Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2012

Η ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ 1821 - Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΕΘΝΟΥΣ


Απο το εξαιρετικό βιβλίο του Βασίλη Β. Μούτσογλου, Οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης 1821 – 1922, εκδ. Παπαζήση.

Η αστική άνοδος των Κωνσταντινουπολίτικων οικογενειών, η φαναριώτικη παράδοση, όχι μόνο με την κατάληψη δημοσίων θέσεων αλλά και με την εκμίσθωση δημοσίων πόρων και τη συγκέντρωση πλούτου που προέκυψε, η απασχόληση με το εμπόριο και η αναγκαία σχετική συνάφεια με την Ευρώπη, και τέλος, η παιδεία με τις σημαντικές επιδόσεις των Ελλήνων στον τομέα αυτόν, οδήγησαν το Γένος, κατά τον 17ο αιώνα, σε μία πνευματική αναγέννηση, που δεν άργησε να οδηγήσει στην εθνική αφύπνιση. Μετά τον 17ο αιώνα, ένας αυξανόμενος αριθμός Ελλήνων είχε αρχίσει να εγκαταλείπει την Οθωμανική Αυτοκρατορία και να εγκαθίσταται στα μεγάλα εμπορικά κέντρα της Ευρώπης. Οι ναυτικοί επίσης, που ταξίδευαν σε όλη τη Μεσόγειο και έκαναν εμπόριο, ερχόταν σε επαφή με τον ευρωπαϊκό πολιτισμό της εποχής. Οι Έλληνες αυτοί δεν αρκούνται στην επιδίωξη του οικονομικού οφέλους μόνο, αλλά προσπαθούν να εξελιχθούν πνευματικά και κοινωνικά, με στόχο τη σχετική άνοδο. Με την επίτευξη του στόχου αυτού, συναισθάνθηκαν το καθήκον να βοηθήσουν και στην πνευματική άνοδο των αδελφών τους που παρέμεναν στην γενέτειρα, ως πρώτο σταθμό προς την απελευθέρωση τους.
Με την οικονομική ενίσχυση της εύπορης αυτής ομάδας, ιδρύονται πολλά ελληνικά σχολεία σε διάφορα κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τα παιδιά των Φαναριωτών, πέρα από τη φοίτηση τους στις σχολές αυτές, συμπληρώνουν τις σπουδές τους σε ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, συνήθως της Πάδοβας. Επίσης, ήδη από τον 16ο αιώνα, Έλληνες που είχαν γεννηθεί και σπουδάσει στην Ευρώπη, άρχισαν να επιστρέφουν στην Πόλη, από όπου είχαν αναχωρήσει οι γονείς τους. Εκεί, δημιουργούν γύρω τους μικρούς εκπαιδευτικούς κύκλους και πνευματικά κινήματα που συνέβαλαν στην ενίσχυση της εκπαιδευτικής παραδόσεως της Πόλης. Τον 16ο αιώνα, ο Πατριάρχης Ιωσάφ Β’ (1555-1565) και ο δάσκαλος Ιωάννης Ζυγομαλάς από το Ναύπλιο, ιδρύουν στη Κωνσταντινούπολη την «Πατριαρχική Σχολή» που αποτελεί τη συνέχεια του «Πατριαρχικού Φροντιστηρίου» που λειτουργούσε πριν από την Άλωση, και τον πρόδρομο της Μεγάλης του Γένους Σχολής. Λίγο πριν την Επανάσταση, το 1803, η Σχολή αποτελεί το λαμπρότερο εκπαιδευτικό ίδρυμα της εποχής και μεταφέρεται στο προάστιο Ξηροκρήνη.
Οι Φαναριώτες υπήρξαν ένας αγωγός μεταφοράς του φιλελευθέρου πνεύματος και φορέας πνευματικής ανάπτυξης στην Πόλη. Όπως όμως ο ανώτερος κλήρος διαπνέονται και αυτοί, γενικά, όχι όμως στο σύνολο τους, από συντηρητισμό, κυρίως καθόσον αφορά τον τομέα της δράσεως, αφού άλλωστε οι επιδιώξεις τους δεν έχουν συγκεκριμενοποιηθεί προς την κατεύθυνση της εθνικής λύτρωσης. Κύριο μοχλό για την εθνική αφύπνιση και έναρξη κάποιας, έστω θεωρητικής, κίνησης στην Κωνσταντινούπολη, αποτελεί μια αριθμητικά περιορισμένη, πρωτοποριακή τάξη με σχετικά προηγμένο βαθμό αστικής συνειδητοποίησης και αρκετά υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Η τάξη αυτή πλαισιώνεται στην Πόλη από τα μεσαία στρώματα, τα οποία, παρά την ανομοιογένεια και αντιφατικότητα τους, αποτελούν γόνιμο έδαφος για την ανάπτυξη προοδευτικών ιδεών και δράσης.
Ο Ελληνισμός φθάνει στις αρχές του 19ου αιώνα, έχοντας κατορθώσει, όχι μόνο να διαφυλάξει την εθνική του ύπαρξη και ταυτότητα, αλλά και να αφομοιώσει τις δυτικές φιλελεύθερες ιδέες, καθώς και να τις μετουσιώσει αναμιγνύοντας τες με τα συστατικά στοιχεία της ελληνικής παράδοσης ως προς την ελευθερία και δημοκρατία και της οθωμανικής ως προς την τέχνη του πολέμου, σε μία εκρηκτική ύλη, της οποίας δεν άργησε να καταφανεί η ισχύς. Η διεργασία αυτή συντελείται σε ολόκληρο τον ελληνικό χώρο και στις ελληνικές παροικίες της Δύσης. Η Κωνσταντινούπολη δεν αποτελεί την κύρια εστία αναπτύξεως της επαναστατικής εθνικής ιδέας, αλλά σίγουρα, ως το εθνικό κέντρο του Ελληνισμού αλλά και της Αυτοκρατορίας, οτιδήποτε γίνεται εκεί έχει ιδιαίτερη σημασία λόγω της δημοσιότητας που αποκτά, αφού εκεί είναι στραμμένα τα βλέμματα όλων των Ελλήνων.
Η Πόλη, εν τω μεταξύ έχει καταστεί πραγματική πρωτεύουσα της ρωμιοσύνης. Οι Έλληνες κυριαρχούν πνευματικά σε όλους τους χριστιανικούς λαούς που είναι υποτελείς στην Αυτοκρατορία. Οι ίδιοι αποτελούν το μέσο επαφής των λαών αυτών με την ευρωπαϊκή σκέψη. Έτσι λειτουργούν ως καταλύτης για την εθνική αφύπνιση και των υπολοίπων χριστιανικών λαών. Εξ άλλου οι Έλληνες που είχαν προσληφθεί στην υπηρεσία της Πύλης, απόκτησαν με το χρόνο, μεγάλη δύναμη επειδή ήταν μυημένοι στα απόρρητα της κυβερνήσεως και έγιναν βαθμηδόν πραγματικοί σύμβουλοι της ως προς τα θέματα που αφορούσαν στις εξωτερικές σχέσεις της Αυτοκρατορίας. Επίσης, ο ανώτερος κλήρος, που εξαρτάται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, έχει ελληνική παιδεία και καθοδηγεί το σύνολο του κλήρου των ορθοδόξων λαών.
Η μετάβαση από το στάδιο της θεωρητικής σύλληψης της εθνικής ιδέας, στην ανάληψη πρακτικής δράσης, συνδέεται αναμφίβολα με τις διεθνείς εξελίξεις στην περιοχή, όπως εμφανίζονται με τον ρωσοτουρκικό ανταγωνισμό, αποτέλεσμα της εξασθένισης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της τάσεως για επέκταση της Ρωσίας προς τον Νότο. Η βαλκανική πολιτική της Ρωσίας, δεν απέβλεπε μόνο στην κατάκτηση του Ευξείνου Πόντου και των Βαλκανίων, αλλά και στην υποκατάσταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από μία ρωμαίικη «Βαλκανική Αυτοκρατορία» υπό Ρωσική δυναστεία. Για να δικαιολογήσουν αυτές τις βλέψεις τους, οι Ρώσοι αυτοκράτορες επικαλέσθηκαν και το γεγονός ότι η Σοφία Παλαιολογίνα, ανιψιά του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, είχε τελέσει γάμο με τον ηγεμόνα της Μόσχας Ιβάν Γ’, στη Ρώμη το 1472. Αυτή τη Βυζαντινή γενεαλογία θυμήθηκαν οι Τσάροι αργότερα για να εμφανισθούν στα μάτια των ορθοδόξων ραγιάδων ως άμεσοι διάδοχοι ενδόξων προγόνων. Ρώσοι πράκτορες κινήθηκαν στον ελληνικό χώρο προς την κατεύθυνση της δημιουργίας προϋποθέσεων για την εξάπλωση της εξουσίας των τσάρων στον Νότο και συνέβαλαν στην έκρηξη διαφόρων εξεγέρσεων με ανεπιτυχή κατάληξη. Παρόλη όμως την αποτυχία τους, οι εξεγέρσεις αυτές κατέδειξαν τον δρόμο που θα έπρεπε να ακολουθηθεί.
Η Γαλλική Επανάσταση επίσης, με την απήχηση που είχε στη Ευρώπη, δεν μπορούσε να αφήσει αδιάφορους τους Έλληνες που διέβλεπαν στις αρχές της, τις βάσεις της δικής τους απελευθέρωσης. Οι νικηφόρες εκστρατείες του Ναπολέοντα και η κατάληψη των Ιονίων νήσων από τους Γάλλους, δημιούργησε ορισμένες ελπίδες, οι οποίες όμως δεν άργησαν, επίσης, να διαψευσθούν.
Όλα αυτά συνετέλεσαν ώστε η λύση του ξεσηκωμού του έθνους, με τις δικές του δυνάμεις, να αρχίσει να αντιμετωπίζεται σοβαρά από την πρωτοποριακή τάξη, που κατείχε τη θέση ανάμεσα στους Φαναριώτες και τα μεσαία στρώματα. Οι φορείς των ιδεών αυτών, πρέπει να σημειωθεί όμως, δεν περιορίζονται σε ένα τόπο ή ένα κοινωνικό κύκλο μόνο. Άλλωστε οι επιδιώξεις κάθε ομάδας δεν συμπίπτουν σε όλα τους τα στοιχεία παρά μόνο σε ένα κοινό παρανομαστή: Την αλλαγή της υφισταμένης καταστάσεως.
Οι επαναστατικές και φιλελεύθερες ιδέες που έρχονται από το εξωτερικό, έχουν ταυτόχρονα κοινωνικό και οικονομικό περιεχόμενο. Η πάλη που έχει ήδη αρχίσει, ανάμεσα στους προοδευτικούς και συντηρητικούς με επίκεντρο όχι μόνο το γλωσσικό ζήτημα αλλά και τη γενικότερη κριτική του κλήρου και των Φαναριωτών, μετακινείται τώρα σε ουσιαστικότερα επίπεδα. Όμως, προέχει η απελευθέρωση, και η ιδέα αυτή συνενώνει τους Έλληνες. Η Ρωσία αποτελεί Πάντα τη δύναμη προς την οποία στρέφονται με ελπίδα τα βλέμματα των υποδούλων. Ευτυχής συγκυρία είναι ότι, την εποχή εκείνη, μεταξύ των κυριοτέρων συμβούλων του Τσάρου, είναι ο Ιωάννης Καποδίστριας.

Η προετοιμασία της Επανάστασης. Η Φιλική Εταιρεία.


Η ιδέα της ίδρυσης μυστικής οργανώσεως με σκοπό τη συντήρηση της εθνικής συνειδήσεως του λαού και την προπαρασκευή του έθνους για μια γενική εξέγερση, είναι πολύ παλιά. Παλαιότερα, πριν από την ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας, είχαν ιδρυθεί αρκετοί πρόδρομοι της. Το 1780, στο Βουκουρέστι στην «Εταιρεία των Φίλων», μετέχουν εκτός από Έλληνες, και Βλάχοι[Ε.Γ. Πρωτοψάλτη 1972]. Ο Φαναριώτης ηγεμόνας Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο επιλεγόμενος Φιραρής, μετά τη φυγή του από τις ηγεμονίες, ίδρυσε στη Ρωσία το 1787 την Εταιρεία «Φοίνιξ». Άλλες εταιρείες, είχαν ευρύτερο πολιτιστικό περιεχόμενο. Όλες όμως ιδρύθηκαν και ανέπτυξαν δράση με Κέντρο πόλεις όπου υπήρχε ενεργό ελληνικό στοιχείο. Η Κωνσταντινούπολη ήταν φυσικό να μη συμπεριλαμβάνεται σε αυτές, αφού ήταν λογικό να γίνεται η σκέψη ότι, αφού επρόκειτο για την πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η εξουσία με ευκολία θα μπορούσε να πατάξει κάθε ανατρεπτική δραστηριότητα.

Η Φιλική Εταιρεία ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό από τους Τσακάλωφ, Σκουφά και Ξάνθο. Στόχος της Εταιρείας υπήρξε η προετοιμασία μιας πανεθνικής εξεγέρσεως για την απολύτρωση του Γένους από τον Οθωμανικό ζυγό. Η γενικά μη επιτυχής αρχική εξέλιξη της πορείας της Φιλικής Εταιρείας στη Ρωσία, μαζί με τους κινδύνους, που είχαν αντιληφθεί ότι αντιμετωπίζουν τα μέλη της Αρχής, τους οδήγησαν να σκεφθούν τη μεταφορά της έδρας της, εκτός Ρωσίας και εντός του εδάφους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ο Ξάνθος, ο οποίος εργαζόταν σε εμπορικό κατάστημα στην Πόλη, εγκαταστάθηκε πρώτος στο Μέγα Ρεύμα, στη δυτική ακτή του Βοσπόρου. Σταδιακά έρχονται και οι Σκουφάς, Αναγνωστόπουλος και Λαυριώτης ενώ ο Τσακάλωφ πηγαίνει στη Σμύρνη. Κυριότερο μέλημα τους ήταν η απόφαση για το θέμα της έδρας της Αρχής. Μεταξύ διαφόρων τοποθεσιών, επιλέγεται τελικά η Κωνσταντινούπολη. Στην απόφαση τους αυτή τους οδηγούν τόσο ο μεγάλος αριθμός των εδώ Ελλήνων και η αληθινή φιλοπατρία τους, όσο και η εκτιμούμενη αδυναμία της Οθωμανικής αστυνομίας να δράσει αποτελεσματικά στο κοσμοπολίτικο περιβάλλον της Πόλης. Εξάλλου, η Κωνσταντινούπολη ήταν μεν η πρωτεύουσα του Οθωμανικού κράτους αλλά, παραδοσιακά και πρακτικά, συνιστούσε την πραγματική πρωτεύουσα του Ελληνισμού. Οι Φιλικοί θα μπορούσαν από εκεί να εποπτεύουν την πολιτική κατάσταση, τα οθωμανικά και ελληνικά ζητήματα και ταυτόχρονα να προλαμβάνουν τυχόν αναφυόμενα προβλήματα. Ο υπολογισμός αυτός απεδείχθη σωστός και η απόφαση, επιτυχής.
Πρόθεση των Φιλικών ήταν να μη κινηθούν αμέσως δραστήρια, αλλά να παρατηρήσουν πρώτα πώς έχουν τα πράγματα, ποια η κατάσταση με το Οθωμανικό κράτος, πώς αντιμετωπίζουν οι ομογενείς την ιδέα της ελευθερίας, εάν πράγματι οι εκτιμήσεις τους ήταν σωστές. Προκειμένου να ληφθούν αποφάσεις για τις περαιτέρω ενέργειες της Εταιρείας καλείται και ο Τσακάλωφ στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος όμως καθυστερεί να έλθει. Κατά τα τέλη Μαΐου 1818 φθάνουν στην Πόλη οι Πελοποννήσιοι οπλαρχηγοί Αναγνωσταράς, Χρυσοσπάθης, Δημητρόπουλος και Φαρμάκης. Σε κοινή σύσκεψη λαμβάνονται ορισμένες αποφάσεις για την τελική φάση της μεγάλης επιχείρησης.
Ο Τσακάλωφ έφθασε στη Κωνσταντινούπολη έξι ημέρες πριν πεθάνει ο Σκουφάς στις 31 Ιουλίου 1818 σε ηλικία 40 ετών από καρδιακό νόσημα. Ο Σκουφάς τάφηκε στο Βόσπορο, από την εκκλησία του Μεγάλου Ρεύματος. Η Εταιρεία στερήθηκε έτσι τον κατεξοχήν οραματιστή της που υπήρξε ουσιαστικά ιδρυτής και αρχηγός της. Παρόλο το σοβαρό πλήγμα που εδέχθη, η Εταιρεία συνέχισε το έργο της. Όμως η οικονομική κατάσταση της, ήταν πολύ άσχημη. Οι Ξάνθος, Τσακάλωφ και ο Αναγνωστόπουλος που είχε εν τω μεταξύ εισαχθεί στην Αρχή, ευρίσκονται σε αδιέξοδο, και το μεγάλο σχέδιο της εξορμήσεως των πρακτόρων-αποστόλων με στόχο τον γενικό προσηλυτισμό, έμοιαζε απραγματοποίητο. Η προσπάθεια των ηγετών στράφηκε τότε προς τους πλούσιους και ισχυρούς ομογενείς, οι οποίοι κατοικούσαν ή διέμεναν προσωρινά στην Πόλη.
Πράγματι ο πατριώτης Σέκερης έβγαλε από τη δύσκολη οικονομική κατάσταση την Εταιρεία. Αλλά και η πολύ ευνοϊκή υποδοχή από τους Κωνσταντινουπολίτες την είχαν ενισχύσει υλικά και ηθικά. Η ανταπόκριση που έδειξε η μεσαία προοδευτική τάξη της Κωνσταντινουπόλεως που εκπροσωπείται βασικά από τους εμπόρους και τους υπαλλήλους τους, η προθυμία της να προσφέρει υπέρ της ιδέας των Φιλικών και η γενναιότητα που επέδειξε, ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη από την αντίστοιχη της στη Ρωσία, από την ομογένεια της οποίας οι Φιλικοί ανέμεναν περισσότερα. Η Εταιρεία ενδυναμώθηκε ακόμη περισσότερο από το γεγονός της συμπαράστασης των Κωνσταντινουπολιτών, επειδή και οι υπόλοιποι Έλληνες έμποροι, ιδίως όσοι είχαν το κέντρο των επιχειρήσεων τους στην Ευρώπη αισθάνθηκαν την υποχρέωση να συντρέξουν την Εταιρεία, αφού έβλεπαν ότι ως και αυτοί που ζούσαν στον ίδιο τον τόπο του «τυράννου», είχαν το θάρρος να προβαίνουν σε επαναστατικές επιχειρήσεις.
Ο θεσμός των εφορειών, στην ίδρυση του οποίου συνέβαλε κατά πολύ ο Αναγνωστόπουλος βοήθησε στη συστηματική οργάνωση των μελών της Εταιρείας. Κεντρικό συντονιστικό ρόλο έπαιζε η Γενική Εφορεία Κωνσταντινουπόλεως με την οποία αλληλογραφούσαν όλες οι κατά τόπους εφορείες. Η Εφορεία της Πόλης είχε συσταθεί από τον Δικαίο με μέλη τους ευυπόληπτους μεγαλέμπορους Σπυρίδωνα Μαύρο, Κυριάκο Κούμπαρη και Ιωάννη Μπάρμπη με επιτηρητή τον Δημήτριο Σχινό.
Τα προβλήματα όμως δεν λείπουν, και πολλά από αυτά δημιουργούνται από το ανήσυχο πνεύμα ορισμένων μυηθέντων, που όπως είναι φυσικό, προσπαθούν να εξιχνιάσουν την Αρχή. Μεταξύ αυτών είναι και ο Νέγρης, ο οποίος παραμένει στην Κωνσταντινούπολη και αναπτύσσει δραστηριότητα προς την κατεύθυνση αυτή. Με σκοπό να ανακαλύψει εάν ο Καποδίστριας είναι πράγματι η Αρχή, του απευθύνει μια επιστολή με την οποία τον ενημερώνει δήθεν για την ύπαρξη της Φιλικής Εταιρείας, και ζητά να μάθει με ποιόν τρόπο θα μπορούσε να βοηθήσει και αυτός. Η επιστολή όμως παράπεσε και τέθηκε υπόψη του Αυτοκράτορα. Ο πρεσβευτής της Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη Στρογάνωφ προβαίνει σε διάβημα προς την Υψηλή Πύλη θέτοντας υπόψη της, τις πληροφορίες για τη δράση ανατρεπτικής οργανώσεως, σε συνάρτηση με τις υποχρεώσεις της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας για τη διαφύλαξη της τάξης στην επικράτεια της. Ο Στρογάνωφ επίσης συμβουλεύει τους ομογενείς της Πόλης να περιορισθούν στα χρέη των πιστών υπηκόων του Σουλτάνου. Η Οθωμανική κυβέρνηση, πάντως, πολιτεύθηκε και στην περίπτωση αυτή με τη συνήθη, τότε, αδράνεια της, προς την οποία οδηγήθηκε και από ορισμένους ομογενείς με επιρροή, και η Εταιρεία κατόρθωσε να ξεπεράσει και αυτή, όπως και άλλες περιπέτειες.
Στην Κωνσταντινούπολη, μέσα στους κόλπους της Φιλικής εταιρείας, αναπτύσσονται όλες οι τάσεις που αντιστοιχούν στην κοινωνική σύνθεση της Πόλης. Οι τάσεις αυτές μερικές φορές παίρνουν διασπαστικό χαρακτήρα, όπως στην περίπτωση του ριζοσπαστικού Ηλία Χρυσοσπάθη, ο οποίος το 1818 αποσχίζεται μαζί με ομοϊδεάτες του από τη Φιλική Εταιρεία και δημιουργεί μια άλλη μυστική κίνηση που αποβλέπει όχι μόνο στην εθνική απελευθέρωση αλλά και σε άλλους κοινωνικούς στόχους. Με την δραστήρια παρέμβαση του Τσακάλωφ, γίνεται δυνατό να επανέλθουν στη Φιλική Εταιρεία τα μέλη που είχαν αποσκιρτήσει.
Μετά την αναγόρευση του Υψηλάντη ως Γενικού Επιτρόπου της Αρχής στις 15 Ιουνίου 1820 ο ενθουσιασμός των Κωνσταντινουπολιτών για την προσδοκούμενη απελευθέρωση του έθνους, φθάνει στο αποκορύφωμα της. Το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας έχει μαθευτεί από όλους τους ομογενείς στην Πόλη, συμπεριλαμβανομένων και των γυναικών, πράγμα που δεν ήταν συνηθισμένο την εποχή εκείνη. Τα σπίτια του Ξάνθου και του Δικαίου, όπως και άλλων, είχαν μετατραπεί σε τόπους συναντήσεως των Φιλικών. Με το πρόσχημα διοργανώσεως χοροεσπερίδων γίνονται στο Σταυροδρόμιο τα σημαντικότερα συμβούλια των εταίρων.
Οι πιο ενθουσιώδεις πιστεύουν και διαδίδουν ότι η Ρωσία πρόκειται να βοηθήσει στρατιωτικά την υπόθεση των Ελλήνων. Παρά την αντίθεση των σωφρονέστερων, η Εφορεία ζητεί από τον Υψηλάντη την αποστολή στην Κωνσταντινούπολη, ενός δοκίμου αρχιστρατήγου και εφοδίων για να αρχίσει η επανάσταση και υποβάλλονται πολλά τολμηρά σχέδια που προβλέπουν εξουδετέρωση του Σουλτάνου και της αυλής του, εμπρησμό κτηρίων της Πόλης και πυρπόληση του στόλου, του ναυστάθμου του Τοπχανά και του Μπαρουτχανά, καθώς και αρπαγή του θησαυροφυλακίου. Άλλο σχέδιο προβλέπει την επιβίβαση Ελλήνων ναυτών υπό τη μυστική διευθέτηση Εταίρων, σε οθωμανικά πολεμικά και φορτηγά πλοία που θα μετέφεραν πολεμοφόδια στη ναυτική μοίρα του Αιγαίου, με απώτερο στόχο να τα κατακυριεύσουν ή να τα καταστρέψουν.
Τα διάφορα σχέδια για κίνηση των Κωνσταντινουπολιτών απορρίφθηκαν τελικά και καμία δράση δεν έλαβε χώρα εκεί. Αυτή η απραξία των εφόρων της Πόλης, επικρίθηκε αργότερα. Ειπώθηκε ότι εάν γινόταν δυνατόν, με διάφορες ενέργειες, να παρέλυε η διοίκηση του κράτους και να καιγόταν ο στόλος, το Οθωμανικό Βασίλειο θα αδυνατούσε να προβάλλει έγκαιρα σημαντική αντίσταση στις πολεμικές επιχειρήσεις των Ελλήνων. Τουλάχιστον, εάν οι Έλληνες ναύτες καταλάμβαναν τα πλοία που μετέφεραν εφόδια στον Οθωμανικό στόλο, θα βοηθούσαν κατά πολύ τον αγώνα της Ελλάδας. Τέλος, σύμφωνα με την άποψη αυτή, οι Τούρκοι θα αντιλαμβανόταν πολύ αργά την αληθινή πηγή των ενεργειών αυτών, τις οποίες πιστεύεται ότι θα απέδιδαν, αρχικά τουλάχιστον, μάλλον στους Ρώσους. Εάν ληφθούν υπόψη τα δεινά των Ελλήνων της Πόλης, τα οποία, ούτως ή άλλως, δεν αποφεύχθηκαν, και από την άλλη πλευρά οι μεγάλες κακουχίες των επαναστατημένων Ελλήνων, που θα μπορούσαν να ήταν λιγότερες εάν ανελάμβαναν δράση οι Κωνσταντινουπολίτες, η αδράνεια τους αυτή, θα πρέπει να θεωρείται κατακριτέα. Από την άλλη πλευρά, η εξέλιξη των επιχειρήσεων καθιστά σαφές ότι οποιοδήποτε επαναστατικό κίνημα στην πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας δεν θα είχε απολύτως καμία τύχη ενώ η καθολική σφαγή των Ελλήνων της Πόλης θα πρέπει να θεωρείται βέβαια και, πάντως, σε 9υδεμία περίπτωση δεν θα ήταν δυνατό να παραταθεί η παρουσία των Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη για άλλα 150 χρόνια.

Η Έκρηξη της Επανάστασης. Τα Μεγάλα Δεινά.


Το γεγονός της κήρυξης της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία, έγινε γνωστό στην Πύλη την 1η Μαρτίου, όταν της παραδόθηκε η επαναστατική προκήρυξη του Υψηλάντη. Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β’ και η Οθωμανική κυβέρνηση έγιναν έξω φρενών από «την προδοσία και το θράσος των γκιαούρηδων». Οι πρεσβευτές των Μεγάλων Δυνάμεων κλήθηκαν στην Πύλη, όπου τους έγιναν έντονες παραστάσεις. Ο πρεσβευτής της Ρωσίας Στρογάνωφ, χωρίς ακόμη να έχει λάβει ειδικότερες οδηγίες, δήλωσε πως η κυβέρνηση του δεν έχει καμία ανάμιξη και ότι η Ρωσία αποδοκιμάζει το κίνημα του Υψηλάντη.

Από το 1774, με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊνάρτζα, και κυρίως με την ερμηνεία που έδωσε στη Συνθήκη αυτή η Ρωσία, και την οποία αποδέχθηκε και η Πύλη, θεωρήθηκε ότι είχε χορηγηθεί στους Τσάρους το δικαίωμα να προστατεύουν την Ορθόδοξη Εκκλησία, με δυνατότητα επεμβάσεως στα «εσωτερικά» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε περίπτωση παραβιάσεως των προνομίων που είχαν παραχωρηθεί από τους Σουλτάνους. Όταν έφθασε η είδηση της επαναστάσεως, οι ηγεμόνες των Δυνάμεων της Ευρώπης συζητούσαν στο Λαϋμπαχ τρόπους για την καταστολή των διαφόρων ανατρεπτικών κινημάτων που είχαν ξεσπάσει στην Ιβηρική και Ιταλική χερσόνησο. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ελληνική Επανάσταση, δεν μπορούσε παρά να τύχει της ανεπιφύλακτης αποδοκιμασίας των ηγεμόνων που είχαν συναχθεί εκεί. Ο μόνος από τον οποίο οι Έλληνες θεωρούσαν ότι μπορούσαν να περιμένουν κάποια συμπάθεια, ήταν ο Τσάρος της ομόδοξης Ρωσίας, αφού άλλωστε και ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν σύμβουλος του. Εξάλλου ο Αλέξανδρος Υψηλάντης πριν αναλάβει αρχηγός της επαναστάσεως, ήταν ο έμπιστος υπασπιστής του Τσάρου. Όμως ο Τσάρος είχε χαρακτήρα ευμετάβλητο, και ο Καγκελάριος της Αυστρίας Μέτερνιχ δεν δυσκολεύθηκε να τον πείσει ότι η Ελληνική επανάσταση ήταν συναφής με τα κινήματα στην Ισπανία και Ιταλία. Ο Αλέξανδρος αποκήρυξε δημόσια τον Υψηλάντη και τον διέγραψε από τις τάξεις του ρωσικού στρατού. Συνυπέγραψε επίσης στις 30 Μαΐου με τον Αυτοκράτορα της Αυστρίας και τον Βασιλέα της Πρωσίας κοινή δήλωση, όπου χωρίς να γίνεται ειδική μνεία στους Έλληνες, υπήρχε σαφής υπαινιγμός εναντίον των γεγονότων στη Βαλκανική.
Από την πλευρά του, ο Σουλτάνος δυσκολευόταν να πιστέψει ότι η Ρωσία δεν ήταν τελικά αναμεμιγμένη στα γεγονότα. Ήθελε διαβεβαιώσεις για τις διαθέσεις του Τσάρου προτού προβεί σε ενέργειες κατά των Ελλήνων. Στο ερώτημα που τέθηκε, ο πρεσβευτής Στρογάνωφ επανέλαβε, σύμφωνα πλέον με τις οδηγίες που είχε, τη δήλωση του περί αποδοκιμασίας των επαναστατικών κινημάτων. Η διαβεβαίωση αυτή ηρέμησε προς στιγμήν τον Σουλτάνο. Πήρε την απόφαση να δώσει αμνηστία στους επαναστάτες της Μολδοβλαχίας, εάν δήλωναν υποταγή, εξαιρώντας μόνο τον Υψηλάντη και τον ηγεμόνα Μ. Σούτσο. Στις 3 Μαρτίου απέστειλε στο Πατριαρχείο φερμάνι, στο οποίο αναφερόταν ότι «Η Υψηλή Πύλη, αφού έμαθε σχετικά με την εξέγερση ορισμένων απονενοημένων στη Μολδαβία, τους λυπάται και παρακινεί τη Μεγάλη Εκκλησία να συμβουλεύσει τους πιστούς υπηκόους της κραταιάς Αυτοκρατορίας, υπό την ποιμαντορία της, να μην αποπλανηθούν και περιπέσουν στη δίκαια και αδυσώπητη αγανάκτηση αυτής, καθώς και των πιστών Οθωμανών». Ταυτόχρονα εκφραζόταν προφορικά η επιθυμία της Πύλης να εκδοθούν από το Πατριαρχείο αποφάσεις με τις οποίες να ενισχύεται το φερμάνι του Σουλτάνου.
Οι Τούρκοι, εν τω μεταξύ, άρχισαν να συνειδητοποιούν την ύπαρξη της Φιλικής Εταιρείας ως μυστικής οργανώσεως που στόχευε στη διάσπαση της Αυτοκρατορίας τους. Όταν μάλιστα, μαζί με τις ειδήσεις για σφαγές Τούρκων στη Μολδοβλαχία, διαπιστώθηκε ότι ορισμένοι Φιλικοί, ειδοποιημένοι εκ των προτέρων, είχαν διαφύγει, αποφασίσθηκε να ληφθούν σκληρά μέτρα, με τη θέση της ρωμαίικης κοινότητας της Κωνσταντινούπολης υπό καθεστώς ομηρείας. Όλες οι αρχοντικές φαναριώτικες οικογένειες που ήταν εγκατεστημένες στην ευρωπαϊκή ακτή του Βοσπόρου διατάχθηκαν να μετοικήσουν αμέσως στο Φανάρι για να προληφθεί η δραπέτευση τους. Άρχισαν σφαγές Ελλήνων που είχαν συγγενείς στη Μολδοβλαχία και συνελήφθη ο Μητροπολίτης Εφέσου που παρεπιδημούσε στην Κωνσταντινούπολη, Διονύσιος Καλλιάρχης, αδελφός πρώην ηγεμόνος φυγάδος. Όλοι οι Έλληνες που δεν ήταν κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως, διατάχθηκαν να την εγκαταλείψουν.
Την Κυριακή ό Μαρτίου, ο Γρηγόριος Ε’, κλήθηκε στην Πύλη από τον Υπουργό Εξωτερικών, Ρείς Εφέντη. Έγινε δεκτός από τον Υπουργό, μαζί με το Μεγάλο Διερμηνέα Κ. Μουρούζη. Ο Υπουργός ανακοίνωσε στον Πατριάρχη, σουλτανική εντολή για την επιτήρηση των Σέρβων που έμεναν στον Γαλατά, επιβεβαιώνοντας τόσο την εμπιστοσύνη της Πύλης προς τον Πατριάρχη όσο και το καθήκον του δεύτερου να εξασφαλίζει την υποταγή του ποιμνίου του προς τον Σουλτάνο.
Από την άλλη πλευρά ο ερεθισμός του τουρκικού όχλου στην Πόλη αυξανόταν καθημερινά. Η τρομοκρατία εναντίον του ελληνικού στοιχείου που είχε αρχίσει με τις πρώτες ειδήσεις για την επανάσταση, είχε φθάσει σε επίπεδο, να δολοφονούνται εν ψυχρώ στους δρόμους οι Ρωμιοί από τον όχλο. Οι επιθέσεις εναντίον σπιτιών και καταστημάτων, οι ύβρεις, τα ξυλοκοπήματα, μαχαιρώματα και βιασμοί, ήταν στην ημερησία διάταξη. Η μετοικεσία των Φαναριωτών που είχε διαταχθεί, άρχισε αμέσως, αλλά ο Πατριάρχης θεώρησε ότι το μέτρο αυτό απέβλεπε μάλλον να συγκεντρώσει τα θύματα που προορίζονται για σφαγή. Επί του πρακτέου συγκλήθηκε στο Πατριαρχείο σύσκεψη προκρίτων Ελλήνων και της Συνόδου.
Στη συνέλευση αυτή αποφασίσθηκε να υποβληθεί αναφορά στη Πύλη, με την οποία να δηλώνεται ότι όλοι οι πρόκριτοι του Γένους εγγυώνται υπέρ αλλήλων για τη διαμονή τους στην Κωνσταντινούπολη ως πιστών υπηκόων του Σουλτάνου. Συμφωνήθηκε επίσης να δηλώνεται στην αναφορά, ότι το Γένος δεν έχει γνώση για την ύπαρξη επαναστατικής εταιρείας και ότι αποδοκιμάζουν το κίνημα του Υψηλάντη καθώς επίσης και ότι είναι «έτοιμοι να συντρέξουν την Κραταιά Βασιλεία για την καταστολή τέτοιων ολέθριων κινημάτων». Η αναφορά συντάχθηκε στην τουρκική γλώσσα από τον Σκαρλάτο Καλλιμάχη και συνυπογράφηκε από τους 49 κληρικούς και λαϊκούς που έλαβαν μέρος στη σύσκεψη. Την αναφορά παρουσίασε ο ίδιος ο Πατριάρχης στον Μεγάλο Βεζίρη, συνοδευόμενος από τρεις αρχιερείς, την Κυριακή 13 Μαρτίου.
Όμως η συνειδητοποίηση της υπάρξεως της Φιλικής Εταιρείας και η αποκάλυψη των σχεδίων για δράση στην Κωνσταντινούπολη είχαν δημιουργήσει στον Σουλτάνο αισθήματα οργής και τρόμου. Θεωρώντας ότι ήταν ζωσμένος από μυστικούς ή φανερούς εχθρούς, δεν έβλεπε άλλη λύση παρά τη γενική σφαγή των ραγιάδων. Για την εκτέλεση της απόφασης αυτής, ο Σουλτάνος ζήτησε από τον ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη, τον Σεϊχουλισλάμη Χατζή Χαλίλ την έγκριση του, με την έκδοση σχετικού φετβά. Ταυτόχρονα κήρυξε κατάσταση ανάγκης και κάλεσε στίφη όχλου και γενιτσάρων από την Ανατολή για την εκτέλεση της απόφασης του. Ενώ όμως στους δρόμους συνεχιζόταν οι βιοπραγίες, λεηλασίες και μεμονωμένες σφαγές Ρωμιών, ο Σουλτάνος συνάντησε την αντίδραση της ανωτάτης θρησκευτικής ηγεσίας, στην απόφαση της γενικής σφαγής. Ο Σεϊχουλισλάμης αρνήθηκε να εκδώσει φετβά με τον οποίο να κηρύσσεται η γενική σφαγή των Ρωμιών, χωρίς να γίνεται διάκριση μεταξύ ενόχων και αθώων. Αντιρρήσεις στην ιδέα της γενικής σφαγής είχε και ο Μέγας Βεζίρης Σαϊντ.
Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’ από την πλευρά του, δεν έμεινε άπρακτος. Μόλις έμαθε τα διαδιδόμενα περί γενικής σφαγής επισκέφθηκε μαζί με τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων, που την περίοδο εκείνη ήταν στην Κωνσταντινούπολη, καθώς και τρεις πολιτικούς αξιωματούχους, τον Σεϊχουλισλάμη στην κατοικία του, έδωσε διαβεβαιώσεις ότι δεν ήταν αναμεμιγμένος στην Επανάσταση και έκανε έκκληση υπέρ της ζωής των Ελλήνων στην Πόλη. Ο Σεϊχουλισλάμης, αφού ακολούθησε για ένα διάστημα παρελκυστική τακτική, τελικά δεν εξέδωσε τον φετβά. Τη θαρραλέα και έντιμη αυτή στάση του, την πλήρωσε με τη ζωή του. Παύθηκε από τη θέση του και εξορίσθηκε στη Λήμνο. Στο ταξίδι θανατώθηκε από τους συνοδούς του, σύμφωνα με εντολή που είχαν από τον Σουλτάνο. Ο Μέγας Βεζίρης επίσης παύθηκε, ως μη δραστήριος και ανάξιος των περιστάσεων και αντικαταστάθηκε από τον Αλί Μπεντερλί Πασά, ο οποίος έπειτα από οκτώ ημέρες, έχασε όχι μόνο τη θέση του αλλά και το κεφάλι του. Μέγας Βεζίρης τοποθετήθηκε ο Σαλίχ Πασά, που τήρησε σκληρή πολιτική και άφησε τον όχλο να δράσει.
Τελικά, η γενική σφαγή δεν πραγματοποιήθηκε, κατά πάσα πιθανότητα όχι μόνο λόγω εσωτερικών αντιδράσεων αλλά και για να μην προκληθεί επέμβαση της Ρωσίας. Ο νέος Σεϊχουλισλάμης Φείζ Ιμάμης, υποχρεώθηκε να εκδώσει φετβά για μετριότερη απόφαση, με την οποία επιτρεπόταν η τιμωρία (σφαγή) των ενόχων, οπωσδήποτε των συνενόχων και των «απολύτως υπόπτων». Με βάση το φετβά αυτόν, εκδόθηκε φερμάνι, με το οποίο δινόταν αμνηστία, υπό τον όρο, να αποβάλουν οι Έλληνες του λοιπού κάθε επαναστατική ιδέα και να παραμείνουν στο καθεστώς του ραγιά. Στις 20 Μαρτίου, η Πύλη παρέδωσε στον διερμηνέα Κ. Μουρούζη το διάταγμα περί αμνηστίας για να το μεταφράσει. Συγχρόνως εκδόθηκε σουλτανικό διάταγμα προς το Γένος και τον Πατριάρχη, γεμάτο με παράπονα, απαιτήσεις και απειλές.
Ο Βεζίρης Σαλίχ παραδίνοντας το διάταγμα στον Πατριάρχη, του είπε ότι καθ’ υψηλή προσταγή, θα έπρεπε οπωσδήποτε να εκδώσει αφορισμό κατά του Υψηλάντη, του Μιχαήλ Σούτσου και των ανταρτών πέρα από τον Δούναβη. Διότι, πρόσθεσε ο Βεζίρης, μόνο ο αφορισμός αυτός θα μπορούσε να παρέχει κάποια ελπίδα αναβολής «στο ξίφος του Σουλτάνου που επικρεμόταν επί των κεφαλών των». Υπό το κράτος του εκβιασμού αυτού συγκλήθηκε εκτάκτως νέα ευρύτατη κληρικολαϊκή σύσκεψη με συμμετοχή, των Πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως και Ιεροσολύμων, 21 αρχιερέων και πολλών λαϊκών. Μεταξύ αυτών που έλαβαν μέρος, ήταν ο πρώην ηγεμόνας Βλαχίας Σκαρλάτος Καλλιμάχης, ο Μέγας Διερμηνέας της Πύλης Κων. Μουρούζης και ο Διερμηνέας του στόλου Νικ. Μουρούζης. Οι σύνεδροι τέθηκαν προ του διλήμματος, ή να υποκύψουν στον εκβιασμό ή να απορρίψουν τα σουλτανικά θελήματα και να θέσουν τον Ελληνισμό σε άμεσο κίνδυνο γενικής σφαγής, απειλή που φαινόταν πραγματοποιήσιμη, υπό το φως των όσων διαδραματιζόταν στους δρόμους. Μετά από εκτενή συζήτηση, αποφασίσθηκε, οι μεν λαϊκοί να υποβάλουν αναφορά αποκηρύξεως της Επανάστασης και δηλώσεως υποταγής όλων των επαρχιών, οι δε κληρικοί να συνθέσουν την πράξη αφορισμού. Την Τετάρτη 23 Μαρτίου υπογράφεται από τους δύο Πατριάρχες και 21 Αρχιερείς ένα κείμενο αφορισμού, το οποίο ως απανταχούσα, απευθυνόταν προς το σύνολο των Αρχιερέων και κληρικών. Στο κείμενο αυτό, καταβλήθηκε προσπάθεια ώστε να περιληφθούν όσο το δυνατόν λιγότερες από τις τυπικά συνηθισμένες αφοριστικές εκφράσεις. Λίγο αργότερα, πιθανώς κατόπιν απαιτήσεως της Πύλης, υπογράφηκε και νέο αφοριστικό έγγραφο με πολύ βαρύτερες εκφράσεις, το οποίο όμως απευθυνόταν μόνο προς τον Μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας.
Οι αφορισμοί και η εκδήλωση πλήρους υποταγής των Ρωμιών της Πόλης, τους έσωσαν προσωρινά από τον κίνδυνο της γενικής σφαγής, όμως, όταν έφθασαν τα νέα για τον ξεσηκωμό και στο Μοριά, ο σουλτάνος προχώρησε σε νέα μέτρα. Στην αγχόνη οδηγήθηκε πρώτος ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ε’, στις 10 Απριλίου 1821, μπροστά στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου. Η εκτέλεση έγινε από άτακτους γενίτσαρους, αλλά το κείμενο που αναρτήθηκε, αποδεικνύει ότι έγινε κατόπιν σουλτανικής διαταγής. Στις 6 Μαΐου φονεύεται ο Νικόλαος Μουρούζης, δραγουμάνος του στόλου. Ακολούθως απαγχονίζονται οι αρχιερείς που είχαν συλληφθεί ως όμηροι, ο Εφέσου Διονύσιος στην κεντρική αγορά του Πέρα, το Μπαλούκπαζαρ, ο Αγχιάλου Ευγένιος στον Γαλατά, ενώ ο Νικομήδειας Αθανάσιος πέθανε από τις κακουχίες της φυλακίσεως του και τα βασανιστήρια. Στις 19 Απριλίου γίνονται μαζικοί απαγχονισμοί λαϊκών. Στις 3 Ιουνίου απαγχονίσθηκαν στη δυτική ακτή του Βοσπόρου ο Τυρνόβου Ιωαννίκιος, ο Αδριανουπόλεως Δωρόθεος στο Μέγα Ρεύμα, ο Θεσσαλονίκης Ιωσήφ στο Νιχώρι, ο Δέρκων Γρηγόριος στα Θεραπειά. Την ίδια ημέρα εξορίζονται στην Ανατολία ο Αλέξανδρος και ο Σκαρλάτος Καλλιμάχης, που είχε διορισθεί ηγεμόνας της Βλαχίας μετά την έκρηξη της Επανάστασης εκεί. Κατά τα νέα, αληθινά ή χαλκευμένα, που καταφθάνουν από το Μοριά, δημιουργείται στην Κωνσταντινούπολη, κατάσταση τρομοκρατίας εναντίον των Ρωμιών. Τα θύματα της εποχής εκείνης στην Πόλη υπολογίζονται σε δέκα χιλιάδες.
Εν τω μεταξύ ο Τσάρος Αλέξανδρος επέστρεφε από το Λάιμπαχ στην Πετρούπολη. Τα τραγικά γεγονότα στην Κωνσταντινούπολη είχαν προκαλέσει αγανάκτηση στην ομόδοξη Ρωσία. Όπως γίνεται αντιληπτό, η Οθωμανική κυβέρνηση, δεν αρκείτο στην καταστολή των επαναστατικών κινημάτων, αλλά επιζητούσε να αφανίσει την Ορθόδοξη Εκκλησία της οποίας προστάτης θεωρείται ο Τσάρος. Μετά από παρέμβαση και του Καποδίστρια που πρόβαλε την προσέγγιση που είχε επιτευχθεί με την Γαλλία όσον αφορά την περιοχή, δίνεται εντολή στον Πρέσβυ Στρογάνωφ να επιδώσει τελεσίγραφο προς την Υψηλή Πύλη με απαίτηση να δοθεί ικανοποιητική απάντηση εντός οκταημέρου. Με το έγγραφο αυτό η Ρωσία υπενθύμιζε την απάνθρωπη συμπεριφορά του Σουλτάνου εναντίον των χριστιανών υπηκόων του, που προσέδιδε σε μια επανάσταση, τον χαρακτήρα νομίμου άμυνας και δήλωνε ότι η συμβίωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τα πολιτισμένα κράτη της Ευρώπης θα απέβαινε αδύνατη εάν ο Σουλτάνος δεν αποφάσιζε να σεβασθεί τη Χριστιανική θρησκεία, δεν ακύρωνε το σχέδιο εξοντώσεως των Ρωμιών και δεν σταματούσε να γίνεται πηγή ανησυχίας για την υπόλοιπη Ευρώπη με τα στασιαστικά κινήματα που προκαλούσε η πολιτική του.
Ο Τσάρος επικαλέσθηκε το δικαίωμα να ενδιαφέρεται για την τύχη των Ρωμιών υπηκόων του Σουλτάνου με βάση τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊνάρτζα του 1774 και τις συνθήκες του Ιασίου του 1792 και του Βουκουρεστίου του 1812 και ζήτησε την εκπλήρωση τεσσάρων όρων:
Α. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα αναλάμβανε την υποχρέωση να ανοικοδομήσει ή να επισκευάσει τις εκκλησίες που καταστράφηκαν από τον όχλο.
Β. Ο Σουλτάνος όφειλε να εξασφαλίσει τη σοβαρή προστασία της Ορθοδόξου Χριστιανικής Εκκλησίας.
Γ. Η Οθωμανική κυβέρνηση θα έπρεπε να κάνει διάκριση μεταξύ «ενόχων» και «αθώων» χριστιανών, και να μην πειράξει όσους θα δήλωναν υποταγή εντός ορισμένης προθεσμίας.
Δ. Οι παρίστριες ηγεμονίες θα επανερχόταν στο προηγούμενο καθεστώς. Ο οθωμανικός στρατός που είχε εισβάλει, θα έπρεπε να υποχωρήσει, σύμφωνα με τα προνόμια που είχαν θεσπισθεί υπέρ της Ρωσίας, με παλαιότερες συνθήκες.
Σε ενάντια περίπτωση, η Υψηλή Πύλη, θα δικαιολογούσε με τη συμπεριφορά της, την άσκηση της προστασίας που θα παρείχε η Ρωσία στους Έλληνες. Ο Τσάρος, έθεσε ταυτόχρονα το περιεχόμενο του τελεσιγράφου, υπόψη και των υπολοίπων ευρωπαϊκών δυνάμεων, επισημαίνοντας ότι η στάση του, απέναντι στα επαναστατικά κινήματα δεν είχε αλλάξει, και ότι ήταν φυσικό, η Ρωσία, ως γειτονική χώρα, να θεωρεί ότι είναι αρμόδια, για την αποκατάσταση της τάξεως στη Βαλκανική. Ο Στρογάνωφ, δεν πήρε απάντηση από την Πύλη στην προθεσμία που είχε ταχθεί, και εγκατέλειψε την Οθωμανική Πρωτεύουσα, στις αρχές Αυγούστου 1821. Από την πλευρά τους, η μεν Αυστρία, που δεν ήθελε επέκταση της Ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια και, εξάλλου, φοβόταν το ξέσπασμα παρομοίων κινημάτων στην επικράτεια της, η δε Αγγλία που πίστευε ότι ο Σουλτάνος παρείχε την καλύτερη εγγύηση για την ασφάλεια της οδού προς την Ινδία, ζήτησαν από τους πρέσβεις τους στην Κωνσταντινούπολη, να προσπαθήσουν να αποσπάσουν κάποιες παραχωρήσεις, έστω και φαινομενικές, με τις οποίες να δινόταν ικανοποίηση στον Τσάρο, για να μην προχωρήσει στα πολεμικά του σχέδια.
Λίγο πριν εκραγεί η Επανάσταση, ο Καποδίστριας είχε συστηματικά αποθαρρύνει τους Έλληνες να προσφύγουν στη λύση αυτή, επειδή την θεωρούσε άκαιρη και παρακινδυνευμένη εν όψει της καταστάσεως που επικρατούσε. Μετά την εκδήλωση όμως του επαναστατικού κινήματος, χρησιμοποίησε όλη του την πειθώ προς τον Τσάρο για να παρέχει ένοπλη βοήθεια στους Έλληνες. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, η συντονισμένη δράση της Αυστρίας και της Αγγλίας, απέτρεψε τελικά τον Τσάρο από το να προβεί στην κήρυξη του πολέμου, κατά τη στιγμή αυτή.

Το Πατριαρχείο κατά την Επανάσταση, 1821-1830


Ο Γρηγόριος Ε’ κλήθηκε στις 14 Δεκεμβρίου 1818 να αναλάβει για τρίτη φορά την πατριαρχία και ήλθε στην Κωνσταντινούπολη από το Άγιο Όρος στις 19 Ιανουαρίου 1919.

Σε αυτή την τρίτη πατριαρχία του, ο Γρηγόριος αποδοκίμασε την διδασκαλία των επιστημών με την αιτιολογία ότι δήθεν εισήγαγε την αδιαφορία για τα θεία σύμφωνα με τις οπισθοδρομικές σκοταδιστικές αντιλήψεις της εποχής αλλά επέδειξε φροντίδα για το οίκημα του Πατριαρχείου και το τυπογραφείο και συνέβαλε στη σύσταση στην Κωνσταντινούπολη φιλόπτωχου ταμείου με το όνομα «Κιβώτιο του Ελέους».
Στον Γρηγόριο έλαχε να είναι Πατριάρχης κατά τον μεγάλο ξεσηκωμό. Ο ίδιος πρέπει να γνώριζε γενικά για τη Φιλική Εταιρεία λόγω της μεγάλης εξάπλωσης της στην Πόλη, αλλά ενημερώθηκε και ειδικότερα από τον Φιλικό Μακεδόνα οπλαρχηγό Γιάννη Φαρμάκη, κατά τη μετάβαση του τελευταίου στο Άγιο Όρος, το 1818. Πάντως αρνήθηκε τον όρκο με τη δικαιολογία ότι ήταν κληρικός.
Ο Πατριάρχης, όπως και το μεγαλύτερο μέρος αυτών που κατείχαν κάποια πνευματική ή κοινωνική θέση, ή είχαν σημαντική περιουσία, πρέπει να είχε ανάμικτα αισθήματα ως προς το ενδεχόμενο της επανάστασης. Αφενός, αναμφίβολα, επιθυμούσε την απελευθέρωση, αφετέρου, αναλογιζόταν τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει ο ξεσηκωμός. Έτσι, ενώ δεν απέτρεπε από τη μια πλευρά το λαό και αυτούς που προωθούσαν την ιδέα της εθνικής ανεξαρτησίας, από την άλλη, δήλωνε στους Τούρκους ότι η ύπαρξη της Αυτοκρατορίας ήταν θέλημα Θεού.
Μεταξύ των ενεργειών του Πατριάρχη υπέρ της εθνικής ιδέας, πρέπει να αναφερθούν η συστατική επιστολή προς τον πρωτεργάτη και απόστολο της Φιλικής Εταιρείας Δ. Θέμελη, το διορισμό του Γρηγορίου Δικαίου ως πατριαρχικού έξαρχου, με την οποία του παρασχέθηκε η δυνατότητα να περιφέρεται και να διαδίδει τις αρχές της Φιλικής Εταιρείας. Επίσης πρέπει να θεωρηθεί θετικό το γεγονός ότι ο ιδιαίτερος του γραμματέας και αρχιγραμματέας της Συνόδου Γ. Αφθονίδης ήταν Φιλικός καθώς και η επιστολή της 30.7.1819 προς τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τους άλλους καπεταναίους για τη σύσταση κοινού σχολείου, αν και η αποδεικτική ισχύς των γεγονότων αυτών δεν είναι αυτονόητη.
Δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία ότι σχεδόν το σύνολο του κλήρου στην Κωνσταντινούπολη, γνώριζε για τη Φιλική Εταιρεία, αφού βεβαίως η πνευματική ηγεσία του χριστεπώνυμου πληρώματος δεν ήταν δυνατόν να αγνοεί κάτι που γνώριζαν χιλιάδες Έλληνες. Συγκεκριμένες μαρτυρίες ότι ήταν μέλη της Φιλικής εταιρείας υπάρχουν για αρκετούς αρχιερείς, μεταξύ των οποίων ήταν και ο εθνομάρτυς Δέρκων Γρηγόριος.
Ο Γρηγόριος Ε’ επικρίθηκε αυστηρά από πολλούς ιστορικούς για τον αφορισμό και τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει —αλλά δεν είχε— για την έκβαση της Επανάστασης. Εάν κανείς εξετάσει τα γεγονότα και μάλιστα όχι με την εκ των υστέρων ψυχρή λογική, αλλά λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πρωταγωνιστές βίωναν το κλίμα τρομοκρατίας που γνωρίζουν άριστα να δημιουργούν οι Τούρκοι, γίνεται φανερό ότι ο Πατριάρχης αλλά και σύσσωμη η ηγεσία του Ελληνισμού στην Πόλη, είχε τεθεί προ ενός αδυσώπητου εκβιασμού. Η ζωή εκατοντάδων χιλιάδων αμάχων Ελλήνων βρισκόταν υπό άμεσο κίνδυνο. Η πράξη του αφορισμού θα πρέπει να κριθεί υπό αυτό το πρίσμα. Οι διάφοροι ισχυρισμοί ότι ο Πατριάρχης δεν ήθελε την Επανάσταση και για αυτό αντέδρασε με ανάλογο τρόπο, παραμένουν αναπόδεικτοι, παρόλο που είναι πολύ πιθανό ο Γρηγόριος να υποστήριζε κάποια διαφορετική προσέγγιση. Ειδικώτερα, αριθμός στοιχείων οδηγούν στην εκτίμηση ότι ο Πατριάρχης, όπως άλλωστε και ο Καποδίστριας, πίστευε ότι η εποχή δεν ήταν η καταλληλότερη για το επιχειρούμενο κίνημα, και ότι επίσης πρόσβλεπε σε μια λύση όχι επαναστατική αλλά εξελικτική, προς την επιθυμητή κατεύθυνση. Φοβόταν ότι η επανάσταση θα μπορούσε να βλάψει την Ελληνική Εθνική ιδέα.
Πάντως ο Πατριάρχης δεν έμεινε ανενεργός καθ’ όλο το διάστημα των τραγικών ημερών του Μαρτίου και Απριλίου. Επισκέφθηκε επανειλημμένα τις Οθωμανικές αρχές, προήδρευσε σε συσκέψεις και φαίνεται ότι προσπάθησε, όσο ήταν δυνατόν, να μειώσει την απήχηση του αφορισμού. Με το μαρτυρικό του θάνατο, κατέστη σύμβολο της εξεγέρσεως του Έθνους, και με τον τρόπο αυτό προσέφερε την υπέρτατη θυσία στην υπόθεση της Επανάστασης. Πρέπει να θεωρείται λοιπόν δίκαια η ένδοξη θέση του Εθνομάρτυρα που του επιφύλαξε η ιστορία.
Τον Γρηγόριο, στην οικουμενική πατριαρχία, διαδέχθηκε ο Μητροπολίτης Πισσιδείας Ευγένιος Β’. Ο Ευγένιος είχε λάβει διαβεβαιώσεις από τον Σουλτάνο, προφανώς για το φόβο της Ρωσίας, ότι δεν επρόκειτο να τον βλάψει κανείς. Βασικός στόχος του Ευγενίου, δεδομένων των περιστάσεων, δεν μπορούσε παρά να είναι η διατήρηση κατά το δυνατόν, της καθεστηκυίας τάξεως. Έτσι, μεταξύ άλλων, αντιτάχθηκε στην πρόταση λογάδων του γένους και μερικών αρχιερέων, να καταλυθεί το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Κύπρου και να συγχωνευθεί με το Πατριαρχείο. Η γεμάτη προσβολές και καταπιέσεις πατριαρχεία του Ευγενίου δεν διάρκεσε περισσότερο από 16 μήνες. Πέθανε στις 27 Ιουλίου 1822.
Νέος Πατριάρχης εξελέγη στις 30 Ιουλίου ο Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Άνθιμος Γ’. Ο Άνθιμος συνέχισε την προσπάθεια για την τήρηση των ιερών καθεστώτων και αντιτάχθηκε σε προτάσεις που στόχευαν στην αλλαγή τους, όπως για τη συνένωση των Μητροπόλεων Ουγγροβλαχίας και Μολδοβλαχίας με το Πατριαρχείο που προέβλεπε ότι οι Επίσκοποι Βλαχίας και Μολδαβίας θα ψηφίζονται και θα χειροτονούνται από τον Πατριάρχη ενώ θα παρακάθονται στην Ιερά Σύνοδο ως σύνεδροι. Ο Άνθιμος διοίκησε μέχρι τις 9 Ιουλίου 1824, όποτε παύθηκε και εξορίσθηκε στην Καισάρεια. Με την άδεια των Οθωμανικών αρχών πήγε ακολούθως στη Σμύρνη το 1830, όπου έζησε μέχρι το θάνατο του, το 1842.
Στις 9.7.1824 Πατριάρχης εξελέγη ο Μητροπολίτης Σερρών Χρύσανθος ο οποίος ήταν Βούλγαρος στην καταγωγή. Χαρακτηρίζεται τυραννικός και εκδικητικός αλλά ταυτόχρονα φιλότιμος και δραστήριος και παρά το μεγάλο του παράστημα, φαίνεται ότι οι σύγχρονοι του τον θεωρούσαν άτολμο. Ο Χρύσανθος παύθηκε στις 25 Σεπτεμβρίου 1826 και εξορίσθηκε στην Καισάρεια. Αργότερα επιτράπηκε να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Κατοίκησε μέχρι το θάνατο του στις 10.9.1834 στη μονή του Σωτήρος Χριστού στην Πρίγκηπο, όπου και τάφηκε.
Στις 25 Σεπτεμβρίου 1826, Πατριάρχης εξελέγη ο Μητροπολίτης Χαλκηδόνος Αγαθάγγελος ο οποίος παρέμεινε στο θρόνο μέχρι τον Ιούλιο 1830, όποτε παύθηκε και εξορίσθηκε στην Καισάρεια. Ο Αγαθάγγελος, αν και κατηγορήθηκε από τους συγχρόνους του για φιλοχρηματία, είχε υψηλή παιδεία, ήταν κόσμιος στα ήθη και αυστηρός στο καθήκον. Γνώριζε την Βουλγαρική, Ρωσική, Γαλλική και Τουρκική γλώσσα. Η καλή μάλιστα, γνώση της τουρκικής αλλά και η ικανότητα να διαπραγματεύεται με τους Τούρκους, αποδείχθηκαν αρετές χρησιμότατες, όταν μάλιστα οι Οθωμανοί είχαν εξαγριωθεί και πάλι, μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου.
Καθ’ όλο το διάστημα, από την έκρηξη της Επαναστάσεως μέχρι την επίσημη αποδοχή από την Υψηλή Πύλη στις 12 Απριλίου 1830 των τριών πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 22/3 Φεβρουαρίου, οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης ήταν εκτεθειμένοι στις ωμότητες του όχλου και στη εκδικητική μανία του Σουλτάνου, ανάλογα με την εξέλιξη των στρατιωτικών και διπλωματικών γεγονότων. Η κατάσταση, παρόλο που δεν επιδεινώθηκε στο βαθμό πραγματοποίησε ως των επαπειλούμενων σφαγών στις αρχές της Επαναστάσεως, συνέχισε να είναι άκρως καταπιεστική για τους Ρωμιούς. Οι Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας άρχισαν να αναθαρρύνωνται από το 1829 χάρις στη Ρωσία αλλά και πιο πριν, από το 1827, όταν μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου, είχαν πια κατανοήσει ότι η πορεία των γεγονότων προς την ελευθερία ήταν μη αναστρέψιμη.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου