αύτη ανήκεν εις τον Ρώσον ναυτικόν Ivan Afenachief. Οι πλείστοι των συγγραφέων αναγνωρίζουν τον Έλληνα Ίωάννην Δημολίτσαν ή Πατατούκον, ως έχοντα το πρώτον την ιδέαν τής κατασκευής πυρπολικών, τα οποία σημειωθήτω εβελτιώθησαν σημαντικώτατα από τής πρώτης χρήσεως αυτών υπό τού Παπανικολή.

Κατά τον Δ. Σπανόν, από τας αρχάς τής επαναστάσεως ή Βουλή των Ψαρών συνεσκέπτετο μετά των πλοιάρχων και ιδιοκτητών των πλοίων, περί τής εξευρέσεως των μέσων διά τον απόπλουν των πλοίων. Εις μιαν των συσκέψεων τούτων ό πλοίαρχος Γεώργιος Καλαφάτης, έχων πλοίον βραδυκίνητον, εδήλωσεν ότι:
«Άρχοντες, έχω και εγώ πλοίον και περί εμού κανείς δεν ομιλεί• εγώ θα έβγω εις την εκστρατείαν και το πλοίον θα το κάμω μπουρλότο (πυρπολικόν) και θα το διευθύνω μόνος».
«Το μετατραπέν εις ττυρπολικόν πλοίον τού Καλαφάτη», συνεχίζει ό Σττανός, «ηδυνήθη να πυρπολήση τουρκικόν δίκροτον εις τον λιμένα τής Έρεσσού και ή πρώτη
αύτη, υπό τού Παπανικολή, επιτυχία εγένετο αφορμή να διαδοθή ή κατασκευή και ή χρησιμοποίησις εις ευρείαν κλίμακα εναντίον τού τουρκικού στόλου». Ούτω λοιπόν, κατά τον Σπανόν, «την αφορμήν τής χρησιμοττοιήσεως πυρπολικών έδωσεν ό Ψαριανός Γεώργιος Καλαφάτης, αλλά την βελτίωσιν αυτών επέτυχεν ό Ιωάννης Δημολίτσας ή Πατατούκος», τον οποίον οι Ψαριανοί, αποθανόντα κατά τον μήνα Μάρτιον τού 1823 «εκήδευσαν μεγαλοπρεπώς ως σωτήρα τής Ελλάδος... και τον ανεκήρυξαν δημότην Ψαρών τιμής ένεκεν». Σημειούμεν ενταύθα ότι ή εύφλεκτος ύλη τού πυρπολικού τού Καλαφάτη συνίστατο εκ ρεικίων και άνθρακος, ενώ το βελτιωμένον πυρπολικόν τού Πατατούκου, ως εφλέκτους ύλας εχρησιμοποίει πίσσαν, νάφθην, θείον, ρητινώδη ξυλείαν και πυρίτιδα.
Κατά τον Δ. Κόκκινον, κατασκευαστής του πυρπολικού ήτο ό ‘Ιωάννης Δημολίτσας ή Πατατούκος, ό οποίος διετέλεσε διδάσκαλος τής πρακτικής ναυτικής και «εθεωρείτο σοφός εις ο,τι αφορούσε την ναυπηγικήν. Η πρότασίς του λοιπόν διά την κατασκευήν πυρπολικού επροκάλεσεν αμέσως την εμπιστοσύνην». Κατά τον ναύαρχον Κ. Νικόδημον, ό οποίος αφιερώνει το Υπόμνημα περί κατασκευής των πυρπολικών εις τον Πατατούκον, «κατασκευασθέντος τού πρώτου πυρπολικού εις Ψαρά, ούτε λόγον εποίησας εκ τής μετριοφροσύνης σου —υπονοεί τον Πατατούκον— ότι επίστασαι την κατασκευήν αυτού• ότε δε εις Έρισσόν επέστη ανάγκη κατασκευής πυρπολικών, τότε αυτοκλήτως παρουσιασθείς προ τού ναυάρχου των Ψαρών και αναγγείλας αυτώ τας περί κατασκευής αυτού γνώσεις σου, διετάχθης και ενήργησες την σωτήριον κατασκευήν αυτού». Κατ’ αυτόν δε, ή ιδέα τής χρησιμοττοιήσεως πυρπολικών ερρίφθη το πρώτον εις την Βουλήν των Ψαρών, κατά τον Μάιον τού 1821.
Κατά τον Ε. Κυριακίδην, όταν κατά μήνα Μάιον τού 1821, ό προς την Σάμον κατευθυνόμενος Τουρκικός στόλος συνήντησεν τον εις συνάντησιν τούτου αποπλεύσαντα ελληνικόν, παρά την Λέσβον, και μία των προπορευομένων τουρκικών φρεγατών ηναγκάσθη να τραπή προς τον λιμένα τής Έρεσσού, οι νησιώται πολεμισταί «…εσκέφθησαν περί κατασκευής πυρπολικού, ήτοι παλαιού πλοίου πεπληρωμένου πίσσης και εκρηκτικών υλών, όπερ τολμηροί ναύται ωδήγουν και προσεκόλλων εις το εχθρικόν σκάφος, ενώ οι επιβαίνοντες άμα ως μετέδιδον το πυρ ανεχώρουν δι’ ετέρου μικρού πλοίου• τοιούτον πλοίον κατεσκεύασεν ό ‘Ιωάννης Πατατούκος, κατωρθώθη δε ή επιτυχία διά τού ατρομήτου Ψαρριανού Παπανικολή, όστις ανετίναξε την τουρκικήν φρεγάταν μεθ’ όλου αυτής τού πληρώματος...» Υπέρ τής απόψεως, ότι ή κατασκευή τού πυρπολικού ανήκεν αρχικώς εις τον Πατατούκον ή Δημολίτσαν τάσσεται και ό Ν. Κοτζιάς, ενώ ό Κ. Αλεξανδρής φαίνεται αποδεχόμενος την άποψιν ότι ή χρήσις των πυρπολικών «ήτο γνωστή εις τούς Έλληνας ναυτικούς, όταν απεδύθησαν εις τον υπέρ των όλων αγώνα», και ανενδοιάστως υιοθετεί τα περί τής κατασκευής τού πρώτου πυρπολικού από τού Πατατούκου, όστις απέβλεψεν «εις την πρόχειρον διασκευήν τού πρώτου πυρπολικού». Μεταξύ δε των Ελλήνων ναυτικών, οι οποίοι εγνώριζον την κατασκευήν τού πυρπολικού, ό Αλεξανδρής αναφέρει τον πλοίαρχον των Ψαρών Καλαφάτην. Κατά τον Σ. Τρικούπην γενομένου συμβουλίου μεταξύ των ναυάρχων τού ελληνικού στόλου περί τού πρακτέου διά την προσβολήν τού τουρκικού στόλου εις τον λιμένα τής Ερεσσού, ό ναύαρχος τής Ύδρας Ιάκωβος Τομπάζης, ανέφερε ότι συνήντησε εν πλώ Άγγλον ναυτικόν, και ούτος του συνέστησε να χρησιμοποιήσουν πυρπολικά κατά τού τουρκικού στόλου. Αποδίδει τοιουτοτρόπως την ιδέαν των πυρπολικών εις τον Τομπάζην. Προς την άποψιν δε ταύτην τείνουν και τα εν τω Άρχείω των αδελφών Τομπάζη αναγραφόμενα, ότι πολλοί συγγραφείς αποδίδουν την πρότασιν τής χρησιμοποιήσεως πυρπολικών εις τον Ιάκωβον Τομπάζην, «άλλ’ ουδείς εν τω συμβουλίω εγνώριζε τα τής παρασκευής αυτών, και ότι προσελθών ό Ιωάννης Πατατούκος εδήλωσεν ότι γνωρίζει την παρασκευήν των πυρπολικών.
Συνεχίζων δε ό Σ. Τρικούπης, γράφει: «Μεταξύ τούτων —υπονοεί των εν τω συμβουλίω— ήτο και τις Γιάννης Πάργιος, επονομαζόμενος Πατατούκος, κάτοικος Ψαρών, όπου επηγγέλλετο τον διδάσκαλον τής πρακτικής ναυτικής. Ούτος είπεν ότι ήξευρε πώς παρεσκευάζετο το πυρπολικόν, και παρεσκεύασεν εν τω άμα εν των πλοίων τής εκστρατείας, όπερ ερρίφθη επί το δίκροτον την νύκτα, αλλά δεν εκόλλησε και εκάη εις μάτην. Ο Πατατούκος παρεσκεύασεν άλλο σταλέν επί τοιαύτη χρήσει εκ Ψαρών, μετεποίησε και ό Καλαφάτης Ψαριανός το πλοίον του εις πυρπολικόν, και την 27ην —υπονοεί Μαΐου— ερρίφθησαν αμφότερα επί το δίκροτο τρίτην ώραν προ μεσημβρίας... Και το μεν τού Καλαφάτη, ανεπιτηδίως παρασκευασθέν, εκάη ανωφελώς, το δε άλλο, υπό τον Δημήτρην Παπανικολή, Ψαριανών και αυτόν, έπεσεν επί την πρώραν τού δικρότου, εκόλλησε και μετέδωκεν εν τω άμα τας Φλόγας». ‘Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ή μεταξύ των συγγραφέων διαφωνία ως προς τον πρώτον κατασκευαστήν των πυρπολικών είναι ποικίλη και ότι οι περισσότεροι τούτων αποκλίνουν υπέρ τής το πρώτον κατασκευής των υπό τού Ιωάννου Δημολίτσα ή Πατατούκου. Το τρωτόν της θεμελιώσεως τής τοιαύτης απόψεως, έγκειται εις το γεγονός, ότι ουδέν έγγραφον στοιχείον προσκομίζεται εξ ου να προκύπτη αδιασείστως, ότι κατασκευαστής τού πρώτου πυρπολικού υπήρξεν ό Πατατούκος. Το κενόν τούτο καλύπτει ή αντίθετος άποψις, ότι δηλαδή κατασκευαστής τού πρώτου ελληνικού πυρπολικού είναι ό Ρώσος ναυτικός Ιβάν Αφανάσιεφ, θεμελιούσα τον ισχυρισμόν της επί σχετικής επιστολής τού ως άνω Ρώσου, ή οποία υφίσταται εν τω Άρχείω Ύδρας. ‘Εκ τής επιστολής ταύτης ορμώμενος ό Α. Λιγνός, γράφει: «Υπάρχει εις το Αρχείον Ύδρας έγγραφον, εκ τού οποίου προκύπτει πασιδήλως ότι ήτο —υπονοεί κατασκευαστής τού πυρπολικού— ό Ρώσος Ιβάν Αφανάσιεφ». Προς θεμελίωσιν δε τού ισχυρισμού τούτου παραθέτει την από 19.9.1822 επιστολήν τού Αφανάσιεφ, προς τούς προκρίτους Ύδρας, ήτις μεταξύ άλλων, γράφει:
«... Σάς είναι γνωστόν ότι εγώ πρώτος επρόβαλα των πυρττολικών την κατασκευήν, ότι με επροστάξατε αμέσως να κατασκευάσω τινά εξ αυτών και ότι παρευρέθην εις την Μυτιλήνην, όταν το ελληνικόν πυρ απετέφρωσε το υπερήφανον δελίνι των βαρβάρων... ,
‘Ο Τ. Κωνσταντινίδης ποιών χρήσιν τής ανωτέρω επιστολής, ή μάλλον τής αναφοράς τού Ρώσου, γράφει, καταλήγων: «Εκ των ανωτέρω λοιπόν αποδεικνύεται ότι ό Αφανάσιεφ καταλέγεται μεταξύ των πρώτων διδαξάντων τα τής κατασκευής των πυρπολικών, μεταδώσας εις τούς Έλληνας την ήν κατείχεν εκ τού Ρωσικού Ναυτικού πείραν». Και αλλού:
«Ο Ρώσος ναυτικός Ιβάν Αφανάσιεφ διδαχθείς τα περί πυρπολικών εν τω Ρωσικώ Ναυτικώ και Έλληνές τινες ναυτικοί παρόντες κατά την εττιχείρησιν ταύτην και επιζώντες κατά την έκρηξιν τής Επαναστάσεως τού 1821, εισηγήθησαν την εισαγωγήν πυρπολικών εν τω Ελληνικώ Στόλω και επεστάτησαν εις την προπαρασκευήν των πρώτων τοιούτων σκαφών». Εν προκειμένω διαπιστούται κάποια απομάκρυνσις εκ τής κατηγορηματικής απόψεως τού Κωνσταντινίδου και μάλιστα ότι μόνον ό Ρώσος Αφανάσιεφ υττήρξεν ό κατασκευαστής των πυρπολικών. Δέχεται ότι εις την εν Τσεσμέ πυρπόλησιν τού τουρκικού στόλου υπό τού ρωσικού, το έτος 1770, ήσαν παρόντες και Έλληνες ναυτικοί, πλην τού Αφανάσιεφ, οι οποίοι «επιζώντες κατά την έκρηξιν τής Επαναστάσεως τού 1821, εισηγήθησαν την εισαγωγήν πυρπολικών».
Κατά την ημετέραν άποψιν, και εκ των όσων στοιχείων παραθέτομεν ευθύς κατωτέρω, οι Έλληνες ναυτικοί και μάλιστα οι εκ τούτων προχωρημένης ηλικίας, εγνώριζον την κατασκευήν των πυρπολικών και εισηγήθησαν ήδη ευθύς μετά την έκρηξιν τής Επαναστάσεως την εισαγωγήν τούτων. Δεδομένου δε ότι ή προς τούς προκρίτους τής Ύδρας, ως άνω επιστολή τού Ρώσου Αφανάσιεφ έχει ως αίτημα οικονομικόν περιεχόμενον, διά τας προσφερθείσας υπ’ αυτού υπηρεσίας, ως γράφει εις αυτήν, δυνάμεθα να κάμωμεν την υπόθεσιν ότι οι Έλληνες ναυτικοί προσφερόμενοι εις τον υπέρ πατρίδος αγώνα ουδένα λόγον είχον ούτε εγγράφους αποδείξεις να ζητήσουν, ούτε οικονομικά αιτήματα διά τας προσφερομένας υττ’ αυτών υπηρεσίας. Πέραν τούτων, οι σεμνοί και απλοί καραβοκύρηδες των νήσων, λόγω τής μετριοφροσύνης των, ως ανωτέρω γράφει και ό Κ. Νικόδημος, ουδένα λόγον είχον να διατυμπανίσουν τας ιδέας των, τούς αγώνας των και την προς την πατρίδα προσφοράν των. ‘Εξ άλλου, υφίσταται μεν ή αναφορά αύτη τού Αφανάσιεφ, πλήν όμως, ως μη υπάρχουσα, ουδεμία απάντησις των προκρίτων τής Ύδρας έπ’ αυτής προσκομίζεται, γεγονός το οποίον θα απετέλει «πασίδηλον κατασκευήν τού πυρπολικού υπό τού Ρώσου ναυτικού. Συνεπώς, τού ότι ούτος ισχυρίζεται ότι διετάχθη να κατασκευάση το πυρπολικόν δεν έπεται ότι τούτο είναι και εκτός πάσης αμφισβητήσεως, ως ουδενός στοιχείου αναγνωρίσεως ή ομολογίας υπάρχοντος εκ τής Αρχής προς την οποίαν απευθύνεται. Αντιθέτως δε προκύπτει ότι οι Έλληνες ναυτικοί ήσαν ήδη γνώσται των πυρπολικών και μάλιστα εχρησιμοττοίουν ταύτα εις τον ρωσοτουρκικών πόλεμον τού 1770, ως γράφει ό διακεκριμένος τότε Γάλλος ερευνητής των συνεταιρικών πραγμάτων εν Ελλάδι Φ. Μπουλανζέ: «Κατά τον ρωσοτουρκικόν πόλεμον, εν έτει 1771, υπήρχον εν τω ρωσικώ στόλω πλείστα ελληνικά πλοία, έ ν ο ί ς κ α ι π υ ρ π ο λ ι κ ά (ή υπογράμμισις ιδική μας). Έχομεν την γνώμην ότι ή αυθεντική αύτη μαρτυρία, προερχομένη από την γραφίδα ενός ερευνητού ως ό Φ. Μπουλανζέ, πρέπει να μάς πείση περί τής ελληνικής προελεύσεως τής ιδέας τής χρησιμοποιήσεως των πυρπολικών κατά την επανάστασιν.
Ένταύθα, πέραν των υπό του Φ. Μπουλανζέ γραφομένων και προς τον σκοπόν όπως παράσχωμεν μιαν πληρεστέραν, κατά το δυνατόν, εικόνα περί τής γενέσεως τού πυρπολικού, καταφεύγομεν και εις τα υπό τού Κ. Νικοδήμου γραφόμενα, κατά διηγήσεις Ψαριανών και ιδίως τού Γεωργίου Χατζή Κυριάκου, ό οποίος συλληφθείς μετά τού πλοιαρίου του υπό τού ρωσικού στόλου, κατά τον ρωσοτουρκικόν πόλεμον τού 1769, υπήρξε μάρτυς τής κατασκευής τού πυρπολικού. Κατά τας διηγήσεις τούτων των Ψαριανών: «Πλοίαρχός τις Άγγλος, επί φρεγάτας ρωσικής, εγνωμοδότησε τα εξής: “Διά να εξολοθρευθή”, είπεν, “ό οθωμανικός στόλος, πρέπει να κατασκευασθή πυρπολικόν...” Ή γνώμη τού Άγγλου πλοιάρχου έγινε παραδεκτή• ως πυρπολικόν δε
απεφάσισαν την ρηθείσαν σακολεύαν τού ειρημένου πλοιάρχου Χατσή Γεωργίου Χ. Κυριάκου Ψαριανού... Μετά την κατασκευήν τού πυρπολικού εζήτησαν παρά τού στόλου πυρπολιστάς και δεν ευρέθησαν, ειμή δύο, ό εις Άγγλος και ό έτερος Έλλην Μυκώνιος...».
Ούτως έχουν τα πράγματα κατά τας διηγήσεις αυτοπτών μαρτύρων. Συνεπώς εάν αποδεχθώμεν τας διηγήσεις ταύτας, σημαίνει ότι ό Ρώσος Αφανάσιεφ, εάν βρίσκετο εις την ναυμαχίαν τού Τσεσμέ, δεν εγνώριζε, τουλάχιστον τότε, την κατασκευήν και την χρήσιν τού πυρπολικού. Αντιθέτως προκύπτει, εκ των ανωτέρω, ότι μεταξύ των δύο χρησιμοποιηθέντων πυρπολιστών, ό εις ήτο «Έλλην Μυκώνιος».
Κλείοντες το κεφάλαιον τούτο, περί τής το πρώτον κατασκευής των πυρπολικών, θεωρούμεν αναγκαίον να προσφύγωμεν και πάλιν εις τα υπό τού υποναυάρχου Κ. Νικοδήμου γραφόμενα. Κατ’ αυτόν, ενώ συνεζητείτο ό τρόπος τής αντιμετωπίσεως τού εχθρικού στόλου εις την Βουλήν των Ψαρών, ό εις την συζήτησιν ταύτην τταρευρισκόμενος Καλαφάτης, είπεν ότι έχει ένα παλαιόν πλοίον το οποίον θα μετασκευάση εις «μπουρλότον, και ήρχισεν ούτος την προπαρασκευήν τού πλοίου του. Όταν δε δύο πλοία μετέβησαν εκ τού λιμένος τής Έρεσσού, όπου είχον εκστρατεύσει, εις τα Ψαρά να τταραλάβουν το πυρπολικόν τού Καλαφάτη, αλλά συνεπεία πνέοντος ανέμου ήτο δυσχερής ή εκ τού λιμένος έξοδος τού πυρπολικού, τότε «συναχθέντες άνδρες και γυναίκες εκεί εβοήθησαν και εξήγαγον αυτό εκ τού λιμένος». Πέραν τούτου οι Ψαριανοί ήδη προ τής 26ης Απριλίου 1821, δηλαδή πριν εκπλεύση ή μοίρα των, είχον προωρισμένον διά πυρπολικών το ττλοίον τού Ψαριανού Γιαννίτσα, εις το οποίον ή Βουλή των Ψαρών, επειδή δεν είχε περατωθή εισέτι ή μετατροπή του, έθεσε τας αναγκαίας εις πυρπολικόν ναυτικάς ύλας και το έστειλεν αμέσως εκεί «διά να μη μείνη ό ελληνικός στόλος χωρίς πυρπολικόν». Παραλλήλως ή κοινότης των Ψαρών προέβη εις την αγοράν τεσσάρων πλοίων και διέταξε την Έπιτροπήν Λειών Πολέμου (Κομιοταριάτον) να παραχωρήση το αναγκαίον υλικόν «προς μετασχηματισμόν των πλοίων εις πυρπολικά εις τον Πατατούκον, όστις τα μετεσκεύασε».
Τέλος, επί τού προκειμένου, θα ηδυνάμεθα να προσθέσωμεν και το εξής γεγονός, το οποίον δηλοί αν όχι πασιδήλως πάντως αρκούντως, ότι οι επιχειρήσαντες την πυρπόλησιν των εχθρικών πλοίων εις τον λιμένα τής Έρεσσού ήσαν μόνον Έλληνες ναυτικοί. Ούτω, διά ανταλλαγείσης αλληλογραφίας μεταξύ τού Ελληνικού Μινιστερίου των Ναυτικών, τού Προέδρου τού Εκτελεστικού και τού Προέδρου τού Βουλευτικού, εγένετο αποδεκτή πρότασις τού πρώτου όπως χορηγηθούν βραβεία, παράσημα και χρηματική ενίσχυσις εις τούς Έλληνας πυρπολητάς, ακόμη δε και τινα στρέμματα γης «όσα κριθώσιν εύλογον από την υπερτάτην Διοίκησιν». Ενώ δε εις την αλληλογραφίαν ταύτην των υπευθύνων διοικητικών οργάνων τής χώρας, γράφονται πλείστα όσα διά την δράσιν των πυρπολικών και των πυρπολιστών, ουδαμού αναφέρεται περί τού Ρώσου Ιβάν Αφανάσιεφ. Και ναι μεν ή περί ής ό λόγος αλληλογραφία αφορά εις μεταγενέστερα κατορθώματα των πυρπολιστών πλήν όμως έχομεν την ακλόνητον πεποίθησιν ότι ή Ελλάς δεν θα ήτο τόσον αγνώμων, ώστε να παρέλειπε να τιμήση τούτον, έστω και δι’ ενός παρασήμου. Εξ άλλου δε, έπ’ ευκαιρία των αμοιβών και παρασήμων τούτων, ή Βουλή των Ψαρών, κατόπιν αναγνώσεως των ονομάτων των τιμηθέντων πυρπολιστών εις την συνέλευσιν τού λαού, «έπεμψε και τον κατάλογον των πυρπολιστών τού Κανάρη εις την Διοίκησιν ίνα ενεργήση τα νομοθετήματα». Συγχρόνως και κατόπιν διαταγών τής Διοικήσεως απέστειλαν προς αυτήν «και τούς καταλόγους των πληρωμάτων των πυρπολησάντων το δίκροτον εις Έρεσσόν, τού Παπανικολή και τού Καλαφάτη, ίνα χορηγήση και εις αυτούς τας νενομοθετημένας αμοιβάς. Οφείλονται δε και εις αυτούς διότι τότε δεν τας έλαβον».
Συνεπώς, εξ όλων τούτων προκύπτει ότι ουδαμού εμφανίζεται ό Ιβάν Αφανάσιεφ, ως λαβών μέρος εις τας επιχειρήσεις πυρπολήσεως. Η Ελληνική Κυβέρνησις θεσπίσασα νόμον περί τής αμοιβής των πυρπολιστών, ουδένα λόγον είχε —και ούτε ηδύνατο— να εξαιρέση τον «πυρπολητήν Ιβάν Αφανάσιεφ, ό οποίος ενώ από τού Ιουνίου —κατά τον οποίον λαμβάνουν χώραν τα γεγονότα ταύτα— θα ηδύνατο να προσφύγη εις την Έλληνικήν Κυβέρνησιν αιτούμενος ικανοποίησιν και δικαιοσύνην, δεν πράττει τούτο, αλλά στρέφεται δι’ αναφοράς του προς τούς προκρίτους Ύδρας την 19 Σεπτεμβρίου 1822, αιτούμενος χρηματικήν ικανοποίησιν. Το μέγα λοιπόν ερώτημα διά τον ρόλον τού Αφανάσιεφ εις την υπόθεσιν των πυρπολικών είναι τούτο: Διατί ενώ υφίστατο ειδική ελληνική νομοθεσία διά τούς ττυρπολιστάς δεν προσέφυγε, και μάλιστα εγκαίρως, εις την Ελληνικήν Κυβέρνησιν, αλλά εις τούς προκρίτους Ύδρας μετά πάροδον σχεδόν τριμήνου; Καθ’ ημάς και πάλιν ή απάντησις καθίσταται επιπλέον κατηγορηματική : διά τον απλούστατον λόγον, ότι ό Ρώσος Αφανάσιεφ ουδεμίαν σχέσιν είχε με τα ελληνικά πυρπολικά. Πέραν δε των όσων ήδη επί τού θέματος ανωτέρω εξεθέσαμε, και τα οποία πείθουν σοβαρώς περί τής μη αναμίξεως τού Ιβάν Αφανάσιεφ επί τής χρησιμοποιήσεως και κατασκευής των ελληνικών πυρπολικών, συνηγορεί και εν εισέτι επιχείρημα, αναγόμενον εις λόγους καθαρώς βιολογικούς:
Η υπό τού Α. Λιγνού και Τ. Κωνσταντινίδη υποστηριζομένη άποψις, ότι ό Ρώσος Αφανάσιεφ είναι «ττασιδήλως» ό κατασκευαστής τού πρώτου ελληνικού πυρπολικού, το οποίον εχρησιμοποιήθη εις την πυρπόλησιν τού τουρκικού στόλου εις Ερεσσόν, υποστηρίζει συγχρόνως ότι ούτος έλαβε μέρος εις την επιχείρησιν τής πυρπολήσεως τού τουρκικού στόλου εις Τσεσμέν, κατά τον ρωσοτουρκικόν πόλεμον τού 1770.
Συνεπώς, έκτοτε και μέχρι τού έτους 1821 παρήλθον 51 έτη. Το ερώτημα το οποίον προκύπτει εκ τού γεγονότος τούτου είναι: Τι ηλικίας ήτο ό Αφανάσιεφ το έτος 1770; Εάν δεχθώμεν εις την πλέον ευμενή περίπτωσιν ότι ήγε τότε το 20όν έτος, αφού μάλιστα εχρησιμοποιήθη εις επιχείρησιν απαιτούσαν ναυτικήν εμπειρίαν, τούτο σημαίνει ότι ούτος κατά το 1821 ήτο τουλάχιστον 71 ετών. Και εκ τού δεδομένου τούτου των εβδομήκοντα και ενός ετών ανακύπτει περαιτέρω το ερώτημα:
Ήτο βιολογικώς δυνατόν και πολεμικώς ενδεδειγμένον να χρησιμοποιηθή εις την επιχείρησιν τής πυρπολήσεως εις γέρων αυτής τής ηλικίας; Ήτο δυνατόν μία επιχείρησις, ως ή των πυρπολικών, απαιτούσα ευκινησίαν, ταχύτητα και λοιπάς δεξιότητας να πραγματωθή με γέροντα αυτής τής ηλικίας;
Όμολογούμεν, ότι δυσκολευόμεθα να αποδεχθώμεν την άποψιν ταύτην. Άρα εν κατακλείδι αντιστρέφοντες την κατηγορηματικότητα τού Α. Λιγνού, δυνάμεθα να την διατυπώσωμεν ως εξής: Εξ όλων των ανωτέρω εκτεθέντων, προκύπτει πασιδήλως ότι ό Αφανάσιεφ δεν ήτο ό πρώτος ό οποίος έρριψε την ιδέαν τής χρησιμοποιήσεως των πυρπολικών, αλλά ότι ή ιδέα αύτη ήτο ελληνική, ως περαιτέρω προκύπτει και εκ τής κάτωθι επιστολής. Εις την από 9 Ιουνίου 1821 επιστολήν των οι κάτοικοι τής νήσου Ύδρας, απενθυνόμενοι προς τούς καπετανέους και συντροφοναύτας συμπολίτας των, οι οποίοι επολιόρκουν τα καστέλια τής Ναυπάκτου, έδιδον προς τούτους οδηγίας τού τρόπου καταστροφής τού εχθρικού στόλου διά τής υπ’ αυτών χρησιμοττοιήσεως των πυρπολικών.
Ούτω, μεταξύ άλλων, έγραφαν εις την εν λόγω επιστολήν: . .διό γράφοντες περί τούτου σάς λέγομεν, άμα οπού λάβετε το παρόν μας, να προσπαθήσετε παντί τρόπω να κατακαύσετε τα εχθρικά εις Ναύπακτον καράβια με ένα μττουρλότον... Είναι επάναγκες να κατακαώσιν αυτά, διά να αδυνατίσωμεν την θαλάσσιον δύναμιν τού εχθρού προς ασφάλειαν τής πατρίδος μας και τής Ελλάδος όλης... Ιδού ό τρόπος διά να κατακαύσετε τα εχθρικά αυτά καράβια, και χωρίς τον αφανισμόν αυτών μη, προς Θεού, μην αναχωρήσετε. Ιδού τα αναγκαία φλογιστικά είδη, τα οποία το ογληγορώτερον να προβλέψετε:
»Καντάρια 50 ρετζίνην
»50 κατράμι
Οκάδες 60 θειάφι
»100 νέφτι
» 2.000 δαδί.
»Αυτά όλα βάζοντας εις την πλώρην κάτω ενός πλοίου Γαλαξιδιώτου, το οποίον αν δεν δώσουν θεληματικώς να το πάρετε και δυναστικώς χωρίς αργοπορίας, και βάζοντας και πλήθος κλαριά αλειμμένα με το νέφτι, όταν το πλησιάσετε εις το κορβέτον και λοιπά πλοία να προσέξετε να περιτυλιχθή, και να δώσουν φωτιάν οι ολίγοι άνθρωποι όπου θέλει κυβερνούν το μπουρλότον• τού μπουρλότου αυτού να έχετε ανοικτήν όλην την πρύμνην, και τα παραπέτα χαλασμένα, όπου δίδοντας φωτιάν, οι άνθρωποι και οι βάρκες να είναι έτοιμοι εις την πρύμνην να φύγωσιν. Ούτω κατέκαυσαν το μέγα εκείνο ντελίνιον, και εις το πέλαγος μάλιστα. Αύτη είναι ή μεγαλυτέρα ανδραγαθία όπου ημπορείτε να κάμετε αγαπητοί, και όπού είναι ευκολωτάτη, όντα τα εχθρικά καράβια εις την γήν ακίνητα. ..».
Εκ τής επιστολής ταύτης πληροφορούμεθα κατά τον πλέον αυθεντικόν τρόπον, τόσον τας χρησιμοποιουμένας ευφλέκτους ύλας υπό των θρυλικών πυρπολικών, όσον και τον τρόπον ενεργείας τούτων. Εν προκειμένω χαρακτηριστική είναι ή εντολή των κατοίκων τής Ύδρας προς τούς ηρωικούς της ναυμάχους: Χωρίς τον αφανισμόν τού εχθρικού στόλου «μη, προς Θεού, μην αναχωρήσετε». Εκ τής επιστολής ταύτης προκύπτει αδιασείστως ότι ήδη δύο μόλις μήνας από τής εκρήξεως τής επαναστάσεως, ή Ύδρα εγνώριζε το τής κατασκευής των πυρπολικών εις όλας των τας λεπτομερείας. Δεν πιστεύομεν δε ότι εντός τού ελαχίστου τούτου χρόνου εδιδάχθη την τέχνην τής κατασκευής από τον Αφανάσιεφ, ό οποίος και μετά την κατά το έτος 1826 γενομένην ρύθμισιν τού θέματος των πυρπολικών και τού ύψους των απαιτήσεων των Ψαριανών εκ τής διαθέσεως πλοίων διά την μετασκευήν των, ουδαμού αναφέρεται, μολονότι ή σχετική αλληλογραφία είναι πλουσία.

ΠΑΝ. ΠΑΠΑΓΑΡΥΦΑΛΛΟΥ

 

Πηγή: Περιοδικό Ιστορία, τεύχ. 75, Σεπτέμβριος 1974.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου