Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015

ΟΙ ΒΛΑΧΟΙ ΤΗΣ ΒΕΡΟΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΟΚΡΑΤΙΑΣ

Του Αθανασίου Γ. Βουδούρη. Από το βιβλίο “ΕΠΙΣΚΟΠΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΒΕΡΟΙΑΣ ΚΑΙ ΝΑΟΥΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΟΚΡΑΤΙΑΣ”
 
Η Βέροια είναι μία από τις ελάχιστες πόλεις του ελληνισμού η οποία διατήρησε αναλλοίωτο το όνομά της από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα. Υπήρξε μία από τις σημαντικότερες πόλεις του κράτους των Μακεδόνων, καθώς αποτέλεσε έδρα του «Κοινού των Μακεδόνων» και απέκτησε δύο φορές τον τίτλο της «Νεωκόρου».  Κατά τα έτη 50 ή 51 μ. Χ. επισκέφθηκε την πόλη ο Απόστολος των εθνών Παύλος, ο οποίος διέδωσε την πίστη του Χριστού στους κατοίκους της πόλης, ιδρύοντας μάλιστα και την τοπική εκκλησία της. 1
Η πόλη γνώρισε μεγάλη ακμή και κατά την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, διατηρώντας στενές σχέσεις τόσο με την γειτονική Θεσσαλονίκη όσο και με την Κωνσταντινούπολη.
Τελικά, η Βέροια καταλήφθηκε από τους Τούρκους κατά το έτος 1430, ύστερα από πολλές πολιορκίες. Όπως είναι φυσικό η κατάληψη της πόλεως είχε ως αποτέλεσμα να σημειωθούν ραγδαίες αλλαγές σε όλους τους τομείς του κοινωνικού και ιδιωτικού βίου των κατοίκων. Τόσο τα σωζόμενα αρχαιολογικά ευρήματα της περιοχής, όσο και οι ελάχιστες αλλά σημαντικές γραπτές πληροφορίες, μαρτυρούν ότι η πόλη της Βέροιας, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος της επαρχίας, παραδόθηκε στους Τούρκους ειρηνικά. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι οι κάτοικοι της περιοχής διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό αρκετές από τις ελευθερίες τους, συνεχίζοντας μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις να ζουν σχεδόν ανενόχλητοι στις πατρογονικές τους εστίες. Παρά το γεγονός αυτό όμως, οι νέες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, που επιβλήθηκαν στην περιοχή, είχαν ως αποτέλεσμα να σημειωθούν σημαντικές και ραγδαίες μεταβολές. Κατά την περίοδο λοιπόν αυτή, ο υπόδουλος ελληνισμός άρχισε να εγκαταλείπει τις πεδινές περιοχές και τα αστικά κέντρα, αναζητώντας κατοικία σε ορεινές, προκειμένου να αποφύγει την άμεση δεσποτική εξουσία του κατακτητή. Αρκετά από τα χωριά της επαρχίας Βεροίας, κτίστηκαν ή αναπτύχθηκαν κατά τα πρώτα χρόνια της τουρκικής κυριαρχίας στον ελλαδικό χώρο. 2
Μέσα στον ελλαδικό χώρο οι πεδινές περιοχές, τα χωριά και οι κωμοπόλεις εγκαταλείπονται και ερημώνονται. Οι ελληνικοί πληθυσμοί βρήκαν καταφύγιο στις ελεύθερες ή ακόμη και στις φραγκοκρατούμενες χώρες καθώς και στους ορεινούς όγκους του Βερμίου, του Γράμμου, του Ολύμπου και του Πηλίου.3 Ο φόβος της αιχμαλωσίας, της δολοφονίας και της ατιμώσεως έτρεψε τους κατοίκους της Βεροίας και κυρίως των χωριών της περιοχής της στα γειτονικά όρη και στα δάση των βουνών.4 Στα ορεινά αυτά γεωγραφικά τμήματα, στα νέα χωριά και τις κωμοπόλεις που κτίζονταν στις πλαγιές των βουνών, ο ελληνισμός αντιμετώπιζε νέες συνθήκες ζωής. Το πρόβλημα της επιβιώσεως θεωρούνταν η βασικότερη απασχόλησή του. Κατά την παραμονή τους στα ορεινά και απρόσιτα μέρη, οι Έλληνες αντιμετώπιζαν τεράστιες δυσκολίες. Η λιτή διαβίωση τους υπέβαλε σε ποικίλες στερήσεις. Η ανάπτυξη της κτηνοτροφίας έγινε ο κύριος πόρος της διατροφής τους. Οι συνεχείς αυτές μετακινήσεις προς τα ορεινά, είχαν ως συνέπεια την αραίωση των ελληνικών πληθυσμών των πεδιάδων και την πυκνοκατοίκησή τους από Τούρκους, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία νέων συνθηκών διαβιώσεως για τους υποταγμένους και την σημαντική αλλοίωση της εθνολογικής συνθέσεως της περιοχής. Ωστόσο τα βουνά απετέλεσαν για τους Έλληνες τη μοναδική πηγή σωτηρίας κατά την Τουρκοκρατία και εκεί στάθηκε δυνατό να αναπτύξουν τους ένοπλους αντιστασιακούς πυρήνες, όπου σύντομα άρχισαν να οργανώνονται, για να στραφούν εναντίον του Τούρκου δυνάστη. Η τοπική εκκλησία της Βέροιας διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο και στην οργάνωση και στελέχωση ενόπλων σωμάτων με σκοπό την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Στο βορειοδυτικό μακεδονικό χώρο, που το έδαφός του θεωρείται ιδιαίτερα πρόσφορο για την απαλλαγή του χριστιανικού στοιχείου από τον αβάσταχτο ζυγό, συσσωρεύτηκαν μεγάλες μάζες Ελλήνων, οι οποίες αγωνίζονταν να διατηρήσουν την εθνική συνείδησή τους. Παρά τις αλλεπάλληλες επιδρομές και λεηλασίες αλβανικών και ελληνικών ληστρικών συμμοριών, αλλά και τις καταπιέσεις των τουρκικών στρατιωτικών αρχών, το ελληνικό στοιχείο κατάφερε να επιβιώσει κυρίως στους ορεινούς όγκους και να αναπτύξει νέες μορφές πολιτικής και οικονομικής δραστηριότητας.5
Πολλά από αυτά τα χωριά σύντομα αναπτύχθηκαν και έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην μετέπειτα εξέλιξη της περιοχής, σε πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο. Στις αρχές του 19ου αιώνα, μερικά από τα σημαντικότερα χωριά της επαρχίας Βεροίας ήταν το Σέλι με 800 οικογένειες, η Σκοτίνα με 120 οικογένειες, η Μαρούσια με 70 οικογένειες, το Τσόρνοβο με 65 οικογένειες, το Αρκουδοχώρι, το Διχαλεύρι, η Διαβόρνιτσα, το Χωροπάνι (Στενήμαχος), τα Μονόσπιτα, Άνω και Κάτω Κοπανός, η Γιάντσιστα, το Ζερβοχώρι, οι δύο Βέστιστες και το Γκολισιάνι (Γυμνοχώρι). 6 Οι κάτοικοι των χωριών Μαρούσιας, Σελίου, Σκοτίνας, Τσορνόβου, Αρκουδοχωρίου, Διαβορνίτσης, Διχαλευρίου και Χωροπανίου, μιλούσαν αποκλειστικά την ελληνική γλώσσα, αν και ορισμένοι από τους κατοίκους τους γνώριζαν και την τουρκική,7 σε αντίθεση με τους κατοίκους των άλλων χωριών της ευρύτερης περιοχής, στα οποία μιλούσαν την λεγόμενη «σλαβομακεδονική», εκτός από το χωριό Κουτσούφλιανη στο οποίο μιλούσαν την βλάχικη διάλεκτο. Τα προμνημονευθέντα χωριά βρίσκονταν σε στενή σχέση (κυρίως εμπορική) και επικοινωνία με τις δύο μεγάλες πόλεις της περιοχής, τη Βέροια και τη Νάουσα, χωρίς όμως να έρχονται συχνά σε σχέσεις επιγαμίας. Τα περισσότερα προϊόντα τους τα διέθεταν στην Νάουσα και από εκεί πολλά από αυτά μεταφέρονταν και σε άλλες αγορές της Ελλάδας και του εξωτερικού. Οι Σελιώτες διενεργούσαν εμπόριο βαμβακερών και μεταξωτών υφασμάτων, ενώ οι Σκοτινιώτες ασχολούνταν κυρίως με τη λαναροποιΐα και διακρίνονταν για την λιτότητα, την εγκράτεια και την οικονομία τους. Οι κάτοικοι των χωριών Τσορνόβου, Αρκουδοχωρίου και Μαρούσιας, ασχολούνταν κυρίως με την κτηνοτροφία, την υλοτομία (ξυλική οικοδομών, καύσεως και εργαλείων γεωργικών, υφαντικών κ.α.), την ανθρακοποιία και τη γεωργία. Οι κάτοικοι των χωριών του κάμπου, τα οποία ήταν στην πλειοψηφία τους ιδιοκτησία των Τούρκων Μπέηδων, εργαζόταν στα χωράφια των κυρίων τους.8
Η πολιτική και οικονομική κατάσταση πολλών από τα χωριά της επαρχίας Βεροίας και Ναούσης λαμβάνει νέα μορφή, ύστερα από την αύξηση της επικυριαρχίας του Αλή – Πασά των Ιωαννίνων ως τον Αξιό ποταμό. Ο Αλής ήδη από το 1804, ασκούσε την εξουσία Γενικού Επόπτη των Δερβενιών επί της Ηπείρου, της Νοτίου Αλβανίας, της Θεσσαλίας και της Δυτικής Μακεδονίας, λαμβάνοντας επιχορήγηση από τους Καζάδες Βεροίας και Ναούσης ως Βαλής της Ρούμελης. Από την Βέροια ελάμβανε το ποσό των 6.000 γροσίων και από τη Νάουσα το ποσό των 4.000 γροσίων. Ο Αλής από το 1804 ως το 1820, κατείχε τα τσιφλίκια της περιφέρειας Βεροίας και Ναούσης, Μικρογούζι, Αγία Μαρίνα, Νησί, Μικρό και Μεγάλο Αλαμπόρι, Τουρκοχώρι, Διαβόρνιτσα, Κρεββατά, Άμμο, Λυκοβίστα, Τριχοβίτσα, Γιάντσιστα, Χωροπάνι, Άνω και Κάτω Κοπανό, Βέστιστα, Μονόσπιτα και Νεοχώρι, τα οποία ήταν υποχρεωμένα να καταβάλουν στον Αλή ετήσιο φόρο.9 Προς τα τέλη του 18ου αιώνος και στις αρχές του 19ου, είχαν πλέον δημιουργηθεί στην περιοχή της κεντροδυτικής Μακεδονίας οι κατάλληλες συνθήκες για την οργάνωση και την εκκίνηση του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων. Ήδη η ιδέα του ξεσηκωμού είχε ωριμάσει στους κατοίκους της επαρχίας από το δεύτερο τουλάχιστον μισό του 18ου αιώνα, όταν με πρωτοστάτη τον Μητροπολίτη Βεροίας Δανιήλ είχαν δημιουργηθεί στην περιοχή ένοπλοι πυρήνες.10 Προς την κατεύθυνση αυτή, την οργάνωση δηλαδή επαναστατικών ελληνικών πυρήνων στην περιοχή, συνέβαλε και ο εμφύλιος πόλεμος που είχε ξεσπάσει μεταξύ των Τούρκων αγάδων της επαρχίας περί το 1758.11 Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα την χαλάρωση των σκληρών μέτρων προς τους χριστιανούς υπηκόους της επαρχίας, οι οποίοι έβρισκαν ευκαιρία να έρχονται σε επαφές με επαναστάτες άλλων περιοχών.12 Αρκετά χρόνια πριν από την επανάσταση του 1822 οι Έλληνες οπλαρχηγοί της περιοχής κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ετοιμοπόλεμα τμήματα ανταρτών και να τα ενισχύσουν με όπλα και πυρομαχικά.13 Εξάλλου ήδη, όπως προαναφέραμε, κατά τη διάρκεια του 18ου αιώνα επιχειρήθηκαν στην περιοχή αρκετές επαναστατικές προσπάθειες, χωρίς όμως θετικά αποτελέσματα. Σε μεγάλο βαθμό σημαντική στην οργάνωση του ξεσηκωμού ήταν η συμβολή των απλών ανθρώπων της υπαίθρου. Οι κάτοικοι των χωριών Άνω και Κάτω Κοπανού, Γιάντσιστας, Βέστιστας, Ζερβοχωρίου και άλλων χωριών του κάμπου, στρατολογήθηκαν από τους οπλαρχηγούς Αργύριο Καραμπατάκη και Τσέρνο – Πέτρη. Οι κάτοικοι των χωριών Διχαλευρίου, Αρκουδοχωρίου, Τσορνόβου, Μαρούσιας και Σκοτίνας, έλαβαν μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα υπό την αρχηγία του Δημητρίου (Τσάμη) Καρατάσου, καθώς επίσης και οι κάτοικοι των υπολοίπων χωριών μοιράστηκαν σε διάφορα άλλα επαναστατικά σώματα της περιοχής.14
Λόγω της γενίκευσης της επαναστάσεως στην περιοχή και της αδυναμίας της τοπικής τουρκικής φρουράς για την καταστολή της, εκστράτευσε εναντίον των επαναστατών της περιοχής ο Τούρκος Στρατάρχης Εμπού – Λουμπούτ Πασάς με μεγάλη στρατιωτική δύναμη. 15 Σύντομα πάνω από 10.000 Τούρκοι πολιόρκησαν τη Νάουσα,16 η οποία πέφτει τελικά ύστερα από τις ηρωικές μάχες τον κατοίκων της, τον Απρίλιο του 1822.17 Η πόλη κυριολεκτικά καταστρέφεται και όσοι κατόρθωσαν να γλιτώσουν τον θάνατο οδηγούνται στις φυλακές και στα σκλαβοπάζαρα της Θεσσαλονίκης, όπου τους περιμένουν φρικτά βασανιστήρια.18 Η καταστροφική μανία των Τούρκων δεν σταμάτησε με την ισοπέδωση της Ναούσης αλλά επεκτάθηκε και στα γύρω χωριά, όχι μόνο σε όσα συμμετείχαν στον αγώνα, αλλά σε όλα τα χωριά της επαρχίας Βεροίας και Ναούσης, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Φιλιππίδης.19 Τα περισσότερα από τα χωριά και τους συνοικισμούς της επαρχίας Βεροίας και Ναούσης, έγιναν παρανάλωμα του πυρός.20 Τα χωριά Μαρούσια, Τσόρνοβο, Αρκουδοχώρι, Κουστοχώρι, Γραμματίκοβο, Δαρζήλοβο, Οσλιάνη, Γιαννάκοβο, Τσαρμορίνοβο, Επισκοπή, Κουτσούφλιανη, Διχαλεύρι, Γύμνοβο, Ξηρολείβαδο, Μέγα ‐ Ρεύμα (Γολέμα – Ρέκα), Λευκόνερο (Μπέλα – Βόδα), Περισιόριο, Σέλια, Σκοτίνα, Ντουρμάνι, Τόπλιανη, Ξηρολείβαδο, Σταριπότι, Αϊ -Γιάννης, Άνω και κάτω Λοζίτσι, Κότζκας, Άνω και κάτω Κοπανός, Νεοχώρι, Γκολισιάνη, Τουρκοχώρι, Διαβόρνιτσα, Κατρανίτσα, Φραγκόσι, κ.α. καταστράφηκαν ολοκληρωτικά και οι περισσότεροι από τους κατοίκους είτε θανατώθηκαν, είτε πουλήθηκαν ως δούλοι.21 Πολλά χωριά της επαρχίας όπως η Μαρούσια, η Σκοτίνα, το Διχαλεύρι, το Ντουρμάνι κ.α. εξαφανίστηκαν για πάντα. Ορισμένα από αυτά επανακατοικήθηκαν μετά από λίγα χρόνια (περί το 1830), αφού δόθηκε από τις τουρκικές αρχές γενική αμνηστία. Μετά από την επανάσταση του 1822 και την καταστροφή της Νάουσας και των χωριών της επαρχίας, πραγματοποιήθηκε κάποια προσπάθεια επανακατοικήσεως της περιοχής του Βερμίου κυρίως από ελληνοβλάχους κτηνοτρόφους, οι οποίοι κατά την εποχή εκείνη μετανάστευαν από τις δυσπρόσιτες περιοχές της Ηπείρου σε περιοχές της Κεντρικής Μακεδονίας. Το μεγάλο μεταναστευτικό κύμα πληθυσμών από τις περιοχές της Δυτικής Μακεδονίας και της Ηπείρου, συνδέεται άμεσα με τις αυθαιρεσίες και τη σκληρότητα του Αλή – Πασά των Ιωαννίνων προς τους χριστιανούς υπηκόους του. Όταν μετά το 1778 ο Αλή – Πασάς άρχισε σταδιακά να εξαπλώνει τη δύναμη και την επικυριαρχία του σε διάφορες περιοχές, φαίνεται ότι τα ημινομαδικά βλαχοχώρια των Γρεβενών παρόλες τις κατά καιρούς αντίξοες συνθήκες, είχαν συγκεντρώσει αρκετά μεγάλο αριθμό κατοίκων. Ο Αλή – Πασάς κατόρθωσε να εξουδετερώσει τους διαφόρους αρματολούς που δεν συνεργαζόταν μαζί του και που θα μπορούσαν στην πορεία να σταθούν εμπόδιο στα σχέδιά του. Όμως αν και τελικά ο Αλής κατόρθωσε να κάμψει την αντίσταση των βλαχοχωριών των Γρεβενών, ωστόσο δεν κατόρθωσε να μετατρέψει σε τσιφλίκι του κανένα από τα μεγάλα ημινομαδικά βλαχοχώρια (Σαμαρίνα, Περιβόλι, Αβδέλλα, Σμίξη). Έτσι υπ’ αυτές τις συνθήκες άρχισαν να σημειώνονται σταδιακά και κατά κύματα έξοδοι από αυτά τα χωριά, αν και δεν εγκαταλείφθηκαν τελείως όπως συνέβη σε άλλες περιπτώσεις. Αυτοί που αρχικά έφυγαν, ήταν όσοι κινδύνευαν περισσότερο από τις διαθέσεις και τις τακτικές του Αλή.22
Όπως συνέβη στις περιπτώσεις των περισσοτέρων ημινομαδικών βλαχοχωριών των Γρεβενών, έτσι και στο χωριό Αβδέλλα οι έξοδοι σημειώθηκαν σταδιακά και κατά κύματα. Ένα μεγάλο κύμα φυγάδων από την Αβδέλλα ξεκίνησε το ταξίδι της περιπλάνησης κατά το έτος 1819. Ύστερα από συνέλευση πολλών τσελιγκάδων από τα ημινομαδικά βλαχοχώρια των Γρεβενών, που έγινε στην Αβδέλλα το καλοκαίρι του 1819, τα τσελιγκάτα των Μπαρδαλέξη, Ζεάνα Ντάσου, Βέρου και μέρος της οικογενείας Καραγιάννη μαζί με τα κοπάδια τους, πήραν κρυφά τον δρόμο για την περιοχή του Αξιού ποταμού με σκοπό να βρεθούν όσο το δυνατόν πιο μακριά από τα όρια της γεωγραφικής διοίκησης του Αλή. Στην έξοδο αυτή πήραν μέρος περίπου 200 οικογένειες με αρχηγό τον αρχιτσέλιγκα Μπαρδαλέξη. Ανάμεσά τους υπήρχε και ένα φαλκάρι από τη Σμίξη. Αφού πέρασαν το Βέρμιο και διέσχισαν τον Αξιό, εγκαταστάθηκαν αρχικά για δύο χρόνια κατά τους καλοκαιρινούς μήνες στο όρος Κερκίνη ή Μπέλλες κοντά στα Άνω Πορόια και τους χειμερινούς μήνες κατέβαιναν στη χερσόνησο της Κασσάνδρας. Όπως πληροφορούμαστε από τις αναμνήσεις του Γιώτη (Παναγιώτη) Ναούμ για τους βλάχους της Ηπείρου και της Μακεδονίας στη διάρκεια του 19ου αιώνα, το 1822 ο Μπαρδαλέξης και οι Αβδελλιάτες ζήτησαν και πήραν την άδεια να εγκατασταθούν στο Βέρμιο.23 Ο Αλή – Πασάς είχε πλέον σκοτωθεί και τα χωριά του Βερμίου είχαν καταστραφεί και ερημωθεί μετά από την επανάσταση της Ναούσης και της ευρύτερης περιοχής. Έτσι το 1822 έστησαν τις θερινές καλύβες τους στα λιβάδια των κατεστραμμένων χωριών Σέλι, Σκοτίνα και Μαρούσια, δημιουργώντας τους πρώτους πυρήνες για τις νεότερες βλαχικές εγκαταστάσεις στο Βέρμιο και των περιοχών Βεροίας και Ναούσης. Σ’ αυτή την ομάδα των Αβδελλιατών προστέθηκαν διαδοχικά μέσα στις επόμενες δεκαετίες και άλλα φαλκάρια απ’ την Αβδέλλα, τη Σαμαρίνα, το Περιβόλι και τη Σμίξη. Όλοι μαζί συνέβαλλαν στη δημιουργία και την ανάπτυξη του κεντρικού και σημαντικότερου ημινομαδικού βλαχοχωριού του Βερμίου, του σημερινού Κάτω Βερμίου (Σέλια ντι Νγκίος), με τους περιφερειακούς συνοικισμούς Βολάδα και Μαρούσια. Καθώς όμως οι Αβδελλιάτες ήταν οι πρώτοι οικιστές και η ομάδα με τον μεγαλύτερο πληθυσμό, επισκίασαν τους υπολοίπους. Έτσι οι βλάχοι της περιοχής του Βερμίου και της Βεροίας, εκτός από Αρβανιτόβλαχοι επικράτησε να ονομάζονται συλλογικά και Αβδελλιάτες, ασχέτως με την καταγωγή τους.24 Εκτός όμως από Αβδελλιάτες ήταν γνωστοί και ως Βεροιώτες ή Βεργιάνοι βλάχοι. Αυτό οφείλεται στο ότι κατά τη διάρκεια του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, οι περισσότεροι απ’ αυτούς κατά την περίοδο του χειμώνα ζούσαν στην πόλη της Βεροίας ή γύρω απ’ αυτή, διότι ως πρωτεύουσα της επαρχίας αποτελούσε το κυριότερο οικονομικό τους κέντρο.25 Σύμφωνα με τις αναμνήσεις του Γιώτη (Παναγιώτη) Ναούμ, τα φαλκάρια του Μπαρδαλέξη, του Ζεάνα, του Καραγιάννη και του Βέρου εγκαταστάθηκαν στις περιοχές της Μαρούσιας, της Σκοτίνας και του Σελίου την άνοιξη του 1822,26 άποψη που μάλλον θα πρέπει να επανεξεταστεί, δεδομένου ότι τα επαναστατικά και πολεμικά γεγονότα εκείνης της περιόδου στην περιοχή του Βερμίου ήταν αποτρεπτικά για τέτοιου είδους μετακινήσεις.27 Δεν αποκλείεται πάντως τα προαναφερθέντα φαλκάρια να μετοίκησαν στην περιοχή αμέσως μετά από τη λήξη των πολεμικών γεγονότων και την καταστροφή των γύρω χωριών. Το πιθανότερο όμως είναι να εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην περιοχή του Βερμίου αρκετά χρόνια αργότερα, ίσως μετά από την αμνηστία και την επαναχορήγηση της περιουσίας στους επαναστάτες της περιοχής από την τουρκική κυβέρνηση κατά το έτος 1830.28 Εν πάση περιπτώσει οι πρώτοι οικιστές επέλεξαν ως ευρύτερη περιοχή εγκατάστασης τις εκτάσεις των κατεστραφέντων χωριών Μαρούσια, Σέλι και Σκοτίνα. Αρχικά σ’ αυτές τις εκτάσεις δημιουργήθηκαν μικροί και ανεξάρτητοι καλυβικοί οικισμοί, υπό την αρχηγία διαφόρων τσελιγκάδων. Στη συνέχεια όμως συγκεντρώθηκαν για λόγους ασφαλείας γύρω από τα καλύβια του Μπαρδαλέξη.29 Όπως είναι φυσικό η ραγδαία αυτή αλλαγή της σύνθεσης του πληθυσμού της περιοχής είχε ως αποτέλεσμα την αναπροσαρμογή του κοινωνικού βίου των κατοίκων της σε νέα δεδομένα. Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, ο ελληνισμός της Μακεδονίας κλήθηκε να αντιμετωπίσει έναν νέο κίνδυνο, την Βουλγαρική και την Ρουμανική προπαγάνδα, η οποία αποσκοπούσε στην αποκοπή περιοχών από την ελληνική επιρροή και την προσάρτησή τους στη Βουλγαρία και στη Ρουμανία αντίστοιχα. Η ρουμανική προπαγάνδα, παράλληλα με την βουλγαρική προσπάθεια διεισδύσεως στον Μακεδονικό χώρο, υπήρξε για πολλές δεκαετίες σοβαρότατος και διαρκής κίνδυνος. Το όλο πρόβλημα συνδέεται άμεσα με τη μειονεκτική θέση της Ρουμανίας μετά από την τελική ρύθμιση των ορίων της κατά το έτος 1878 με τη συνθήκη του Βερολίνου.30 Δυσαρεστημένη από την προσάρτηση της Βεσσαραβίας στη Ρωσία, αλλά και από την ύπαρξη εκατομμυρίων αλύτρωτων Ρουμάνων στις Αυστροουγγρικές επαρχίες της Τρανσυλβανίας, του Βανάτου και της Βουκοβίνας, αναζήτησε κάπου αλλού κάποιο εδαφικό ενέχυρο και καλλιέργησε με τη συμπαράσταση των δυτικών κρατών την ύπαρξη μιας ολιγάριθμης ρουμανικής μειονότητας στην Ήπειρο, στη Θεσσαλία και στη Μακεδονία.31 Η ρουμανική δράση στις βλαχόφωνες γεωγραφικές περιφέρειες της Μακεδονίας, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου άρχισε να κινητοποιείται μετά από τα μέσα του 19ου αιώνα και με κρατική κάλυψη κινήθηκε βασικά μετά από το 1860, αρχικά στα βλαχόφωνα χωριά της Πίνδου Περιβόλι, Σαμαρίνα, Αβδέλλα και Σμίξη, με την πρωτοβουλία του ιερέα Αβέρκιου και στα χωριά του Βερμίου Σέλι και Ξηρολίβαδο. Ωστόσο η κορύφωση της δράσης της εντοπίζεται χρονικά μετά το συνέδριο του Βερολίνου του 1878, οπότε διαμορφώθηκε μια συντονισμένη προσπάθεια με την προστασία της Αυστρίας ώστε να προσελκυστεί το ελληνοβλάχικο στοιχείο των παραπάνω επαρχιών και να αποτραπεί με κάθε τρόπο η προσάρτηση της Θεσσαλίας και του σχετικού τμήματος της Ηπείρου στην Ελληνική επικράτεια.32

-------------------------------
1 Γεωργίου Χ. Χιονίδη, Ο Απόστολος Παύλος στη Βέροια, Βέροια 1991, σσ. 7 – 16, του ιδίου, “Ζητήματα από τις αφίξεις του Αποστόλου Παύλου στη Βέροια (μέρος πρώτο)”, Πρακτικά διεθνούς επιστημονικού συνεδρίου «Ο Απόστολος Παύλος και η Βέροια», Βέροια 1995, σσ. 235 – 270.
2 Μαρμαρά Κατίνας, Τριπόταμος το ποτάμι της Βεροίας. Λιανοβρόχι και Μαρούσια, Βέροια 1996, σσ. 54 – 56.
3 Κωνσταντίνου Α. Βακαλόπουλου, Νεοελληνική ιστορία (1204‐1940), Θεσσαλονίκη 1999, σ. 37.
4 Γεωργίου Χ. Χιονίδη, Ιστορία της Βεροίας τομ. Β΄, Θεσσαλονίκη 1970, σ. 68.
5 Βακαλόπουλου, Νεοελληνική, ό.π., σσ. 37 – 38.
6 Ευσταθίου Ι. Στουγιαννάκη ‐ Δημητρίου Πλαταρίδη, Ιστορία της πόλεως Ναούσης, (επανέκδοση) Θεσσαλονίκη 1993 , σ. 63.
7 Α. Α. Γ. Β., Συλλογή Παλαιτύπων Αθανασίου Βουδούρη, Μουσικόν Εγκόλπιον, Αλεξ. Θ. Φωκαέως, Θεσσαλονίκη 1879. Όπως προκύπτει από μία ενθύμηση που σώζεται σε παλαίτυπο βιβλίο της Φυτειάς (Τσορνόβου), ορισμένοι από τους κατοίκους του χωριού ομιλούσαν παράλληλα με την ελληνική και την τουρκική γλώσσα. Στο εν λόγω παλαίτυπο βιβλίο σώζεται μία ενθύμηση η οποία καταλαμβάνει μία ολόκληρη σελίδα, γραμμένη «τουρκιστί δι’ ελληνικών χαρακτήρων», όπως συμβαίνει και στην καραμανλίδικη γραφή.
8 Στουγιαννάκη ‐ Πλαταρίδη, Ιστορία, ό.π., σσ. 63‐64.
9 Στουγιαννάκη – Πλαταρίδη, Ιστορία, ό.π. σσ. 102‐103.
10 Αθανασίου Γ. Βουδούρη, “Η περιοδεία του Μητροπολίτου Βεροίας Δανιήλ (1769– 1799;) στα χωριά της επαρχίας Βεροίας, κατά ανέκδοτο κώδικα της ιεράς μητροπόλεως Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας”, Μακεδονικά 35 (2005 – 2006) 193 – 213.
11 Γεωργίου Χ. Χιονίδη, Συνοπτική ιστορία της Βέροιας, Θεσσαλονίκη 1981, σ. 26.
12 Αθανασίου Γ. Βουδούρη, “Το κουρμπάνι του αγίου Αθανασίου στη Φυτειά Ημαθίας”, Παύλειος Λόγος τχ. 53 (Ιανουάριος – Φεβρουάριος 2005) 22 – 23.
13 Α. Α. Γ. Β., Αθανασίου Θ. Μαρμαρά, Απομνημονεύματα.
14 Στουγιαννάκη – Πλαταρίδη, Ιστορία, ό.π. σ. 135.
15 Γεωργίου Χ. Χιονίδη, “Τα γεγονότα εις την περιοχήν Ναούσης‐Βεροίας κατά την επανάσταση του 1822”, Μακεδονικά 8 (1968) 216 – 217. Βλ. και Διονυσίου Ανθόπουλου (Αρχιμανδρίτη), “Η μάχη της Δοβρά”, Περιοδικό Παύλειος Λόγος τχ.66 (Μάρτιος – Απρίλιος 2007) 12 – 15 και τχ. 67 (Μάιος – Ιούνιος 2007) 12 – 15.
16 Γεωργίου Χ. Χιονίδη, Τα γεγονότα, ό.π. σσ. 211‐220.
17 Γεωργίου Χ. Χιονίδη, “Νέα στοιχεία για τη χρονολόγηση του «χαλασμού» της Νάουσας και των Μοναστηριών στα 1822”, Μακεδονικά 21 (1981) 155 – 167.
18 Αθανασίου Ε. Καραθανάση, Θεσσαλονίκη και Μακεδονία 1800‐1825, μία εικοσιπενταετία εν μέσω θυέλλης, Θεσσαλονίκη 1996, σσ. 31 – 39 (όπου και παλαιότερη βιβλιογραφία).
19 Ν. Γ. Φιλιππίδου, Η επανάστασις και η καταστροφή της Νάουσας, Αθήνα 1881, σ.72.
20 Ο Ν. Γ. Φιλιππίδης (Η επανάστασις, ό.π., σ. 72) αναφέρει πως ο αριθμός των καταστραφέντων χωριών ανέρχεται στα 120, ενώ ο Π. Καρολίδης (Ιστορία 19ου αιώνος, Β΄, Αθήνα 1892 – 1893, σσ. 261 – 264) αναφέρει πως ο αριθμός των χωριών αυτών ανέρχεται στα 70. Σύμφωνα όμως με τον κατάλογο του Αρχείου του Ιεροδικείου της Βεροίας (Α.Ι.Β. 20 Σεβάλ 1236), ο αριθμός των ερειπωθέντων
χωριών ανέρχεται στα 50. Επίσης ο Ν. Κασομούλης (Ενθυμήματα Στρατιωτικά, Αθήνα 1939, σ. 119), αναφέρει ότι κάηκαν όλα τα χωριά του κάμπου και των ακρωρειών της Βεροίας μέχρι τα Βοδενά (Έδεσσα).
21 Ν. Γ. Φιλιππίδου, Η επανάστασις, ό.π., σ. 72. και Στουγιαννάκη – Πλαταρίδη, Ιστορία, ό.π. σ. 216. Βλ. και Δήμος Βεροίας, Βέροια (τουριστικός οδηγός), Βέροια 1986, σ. 47.
22 Αστερίου Ι. Κουκούδη, Οι Μητροπόλεις και η διασπορά των Βλάχων, τ. Β΄, Θεσσαλονίκη 2000, σσ. 240 – 243.
23 Γεωργίου Χ. Χιονίδη, “Οι ανέκδοτες αναμνήσεις του Γιώτη (Παναγιώτη) Ναούμ για τους Βλάχους της Ηπείρου και της Μακεδονίας στη διάρκεια του 19ου αιώνα και για την επανάσταση του 1878 στη Μακεδονία”, Μακεδονικά 24 (1984) 69 – 74, του ιδίου, “Οι ανέκδοτες αναμνήσεις του Γιώτη (Παναγιώτη) Ναούμ” Περιοδικό Νιάουστα τχ. 28 (Ιούλιος – Σεπτέμβριος 1984) 92 – 94.
24 Κουκούδη, Οι Μητροπόλεις, ό.π., σσ. 251‐153..
25 Αστερίου Ι. Κουκούδη, Οι Βεργιάνοι βλάχοι και οι Αρβανιτόβλαχοι της Κεντρικής Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 85 – 86.
26 Χιονίδη, Οι ανέκδοτες αναμνήσεις, ό.π., 69‐74.
27 Κουκούδη, Οι Βεργιάνοι βλάχοι, ό.π., σ. 110.
28 Γεωργίου Χ. Χιονίδη, “Ζητήματα ιδιοκτησίας ‐ φορολογίας και διώξεις στη Νάουσα στα χρόνια 1870 – 1877”, Μακεδονικά 19 (1979) 93 – 123.
29 Κουκούδη, Οι Βεργιάνοι βλάχοι, ό.π., σ. 110.
30 Βλ. Βασιλείου Κ. Στεφανίδου (Αρχιμανδρίτη), Εκκλησιαστική Ιστορία, Αθήνα 1959, σσ. 692, 739.
31 Μιχάλη Γ. Τρίτου, “Η Ρουμανική προπαγάνδα στην περιοχή της Πελαγονίας”, Ηπειρωτικό Ημερολόγιο (2000 – 2001) 49 – 92.
32 Κωνσταντίνου Α. Βακαλόπουλου, Ήπειρος ‐ ιστορία του βορείου ελληνισμού, Θεσσαλονίκη 1992, σσ. 618 – 619.

http://vlachs.blogspot.gr/2014/04/1430-1912.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου