Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2016

ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΙΔΟΜΑΖΩΜΑ ''ΓΡΑΙΚΟΣ, ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΣ ΚΑΙ ΒΕΝΕΤΣΙΑΝΟΣ (ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ) ΑΠΟ ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΚΤΗΣ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΤΟΥ 1964

Του Δημητρίου Καμπούρογλου
 
Ήταν περασμένα τα μεσάνυχτα. Φωνή καμιά! Κανένα ζωντανό δεν έβγαζε φωνή στα ρημαγμένα μέρη. Και αν κάπου κάπου κανένα τριζόνι έκανε πως θα αρχίσει το παραπονιάρικο σκοπό του, ως κι αυτό σώπαινε από το φόβο του. Μακριά ακούστηκε και ένα πετεινάρι να λαλεί πίσω από κάτι χαλάσματα, μα και αυτού η φωνή τρομαγμένη πνίγηκε στο λαρύγγι του. Οι Τούρκοι κλεισμένοι στο Κάστρο. Οι Βενετσιάνοι τριγυρίζουν σαν τ’ αγρίμια στην χώρα. Οι Αθηναίοι είναι τρυπωμένοι στα σπίτια τους.
Βρισκόμαστε στα 1687.


Σβηστό ήταν το καντήλι της Αγίας Γλυκερίας στο Γαλάτσι, κοντά στην Αθήνα. Κανείς δεν πηγαίνει να προσκυνήσει. Και μόνο το κυπαρίσσι της εκκλησίας, που το φυσούσε ο άνεμος, πήγαινε και ερχότανε, και ο ίσκιος του στον τοίχο έμοιαζε σαν καλόγηρος τυλιγμένος στο ράσο του. Το αγιασμένο νερό κατρακυλούσε μουρμουρίζοντας τον κατήφορο και πότιζε ότι εύρισκε στο δρόμο του. Να, να και από κάτω από της όμορφης εκκλησιάς το δρόμο κάποιος προβάλλει. Φτάνει σε κάτι χαλάσματα, βγάζει βαθύ αναστεναγμό, και ακούει πέρα από τον βράχο τον αντίλαλο του μόνο. Έρχεται γύρω γύρω από τα χαλάσματα, κουνώντας λυπημένα το κεφάλι του. Ποιος άλλος από σένα, άμοιρε Αθηναίε, θα μπορούσε να γνωρίσει το σπίτι του; Χαϊδεύει το αγιόκλημα, που είχε φυτεμένο με την δύστυχη την αδελφή του, σκύβει, παραμερίζει τις πέτρες σαν κάτι να γυρεύει. Ύστερα φεύγει από κεί. Πάει κατά την εκκλησία, στέκεται, γονατίζει σε έναν τάφο εμπρός και φιλεί το μάρμαρο του. Χορτάριασε του γονιού ο τάφος!
-Μα γιατί κλαις σαν μικρό παιδί: τάχα θα ζεις και συ αύριο;
Τα αγριολούλουδα χύνουν γύρω την μυρωδιά τους. Ξαπλώνεται στη γη, ακουμπά το κεφάλι του στον τάφο και, κοιτάζοντας τον ουρανό, ρωτά τι έφταιξε και έμεινε έρημος και μοναχός στον κόσμο!
.
Αίφνης από τα Τουρκοβούνια κάποιος άλλος προβάλει. Οι νυχτερίδες τρελά φτερουγίζουν και τρίζουν γύρω του. Κατεβαίνει μονοπάτι μονοπάτι, πηδά έναν έναν τους βράχους και κοιτάζει παντού σαν κάτι να ζητεί. Η αγριεμένη όψη του φαίνεται πιο άγρια μέσα στο σκοτάδι. Αλίμονο σ’ εκείνον που θα τον βρει στο δρόμο του! Μα όσο πλησιάζει στην εκκλησιά κοντά, τόσο μερώνει.
-Γιατί κιτρίνισες και τρέμεις σαν κορίτσι, άγριε Γενίτσαρε;
Σε λίγο βλέπει ένα μαύρο πράγμα να έρχεται από το κάτω μέρος. Βαθύ σκοτάδι και δεν διακρίνει τι να είναι. Μα σε μια ξαφνική αστραπή βλέπει πως ήταν άνθρωπος. Ήταν Βενετσιάνος! Ο Γενίτσαρος έγινε πάλι Γενίτσαρος, βγάζει το χατζάρι του και χύνεται καταπάνω του. Μα να, και ο Βενετσιάνος δεν χωρατεύει. Πιάνει με το αριστερό χέρι του το δεξί του Γενίτσαρου. Σκουντιούνται σαν αγρίμια και με τα πολλά έρχονται κοντά στον τάφο. Πετιέται ο Αθηναίος με το σπαθί στο χέρι και βρίσκεται μπροστά τους.
-Εμένα βοήθα, πατριώτη, φωνάζει ελληνικά ο Βενετσιάνος, να σκοτώσουμε τον Τούρκο τον άπιστο!
-Κανέναν δεν βοηθώ! Τους Τούρκους και τους Βενετσιάνους ας τους αγαπούν οι άμυαλοι λαϊκοί. Εγώ και τους δυο τους ξέρω εχθρούς της πατρίδας μου. Όποιος είναι πιο γερός, ας φάει τον άλλο, και τους δυο ας τους φάνε τα σκυλιά και τα κοράκια. Μα τραβηχτείτε από δω! Δεν θα αφήσω να χυθεί αίμα ανθρώπινο στου πατέρα μου, του γέρο Χωραφά, τον τάφο!
.
Scan0028

Γιατί με φωνή από δυο στόματα ακούγεται: «Αδελφέ μου!»; Γιατί μεμιάς πέφτουν τ’ άρματα κάτω; Γιατί ανοίγονται τρεις αγκαλιές; Ποιος το’ λπιζε, ο πρώτος, που μικρό τον πήραν οι Γενίτσαροι, ο δεύτερος, που παιδάκι τον εξαγόρασαν οι Βενετσιάνοι, και ο μικρός, που στάθηκε πιο τυχερός, για πρώτη φορά να σμίξουν, και σαν εχθροί, στου πατέρα τους τον τάφο;
Κοντεύει να ξημερώσει. Τα πουλάκια μέσα στα χαμόκλαδα τινάζουν τα φτερά τους, βγάζοντας χαρωπή λαλιά. Το νυχτοπούλι κρύφτηκε στα χαλάσματα, να μην το βρει η μέρα. Τα άστρα τρεμοσβήνουν. Η νυχτερίδα έγινε άφαντη. Πόσο θα σάστιζε ο διαβάτης, αν περνώντας έβλεπε ένα Γραικό, ένα Γενίτσαρο και ένα Βενετσιάνο γονατισμένους σιμά σιμά, να χύνουν μαύρο δάκρυ σ’ ένα τάφου λιθάρι!


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ (ΑΠΟ ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΤΗΣ Ε’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ 1966)

Του Γεωργίου Καλαματιανού

῞Οταν νόμισε ὁ Μωάμεθ πὼς τὸ ἠθικὸ τῶν πολιορκημένων εἶχε πιὰ κλονισθῆ ἀπὸ τὸν ἀδιάκοπο βομβαρδισμὸ πολλῶν ἡμερῶν, ἔστειλε πάλι γιὰ τελευταία φορὰ τὶς προτάσεις του στὸν Κωνσταντῖνο. Τοῦ ζητοῦσε δηλαδὴ νὰ παραδώση τὴν Πόλη.«Τί λές; Φεύγεις ἀπὸ τὴν Πόλη νὰ πᾶς ὅπου θέλεις μὲ τοὺς ἄοχοντές σου καὶ μὲ τὰ ὑπάρχοντά σου καὶ ν’ ἀφήσης τὸ λαό, χωρὶς νὰ πάθη καμιὰ βλάβη οὔτε ἀπὸ μᾶς οὔτε ἀπὸ σένα, ἢ ἐπιμένεις στὴν ἀντίσταση, ποὺ θὰ ἔχη ἀποτέλεσμα καὶ τὸ δικό σου θάνατο καὶ τὸ θάνατο τῶν ἀρχόντων σου καὶ τὴν καταστροφὴ τῶν ὑπαρχόντων σου καὶ τὴν αἰχμαλωσία καὶ διασπορὰ τῶν κατοίκων;».
῾Ο Κωνσταντῖνος, ἄν καὶ ἔβλεπε πὼς πολὺ δύσκολα θὰ μποροῦσε νὰ ἀποκρούση ὡς τὸ τέλος τὸ χείμαρρο τῶν στρατιωτῶν τοῦ σουλτάνου, δὲν δίστασε νὰ δώση τὴν ἀπάντηση, ποὺ ταίριαζε καὶ στὸ δικό του ἀξίωμα καὶ στὴ λαμπρὴ ἱστορία τῆς αὐτοκρατορίας του. Καὶ ἡ σύγκλητος τῶν ἀρχόντων του ἐνέκρινε τὴν ἀπάντησή του: «Ἄν θέλης νὰ συζήσης μαζί μας εἰρηνικά, ὅπως ἔζησαν οἱ πατέρες σου, ἂς εἶναι δοξασμένο τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. ᾽Εκεῖνοι θεωροῦσαν καὶ τιμοῦσαν τοὺς γονεῖς μου σὰν πατέρες, κι αὐτὴ τὴν πόλη σὰν πατρίδα τους. Σὲ δύσκολες περιστάσεις σ’ αὐτὴν ἐδῶ τὴν πόλη ἔβρισκαν καταφύγιο. Κράτησε ὅσα φρούρια κι ὅση χώρα ἅρπαξες ἀπὸ μᾶς ἄδικα, ὅρισε καὶ τὸ φόρο, ποὺ θὰ σοῦ πληρώνωμε κάθε χρόνο, νὰ εἶναι ἀνάλογος μὲ τὰ εἰσοδήματά μας καὶ φύγε εἰρηνικά. Γιατὶ ποῦ ξέρεις, ἄν, θαρρώντας πὼς θὰ κερδίσης, δὲ βγῆς ζημιωμένος; Τὴν παράδοση ὅμως τῆς πόλης οὔτε ἐγὼ τὴ δέχομαι οὔτε κανεὶς ἄλλος ἀπὸ τοὺς κατοίκους της, γιατὶ ὅλοι μαζὶ μὲ μιὰ ἀπόφαση, ποὺ τὴν πῆρε ὁ καθένας μας μόνος του, θὰ πέσωμε πολεμώντας, χωρὶς νὰ λογαριάσωμε τὴ ζωή μας».
Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ οἱ δυὸ ἀντίπαλοι ἑτοιμάζονται γιὰ τὴν ἀποφασιστικὴ σύγκρουση. ῾Ο Μωάμεθ διατάσσει τριήμερο ἀδιάκοπο κανονιοβολισμὸ τῶν τειχῶν, γιὰ ν’ ἀνοιχτοῦν πολλὰ ρήγματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσαν νὰ περάσουν οἱ στρατιῶτες του. Σ᾽ ἐκεῖνον ποὺ πρῶτος θ’ ἀνέβαινε στὰ τείχη, ὑπόσχεται τὴν καλύτερη ἐπαρχία τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀσίας. Σὲ ὅλο τὸ στρατό του ἐπιτρέπει τριήμερη λεηλασία. Οἱ δερβίσηδες τριγυρίζουν τὸ στρατόπεδο κι ὑπόσχονται ἀκόμη μεγαλύτερες ἀμοιβὲς τοῦ Προφήτη γιὰ ὅσους θὰ σκοτωθοῦν πολεμώντας.
Μέσα στὴν πόλη, ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, οἱ στρατιῶτες μὲ τὴν προσωπικὴ ἐπίβλεψη τοῦ Κωνσταντίνου ξενυχτοῦν, γιὰ νὰ διορθώσουν τὶς καταστροφὲς τῶν τειχῶν, ποὺ ἔκαναν τὴ μέρα τὰ κανόνια. Κι ὁ ἄμαχος πληθυσμὸς μὲ τοὺς ἀρχιερεῖς, τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς μοναχοὺς μπροστὰ ἔκαναν λιτανεία γύρω στὸν ἐσωτερικὸ περίβολο τῶν τειχῶν, ἔχοντας μαζί τους τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας τῆς Ὁδηγήτριας. Οἱ ἱκεσίες χιλιάδων λαοῦ: «Κύριε, ἐλέησον! Κύριε, ἐλέησον!» ὑψώνονται πρὸς τὴν ῾Υπέρμαχο, ποὺ τόσες φορὲς εἶχε σώσε τὴν Πόλη.
Τὸ ἀπόγευμα τῆς τρίτης ἡμέρας τοῦ ἀδιάκοπου κανονιοβολισμοῦ ὅλα τὰ σημάδια ἔδειχναν πιὰ πὼς τὴν ἄλλη μέρα, στὶς 29 Μαΐου, θὰ γινόταν ἡ ἐπίθεση. ῾Ο Κωνσταντῖνος ἐπιθεώρησε πρῶτα τὰ τείχη κι ἔδωσε τὶς τελευταῖες ὁδηγίες γιὰ τὴν πρόχειρη ἐπισκευὴ τῶν ρηγμάτων. Καὶ κατόπιν πῆγε να ἐκτελέση τὰ τελευταῖα καθήκοντα τοῦ αὐτοκράτορα καὶ τοῦ χριστιανοῦ.

Ἀφοῦ συγκέντρωσε ὅλους τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ πολιτικοὺς ἀρχηγούς, τοὺς ἀνέπτυξε τὴ μεγάλη σημασία τοῦ ἀγώνα, στὸν ὁποῖον ἔπρεπε ἤ νὰ νικήσουν ἢ νὰ πέσουν ἡρωικά. Ἀλλ᾽ ἀξίζει ν’ ἀκούσωμε τὰ ἴδια τὰ λόγια τοῦ θρυλικοῦ αὐτοκράτορα, ὅπως μᾶς τὰ ἔσωσε ὁ ὑπουργός του καὶ ἱστοριογράφος Γεώργιος Φραντζῆς. «Σεῖς, εὐγενέστατοι ἄρχοντες καὶ ἐκλαμπρότατοι δήμαρχοι καὶ στρατηγοὶ καὶ γενναιότατοι συστρατιῶτες καὶ ὅλος ὁ πιστὸς καὶ τίμιος λαός, γνωρίζετε καλᾲ ὅτι ἔφτασε ἡ ὥρα, ποὺ ὁ ἐχθρὸς τῆς πίστης μας θέλει νὰ μᾶς ἐπιτεθῆ μὲ ὅλη τὴν πολεμική του τέχνη καὶ μὲ ὅλα τὰ ὅπλα του. Μὲ ὂλη τὴ στρατιωτική του δύναμη θὰ μᾶς ἐξαπολύση ἐπίθεση καὶ ἀπὸ τὴν ξηρὰ καὶ ἀπὸ τὴ θάλασσα, γιὰ νὰ μπορέση νὰ μᾶς κεντήση μὲ τὸ δηλητήριό του σὰν φίδι φαρμακερὸ καὶ νὰ μᾶς καταπιῆ σὰν λιοντάρι ἀνήμερο. »Γι’ αὐτὸ σᾶς λέγω καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μείνετε ἀκλόνητοι μὲ ἀντρεία καὶ μὲ ἄφοβη ψυχή, ὅπως κάνατε πάντοτε ὡς τώρα, χτυπώντας τοὺς ἐχθροὺς τῆς πίστης μας. Στὰ δικά σας χέρια παραδίνω αὐτὴ τὴν πιὸ λαμπρὴ καὶ τὴν πιὸ περίφημη πόλη, ποὺ εἶναι πατρίδα σας καὶ βασίλισσα ἀνάμεσα στὶς ἄλλες πόλεις. »Γνωρίζετε καλά, ἀδέρφια, πὼς ὅλοι μαζὶ ὀφείλομε γιὰ τέσσερα ἀγαθὰ νὰ προτιμήσωμε νὰ σκοτωθοῦμε, παρὰ νὰ ζοῦμε: Πρῶτο γιὰ τὴν πίστη καί τὴν εὐσέβειά μας, δεύτερο γιὰ τὴν πατρίδα μας, τρίτο γιὰ τὸ βασιλιὰ καὶ τέταρτο γιὰ τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους μας. Λοιπόν, ἀδέρφια, ἄν ὀφείλωμε νὰ πολεμοῦμε ὡς τὸ θάνατο γιὰ τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ τέσσερα αὐτὰ ἀγαθά, πολὺ περισσότερο πρέπει νὰ πολεμήσωμε γιὰ ὅλα μαζί, ἀφοῦ τὸ βλέπετε ὁλοφάνερα πὼς κινδυνεύομε νὰ τὰ χάσωμε καὶ τὰ τέσσερα ἀγαθά μας. »Ἄν ὁ Θεὸς δώση τὴ νίκη στοὺς ἀσεβεῖς γιὰ τὰ δικά μας ἁμαρτήματα, κινδυνεύομε νὰ χάσωμε τὴν πίστή μας τὴν ἁγία, ποὺ μᾶς δώρισε ὁ· Χριστὸς μὲ τὸ αἷμα του. Καὶ ἄν κερδίση κανεὶς ὅλο τὸν κόσμο καὶ χάση τὴν ψυχή του, ποιό θὰ εἶναι τὸ ὄφελος του; Δεύτερο θὰ χάσωμε τὴν περίφημη πατρίδα μας καὶ τὴν ἐλευθερία μας. Τὸ τρίτο θὰ χάσωμε τὴ βασιλεία μας, ποὺ μιὰ φορὰ ἦταν λαμπρή, ἀλλὰ τώρα θὰ ταπεινωθῆ, καὶ θὰ περιπαιχθῆ καὶ θὰ ἐκμηδενισθῆ ἀπὸ τὸν τύραννο καὶ τὸν ἀσεβῆ. Τέταρτο θὰ χάσωμε τὰ πολυαγαπημένα μας πρόσωπα, τὰ παιδιά μας, τὶς γυναῖκες μας».
Μόλις τελείωσε τὴν ὁμιλία του ὁ Κωνσταντῖνος, ξεκίνησε γιὰ τὴν Ἁγία Σοφία, ὅπου προσευχήθηκε γιὰ τελευταία φορὰ καὶ «μετέλαβε τῶν ἀχράντων καὶ θείων μυστηρίων». ᾽Εξαγνισμένος πιὰ ἀπὸ τὶς ἀνθρώπινες κακίες, πῆγε γιὰ τελευταία φορὰ στὰ ἀνάκτορα, ὅπου κάλεσε ὅλους τοὺς αὐλικούς, ἀπὸ τοὺς ἀνώτατους τιτλούχους ὡς τοὺς ὑπηρέτες, καὶ μὲ δάκρυα στὰ μάτια ζήτησε ἀπὸ ὅλους συχώρεση. ῾Ο τελευταῖος αὐτοκράτορας τοῦ μεσαιωνικοῦ ῾Ελληνισμοῦ, βλέποντας πὼς ἴσως δὲν ὑπάρχει ἐλπίδα σωτηρίας, ἑτοιμάζεται νὰ πεθάνη, ὅπως ταιριάζει σ’ ἕναν ἀληθινὸ Ἕλληνα κι ἕναν ἀληθινὸ χριστιανό.
Ἀπὸ τὸ παλάτι φεύγει νύχτα, ὄχι γιὰ ν’ ἀναπαυθῆ, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἐπιθεωρήση πάλι τὶς φρουρές. Δὲν ἐπρόκειτο πιὰ νὰ ξανακοιμηθῆ παρὰ μόνο τὸν αἰώνιο ὕπνο τοῦ «μαρμαρωμένου βασιλιᾶ», ἀφοῦ θὰ πολεμοῦσε καὶ θὰ ἔπεφτε στὴν Πύλη τοῦ Ρωμανοῦ, γενναιότατος ἀνάμεσα στοὺς γενναίους του.

῾Η ἐθνική μας ἱστορία ἔχει πολλοὺς ἥρωες μέσα σὲ τὁσους καὶ τόσους ἀγῶνες τριῶν χιλιάδων χρόνων. Λίγοι ὅμως ἔζησαν καὶ ζοῦν ἀκόμη μέσα στὴν ψυχὴ καὶ τοῦ ἀγράμματου ῞Ελληνα, τόσον ὡραῖοι καὶ τόσο πολυτραγουδημένοι ὅσο τρεῖς: ῾Ο Λεωνίδας, ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος καὶ ὁ ᾽Αθανάσιος Διάκος. Κι οἱ τρεῖς τους δὲν νίκησαν τοὺς ἐχθρούς, ἀλλὰ κι οἱ τρεῖς τους δὲν δίστασαν οὔτε μιὰ στιγμὴ νὰ θυσιαστοῦν.
Οἱ μυριάδες τῶν ἐχθρῶν πάτησαν τὸ ἱερὸ χῶμα, ποὺ ὑπερασπίζονταν κι ὁ Λεωνίδας στὶς Θερμοπύλες κι ὁ Κωνσταντῖνος στὴν Πύλη τοῦ Ρωμανοῦ κι ὁ Διάκος στὴν Ἀλαμάνα, ἀλλὰ τὸ πάτησαν ποτισμένο ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν νεκρῶν πιὰ ὑπερασπιστῶν του. Καὶ τὸ αἱματοποτισμένο ἐκεῖνο χῶμα γέννησε τοὺς ἐθνικούς μας θρύλους, μὲ τοὺς ὁποίους μορφώθηκαν καὶ μορφώνονται οἱ Ἑλληνικὲς γενεές. Καὶ στοὺς νεώτερους ἐθνικούς μας ἀγῶνες, πόσοι καὶ πόσοι ῞Ελληνες ἀξιωματικοὶ καὶ στρατιῶτες, πολέμησαν ἔχοντας ὁλοζώντανο μπροστά στὰ μάτια τους τὸ ὅραμα τοῦ Λεωνίδα, τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου καὶ τοῦ Ἀθανασίου Διάκου! Κι ὅταν ἡ συντριπτικὴ ὑπεροχὴ τῶν ἐχθρῶν τοὺς ἀφαίρεσε τὴ νίκη, ἡ ἀνδρεία καὶ ἡ αὐτοθυσία τους κέρδισαν τὸ φωτοστέφανο τοῦ ἐθνικοῦ μάρτυρα.
Ἄς θυμηθοῦμε τοὺς λίγους ὑπερασπιστὲς τῶν ὀχυρῶν τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Θράκης στὰ 1941…


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ
ΑΒΕΡΩΦ

Δευτέρα 30 Μαΐου 2016

ΗΡΘΕ Η ΩΡΑ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΜΑΣ ΚΡΥΦΑ ΣΧΟΛΕΙΑ

Απόσπασμα από την ομιλία, ΠΑΡΑΔΟΣΗ-ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Δρόμοι πού χαράξαμε… Για να ακολουθούμε Αρχιμ. Αθανασίου Αναστασίου Προηγουμένου Ιεράς Μονής Μεγάλου Μετεώρου Αγίων Μετεώρων Ομιλία στο Πανκαλαμπακιώτικο Χοροστάσι (10-7-2011)


Ο κυρ-Φώτης ο Κόντογλου υπήρξε ένας από τούς γνησιότερους εκφραστές τής ελληνορδοδόξου παραδόσεώς μας, την οποία είχε ως κύριο δέμα στο συγγραφικό και καλλιτεχνικό του έργο, αγωνίστηκε όσο λίγοι για την προάσπιση και την αναβίωσή της στηλιτεύοντας την ξενομανία και τον μιμητισμό, άλλα κυρίως τήρησε πιστά τις αρχές και τις αξίες της στον προσωπικό του βίο μέχρι το τέλος τής ζωής του…

Έγραφε, λοιπόν, με διορατικότητα, εδώ και μισό αιώνα περίπου, προφητεύοντας σχεδόν την σύγχρονη τραγική μας διολίσθηση και κρίση: «Η ψευτιά και ο πνευματικός εκφυλισμός απλώνει μέρα με την ημέρα απάνω στους Έλληνες και τούς παραμορφώνει. Έναν λαό πού ξεχωρίζει ανάμεσα σ’ όλα τα έθνη και πού είναι γεμάτος πνευματική υγεία, πάμε να τον κάνουμε εμείς, οι λογής-λογής καλαμαράδες, κι οι άλλοι γραμματιζούμενοι, σαχλόν, χωρίς πνευματικό νεύρο, χωρίς πνευματική ανδροπρέπεια, χωρίς χαρακτήρα».

Είναι ή σύγχρονη λαίλαπα της υποτέλειας, της ξενομανίας, του ραγιαδισμού και του γραικυλισμού πού βιώνουμε στις μέρες μας. Το σύνδρομο, του δήθεν εκσυγχρονισμού και της ψευτοδιανόησης, πού έχει αλλοτριώσει την λεγόμενη «πνευματική ηγεσία» του τόπου μας και την οδηγεί στην άρνηση του ιστορικού μας παρελθόντος, στην απώλεια της ιστορικής μας μνήμης και τής εθνικής μας αυτοσυνειδησίας, στην απαξίωση των αρχών και των ιδανικών τής παραδόσεώς μας και τής φυλής μας.

Η ζωή του Έλληνα έχει ζυμωθεί με την πατρογονική πίστη του, την αγία Ορθοδοξία, την «περιβεβλημένη ως πορφύραν και βύσσον» τα αίματα των μαρτύρων προγόνων του. Έχει ζυμωθεί με την αγάπη για την πατρίδα του, το πάθος και τον πόθο του για την ελευθερία, την θυσία και την αυταπάρνηση για την κατάκτηση και την προάσπισή της.

Αυτός είναι και ο λόγος πού όλοι οι δαίμονες τής κολάσεως ξεχύθηκαν να ξεριζώσουν από την ψυχή του Έλληνα την ορθόδοξη πίστη του και την εθνική του συνείδηση. Πόλεμος κατά τής Εκκλησίας και του Κλήρου, ειρωνεία τής ευσέβειας, υποβάθμιση τής ελληνικής γλώσσας, εξάρθρωση τής ελληνορθόδοξης παιδείας, περιθωριοποίηση και αλλοίωση τής πνευματικής κουλτούρας και του πολιτισμού μας και κάδε άλλο αντίθεο και αντεθνικό σχέδιο μπήκε σ’ εφαρμογή.

Είναι γνωστές, άλλωστε, από πολύ παλιά οι πρακτικές και οι μέθοδοι αυτών πού κινούν τα νήματα τής ιστορίας του πλανήτη και παράγουν ιδεολογία και νοθευμένο τρόπο ζωής, των διαφόρων, δηλαδή, κλειστών ομάδων προωθήσεως και ελέγχου τής εξουσίας με πρωτοπόρους τον διεθνή σιωνισμό, την μασσωνία, τα οικονομικά λόμπυ των πολυεθνικών, τις λέσχες επιλεγμένων ατόμων, όπως η Μπίλντεμπεργκ, πού κατασκευάζουν ηγέτες μαριονέτες, πειθήνια εκτελεστικά όργανα δικά τους, πριν ακόμη οι λαοί τούς επιλέξουν και τούς ψηφίσουν.

Προεπιλέγουν και προκατασκευάζουν, έτσι, το πολιτικό, κοινωνικό, οικονομικό σύστημα, το σύγχρονο παγκόσμιο κατεστημένο πού επιβάλλουν στον κόσμο. Μέσω αυτών των εκλεκτών και δοτών ηγετών κυβερνά τον κόσμο μια πανίσχυρη πολιτική, οικονομική, κοινωνική και θρησκευτική ολιγαρχία.

Σε οικονομικό επίπεδο, πολυεθνικές εταιρείες, οικονομικοί κολοσσοί, εταιρείες κατασκευής οπλικών συστημάτων, πανίσχυρα οικονομικά συμφέροντα και νεόκοποι κροίσοι έχουν ήδη αναλάβει και διεκπεραιώνουν την οικονομική παγκοσμιοποίηση μέσω τής οικονομικής εκμετάλλευσης και εξαθλίωσης των ασθενέστερων από τούς οικονομικά ισχυρούς. Χαρακτηριστικό και αντιπροσωπευτικό παράδειγμα η οικονομική ανέχεια στην οποία έχουν οδηγήσει την χώρα μας, με μια Ελλάδα υπό κατάρρευση, με μια κυβέρνηση υπό ξένη κηδεμονία και υπουργούς υπό επίβλεψη.

Ο σκοπός τους είναι ορατός και προδιαγεγραμμένος: πρόκειται για την σαφή και οργανωμένη επιδίωξη όχι για την απλή ένταξη, άλλα για την ολοκληρωτική υποδούλωση τής πατρίδος μας και του λαού μας στους σχεδιασμούς τής παγκοσμιοποίησης, τής Νέας Τάξης Πραγμάτων και τής Νέας εποχής, για την ένταξη και την δέσμευσή μας στην γιγαντιαία αυτή πολιτιστική, θρησκευτική, οικονομική, εθνική και οικονομική χοάνη πού ομογενοποιεί, νωθεύει, μεταλλάσσει, παραλύει, αποδυναμώνει και αποσυνθέτει θεσμούς, πιστεύματα, παραδόσεις, πολιτισμούς, ήθη, αρχές, αξίες, εθνότητες, λαούς και πατρίδες.

Για την βίαιη και άμεση υπαγωγή μας στον ηλεκτρονικό ολοκληρωτισμό πού παρακολουθεί, χαρακτηρίζει, στιγματίζει και ενοχοποιεί ό,τι και όσους επιθυμεί, ό,τι και όσους αντιδρούν και αντιτάσσονται στις επιταγές του. για τον βίαιο και άμεσο εγκλεισμό μας στην νέα παγκόσμια ηλεκτρονική φυλακή.

Με αιχμή του δόρατος τις ηλεκτρονικές κάρτες και κυρίως την κάρτα του πολίτη, πού συνιστά οξύτατη απειλή για τις ατομικές μας ελευθερίες και τα ανθρώπινα δικαιώματα μας οδηγούν ως αγέλη στο μεγάλο παγκόσμιο ηλεκτρονικό μαντρί.

Ας ξέρουν, όμως. οι αρχιτέκτονες τής Νέας Τάξης πραγμάτων, πού κρίνουν μόνο με το μυαλό και τα νούμερα, ότι «η τύχη μάς έχει πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μάς φάνε και δε μπορούνε. Τρώνε από μάς και μένει και μαγιά». (Μακρυγιάννης).

«Μακάριος» λοιπόν «ο λαός ο γινώσκων αλαλαγμόν», όπως λέγει ό Ψαλμός (Ψαλμ. Πη' (πδ'), 16). Χαρά δηλαδή στο λαό πού ξέρει να γιορτάζει τα μεγάλα γεγονότα τής Ιστορίας του. Να μεθά η ψυχή του από εθνική υπερηφάνεια. Να κάνει άσμα και παιάνα τούς ηρωισμούς και τις θυσίες τής ψυχής του. Να διδάσκει την ανδρεία και τη φιλοπατρία των προγόνων του και να φρονηματίζει τις γενεές πού έρχονται. Να εμπνέεται και να αναζωογονείται από τις παραδόσεις και τις παρακαταθήκες τους. Να τιμά και να διατηρεί τα ήθη και τα έθιμά τους. Ο λαός αυτός δεν χάνεται από το πρόσωπο τής γης. Διότι έχει προορισμό στη ζωή και έχει να επιτελέσει έργο στην Ιστορία.

Και είναι παρήγορο το γεγονός ότι ακόμη και μέσα από αυτή την τραγική κατάσταση των ήμερών μας, μέσα από τα σκοτεινά σύννεφα τού εφησυχασμού, τής ευμάρειας, τής ευδαιμονίας, τής άνεσης, τής ευζωίας και τής αυτάρκειας• μέσα από τα σκοτεινά σύννεφα τής λησμοσύνης, τής άρνησης και τής απαξίας, θερμαίνει ακόμη και φωτοδοτεί η ηλιαχτίδα τής ελπίδας και τής επιστροφής.

Το σύνθημα μάς το δίνει και πάλι ο κυρ-Φώτης ο Κόντογλου:

«Όσοι απομείναμε πιστοί στην παράδοση, όσοι δεν αρνηθήκαμε το γάλα πού βυζάξαμε, αγωνιζόμαστε, άλλος εδώ, άλλος εκεί, καταπάνω στην ψευτιά. Καταπάνω σ' αυτούς πού θέλουνε την Ελλάδα ένα κουφάρι χωρίς ψυχή, ένα λουλούδι χωρίς μυρουδιά».

…Ας κάνουμε τα σπίτια μας κρυφά και νέα σχολειά κι ας γαλουχήσουμε τα παιδιά μας με τις παραδόσεις του γένους μας υποκαθιστώντας εμείς την πλημμελή σχολική εκπαίδευση πού τούς παρέχεται. Να προβάλουμε στα παιδιά μας τα πρότυπα των άγιων και των ηρώων μας, να τούς εμπνεύσουμε την φιλοπατρία, να τούς διδάξουμε σωστά την γλώσσα μας και την ιστορία μας.

Να τούς διδάξουμε το αληθινό νόημα και τον σκοπό τής ζωής μας, πού είναι ο ουρανός, η πραγματική δηλαδή και μόνιμη πατρίδα μας. Σε αυτή την πρόσκαιρη ζωή είμαστε, άλλωστε, οδίτες και όχι κάτοικοι και ένοικοι τής γης. Γι’ αυτό και θα πρέπει να πορευόμαστε εδώ με την προοπτική τής αιωνιότητος…



ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Δευτέρα 21 Μαρτίου 2016

ΤΟ ΟΜΟΘΡΗΣΚΟΝ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

Γράφει ο Ἀναστάσιος Στάμου
 
Ὅσοι νοιάζονται καὶ ἀγαποῦν τὸ Ἔθνος μας γνωρίζουν ὅτι ἔχει τέσσερα ἰσχυρὰ θεμέλια, διαχρονικῶς, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προβάλουμε. Τὸ Ὅμαιμον, τὸ Ὁμόγλωσσον, τὸ Ὁμόθρησκον καὶ τὸ Ὁμότροπον. Ἤτοι, τὴν κοινὴ καταγωγὴ καὶ γλῶσσα, τὴν ἴδια θρησκεία, τὰ κοινὰ ἤθη καὶ ἔθιμα (παραδόσεις καὶ πολιτισμό). Τοῦτο ἔχει ὁρισθῆ ἤδη πρὶν ἀπὸ χιλιάδες χρόνια: «Τὸ Ἑλληνικόν, ἐὸν ὅμαιμόν τε καὶ ὁμόγλωσσον, καὶ θεῶν ἱδρύματά τε κοινὰ καὶ θυσίαι, ἤθεά τε ὁμότροπα» (Ἡρόδοτος). Μπορεῖ νὰ μὴν ἔχουμε πάντοτε Κράτος (δική μας δηλαδὴ Ἀρχή), ὅμως Ἔθνος καὶ Πατρίδα εἴχαμε ἀνέκαθεν. Θὰ ἀναδείξουμε μὲ τὸ παρὸν σημείωμα τὸ Ὁμόθρησκον, γιὰ νὰ καταδείξουμε στοὺς ἀμφισβητοῦντες τὴν συνέχεια τοῦ Ἔθνους μας, ὅτι καὶ ἐπ' αὐτοῦ τοῦ ζητήματος δὲν ἔχει ἀλλάξει τίποτε ἐπὶ τῆς οὐσίας στὴν Θρησκεία τῶν Ἑλλήνων ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. Ἀρκεῖ μιὰ μικρὴ
ὑποχώρησις ἔνθεν καὶ ἐκεῖθεν ἀπὸ ἀκρότητες καὶ στερεότυπα (δόγματα), ἀρκεῖ μία στοιχειώδης παραδοχή, ὥστε μποροῦμε νὰ φέρουμε φῶς καὶ ἐλπίδα πνευματικῆς ἀναγεννήσεως στὸν Ἑλληνισμό, ἀντὶ ἐχθρότητος, πνευματικοῦ διχασμοῦ (1) καὶ ἐν τέλει μαρασμοῦ, ποὺ λειτουργεῖ πρὸς ὄφελος τῆς Pax Judaica, τῆς New World Order (Νέας Παγκοσμίου Τάξεως ἤ Παγκοσμιοποιήσεως) ποὺ μᾶς ἐπιτίθεται μὲ ὅλα τὰ μέσα.

Παρ' ὅλες τὶς κατὰ καιροὺς ἐμφύλιες διαμάχες τὰ θρησκευτικά μας πρότυπα παραμένουν ἀκλόνητα. Προσέτι, οἱ Τελετὲς καὶ οἱ Ἑορτές, οἱ Ναοὶ καὶ οἱ Πανηγύρεις, ἐξακολουθοῦν μὲ πάνδημο πανελλήνιο χαρακτῆρα καὶ μὲ τὰ ἴδια ἐν γένει χαρακτηριστικὰ, ὅπως στὴν ἀρχαιότητα. Δυστυχῶς οἱ ἀδαεῖς (οἱ ἀμόρφωτοι) καὶ οἱ φανατισμένοι − Ἰουδαιοχριστιανοὶ καὶ Δωδεκαθεϊστές − δὲν τὸ βλέπουν αὐτό, παρὰ ὑβρίζονται μεταξύ τους δημοσίως, προκαλῶντας μέγιστο κακὸ στὴν συνοχὴ τοῦ Ἔθνους. Ἡ εὐθύνη ἀνήκει βεβαίως στοὺς νῦν θεολόγους καὶ Ἱερεῖς μας, διότι ἔχουν τὴν πρώτη ἁρμοδιότητα στὸ ζήτημα τῆς Θρησκείας τοῦ Ἔθνους τῶν Ἑλλήνων. Ἄν θέλουμε νὰ λεγώμεθα Ἑλληνο-Χριστιανοί, πρέπει νὰ ξεκινᾶμε μὲ τὰ πρὸ Χριστιανισμοῦ θρησκευτικά μας πρότυπα, μὲ τὰ δικά μας θεολογικὰ ἀρχέτυπα (καὶ ὄχι μὲ τὰ Ἰουδαϊκά). Φθάνει πιὰ μὲ τὴν ἑβραϊκὴ Βίβλο – τὴν «Μυθολογία» τῶν «ἡρώων» τοῦ Ἰσραήλ (Ἀβραάμ, Μωυσῆ, Δαυΐδ, Σολομῶντα, «Προφῆτες») − λὲς καὶ δὲν ἔχουμε δικούς μας Ἥρωες-Ἁγίους Προπάτορες (Κάδμο καὶ Ἁρμονία, Σεμέλη καὶ Διόνυσο Γ΄, Εὔμολπο καὶ Τριπτόλεμο, Περσέα καὶ Ἡρακλῆ) ὡς φωτεινὰ παραδείγματα ὁμοιώσεως. 

Ὀφείλουμε λοιπὸν νὰ ἀναγνωρίσουμε τὴν πλούσια καὶ ἔνδοξη «παλαιὰ διαθήκη» τοῦ δικοῦ μας λαοῦ, καὶ νὰ ἀποτινάξουμε τὸν ζυγὸ τῆς Ἰουδαϊκῆς δῆθεν «διαθήκης» (2) τοῦ ψευδοθεοῦ Ἰεχωβᾶ. Δηλαδὴ νὰ παύσουμε νὰ παραδεχώμεθα τὰ γεωπολιτικὰ «ὄνειρα» τοῦ Ἰσραὴλ πρὸς ἐξολόθρευσιν τῶν Ἐθνῶν (3) − μιὰ καθαρὰ ὑλιστικὴ ἰδεοληψία ποὺ οὐδόλως νοεῖται ὡς θρησκεία κατὰ τὴν ἑλληνικὴ ἀντίληψι − ὅπως ἀποδεικνύεται εὐκόλως μέσα ἀπὸ τὰ «ἱερά» τους κείμενα, ποὺ μᾶς ἐπέβαλαν ὡς «κιπά» πάνω στὴν κεφαλή. Ἔχουμε ὅθεν πνευματικὴ ἰουδαϊκὴ κατοχὴ δεκαέξι αἰώνων. Δὲν ἔχει καμμία σχέσι τὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ καὶ ὁ Πατὴρ Θεὸς τῆς Ἀγάπης, ποὺ ἐπικαλούμεθα οἱ Ἕλληνες διαχρονικῶς, μὲ τὸν «θεό» τῶν Ἑβραίων καὶ τὶς ἀποκρουστικὲς ἰδιότητές του (4).

Ὁ Πατὴρ Θεὸς τῶν Ἑλλήνων, ἡ Θεομήτωρ Παναγία καὶ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς συνθέτουν σήμερα τὰ ἱερὰ πρόσωπα τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν, τὰ ὁποῖα ἐπικαλούμεθα προσευχόμενοι («Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς»). Τὴν Παναγία καὶ τὸν Χριστὸ ἐπικαλούμεθα μάλιστα συνεχῶς καὶ ἀσπαζόμεθα στοὺς Ναούς μας ἀναπαριστῶντας τους μὲ Εἰκόνες («εἴδωλα», ἄν θέλετε), ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ τῆς κεντρικῆς Πύλης τοῦ Ἱεροῦ (ἀλλὰ καὶ μέσα σὲ κάθε ἑλληνικὴ οἰκία ἔχουμε Εἰκόνες). Ὁ Πατὴρ εἶναι ὁ Πανάγαθος καὶ Ἀθάνατος Δημιουργὸς Θεός μας. Δεχόμεθα ἐπίσης ὅτι τὰ πάντα ἐγένοντο διὰ τοῦ Υἱοῦ-Λόγου, ὡς λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος, καὶ ὁ λόγος ἦν πρὸς τὸν θεόν, καὶ θεὸς ἦν ὁ λόγος. Πάντα δι' αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἕν ὅ γέγονεν. Ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων». Ἡ Ζωὴ λοιπὸν εἶναι τὸ εἰδοποιὸν στοιχεῖο τοῦ Θεοῦ μας.

Μὰ αὐτὰ ἀκριβῶς ἐπικαλοῦνται οἱ Ἕλληνες διαχρονικῶς, μὲ ἄλλα ὀνόματα. Ἀπὸ τὸν Θεολόγο τῶν Ἑλλήνων Ὀρφέα παρελάβαμε τὸν Ἕνα καὶ Ἀληθινὸ Θεὸ Πατέρα («ὥς φησιν ὁ θεολόγος»-Πρόκλος). Οἱ ἰδιότητές του εἶναι ἴδιες καὶ ἀπαράλλαχτες ὥς σήμερα. Μὴν προβάλουμε τὶς ἀρχαῖες λαϊκὲς ἀντιλήψεις καὶ τὰ ποιητικὰ παραμύθια, ποὺ θέλουν τοὺς θεοὺς νὰ μοιάζουν μὲ τοὺς ἀνθρώπους προσδίδοντάς τους ἐλαττώματα. Αὐτὰ χρησιμοποιοῦν οἱ ἐχθροί μας! Ἡ Ἱστορία μας εἶναι τόσο παλαιά, ἀφοῦ οἱ Ἕλληνες ἔζησαν τὴν Τιτανομαχία, τὸν προκατακλυσμιαῖο πολιτισμὸ καὶ τὴν ἐκστρατεία τοῦ Διονύσου Α΄ στὶς Ἰνδίες, καθὼς καὶ τὴν ἐπίθεσι καὶ ἀπόκρουσι τῶν Ἀτλάντων. Οἱ Ἕλληνες θυμοῦνται τὴν Τριτωνίδα λίμνη πρὶν γίνῃ ἔρημος Σαχάρα! Ὅλα αὐτὰ συνέβησαν πρὶν καὶ κατὰ τὴν τῆξι τῶν τελευταίων παγετώνων, ποὺ ἐπέφεραν τοὺς τρεῖς μεγάλους κατακλυσμούς. Αὐτὰ ἐρευνῶνται σήμερα ἀπὸ τὴν νέα ἐπιστήμη τῆς Γεωμυθολογίας. Ἡ Ἀνθρωπότης ἐπέστρεψε μὲν στὴν ἐποχὴ τοῦ λίθου, ἀλλὰ οἱ Ἕλληνες κατέγραψαν πολλὰ δεδομένα τῆς παμπάλαιας ἐποχῆς τοῦ Διὸς καὶ τῶν Διογενῶν. Οἱ προκατακλυσμιαῖοι αὐτοὶ ἡγέτες «θεοποιήθηκαν» στὴν μνήμη τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων…

Ἀλλὰ ὅπως σήμερα ἀνατρέχουμε στὰ θεολογικὰ κείμενα καὶ στὸ Εὐαγγέλιο, ὅταν πρόκειται νὰ μελετήσουμε τὸ Θεῖον, ἔτσι καὶ πρὸ Χριστιανισμοῦ ὑπῆρχαν οἱ Ἱεροὶ Ὕμνοι (οἱ Προσευχές μας), τὰ Ἱερὰ Μυστήρια καὶ οἱ Ἱερεῖς μας, οἱ Ναοὶ μὲ τὰ Ἀγάλματα τῶν Θεῶν (ἀντιστοίχως σήμερα ἔχουμε τὶς Εἰκόνες) καὶ πολλὲς περιοδικὲς ἐτήσιες Ἑορτές. Σημασία ἔχει λοιπὸν τί λέγουν περὶ Θεοῦ οἱ Θεολόγοι τοῦ Γένους, οἱ Φιλόσοφοι καὶ οἱ Ἱερεῖς, ἰδίως δὲ τὰ ἱερὰ κείμενα τῶν Ἑλλήνων, τὰ ὁποῖα μᾶλλον δὲν διαβάζουν οἱ σημερινοὶ Ἱερεῖς καὶ θεολόγοι μας (…ἀφοῦ ἀκόμα κάποιοι νομίζουν ὅτι εἶναι «δαιμονικά»!).

Ὁ «Ὕμνος εἰς Δήμητραν» ἀναφέρει τὸν θάνατο τῆς Κόρης (ὡς τὴν ἀπαγωγή της ἀπὸ τὸν Ἅδη) καὶ κατόπιν τὴν ἐπάνοδό της στὴν ζωή: «Αὖτις ἄνει ὡς μέγα θαῦμα»! Τὸ θαῦμα τῆς Ἀναστάσεως ἐτελεῖτο λοιπὸν στὰ Ἐλευσίνια Μυστήρια. Σήμερα, ἀντὶ τῆς Κόρης ἔχουμε τὴν Ἀνάστασι τοῦ Υἱοῦ. Τὸ πένθος τῆς Μητρός (ἡ ἐπιτάφιος ἀκολουθία) διεδέχετο τότε τὸ «φῶς ἱλαρόν» (ἡ Περσε-φόνη γινόταν Φερσέ-φασσα). Ποιὸ φῶς ἐξακολουθοῦμε νὰ ἀνάβουμε ἀναστάσιμα («δεῦτε λάβετε φῶς»); Καὶ σὲ τὶ διαφέρει ἡ προετοιμασία τῶν πιστῶν σήμερα; «Ἐνήστευσα, ἔπιον τὸν κυκεῶνα, ἔλαβον ἐκ κίστης ἐγγευσάμενος». Εἴχαμε λοιπὸν «θεία κοινωνία» τῶν Μυστῶν, μετὰ ἀπὸ περίοδο νηστείας καὶ πνευματικῆς προετοιμασίας. «Γεγόνασι καὶ εὐσεβέστεροι καὶ δικαιότεροι καὶ κατὰ πᾶν βελτίωνες ἑαυτῶν οἱ τῶν Μυστηρίων κοινωνήσαντες» (Διόδωρος Σικελιώτης). Οἱ Εὐμολπίδες ἱερεῖς ἦσαν οἱ «καλοὶ Ψάλτες», ὡς δηλοῖ τὸ ὄνομα (Εὔμολπος – εὖ καὶ μέλπω, Μελπομένη ἡ Μοῦσα, μολπὴ εἶναι ὕμνος, ᾠδή).

Ἄς γνωρίσουμε τώρα τὸν «ἄγνωστο» (ἀδίδακτο) Θεὸ τῶν Ἑλλήνων. «Θεὸν εἶναι ἀθάνατον, λογικόν, τέλειον, κακοῦ παντὸς ἀνεπίδεκτον» (Ζήνων). «Ὁ Λόγος ὥσπερ πλάστης ἀγαθὸς καλὸν τῇ ψυχῇ περιτίθησι σχῆμα» (Σωκράτης). «Αὐτὸν τὸν Θεόν… ὅς δὴ ἄφθαρτός ἐστι καὶ ἀγέννητος, δημιουργός…», «Ζῆνα δὲ καλοῦσι παρ' ὅσον τοῦ ζῆν αἴτιός ἐστιν» (Ζήνων). «Ὦ Ζεῦ, πάτερ Ζεῦ, σὸν μὲν οὐρανοῦ κράτος» (Ἀρχίλοχος). «Ἕν τ' εἶναι Θεὸν καὶ Νοῦν καὶ Εἱμαρμένην καὶ Δία», «πολλαῖς προσηγορίαις προσονομάζεται κατὰ τὰς δυνάμεις» (Ζήνων).

Δηλαδή, ἕνας εἶναι ὁ Θεός, ἀθάνατος, τέλειος, ἀγαθός, δημιουργός, ἀλλὰ τοῦ δίνουμε πολλὰ ὀνόματα, ἀνάλογα μὲ τὴν ἰδιότητα ποὺ θέλουμε νὰ ἐκφράσουμε. Ἄν πρόκειται γιὰ τὴν Σοφία τοῦ Θεοῦ, τότε τὴν ὀνομάζουμε Ἀθηνᾶ (ἀ-θεονόα, ἡ τοῦ Θεοῦ νόησις − Σωκράτης). Τὸ ὄνομα πάντως τοῦ οὐρανίου Πατρὸς εἶναι Ζεύς. Ὁ Ζεύς, γενικὴ τοῦ Ζηνός − διότι ἐκφράζει τὴν Ζωήν − ἤ τοῦ Διός − διότι ἐκφράζει τὸ Φῶς − καὶ μᾶς συνδέει ἐπίσης μὲ τὸ ἀπώτατο ἐθνικο-ἱστορικό μας παρελθόν! Ἡ Διὸς Πολιτεία ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Διόδωρο: «…παρεχόμενος ἑαυτὸν πᾶσιν ἐπιεικῆ καὶ φιλάνθρωπον, ὥστε ὑπὸ τοῦ πλήθους ΠΑΤΕΡΑ προσαγορευθῆναι». Εὐ-δία λέγεται ἡ φωτεινὴ ἡμέρα. Ἔμεινε ὡς day στὰ Ἀγγλικά. Ἀλλὰ καὶ οἱ Χριστιανοὶ Ἰταλοί, ὅταν ἐπικαλοῦνται τὸν Θεό, λέγουν «Δία μου» (mios Dios). Ὁμοίως οἱ Ἰσπανοὶ λέγουν «mio Dio». Ὁμοίως καὶ οἱ Γάλλοι «mon Dieu»! Φῶς καὶ Ζωὴ παρέχει ἄρα ὁ Θεὸς παρ' Ἕλλησιν, ὅπως λέγει καὶ τὸ Εὐαγγέλιο! Καμμία σχέσι μὲ τὸν θανατηφόρο «ἑβραῖο θεὸ» Ἰεχωβᾶ (5).

Μὰ καὶ ἡ ἔννοια τοῦ Λόγου προέρχεται ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. «Ἔστι δὲ Εἱμαρμένη αἰτία τῶν ὄντων εἰρομένη, ἤ Λόγος καθ' ὅν ὁ κόσμος διεξάγεται» (Διογένης Λαέρτιος). «Εἱμαρμένη ἐστὶν ὁ τοῦ κόσμου Λόγος, ἤ Λόγος τῶν ἐν τῷ κόσμῳ προνοίᾳ διοικουμένων. Ἤ Λόγος, καθ' ὅν τὰ μὲν γεγονότα γέγονε, τὰ δὲ γινόμενα γίνεται, τὰ δὲ γενησόμενα γενήσεται». «Πάντα δὲ γίνεται φύσει καὶ εἱμαρμένῃ καὶ οὐκ ἔστι τόπος ἔρημος προνοίας. Πρόνοια δέ ἐστιν αὐτοτελὴς Λόγος τοῦ ἐπουρανίου Θεοῦ» (Στοβαίου Ἀνθολόγιον). «Ἑνὸς Λόγου τοῦ ταῦτα κοσμοῦντος καὶ μιᾶς Προνοίας ἐπιτροπευούσης» (Πλούταρχος-Ἱερεὺς τῶν Δελφῶν).

Τὸ συμπλήρωμα τῆς Ἁγίας Τριάδος εἶναι τὸ Ἅγιον Πνεῦμα («ἐν εἴδει περιστερᾶς») ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ Πατρός (6). Τὸ Ἅγιον Πνεῦμα ἐπίσης ἐπικαλούμεθα στὶς προσευχές μας («Βασιλεῦ οὐράνιε παράκλητε, τὸ πνεῦμα τῆς ἀληθείας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν») (7). Στὸ φωτοστέφανο τοῦ Χριστοῦ ἀναγράφουμε «Ο ΩΝ», ποὺ σημαίνει «αὐτὸς ποὺ ὑπάρχει» (παρμένο ἀπὸ τὸ ἀέτωμα τοῦ ναοῦ τοῦ Ἀπόλλωνος στοὺς Δελφούς, τὸ περίφημο ἐν Δελφοῖς «ΕΙ»)… Ὅλα εἶναι μία θαυμαστὴ συνέχεια, ὅσο κι ἄν ἀλλάζουν τὰ Ὀνόματα καὶ οἱ Εἰκόνες, λόγῳ ἱστορικο-πολιτικῶν συγκυριῶν. Ὅσο γιὰ τὴν Μαρία, τὴν θνητὴ μητέρα τοῦ Ἰησοῦ …μὰ εἴχαμε προηγουμένως τὴν Σεμέλη, τὴν θνητὴ μητέρα τοῦ Διονύσου Γ΄ (τοῦ Υἱοῦ τοῦ Πατρός). «Ὑπ' ἀρρήτοισι βουλῆσι (τοῦ Θεοῦ) τοκῆος ἐκ Σεμέλης περὶ κόσμου ἀναβήσῃ νέος Διόνυσος» (Πρόκλος, Ὕμνος εἰς Ἀθηνᾶν). 

Διόνυσος-Ἴακχος ἐκφράζουν τὴν θνητὴ καὶ τὴν ἀθάνατο φύσι τοῦ Υἱοῦ. Ὅπως λέγουμε σήμερα Ἰησοῦς-Χριστός! Τὸ ἐπίθετο «Παναγία» κατ' οὐσίαν ἀναφέρεται στὴν παμμήτειρα (μεγάλη μητέρα μας). «Δηοῖ παμμήτειρα, θεὰ πολυώνυμε, σεμνὴ Δήμητερ» (Ὀρφικὸς Ὕμνος). Διότι οἱ Ἕλληνες παραδέχονται καὶ Μητέρα, ἐκτὸς ἀπὸ Πατέρα. Μήτηρ-Κόρη καὶ Πατήρ-Υἱός, εἶναι τὰ θεολογικά μας ἀρχέτυπα, σὲ πλήρη ἁρμονία καὶ ἰσορροπία (ἰσότητα). «Γῆς παῖς εἰμὶ καὶ Οὐρανοῦ ἀστερόεντος, αὐτὰρ ἐμοὶ γένος οὐράνιον», λέγει ὁ Θεολόγος Ὀρφεύς. Ἔτσι τελικῶς σήμερα ἔχουμε: ΠΑΤΗΡ-ΜΗΤΗΡ-ΥΙΟΣ (Θεός-Παναγία-Χριστός).

Ἄς μὴν ἀφήνουμε λοιπὸν τὸ Δόγμα καὶ τὴν Διχόνοια νὰ κυριαρχοῦν στὴν Διάνοια τῶν Ἑλλήνων. Εἴμαστε λίγοι πλέον καὶ ἄρα εὐάλωτοι. Χρειαζόμαστε Ἑνότητα καὶ Δύναμι, γιατὶ οἱ καιροὶ εἶναι χαλεποί. «Ἑκὰς οἱ βέβηλοι» ἔλεγε ὁ Ἱεροφάντης τῶν Ἐλευσινίων Μυστηρίων. Ἀρκετὰ βεβηλώθηκαν τὰ ἱερά μας. Πρέπει νὰ τιμοῦμε τοὺς προγόνους μας καὶ νὰ μὴν τοὺς ὑβρίζουμε ὡς «εἰδωλολάτρες», υἱοθετῶντας τὴν ἑβραϊκῆς ἐμπνεύσεως «ρετσινιά», λόγῳ ἀνεικονικότητος τοῦ δικοῦ τους «θεοῦ» Ἰεχωβᾶ (καὶ ἀνικανότητός των γιὰ Καλὲς Τέχνες). Οἱ σοφοὶ πρόγονοι εἶχαν πλῆρες Θεολογικὸ Σύστημα, ἀληθινὴ Θρησκεία, ποὺ δυστυχῶς πολεμήθηκε λυσσωδῶς ἀπὸ τοὺς μισαλλόδοξους Ἰουδαιόφρονες (8) καὶ «ἀπαγορεύεται» ἀκόμα ἡ μελέτη της. Πρέπει νὰ γνωρίζουμε, ὅτι ἐξ ὁρισμοῦ τῆς ἐννοίας, «Θρησκεία» ἐννοοῦνται τὰ Μυστήρια: «Ὀρφεὺς μυστήρια θεῶν παρέδωκεν, ὅθεν καὶ θρησκεία τὰ μυστήρια καλεῖται, ἀπὸ τοῦ Θρακὸς τοῦ Ὀρφέως» (Σουΐδας)! Δηλαδή, ἡ λέξις-ἔννοια «Θρησκεία» εἶναι μιὰ ἑλληνικὴ ὑπόθεσις καὶ δὲν τὴν χαρίζουμε στοὺς Ἑβραίους…

Ὑποσημειώσεις:

(1). Ἀφορμὴ γιὰ τὸ παρὸν σημείωμα ἔδωσε ὁ Μητροπολίτης Πειραιῶς Σεραφείμ, μὲ τὴν ἀνακοίνωσί του περί «παγανισμοῦ» μελῶν τῆς Χ.Α. Ἄν καὶ εἶναι παλληκάρι ποὺ ὀρθώνει ἀνάστημα στὴν Pax Judaica, ἐν τούτοις πάσχει, ὡς φαίνεται, ἀπὸ τὸ σύνδρομο τοῦ διχασμοῦ (καὶ τῆς μισαλλοδοξίας), ποὺ ὑπαγορεύει ὁ Ἰουδαιοχριστιανισμός. Ὑβρίζει τὸν Θεὸ Πατέρα τῶν Ἑλλήνων, τὸν Δία, ἐνῷ καθαγιάζει τὸν ἀνθρωποκτόνο «θεό» τῶν Ἑβραίων. Δὲν προστατεύουμε ὅμως ἔτσι τὸ Ἑλληνικὸν Γένος, ἐκφράζοντας μῖσος γιὰ τὴν Ἑλληνικὴ «παλαιὰ διαθήκη»… Ὡς Ἑλληνο-Χριστιανός, ἔπρεπε νὰ ἐκφρασθῇ ἑλληνοπρεπῶς, ἀναδεικνύοντας τὸ Ὁμόθρησκον τῶν Ἑλλήνων, τὴν ἑνότητα καὶ συνέχεια τῆς Θρησκείας μας, ὡς πράττομεν ἐνταῦθα. Ἄς βγάλουν (ἐπιτέλους) τὸ «κιπά» ἀπὸ τὴν κεφαλή τους οἱ Ἅγιοι Πατέρες, καὶ ἄς μὴν προκαλοῦν τὴν ἐθνικοθρησκευτικὴ μνήμη καὶ δόξα τῶν Ἑλλήνων…

(2). «Τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἔκαμε Διαθήκην ὁ Κύριος πρὸς τὸν Ἄβραμ λέγων, εἰς τὸ σπέρμα σου ἔδωκα τὴν γῆν ταύτην, ἀπὸ τοῦ ποταμοῦ Αἰγύπτου ἕως τοῦ ποταμοῦ τοῦ μεγάλου, τοῦ ποταμοῦ Εὐφράτου»...! (Γένεσις-Βίβλος). Ἡ κατάκτησις ὅλης τῆς Μέσης Ἀνατολῆς εἶναι λοιπὸν ἡ περιβόητος «παλαιὰ διαθήκη» τοῦ «θεοῦ»… Ἄν εἶναι τοῦτο «ἱερὸν» κείμενο καὶ «ἀληθινὸς» αὐτὸς ὁ «θεός», ποὺ πρέπει νὰ πιστεύουμε ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, τότε εὐχαριστοῦμε ἀλλά …δὲν θὰ πάρουμε.

(3). «Θέλετε καταστρέψει πάντας τοὺς τόπους, ὅπου τὰ ΕΘΝΗ, τὰ ὁποῖα θέλετε κυριεύσει… καὶ θέλετε κατεδαφίσει… καὶ συντρίψει… καὶ κατακαύσει… καὶ κατακόψει… καὶ ἐξαλείψει τὰ ὀνόματα αὐτῶν ἐκ τοῦ τόπου ἐκείνου» (Δευτερονόμιον). Ἐπειδὴ δὲν ἀποτελοῦν ἔθνος οἱ Ἑβραῖοι – εἶναι δηλαδὴ οἱ περιτετμημένοι κάθε φυλῆς (οἱ σημίτες – οἱ φέροντες τὸ σημεῖον τῆς περιτομῆς, ἤτοι τὸ σημάδι τῆς διαθήκης τοῦ Γιαχβέ, τῆς θεϊκῆς δῆθεν συμφωνίας νὰ κατακτήσουν ὅλη τὴν Μέση Ἀνατολή) − μισοῦν τὰ ἔθνη καὶ πρωτίστως τὸ γνήσιον ἔθνος τῶν Ἑλλήνων. Τοῦτο βεβαίως ἰσχύει γιὰ τὴν ἡγεσία τους (Ραββίνους καὶ Σιωνιστές), ὄχι γιὰ τὸν λαό, ὁ ὁποῖος λαὸς ὑποφέρει τὰ πάνδεινα ἐξ αἰτίας τους χωρὶς νὰ φταίῃ σὲ τίποτε.

(4). «…Ἀποκτενεῖς ἀπὸ ἀνδρὸς ἕως γυναικός καὶ ἀπὸ νηπίου ἕως θηλάζοντος καὶ ἀπὸ μόσχου ἕως προβάτου καὶ ἀπὸ καμήλου ἕως ὄνου» (Βασιλειῶν Α΄). Ὁ ὁρισμὸς τῆς Γενοκτονίας καὶ τοῦ Ὁλοκαυτώματος! «Καὶ καταναλώσει Κύριος ὁ Θεός σου τὰ ἔθνη… Καὶ παραδώσει αὐτοὺς Κύριος ὁ Θεός εἰς τὰς χεῖρας σου καὶ ἀπολέσει αὐτοὺς ἀπωλείᾳ μεγάλῃ, ἕως ἄν ἐξολοθρεύσῃ αὐτούς…» (Δευτερονόμιον). Ἀσίγαστο μῖσος γιὰ τὰ ἔθνη! «Τοὺς βωμοὺς αὐτῶν θέλεις καταστρέψει, καὶ τὰ εἴδωλα αὐτῶν θέλεις συντρίψει, καὶ τὰ ἄλση αὐτῶν θέλεις κατακόψει». Ἄρα αὐτοὶ μᾶς θεωροῦν «εἰδωλολάτρες», καὶ πρέπει νὰ καταστρέψουν τὰ ἱερά μας, διότι ἔτσι προστάζει ὁ Ἰεχωβᾶς! Μισαλλοδοξία καὶ καταστροφομανία… (ἀπαξιῶ νὰ προφέρω τὴν λέξι «ρατσισμός», διότι δὲν εἶναι ἑλληνική − ὅπως καὶ ὁ «παγανισμός» σεβάσμιε Πατέρα Σεραφείμ).

(5). Ποιός εἶναι λοιπὸν ὁ «Σατανᾶς» ἐκ τῶν δύο, ὁ Ζεὺς ἤ ὁ Γιαχβέ; Οἱ ἰδιότητές τους πάντως, βάσει τῶν ἱερῶν κειμένων τῶν δύο λαῶν, ἀποδεικνύουν ποιός ἐκ τῶν δύο εἶναι ψεύτικος θεός. Ἀλλά, πῶς κατάφεραν τόσους αἰῶνες νὰ συντηροῦν τὸ ψεῦδος, ἀντιστρέφοντας μάλιστα τὶς ἔννοιες τῆς Ζωῆς καὶ τοῦ Φωτός; Οἱ Ἑβραῖοι βέβαια τὴν δουλειά τους κάνουν. Τὸ ζήτημα εἶναι οἱ Ἕλληνες τί κάνουν;

(6). Οἱ Δυτικοὶ θέλουν τὸ Ἅγιον Πνεῦμα νὰ ἐκπορεύεται καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ. Τοῦτο προκάλεσε τὸ Χριστιανικὸ Σχίσμα, διότι συμβολικῶς ὡς «πατήρ» τοῦ «πνεύματος» ἐννοεῖτο ὁ Ἕλλην, καὶ ὡς «υἱός» ὁ Λατῖνος. Ἤθελαν λοιπὸν οἱ δυτικοὶ τὸ «πνεῦμα» (ἤτοι ὁ Πολιτισμὸς τῆς Ἀνθρωπότητος) νὰ ἐκπορεύεται καὶ ἀπὸ τὴν Ρώμη…

(7). «Κλῦθι πυρὸς νοεροῦ βασιλεῦ, χρυσήνιε τιτάν… ἐξοχετεύων ὑψόθεν πλούσιον ῥύμα ἁρμονίης, τὰ πάντα ἔπλησας ἐγερσινόοιο προνοίης» (Ὕμνος εἰς Ἥλιον). Ὁ οὐράνιος βασιλεύς, ὁ τὰ πάντα πληρῶν μὲ θεία πρόνοια πνευματικὸς ἥλιος (νοερὸν πῦρ), ὁ ἀποκληθεὶς Ἀπόλλων, φέρει στὸν ἐν Δελφοῖς ναόν του τὸ «Ε», ποὺ σημαίνει ΕΙ (εἶσαι, ὑπάρχεις). Εἶναι δηλαδὴ ὁ ΩΝ! Ὅσοι βλέπουν ἁπλῶς τὸ «Σῶμα» του, μᾶλλον τοὺς λείπουν τὰ «μάτια» τῆς ψυχῆς. Ἀπορῶ, πῶς δέχονται τὴν ὕπαρξι τῶν Ἀρχαγγέλων (Μιχαήλ-Γαβριήλ), ἀλλὰ δὲν δέχονται τὸν φωτεινὸ Ἀπόλλωνα ἤ τὴν παμμήτειρα Γαῖα-Δήμητρα… Ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὁρατό μας ἀνθρώπινο Σῶμα δὲν διαθέτουμε καὶ ἀόρατο Πνεῦμα; Κατὰ μείζονα λόγο, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἔχουν Πνεῦμα ὁ Πλανήτης καὶ τὸ Ἄστρο ποὺ μᾶς χαρίζουν τὴν ζωή; Τόσο ἁπλᾶ εἶναι τὰ πράγματα, Ἱεράρχα μου, ποὺ θεωρεῖς τὸν Ἥλιον ὡς «ἄλογη καὶ ἀσυνείδητη μᾶζα ἐνέργειας»…

(8). Ἐπὶ τρεῖς αἰῶνες (4ος-6ος μ.Χ.) ὑπέστημεν ἀπηνεῖς διωγμούς (ἐθνοκτονία-ὁλοκαύτωμα): «Τῶν ἑλληνιστῶν πάντες διεφθάρησαν… οἱ μὲν πυρί, οἱ δὲ ξίφει ἀπολέσθαι προσετάχθησαν… καὶ οἱ ἀνὰ πᾶσαν τὴν ἀρχομένην λαμπρῶς φιλοσοφοῦντες… Τῆς ὀργῆς τοῦ βασιλέως (τῆς Κωνσταντινουπόλεως) οὔσης καὶ εἰς μὴ φιλοσόφους, ἐσθῆτι τῇ ἐκείνων χρωμένους ὁ φόνος ἐχώρει» (Σωζομενός). Ἀπηγορεύθησαν ὅλες οἱ Σχολές, οἱ Ἀθλητικοὶ Ἀγῶνες, οἱ Θρησκευτικὲς Ἑορτές, τὸ Θέατρο, οἱ Χοροί, τὰ Τραγούδια, ἕως καὶ τὰ νανουρίσματα …ἦσαν λείψανα τῆς «ἑλληνικῆς πλάνης» (Χρυσόστομος)! Παραβάλατε τὴν νέα τάξι πραγμάτων τοῦ 4ου μ.Χ. αἰῶνος μὲ τὴν σημερινή, γιὰ νὰ καταλάβετε τί μᾶς περιμένει πάλι ἀπὸ τοὺς Ἰουδαιόφρονες Παγκοσμιοποιητές, ἀλλὰ καὶ πῶς θὰ μπορέσουμε νὰ ἀντιτάξουμε σοβαρὴ ἄμυνα…

ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Η ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΟΧΛΟΥ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΔΗΜΑΓΩΓΩΝ

Από το βιβλίο του Gustave Le Bon
«Ψυχολογία των επαναστάσεων»
  
Ο ρόλος του λαού στάθηκε ο ίδιος σ' όλες τις επαναστάσεις.
Δεν είναι ποτέ ο λαός εκείνος, που συλλαμβάνει την ιδέα των επαναστάσεων, ούτε εκείνος που τις καθοδηγεί. Η δράση του κατευθύνεται από τους δημαγωγούς.
 Μόνον όταν τα άμεσα συμφέροντά του βλάπτονται, βλέπει κανείς, τμήματα του λαού να επαναστατούν αυθόρμητα. Ένα κίνημα επίσης εντοπισμένο αποτελεί μια απλή στάση.
Η επανάσταση είναι εύκολη, όταν οι δημαγωγοί εξασκούν μεγάλη επιρροή στον λαό. Οι νέες όμως ιδέες διεισδύουν στις λαϊκές μάζες με μια εξαιρετική βραδύτητα. Ο λαός αποδέχεται γενικά μια επανάσταση χωρίς να γνωρίζει το γιατί, και όταν τυχαία φθάσει στο σημείο να το αντιληφθεί, η επανάσταση έχει πια τελειώσει από πολύ καιρό.
Ο λαός κάνει μια επανάσταση, γιατί σπρώχνεται να την κάνει, αλλά επειδή δεν καταλαβαίνει και πολλά πράγματα από τις ιδέες των δημαγωγών του, τις εξηγεί με τον τρόπο του κι ο τρόπος αυτός δεν μοιάζει καθόλου με τον τρόπο των αληθινών πρωτεργατών του κινήματος. Η Γαλλική Επανάσταση παρέχει σ’ αυτό το σημείο ένα εκπληκτικό παράδειγμα.

Η Επανάσταση του 1789 είχε σαν πραγματικό σκοπό ν’ αντικαταστήσει την εξουσία των ευγενών με την εξουσία της αστικής τάξεως, δηλαδή ν’ αντικαταστήσει μια παλιά ομάδα εκλεκτών, που είχαν γίνει ανίκανοι, με μια νέα ομάδα εκλεκτών, που ήταν ικανοί. Στην πρώτη αυτή φάση της Γαλλικής Επαναστάσεως πολύ λίγο έμπαινε ζήτημα για τον λαό. Είχε βέβαια διακηρυχθεί η λαϊκή κυριαρχία, αλλά μεταφραζόταν μόνο με το δικαίωμα να εκλέγει τους αντιπροσώπους του.

Ο λαός εντελώς αμόρφωτος, μη ελπίζοντας, όπως η αστική τάξη, ν’ ανεβεί τις βαθμίδες της κοινωνικής κλίμακας, μη νοιώθοντας διόλου τον εαυτό του ισότιμο με τους ευγενείς και μη φιλοδοξώντας να το πετύχει, είχε βλέψεις και συμφέροντα πολύ διαφορετικά από τα συμφέροντα των ανεπτυγμένων τάξεων της κοινωνίας. Οι αγώνες της Εθνοσυνελεύσεως με τη βασιλική εξουσία οδήγησαν στην ανάμιξη του λαού σ’ αυτή την πάλη. Η ολοένα και μεγαλύτερη συμμετοχή του λαού μετέβαλε πολύ γρήγορα την αστική επανάσταση σε λαϊκή.

Όταν μια ιδέα δεν έχει δύναμη και δεν επενεργεί παρά με την προϋπόθεση ότι θα ‘χει σαν στήριγμα μια συναισθηματική και μυστικιστική βάση, στην περίπτωση αυτή οι θεωρητικές αντιλήψεις της αστικής τάξεως, για ν” ασκήσουν επίδραση πάνω στον λαό, θα “πρεπε να μεταμορφωθούν σε μια καινούργια ξεκάθαρη πίστη, που να πηγάζει από ολοφάνερα πρακτικά συμφέροντα.

Η μεταμόρφωση αυτή έγινε πολύ γρήγορα, όταν ο λαός άκουσε τους ανθρώπους εκείνους, που τους θεωρούσε σαν κυβερνήτες του, να τον διαβεβαιώνουν, ότι ήταν ίσος με τους παλιούς αφέντες του. Θεώρησε τότε τον εαυτό του θύμα κι άρχισε να λεηλατεί, να πυρπολεί, να σφάζει, νομίζοντας ότι εξασκεί κάποιο δικαίωμα.

Η μεγάλη δύναμη των επαναστατικών αρχών κατέληξε γρήγορα στο να δώσει ελεύθερη διέξοδο στα ένστικτα της πρωτόγονης βαρβαρότητας, που χαλιναγωγούνταν ως τότε από τους πανάρχαιους απαγορευτικούς φραγμούς του κοινωνικού περιβάλλοντος, από την παράδοση και τους νόμους.

Τα πλήθη σπάζοντας κάθε μέρα όλους τους κοινωνικούς φραγμούς, που τα συγκρατούσαν, είχαν την εντύπωση πως αποκτούσαν μια απεριόριστη εξουσία και δοκίμαζαν τη χαρά να βλέπουν τους παλιούς αφέντες τους να αφανίζονται και να απογυμνώνονται. Μιας κι ο λαός έγινε αφέντης, μπορούσε να μην επιτρέψει τα πάντα στον εαυτό του;

Το έμβλημα «Ελευθερία, Ισότητα, Αδελφοσύνη», αληθινή εκδήλωση πίστης και ελπίδας στα πρώτα βήματα της Γαλλικής Επαναστάσεως, δεν χρησιμεύει τώρα πια παρά για να καλύψει με μια νόμιμη δικαιολογία τα αισθήματα πλεονεξίας, ζηλοφθονίας και μίσους για κάθε ανώτερο, δηλαδή τα αληθινά κίνητρα των όχλων, που καμμιά πειθαρχία δεν μπορεί να χαλιναγωγήσει. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η Επανάσταση μέσα σε τόσο λίγο χρόνο κατέληξε στην αταξία, στις βιαιότητες και στην αναρχία.

Απ’ τη στιγμή που η Γαλλική Επανάσταση πέρασε απ’ τα χέρια της αστικής τάξεως στα λαϊκά στρώματα, έπαψε να κυριαρχεί ο ορθός λόγος πάνω στο ένστικτο και, αντίθετα, κατεβλήθη η προσπάθεια να κυριαρχήσει το ένστικτο πάνω στον ορθό λόγο. Ο νόμιμος αυτός θρίαμβος των αταβιστικών ενστίκτων ήταν τρομερός. Κάθε κοινωνική προσπάθεια-προσπάθεια απαραίτητη σε κάθε κοινωνία για να της επιτρέψει να υφίσταται— έτεινε σταθερά στο να χαλιναγωγήσει, χάρις στη δύναμη των παραδόσεων, των εθίμων και των κανόνων, ορισμένα φυσικά ένστικτα, που κληροδοτήθηκαν στον άνθρωπο από την πρωτόγονη ζωώδη κατάστασή του.

Είναι εύκολο να δαμάσουμε τα ένστικτα αυτά -κι ένας λαός είναι τόσο περισσότερο πολιτισμένος, όσο περισσότερο τα εξουσιάζει- αλλά δεν μπορούμε να τα εξαλείψουμε. Η επίδραση διαφόρων παρορμήσεων τα κάνει να ξαναπαρουσιάζονται εύκολα. Γι” αυτόν ακριβώς τον λόγο, είναι τόσο επικίνδυνη η αποχαλίνωση των λαϊκών παθών. Ο χείμαρρος, που βγαίνει έξω από την κοίτη του, δεν ξαναγυρνάει σ” αυτήν πριν να σπείρει την καταστροφή. «Δυστυχία σ” εκείνον που θα ξεσηκώσει τις λαϊκές μάζες», έλεγε ο φιλόσοφος Ριβαρόλ, από την αρχή της Γαλλικής Επαναστάσεως. «Δεν είναι δυνατόν με κανέναν τρόπο να διαφωτιστεί ο όχλος».

Οι νόμοι της ψυχολογίας των όχλων, δείχνουν ότι ο λαός δεν ενεργεί ποτέ χωρίς δημαγωγούς και ότι αν λάβει κάποτε σημαντικό μέρος στις επαναστάσεις ακολουθώντας και οδηγώντας ως τα άκρα τις παρορμήσεις, που δέχτηκε, δεν διευθύνει ποτέ τα κινήματα, που εκτελεί. Σ’ όλες τις πολιτικές επαναστάσεις συναντά κανείς τη δράση των δημαγωγών. Οι δημαγωγοί δε δημιουργούν τις ιδέες, που χρησιμεύουν σαν στήριγμα στις επαναστάσεις, αλλά τις χρησιμοποιούν σαν μέσα δράσεως.

Ιδέες, δημαγωγοί, στρατοί και όχλοι αποτελούν τέσσερα στοιχεία, που το καθένα έχει τον δικό του ρόλο σ” όλες τις επαναστάσεις. Ο όχλος, που ξεσηκώνεται από τους δημαγωγούς, ενεργεί κυρίως σαν μάζα. Η δράση του μπορεί να παραβληθεί με τη δράση μιας οβίδας, που τρυπάει έναν θώρακα, με την ενέργεια μιας δύναμης, που δεν δημιούργησε. Ο όχλος σπανίως αντιλαμβάνεται κάτι απ” τις επαναστάσεις, που συντελέστηκαν με τη βοήθειά του. Ακολουθεί υπάκουα τους δημαγωγούς, χωρίς καν να προσπαθεί να μαντέψει τι επιθυμούν να γίνει…

Ο φόβος της τιμωρίας εμποδίζει πολλούς απ” αυτούς που αποτελούν τον όχλο να εγκληματίσουν σε ομαλές περιστάσεις· εγκληματούν όμως μόλις μπορέσουν, χωρίς κίνδυνο, ν” αφήσουν αχαλιναγώγητα τα κακά τους ένστικτα. Σ” αυτόν τον ολέθριο συρφετό, οφείλονται οι σφαγές, που βούτηξαν στο αίμα όλες τις επαναστάσεις. Γιατί, ο όχλος ήταν εκείνος που, με την καθοδήγηση των δημαγωγών, πλημμύριζε αδιάκοπα τις μεγάλες επαναστατικές συνελεύσεις. Τα άτακτα αυτά πλήθη, δεν είχαν άλλο ιδανικό παρά να σφάζουν, να λεηλατούν, να πυρπολούν. Η αδιαφορία τους για τις θεωρίες και τις αρχές ήταν πλήρης.

Στα στοιχεία, που στρατολογούνται από τα πιο χαμηλά στρώματα του λαού, έρχεται να προστεθεί, εξ αιτίας της μεταδοτικότητος, ένα πλήθος άεργοι κι αδιάφοροι, που παρασύρονται απ” το κίνημα. Φωνασκούν, γιατί ο καθένας φωνασκεί και επαναστατούν, γιατί ο καθένας επαναστατεί, χωρίς να ‘χουν άλλωστε την πιο παραμικρή ιδέα για την αιτία, για την οποία φωνασκούν και στασιάζουν οι άλλοι. Η υποβολή του κοινωνικού περιβάλλοντος τα κυβερνάει εντελώς και τ” αναγκάζει να δρουν.

Οι θορυβώδεις και κακοποιοί αυτοί όχλοι, πυρήνας όλων των επαναστάσεων, απ’ την αρχαιότητα ως την εποχή μας, είναι οι μόνοι που γνωρίζουν οι ψευτορήτορες. Γι’ αυτούς, ο όχλος είναι ο κυρίαρχος λαός. Στην πραγματικότητα, ο κυρίαρχος λαός αποτελείται προπάντων απ’ το χυδαίο όχλο για τον όποιον έλεγε ο Θιέρσος:

«Απ” τον καιρό που ο Τάκιτος τον είδε να χειροκροτεί τα εγκλήματα των αυτοκρατόρων, ο χυδαίος όχλος δεν άλλαξε. Οι βάρβαροι αυτοί, που πληθαίνουν μέσα στα σπλάγχνα της κοινωνίας, είναι πάντα έτοιμοι να την ρυπάνουν με όλα τα εγκλήματα, ν’ ακολουθήσουν κάθε εξουσία κι έτσι ν” ατιμάσουν όλες τις αιτίες μιας επαναστάσεως…».

Πλάι στις καταστροφικές ορδές, που ο ρόλος τους είναι πρωταρχικός στις επαναστάσεις, βρίσκεται η μάζα του πραγματικού λαού, που δεν ζητάει τίποτε άλλο παρά να εργαστεί. Ωφελείται μερικές φορές απ” τις επαναστάσεις, αλλά δεν σκέπτεται ποτέ να τις υποκινήσει. Οι θεωρητικοί της επαναστάσεως, πολύ λίγο τον γνωρίζουν και δυσπιστούν σ” αυτόν, επειδή διαισθάνονται καλά, ότι κατά βάθος είναι συντηρητικός και προσηλωμένος στις παραδόσεις.

Σταθερός πυρήνας αντιστάσεως μιας χώρας, έχει συνοχή και δύναμη. Εξαιρετικά πειθήνιος από φόβο, παρασυρόμενος εύκολα απ” τους δημαγωγούς, αφήνεται για μια στιγμή να οδηγηθεί, κάτω από την επίδρασή τους, σ” όλες τις υπερβολές, αλλά το προγονικό βάρος της φυλής θα υπερισχύσει αμέσως και γι” αυτόν ακριβώς τον λόγο κουράζεται γρήγορα από τις επαναστάσεις. Η ψυχή του, που είναι προσηλωμένη στις παραδόσεις, τον παρακινεί να ορθωθεί γρήγορα ενάντια στην αναρχία, όταν αυτή ογκώνεται πολύ.

Αναζητάει τότε τον αρχηγό, που θα ξαναφέρει την τάξη. Ο λαός αυτός, ο υποτακτικός και ήσυχος, δεν έχει φυσικά υψηλές ή πολυσύνθετες πολιτικές αντιλήψεις. Το ιδεώδες της πολιτικής διακυβερνήσεως που επιδιώκει, πάντα απλό, πλησιάζει πολύ προς τη δικτατορία. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, από την εποχή των ελληνικών δημοκρατιών ως τις μέρες μας, η μορφή αυτή της διακυβερνήσεως έρχεται σαν σταθερό επακόλουθο της αναρχίας.

Οι κοινωνίες όλων των εποχών περιλαμβάνουν πάντοτε έναν ορισμένο αριθμό ανήσυχων πνευμάτων, ασταθών και δυσαρεστημένων, που είναι έτοιμα να επαναστατήσουν ενάντια σ” οποιαδήποτε καθιερωμένη τάξη πραγμάτων. Δρουν από απλή μόνο κλίση προς την ανταρσία, κι αν κάποια μαγική δύναμη πραγματοποιούσε χωρίς κανέναν περιορισμό τις επιθυμίες τους, πάλι θα επαναστατούσαν.

Η ειδική αυτή νοοτροπία προέρχεται συχνά απ” την εσφαλμένη προσαρμογή του ατόμου στο περιβάλλον του, ή από υπερβολικό μυστικισμό, μπορεί όμως να είναι και ζήτημα ιδιοσυγκρασίας ή να προέρχεται από παθολογικές διαταραχές.

Η ανάγκη της εξεγέρσεως παρουσιάζει πολλούς και διαφόρους βαθμούς εντάσεως: Από την απλή δυσαρέσκεια, που εκφράζεται μόνο με λόγια ενάντια στους ανθρώπους και στα πράγματα, ως την ανάγκη της καταστροφής τους. Μερικές φορές, το άτομο στρέφει ενάντια στον ίδιο τον εαυτό του την επαναστατική ορμή, που δεν μπορεί να την διοχετεύσει αλλιώς… Οι αιώνιοι αυτοί επαναστάτες, ρέπουν γενικά προς την υποβολή και η μυστικιστική ψυχή τους είναι κυριευμένη, από έμμονες ιδέες.

Παρά την φανερή ενεργητικότητα, που χαρακτηρίζει τις πράξεις τους, έχουν χαρακτήρα αδύναμο και είναι ανίκανοι να αυτοκυριαρχηθούν, ώστε ν” αντισταθούν στις παρορμήσεις που τους κυβερνούν. Το μυστικιστικό πνεύμα, απ” το όποιο εμπνέονται, τους παρέχει προφάσεις για τις βιαιότητες τους και τους κάνει να θεωρούν τους εαυτούς τους σαν μεγάλους μεταρρυθμιστές.

Σε ομαλή κατάσταση, οι επαναστάτες, που κάθε κοινωνία κλείνει μέσα της, συγκρατούνται απ” τους νόμους και το κοινωνικό περιβάλλον, με μια λέξη απ” όλους τους κοινωνικούς καταναγκασμούς, κι έτσι δεν ασκούν καμμιά επίδραση. Μόλις όμως εκδηλωθούν περίοδοι ταραχών, οι κοινωνικοί αυτοί καταναγκασμοί εξασθενούν και οι επαναστάτες μπορούν να δώσουν ελεύθερη διέξοδο στα ένστικτά τους. Τότε γίνονται οι φημισμένοι δημαγωγοί των κινημάτων.

Λίγο τους ενδιαφέρει η αιτία και ο σκοπός της επαναστάσεως· αυτοί θα πεθάνουν χωρίς να νοιαστούν πως θ” αποκτήσουν την κόκκινη ή την λευκή σημαία, ή πως θα πετύχουν την απελευθέρωση κάποιας χώρας, που αόριστα μόνον άκουσαν να μιλάνε γι” αυτήν.

Το επαναστατικό πνεύμα δεν σπρώχνεται πάντα σε ακρότητες, που το καθιστούν επικίνδυνο. Μπορεί ν’ αποβεί πηγή προόδου, όταν προέρχεται, όχι από συναισθηματικά και μυστικιστικά κίνητρα, αλλά από διανοητική βάση. Έτσι, χάρις στο τόσο ανεξάρτητα πνεύματα, που γίνονται διανοητικώς επαναστατικά, κατορθώνει ένας πολιτισμός να απαλλαγεί απ” τον ζυγό των παραδόσεων και της συνήθειας, όταν ο ζυγός αυτός γίνεται αβάσταχτος.

Οι επιστήμες, οι τέχνες, η βιομηχανία προόδευσαν προπάντων χάρις στα πνεύματα αυτά. Ο Γαλιλαίος, ο Λαβουαζιέ, ο Ντάρβιν, o Παστέρ, ήταν επαναστάτες. Αν δεν είναι αναγκαίο σ’ έναν λαό να ‘ χει πολλές τέτοιες μεγαλοφυίες, του είναι όμως απαραίτητο να ‘ χει μερικές. Χωρίς αυτές ο άνθρωπος θα κατοικούσε ακόμη στα πρωτόγονα σπήλαια.

Η επαναστατική τόλμη, που ανοίγει τον δρόμο στις ανακαλύψεις, έχει ανάγκη από πολύ σπάνιες διανοητικές ικανότητες. Απαιτεί κυρίως μια ανεξαρτησία πνεύματος αρκετή για να ξεφεύγει απ” την επίδραση των κοινών αντιλήψεων και μια κρίση που να επιτρέπει να αντιλαμβάνεται, κάτω απ” τις επιφανειακές αναλογίες, την πραγματικότητα που κρύβεται. Η μορφή αυτή του επαναστατικού πνεύματος είναι δημιουργική, ενώ αυτή, που εξετάσαμε παραπάνω, είναι καταστροφική.

Η επαναστατική νοοτροπία θα μπορούσε, λοιπόν, να συγκριθεί μ” ορισμένες ψυχολογικές καταστάσεις, χρήσιμες στη ζωή του ατόμου, οι οποίες όμως, στην υπερβολή τους, παίρνουν κάποια παθολογική μορφή πάντοτε βλαβερή.

Όλες οι πολιτισμένες κοινωνίες σέρνουν μοιραία ξοπίσω τους ένα κατακάθι εκφυλισμένων κι απροσάρμοστων στο κοινωνικά περιβάλλον, που έχουν προσβληθεί από κάθε λογής κακές τάσεις. Απατεώνες, ζητιάνοι, κατάδικοι, κλέφτες, δολοφόνοι, εξαθλιωμένοι, που ζουν χωρίς να φροντίζουν για την άλλη μέρα, αποτελούν τον εγκληματικό συρφετό των μεγάλων πόλεων. Στις ομαλές περιόδους τα φυράματα αυτά του πολιτισμού συγκρατούνται σχεδόν απ” την αστυνομία.

Κατά τη διάρκεια όμως των επαναστάσεων, επειδή τίποτα δεν τα συγκρατεί πια, αφήνουν αχαλίνωτα τα εγκληματικά και αρπακτικά τους ένστικτα. Σ’ αυτό το κοινωνικό κατακάθι, οι επαναστάτες όλων των εποχών, είναι βέβαιοι ότι θα βρουν στρατιώτες. Άπληστοι μόνο για λεηλασίες και σφαγές, λίγο ενδιαφέρονται για την υπόθεση, που ο κόσμος νομίζει ότι υπερασπίζουν…

Οι επαναστάσεις, οποιεσδήποτε κι αν είναι οι αφετηρίες τους, δεν επιφέρουν όλα τα αποτελέσματα τους παρά αφού διεισδύσουν στην ψυχή των λαών. Οι επαναστάσεις λοιπόν είναι συνέπεια της ψυχολογίας των όχλων.
 
Ο άνθρωπος, αν και αποτελεί μέρος ενός λαού, διαφέρει πολύ απ’ τον ίδιο άνθρωπο, όταν είναι απομονωμένος. Η συνειδητή ατομικότητά του εξαφανίζεται μέσα στην ασυνείδητη προσωπικότητα του όχλου. Μια υλική σχέση δεν είναι απολύτως αναγκαία για να δώσει στο άτομο τη νοοτροπία ενός όχλου. Πάθη και συναισθήματα κοινά, που προκαλούνται από ορισμένα γεγονότα, αρκούν συχνά για να την δημιουργήσουν.

Η ομαδική ψυχή, που σχηματίζεται ταυτόχρονα, αντιπροσωπεύει ένα πολύ ιδιόμορφο άθροισμα. Το κυριότερο χαρακτηριστικό της είναι ότι κυριαρχείται αποκλειστικά από ασυνείδητα στοιχεία, που υποτάσσονται σε μια ιδιαίτερη λογική: Την ομαδική λογική.

Ανάμεσα στα άλλα χαρακτηριστικά των όχλων πρέπει να αναφέρουμε ακόμα την απεριόριστη ευπιστία τους, την υπερβολική συναισθηματικότητά τους, την απρονοησία και την ανικανότητα να επηρεαστούν από έναν συλλογισμό. Η διαβεβαίωση, η μετάδοση, η επανάληψη και το γόητρο, αποτελούν τα μόνα μέσα για να πεισθεί ο όχλος. Η πραγματικότητα και η πείρα δεν ασκούν καμμιά επίδραση στον όχλο. Μπορεί κάνεις να κάνει, ώστε το πλήθος να παραδεχτεί τα πάντα. Τίποτα δεν είναι αδύνατον στα μάτια του λαού.

Εξ αίτιας της υπερβολικής συναισθηματικότητας των όχλων, τα αισθήματά τους, καλά ή κακά, είναι πάντοτε υπερβολικά. Η υπερβολή αυξάνει πιο πολύ σ” επαναστατικές εποχές. Ο παραμικρός ερεθισμός οδηγεί τότε τα πλήθη σε παράφορες ενέργειες. Η ευπιστία τους, που είναι τόσο μεγάλη σ” ομαλές περιστάσεις, αυξάνει επίσης· οι πιο απίθανες ιστορίες γίνονται εύκολα πιστευτές.

Όταν ο άνθρωπος αποτελεί μέρος ενός όχλου, κατεβαίνει πολύ χαμηλά στην κλίμακα του πολιτισμού. Αφού καταντήσει βάρβαρος, εκδηλώνει έπειτα τα ελαττώματα και τα προτερήματά του: Στιγμιαίες βιαιότητες, όπως επίσης και ενθουσιασμούς και ηρωισμούς. Το διανοητικό επίπεδο ενός όχλου είναι πάντοτε κατώτερο απ” το επίπεδο ενός μεμονωμένου ανθρώπου. Αντίθετα, το ηθικό και το συναισθηματικό του επίπεδο μπορεί να είναι ανώτερο. Ο όχλος εκτελεί επίσης ένα έγκλημα με τόση ευκολία, όπως και μια πράξη αυταπαρνήσεως.

Επειδή οι ατομικοί χαρακτήρες εξαφανίζονται στον όχλο, η επίδραση, που ασκεί πάνω στα άτομα, που τον αποτελούν, είναι σημαντική. Ο φιλάργυρος γίνεται μεγαλόδωρος, ο σκεπτικιστής, φανατικός πιστός, ο τίμιος άνθρωπος, εγκληματίας, ο δειλός, ήρωας… Ο άνθρωπος του όχλου, όταν είναι μέλος ενός δικαστηρίου ή μιας βουλής, βγάζει ετυμηγορίες ή ψηφίζει νόμους, που σίγουρα δεν θα είχε ποτέ σκεφθεί σαν μεμονωμένο άτομο.

Μια από τις πιο αξιοσημείωτες συνέπειες της επιδράσεως, που ασκεί η ομάδα πάνω στα άτομα, που την συγκροτούν, είναι η ενοποίηση των συναισθημάτων τους και των θελήσεών τους. Η ψυχολογική αυτή ενότητα, έχει σαν αποτέλεσμα ότι οι όχλοι αποκτούν μεγάλη δύναμη. Η διαμόρφωση μιας τέτοιας διανοητικής ενότητας, είναι προπάντων αποτέλεσμα του ότι σ” έναν όχλο, συναισθήματα, χειρονομίες και ενέργειες, είναι εξαιρετικά μεταδοτικές. Επευφημίες μίσους, πάθους ή έρωτος, γίνονται αμέσως αποδεκτές και επαναλαμβάνονται απ” τον όχλο.

Πώς γεννιούνται η θέληση αυτή και τα κοινά αυτά συναισθήματα; Διαδίδονται με τη διανοητική μετάδοση, είναι όμως αναγκαία κάποια αφετηρία για να δημιουργηθεί η ατμόσφαιρα αυτής της μεταδόσεως. Ο δημαγωγός, εκπληρώνει αυτόν τον ρόλο. Χωρίς δημαγωγούς, ο όχλος είναι ένα ον άμορφο και ανίκανο για δράση.

Αν ορισμένοι ανώτεροι πολιτικοί άνδρες, κατόρθωσαν να μαντέψουν μ’ έναν ενστικτώδη τρόπο, τους νόμους της ομαδικής ψυχολογίας, πρέπει επίσης να διαπιστώσουμε ότι οι περισσότερες κυβερνήσεις τους υποτίμησαν και τους υποτιμούν ακόμη. Ακριβώς επειδή τους αγνόησαν, γι’ αυτό πολλές κυβερνήσεις έπεσαν τόσο εύκολα. Όταν βλέπουμε με πόση ευκολία ανατράπηκαν ορισμένα καθεστώτα από μια μικρή στάση, οι κίνδυνοι που προέρχονται απ’ την άγνοια της ομαδικής ψυχολογίας, διαφαίνονται πολύ καθαρά. (Προπαγάνδα και Μάζα και Προπαγάνδα – Αγκιτάτσια )

Ένας λαός μπορεί, κάτω απ” την πιο χειρότερη εκδοχή, να συγκριθεί μ” έναν όχλο. Ο λαός έχει ορισμένες ιδιότητες του όχλου, οι διακυμάνσεις όμως των ιδιοτήτων αυτών, περιορίζονται απ” την ψυχή της φυλής του, που διατηρεί μια σταθερότητα άγνωστη στην προσωρινή και μεταβατική ψυχή ενός όχλου. Όταν ένας λαός διαθέτει προγονική ψυχή, που έχει σταθεροποιηθεί από ένα μακρόχρονο παρελθόν, η ψυχή του όχλου κυριαρχείται πάντοτε απ” αυτήν.

Ένας λαός διαφέρει ακόμα από έναν όχλο ως προς το ότι αποτελείται από ένα πλήθος ομάδων, που καθεμιά έχει διαφορετικά συμφέροντα και πάθη. Σ’ έναν όχλο, με την καθ’ αυτή σημασία της λέξεως, βρίσκονται, αντιθέτως, ομάδες όπως π.χ. σε μια λαϊκή συγκέντρωση, που μπορεί να ανήκουν σε ανόμοιες κοινωνικές κατηγορίες… Ένας λαός είναι πολύ λιγότερο ευέξαπτος από έναν όχλο.

Ωστόσο, ορισμένα γεγονότα όπως, εθνική εξύβριση, απειλή εισβολής, κ.λπ., μπορούν να τον κάνουν να ξεσηκωθεί σε μια στιγμή… Ή απότομη αυτή έκρηξη των συναισθημάτων μιας φυλής παρατηρείται, άλλωστε, σε όλους τους λαούς.

Όλες οι ποικιλίες των όχλων, ομοιογενείς ή ετερογενείς, συνελεύσεις, λαοί, λέσχες, κ.λπ., είναι σύνολα ανίκανα να ενωθούν και να δράσουν, εφ” όσον δεν βρουν έναν οδηγό για να τους κατευθύνει… Η ασυνείδητη ομαδική ψυχή του όχλου φαίνεται πως είναι δεμένη με την ψυχή του δημαγωγού. Ο δημαγωγός, του δημιουργεί μια και μόνη θέληση και του επιβάλλει μια απόλυτη υπακοή. Ο δημαγωγός επενεργεί προπάντων πάνω στον όχλο με το μέσο της υποβολής.

Κι απ” τον τρόπο με τον όποιο προκαλείται η υποβολή αυτή, εξαρτάται η επιτυχία του… Σύμφωνα με την υποβολή των δημαγωγών του, το πλήθος είναι ήρεμο, παράφορο, εγκληματικό ή ηρωικό. Οι διάφορες αυτές υποβολές θα μπορούσαν να θεωρήσουν ότι εμφανίζουν κάποτε μια ορθολογιστική άποψη, αλλά δεν θα “χουν απ” τον ορθό λόγο παρά την επιφανειακή του όψη. Επειδή ένας όχλος, είναι στην πραγματικότητα ανίκανος να δεχτεί οποιαδήποτε λογική, οι μόνες ιδέες, που είναι ικανές να τον επηρεάσουν, θα είναι πάντοτε συναισθήματα, που αναπολούνται με την μορφή εικόνων.

Μια μεγάλη πολιτική συνέλευση, ένα κοινοβούλιο παραδείγματος χάριν, είναι όχλος, αλλά όχλος μερικές φορές ελάχιστα δραστήριος, εξ αιτίας των αντιθέτων συναισθημάτων των εχθρικών ομάδων απ” τις όποιες αποτελείται. Η παρουσία των ομάδων αυτών, που εμπνέονται από διάφορα συμφέροντα, μας υποχρεώνει να θεωρήσουμε μια συνέλευση ότι αποτελείται από ετερογενείς όχλους, που επιβάλλεται ο ένας πάνω στον άλλο και που ο καθένας υπακούει σε ξεχωριστούς δημαγωγούς.

Ο νόμος της πνευματικής ενότητας των όχλων δεν εκδηλώνεται τότε παρά μόνο σε κάθε ομάδα, και μόνον έπειτα από εξαιρετικές περιστάσεις οι διαφορετικές ομάδες καταλήγουν να δημιουργήσουν ενιαία θέληση.

Κάθε ομάδα μιας συνελεύσεως αντιπροσωπεύει μια ξεχωριστή οντότητα. Τα άτομα που συμβάλλουν στο σχηματισμό αυτής της οντότητας παύουν να μένουν τα ίδια και θα ψηφίσουν χωρίς δισταγμό ενάντια στις πεποιθήσεις τους και στις επιθυμίες τους… Η δράση μιας ομάδας συνίσταται κυρίως στο να ισχυροποιήσει τις διατακτικές γνώμες.

Κάθε ασθενής ατομική πεποίθηση εδραιώνεται, όταν γίνει ομαδική. Οι βίαιοι δημαγωγοί και εκείνοι που εξασκούν γόητρο κατορθώνουν κάποτε, επενεργώντας πάνω σ’ όλες τις ομάδες μιας συνελεύσεως, να δημιουργήσουν απ’ αυτές έναν μόνο όχλο… Μικρές ομάδες ατόμων, που έχουν τις ίδιες γνώμες, τις ίδιες δοξασίες, τα ίδια συμφέροντα και που διαγράφουν κάθε ετερόδοξο, διαφέρουν απ” τις μεγάλες συνελεύσεις, γιατί έχουν ενότητα συναισθημάτων και συνεπώς θελήσεως.

Αν τα ομαδικά συναισθήματα ήταν δυνατόν να υπολογισθούν ακριβώς με κάποιο ποσοτικό μέτρο, θα μπορούσε κανείς να τα παρομοιάσει με μια καμπύλη, που, ύστερα από μια ανάβαση αρκετά αργή στην αρχή, έπειτα πολύ γρήγορη, θα κατέβαινε σχεδόν κατακόρυφα. Η εξίσωση της καμπύλης αυτής θα μπορούσε να ονομασθεί, εξίσωση των μεταβολών των ομαδικών συναισθημάτων, που υπόκεινται σ” έναν σταθερό ερεθισμό.

Δεν είναι πάντοτε εύκολο να εξηγήσει κανείς την επιτάχυνση των συναισθημάτων κάτω απ’ την επίδραση μιας σταθερής αίτιας. Ίσως όμως θα μπορούσε κανείς να σημειώσει ότι, αν οι νόμοι της ψυχολογίας είναι δυνατόν να συγκριθούν με τους νόμους της μηχανικής, μια αιτία αναλλοίωτης δυνάμεως, που ενεργεί όμως συνεχώς, μπορεί να αυξήσει πολύ γρήγορα την ένταση ενός συναισθήματος.

Είναι γνωστό, παραδείγματος χάριν, ότι μία δύναμη σταθερή σε ισχύ και διεύθυνση, όπως η βαρύτητα που επενεργεί σ’ ένα σώμα, του εμβάλλει μια κίνηση επιταχυνόμενη. H ταχύτητα ενός σώματος, που πέφτει κατά απ” την επίδραση της βαρύτητας στο διάστημα, θα είναι περίπου δέκα μέτρα στο πρώτο δευτερόλεπτο, είκοσι μέτρα στο δεύτερο, τριάντα μέτρα στο τρίτο, κ.λπ. Θα ήταν εύκολο, αφήνοντας ένα σώμα να πέσει από πολύ ψηλά, να του δώσουμε τέτοια ταχύτητα, ώστε να είναι αρκετή για να τρυπήσει μια χαλύβδινη πλάκα.

Αν όμως η εξήγηση αυτή μπορεί να εφαρμοσθεί και στην ταχύτητα ενός συναισθήματος, που υπόκειται σε μια σταθερή δύναμη, δεν μας λέει γιατί τα αποτελέσματα της επιταχύνσεως διακόπτονται απότομα. Μια τέτοια διακοπή, δεν γίνεται κατανοητή παρά με την παρέμβαση φυσιολογικών ερμηνειών· δηλαδή δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η χαρά, όπως και ο πόνος, δεν μπορούν να ξεπεράσουν ορισμένα όρια και ότι κάθε υπερβολικά βίαιος ερεθισμός προκαλεί την παράλυση της αισθήσεως.

Ο οργανισμός μας δεν μπορεί να υποφέρει παρά ένα ορισμένο ανώτατο όριο χαράς, πόνου ή προσπάθειας, και ακόμα δεν θα μπορούσε να τα υποφέρει για πολύ καιρό. Το χέρι, που σφίγγει ένα δυναμόμετρο φτάνει έπειτα από λίγο στην εξάντληση της προσπάθειάς του και είναι αναγκασμένο να το αφήσει απότομα.

Όλες τις αναλογίες, που προσπαθούν να αποκαταστήσουν ανάμεσα στους νόμους, στους οποίους υπακούουν τα υλικά φαινόμενα και στους νόμους, που διέπουν την εξέλιξη των συναισθηματικών και μυστικιστικών στοιχείων, χωρίς αμφιβολία, μπορούμε να τις χαρακτηρίσουμε χονδροειδείς. Αναγκαστικά, έτσι θα συμβαίνει ως την ημέρα που ο μηχανισμός των εγκεφαλικών λειτουργιών θα είναι λιγότερο άγνωστος από σήμερα.

ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
ΚΟΙΝΟΣ ΠΑΡΟΝΟΜΑΣΤΗΣ

ΓΙΑΤΙ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΔΙΔΑΣΚΟΥΜΕ ΤΑ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ

Γράφει ο Ι.Θ.Κακριδής
 
Γιατί αλήθεια διδάσκουμε τα αρχαία ελληνικά στα παιδιά που θέλουμε να μορφώσουμε, σε τόσο πολλές ώρες μάλιστα; Τρεις είναι οι κύριοι λόγοι που μας υποχρεώνουν να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να επικοινωνήσουν όσο γίνεται περισσότερο με τον αρχαίο κόσμο.

Πρώτα απ’ όλα, γιατί είμαστε κι εμείς Έλληνες. Από τον καιρό του Ομήρου ως σήμερα έχουν περάσει κάπου δυο χιλιάδες εφτακόσια χρόνια. Στους αιώνες που κύλησαν οι Έλληνες βρεθήκαμε συχνά στο απόγειο τηςδόξας, άλλοτε πάλι στα χείλια μιας καταστροφής ανεπανόρθωτης∙ νικήσαμε και νικηθήκαμε αμέτρητες φορές∙ δοκιμάσαμε επιδρομές και σκλαβιές∙ αλλάξαμε θρησκεία∙ στους τελευταίους αιώνες η τεχνική επιστήμη μετασχημάτισε βασικά τη μορφή της ζωής μας∙ και όμως κρατηθήκαμε Έλληνες, με την ίδια γλώσσα‐φυσικά εξελιγμένη‐, με τα ίδια ιδανικά, τον ίδιο σε πολλά χαραχτήρα και με ένα πλήθος στοιχεία του πολιτισμού κληρονομημένα από τα προχριστιανικά χρόνια.
Στον πνευματικό τομέα κανένας λαός δεν μπορεί να προκόψει, αν αγνοεί την ιστορία του, γιατί άγνοια της ιστορίας θα πει άγνοια του ίδιου του ίδιου του εαυτού του. Είμαι Έλληνας, συνειδητός Έλληνας, αυτό θα πει, έχω αφομοιώσει μέσα μου την πνευματική ιστορία των Ελλήνων από τα μυκηναϊκά χρόνια ως σήμερα.

Ο δεύτερος λόγος που μας επιβάλλει να γνωρίσουμε την αρχαία πνευματική Ελλάδα είναι ότι είμαστε κι εμείς Ευρωπαίοι. Ολόκληρος ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός στηρίζεται στον αρχαίο Ελληνικό, με συνδετικό κρίκο τον ρωμαϊκό. Με τους άλλους Ευρωπαίους μας δένει βέβαια και ο Χριστιανισμός, όσο και να μας χωρίζουν ορισμένα δόγματα. Μα και ο Χριστιανισμός έπρεπε να δουλευτεί πρώτα με την Ελληνική σκέψη, για να μπορέσει ν’ απλώσει έπειτα στον ευρωπαϊκό χώρο. Η ρίζα του πολιτισμού των Ευρωπαίων όλων είναι ο αρχαίος ελληνικός στοχασμός και η τέχνη, γι’ αυτό δεν μπορεί να τα αγνοεί κανείς, αν θέλει να αισθάνεται πως πνευματικά ανήκει στην Ευρώπη.

Μα ο κυριότερος λόγος που δεν επιτρέπεται οι νέοι μας ν’ αγνοούν την αρχαίαν Ελλάδα είναι άλλος: στην Ελλάδα για πρώτη φορά στα χρονικά του κόσμου ανακαλύφτηκε ο άνθρωπος ως αξία αυτόνομη, ο άνθρωπος που θέλει να κρατιέται ελεύθερος από κάθε λογής σκλαβιά, και υλική και πνευματική. Μέσα στους λαούς που περιβάλλουν τον ελληνικό χώρο στα παλιά εκείνα χρόνια υπάρχουν πολλοί με μεγάλο πολιτισμό, πάνω απ’ όλους οι Αιγύπτιοι και οι Πέρσες. Οι λαοί όμως αυτοί ούτε γνωρίζουν ούτε θέλουν τον ελεύθερο άνθρωπο. Το απολυταρχικό τους σύστημα επιβάλλει στα άτομα να σκύβουν αδιαμαρτύρητα το κεφάλι μπροστά στο βασιλέα και στους θρησκευτικούς αρχηγούς.

Η ελεύθερη πράξη και η ελεύθερη σκέψη είναι άγνωστα στον εξωελληνικό κόσμο. Και οι Έλληνες; Πρώτοι αυτοί, σπρωγμένοι από μια δύναμη που βγαίνει από μέσα τους και μόνο, την δεσποτεία θα την μεταλλάξουν σε δημοκρατία, και από την άβουλη, ανεύθυνη μάζα του λαού θα πλάσουν μια κοινωνία από πολίτες ελεύθερους, που καθένας τους να νιώθει τον εαυτό του υπεύθυνο και για τη δική του και για των άλλων την προκοπή. Ο στοχασμός είναι κι αυτός ελεύθερος για τα πιο τολμηρά πετάματα του νου και της φαντασίας.

Ο Έλληνας είναι ο πρώτος, που ενώ ξέρει πως δεν μπορεί ατιμώρητα να ξεπεράσει τα σύνορα του ανθρώπου και να γίνει θεός, όμως κατέχεται από μια βαθιά αισιοδοξία για τις ανθρώπινες ικανότητες και είναι γεμάτος αγάπη για τον άνθρωπο, που τον πιστεύει ικανό να περάσει τις ατέλειές του και να γίνει αυτό που πρέπει να είναι−ο τέλειος άνθρωπος. Αυτή η πίστη στον τέλειον άνθρωπο, συνδυασμένη με το βαθύ καλλιτεχνικό αίσθημα που χαρακτηρίζει την ελληνική φυλή, δίνει στον αρχαίον Έλληνα τον πόθο και την ικανότητα να πλάσει πλήθος ιδανικές μορφές σε ό,τι καταπιάνεται με το νου, με τη φαντασία και με το χέρι:

Στις απέριττες μορφές που σχεδιάζουν οι τεχνίτες στα αγγεία της καθημερινής χρήσης, στη μεγάλη ζωγραφική, στην πλαστική του χαλκού και του μαρμάρου, πάνω απ’ όλα στο λόγο τους, και τον πεζό και τον ποιητικό. Αυτόν τον κόσμο θέλουμε να δώσουμε στα παιδιά μας, για να μορφωθούν∙ για να καλλιεργήσουν τη σκέψη τους αναλύοντας τη σκέψη των παλιών Ελλήνων∙ για να καλλιεργήσουν το καλλιτεχνικό τους αίσθημα μελετώντας ό,τι ωραίο έπλασε το χέρι και η φαντασία των προγόνων τους∙ για να μπορέσουν κι αυτοί να νιώσουν τον εαυτό τους αισιόδοξο, ελεύθερο και υπεύθυνο για τη μοίρα του ανθρώπου πάνω στη γη∙ προπαντός για να φουντώσει μέσα τους ο πόθος για τον τέλειον άνθρωπο.



ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
24 γράμματα
ΘΕΜΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

  Type rest of the post here

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

Γράφει ο Δημήτριος Διαμαντής
 Σχολικός Σύμβουλος Π.Ε. 1ης Εκπαιδευτικής Περιφέρειας Καρδίτσας, Διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου (Eπιστημονικό Bήμα, τ. 6, Ιούνιος 2006)
 
Η εκπαιδευτική πολιτική του Καποδίστρια αντικατόπτριζε τη νέα κοινωνική δομή και το νέο πολιτικό σύστημα που επιδίωκε να εγκαθιδρύσει στην Ελλάδα. Είχε μακροπρόθεσμους σκοπούς και στόχους και εντασσόταν στο ευρύτερο κυβερνητικό πρόγραμμα. Η παροχή ίσων ευκαιριών μόρφωσης σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες θα οδηγούσε σταδιακά στην πολιτική ωριμότητα και τη χειραφέτησή τους. Το περιεχόμενο της διδασκαλίας των μαθημάτων προσανατολίστηκε προς την ελληνοχριστιανική παράδοση και δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην εθνική διαπαιδαγώγηση, στη δημιουργία πολιτών-μελών εθνικού κράτους και στη σύζευξη θρησκείας και παιδείας, για την ανόρθωση του φρονήματος των πολιτών. Στο διάταγμα διορισμού των δασκάλων και των επιτρόπων του Ορφανοτροφείου ο Καποδίστριας επισημαίνει: Να καταστήσετε τους μαθητές «μετόχους των αγαθών της ηθικής και χριστιανικής αγωγής και της υγιούς στοιχειώδους παιδείας».
 Επίσης, σε επιστολή του προς τον έκτακτο επίτροπο Β. Σποράδων Αν. Λόντο είναι κατηγορηματικός για την ηθικοθρησκευτική αγωγή: «Μία πρέπει να είναι η αποστολή σας, η εξασφάλισις των δικαιωμάτων του ανθρώπου και η διά της παιδείας μόρφωσις των ηθών του, διά της οποίας θα αναδειχθή εις τον λοιπόν πεφωτισμένον κόσμον άξιος της ελευθερίας».
Ο Κοκκώνης, στενός συνεργάτης του Καποδίστρια, επισημαίνει σε άρθρα του, που δημοσιεύονται στην εφημερίδα «Αιγιναία», ότι βασικός σκοπός της εκπαίδευσης είναι να γνωρίσει ο μαθητής, μέσα από τα προγράμματα εκπαίδευσης και τη διδασκαλία, «τα προς τον Θεόν, τα προς εαυτόν, τα προς τον πλησίον και τα προς την κοινωνίαν καθήκοντα», ώστε να γίνει «ευσεβέστερος Χριστιανός, καλύτερος υιός, σύζυγος, πατήρ, φίλος, πολίτης, συνετώτερος άρχων ...».

Πιστεύοντας ότι η αγωγή έχει μεγαλύτερη αξία από τα πλούτη τονίζει ότι πρέπει«η κοινή ημών εκπαίδευσις να περιλάβη όλας τας αναγκαίας γνώσεις, αι ο ποίαι είναι χρήσιμαι προς την παιδείαν, ευπορίαν και πολιτικήν ευτυχίαν του έθνους μας». Από την ορθή πολιτική και κοινωνική αγωγή εξαρτώνται «η ιδία ευτυχία εκάστου πολίτου και η κοινή ευδαιμονία όλης της πολιτείας». Προτείνει «να συστηθή διδασκαλία βιωφελής και χρησίμη εις πάσαν μίαν τάξιν των πολιτών», ώστε οι μαθητές «να εξέρχωνται εις τον κόσμον εφωδιασμένοι με τας αναγκαιοτάτας και εις την χρηστήν διαβίωσιν γνώσεις, και τας ωφελίμους εις το οποίον μέλλουν να δοθώσιν επάγγελμα. Διότι η παιδεία δεν ωφελεί ουδέ τον παιδευόμενον ιδίως, ουδέ την πολιτείαν κοινώς, αν δεν γίνεται καταλλήλως και αρμοζόντως εις την τάξιν και το επάγγελμα καθενός πολίτου». Και καταλήγει: «Εκ της τοιαύτης σπουδής, της κατά σκοπόν του ωφελίμου εις πάσαν κατάστασιν και τάξιν των πολιτών γινομένης, κρέμονται εξ ενός μέρους η ευπορία και το ευ είναι του καθενός ιδίως· εκ δε του ετέρου, η ευνομία, η δύναμις και η πλουσιό της της πολιτείας»
Η εκπαιδευτική πολιτική του Καποδίστρια ήταν στραμμένη κυρίως στη στοιχειώδη εκπαίδευση και είχε ως προτεραιότητα τη στερέωση του δημόσιου σχολικού δικτύου. Η πολιτική αυτή καθόριζε σε μεγάλο βαθμό την κρατική αντίληψη, η οποία απηχούσε την ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Ο Καποδίστριας ενδιαφέρεται η εκπαίδευση να διαδοθεί σε ολόκληρο το λαό χωρίς ταξικές διακρίσεις και κυρίως στους αγρότες, για τους οποίους έτρεφε ιδιαίτερη συμπάθεια. Επιδίωξή του είναι να ιδρυθούν αλληλοδιδακτικά σχολεία σε όλες τις επαρχίες και, εάν είναι δυνατόν, και σε όλα τα χωριά. Γιατί, όπως υποστηρίζει και ο στενός συνεργάτης του Κοκκώνης, πρέπει τα παιδιά «των χωρικών μας να μην μένωσι και αυτά άμοιρα των μαθημάτων και της αναγνώσεως και γραφής, τα οποία είναι τα πρώτα βοηθήματα εις ανθρωπισμόν».
Ως εκπρόσωπος της «πεφωτισμένης δεσποτείας» ο Καποδίστριας «και μολονότι εμπνεόταν από την ιδέα της “λαϊκής διαπαιδαγώγησης” και πίστευε στην αξία του H.I. Pestalozzi», στάθηκε αποφασιστικός παράγοντας όχι μόνο στην προτεραιότητα που έδωσε στη λαϊκή παιδεία με δωρεάν εκπαίδευση, αλλά και στην αντιμετώπιση των αντίξοων δυσχερειών που επικρατούσαν την εποχή αυτή στην εκπαίδευση και την κοινωνία. Ο Κυβερνήτης δείχνει ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον για την οργάνωση και την ανάπτυξη της δημόσιας εκπαίδευσης και ιδιαίτερα της δημοτικής, την οποία θεωρούσε τον ακρογωνιαίο λίθο της ανοικοδόμησης ενός σύγχρονου και κυρίως φιλολαϊκού εκπαιδευτικού συστήματος.
            «Φιλοδοξία του ήταν να εξασφαλίσει μαζική και δωρεάν βασική μόρφωση στο λαό». Η προτεραιότητα που επέδειξε στην οργάνωση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης βρισκόταν σε άμεση συνάφεια με τις ελληνικές συνθήκες της εποχής.
Σύμφωνα με τις παιδαγωγικές του αντιλήψεις, οι νέοι έπρεπε πρώτα να αποκτήσουν τις εγκύκλιες γνώσεις και στη συνέχεια να σπουδάσουν επιστήμες και να μάθουν τέχνες. Πίστευε ότι ο λαός μας, που στην πλειοψηφία του ήταν αναλφάβητος, τότε μόνο θα προόδευε, αν κατόρθωνε να αποκτήσει μια καλή στοιχειώδη εκπαίδευση και στη συνέχεια ένα επάγγελμα που θα τον βοηθούσε να ζήσει. Γι’ αυτό η στοιχειώδης εκπαίδευση ήταν υποχρεωτική για όλους τους μαθητές.
Το ενδιαφέρον της πολιτείας στρεφόταν όχι σε μεμονωμένους τομείς της σχολικής δραστηριότητας αλλά στη συνολική διάσταση του σχολείου, την αναφερόμενη στις μαθησιακές δραστηριότητες, τη διοικητική οργάνωση, το περιβάλλον, τον προγραμματισμό, τους εκπαιδευτικούς και εκπαιδευόμενους, τα βιβλία και τα προγράμματα διδασκαλίας. Με τη θέσπιση νομικού πλαισίου προώθησε την αγωγή, τη μόρφωση και την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών λειτουργών.
Ο κρατικός εκπαιδευτικός προγραμματισμός κατά τον Κυβερνήτη δεν αφορούσε μόνο τη σπουδάζουσα νεολαία αλλά και τους ενήλικες. Οι νέοι διαπαιδαγωγούνταν με τη φοίτηση στα σχολεία, παρακολουθώντας τα εκπαιδευτικά προγράμματα, ενώ οι ενήλικες στο χώρο εργασίας.
Η πατερναλιστική πολιτική του Καποδίστρια προσέδωσε στην εκπαίδευση χαρακτήρα έντονα φιλανθρωπικό και σωφρονιστικό. Η πολιτεία, μέσα από την εκπαίδευση, δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη διαδικασία της κοινωνικής ένταξης των νέων, την προετοιμασία τους για την αγορά εργασίας και την ανάληψη
Το εκπαιδευτικό του πρόγραμμα ο Καποδίστριας το στήριξε στην πραγματικότητα της εποχής του και την ελληνική, πάντοτε στο ευρύτερο πλαίσιο της εσωτερικής του πολιτικής. Η εκπαιδευτική πολιτική που ακολούθησε διατυπώνεται στο διάγγελμα που απεύθυνε στη Δ’ Εθνική Συνέλευση, στις 30 Ιουλίου 1829.  Στόχος του ήταν να ενισχύσει τα αλληλοδιδακτικά σχολεία, να συστήσει «σχολεία τυπικά» και παράλληλα να ιδρύσει «σχολεία ανωτέρας τάξεως διά τους νέους έλληνας, τόσον τους αφιερωθησομένους εις τα εκκλησιαστικά, όσο και εις τους μέλλοντας να υπηρετήσουν την πατρίδα, εις τα πολιτικά ή να διατρέξουν το στάδιον των επιστημών, των τεχνών και της φιλολογίας».
Επηρεασμένος από τις παιδαγωγικές αρχές του Pestalozzi, συγκεντρώνει την προσπάθειά του στη στοιχειώδη εκπαίδευση με επαγγελματική προοπτική. Πίστευε ότι το βάθρο πάνω στο οποίο θα έπρεπε να στηρίξει την εκπαιδευτική του πολιτική είναι η σχέση εκπαίδευσης-παραγωγής. Για την ομοιογενή οργάνωση της λαϊκής παιδείας σε μία ενιαία μεθοδολογική αρχή επιλέχτηκε η αλληλοδιδακτική μέθοδος, που είχε εισηγηθεί η «επί της προπαιδείας» επιτροπή. Πρωταρχικός του στόχος ήταν η οργάνωση της παιδείας και η εκπόνηση γενικού εκπαιδευτικού προγράμματος.
Σύμφωνα με την αλληλοδιδακτική μέθοδο, ο μοναδικός δάσκαλος του αλληλοδιδακτικού σχολείου δίδασκε συγχρόνως όλους τους μαθητές, με τη βοήθεια των «πρωτόσχολων», οι οποίοι επιλέγονταν από τον ίδιο με τη βοήθεια των μαθητών της τάξης ή του σχολείου, και έπρεπε να διακρίνονται για την ικανότητα να διευθύνουν τους συμμαθητές τους, την επίδοση στα μαθήματα και τη διαγωγή τους. Οι πρωτόσχολοι αντί για διδακτικά βιβλία είχαν πίνακες κρεμασμένους στους τοίχους, που πάνω τους ήταν γραμμένα κείμενα από διάφορα μαθήματα. Αναλάμβαναν την υπαγόρευση των μαθημάτων και ακόμα την ανάλυση και ερμηνεία των νέων γνωστικών ενοτήτων. Ο δάσκαλος που είχε το ρόλο του γενικού ρυθμιστή της σχολικής ζωής περιοριζόταν σε καθήκοντα συνοπτικής ενημέρωσης των πρωτόσχολων για τα μαθήματα που θα δίδασκαν, επιτήρησης και εξέτασης των μαθητών, διδάσκοντας ελάχιστα σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Κατά τη διδασκαλία επικρατούσε σιγή, όχι μόνο από την πλευρά των μαθητών αλλά και από την πλευρά του δασκάλου. «Ας μη στοχάζεται ο διδάσκαλος ότι πρέπει να λαλή πολύ ή να φωνάζη μεγαλοφώνως, διά να σιγήσωσιν οι μαθηταί του ... πρέπει οι λόγοι του διδασκάλου να ήναι σπάνιοι. τότε λαλών, ακούεται ...Διά της επιμόνου διατηρήσεως της σιωπής θέλει έχει τις και σχολείον εύτακτον.Περιπλέον αύτη είναι ο ουσιώδης κανών εις εν σχολείον ...».
Το αλληλοδιδακτικό σχολείο ήθελε το δάσκαλο «δραστικόν, προικισμένον με χαρακτήρος ευστάθειαν, αγαπώντα την ευταξίαν, αφοσιωμένον εις το επάγγελμά του, το οποίον πρέπει να εναγκαλισθή κατά τινα ιδίαν κλίσιν προς αυτό. Πρέπει να ευχαριστήται να ήναι αναμέσον των παιδίων, και να καταδέχεται να συγκαταβαίνη χάριν αυτών και εις τα παραμικρά πράγματα. Αν δεν έχη τα προτερήματα ταύτα, ας έμβη εις κανέν άλλο στάδιο. εις το διδασκαλικόν δεν θέλει κάμει κανέν όφελος».
Έξι ήταν τα κύρια μαθήματα στη στοιχειώδη εκπαίδευση: γραφή, ανάγνωση, αριθμητική, γραμματική, χριστιανική διδασκαλία και γραμμική ιχνογραφία.
Η Κυβέρνηση εκτός από τους πίνακες ανάγνωσης έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον για τη σύνταξη και μετάφραση βασικών βιβλίων για τα αλληλοδιδακτικά σχολεία. Ο Νικητόπουλος παρουσίασε στην επιτροπή τη γραμματική του και την περίληψη του ιερού Ευαγγελίου. Στο Eθνικό Τυπογραφείο της Αίγινας τυπώνονται τρία τεύχη θρησκευτικής αγωγής με τον τίτλο «Χριστιανικής διδασκαλίας μάθημα», τα οποία περιλάμβαναν το προσευχητάριο, τη σύνοψη ιερής Ιστορίας και τη σύνοψη ιερής κατήχησης. Το Καλοκαίρι του 1831 εκτυπώθηκε η «Διδασκαλία της γραμμικής ιχνογραφίας». Επειδή όμως τα βιβλία αυτά δεν κάλυπταν τις ανάγκες των αλληλοδιδακτικών σχολείων, η κυβέρνηση προχώρησε στην αγορά και άλλων βιβλίων ιδιωτικών εκδόσεων. Σπουδαιότερη όμως πηγή συγκέντρωσης βιβλίων αποτέλεσαν οι δωρεές από διάφορες πηγές και ιδίως από συνεργάτες και φίλους του Καποδίστρια, όπως οι αδελφοί Ζωσιμά, ο Παν. Κοδρικάς, ο Χριστόφ. Σακελλάριος, ο Ν. Βάμβας, ο Π. Δάρβαρης, ο Ν. Δούκας, ο Κ. Οικονόμου κ.ά. Τα βιβλία αυτά συγκεντρώθηκαν στη βιβλιοθήκη του Ορφανοτροφείου, όπου μέσω του εφόρου της και της γραμματείας αποστέλλονταν στα αλληλοδιδακτικά σχολεία.
Οι δάσκαλοι των αλληλοδιδακτικών σχολείων, ανάλογα με τις γνώσεις που κατείχαν, διακρίνονταν σε τρεις βαθμούς: πρώτου, δεύτερου και τρίτου. Διορίζονταν από την Κυβέρνηση και ο μισθός τους ήταν ανάλογος με το βαθμό που κατείχαν.35
Τη γενική εποπτεία των σχολείων ασκούσε η Γραμματεία «Επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως» και η «Επί της Προπαιδείας Επιτροπή». Εποπτεία, επίσης, ασκούσαν και τα κυβερνητικά όργανα, οι διοικητές και οι έκτακτοι επίτροποι των επαρχιών του Κράτους, καθώς και οι επιθεωρητές εκπαίδευσης, ενώ από τις τοπικές κοινωνίες οι επαρχιακές δημογεροντίες, οι σχολικές εφορίες, οι επιτροπές και άλλα έγκριτα πρόσωπα που διόριζε η Κυβέρνηση.
Ο Καποδίστριας έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για τη μόρφωση της γυναίκας. Παρόλο που η πρόθεσή του και των συνεργατών του ήταν η συνεκπαίδευση των αγοριών και των κοριτσιών, εντούτοις η φοίτηση των κοριτσιών σε μεικτά σχολεία ήταν μικρή και σποραδική με εξαίρεση το σχολείο της Τήνου, όπου το 34% του μαθητικού δυναμικού ήταν κορίτσια.
Οι γονείς της εποχής αυτής και ιδιαίτερα της εύπορης τάξης έστελναν τα κορίτσια τους σε αμιγή ιδιωτικά αλληλοδιδακτικά σχολεία, τα Παρθεναγωγεία, ώστε να διαπαιδαγωγούνται, κατά την άποψή τους, απερίσπαστα. Την ίδρυση ιδιωτικών σχολείων νομικά στήριζε και το Σύνταγμα της Τροιζήνας, και ο Κυβερνήτης, όπως φαίνεται, δεν αντιδρούσε στη λειτουργία τους. Σκοπός της γυναικείας εκπαίδευσης, κατά τους συνεργάτες του Καποδίστρια, ήταν «να δαμασθεί η παχυλή αμάθεια των κοριτσιών, χωρίς να αμφισβητηθεί η διαφοροποίηση των δύο φύλων, δεδομένου ότι δίνουν έμφαση στην οικιακή ευδαιμονία και στην αρετή, στη μητρότητα και στη γυναικεία φύση».
Ο Κυβερνήτης γνωρίζοντας την ελληνική πραγματικότητα έθεσε ως πρώτο στόχο την ίδρυση και λειτουργία σχολείων της πρωτοβάθμιας λαϊκής (δημοτικής) εκπαίδευσης, τα οποία θα βοηθούσαν το λαό να ανυψωθεί πνευματικά, ηθικά και βιοτικά,  στις πολύ δύσκολες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Παράλληλα, θα προχωρούσε σταδιακά, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις και την υποδομή για την οργάνωση και επέκταση του εκπαιδευτικού οικοδομήματος μέχρι και την ανώτατη βαθμίδα, αφού, όπως είναι γνωστό, δεν έλειψαν οι προσπάθειές του για την ίδρυση Πανεπιστημίου στην Ηπειρωτική Ελλάδα. Είναι, εξάλλου, χαρακτηριστική η άποψη του Ν. Δραγούμη για την εκπαιδευτική φιλοσοφία του Καποδίστρια: «Την δημοτικήν αγωγήν θηρεύων δεν εθήρευεν σκοπόν και τέρμα της όλης εκπαιδεύσεως, αλλ’ ως προστοιχείωσιν εις ανωτέραν βαθμίδαν». Ο πρόωρος όμως θάνατός του δεν του επέτρεψε να ολοκληρώσει το έργο του.
Επίλογος
Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους, έπρεπε το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα να οργανωθεί από την αρχή. Ο Καποδίστριας έδειξε ζωηρό ενδιαφέρον για την εκπόνηση και σύνταξη ενός γενικού σχεδίου εκπαιδευτικού προγράμματος, ζητώντας συγχρόνως το ενδιαφέρον και τη βοήθεια των Ελλήνων για την πνευματική αναγέννηση του τόπου και τη μόρφωση των παιδιών τους. Η εκπαιδευτική του πολιτική αντικατόπτριζε τη νέα κοινωνική δομή και το νέο πολιτικό σύστημα που επιδίωκε να εγκαθιδρύσει στην Ελλάδα. Είχε μακροπρόθεσμους σκοπούς και στόχους και εντασσόταν στο ευρύτερο κυβερνητικό πρόγραμμα. Η παροχή ίσων ευκαιριών μάθησης σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες θα οδηγούσε σταδιακά στην πολιτική ωριμότητα και τη χειραφέτησή τους. Το περιεχόμενο της διδασκαλίας των μαθημάτων προσανατολίστηκε προς την ελληνοχριστιανική παράδοση και δόθηκε ιδιαίτερη βαρύτητα στην εθνική διαπαιδαγώγηση, στη δημιουργία πολιτών μελών εθνικού Κράτους και στη σύζευξη θρησκείας και παιδείας για την ανόρθωση του φρονήματος των πολιτών. Ο Κυβερνήτης δείχνει ξεχωριστό ενδιαφέρον για την οργάνωση και την ανάπτυξη της δημόσιας εκπαίδευσης.
Φιλοδοξία του ήταν να εξασφαλίσει μαζική και δωρεάν βασική μόρφωση στο λαό. Μέσα από την εκπαίδευση, στην οποία προσέδωσε χαρακτήρα έντονα φιλανθρωπικό και σωφρονιστικό, δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη διαδικασία της κοινωνικής ένταξης των νέων, την προετοιμασία τους για την αγορά εργασίας και την ανάληψη κοινωνικών ρόλων.__
 
http://www.ioannis-kapodistrias.gr/2013/04/blog-post_26.html