Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2016

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΣΤΟΝ ΠΑΥΛΟ ΜΕΛΑ - Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ

Η παιδική και η εφηβική ηλικία του Παύλου Μελά

Ο Παύλος Μελάς γεννήθηκε στις 29 Μαρτίου 1870 στην Μασσαλία της Γαλλίας. Πατέρας του ήταν Μιχαήλ Γ. Μελάς (1833-1897) και μητέρα του η Ελένη, το γένος Βουτσινά, κόρη γνωστού Κεφαλλονίτη εμπόρου από την Οδησσό. 
Ο Παύλος Μελάς κατάγεται από τη μεγάλη και ιστορική οικογένεια των Μελάδων της Ηπείρου, με ρίζες που φθάνουν ως την Κωνσταντινούπολη (πριν την Άλωση), ανάμεσα στις πιο ισχυρές στρατιωτικές και πολιτικές οικογένειες του Βυζαντίου, των Κεφαλάδων ή  κατά άλλους των Μελανιάδων (λόγω του χαρακτηριστικού μελαμψού χρώματος του προσώπου τους), ενώ κατά άλλους των Στρατηγόπουλων 1. 
Ο πατέρας του Παύλου, στη Μασσαλία, ασχολήθηκε με το εμπόριο και απόκτησε σημαντική περιουσία μεγάλο μέρος της οποίας, σύμφωνα με την παράδοση της οικογένειάς του, διέθεσε για εθνικούς και για κοινωνικούς σκοπούς. Δραστήρια κοινωνικά και εθνικά ήταν και η μητέρα του Παύλου.
Το 1874 η οικογένεια Μελά έρχεται για να εγκατασταθεί μόνιμα στην Αθήνα και κατοικούν στο κτίριο της οδού Πανεπιστημίου όπου βρίσκεται η Αθηναϊκή Λέσχη. Εκεί μεγαλώνει ο Παύλος με τα έξι αδέλφια του, το όμορφο, ψηλό και μελαχρινό αγόρι. Τα καλοκαίρια τους τα περνούν πότε στην Οδησσό και πότε στο Φάληρο, αλλά πιο συχνά στην Κηφισιά όπου ο πατέρας του κτίζει το εξοχικό τους σπίτι. Η μητέρα του, μεριμνά για όλους και για όλα, επιβλέπει και κατευθύνει το υπηρετικό προσωπικό, ράβει και πλέκει η ίδια για τα παιδιά της, φροντίζει για τους φτωχούς και γενικά, προσπαθεί να τους ικανοποιήσει όλους. Τα βράδυα με τον σύζυγο της, ομορφοντυμένη, παραβρίσκεται στις χοροεσπερίδες της κοσμικής - τότε - Αθήνας. Πολλές φορές, με ένα λαντώ (αμαξίδιο της εποχής) παίρνει τα παιδιά της να παίξουν στις εξοχές της Κηφισιάς, του Φαλήρου, του Ελαιώνα ή του Βασιλικού - τότε, Εθνικού σήμερα - Κήπου.
"... Το περιβάλλον του σπιτού του, η εθνική δράσις του πατέρα του, η παρακολούθηση των εθνικών εορτών και τελετών, ενασκούν τεράστια ψυχολογική επίδραση επ' αυτού [του νεαρού τότε Παύλου]. Το τυχαίον αντίκρυσμα πολλών όπλων φυλασσομένων κρυφά εις τα υπόγεια του σπιτιού του και προοριζομένων διά την Κρήτην, αι συζητήσεις περί των εθνικών θεμάτων που ήκουε συχνά εις το σπίτι του την εποχήν εκείνη, μετά τον Ρωσσοτουρκικόν Πόλεμον και την Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου (1878), του επροξένησαν μεγάλη εντύπωσιν. Έκτοτε ήδη ωνειροπόλει να καταταγή εις τον Στρατόν, όταν μγαλώσει, ώστε και αυτός να αγωνισθή διά την επανόρθωσιν των αδικιών ..." 2.
Μεγαλώνοντας ο Παύλος αρχίζει να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα αδέρφια του για την προθυμία του, την υποχωρητικότητά του και κυρίως για την καλοσύνη του και το ενδιαφέρον του προς τα μικρότερα παιδιά ή τα ζώα και γενικότερα τους αδυνάτους. Στο σχολείο υποστηρίζει τα μικρότερα και τ' αδύνατα παιδιά όταν τα ενοχλούσαν τα μεγαλύτερα και αργότερα, παλικάρι πια, φροντίζει μια άρρωστη φτωχή δασκάλα, ενώ συνεισφέρει και ενισχύει πρόθυμα, μυστικά, κάθε εθνική και φιλανθρωπική δράση.
Ο Παύλος Μελάς αγαπά με πάθος οτιδήποτε έχει σχέση με την Ελλάδα! Στον πατέρα του οφείλεται το ότι δεν ξεχνάει την γιαννιώτική του καταγωγή και ο μεγάλος πόθος του να ελευθερωθούν τα Γιάννενα. Ακούει με έντονο ενδιαφέρον τις ιστορίες που του λέει ο πατέρας του για τις οικογενειακές περιπέτειες του 1821 και η αγάπη του για την πατρίδα γίνετα όλο και πιο δυνατή. Ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου για τον Παύλο είναι μεγάλη ημέρα και συμμετέχει με ιδιαίτερη χαρά και συγκίνηση. 
Αυτή η εποχή, που μεγαλώνει ο Παύλος, είναι μια εποχή ιδιαίτερης αναταραχής για τα Βαλκάνια και τους βαλκανικούς λαούς. Από την Κρήτη μέχρι την Βοσνία [οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι "Βόσνιοι" ονομάζονται οι εξισλαμισμένοι Σέρβοι!] έχουν ξεσηκωθει με επαναστάσεις ενάντια στον Τούρκο Σουλτάνο και την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η Κρήτη, η Θεσσαλία, η Μακεδονία και η Ήπειρος βρίσκονται ξεσηκωμένες και επαναστατικά αντάρτικα σώματα ξεπηδούν από παντού ζητώντας ελευθερία από τον τουρκικό ζυγό και την ένωση με την "Μητέρα Ελλάδα". Τα σώματα αυτά ενισχύονται διαρκώς από εθελοντές, λαϊκοί και κληρικοί, στρατιωτικοί, χωροφύλακες, φοιτητές, μέχρι παιδιά-μαθητές και γέροι τρέχουν να ποσφέρουν βοήθεια στους υπόδουλους αδελφούς τους. Εθελοντές και βοήθεια με την μορφή εράνων φθάνουν από την Κύπρο, από το εξωτερικό, από παντού! Ταυτόχρονα, μεγάλα συλλαλητήρια ξεσπούν στην Ελλάδα κι ο λαός απαιτεί να κηρύξει η Ελλάδα πόλεμο κατά της Τουρκίας στο πλευρό της Ρωσσίας (έχει ήδη ξεσπάσει ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος). Και ενώ ξεκινάει η επιστράτευση, ο Ρωσσοτουρκικός πόλεμος τελειώνει και υπογραφεται ανακωχή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας (1878). Ο Ελληνικός Στρατός τελικά βρίσκεται συγκεντρωμένος στη Λαμία, χωρίς να προλάβει να πάρει μέρος στον πόλεμο. Το ώφελος της Ελλάδας από αυτά τα γεγονότα ήταν να επιτύχει αμνηστία για τους αγωνιστές- επαναστάτες της Κρήτης, Θεσσαλίας, Ηπείρου και Μακεδονίας και την αποστολή Χριστιανού Διοικητή στην Κρήτη, και κάποιες αόριστες υποσχέσεις για το μέλλον...
Ο οκτάχρονος - τότε - Παύλος Μελάς πολύ λίγα καταλαβαίνει από τα γεγονότα αυτά, ζει όμως μέσα σ' αυτή την ατμόσφαιρα κι ανυπομονεί να μεγαλώσει για να πολεμήσει κι αυτός. Κάποτε, ψάχνοντας να βρει τον πατέρα του, κατέβηκε στο υπόγειο του σπιτιού τους και με έκπληξή του αντίκρυσε ξύλινες κάσες γεμάτες με όπλα. Ο μικρός Παύλος διακατέχεται από έντονη επιθυμία να τα δει από κοντά, να τ' αγγίξει. Το ίδιο ξαφνιάστηκε και ο πατέρας του που τον βρήκε εκεί. Του εξήγησε ότι αυτά τα όπλα βρισκόταν εκεί για να συγκεντρωθούν και να σταλούν κρυφά στους επαναστάτες της Κρήτης και ότι δεν πρέπει να το συζητήσει με κανέναν αυτό και να το κρατήσει μυστικό. Κι ο μικρός Παύλος φυλάει γερά το μυστικό βαθιά στην καρδιά του αλλά το μυαλό του γυρίζει διαρκώς εκεί, στον αγώνα για την λευτεριά της πατρίδας.
Το 1881 ελευθερώνονται και προσαρτούνται στο Ελληνικό Κράτος η Θεσσαλία και η Άρτα, ενώ το 1885, σαν τελειόφοιτος του Γυμνασίου, ζει έντονα τα γεγονότα της προσάρτησης της Ανατολικής Ρωμυλίας από την Βουλγαρία και την αναταραχή που τα ακολούθησε. Τα πατριωτικά του αισθήματα πληγώνονται και υποφέρει σε μεγάλο βαθμό. Σχεδιάζει να καταταγεί εθελοντής στο Στρατό ή να βγει "αντάρτης" στα ελληνο-τουρκικά σύνορα, να πολεμήσει, αλλά ένα σπάσιμο του ποδιού του τον κρατά τελικά καθηλωμένο στην Αθήνα. Την επόμενη χρονιά (1886), του δίνεται η ευκαιρία να δώσει εξετάσεις για την εισαγωγή του στην Στρατιωτική Σχολή των Ευελπίδων (ΣΣΕ). 


Η εισαγωγή του Παύλου Μελά στη Σχολή Ευελπίδων

Η συνειδητή αυτή επιλογή του συμφωνεί απόλυτα με τα ευγενή και υψηλά ανθρωπιστικά του αισθήματα αλλά και τους υψηλούς και ανιδιοτελείς εθνικούς του σκοπούς. Από τις σημειώσεις στο προσωπικό του ημερολόγιο, τρεις μέρες πριν από τις εισιτήριες εξετάσεις στην ΣΣΕ (Αύγουστος 1886) διαβάζουμε:
" ... Επιλέγων το στάδιο αυτό, δεν υπήκουσα παρά εις μίαν ιδέαν, να φανώ χρήσιμος εις τον πλησίον και εις τον τόπον μου ... Αυτή είναι όλη μου η φιλοδοξία και, όπως κάθε καλός στρατιώτης, θέλω να υπηρετήσω την Πατρίδα μου και δι' αυτήν να αποθάνω. Καμιά δυσκολία δεν θα με σταματήσει ... Δεν θα υποχωρήσω ποτέ προ των εμποδίων. Προς το παρόν, άλλωστε, δεν θα υποστώ εις την Στρατιωτικήν Σχολήν, παρά πειθαρχίαν, ολίγον σκληράν, και μερικές στερήσεις ..." 3.

Τον Σεπτέμβριο του 1886 ο Παύλος γίνεται δεκτός στην ΣΣΕ και ένα πρωινό του ιδίου μήνα, με ανάμικτα συναισθήματα χαράς και λύπης, αποχαιρετά του γονείς και διαβαίνει την πύλη της Σχολής, που εκείνη την εποχή στεγάζεται στον Πειραιά. Ταραγμένος νιώθει ακόμη την παράξενη συγκίνηση με την οποία, πριν να φύγει, είχε φιλήσει το χέρι των γονιών του και στ΄αυτιά του αντηχούν η βραχνη φωνή του πατέρα του που τον συμβουλεύει: "... υποταγή στο καθήκον... 'Ετσι θα πάρωμε τα Γιάννενα...",  και ο τρυφερός αποχαιρετισμός της μητέρας του: "...ο Θεός μαζί σου, γιέ μου ...".
Από τις πρώτες κιόλας μέρες της εισόδου του στην ΣΣΕ, αναγκάζεται -όπως κι οι υπόλοιποι Ευέλπιδες- να προσαρμοστεί, τόσο στο πρόγραμμα  όσο και στο πνεύμα της Σχολής. Η ζωή του αλλάζει από τα καθιερωμένα. Το ντύσιμό του, τώρα, είναι το γαλαζόμαυρο αμπέχωνο με τις κίτρινες επωμίδες, το μακρύ παντελόνι και το πηλήκιο της στολής. Το πρωινό εγερτήριο είναι στις 4:30 το πρωί το καλοκαίρι και στις 5 το πρωί τον χειμώνα. Μαθήματα, μελέτη, σκληρά γυμνάσια, κρύο φαγητό, μικρή ψυχαγωγία και σιωπητήριο στις 9.30 μ.μ. Ανάμεσα όμως σ΄αυτά, που αποτελούν το καθημερινό πρόγραμμα του εύελπι, υπάρχουν και τα καψόνια από τους ανωτέρους, που συχνά του φέρνουν δάκρυα στα μάτια, όχι από τον πόνο αλλά από την προσβολή και την οργή που νιώθει, γιατί δεν μπορεί ν΄αντιδράσει. Μόνο να τα εγκαταλείψει όλα μπορεί, αλλά δεν το κάνει, γιατί θα φανεί δειλός και άλλωστε μόνος του αποφάσισε να γίνει στρατιωτικός. Και σφίγγει τα δόντια και υπομένει και ξαφνικά γίνεται άντρας και μαθαίνει να ξεπερνά τις δυσκολίες και να επιμένει στο σκοπό του. Δε λείπουν επίσης και οι επιπλήξεις για τα σφάλματα συμπεριφοράς και οι ποινές - οι καμπάνες - για ό,τι προβλέπει ή και δεν προβλέπει ο κανονισμός. Κρατήσεις, στερήσεις εξόδου, φυλακίσεις και παρουσίαση στο Διοικητή την ώρα της αναφοράς κρίνονται αναγκαία, για να συνηθίσουν το νέο σ΄έναν αυστηρό και πειθαρχημένο τρόπο ζωής γιατί έτσι θα πρέπει να ζει στο εξής. Ευχάριστα διαλείμματα στην αυστηρά προγραμματισμένη ζωή του αποτελούν οι ολιγόωρες εξόδοι της Κυριακής και η άδεια, μια φορά το μήνα, με ή χωρίς διανυκτέρευση.

Στις αρχές Οκτωβρίου 1886 ορκίζεται πρωτοετής Εύελπις. 
Η επιστολή που στέλνει στον πατέρα του, μετά την ορκωμοσία του, αντανακλά έντονα τις ιδέες και τα συναισθήματα που κατακλύζουν τον νεαρό Εύελπη, τις μελλοντικές προσδοκίες και τα όνειρά του, αλλά και της αίσθησης της ευθύνης που αναλαμβάνει, παρά το νεαρόν της ηλικίας του. Γράφει λοιπόν:
" ... Σεβαστέ μου πατέρα ... Προχθές το πρωί έδωσα τον νενομισμένον όρκον ... Σας βεβαιώ ότι ορκίσθην έχων πλήρη συναίσθησιν των υπό του όρκου επιβαλλομένων καθηκόντων, σταθεράν δεν απόφαση να τα εκτελέσω.  Διά τούτο και εκ βάθους καρδίας ωρκίσθην υπακοήν εις τους νόμους της Πατρίδος, σέβας, πίστιν και αφοσίωσιν εις τον Βασιλέα μου, και ότι θέλω υπερασπίσει μέχρι τελευταίας πνοής την σημαίαν και την Πατρίδαν ... Πριν τελειώσω την επιστολή μου σας παρακαλώ, Σεβαστέ μου πατέρα, να μ' ευχηθείτε όπως ο Θεός με βοηθήσει να τηρήσω εντίμως τον όρκον μου, μέχρι τελευταίας στιγμής της ζωής μου ..." 4.
 

Με αγωνία περιμένει τον Παύλο η μητέρα του σε κάθε άδειά του κι ενώ τον περιποιείται, προσπαθεί με τρόπο να καταλάβει πώς περνά. Αλλά και ο Παύλος νιώθει μισή τη χαρά της άδειας, αν δεν κατορθώσει να περάσει κάποια ώρα το απόγευμα με τον πατέρα του συζητώντας μακριά από τους άλλους για τα όσα συμβαίνουν γύρω τους. Αλληλογραφεί συχνά με την οικογένειά του και ιδίως με τη μητέρα του και κυρίως, όταν για κάποια απειθαρχία του, χάνει την άδειά του. 

Και φθάνει ο πέμπτος και τελευταίος χρόνος. Και ο Παύλος, αφού μαθαίνει τα αποτελέσματα των εξετάσεων, σβήνει με το μολύβι την τελευταία ημέρα στο ημερολόγιό του, ενώ ταυτόχρονα περνούν από μπροστά του τα όσα πέρασε στα πέντε χρόνια των σπουδών του, πού όμως δεν θα ήθελε να ξαναζήσει, έστω και αν τα θυμάται με αγάπη.

 

Η αποφοίτησή του από την ΣΣΕ και ο γάμος του με την Ναταλία Δραγούμη
 

 
Τον Αύγουστο του 1891 και μετά από 5ετή φοίτηση στην ΣΣΕ, ο Παύλος Μελάς αποφοίτησε σαν Ανθυπολοχαγός του Πυροβολικού (ΠΒ).  Για τρεις μήνες όμως υπηρετεί σαν απλός στρατιώτης στην αρχή και ως υπαξιωματικός στη συνέχεια, στους στάβλους και στους θαλάμους του Α' Συντάγματος Πυροβολικού.

Για να διοικήσεις αργότερα σωστά, πρέπει να γνωρίζεις και συ αλλά και ο τελευταίος στρατιώτης σου ότι είσαι ικανός για όλα (να περιποιείσαι τα άλογα, να κοιμάσαι σε σανίδες κ.λ.π.). Και κάθε μέρα με τον ίδιο ενθουσιασμό κάνει πρωί και απόγευμα την υπηρεσία του: γυμνάσια, επιθεώρηση, εκπαίδευση ανδρών, θεωρία, βολή. Τους άνδρες του τους γνωρίζει καλά έναν-έναν, τους αγαπάει. Κι αυτοί τον εμπιστεύονται, του φανερώνουν τις στενοχώριες τους, τις σκέψεις τους και τον αποκαλούν πατέρα. Και είναι ακόμη τόσο νέος και είναι η αρχή!


Το ίδιο καλοκαίρι του 1891 που τελειώνει τη Σχολή, γνωρίζει και τη Ναταλία Δραγούμη, που την παντρεύεται τον επόμενο χρόνο, τον Οκτώβριο του 1892. Είναι σε ηλικία 22 μόλις χρονών. Πεθερός του είναι ο Στέφανος Δραγούμης, που ασχολείται με την πολιτική, αλλά και με αρχαιολογικές και γλωσσολογικές μελέτες. Αδερφός της Ναταλίας είναι ο Ίωνας Δραγούμης. Η οικογένεια Δραγούμη κατάγεται απο το Βογατσικό της Μακεδονίας και είναι ένθερμοι πατριώτες, περήφανοι για την καταγωγή τους. Ο γάμος του αυτός, με την Ναταλία, υπήρξε καθοριστικός για τον Παύλο, τόσο για την αποκρυστάλλωση των πατριωτικών του αισθημάτων και πεποιθήσεων προς την Μακεδονία, όσο και για την μετέπειπα σύντομη ζωή του.
Αυτό ομολογεί κι ο ίδιος σε επιστολή του που σώζεται προς τη σύζυγό του, στα οποία μεταξύ άλλων της γράφει: " ... τα πολυάριθμα παραδείγματα πατριωτισμού και θάρρους φυσικού, αλλ' ιδίως ηθικού, τα οποία συνάντησα εις την αγαπητήν, την αγία σου οικογένεια μ' εβοήθησαν ..."5.
Ο Παύλος συμφωνεί απόλυτα με τη γυναίκα του στις ιδέες, γιατί έχουν υποστεί και οι δύο τον ίδιο τρόπο της πατριαρχικής ανατροφής με τα πολλά και χαρούμενα αδέλφια. Η νέα οικογένεια του Παύλου δεν τον ξεχωρίζει από τα παιδιά της και τα αδέλφια της γυναίκας του λατρεύουν αυτόν τον ψηλό αξιωματικό, το γλυκομίλητο, με το ωραίο πρόσωπο και το λιγερό παράστημα και που στα μάτια τους φαντάζει σαν Εκτορας ή Μάρκος Μπότσαρης ή Αθανάσιος Διάκος. Και η ζωή του κυλά ήρεμα και όμορφα ανάμεσα στην καθημερινή του υπηρεσία στο στρατώνα, στο σπίτι του, στις εκδρομές, στους χορούς και στις συναναστροφές.
 



Στα μέσα του 1894 γεννιέται το πρώτο του παιδί, ο Μιχαήλ, που τον φωνάζουν χαϊδευτικά Μίκη.  

Τη χαρά όμως που νιώθει από τη γέννηση και το μεγάλωμά του γιου του, του τη μειώνει η γενική κατάσταση της πατρίδας του, που δεν είναι καθόλου ικανοποιητική. Η Μακεδονία υπονομεύεται από τη Βουλγαρία, η Κρήτη σιγοβράζει επικίνδυνα κάτω πάλι από Τούρκο επίτροπο, η Κρητική επανάσταση του 1889 μένει αβοήθητη από τον Ελληνικό Στρατό και η οικονομία της χώρας πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο. Οταν όμως το 1895 με έξοδα του ηπειρώτη Αβέρωφ αρχίζει να γίνεται το Παναθηναϊκό Στάδιο για τους Ολυμπιακούς Αγώνες που θα γίνονταν το 1896 στην Αθήνα, ο ελληνισμός για λίγο ανασαίνει. Κι όταν ο Μαρουσιώτης Σπύρος Λούης, ανάμεσα σε τόσους ξένους αθλητές έρχεται πρώτος στο Μαραθώνιο δρόμο, ο ελληνισμός μεθάει από τη νίκη και καμαρώνει ξεχνώντας για λίγο τα προβλήματά του!
Το Μαΐο του 1896 ξεσπά καινούρια επανάσταση στην Κρήτη και η αδράνεια του Ελληνικού Στόλου ενοχλεί και στενοχωρεί τον Παύλο, που με τη Χαρτογραφική Υπηρεσία του Στρατού βρίσκεται εκείνη την εποχή στους Μύλους του 'Αργους. Στα τέλη του Αυγούστου 1896, η Τουρκία φοβισμένη από τη διακοίνωση των Μεγάλων Δυνάμεων για τις σφαγές των Αρμενίων στην Κων/πολη, παραχωρεί στην Κρήτη ένα είδος αυτονομίας και οι Κρήτες ησυχάζουν. Οταν όμως στο τέλος του Οκτωβρίου 1896 δεν εφαρμόζεται σωστά ο νέος οργανισμός, αρχίζουν καινούριες ταραχές. Η Κρήτη ξεσηκώνεται και στις 25 Ιανουαρίου 1897 η επαναστατική κυβέρνηση κηρύσσει στη Χαλέπα την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Η συμπαράσταση τότε του ελληνικού στόλου είναι άμεση και κατεβαίνει στην Κρήτη, για να εμποδίσει την απόβαση τουρκικού στρατού στις ακτές του νησιού. Ο Παύλος που τον απασχολούν ιδιαίτερα τα εθνικά θέματα, παρακολουθεί με ενδιαφέρον τα γεγονότα της Κρήτης, ενώ ταυτόχρονα ανησυχεί πολύ για τη Μακεδονία, που υποφέρει και από τους Τούρκους και από τους Βουλγάρους. Η ίδρυση της Εθνικής Εταιρείας - 12 Νοεμβρίου 1894 - της μυστικής δηλαδή οργάνωσης - που έχει σαν σκοπό της να βοηθήσει στην επίλυση των εθνικών προβλημάτων με τη στρατιωτική προετοιμασία της χώρας και την ηθική της ανύψωση, τον ανακουφίζει και τον κάνει να ελπίζει για το καλύτερο.

 


4. Το "βάπτισμα του πυρός" του Ανθυπολοχαγού (ΠΒ) Παύλου Μελά και η συμμετοχή του στον "άτυχο" πόλεμο του 1897

Ο Παύλος υπηρετεί ως αρχιφύλακας στο Πανεπιστήμιο, όταν τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου του 1897 διατάσσεται να επιστρέψει με τους άνδρες του στο στρατώνα του πυροβολικού, γιατί το μεσημέρι της επόμενης ημέρας αναχωρεί στρατός, για να καταλάβει την Κρήτη. 

Απογοητευμένος γιατί η δική του μονάδα δε μετέχει σ΄αυτή την επιχείρηση, επιστρέφει στο σπίτι του και ενημερώνει τους δικούς του. Και παρά την πίκρα του, παίρνοντας μέρος στη γενική χαρά γράφει στο σημειωματάριό του "...με κόπο συγκρατω τά δάκρυά μου... Θεέ μου, κάμε να σωθή αυτός ο δυστυχής τόπος... δέν έζησα παρά μέ αυτήν καί δι΄αυτήν την ιδέαν. Και σήμερα ήλθεν επί τέλους η ποθητή στιγμή...".

 
Στο σιδηροδρομικό σταθμό, όπου ο Παύλος κατευοδώνει μια στρατιωτική φάλαγγα, μαθαίνει με χαρά ότι η πεδινή πυροβολαρχία του πρίγκιπα Νικολάου στην οποία υπηρετεί, διατάσσεται ν΄αναχωρήσει το γρηγορότερο για τη Λάρισα. Πετώντας σχεδόν επιστρέφει στο στρατώνα του για να καταλήξει σπίτι του και να παίξει με το γιο του. Πρώτη φορά δεν αισθάνεται λύπη που θα αφήσει τους δικούς του. Μετά τρεις ημέρες επιβιβαζόμενοι σε πλοία στον Πειραιά αναχωρούν και μέσω Χαλκίδας φθάνουν στο Βόλο, απ΄όπου σιδηροδρομικώς καταλήγουν στη Λάρισα, όπου η υποδοχή που τους γίνεται αγγίζει τα όρια της παραφροσύνης. "... Είμαι ευτυχής μόνον μέ τήν ιδέαν ότι είμεθα εδώ διά νά υπερασπίσωμεν την πατρίδα..." γράφει στη γυναίκα του περιμένοντας την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, "... από στιγμής εις στιγμήν αναμένομεν να φύγωμεν. Ο Θεός να δώση...".
Στις 5 Απριλίου 1897 αρχίζουν οι εχθροπραξίες. Το τηλεγράφημα του Παύλου που φθάνει στην Αθήνα φανερώνει τον ενθουσιασμό του για το ξεκίνημα του πολέμου "... Ευχηθητε υπέρ πατρίδος μόνον. Ασπάζομαι πάντας. Εύχομαι Μίκης αισθανθή ποτε καί αυτός χαράν μου..."
Ενθουσιασμένος κατά την έναρξη των επιχειρήσεων, πολύ σύντομα και σε λίγες μόνο μέρες γίνεται αφάνταστα πικραμένος, λόγω της τροπής που πήρε για την Ελλάδα ο πόλεμος εκείνος.  Μέσα από τα επόμενα  γράμματά προς τη γυναίκα του, γραμμένα τα περισσότερα βιαστικά με μολύβι, περνούν τα δυσάρεστα γεγονότα αλλά και τα όσα νιώθει ο ίδιος αυτές τις τριάντα (30) οδυνηρές ημέρες του 1897. Ετσι ο αρχικός του ενθουσιασμός : "... εις ολίγα λεπτά φεύγομεν διά το Μπουγάζι (αριστερά του Τυρνάβου)... Περιττόν να σου ειπω τήν χαράν, την ευτυχία μου....", μετατρέπεται γρήγορα σε απογοήτευση: "... Δεν σου περιγράφω την κατάσταση αυτήν, διότι παραφρονώ όταν την συλλογίζωμαι ... 32.000 άνδρες το έκοψαν λάσπη στο άκουσμα πώς έρχονται οι Τούρκοι...". Ύστερα, και πάλι σε καινούρια ελπίδα με τη διαταγή του Διαδόχου : "... ότι θέλομεν υπερασπισθή το έδαφος του Δομοκου ...", για να καταλήξει σε λίγο πάλι σε απόγνωση και απελπισία : ".. ήρχισεν η νυκτερινή αυτή υποχώρησις. Φοβερωτέρας ώρας ουδέποτε διηλθον...". Σε άλλο του γράμμα πάλι, καταλήγει: "... Σκέπτομαι αδιάκοπα τα αγαπημένα μου πρόσωπα και παρακαλώ τον Θεόν να μου επιτρέψει να τα ξαναδώ, μόνον αφού σβύσωμεν την φιβεράν ατιμίαν του δυστυχισμένου τόπου μας ..." 6.
Τέλος, το τηλεγράφημα του πατέρα του, που έρχεται από την Αθήνα με τα λόγια: "... Απεφασίσθη ανακωχή..." (6η Μαΐου 1897), είναι για τον Παύλο ο ταπεινωτικός επίλογος μιας εκστρατείας, από την οποία περίμενε πολλά!

Κουρασμένος τότε περισσότερο ψυχικά - "... κατόπιν της εκ Δομοκού γενναίας φυγής μας ..." - παρά σωματικά, αρρωσταίνει με υψηλό πυρετό. Ανήσυχος ο γιατρός του Συντάγματος τον στέλνει στη Λαμία, όπου στο πλωτό νοσοκομείο "Θεσσαλία" συναντά τη γυναίκα του Ναταλία, η οποία υπηρετεί εκεί ως νοσοκόμος. Τρομαγμένη αντικρίζει τον αδύνατο και εξαντλημένο άνδρα της και σιωπηλή και ξάγρυπνη κάθεται όλη τη νύκτα στο πλάι του, ενώ εκείνος παραδέρνει σε ύπνο ταραγμένο. Φθάνοντας στη συνέχεια στην Αθήνα βρίσκει παρηγοριά στην οικογενειακή θαλπωρή. Δεν μένει όμως πολύ. Σε μία εβδομάδα ζητάει να μετατεθεί στη Λαμία, στις προφυλακές. Κι ενώ υπηρετεί χωρίς απρόοπτα στην πυροβολαρχία του, ένα μήνυμα για την αρρώστια του πατέρα του τον ταράζει. Κατεβαίνει αμέσως στην Αθήνα και τον προλαβαίνει ζωντανό. Σε δυο όμως ημέρες, ο πατέρας του πεθαίνει. Ο θάνατος αυτός, που τον συγκλονίζει, είναι γι΄αυτόν το συμπλήρωμα της εθνικής καταστροφής!

Μετά το θάνατο του πατέρα του ξαναγυρίζει απαρηγόρητος στη Λαμία. Η συγκατοίκησή του με δύο αγαπητούς του συναδέλφους μετριάζει τη βαθιά του λύπη. Χωρίς αυτούς θα είχε παραιτηθεί και θα είχε επιστρέψει στο σπίτι του. Τότε μάλιστα περνά την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής του. 'Οπως ομολογεί και ο ίδιος "... πότε ειμαι ευχαριστημένος ... διότι ελπίζω να διορθωθη αυτή η κατάστασις πότε πάλιν αηδιάζω και απογοητεύομαι καί δέν θέλω ν΄ακούω και να σκέπτωμαι τίποτε ...". Παντού όμως και πάντα θυμάται τον πατέρα του, που κοντά του "... ελησμονούσα όλας τάς στεναχωρίας μου ...".

Κι ενώ τον πνίγει η μονοτονία της Λαμίας, στις 5 Μαΐου 1898 (έναν χρόνο μετά την ανακωχή του 1897) αρχίζει η εκκένωση του θεσσαλικού κάμπου από τους Τούρκους. Ο Παύλος, έφιππος, επισκέπτεται το χώρο που μόλις έχουν εγκαταλείψει οι Τούρκοι και μεταξύ άλλων γράφει σθγκινημένος στους δικούς του. "... ειναι αδύνατον να σας ειπώ τι αισθάνεται ένας άνθρωπος, όταν επαναβλέπει μέρη και πράγματα παρά τα οποία ησθάνθη συγκινήσεις διά βίου αλησμονήτους ..." . 
 

Η 2η αποστολή στην Μακεδονία

Η διαταγή, που τον έχει φέρει στην Αθήνα, αναφέρεται σε προσωρινή ανάκληση. Το γεγονός αυτό καθώς και οι επίσημες διαβεβαιώσεις για σύντομη επιστροφή, του δημιουργούν ελπίδες. Αλλά ο καιρός περνά χωρίς τίποτα το ουσιαστικό και η ανυπομονησία του μεγαλώνει. Στο μεταξύ τα γράμματα που του έρχονται απο τη Μακεδονία είναι γεμάτα από περιγραφές τραγικών συμβάντων και απελπισμένες εκκλήσεις για βοήθεια. Και νιώθει υπεύθυνος, γιατί η προηγούμενη αποστολή του έχει δημιουργήσει στους δυστυχείς Μακεδόνες ελπίδες, που μέχρι τώρα αποδεικνύονται μάταιες.

'Ενα απόγευμα, στα τέλη του Ιουνίου του 1904, δύο πρόσωπα από την Κοζάνη τον επισκέπτονται και αφού του ανακοινώνουν ότι έχουν ετοιμάσει την άμυνά τους, τον παρακαλούν να μεσολαβήσει ώστε να τους σταλούν Έλληνες Αξιωματικοί, για να τη διευθύνουν και να την οργανώσουν πιο συστηματικά. Παράλληλα όμως, του αποκαλύπτουν ότι "... όλοι επιθυμούν έντονα να τον ξαναδούν κοντά τους ...". Και ο Παύλος, συγκινημένος, τους υπόσχεται αμέσως ότι "... γρήγορα θα βρεθεί στην Κοζάνη, για να τους οργανώσει ...".

Μάταια οι δικοί του προσπαθούν να τον μεταπείσουν! Εχει όπως λέει "... αρβανίτικο, αγύριστο κεφάλι!" και δεν αλλάζει γνώμη. 'Ετσι στις 9 Ιουλίου 1904 παίρνει εικοσαήμερη άδεια από το διοικητή του και μεταμφιεσμένος σε χωρικό, αναχωρεί μυστικά τα ξημερώματα της επόμενης ημέρας για την καινούρια του αποστολή, που έχει αποφασίσει μόνος του. Μετά από ένα δύσκολο και επικίνδυνο ταξίδι φθάνει στην Κοζάνη στις 19 Ιουλίου 1904. Στις αλλεπάληλες και με μεγάλη μυστικότητα και προσοχή συναντήσεις που έχει με τα μέλη της επιτροπής Αμύνης στην Κοζάνη, αρχικά, και στη Σιάτιστα στη συνέχεια, συμβουλεύει, καθοδηγεί και οργανώνει. Προτείνει να αυξήσουν τον αριθμό των τμημάτων της 'Αμυνας, να διενεργούν εράνους για την ενίσχυση του αγώνα, να ενισχύουν το φρόνημα και το ηθικό των άτολμων και δειλών, και η Εκκλησία, όπως πάντα, να συμπαραστέκεται, να προστατεύει και να ενισχύει με κάθε τρόπο.

Στα γράμματά του που στέλνει κυρίως στη γυναίκα του περιγράφει τις δύσκολες συνθήκες της διαβίωσης του, τη συνεχή του προσπάθεια να κρατήσει μυστική την ταυτότητά του - συναλλάσσεται μάλιστα σαν ζωοέμπορος στις αγορές - αλλά και τον ενθουσιασμό του, γιατί παρά τις αρχικές του απογοητεύσεις, οι προσπάθειές του αποδίδουν καρπούς: "... Δεν έχεις ιδέαν πόσον πατριωτισμόν έχουν αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να γνωρίζει κανείς τους κινδύνους, τους οποίους καθ΄εκάστην διατρέχουν, δια να εννοήση και το θάρρος και τον πατριωτισμόν των...".
Η εικοσαήμερη όμως άδειά του πλησιάζει στο τέλος της και η αίτησή του για επιπλέον άδεια τεσσάρων μηνών δεν εγκρίνεται. Αναγκάζεται λοιπόν να επιστρέψει ικανοποιημένος, από το μέχρι τώρα έργο του, και αποφασισμένος να ξαναγυρίσει. Στην Αθήνα, αφού εκθέσει στον Πρωθυπουργό Θεοτόκη την κατάσταση, ζητάει την άδεια να συγκροτήσει στρατιωτικό σώμα, να επιστρέψει εκ νέου στην Μακεδονία και ν΄αγωνισθεί μαζί τους. Με αυτά τα σχέδια φθάνει στις 3 Αυγούστου 1904 στην Αθήνα και, αφού ζει για λίγο την οικογενειακή θαλπωρή, αρχίζει πάλι ετοιμασίες για αναχώρηση στην Μακεδονία.
Οι συνθήκες τώρα για την ενίσχυση του Μακεδονικού Αγώνα είναι πολύ καλύτερες απ' ότι στην αρχή (1903). Ο Λάμπρος Κορομηλάς είναι Γενικός Πρόξενος στη Θεσσαλονίκη, οι δραστηριότητες των Ελλήνων Αξιωματικών και των αντάρτικων ομάδων στην Κεντρική και Ανατολική κυρίως Μακεδονία είναι συστηματοποιημένη, οι δισταγμοί και τα εμπόδια έχουν παραμεριστεί και το κυριώτερο, ο Παύλος αναλαμβάνει τη γενική αρχηγία των σωμάτων στις περιφέρειες Μοναστηριού και Καστοριάς (όπως αναφέραμε και παραπάνω).
Σε ένα γράμμα προς τη γυναίκα του αναφέρει χαρακτηριστικά "... Αισθάνομαι πολύ, ο δυστυχής, τήν ευτυχία που αφήνω αισθάνομαι ότι μ΄όλον τόν ανήσυχον και νευρικόν χαρακτήρα μου, ο βίος ο οποίος μου αρμόζει περισσότερον είναι ο ήσυχος και ο οικογενειακός. Αλλ΄από τινός δεν ηξεύρω τι έπαθα, έγινα όργανον δυνάμεως πολύ μεγάλης ως φαίνεται, αφού έχει τήν ισχύν να κατασιγάση όλα τα άλλα αισθήματά μου και να με ωθή διαρκώς προς την Μακεδονία ...".



 
Η 3η αποστολή στην Μακεδονία
Την 18η Αυγούστου 1904 αποχαιρετά τη γυναίκα του για τρίτη και τελευταία, όπως της υπόσχεται, και με τις γνωστές ήδη δυσκολίες φθάνει στη Μακεδονία στις 27 του ίδιου μήνα (27η Αυγούστου 1904) με 27 άνδρες.

Πεζοπορώντας για πολλές ώρες, πολλές ημέρες και με πολλές προφυλάξεις για να μη συναντηθούν με τουρκικά αποσπάσματα, προχωρούν μέσα στο μακεδονικό έδαφος με τελικό προορισμό την Καστοριά. Προβλήματα διαρκώς ορθώνονται μπροστά τους, όπως φαίνεται από τα γράμματά του: "...Είμεθα ήδη μίαν εβδομάδα εν πορεία και ακόμη τριγυρίζομεν περί την Σαμαρίναν, ενω κάθε ημέρα που περνά και πολύτιμος καιρός χαμένος είναι και εις περισσότερον κίνδυνο προδοσίας ή καταδόσεως μας θέτει.... Οι άνδρες μου ειναι μελαγχολικοί, εγώ δε ενδομύχως πλέον ή λυπημένος. Βλέπω μέχρι ώρας μόνον δυσκολίας... Οι Τούρκοι είναι ειδοποιημένοι, οδηγόν δέν έχομεν, το έδαφος δεν το γνωρίζομεν! Θα φθάσωμεν ποτέ εκει ή μήπως οι Τούρκοι θα μας αρχίσουν το κυνηγητό και έτσι θα ναυαγήσουν όλοι οι πόθοι να βοηθήσωμεν τους εκεί αδελφούς; Θεέ μου, Θεέ μου! Και ενώ ευρίσκομαι εις τόσην απόγνωσιν ενδομύχως, προσπαθω να ενθουσιάζω και να ενθαρρύνω τους άνδρας μου... Βρέχει δυνατά και ακατάπαυστα... από χθές το πρωί, εκτός μιας παλιοπροβαίνας, την οποίαν εμοιράσαμεν 27 άνδρες χωρίς ψωμί, είμεθα εντελώς νηστικοί. Πεινώμεν φοβερά .... Είμεθα όλοι υγροί ως τα κόκκαλα, οι πλειστοι έχουν πυρετόν .... Ομίχλη φοβερά διαδεχθείσα μετ΄ολίγον την βροχήν επιβραδύνει ουκ ολίγον την πορείαν μας... Η απότομος και ολισθηρά κλίσις του βουνού, τα πυκνότατα και δύσκαμπτα δενδρύλλια, τα οποία είναι κάθυγρα από την βροχήν, μας παιδεύουν φοβερά. Ημείς, τα όπλα μας, οι κάπες μας βαρειές από την βροχήν, πέφτομεν, σκοντάφτομεν, γλυστρώμεν διαρκώς...". 

Μόνο όποιος έχει βρεθεί και έχει περπατήσει στα μέρη που περιγράφει στο γράμμα του και με τέτοιες συνθήκες γνωρίζει πόσο δύσκολη πραγματικά και δύσβατη είναι αυτή η περιοχή! Μετά από συνεχή πορεία αρκετών ημερών και συνήθως σε συνθήκες βροχής και κακοκαιρίας, φθάνει με τους άνδρες του στις 8 Σεπτεμβρίου 1904 στο Κωσταράζι από το οποίο η Καστοριά απέχει δύο ώρες με τα πόδια. Εκεί μένουν δύο ημέρες για να συνέλθουν, ώστε ξεκούραστοι να συνεχίσουν την εκτέλεση της αποστολής τους. "... Τρέμω καί συγκινούμαι σκεπτόμενος ότι εγώ, ο οποίος ουδέ μύγαν εσκεμμένως εσκότωσα ποτέ, από αύριον θά φονεύσω, θα δολοφονήσω ίσως καί ανθρώπους ακόμη. Τρέμω, αλλ΄ανυπομονώ να το κάμω..."

Και αρχίζει τις επαφές του στη γύρω περιοχή. Για λόγους ασφαλείας, επισκέπτεται νύχτα την Καστοριά, της οποίας ο θαρραλέος Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης, που είναι η "ψυχή" όλης της περιφέρειας, και καταλήγει με τους άνδρες του στη Μονή Τσιριλόβου, όπου τους φιλοξενούν οι μοχαχοί. Οι Μακεδόνες, μαθαίνοντας την άφιξή τους ανασαίνουν και ενθουσιάζονται, τους αντιμετωπίζουν σαν σωτήρες. Στις επιδιώξεις του Παύλου - του καπετάν Μίκη Ζέζα - και των ανδρών του είναι και η σύλληψη και η τιμωρία των Ελλήνων προδοτών, που συμπράττουν με τους κομιτατζήδες. Και ο Παύλος αναριωτιέται "...αν ειχα τo δικαίωμα εγώ να συλλάβω οιονδήποτε άνθρωπον, οσονδήποτε κακούργος και αν ειναι, να τον τραβήξω από την οικογένειάν του και να τον φονεύσω!... Εγώ όμως ουδέν άλλο στήριγμα πλην της προς την πατρίδα και το γένος μου αγάπης έχω. Μα την αλήθειαν, πολύ θάατ΄αγαπω και τα δύο διότι, καίτοι υποφέρω, καίτοι κλαίω, θ΄αφήσω να γίνη εκείνο που απεφασίσθη..." .

Κι ενώ ετοιμάζεται να επιτεθεί σε περιοχή, όπου κρύβονται κομιτατζήδες, οι ντόπιοι κάτοικοι αρνούνται να τον οδηγήσουν, ενώ ο ίδιος δε γνωρίζει τα μέρη, για να κινηθεί. Είναι η δεύτερη φορά που ματαιώνονται τα σχέδιά του από την απροθυμία των κατοίκων. Στενοχωριέται, αλλά τους δικαιολογεί, γιατί ο μικρός αριθμός των ανδρών του δεν τους εμπνέει εμπιστοσύνη και η πιθανή αποτυχία θα δημιουργήσει σκληρά αντίποινα σε βάρος τους. "... Εχουν και δίκαιον οι δυστυχείς και πολλάκις μου υπενθυμίζουν την από ημας εγκατάλειψίν των την άνοιξιν ..."

Εν τούτοις, παρά την απροθυμία των κατοίκων και τις δύσκολες καιρικές συνθήκες - βρέχει συνεχώς για 23 ημέρες - με κέντρο τα ελληνοαλβανικά χωριά Νεγοβάνη, Λέχοβο, και Νέβεσκα, που βρίσκονται βορειοανατολικά της Καστοριάς, οργανώνει τα περίχωρα, ώστε να περιθάλπουν τα στρατιωτικά αποσπάσματα, να φροντίζουν την ασφάλεια των κατοίκων, τους οποίους να διαφωτίζουν και να ενθαρρύνουν, ώστε να μην πείθονται από την προπαγάνδα και εγκαταλείποντας την ορθοδοξία να γίνονται σχισματικοί. Γιατί οι Βούλγαροι εποφθαλμιούν τη Μακεδονία και επειδή δε μπορούν να την προσαρτήσουν στη χώρα τους με επανάσταση, όπως έκαναν με την ελληνική Ανατολική Ρωμυλία το 1885, προσπαθούν να το πετύχουν πείθοντας τους Μακεδόνες ότι αν ξεσηκωθούν μαζί τους θα αποκτήσουν την αυτονομία τους. Και παρασύρουν μερικούς και τους ζητούν χρήματα, για να τους εξοπλίσουν δήθεν, μα όπλα δεν τους δίνουν ποτέ! Κι όταν οι Μακεδόνες συνειδητοποιούν ότι δεν πρόκειται να ελευθερωθούν αλλά να αλλάξουν απλώς κατακτητή - από τους Τούρκους δηλαδή να περάσουν στους Βουλγάρους - και αντιστέκονται, αντιμετωπίζουν την οργή των συμμοριών που ορμούν στα άοπλα χωριά και καίνε, βασανίζουν, σκοτώνουν, αποκεφαλίζουν αρχίζοντας κυρίως από τους ιερείς, τους δασκάλους, τους προεστούς που είναι η πηγή της αντίστασης.

Και γι΄αυτό είναι ευχαριστημένος, γιατί η οργάνωση προχωρεί με επιτυχία και αρχίζει να γίνεται και ο ίδιος ο φόβος των Βουλγάρων και των προδοτών. Η φήμη του εξαπλώνεται σε όλη την περιφέρεια! Πολλοί μάλιστα τον επισκέπτονται και του φέρνουν τα παιδιά τους να του φιλήσουν το χέρι, ενώ άλλοι του γράφουν. "... Καταλαβαίνομεν... τήν καλοσύνην σου καί είδομεν τό φως τό αληθινόν...". 'Ολες αυτές οι εκδηλώσεις τον συγκινούν βαθιά και γεμάτος έλεος για τις μικρότητες που βλέπει γύρω του, συνεχίζει με αγάπη και ενθουσιασμό τη δύσκολη αποστολή του!
Ο θάνατος του Παύλου Μελά και η σημασία του για τον αγώνα στην Μακεδονία
Ακαταπόνητος συνεχίζει τον αγώνα του και με αγωνία περιμένει όπλα από τις αθηναϊκές πατριωτικές οργανώσεις, για να εξοπλίσει όλα τα χωριά της περιοχής του. Στο μεταξύ, με όσα διαθέτει και παρά τις εναντίον του βουλγαρικές απειλές, οργανώνει την άμυνα τεσσάρων χωριών και προειδοποιεί ότι θα κάψει τα σπίτια εκείνων που θα συμπράξουν με τους βούλγαρους κομιτατζήδες.

Παράλληλα, εξακολουθώντας να εμπιστεύεται στα γράμματά του τις σκέψεις και τα συναισθήματά του σημειώνει. "... Δεν φαντάζεσαι την κατάστασίν μου την ψυχικήν. Θέλω και πρέπει να μείνω εδώ αλλ΄ ο πολυτάραχος και σχεδόν άγριος βίος μου με κάμνει να νοσταλγώ τον ήσυχον και γλυκύν οικογενειακόν βίον. Και εδώ έχω τας ικανοποιήσεις μου και εκεί την ευτυχίαν μου. Αλλ΄εδώ με κρατεί επί πλέον το καθήκον και πρό πάντων αι υποχρεώσεις ας ανέλαβα. Αισθάνομαι ότι θυσιάζομαι, αλλά τουλάχιστον θα κατορθώσω τίποτε; ΄Η θα χανδακώσω την ιεράν αυτήν υπόθεσιν; Αισθανόμενος το μέγεθος της ευθύνης, πότε τρέμω και πότε ενθουσιώ...".

Στο μεταξύ το σώμα του ενισχύεται και με ντόπιους και φθάνει τώρα τα 50 άτομα και έτσι οι χωρικοί νιώθουν πιο ασφαλείς γνωρίζοντας την παρουσία του. Κι ενώ βαδίζει για να συναντηθεί με άλλο σώμα Ελλήνων ανταρτών, για να συναποφασίσουν γενικότερη κατά των βουλγαρικών συμμοριών επίθεση, σταματά στο χωριό Στάτιστα, (ή και Σιάτιστα) για να ξεκουράσει τους άνδρες του. Στις αντιρρήσεις που εκφράζει για αυτή τη στάση τους ο φίλος και υπαρχηγός του Νίκος Πύρζας, επειδή στο χωριό κατά τις πληροφορίες τους υπάρχει τουρκικό στρατιωτικό απόσπασμα, ο Παύλος απαντά: "... Ειναι αμαρτία, τά παιδιά κουρασμένα, βρεγμένα ας μείνωμεν εις το χωριό νά στεγνώσουν ολίγον ...".

Αυτή η απόφαση του θα είναι τελικά γι΄αυτόν μοιραία, γιατί οι Τούρκοι ειδοποιημένοι και οδηγημένοι από τον κομιτατζή Μήτρο Βλάχο για την εκεί παρουσία τους, επιτίθενται και κατά τη συμπλοκή ο Παύλος τραματίζεται σοβαρά, "... στη μέση με πήρε, παιδιά ...".  Κι ενώ οι άντρες του τρέχουν να τον βοηθήσουν μπαίνει μόνος του στο σπίτι, κάθεται και απευθυνόμενος στο Νίκο Πύρζα του λέει: "... Το σταυρό να τον δώσεις στη γυναίκα μου και το τουφέκι του Μίκη και να τους πης ότι το καθήκον μου έκαμα ...". 

Στη συνέχεια βγάζει το πορτοφόλι του με τις φωτογραφίες των παιδιών του κι επειδή αρχίζει να πονά, παρακαλεί να τον σκοτώσουν και να μην τον αφήσουν ζωντανό στα χέρια των Τούρκων. Ολοι γύρω του λυπημένοι και ανήμποροι να βοηθήσουν παρακολουθούν τις τελευταίες στιγμές του παλικαριού που ψιθυρίζει πότε "... πονώ!", πότε "... σκοτώστε με!" και πότε τα ονόματα των παιδιών του "... Μίκη, Ζωή!". Και αφού με δυνατούς πόνους παιδεύεται μισή περίπου ώρα, με τη λέξη "... πονώ!" αφήνει την τελευταία του πνοή επάνω στη διψασμένη για αίμα ηρώων Ελληνική γη..

Η τραγική είδηση φθάνει στο Υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα με τηλεγράφημα του Προξένου του Μοναστηρίου που αναφέρει τα εξής :
"... Παρελθούσαν Τετάρτην, 13 τρέχοντος (Οκτωβρίου) ημετέρων ευρεθέντων εν χωρίω Στάτιστα και περί ώραν 5 μ.μ. ήρξατο πυρός κατά των ημετέρων. Ημέτεροι απήντησαν γενναίως, μετά δίωρον δε ανταλλαγήν πυροβολισμών, απεφάσισαν επιχειρήσωσιν έξοδον. Παύλος Μελάς ώρμησε πρώτος επί κεφαλής αυτών, οπότε σφαίρα τουρκική πλήξασα αυτόν κατά την οσφυακήν χώραν, ετραυμάτισε θανασίμως. Σύντροφοί του τον... εναπέθεσαν παρακειμένω οικίσκω, ένθα, μετά ημίσειαν ώραν, διαρκούσης πάντοτε συμπλοκής, εθνικός ήρως ησύχασε ..." !

Ο θάνατός του αιφνιδιάζει και θλίβει τους Μακεδόνες, γιατί σ΄αυτόν είχαν στηρίξει όλες τους τις ελπίδες για τη σωτηρία τους. Και μολονότι δεν έχουν ακόμη συνειδητοποιήσει το οδυνηρό γεγονός, αρχίζει η δυσάρεστη διαδικασία του ενταφιασμού. Από γράμμα που στέλνει ο ελληνοδιδάσκαλος και υπάλληλος του προξενείου Μοναστηρίου Βασίλειος Αγοραστός στον 'Ιωνα Δραγούμη, γυναικάδελφο του Παύλου, έχουμε τις λεπτομέρειες του ενταφιασμού. Σύμφωνα με αυτές, ο ίδιος ο Αγοραστός εκτελώντας εντολή του προξενείου φθάνει στο Πισοδέρι, για να μεριμνήσει για την ταφή του ήρωα. Επειδή εκεί πληροφορείται ότι οι κάτοικοι της Στάτιστας τον έχουν ήδη ενταφιάσει σε ασφαλές μέρος, προχωρεί στο Ζέλοβο απ΄όπου στέλνει άνδρα του σώματος του Παύλου μεταμφιεσμένο στη Στάτιτσα, για να παραλάβει κρυφά και να μεταφέρει στο Ζέλοβο το σώμα του γενναίου αρχηγού του. 

Επειδή όμως οι Τούρκοι, μετά από τα δημοσιεύματα του αθηναϊκού τύπου πληροφορούνται τα σχετικά με το θάνατο και την ταφή του Παύλου Μελά, επανέρχονται στη Στάτιστα και μετά από προσεκτικότερη έρευνα ανακαλύπτουν το ακέφαλο σώμα του. Με τη μεσολάβηση όμως του Μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού Καραβαγγέλη, η σωρός του μεταφέρεται στην πόλη, όπου με θρήνους, και ενώ χοροστατεί ο Μητροπολίτης Γερμανός, κηδεύεται και ενταφιάζεται στον περίβολο του βυζαντινού Ναού των Ταξιαρχών. Αργότερα, το 1950, μεταφέρεται εκεί και η κεφαλή του δίπλα στο σώμα του και έτσι σήμερα, όλο το σκήνωμα του Παύλου Μελά αναπαύεται τώρα στην Καστοριά. Πλάι του μάλιστα, ύστερα από δική της επιθυμία, αναπαύεται και η γυναίκα του Ναταλία.

Η είδηση του θανάτου του Παύλου Μελά συγκλόνισε ολόκληρη την Ελλάδα και την Αθήνα και ιδιαίτερα φυσικά, την οικογένειά του. Ολόκληρος ο ελληνικός λαός πενθεί τον ήρωα, που έφυγε τόσο νέος, μόλις 34 χρονών, και σε τόσο μάλιστα κρίσιμες στιγμές για το Έθνος και τον Ελληνισμό! Το όνομά του γίνεται σύμβολο του μακεδονικού αγώνα, ενώ μεγάλος αριθμός Αξιωματικών και ιδιωτών πολιτών αρχίζουν να σπεύδουν στη Μακεδονία και πυκνώνους τις τάξεις εκείνων που αγωνίζονται για την απελευθέρωσή της, ακολουθώντας τον δρόμο του Παύλου Μελά και το παράδειγμά του. Τη θυσία του υμνεί ο λαός με το δημοτικό τραγούδι και ο μεγάλος ποιητής Κωστής Παλαμάς. 
Αλλά και η πατρίδα, τιμώντας τον, τον αναγνωρίζει σαν εθνικό ήρωα και η Στάτιστα, το χωριό στο οποίο σκοτώθηκε, μετονομάστηκε σε "Παύλος Μελάς".

http://www.e-istoria.com/291.html

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΦΙΛΙΠΠΙΔΟΥ : ΜΙΑ ΗΡΩΪΚΗ ΔΑΣΚΑΛΑ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ

Πηγή: “Ἑλληνίς”-από το περιοδικό Απολύτρωσις

Ἂς γυρίσουμε λίγο πίσω στὰ περασμένα χρόνια, νὰ δοῦμε κάποιες δασκάλες, ἀπὸ κεῖνες ποὺ σελάγιζαν ψηλά, στὰ «κρημνὰ τῆς ἀρετῆς». Στὸ κοιμητήριο τῆς Εὐαγγελίστριας στὴν Θεσσαλονίκη, καθὼς μπαίνεις δεξιά, ἄγνωστο στοὺς πολλούς, εἶναι θαμμένες τέσσερις δασκάλες, τέσσερις ἡρωίδες: Ἡ Λίλη Βλάχου, ἡ Αἰκατερίνη Χατζηγεωργίου, ἡ Βελίκα Τράικου(διαβάστε εδώ για τη θυσία της) καὶ ἡ Ἀγγελικὴ Φιλιππίδου. Καὶ οἱ τέσσερις εἶναι δασκάλες, νέα κορίτσια, ποὺ μαρτύρησαν γιὰ τὴν Μακεδονία τὴν περίοδο τοῦ Ἀγῶνος.  Ἡ τελευταία ἡρωίδα, ἡ Ἀγγελικὴ Φιλιππίδου, ὑπηρετοῦσε–διακονοῦσε, τὸ 1906, στὴν Ἀγριανὴ Σερρῶν. Ας δούμε περισσότερα για αυτή την άξια Ελληνίδα δασκάλα:

Μέ τόν ἐρχομό τοῦ 20οῦ αἰώνα ἀνενόχλητες οἱ βουλγαρικές συμμορίες δροῦν σέ χωριά καί πόλεις τῆς Μακεδονίας. Στυγερά τά καθημερινά τους ἐγκλήματα. Μέ τό σύνθημα «Ἡ Μακεδονία στή Βουλγαρία» καί μέ τό τραγούδι «Μακεδονία, παλαιά Βουλγαρία» σφάζουν ἀνελέητα. Τό αἷμα ἀθώων Ἑλλήνων ρουφᾶ διαρκῶς ἡ πολύπαθη μακεδονική γῆ. Ἕνα πλῆθος Μακεδονομάχων τοῦ ἑλληνικοῦ βορρᾶ καί τοῦ νότου ἀντιστέκεται προσπαθώντας ν᾿ ἀναχαιτίσει τό σλαβικό σμῆνος. Στό στόχαστρο τοῦ ἐχθροῦ ὁ παπάς κι ὁ δάσκαλος. Ἀπό τά δικά τους μετερίζια ὁ καθένας κρατᾶ ψηλά Ὀρθοδοξία καί πατρίδα. Αὐτούς τούς τρελούς Ἕλληνες, τούς Γραικομάνους -ἔτσι τούς ἀποκαλοῦν οἱ βούλγαροι κομιτατζῆδες-, ἐποφθαλμιοῦν νά ἐξοντώσουν.

 Ἀσφυκτιᾶ ἡ Καρατζόβα (σημερινή Ἀριδαία). Ὁ βούλγαρος τή θέλει δική του. Ὀνειρεύεται νά ἱδρύσει βουλγαρικό σχολεῖο καί νά δηλητηριάσει τίς παιδικές ψυχές μέ τήν προπαγάνδα του. Τί συνέβη ὅμως καί ξαφνικά ὁ σκιαγμένοςἝλληνας ἀναθάλλει; Ὁ διορισμός τῆς νέας δασκάλας ἀπό τή Θεσσαλονίκη φτερώνει τίς ἐλπίδες του. Τί κι ἄν εἶναι λεπτεπίλεπτη καί μόλις εἴκοσι χρονῶν ἡ Ἀγγελική Φιλιππίδου; Ἡ εὐγενική αὐτή φυσιογνωμία κρύβει μέσα της μιά ἀτρόμητη καρδιά. Τρίβουν τά μάτια τους οἱ κάτοικοι τῆς Καρατζόβας ἀπό τά ἀνέλπιστα πού θωροῦν νά γίνονται στόν τόπο τους.

 Πῶς νά μήν τῆς πλέξουν τό ἐγκώμιο, ὅταν μαζί μέ τά γράμματα, πού ὑπομονετικά μαθαίνει στά βλαστάρια τους, ἁπλώνει τή δραστηριότητά της καί πέρα ἀπό τά ἐκπαιδευτικά της καθήκοντα; Στ᾿ ἀλήθεια, ἡ νεαρή δασκάλα μέ τή χαρούμενη ὄψη ἀκάματα δουλεύει. Συνεργάζεται μ᾿ ἕναν γνωστό της γιατρό κι ἐξασφαλίζει δωρεάν τίς ἰατρικές ἐξετάσεις τῶν μαθητῶν καί τή φαρμακευτική περίθαλψη τῶν χωρικῶν. Καί οἱ μητέρες, πού εἶχαν πλήρη ἄγνοια ἀπό παιδαγωγική, δέν χορταίνουν ν᾿ ἀκοῦν τίς συμβουλές της γιά μιά πετυχημένη ἀνατροφή τῶν παιδιῶν τους. Μ᾿ ἕναν τέτοιο στυλοβάτη πῶς νά μήν ἀλλάξει ἡ ποιότητα ζωῆς τῶν ἀνθρώπων;

 Τέτοιες ὅμως ἐπιτυχίες ἀνάβουν τή μοχθηρία τοῦ κομιτατζῆ καί στεριώνουν τήν ἀπόφασή του νά ἐξοντώσει αὐτή πού τοῦ ἀνακόπτει ὅλα του τά προγράμματα.
 Εὐτυχῶς τό Ἑλληνικό Προξενεῖο Θεσσαλονίκης προλαβαίνει καί τή μεταθέτει ἐγκαίρως στήν Κλεπούσνα (σημερινή Ἀγριανή) Σερρῶν. Σφίγγεται ἡ καρδιά τῆς ἑλληνίδας δασκάλας, σάν διαπιστώνει πώς τό χωριό κινδυνεύει νά ἐκβουλγαριστεῖ, ἀφοῦ οἱ μισές ἀπό τίς 180 οἰκογένειες ἀναγκάστηκαν νά προσχωρήσουν στή βουλγαρική ἐξαρχία. Ἡ ἀποστολή της βαρειά ἀλλά κι ἡ φλόγα ἄσβηστη στά σωθικά της. Δίδεται ὁλόψυχα στήν προσφορά, στήν περιπέτεια. Κερδίζει τή συμπάθεια μικρῶν καί μεγάλων. Ἀμέριστο συμπαραστάτη στό ριψοκίνδυνο ἔργο της ἔχει τόν σύζυγο καί συνάδελφό της Δημήτριο Φιλιππίδη.

 Ὀνομαστή στήν ἱστορία ἡ ὁμαδική σφαγή τῆς Κλεπούσνας στίς 12 Δεκεμβρίου 1906. Τό χωριό βάφεται στό αἷμα. Κάλλιο ν᾿ ἀφανιστεῖ παρά νά γίνει βουλγάρικο. Τό σπίτι τοῦ παπα-Φίλιππου τυλίγεται στίς φλόγες. Ἡ πρεσβυτέρα Φωτεινή ἀπανθρακώνεται. Πιστεύει ὁ Βούλγαρος πώς, ἄν ἐξαφανίσει τήν «ἀφρόκρεμα», κατέκτησε τήν περιοχή. Μετά τό φόνο τῶν προκρίτων ἔχει σειρά τό σπίτι τῆς δασκάλας. Ἀπό παράθυρο σέ παράθυρο οἱ δυό σύζυγοι πολεμοῦν τόν ἐχθρό χωρίς σταματημό. Δέν κάμπτονται οὔτε κι ὅταν μία σφαίρα θρυμματίζει τό γόνατο τῆς Ἀγγελικῆς. Μόνο σάν ἄρχισαν νά τούς ἀπειλοῦν οἱ φωτιές, ὁ ἄνδρας της τή μεταφέρει καψαλισμένη σέ γειτονικό σπίτι. Ρημάχτηκε ἡ Κλεπούσνα, μά ὁ πάνοπλος Βούλγαρος μέ συντριμμένα τά ὄνειρά του ὀπισθοχωρεῖ.

 Τήν ἄλλη μέρα τό δοκιμασμένο χωριό παιανίζει τή νίκη του. Νά πῶς καλωσορίζει τόν πρόξενο Σερρῶν Ἀντώνη Σαχτούρη -πού κατέφθασε νά τούς συμπαρασταθεῖ- ἕνας πού τήν περασμένη νύχτα ὀρφάνεψε ἀπό μάνα καί πατέρα: «Δέν ἤλθομεν νά δεχθῶμεν συλλυπητήρια ἀλλά συγχαρητήρια. Μᾶς ἠξίωσεν ὁ Θεός νά προσφέρωμεν τούς οἰκείους μας καί τάς περιουσίας μας εἰς τόν βωμόν τῆς πατρίδος καί νά καταστήσωμεν τό χωρίον μας ἀθάνατον. Οἱ οἰκεῖοι μας δέν ἀπέθανον, ἀφοῦ ὑπέρ τῆς πατρίδος ἐθυσιάσθησαν…».

 Μέ τόν πόνο ζωγραφισμένο στό πρόσωπό της πλησιάζει τόν πρόξενο ἡ τραυματισμένη δακάλα. Τί ἄραγε γυρεύει; Ὅλοι τήν ἀκοῦν δακρύβρεχτοι. Τόν παρακαλεῖ νά μήν τή μεταφέρουν ἀμέσως στό νοσοκομεῖο Σερρῶν, ἀλλά νά τή βάλουν ἐπάνω σέ φορεῖο καί νά σταματοῦν γιά λίγο σ᾿ ὅλα τά χωριά πού θά διασχίσουν μέχρι τίς Σέρρες. Ἐκεῖ, στήν πλατεία κάθε χωριοῦ, θέλει νά μιλήσει στούς συναγμένους κατοίκους καί νά τούς ἀφήσει κάποιες ὑποθῆκες. Ὑποκλίνονται οἱ χωρικοί μπροστά στήν ἡρωίδα. Παραμερίζει τό ἐπεῖγον θέμα, τήν ὑγεία της. Πνίγει τό ἔνστικτο τῆς αὐτοσυντήρησης. Προέχει ἡ ἑλληνικότητα τῆς Μακεδονίας.

 «Τό αἷμα της στήν τραγική ἐκείνη πορεία σταγόνα σταγόνα ἔβαφε τή μακεδονική γῆ καί γινόταν ἀρραβώνας μέ τή λευτεριά», σημειώνει ἡ ἱστορικός Ἀθηνᾶ Τζινίκου. Τό θέαμα τῆς μαρτυρικῆς ἐκπαιδευτικοῦ ἐντυπωσιάζει, ἐμπνέει. Μέ τίς προτροπές της ξεσηκώνει ὅλους σέ ἐθνικό συναγερμό κατά τῶν κομιτατζήδων. Τούς ἐκφράζει τά αἰσθήματά της. Εἶναι εὐτυχισμένη πού χύνει τό αἷμα της γιά τήν πατρίδα. Κι εἶναι τό τελευταῖο μάθημα τῆς δασκάλας ἀλλιώτικο ἀπό τ᾿ ἄλλα, τό πιό πετυχημένο, τό πιό ζωντανό. Εἶναι μοναδικό, γιατί το διαποτίζει μέ τό αἷμα τῆς θυσίας της. Σίγουρα θά καρποφορήσει. Στίς Σέρρες πλῆθος κόσμου τῆς φιλᾶ τά χέρια, πού σιγά-σιγά κρυώνουν. Ἀργοσβήνει, μά πρόλαβε νά πυροδοτήσει καρδιές. Τή μεταφέρουν στή Θεσσαλονίκη. Παθαίνει ἐμβολή καί παραδίδει τό πνεῦμα της τόν Ἰανουάριο τοῦ 1907. Οἱ Θεσσαλονικεῖς θρηνοῦν τήν ἡρωική συμπατριώτισσά τους. Ντύνουν τό φέρετρό της μέ τήν ἑλληνική σημαία πού ὑπεραγαποῦσε.

 Σήμερα, καθώς ἀτενίζουμε τό ὄνομά σου, Ἀγγελική, ἀνάμεσα στ᾿ ἄλλα ὀνόματα τῶν ἡρώων τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγώνα, σ᾿ ἐκείνη τή στήλη στό νεκροταφεῖο τῆς Εὐαγγελίστριας στή Θεσσαλονίκη, νιώθουμε ἀπέραντη εὐγνωμοσύνη σέ σένα καί σ᾿ ὅλη τή χορεία τῶν Μακεδονομάχων, γιατί μέ τήν ἐπίμονη πάλη σας μᾶς χαρίσατε ἀέρα λεύτερο, γῆ ἑλληνική

https://antexoume.wordpress.com

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΗΡΩΑΣ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΚΑΠΕΤΑΝ ΚΩΣΤΑΣ ΓΑΡΕΦΗΣ


Βιβλιογραφία
1.Κώστας Λιάπης: Καπετάν Κώστας Γαρέφης,ο σταυραετός του Πηλίου, εκδόσεις Πύλη (Αθήνα 1979)
2.ΓΕΣ: Ο Μακεδονικός Αγώνας και τα γεγονότα στη Θράκη, εκδόσεις ΔΙΣ.
3.Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάννικα,τόμος 16ος, σελ 195 (1988)
 

Ο Κώστας Γαρέφης ήταν Μακεδονομάχος που έδρασε στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας. Πέθανε στις 9 Αυγούστου του 1906 υποκύπτοντας στα βαριά τραύματα που αποκόμισε από μάχη με τους κομιτατζήδες τρεις μέρες νωρίτερα.Γεννημένος το 1874 στις Μηλιές του τουρκοκρατούμενου τότε Πηλίου, ήταν ο δευτερότοκος γιος της οικογένειάς του και απόγονος από την πλευρά του πατέρα του, του επαναστάτη του 1821 Γαρέφη Γαρέφη που καταγόταν από το Ανώγι Σουλίου[1]. 
Σε ηλικία 16 ετών υπηρετεί για ένα διάστημα ως εθελοντής στο Πολεμικό Ναυτικό ενώ το 1897 λαμβάνει μέρος στον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο αρχικά ως εθελοντής στο αντάρτικο σώμα του Πηλιορείτη οπλαρχηγού Στάθη Καραβαγγέλη. Συμμετείχε μάλιστα μαζί με τα επίσης αντάρτικα σώματα του Βελέντζα και του Πόντιου Παναγιώτη Δημαρά στο παράτολμο σχέδιο υπονόμευσης και καταστροφής της γέφυρας Αγγίστας και τμημάτων του σιδηροδρομικού δικτύου Δεδεαγάτς ( Αλεξανδρούπολης ) - Θεσσαλονίκης, που έμεινε γνωστό ως  ''Επιχείρηση της Καβάλας''.
Η αντάρτικη δύναμη ξεκίνησε στις 30 Μαρτίου από το λιμάνι του Βόλου και κατά την Μεγάλη Τετάρτη αποβιβάστηκε στην περιοχή κοντά στο Παγγαίο και στρατοπέδευσε στην Νικήσιανη. Δύο μέρες οι αντάρτες θα δεχτούν την επίθεση πολυάριθμων οθωμανικών στρατευμάτων:μετά από αιματηρή μάχη, οι περισσότεροι ( ανάμεσα τους και οι οπλαρχηγοί Καραβαγγέλης, Βελέντζας και Δημαράς ) θα πέσουν νεκροί ενώ τελικά θα σωθούν μόλις 9 άντρες, ανάμεσά τους και ο Γαρέφης, ο οποίος θα επιστρέψει στη Θεσσαλία και θα λάβει μέρος στη μάχη του Βελεστίνου.
Αργότερα θα μεταναστεύσει στην Αίγυπτο ( όπως άλλωστε και πολλοί Πηλιορείτες ) αλλά θα επιστρέψει το 1905 για να λάβει μέρος στον Μακεδονικό Αγώνα[2]. Αποβιβάζεται τον Φεβρουάριο του 1905 στο λιμάνι του Πειραιά και κατατάσσεται στο σώμα του καπετάν Ακρίτα ( Κωνσταντίνος Μαζαράκης ) και μάλιστα θα αναδειχτεί  ως υπαρχηγός του συγκεκριμένου 35μελούς ένοπλου σώματος[3].
Στις 27 Απριλίου τα αντάρτικα σώματα των Μακεδονομάχων Ακρίτα, Μπούα ( Σπύρος Σπυρομήλιος ) και Κόδρου ( Μωρα'ί'της ) αποβιβάζονται στη Λεπτοκαρυά της Πιερίας. Τομέας δράσης του σώματος Ακρίτα ορίζεται η περιοχή του Βερμίου και της πεδιάδας των Γιαννιτσών. Στις 5 του επόμενου μήνα συγκρούονται με τουρκικές δυνάμεις του Τάγματος των Αβτζήδων ( Κυνηγών ) στο χωριό Σουμπανίτσα ενώ λίγες μέρες μετά ο Γαρέφης εξολοθρεύει ομάδα Βουλγάρων υλοτόμων οι οποίοι χρησιμοποιούνταν από τους κομιτατζήδες ως κατάσκοποι, οδηγοί αλλά και καταδότες των κινήσεων των Μακεδονομάχων στις οθωμανικές αρχές[4]. Επακόλουθο αυτής της ενέργειας ήταν η εσπευσμένη αποχώρηση τις επόμενες μέρες των περίπου 700 Βούλγαρων που δραστηριοποιούνταν στην περιοχή με την πρόφαση της υλοτομίας. Στα τέλη του μήνα διεξάγεται μάχη με τους κομιτατζήδες στη Γκελεστάνη ( Λευκάδια ) κατά την οποία τραυματίζονται 3 Έλληνες.
Όλο το επόμενο διάστημα ο Γαρέφης καταφέρνει με την εξόντωση αρκετών πρακτόρων της βουλγαρικής αλλά και της ρουμανικής προπαγάδας ( αυτή στόχευε στους βλαχόφωνους πληθυσμούς ) να στερεώσει το ελληνικό εθνικό φρόνημα στους κατοίκους της περιοχής. Παράλληλα, κατά τα τέλη Αυγούστου επιτυγχάνει τη στρατολόγηση 25 εθελοντών από τον Όλυμπο[5].
Τον Δεκέμβριο του 1905 επιστρέφει προσωρινά στο Πήλιο με σκοπό την ανάπαυση αλλά και αναδιοργάνωση του Αγώνα. Γίνεται δεκτός με τιμές τόσο από τους συμπατριώτες του όσο και από τον τότε πρίγκηπα και διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο.[6] Στις 27 Μαΐου του 1906 αναχωρεί επικεφαλής 22 Πηλιορειτών εκ νέου για την Μακεδονία με εντολή να δράσει στην περιοχή του Μοριχόβου ( στη σημερινή ΠΓΔΜ ) και του Μπάχοβου ( Προμαχώνας ). Καταφέρνει μάλιστα στις αρχές του καλοκαιριού να διαλύσει την τσέτα του κομιτατζή βοεβόδα Ντάνεφ στην περιοχή της Αλμωπίας[7].
Επόμενος στόχος ήταν η διάλυση των ομάδων των κομιτατζήδων Λούκα Ιβάνωφ Ποπώφ ( ταγματάρχης του βουλγαρικού στρατού ) και Καρατάσου ( καταγόταν από την Αρναία ) που δρούσαν στην ευρύτερη περιοχή. Τελικά τα ξημερώματα της 5ης ή 6ης Αυγούστου του 1906 κατάφερε να τους στήσει ενέδρα σε τσελιγκάτο κοντά στο χωριό Τσερνέτσοβο[8]. Η συμπλοκή ήταν άγρια: ο Καρατάσος σκοτώθηκε επί τόπου ενώ ο Ιβάνωφ τραυματίστηκε βαριά και βρέθηκε μερικές μέρες αργότερα νεκρός ( λέγεται ότι και οι δύο τους χτυπήθηκαν από τον ίδιο τον Γαρέφη ). Οι απόψεις για τις απώλειες των κομιτατζήδων ποικίλουν ( από 6 μέχρι 17 νεκρούς ) ενώ από ελληνικής πλευράς τραυματίστηκαν 7 άτομα, ανάμεσα τους και ο Γαρέφης που διακομίστηκε βαριά τραυματίας από τους συντρόφους του στο τσελιγκάτο του Σαρακατσάνου Γ. Γιαννακούλα όπου και κατέληξε μετά από τρεις μέρες. Στη συνέχεια θάφτηκε στο χωριό Γραδέσνιτσα ( στη σημερινή ΠΓΔΜ )[9].
Ο θάνατός του έγινε γνωστός στην πατρίδα του μόνο κατά τις 19 Αυγούστου προκαλώντας βαριά θλίψη. Ο Γαρέφης τιμήθηκε μετά θάνατον με αρκετούς αδριάντες τόσο στις Μηλιές όσο και στη Μακεδονία, αρκετοί δρόμοι φέρουν το όνομα του ενώ το χωριό Τσαρνέσοβο μετονομάστηκε σε Γαρέφι.



Παραπομπές
[1]Κώστας Λιάπης: Κώστας Γαρέφης, ο σταυραετός του Πηλίου, σελ 19-21, εκδόσεις Πύλη (Αθήνα 1979)
[2]του ιδίου, σελ 49.
[3]ΓΕΣ: Ο Μακεδονικός Αγώνας και τα γεγονότα στη Θράκη, σελ 193, εκδόσεις ΔΙΣ.
[4]του ιδίου, σελ 195
[5]Κώστας Λιάπης, σελ 55
[6]του ιδίου, σελ 59
[7]ΓΕΣ: Ο Μακεδονικός Αγώνας και τα γεγονότα στη Θράκη, σελ 249, εκδόσεις ΔΙΣ.
[8]Κώστας Λιάπης, σελ 81 και μετά.
[9]του ιδίου,σελ 94.


http://themataistorias.pblogs.gr/2010/10/kwstas-garefhs-1874-1906.html

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2015

Ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΜΠΡΟΥΦΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ ΤΟ 1896

Βιβλιογραφία
* Παῦλος Τσάμης, «Μακεδονικὸς Ἀγών», Μακεδονικὰ Δημοσιεύματα (Ἐταιρεία Μακεδονικῶν Σπουδῶν)
* Κ. Βακαλόπουλος, «Ἡ Μακεδονία στὶς Παραμονὲς τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνος», ἐκδ. Μπαρμπουνάκης
Εἰκόνες
Χάρτης yaunatakabara.blogspot.gr
Εἰκόνες Μακεδονομάχων imma.edu.gr



Τὸ ζήτημα τῶν ἑλληνικῶν ἐδαφικῶν διεκδικήσεων στὸ μακεδονικὸ χῶρο στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα καὶ ἡ τύχη τοῦ ἑλληνισμοῦ τῆς Μακεδονίας κατὰ τὴν ἴδια χρονικὴ περίοδο ἦταν ἄμεσα συνδεδεμένο μὲ τοὺς στόχους τῆς Ἐθνικῆς Ἐταιρείας, ἡ ὁποία ἰδρύθηκε τὸ 1894 καὶ ἀποτέλεσε τὸ ἀπαραίτητο ἀντίβαρο στὴ χλιαρὴ καὶ ἄτολμη ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους.
Τὰ ἐπαναστατικὰ σχέδια τῆς Ἐθνικῆς Ἐταιρείας καὶ τοῦ μακεδονικοῦ κομιτάτου δὲν ἄφησαν ἀδιάφορους τοὺς μάχιμους πυρῆνες τοῦ μακεδονικοῦ ἑλληνισμοῦ. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πρωταγωνιστὲς τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1878, εἶχαν καταφύγει στὴ Θεσσαλία καὶ σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα κατάρτισαν μὲ τὴ συνδρομὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἐταιρείας ἔνοπλα σώματα, ποὺ πέρασαν στὴ Μακεδονία γιὰ νὰ συνεχίσουν ἐκεῖ τὴ δράση τους.

Μπρούφας Ἀθανάσιος
Τὸ πρῶτο ἑλληνικὸ ἀντάρτικο σῶμα, τὸ ὁποῖο συγκροτήθηκε στὶς ἀρχὲς Ἰουλίου τοῦ 1896, ἀποτελέστηκε ἀπὸ 89 ἄντρες μὲ ἀρχηγὸ τὸν Ἀθανάσιο Μπρούφα ἀπὸ τὸ Παλιοκρίμινι τοῦ Βοΐου καὶ ὑπαρχηγοὺς τοὺς Μακεδόνες Δημήτριο Καναβό, Τάκη Νάτσιο (Περήφανο), Ἰωάννη Γεωργαντᾶ, Ἰωάννη Τσάμη, Βασίλειο Οἰκονόμου καὶ Λάζο Βαρζῆ. Τὸ ἀντάρτικο αὐτὸ σῶμα τοῦ Μπρούφα, συγκρούστηκε γιὰ πρώτη φορὰ μὲ τουρκικὸ λόχο στὶς δυτικὲς ὑπώρειες τοῦ Βερμίου, στὸ Ξερολίβαδο (Καρὰ-τσαΐρ) καὶ νίκησε. Αὐτὴ ἡ ἑλληνικὴ νίκη προκάλεσε πανικὸ στὶς ντόπιες τουρκικὲς ἀρχὲς καὶ ἰδιαίτερη αἴσθηση στοὺς σκλαβωμένους Ἕλληνες τῆς Μακεδονίας.

Λίγο ἀργότερα, ὕστερα ἀπὸ μία νέα σύγκρουση τοῦ Μπρούφα στὴ θέση Καρατᾶς, στὴν κορυφὴ τοῦ Βερμίου, μὲ τουρκικὸ ἀπόσπασμα καὶ καταδιωκόμενο, τὸ σῶμα διασπάστηκε σὲ δύο ὁμάδες. Ὁ Λάζος Βαρζῆς, ὁ Τάκης Νάτσιος καὶ ὁ Ἰωάννης Τσάμης μὲ 40 παλληκάρια βάδισαν πρὸς τὴ Φλώρινα, ὅπου χωρίσθηκαν σὲ τρία τμήματα, ἐνῶ ὁ Μπρούφας μὲ τοὺς ἀρχηγοὺς Ἰωάννη Γεωργαντᾶ καὶ Βασίλειο Οἰκονόμου κατευθύνθηκαν στὴ Βόρειο Μακεδονία, γιὰ νὰ διακηρύξουν ἐκεῖ τὴν ἑλληνικὴ παρουσία καὶ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰ βουλγαρικὰ ἀντάρτικα σώματα. Ἡ πορεία τοῦ σώματος τοῦ Μπρούφα (Βέροια – Νάουσα – Ὄστροβο – Μορίχοβο – Καφαντᾶρ) ὑπῆρξε περιπετειώδης, ἐνῶ ταυτόχρονα διασπάστηκε σὲ μικρότερες ὁμάδες ποὺ συγκρούονταν μὲ τὸν τουρκικὸ στρατό, δημιουργῶντας μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν ἐντύπωση πολυάριθμου στρατοῦ.

Τάκης Νάτσιος
Τὸ κύριο σῶμα τοῦ Μπρούφα συγκρούστηκε τὸ τελευταῖο δεκαήμερο τοῦ Ἰουλίου 1896 μὲ τούρκικο τάγμα στὸ Δεμὶρ-Καποῦ καὶ στὴ μάχη αὐτὴ ποὺ κράτησε 14 ὥρες, τραυματίστηκε καὶ τελικὰ σκοτώθηκε κατόπιν προδοσίας Βουλγάρων, ὅταν ἀνακαλύφθηκε τὸ σπίτι ποὺ νοσηλευόταν.
Ἡ ὁμάδα τοῦ Τάκη Νάτσιου (Περήφανου) ὁ ὁποῖος καταγόταν ἀπὸ τὸ Μεγάροβο, ὅταν ἀποσπάστηκε ἀπὸ τὸ κυρίως σῶμα τοῦ Μπρούφα, κατέφυγε μὲ 10 ὀπαδούς του στὸ Περιστέρι, ὅπου εἶχε τὸ κρησφύγετό του καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐπόπτευε τὸ ἀρματολίκι του, περιφερόμενος μὲ τὸ σῶμα του μέχρι τὴν Ἀχρίδα. Στὶς ἀρχὲς Σεπτεμβρίου ὁ Τάκης Νάτσιος, περιέτρεξε ὁλόκληρη τὴν περιοχὴ τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, φτάνοντας ὡς τὰ Κορέστια καὶ στὸ χωριὸ Γάβρος ἔδωσε μάχη μὲ τουρκικὸ ἀπόσπασμα. Τὸ σῶμα παρέμεινε στὴν περιοχὴ Περιστερίου ὡς τὰ τέλη Σεπτέμβρη ὁπότε λόγω τοῦ χειμῶνος, ἐπέστρεψε διὰ Γράμμου στὴν Ἑλλάδα περὶ τὶς 20 Ὀκτώβρη τοῦ 1896.


Τὸ δεύτερο ἑλληνικὸ ἀντάρτικο σῶμα καταρτίστηκε ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Ἐταιρεία στὰ τέλη τοῦ δεύτερου δεκαημέρου τοῦ Ἰουλίου (1896). Ἀποτελοῦνταν ἀπὸ 54 ἄντρες, Μακεδόνες καὶ Ἠπειρῶτες, μὲ ἀρχηγὸ τὸ Μακεδόνα Πλατῆ, ποὺ εἶχε διακριθεῖ κατὰ τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1878, μὲ ὑπαρχηγὸ τὸ Χρῆστο Βερβέρα ἀπὸ τὸ Κλεπίστι (Πολυκάστανο) τῆς ἐπαρχίας Βοΐου καὶ δεκάρχη τὸ Θεσσαλὸ Λεωνίδα Τσιώρη. Τὰ χαράματα τῆς 20ης Ἰουλίου τὸ σῶμα διείσδυσε στὴ Μακεδονία, ἀλλὰ μἰα μέρα ἀργότερα ὁ γερασμένος Πλατῆς ἐγκατέλειψε τὰ παλληκάρια του καὶ ἐπέστρεψε στὴν Ἑλλάδα ὅπου καὶ συνελήφθηκε ἀπὸ τὶς ἀστυνομικὲς ἀρχές Λάρισας. Ὁ Βερβέρας ποὺ εἶχε πάρει καὶ αὐτός μέρος στὴν ἐπανάσταση τοῦ 1878, μαζὶ μὲ τὸν Τσιώρη καὶ 14 ἀντάρτες συνέχισαν τὴν πορεία τους στὸ ἐσωτερικὸ τῆς Μακεδονίας γιὰ νὰ συναντήσουν τὰ σώματα τοῦ Μπρούφα καὶ τοῦ Τάκη Νάτσιου. Ἡ πρώτη συμπλοκὴ μὲ ἰσχυρὸ στρατιωτικὸ ἀπόσπασμα σημειώθηκε στὸ χωριό Μόρνα (Σκοτεινά) τῶν Πιερίων καὶ ἔληξε μὲ ἑλληνικὴ νίκη.

Παναγιώτης Βερβέρας
Τὸ σῶμα τοῦ Βερβέρα ἐνισχυμένο ἀπὸ τὴν ὁμάδα τοῦ ἀρματωλοῦ τοῦ Ὀλύμπου Κωστοῦλα, πέρασε θριαμβευτικὰ μέσα ἀπὸ τὴ Νάουσα καὶ κατευθύνθηκε στὴ Δυτικὴ Μακεδονία, ὅπου στρατοπέδευσε στὸ παρακλάδι τοῦ Βοΐου, τὰ Ὄντρια. Ἐκεῖ δέχτηκε ἐπίθεση ἀπὸ τούρκικο ἀπόσπασμα ἀλλὰ κατάφερε νὰ ξεφύγῃ. Ἕξι μέρες ἀργότερα σὲ νέα συμπλοκὴ στὸ Λιβαδάκι (Μικρὰ Λιβάδια) τῆς Καρατζόβας, ὁ Βερβέρας ἔχασε τὴ ζωή του. Ἀναλαμβάνοντας τὴν ἀρχηγεία ὁ Λεωνίδας Τσιώρης ὁδήγησε τὸ σῶμα μὲ κατεύθυνση τὸ Μορίχοβο καὶ τὴ Βόρεια Μακεδονία γιὰ νὰ συναντήσῃ τὰ σώματα τοῦ Μπρούφα καὶ τοῦ Τάκη Νάτσιου.

Ἡ πορεία του σώματος ὑπῆρξε περιπετειώδης γιατὶ κατευθυνόμενο πρὸς τὸ Καφαντᾶρ καὶ τὸ Δεμίρ Καποῦ, συγκρούστηκε μὲ τουρκικὸ στρατὸ ἀρχικὸ στὴ θέση «Ντόμπρε Πόλιε», μετὰ στὸ Τρέσινο (Ὄρμα) τοῦ καζᾶ Βοδενῶν καὶ ἔπειτα ἀνάμεσα στὸ Σμπόρσκο (Πευκωτό) καὶ στὴ Ροσδάνη. Τὸ ἀντάρτικο σῶμα ἐπέστρεψε στὴν Ἑλλάδα στὰ τέλη Αὐγούστου ἀλλὰ ὁ Τσιώρης μὲ νέο σῶμα πέρασε καὶ πάλι στὴ Μακεδονία ὅπου συνέχισε τὴν ἐπιτυχημένη ἀνταρτικὴ δραστηριότητα μέχρι τὰ τέλη Νοεμβρίου τοῦ 1896 ποὺ ἐπέστρεψε πάλι στὴν Ἑλλάδα.

Ὁ Παναγιώτης Βερβέρας, ἀδελφὸς τοῦ Χρήστου Βερβέρα μαθαίνοντας γιὰ τὸ χαμὸ τοῦ ἀδερφοῦ του καὶ ἀποφασισμένος νὰ ἐκδικηθῇ τὸ θάνατό του, κατάρτισε ἕνα ἀντάρτικο σῶμα ἀπὸ 75 Μακεδόνες καὶ Ἠπειρώτες μὲ ὁπλαρχηγὸ τὸν Δ. Βιβῆ, τὸν Π. Καρβελᾶ καὶ τὸν Β. Γκίζα. Ἡ σφοδρὴ σύγκρουση μὲ τούρκικο ἀπόσπασμα κατὰ τὴν ἀπόβασή τους στὸν Πλαταμῶνα στὶς 29 Αὐγούστου καὶ οἱ ἀπώλειες ποὺ προκλήθηκαν τὶς ἐπόμενες μέρες, ἀνάγκασαν τὸ σῶμα νὰ επιστρέψῃ στὴ Θεσσαλία στὶς 4 Σεπτεμβρίου.


 Παπαδῆμος (καπετὰν Παπᾶς)
Στὸ δεύτερο δεκαήμερο τοῦ Αὐγούστου 1896 συγκροτήθηκε ἀπὸ τὴν Ἐθνική Ἐταιρεία τρίτο ἀντάρτικο σῶμα μὲ 36 ἄντρες καὶ ἐπικεφαλὴς τὸν ὁπλαρχηγὸ Παπαδῆμο ἢ καπετὰν Παπᾶ ἀπὸ τὸ χωριὸ Αὐλὲς τῶν Σερβίων, ὁ ὁποῖος εἶχε διακριθεῖ κατὰ τὴν ἐπανάσταση τοῦ 1878 καὶ εἶχε ἐπίσης σημειώσει ἀξιόλογη δράση στὴ Μακεδονία στὰ 1885. Στὶς 18 Αὐγούστου ὁ Παπαδῆμος πέρασε στὴ Μακεδονία κατευθυνόμενος ἀρχικὰ στὰ νότια κράσπεδα τοῦ Ὀλύμπου κοντὰ στὸ χωριὸ Σκαμνιᾶ καὶ ἔπειτα στὸ μοναστήρι τοῦ Σπαρμοῦ, ΒΔ τῆς Σκαμνιᾶς, ὅπου προσβλήθηκε στὶς 20 Αὐγούστου ἀπὸ τουρκικὸ σῶμα ποὺ τοῦ προξένησε σημαντικὲς ἀπώλειες. Τὸ σῶμα συνέχισε τὴν πορεία του καὶ στὶς 21 Αὐγούστου στοὺς ἀνατολικοὺς πρόποδες τοῦ Ὀλύμπου στὴ θέση «Πουρνάρι», δέχθηκε σφοδρὴ τουρκικὴ ἐπίθεση στὴν ὁποία ἔχασε ὁ Παπαδῆμος τὴ ζωή του.

Μετὰ τὴν ἐπάνοδο τοῦ Παναγιώτη Βερβέρα, νέο ἀντάρτικο σῶμα ἐξοπλίστηκε, ποὺ ἀποτελοῦνταν ἀπὸ 55 ἄντρες καὶ τοὺς καπεταναίους Γιάννη Βελέντζα ἀπὸ τὴν Εὔβοια καὶ Χρῆστο Λεπενιώτη ἀπὸ τὸ Περιβόλι τῆς Πίνδου. Στὶς 9 Σεπτεμβρίου τὸ σῶμα πέρασε στὴ Μακεδονία ἀλλὰ ὁ Βελέντζας ἀναγκάστηκε νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ σῶμα λόγω πυρετοῦ. Ὁ Λεπενιώτης συνέχισε μόνος πρὸς τὰ Γρεβενὰ καὶ ὕστερα ἀπὸ ἑνάμιση μῆνα ἐπέστρεψε στὴν Ἑλλάδα ἀφοῦ ἀντιμετώπισε νικηφόρα τὶς τουρκικὲς δυνάμεις κατὰ τὴν παραμονή του στὴ Μακεδονία, στὴ Σαμαρίνα καὶ στὰ Γρεβενά. Σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα ὁ Λεπενιώτης ἐφοδιασμένος μὲ ὅπλα καὶ πυρομαχικὰ ποὺ συνέλεξε ἀπὸ Τρίκαλα καὶ Λάρισα, ξεκίνησε πάλι γιὰ Μακεδονία μαζὶ μὲ 10 ἀντάρτες. Μαζί του ἀναχώρησε στὶς 29 Ὀκτωβρίου τοῦ 1896 καὶ ὁ Λεωνίδας Τσιώρης μὲ 3 συντρόφους του. Ἔπειτα ἀπὸ συγκρούσεις μὲ τουρκικὸ στρατὸ ἀνάμεσα στὴ Σαμαρίνα καὶ στὴν Ἄβδελα, στὸ χωριὸ Ἀράπη τῶν Γρεβενῶν, στὸ χωριὸ Πλέσια (Μελίσσι) καὶ τελικὰ στὴν περιφέρεια τοῦ Σπηλαίου, ἐπέστρεψαν στὸ ἑλληνικὸ ἔδαφος στὰ μέσα Νοεμβρίου.
 
Π. Καρβελᾶς
Τὸ τελευταῖο ἀντάρτικο σῶμα ποὺ καταρτίστηκε ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴ Ἐταιρεία στὰ 1896 ἦταν τὸ σῶμα τοῦ Μακεδόνα Γούλα Γκρούτα ἀπὸ τὸ Κωνστάντσικο (Αὐγερινός) μὲ 39 ἄνδρες καὶ ὑπαρχηγὸ τὸν Π. Καρβελᾶ. Πέρασαν στὴ Μακεδονία στὶς 14 Σεπτεμβρίου κατευθυνόμενοι στὰ Χάσια. Πέρασε ἀπὸ τὰ χωριὰ Μαυραναῖοι, Μαυρόνορος, Ἔλατος καὶ κοντὰ στὰ Ἀνάβρυτα (Βρέσθενα) συγκρούστηκε μὲ τούρκικο σῶμα ὅπου τραυματίστηκε καὶ ἀποχώρησε ἀπὸ τὸ πεδίο τῆς μάχης ἀλλὰ ἔπεσε σὲ ἐνέδρα καὶ ἔχασε τὴ ζωή του.
Τὴν ἀρχηγεία τοῦ σώματος ἀνέλαβε ὁ Καρβελᾶς καὶ συνέχισε τὸν ἀγώνα πετυχαίνοντας νὰ ἀποκρούσῃ τὶς τουρκικὲς ἐπιθέσεις, ἐνῶ στὴν βοήθειά του προσέτρεξε καὶ ὁ ὁπλαρχηγὸς Ναοῦμ Σπανὸς ἀπὸ τὸ Ἄργος Ὀρεστικὸ μὲ τοὺς ἄνδρες του. Ὁ Καρβελᾶς μετὰ ἀπὸ νέες συγκρούσεις στὴ Σαμαρίνα, κατόρθωσε τελικὰ νὰ ἐπιστρέψει στὰ Τρίκαλα στὶς ἀρχές Ὀκτωβρίου μὲ 14 ἄνδρες, ὅπου ἔγινε δεκτὸς μὲ μεγάλο ἐνθουσιασμό.

Ἡ ἀντάρτικη δραστηριότητα ποὺ ἀναπτύχθηκε κατὰ τὴν περίοδο τοῦ 1895-1897 καὶ ποὺ ἔγινε μὲ πρωτοβουλία τῆς Ἐθνικῆς Ἐταιρείας, ἀποδοκιμάσθηκε ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ Κυβέρνηση γιὰ λόγους ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Γιὰ νὰ ἰκανοποιήσῃ μάλιστα τὶς διαμαρτυρίες τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, ἔλαβε μέτρα κατὰ τῶν ὁπλαρχηγῶν καὶ τῶν ἀνταρτῶν, ποὺ κατέφυγαν στὸ ἑλληνικὸ ἐδαφος, καὶ τῶν παραγόντων ποὺ εὐνοοῦσαν τὸ κίνημα. Τὸ Πατριαρχεῖο, κάτω ἀπὸ τὴν πίεση τῆς Τουρκικῆς κυβερνήσεως, καταδίκασε τὸ κίνημα καὶ οἱ μητροπολίτες Μακεδονίας ἐξέδωσαν ἐγκυκλίους μὲ τὶς ὁποῖες τὸ ἀποκήρυτταν.
Οἱ Τοῦρκοι ἔλαβαν στρατιωτικὰ μέτρα γιὰ νὰ παρεμποδίσουν τὴν εἴσοδο καὶ τὴν κίνηση σωμάτων μέσα στὴν Μακεδονία, ἐνῶ ταυτόχρονα καταπίεζαν τὸν ἑλληνικὸ πληθυσμὸ μὲ διάφορους τρόπους.


http://anihneftes.blogspot.gr/2013/07/1896.html