Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2015

Η ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (Β΄ΜΕΡΟΣ)

ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΡΗΓΑ ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ (1923-1935)

ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ 1927
 
«Με το οριστικόν Σύνταγµα του 1927 η ∆ηµοκρατία απέβη εµπράκτως, πολίτευµα της µεγάλης πλειονοψηφίας του λαού» Αλ. Σβώλος Tο Σύνταγµα της Ελληνικής ∆ηµοκρατίας της 3ης Ιουνίου 1927, ο πρώτος Καταστατικός Χάρτης του δηµοκρατικού κοινοβουλευτικού πολιτεύµατος στην Συνταγµατική Ιστορία της Ελλάδας, παρουσιάζει πολλαπλό ενδιαφέρον: Όχι µόνο για το περιεχόµενο των 127 άρθρων του και την πολιτειακή φιλοσοφία που το διέπει (I) αλλά και γιατί είναι συνδεδεµένο µε το εγχείρηµα της κατάλυσης της βασιλείας και την ιστορική σηµασία του (II). 

Παράλληλα, οι περιπέτειες και οι χαρακτηριστικές αντιφάσεις της κατάρτισης και της ψήφισης του Συντάγµατος που κάλυψαν 3 χρόνια και 5 µήνες (άρχισαν στις 29 Ιανουαρίου του 1924 και τελείωσαν στις 3 Ιουνίου 1927) προσδιορίζουν την ιστορική φυσιογνωµία του (III). Η συνολική εικόνα του Συντάγµατος συµπληρώνεται από τις παραβιάσεις του αλλά και τον θετικό παιδαγωγικό του ρόλο στα 8 χρόνια (1927 - 1935) της «εφαρµογής» του (IV).
(I) ΤΑ ΒΑΣΙΚΑ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ
Τα βασικά χαρακτηριστικά του Συντάγµατος του 1927, που διακρίνεται για την µετριοπάθειά του όχι όµως και για την πρωτοτυπία του (περιείχε αρκετές διατάξεις του Συντάγµατος 1864 / 1911 ενώ οι νέες ρυθµίσεις του ήταν επηρεασµένες από το Γαλλικό σύνταγµα του 1875 και τα πρόσφατα συντάγµατα Γερµανίας, Τσεχοσλοβακίας και Πολωνίας), ήταν τα εξής: 

Α. Εγκαθιδρύει το πολίτευµα της («προεδρευοµένης») Κοινοβουλευτικής ∆ηµοκρατίας, καθιερώνοντας ρητά την δηµοκρατική αρχή: «Το Ελληνικόν Κράτος είναι ∆ηµοκρατία. Άπασαι αι εξουσίαι πηγάζουν από το Έθνος, υπάρχουν υπέρ αυτού και ασκούνται καθ’ όν τρόπον ορίζει το Σύνταγµα» (Άρθρο 2). 

Β. Καθιερώνει τον θεσµό του αιρετού αρχηγού του Κράτους (100 χρόνια µετά το σύνταγµα της Τροιζήνας). 

Ο Πρόεδρος της ∆ηµοκρατίας εκλεγόταν για 5ετή θητεία από τη Βουλή και τη Γερουσία σε κοινή συνεδρίασή τους (άρθρο 67). Επί συνόλου 370 εκλεκτόρων (250 βουλευτές και 120 γερουσιαστές) ήταν απαραίτητη η παρουσία 315. Ο υποψήφιος έπρεπε να συγκεντρώσει 186, τουλάχιστον, ψήφους. Παρά την διευρυµένη βάση εκλογής «νοµιµοποίησής» του από δύο νοµοθετικά σώµατα, ο Πρόεδρος της ∆ηµοκρατίας είχε κυρίως συµβολικό και όχι ουσιαστικό θεσµικό ρόλο στη λειτουργία του πολιτεύµατος: 

  • ∆εν έφερε καµµία πολιτική ευθύνη «διά πράξεις εκτελεσθείσας κατά την εξάσκησιν των καθηκόντων του». 
  • Ως «ρυθµιστής του πολιτεύµατος» µπορούσε να διαλύει τη Βουλή, µόνο ύστερα από σύµφωνη απόφαση της Γερουσίας. ∆ιόριζε και έπαυε τον πρωθυπουργό (και µε πρότασή του τους υπουργούς), τηρώντας τους όρους του άρθρου 89, το οποίο καθιέρωνε ρητά το κοινοβουλευτικό σύστηµα διακυβερνήσεως. 
  • ∆εν ήταν παράγοντας της νοµοθετικής λειτουργίας και δεν είχε δικαίωµα ούτε να προτείνει ούτε να κυρώνει νόµους. 
  • Σύµφωνα, τέλος, µε το άρθρο 86 («τεκµήριο αρµοδιότητας») ο Πρόεδρος της ∆ηµοκρατίας δεν είχε άλλες εξουσίες «ειµή όσας του απονέµει ρητώς το Σύνταγµα…». 

Είναι προφανές ότι ο συντακτικός νοµοθέτης θέλησε από την αρχή (ψήφισµα της ∆΄ Συντακτικής Συνέλευσης της 24/5/1924 που χαρακτηρίζει τον Πρόεδρο της ∆ηµοκρατίας ως «προϊστάµενο της ∆ηµοκρατίας» και «ανώτατο δηµόσιο λειτουργό» ο οποίος ρυθµίζει τη λειτουργία του πολιτεύµατος), να περιορίσει το νοµικό και πολιτικό βάρος του θεσµού, που τον έβλεπε (κι αυτή ήταν µια γενικότερη τάση στην Ευρώπη της εποχής) και ως ένα υποκατάστατο του θρόνου. Έπρεπε, συνεπώς, να περισταλεί κάθε δυνατότητα εξουσιαστικών παρεµβάσεών του στο σύστηµα διακυβερνήσεως. 

Γ. Θεσµοθετεί το σύστηµα των 2 νοµοθετικών σωµάτων, προβλέποντας ότι σε περίπτωση διαφωνίας υπερίσχυε η γνώµη της Βουλής. Το νέο νοµοθετικό σώµα, η Γερουσία (ονοµασία που θα 'πρεπε ίσως να αποφευχθεί, καθώς παρέπεµπε αρνητικά στη «Γερουσία της Συνταγµατικής Μοναρχίας» επί Όθωνα, µε την οποία όµως δεν υπήρχε καµµία σχέση) ήταν κατά βάση αιρετό: Από τους 120 γερουσιαστές οι 92 αναδεικνύονταν από τον λαό µετά από (γερουσιαστικές) εκλογές. Οι 10 γερουσιαστές επιλέγονταν («αριστίνδην») από τη Βουλή και τη Γερουσία σε κοινή συνεδρίαση. 

Τα 18 µέλη της Γερουσίας για τα οποία το Σύνταγµα παρέπεµπε στον κοινό νοµοθέτη, εκλέγονταν από επαγγελµατικές οργανώσεις για 3ετή θητεία, σύµφωνα µε τον περί συγκροτήσεως της Γερουσίας οργανικό νόµο 3786/29 που εισήγαγε έτσι, µε αρκετή φειδώ, τον θεσµό της «επαγγελµατικής αντιπροσωπείας» (Ο αριθµός των γερουσιαστών που θα υπεράσπιζαν τα συµφέροντα των επαγγελµατικών οργανώσεων θεωρήθηκε από τον Αλ. Σβώλο πολύ µικρός, «ωσάν να επρόκειτο περί της δόσεως ιδιαζόντως επικινδύνου φαρµάκου»). Η θητεία των γερουσιαστών ήταν 9ετής αλλά η σύνθεση του σώµατος ανανεωνόταν κατά το 1/3 κάθε 3 χρόνια. 

Η Γερουσία που µπορούσε να συγκροτηθεί σε «Ειδικό ∆ικαστήριο» (για να δικάσει τον Πρόεδρο της ∆ηµοκρατίας, τους υπουργούς και «παν πρόσωπον, κατηγορούµενον δι’ αδίκηµα εσχάτης προδοσίας» κ.λ.π.), εγκαθιδρύθηκε «ως αντίρροπος δύναµις της Βουλής αλλά και ως φραγµός για πολιτικές ανωµαλίες», δεν πρόλαβε όµως να δοκιµαστεί στον χρόνο και να δικαιώσει έτσι τις προσδοκίες του Ελ. Βενιζέλου, του Αλ. Παπαναστασίου και όσων είχαν πιστέψει στον εποικοδοµητικό της ρόλο. 


Δ. Θεσπίζει ρητά, για πρώτη φορά στην συνταγµατική µας ιστορία, το «κοινοβουλευτικό σύστηµα»: Το άρθρο 89 προέβλεπε ότι: «Η κυβέρνησις πρέπει να απολαύη της εµπιστοσύνης της Βουλής. Οφείλει µόλις καταρτισθή και δύναται οποτεδήποτε άλλοτε να ζητήση ψήφον εµπιστοσύνης από την Βουλήν». Αξιοσηµείωτη είναι, στο πλαίσιο της µέριµνας για την εξασφάλιση «κυβερνητικής σταθερότητας», και η καθιέρωση του θεσµού της προτάσεως δυσπιστίας. Είναι ενδιαφέρον ότι στην εισηγητική έκθεση της 30µελούς επιτροπής του 1926 τονίζεται ότι: 

«Όσον και αν ο Κοινοβουλευτισµός αποτελεί κατά τινάς απηρχαιωµένον και ασύγχρονον πολιτειακόν σύστηµα και δυσκίνητον µηχανισµόν, ανίκανον να ανταποκριθεί εις την ταχείαν θεραπείαν των λαϊκών αναγκών και επίλυσιν των πολλών κοινωνικών και οικονοµικών ζητηµάτων άτινα εκληροδότησε εις ηµάς ο µεγάλος πόλεµος, είναι όµως κοινή συνείδησις του Ελληνισµού ότι το µάλλον προσαρµοζόµενον εις την Ελλάδα σύστηµα είναι το κοινοβουλευτικόν. Ουδείς δε ποτέ εσκέφθη ουδ’ έθεσε προς τον λαόν ζήτηµα ριζικής µεταβολής των κοινοβουλευτικών µας θεσµών».

Ε. Εγκαθιδρύει τον θεσµό της «νοµοθετικής εξουσιοδότησης», προβλέποντας στο άρθρο 77 ότι ο Πρόεδρος της ∆ηµοκρατίας (ουσιαστικά η κυβέρνηση που αναλάµβανε και την πολιτική ευθύνη) µπορούσε «κατόπιν ειδικών εξουσιοδοτήσεων των Βουλών, διά τον χρόνον της διακοπής των εργασιών της» να εκδίδει νοµοθετικά διατάγµατα προσωρινής ισχύος, µε σύµφωνη γνώµη ειδικών µικτών επιτροπών από βουλευτές και γερουσιαστές. 

ΣΤ. Καθιερώνει την καινοτόµο διάταξη του άρθρου 35 για τη σύσταση «µικτής µόνιµης επιτροπής επί των εξωτερικών υποθέσεων», στην οποία µετέχουν απαραιτήτως όσοι από τους βουλευτές και γερουσιαστές διετέλεσαν πρωθυπουργοί. 

Ζ. Απλουστεύει την «αναθεωρητική διαδικασία» (άρθρο 125), προβλέποντας την αποδοχή της πρότασης προς αναθεώρησιν (των µη θεµελιωδών διατάξεων του συντάγµατος) και αφού, βέβαια, παρέλθει η απαιτούµενη 5ετία «από κοινού υπό των δύο νοµοθετικών σωµάτων, συνερχοµένων επί τούτω εις Εθνικήν Συνέλευσιν», µε πλειοψηφία τουλάχιστον των 3/5 του όλου αριθµού των µελών της. Για πρώτη φορά το Σύνταγµα προβλέπει τον θεσµό του «προαιρετικού συνταγµατικού δηµοψηφίσµατος» («Η Εθνική Συνέλευσις δύναται να υποβάλη την περί αναθεωρήσεως απόφασίν της εις δηµοψήφισµα, οπότε αι αναθεωρητέαι δια- τάξεις τίθενται εις εφαρµογήν εάν εγκριθώσι παρά του λαού»). 

Η. Επανιδρύει το «Συµβούλιο της Επικρατείας», κυρίως ως ανώτατο διοικητικό δικαστήριο, (άρχισε να λειτουργεί από το 1929). Προβλέπει επίσης τη σύσταση «µικτού» δικαστηρίου (που προαναγγέλει το Ανώτατο Ειδικό του ισχύοντος Συντάγµατος), για την άρση των συγκρούσεων ανάµεσα στο Σ.τ.Ε. και τον Άρειο Πάγο. 

Θ. Καθιερώνει, µε την ερµηνευτική δήλωση στο άρθρο 5, την «αρχή του ελέγχου της συνταγµατικότητας των νόµων». 

Ι. Προστατεύει την Τοπική Αυτοδιοίκηση και το αποκεντρωτικό σύστηµα ∆ιοικήσεως. 

ΙΑ. Κατοχυρώνει πληρέστερα ορισµένες ατοµικές ελευθερίες (Ελευθερία του Τύπου, Απόρρητο των επιστολών που επεκτάθηκε και στα τηλεφωνήµατα και στα τηλεγραφήµατα κ.ά.). 

ΙΒ. Θεσπίζει -για πρώτη φορά στην Ελληνική συνταγµατική ιστορία- ορισµένα κοινωνικά δικαιώµατα: ελευθερία της τέχνης και της επιστήµης (άρθρο 21), ελευθερία και προστασία της εργασίας (άρθρο 22), προστασία γάµου και πολυµελών οικογενειών (άρθρο 24) κ.λ.π. 

ΙΓ. Αναγνωρίζει -εµµέσως πλην σαφώς- τον θεσµό του πολιτικού κόµµατος ως οργανικού στοιχείου του πολιτεύµατος: Η διάταξη του άρθρου 55, κατοχυρώνοντας το δικαίωµα των κοµµάτων να συµµετέχουν, κατ’ αναλογίαν της δυνάµεώς των, στη σύνθεση των κοινοβουλευτικών επιτροπών, προωθεί τις διαδικασίες συγκρότησης και λειτουργίας οργανωµένων κοµµάτων. Αποτιµώντας το Σύνταγµα του 1927, ο Αλ. Σβώλος θεωρεί ότι είναι πολύτιµο γνώρισµά του ο εντονώτερος φιλελεύθερος χαρακτήρας του και διατυπώνει την σκέψη ότι: 

«Και µόνη η κατάργηση της διατάξεως περί προστασίας της ''επισήµου γλώσσης'', θα αρκούσε για να αποτελέσει τιµή για το Σύνταγµα». «Οι κοινωνικοί όροι της συγκυρίας», διερωτάται ο Αλ. Σβώλος, «δικαιολογούσαν, άραγε, βαθύτερες µεταβολές;». Ο έγκριτος συνταγµατολόγος φρονεί ότι ενώ υπήρχε η «ατµόσφαιρα» για να επιβληθεί η λαϊκή αξίωσις ριζικών αλλαγών, δεν υπήρξε όµως τέτοια συνείδηση έστω και σε µια «φωτισµένη ηθικώς ισχυρά µειοψηφία». Αντίθετα, στη Βουλή του '26 φαίνεται ότι περίσσεψαν οι συντηρητικές αντιστάσεις. 


(ΙΙ) Η ∆΄ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΛΥΣΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ

Το Σύνταγµα του 1927 είναι στενά συνδεδεµένο µε την προσφυγική Ελλάδα, την ιστορική ταυτότητα της ∆΄ Συντακτικής Συνέλευσης, την εγκαθίδρυση της ∆ηµοκρατίας (25/3/1924) και το δηµοψήφισµα της 13/4/1924 που «επικύρωσε» την κατάλυση της βασιλείας.

Α. Η Μικρασιατική Τραγωδία έθεσε ένα νέο κοινωνικό, ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο στη λειτουργία των θεσµών και µετατόπισε σηµαντικά τους άξονες της πολιτικής ζωής στη χώρα, µε την εγκατάσταση και την ενσωµάτωση εκατοντάδων χιλιάδων, εξαθλιωµένων στην πλειονότητά τους, προσφύγων. Για να καλυφθεί το κενό και η κρίση ταυτότητας από το ναυάγιο της Μεγάλης Ιδέας, µια µεγάλη µερίδα του πολιτικού κόσµου προσπάθησε να βρει στην (αβασίλευτη) δηµοκρατία και στην καταπολέµηση του «εσωτερικού εχθρού» το φάρµακο της λησµονιάς για να ξεπεράσει έτσι τα «ψυχολογικά συµπτώµατα πειναλέων ναυαγών σε µια σχεδία» (Γ. Σεφέρης).

Β. Η φυσιογνωµία και το έργο της ∆΄ Συντακτικής Συνέλευσης (που αναδείχθηκε από τις εκλογές της 16/12/1923, στις οποίες, όµως, δεν έλαβαν µέρος τα αντιβενιζελικά κόµµατα) προσδιορίστηκαν κυρίως από τις τραυµατικές µνήµες των πληρεξουσίων της. Το βαρύ ιστορικό φορτίο µιας οκταετίας (µετά την κρίση του 1915) δεν επέτρεψε στην πολιτικά µονόπλευρη Συνέλευση (µόνο 7 φιλοβασιλικοί βουλευτές είχαν εκλεγεί επί συνόλου 398) να αντιµετωπίσει µε την απαιτούµενη ψυχραιµία και µε αντιλήψεις που να υπερβαίνουν τις προσωπικές και παραταξιακές ιδιοτέλειες, τις προκλήσεις των καιρών.

Η Συνέλευση που ανακήρυξε τη «∆ηµοκρατία» ήταν «όµηρος» του τραυµατικού ιστορικού παρελθόντος, ίσως όσο κανένα άλλο σώµα πληρεξουσίων στην συνταγµατική µας ιστορία. Χωρίς αναγωγή, λοιπόν, στα συγκεκριµένα ιστορικά συµφραζόµενα του θεσµικού και πολιτικού λόγου της Συνέλευσης δεν µπορεί να εξηγηθεί αυτή η τελική επικράτηση της «αδιάλλακτης» τάσης, που µε επικεφαλής τον Αλ. Παπαναστασίου υποστήριζε ότι η ∆ηµοκρατία πρέπει να ανακηρυχθεί µε ψήφισµα από την «συνταγµατικά αδέσµευτη» Εθνοσυνέλευση και στη συνέχεια να κληθεί το εκλογικό σώµα να «ολοκληρώσει - επιβεβαιώσει» την πολιτειακή µεταβολή µε δηµοψήφισµα.

Στην άλλη όχθη είχαν ταχθεί οι πιο µετριοπαθείς πληρεξούσιοι και ο Ελ. Βενιζέλος, που πίστευαν ότι η Συνέλευση δεν έπρεπε να προδικάσει - επηρεάσει µε απόφασή της την βούληση του Ελληνικού λαού, στην οποία και µόνο έπρεπε να στηριχθεί κάθε πολιτειακή µεταβολή. Η «τελική λύση» δόθηκε στις 25/3/1924. Με ψήφισµα που υπέβαλε η κυβέρνηση Αλ. Παπαναστασίου και εγκρίθηκε από την πλειοψηφία των πληρεξουσίων, η ∆΄ Συντακτική Συνέλευση κήρυξε «οριστικώς έκπτωτον την δυναστείαν» και αποφάσισε να «συνταχθεί η Ελλάδα εις ''∆ηµοκρατίαν κοινοβουλευτικής µορφής'', υπό τον όρον εγκρίσεως της αποφάσεως αυτής υπό του λαού διά δηµοψηφίσµατος».

Ο Αλ. Παπαναστασίου πίστευε ότι η πολιτειακή µεταβολή δεν είναι ουσιαστική εάν µείνει µόνο στην αντικατάσταση του κληρονοµικού από τον αιρετό αρχηγό του κράτους. Υποστήριζε ότι έπρεπε, επιπλέον, να εγκαθιδρυθούν ορισµένοι θεµελιώδεις «δηµοκρατικοί θεσµοί», όπως π.χ. το δεύτερο νοµοθετικό σώµα (Γερουσία), το αναλογικό εκλογικό σύστηµα, η αυθεντική Τοπική Αυτοδιοίκηση κ.ά., που θα λειτουργούσαν ως θεσµικά αντίβαρα για την ενισχυµένη εκτελεστική εξουσία και ως ασφαλιστικές δικλίδες, που όχι µόνο θα απέτρεπαν την παραχάραξη του πολιτεύµατος αλλά και θα του προσέδιδαν την απαιτούµενη ιστορική αντοχή.

Αρκεί βέβαια οι πολίτες «αµφοτέρων των φύλων» να είχαν την δυνατότητα να εξυψωθούν σε επίπεδο µόρφωσης, ικανής να τους καταστήσει συνειδητά και αλληλέγγυα µέλη µιας δηµοκρατικής πολιτείας, «το ασφαλέστερον θεµέλιον της οποίας», όπως διακήρυσσε, «θα δηµιουργηθεί εις τας ψυχάς των». Στο δηµοψήφισµα της 13/4/1924 που διεξήχθη όχι κατά τρόπο ανεπίληπτο, ψήφισαν υπέρ του «να συνταχθεί η Ελλάς εις ∆ηµοκρατίαν» δηλαδή υπέρ του «Nαι» 69,95%. Υπέρ της «Συνταγµατικής Βασιλείας», δηλαδή «Όχι», ψήφισαν 30,05%.

Η ιστορική και κοινωνική σηµασία της κατάλυσης της βασιλείας συνοψίζεται στις καίριες επισηµάνσεις του Αλ. Σβώλου (στο «κλασικό» έργο του Το νέον Σύνταγµα και αι βάσεις του πολιτεύµατος, 1929): «Η κληρονοµική ιδιότης του Ανωτάτου Άρχοντος ευρίσκετο παρ’ ηµίν εις βαθυτέραν παρά εις άλλας χώρας αντίθεσιν, διότι η βασιλεία εις την Ελλάδα ούτε παράδοσιν, ούτε µακρόν βίον είχε, ούτε υπηρεσίας εις την διαµόρφωσιν του Έθνους προσέφερε, ούτε την ένωσιν αυτού απειργάσθη, ούτε είχε κοινωνικήν τάξιν συνδεδεµένην προς αυτήν, επί της οποίας να στηρίζεται, και επί πλέον υπήρξεν ιδιαζόντως συµφεροντολόγος, αναµιχθείσα εις κοµµατικούς αγώνας και διαφθείρασα ουσιαστικώς το πολίτευµα.

Η δηµοκρατική µεταβολή του 1924 δύναται να θεωρηθεί κατά βάθος ως γεγονός ανταποκρινόµενον εις την κοινωνικήν εξέλιξιν της χώρας και όχι ως έργον βιαίας κινήσεως µιας µειοψηφίας. Η δε περί της ανάγκης της αντικαταστάσεως της βασιλείας συνείδησις της λαϊκής πλειοψηφίας απεδείχθη, και διά του δηµοψηφίσµατος του 1924 και διά των εκλογών του 1926, ότι ωρίµασε ραγδαίως υπό την επήρρειαν των γεγονότων αλλά και της παγκοσµίου φόρας των ιδεών».


(ΙΙΙ) ΟΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΥ ΕΡΓΟΥ (1924 - 1927)

Το Σύνταγµα «ετέθη εις ενέργειαν» ευθύς ως υπεγράφη, την 3η Ιουνίου 1927 από τον Πρόεδρο της ∆ηµοκρατίας, τον Πρόεδρο της Βουλής και τον πρωθυπουργό, και εδηµοσιεύθη αυθηµερόν εις την Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως. Μέχρι να φθάσει σ’ αυτό το πολυπόθητο «τέρµα», η πορεία του συντακτικού έργου θα σηµαδευτεί από παλινδροµήσεις, αναλαµπές, ανατροπές και χαρακτηριστικές αντιφάσεις. Κυριότερες φάσεις αυτής της διαδροµής υπήρξαν:

Α. Η συζήτηση στην ∆΄ Συντακτική και η επεξεργασία του συνταγµατικού κειµένου στην 36µελή επιτροπή.

Β. Το συντακτικό έργο της 30µελούς υπό τον Αλ. Παπαναστασίου και το «προς δηµοσίευσιν» Σύνταγµα της 10.9.25 που υπεβλήθη στην κυβέρνηση Θ. Παγκάλου.

Γ. Το «Nέον Σύνταγµα» που δηµοσίευσε στην Ε.τ.Κ. (29.9.25) η κυβέρνηση Παγκάλου, αφού αυθαίρετα µετέβαλε βασικές διατάξεις του.

Δ. Το Σύνταγµα της 30µελούς, όπως το δηµοσίευσε στην Ε.τ.Κ. έναν χρόνο µετά (22.9.1926), η µεταβατική - υπηρεσιακή κυβέρνηση Γ. Κονδύλη.

Ε. Το συντακτικό έργο στην «αναθεωρητική» Βουλή που αναδείχθηκε από τις εκλογές της 7/11/1926 και η επεξεργασία του τελικού συνταγµατικού κειµένου από την 30µελή επιτροπή της (που άρχισε τις εργασίες της στις 14/12/1926 και τις ολοκλήρωσε στις 13.4.1927).

α) Όλα θα αρχίσουν από το ψήφισµα της 29ης Ιανουαρίου 1924, µε το οποίο η ∆΄ Συντακτική Συνέλευση συνέστησε «Επιτροπήν εκ 36 µελών εις την οποίαν θα παρεπέµποντο πάντα τα υποβαλλόµενα σχέδια περί αναθεωρήσεως ή προσθήκης συνταγµατικών διατάξεων», χρησιµοποιώντας ως βάση του συντακτικού έργου το Σύνταγµα της 1864 / 1911 την ισχύ του οποίου «παραδόξως» -όπως παρατηρεί ο Ν. Αλιβιζάτος- «δεν ανέστειλε ούτε µετά την επιβολή της αβασίλευτης ∆ηµοκρατίας».

Η επί του Συντάγµατος Επιτροπή που συγκροτήθηκε την 1/2/1924 µε απόφαση του προέδρου της Συνελεύσεως Κ. Ρακτιβάν (Πρόεδρος της Επιτροπής ήταν ο Ανδ. Μιχαλακόπουλος που όταν έγινε πρωθυπουργός (7/10/1924) αντικαταστάθηκε στα καθήκοντά του από τον Ιω. Τσιριµώκο) άρχισε τις εργασίες της στις 13/5/1924.

Η πρώτη συζήτηση για το Σύνταγµα στην Εθνοσυνέλευση έγινε στις 9/12/1924 όταν ο γενικός εισηγητής, Γ. Παπανδρέου, αιτιολόγησε την επιλογή της (προεδρευόµενης) κοινοβουλευτικής δηµοκρατίας, υποστηρίζοντας ότι είναι το πολίτευµα που παρέχει την πληρέστερη εγγύηση για τις δηµοκρατικές ελευθερίες, συνδέεται µε την µακρά συνήθεια κοινοβουλευτικού βίου στην χώρα µας και δεν προϋποθέτει άµεση εκλογή Προέδρου της ∆ηµοκρατίας (η οποία θα οδηγούσε, ενδεχοµένως, στην αναζωπύρωση του διχασµού). «∆ηµιουργούµεν», υποστήριξε, «δύο θεσµούς στον χώρο της νοµοθετικής εξουσίας:

Η Γερουσία θα εκπροσωπεί την περίσκεψιν, την ειδικότητα, το πνεύµα της συνέχειας, την παράδοσιν, η Βουλή την ορµήν, το πνεύµα της µεταβολής και της προόδου». Η επί του Συντάγµατος επιτροπή, η οποία επεξεργάσθηκε συνολικά 62 άρθρα, υπέβαλε τέσσερις «εισηγητικές εκθέσεις» (30/10/24, 8/11/24, 10/1/25, 11/5/25). Η Συνέλευση από την πρώτη περί Συντάγµατος συζήτηση (9/12/24) µέχρι την διακοπή των εργασιών της (30/6/25) είχε συζητήσει πολλά άρθρα του σχεδίου της επιτροπής και είχε ψηφίσει 36 από τα πρώτα 39 άρθρα.

«Η εργασία της επί του Συντάγµατος Επιτροπής», γράφει ο Αλ. Σβώλος, «και αι συζητήσεις της Συνελεύσεως είναι αξιόλογοι και εις πολλά σηµεία επιστηµονικώς ανώτεραι των της Γ΄ Συντακτικής Συνελεύσεως, πολύ δε περισσότερον των της κατόπιν «Αναθεωρητικής Βουλής» του 1926 - 1927. Εξ άλλου, το διέπον αυτάς πνεύµα είναι σαφώς προοδευτικόν. Κατ’ αντίθεσιν δε προς τας πολιτικάς συζητήσεις, η επί του συνταγµατικού έργου απασχόλησις της Συνελεύσεως εµποιεί εντύπωσιν µεγαλυτέρας σοβαρότητος και ειλικρινείας».

Ο Σβώλος, όµως, είναι σαφώς επικριτικός σ’ ό,τι αφορά στους αργούς ρυθµούς του συντακτικού έργου: «Το σφάλµα της ∆΄ Συνελεύσεως υπήρξεν η βραδύτης περί την διεκπεραίωσιν της συντακτικής εργασίας, η οποία οφείλεται κυρίως εις την προτίµησιν τής διά του κοινοβουλευτικού ελέγχου διεξαγωγής των κοµµατικών διαµαχών, και εις την απασχόλησιν µε νοµοθετικήν εργασίαν επί θεµάτων πολλάκις ασηµάντων ή µη επειγόντων. Αν η Συνέλευσις ετερµάτιζεν εγκαίρως τας συνταγµατικάς εργασίας, θα είχε προφθάσει να δώσει εις την χώραν Σύνταγµα µε πολλήν επιµέλειαν παρεσκευασµένον και θα διέφευγε πιθανώτατα τον βίαιον θάνατον».

β) Το πραξικόπηµα του Θ. Πάγκαλου (25/5/1925) και η εγκαθίδρυση δικτατορικού καθεστώτος θα ανακόψει το ηµιτελές συντακτικό έργο της ∆΄ Συντακτικής Συνέλευσης. Η Συνέλευση, µε ψήφισµα που υιοθέτησε στις 30/5/25 (εκφράζουσα έτσι την «συνθηκολόγησίν» της η οποία έφτασε µέχρι του σηµείου να περιβάλει τον δικτάτορα Θ. Πάγκαλο µε τον περιβόητο «κοινοβουλευτικό µανδύα»), συγκρότησε νέα 30µελή «κοινοβουλευτική επιτροπή» την οποία εξουσιοδότησε «να ψηφίσει τον καταστατικόν χάρτην, όστις θέλει µεν δηµοσιευθή και αποκτήση αµέσως ισχύν αλλά θέλει υποβληθεί προς οριστικήν κύρωσιν εις την Συντακτικήν Συνέλευσιν ήτις εντός 15 ηµερών θέλει επιφέρει οιασδήποτε τροποποιήσεις κρίνει αναγκαίας».


Η κοινοβουλευτική επιτροπή υπό την προεδρία του Αλ. Παπαναστασίου άρχισε τις εργασίες της στις 7/7/1925 και τελείωσε την επεξεργασία του συνταγµατικού κειµένου στις 9/9/1925, «συναρµολογήσασα», όπως γράφει ο Α. Σβώλος, «εις έν κείµενον τα υπό της Συνελεύσεως εψηφισµένα ήδη άρθρα, ως και τα υπ’ αυτής της ιδίας διατυπωθέντα, εν µέρει µεν επί τη βάσει της προεργασίας της προηγουµένης συνταγµατικής επιτροπής, εν µέρει δε κατ’ ιδίαν έµπνευσιν».

Το «σχέδιο Συντάγµατος» που υπέβαλε στις 10/9/1925 η Επιτροπή στην κυβέρνηση Πάγκαλου, για να το δηµοσιεύσει στην Ε.τ.Κ., περιελάµβανε 125 άρθρα και εγκαθίδρυε το πολίτευµα της (προεδρευόµενης) κοινοβουλευτικής δηµοκρατίας. Οι πιο πολλές ρυθµίσεις που περιείχε το συνταγµατικό κείµενο της επιτροπής Παπαναστασίου διατηρήθηκαν και στο Σύνταγµα του 1927. Απ’ αυτές που έµειναν, τελικά, µόνο στο συνταγµατικό κείµενο του 1925, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν:

1) Η καθιέρωση µε ρητή συνταγµατική διάταξη του αναλογικού εκλογικού συστήµατος.

2) Η πρωτοφανής στην Ελληνική συνταγµατική παράδοση διάταξη, σύµφωνα µε την οποία «κανένας δεν µπορούσε να ασκήσει καθήκοντα πρωθυπουργού πλέον του έτους κατά συνέχειαν».

γ) Ο Θ. Πάγκαλος µε την «πράξη του Υπουργικού Συµβουλίου περί τροποποιήσεως και δηµοσιεύσεως του Συντάγµατος του παρά της τριακονταµελούς επιτροπής ψηφισθέντος» (28/9/1925) έκρινε σκόπιµο να δηµοσιεύσει στις 29/9/1925 το Σύνταγµα, επιφέροντας αυθαίρετα αρκετές τροποποιήσεις (απάλειψη άρθρων 106 - 110, 115, 118, 120, 122, 125 και διατάξεων των άρθρων 35, 57, 84, 97 κ.λ.π.) και ταυτόχρονα να διαλύσει, παραβιάζοντας θεµελιώδη συνταγµατική αρχή, την Συνέλευση, χωρίς να προκηρύξει συγχρόνως εκλογές.

δ) Μετά την ανατροπή της δικτατορίας Παγκάλου η de facto κυβέρνηση του στρατηγού Κονδύλη δηµοσιεύει στην Ε.τ.Κ. (22/9/26) το «Σύνταγµα της τριακονταµελούς επιτροπής» µε την διευκρίνιση ότι θα υποβληθεί «εις την εκ των προσεχών εκλογών συγκροτηθησοµένην Βουλήν, η οποία εντός δέκα πέντε ηµερών από του καταρτισµού αυτής εις Σώµα θέλει επιφέρει οιασδήποτε τροποποιήσεις κρίνει αναγκαίας». Το «θνησιγενές» Σύνταγµα του 1925 / 1926 ίσχυσε τυπικά ώς τις 3 Ιουνίου 1927, οπότε τέθηκε σε ισχύ το εν πολλοίς ταυτόσηµο σε περιεχόµενο Σύνταγµα της Β΄ ∆ηµοκρατίας.

ε) Πριν σχηµατιστεί (στις 26/12/26) η λεγόµενη «οικουµενική» κυβέρνηση υπό τον εξωκοινοβουλευτικό και «υπερκοµµατικό» Αλ. Ζαΐµη, η Βουλή µε ψήφισµά της (9/12/1926) παρόλο που ουσιαστικά (µε εξαίρεση την αβασίλευτη µορφή του πολιτεύµατος) ήταν «Συντακτική Συνέλευση» µε ιδιόρρυθµη αναθεωρητική αρµοδιότητα, διόρισε 30µελή «Συνταγµατική Επιτροπή» (µε πρόεδρο τον Π. Μερλόπουλο) για την επεξεργασία του νέου Συντάγµατος.

Η Επιτροπή στην οποία µετείχαν όλα τα κόµµατα, κατά την αναλογία της κοινοβουλευτικής τους δύναµης, χρειάστηκε 53 συνεδριάσεις ώς τις 13 Απριλίου 1927 για να υποβάλει τµηµατικά στην ολοµέλεια του σώµατος τις εισηγητικές εκθέσεις της, βασισµένες και στις εργασίες των προηγουµένων επιτροπών (5/1/27, 11/1/27, 7/2/27, 3/4/27. Η Βουλή ασχολήθηκε µε συντακτική εργασία σε 27 συνεδριάσεις της (από την συνεδρία ΙΣΤ΄ της 23/1/1927 έως τη συνεδρία ΠΓ΄ της 27/5/27) προσπαθώντας να επιταχύνει τους ρυθµούς της και να ξεπεράσει τις ποικίλες περισπάσεις της πολιτικής και οικονοµικής ζωής.

Χρειάσθηκε, πάντως, για να ολοκληρωθεί το συντακτικό της έργο, η παρέµβαση του Προέδρου της ∆ηµοκρατίας, Π. Κουντουριώτη, ο οποίος µε 3 επιστολές (25/1/1927, 1/4/27 και 19/4/27) προς τον πρωθυπουργό ζήτησε την επίσπευση της συντακτικής διαδικασίας, θεωρώντας, όχι αβάσιµα, ότι µια επιπλέον καθυστέρηση της επιψήφισης του συντάγµατος «ενέκλειε κινδύνους διά τον οµαλόν κοινοβουλευτικόν βίον του τόπου». Το Σύνταγµα της 3/6/1927 δεν έφερε τις υπογραφές όλων των µελών του υπουργικού συµβουλίου αλλά µόνο του πρωθυπουργού.

Το «Λαϊκόν Κόµµα» (που είχε αναδειχθεί στις εκλογές του '26 δεύτερη, µετά την «Ένωση Φιλελευθέρων», κοινοβουλευτική δύναµη µε 20,27% και 60 έδρες) δεν «αναγνώρισε» την πολιτειακή µεταβολή και δεν ήθελε το Σύνταγµα της ∆ηµοκρατίας να φέρει τις υπογραφές των υπουργών του που µετείχαν στην κυβέρνηση, για να µη θεωρηθεί ότι αναγνωρίζει έτσι εµµέσως το νέο, συνταγµατικά πλέον κατοχυρωµένο, πολίτευµα. Χρειάσθηκε να έρθει η 3η Οκτωβρίου 1932 για να προβεί το Λαϊκό Κόµµα, µε επιστολή του αρχηγού του, Π. Τσαλδάρη, προς τον Πρόεδρο της ∆ηµοκρατίας, στην «ανεπιφύλακτον αναγνώρισιν του δηµοκρατικού πολιτεύµατος».

(IV) ΟΙ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΙΣ, Η «ΑΝΑΙΡΕΣΗ» ΚΑΙ Ο ΠΑΙ∆ΑΓΩΓΙΚΟΣ ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ (1927 - 1935)

Η δυσµενής για τους συνταγµατικούς θεσµούς Ευρωπαϊκή συγκυρία µε την «πρόκληση των άκρων» να δοκιµάζει τις αντοχές του φιλελεύθερου και δηµοκρατικού κράτους και η πολιτική διχοτόµηση της Ελληνικής κοινωνίας σε «Βενιζελικούς» και «φιλοµοναρχικούς αντιβενιζελικούς» δεν ευνόησε την απρόσκοπτη λειτουργία του πολιτεύµατος και υπονόµευσε το κύρος του Συντάγµατος. Και οι δύο παρατάξεις, προκειµένου να ελέγξουν, να κατακτήσουν και να διατηρήσουν την εξουσία, διέβησαν επανειληµµένως τον «Ρουβίκωνα της νοµιµότητας» µε αποτέλεσµα, οι συνταγµατικοί θεσµοί να χάσουν βαθµιαία ένα σηµαντικό µέρος από τη νοµιµοποίησή τους.


1) Σηµαντικές ήταν οι παραβιάσεις και οι διαστρεβλώσεις του Συντάγµατος του 1927, στο πλαίσιο της «αντισυνταγµατικής» ενίσχυσης της Εκτελεστικής Εξουσίας και της πληµµελούς λειτουργίας του κοινοβουλευτικού συστήµατος. Όπως παρατηρεί ο Ν. Αλιβιζάτος: «Τον κρατικό παρεµβατισµό που επέβαλαν οι νέες συνθήκες δεν µπορούσε να τον εξασφαλίσει το Σύνταγµα του 1927 που ακολουθούσε κατά βάση το θεσµικό πρότυπο του 19ου αιώνα». Τα προβλήµατα που εγέννησεν η µεταπολεµική εποχή», γράφει το 1934 ο Ελ. Βενιζέλος, «και η επακολουθήσασα µετά το 1929 παγκόσµιος κρίσις επέβαλαν την ανάµιξιν του κράτους εις την διεύθυνσιν της εθνικής οικονοµίας.

∆ιά την διεύθυνσιν αυτήν το κοινοβουλευτικόν κράτος ήτο ήκιστα παρασκευασµένον. Η σηµερινή εκτελεστική εξουσία είναι ανίκανος να ανταποκριθεί προς τα καθήκοντά της διότι είναι ανίσχυρος, ευρισκοµένη υπό την πλήρη εξάρτησιν της νοµοθετικής εξουσίας η οποία επηρεάζεται από την ανάγκη να µη δυσαρεστήσει τας διαφόρους εκλογικάς οµάδας διά να µη διακινδυνεύσει η επανεκλογή των αποτελούντων αυτάς βουλευτών». Σ’ αυτό το κλίµα ένα µεγάλο µέρος της νοµοθετικής λειτουργίας διολίσθησε από τα νοµοθετικά σώµατα και περιήλθε στην εκτελεστική εξουσία. Στο επίπεδο της σχέσης Νοµοθετικής και Εκτελεστικής Εξουσίας την παθο- λογία των θεσµών σηµατοδοτούν:

α) Ο σχηµατισµός της κυβερνήσεως Ελ. Βενιζέλου (4/7/1928), χωρίς ο πρωθυπουργός να διαθέτει την «δεδηλωµένη» εµπιστοσύνη της πλειοψηφίας των βουλευτών, και η διάλυση της Βουλής, έτσι ώστε η κυβέρνηση Βενιζέλου να µην χρειαστεί να εµφανιστεί ενώπιον της λαϊκής αντιπροσωπείας και να παρακάµψει έτσι την αδυναµία συµπράξεως της Γερουσίας η οποία δεν είχε ακόµα συσταθεί.

β) Η πραξικοπηµατική αλλαγή του εκλογικού νόµου µε το ν.δ. της 11.7.1928 για να επαναφερθεί από την κυβέρνηση Ελ. Βενιζέλου το πλειοψηφικό εκλογικό σύστηµα.

γ) Η αντισυνταγµατική µεθόδευση που οδήγησε στη διάλυση της Βουλής (Ιανουάριος 1933). Ο Ελ. Βενιζέλος ανέτρεψε την κυβέρνηση Π. Τσαλδάρη, αποσύροντας την εµπιστοσύνη της κοινοβουλευτικής οµάδας των Φιλελευθέρων, σχηµάτισε κυβέρνηση (16/1/33) αλλά δεν εµφανίστηκε στη Βουλή. Ζήτησε -και πέτυχε- την πρόωρη διάλυση της Βουλής που είχε αναδειχθεί από τις εκλογές της 25/9/32. Την αντισυνταγµατικότητα αυτού του εγχειρήµατος, απέδειξε ο Αλ. Σβώλος µε εµπεριστατωµένο άρθρο του (Ελεύθερον Βήµα, 23/1/1933).

Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω απόσπασµα: «Η κυβέρνησις υποχρεούται πάντοτε, κατά το άρθρον 89 του Συντάγµατος, να εµφανίζεται εις την Βουλήν. ∆εν πρόκειται µόνον περί τύπου αλλά περί ουσιαστικού και ολοκληρωτικού στοιχείου του συστήµατος της κοινοβουλευτικής κυβερνήσεως. Είναι επικίνδυνον να διαβλέπη κανείς απλούς τύπους εις τας διατάξεις του Συντάγµατος. ∆ιότι µε µιαν τοιαύτην απλοποίησιν όλοι οι θεσµοί ηµπορούν να αχρηστευθούν.

Ηµπορούµεν να είµεθα όσον θέλοµεν σκεπτικισταί ως προς την αξίαν πολλών θεσµών της κοινοβουλευτικής δηµοκρατίας και διότι η δυναµική επικράτησις του κόµµατος µετέβαλεν ουσιαστικώς το περιεχόµενον αυτών. Αλλά εφ’ όσον διατηρείται το πολίτευµα αυτό, είναι υποχρέωσις των συντεταγµένων εξουσιών να σέβωνται το σχήµα του και να προσπαθούν να το εφαρµόσουν και όχι να το προσαρµόσουν εις τας µεταβλητάς των κοµµατικών αναγκών».

2) Στο πεδίο των ατοµικών ελευθεριών, η εφαρµογή του συντάγµατος του 1927 αποδείχθηκε ακόµη πιο προβληµατική, καθώς οι εκάστοτε κυβερνώντες υιοθέτησαν νοµοθετήµατα και πρακτικές που ήταν αµφίβολης συνταγµατικότητας ή παραβίαζαν κραυγαλέα το φιλελεύθερο πνεύµα του Συντάγµατος:

α) Προηγήθηκε το περιβόητο ν.δ. της 24/4/1924 «περί κατοχυρώσεως του ∆ηµοκρατικού Πολιτεύµατος» (γνωστό ως «κατοχυρωτικό») µε το οποίο η πρώτη κυβέρνηση της ∆ηµοκρατίας στο πλαίσιο της «ανασφάλειας» που είχε δηµιουργηθεί από την κατάλυση της βασιλείας, θέλησε να τιµωρήσει αµείλικτα κάθε «προσβολή», «δυσφήµιση», «εξύβριση», «αποδοκιµασία» ή «αµφισβήτηση των ιδρυτικών του δηµοκρατικού πολιτεύµατος πράξεων».

β) Θεσµοθετήθηκε σε µόνιµη βάση η διοικητική εκτόπιση πολιτών «υπόπτων» για πράξεις «αντικειµένας εις την δηµοσίαν τάξιν και ασφάλειαν της χώρας». Ο θεσµός αυτός που αναιρούσε τις βάσεις του συνταγµατικού φιλελευθερισµού, ριζωµένου στη χώρα από τα χρόνια της εθνικής παλιγγενεσίας, εισήχθη από τον Πάγκαλο ως µέτρο για την δίωξη των πολιτικών του αντιπάλων (ν.δ. της 2/6/26) αλλά ίσχυσε στη χώρα µας (µ’ ένα µικρό διάλειµµα µεταξύ 1929 - 1931) συνεχώς ώς το 1974.

γ) Το «κατοχυρωτικό» προετοίµασε το έδαφος για το διαβόητο «ιδιώνυµο» (ν. 4229/1925) που υιοθέτηθηκε µε πρωτοβουλία της κυβερνήσεως Ελ. Βενιζέλου και τιµωρούσε µε φυλάκιση όποιον επιδίωκε την «εφαρµογήν ιδεών εχουσών ως έκδηλον σκοπόν την δια βιαίων µέσων ανατροπήν του κρατούντος κοινωνικού συστήµατος ή την απόσπασιν µέρους εκ του όλου της Επικρατείας» ή ενεργούσε «υπέρ της εφαρµογής αυτών προσηλυτισµόν».


3) Το σύνταγµα του 1927 δεν ευτύχησε κατά την εφαρµογή του ούτε στο επίπεδο της λειτουργίας και του κύρους του προεδρικού θεσµού. Οι δύο Πρόεδροι της ∆ηµοκρατίας, ο 74ετής Π. Κουντουριώτης (εξελέγη στις 13/6/1929 µε 259 ψήφους επί συνόλου 370 βουλευτών και γερουσιαστών και ζήτησε µετά από 6 µήνες να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του) και ο 75ετής Αλ. Ζαΐµης (εξελέγη στις 14/12/1929 µε 257 ψήφους από την βενιζελική πλειοψηφία και επανεξελέγη στις 19/10/1934 από την αντιβενιζελική πλειοψηφία µε 197 ψήφους).

Ανεξάρτητα από τις αγαθές τους προθέσεις, όχι µόνο δεν κατάφεραν να προσδώσουν πνοή και αξιοπιστία στον νοµικά αποδυναµωµένο θεσµό του Προέδρου της ∆ηµοκρατίας και κατ’ επέκταση στο πολίτευµα (που τελούσε, εκ γενετής, υπό αµφισβήτηση) αλλά επί πλέον συνήργησαν, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο, στην καταστρατήγηση και την υπονόµευση της συνταγµατικής νοµιµότητας. Ο Πρόεδρος της ∆ηµοκρατίας Αλ. Ζαΐµης δεν δίστασε όχι µόνο να υπογράψει την κήρυξη του στρατιωτικού νόµου (την 1/3/1935) για λόγους µη προβλεπόµενους από το Σύνταγµα, αλλά και να υπογράψει τις συντακτικές πράξεις που οδήγησαν στην κατάλυση του πολιτεύµατος που είχε ορκιστεί να προστατεύει.

Συγκεκριµένα: έθεσε την υπογραφή του στην κατάργηση του θεσµού της Γερουσίας και στην αναστολή της ισοβιότητος των δικαστών και της µονιµότητας των δηµοσίων υπαλλήλων, ανοίγοντας έτσι τον δρόµο για τον διασυρµό των κοινοβουλευτικών θεσµών και τελικά για την κατάργηση του πολιτεύµατος της αβασίλευτης ∆ηµοκρατίας (από τον στρατηγό Γ. Κονδύλη), την επαναφορά του Συντάγµατος 1864 / 1911 (10/10/35) και τελικά την µοναρχική παλινόρθωση.

4) Το πολίτευµα του 1927 κλονίστηκε και από το αναθεωρητικό διάβηµα του κόµµατος των Φιλελευθέρων (Μάιος 1932) που έµενε τελικά µετέωρο: ∆εν συζητήθηκε, λόγω της διάλυσης της Βουλής, η πρόταση αναθεώρησης (που υποβλήθηκε από τους βουλευτές του κόµµατος Λ. Μακκά, Α. Βαρβαγιάννη και Σ. Κωστόπουλο) και η οποία επιδίωκε την ενίσχυση της εκτελεστικής εξουσίας, παρέχοντας στον Πρόεδρο της ∆ηµοκρατίας την εξουσία να λαµβάνει «έκτακτα µέτρα» - κατά το πρότυπο του Προέδρου της ∆ηµοκρατίας στο «Σύνταγµα της Βαϊµάρης».

Ο Εθνικός ∆ιχασµός που είχε σφραγίσει την ανακήρυξη της ∆ηµοκρατίας το 1924 θα σηµαδέψει και το τέλος της Β΄ ∆ηµοκρατίας και του Συντάγµατος του 1927, µε την απόπειρα πραξικοπήµατος του Ν. Πλαστήρα (την εποµένη των εκλογών της 5/3/1933), την απόπειρα κατά της ζωής του Βενιζέλου (6/6/33) και τις καταλυτικές για τη συνταγµατική νοµιµότητα επιπτώσεις µετά την καταστολή του βενιζελικού κινήµατος της 1/3/35. ∆εν θα πρέπει, πάντως, να µείνουµε µόνο στην «γκρίζα» εικόνα της εφαρµογής του Συντάγµατος.

Στα λίγα χρόνια και στα περιορισµένα περιθώρια που το άφησαν να λειτουργήσει οι εγγενείς– «αντικειµενικές» δυσχέρειες, ο φανατισµός και οι ξεπερασµένες αντιλήψεις των πολιτικών φορέων, οι επεµβάσεις των στρατιωτικών φατριών και οι συνεχείς παρασκηνιακές πιέσεις τους προς την πολιτική εξουσία, το Σύνταγµα υπήρξε χρήσιµο «εργαλείο» για την προώθηση διεκδικήσεων και τη δηµιουργία δηµοκρατικών και φιλελεύθερων ευαισθησιών και αντιστάσεων. Υπήρξαν βήµατα προς τα εµπρός και για τον εργατικό και δηµοσιοϋπαλληλικό συνδικαλισµό και για τις εγγυήσεις του Κράτους ∆ικαίου.

Θετικά ήταν επίσης τα «δείγµατα γραφής» που έδωσε το Συµβούλιο της Επικρατείας από τον Μάιο του 1929, προσπαθώντας να επιβάλει την ισονοµία και την ισοπολιτεία (έστω και αν, σε ορισµένες περιπτώσεις, όπως σε θέµατα ισότητας των δύο φύλων, αποδείχθηκε άτολµο και συντηρητικό). Η Ελευθερία του Τύπου κέρδισε έδαφος αλλά υπέστη και αρκετές δοκιµασίες στη δεκαετία 1925 - 1935. (Ο νέος νόµος περί Tύπου του 1931 ήταν πιο αυστηρός αλλά δεν αναιρούσε τις ουσιαστικές αρχές της ελευθεροτυπίας).

∆εν θα πρέπει, τέλος, να υποτιµηθεί η συνεισφορά του Συντάγµατος στον τρόπο µε τον οποίο στην αντίληψη µεγάλου τµήµατος του εκλογικού σώµατος η προσέλευση στις κάλπες, οι αντιπροσωπευτικές – εκλογικές διαδικασίες προσέλαβαν ακόµη πιο µεγάλη θεσµική και πολιτική αξία. Τη θετική διάσταση του Συντάγµατος του 1927 είχε επισηµάνει ο Αλ. Σβώλος: «∆ιά του νέου Συντάγµατος η χώρα απέκτησε -µετά την ανατροπήν των θεµελιωδών πολιτικών θεσµών υπό της ∆ικτατορίας- νόµιµον βάθρον κανόνων, ρυθµιζόντων τον πολιτειακόν βίον και τα δικαιώµατα των ατόµων.

Η αποκατάστασις αυτή της λαϊκής πηγής των εξουσιών, οσονδήποτε και αν είναι συµβολική, αποτελεί ηθικήν πρόοδον διά την χώραν, διότι συνιστά µιαν σχετικήν ανύψωσιν της αξιοπρέπειας του Λαού ως συνόλου ελεύθερων πολιτών. Ως προς το πολιτικόν περιεχόµενον, εάν το νέον Σύνταγµα εφαρµοσθή µε το πνεύµα της «δηµοκρατικής αρχής», εγγυάται την πολιτικήν επάρκειαν την οποίαν ζητούµεν συνήθως από τον τύπον της αστικής δηµοκρατίας. Ασχέτως προς τας εσωτερικάς αντινοµίας της δηµοκρατίας δεν θα πταίουν οι διατάξεις του Συντάγµατος αν η εξέλιξις της πολιτικής µας ζωής καταστή αντιδηµοκρατική». Σε τελική ανάλυση:

Το Σύνταγµα του 1927 µπορεί να υπήρξε φειδωλό σε ουσιαστικές µεταρρυθµίσεις και να απαξιώθηκε από τις περιπέτειες της κατάρτισης και ψήφισής του και από τις ποικίλες παραβιάσεις του, αλλά αποτελεί ασφαλώς σηµαντική ψηφίδα στο ιστορικό κεκτηµένο της νεοελληνικής συνταγµατικής συνείδησης και έκφρασης: Η Ελληνική ∆ηµοκρατία τού οφείλει πολλά από τα βασικά στοιχεία που συγκροτούν το σύγχρονο πολιτειακό και ιδεολογικό περιβάλλον της και τον δηµοκρατικό και φιλελεύθερο συνταγµατικό πολιτισµό της.


ΠΑΛΙΝΟΡΘΩΣΗ ΚΑΙ ∆ΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΗΣ 4ης AΥΓΟΥΣΤΟΥ (1935 - 1941)

Mετά την καταστολή του κινήµατος των Βενιζελικών αξιωµατικών της 1ης Μαρτίου 1935, η κυβέρνηση του Λαϊκού Κόµµατος υπό τον Π. Τσαλδάρη εκδίδει, την 1η Απριλίου 1935, τέσσερις Συντακτικές Πράξεις, η πρώτη εκ των οποίων καταργεί τη Γερουσία, διαλύει τη Βουλή του 1933 και προκηρύσσει εκλογές εντός διµήνου για την ανάδειξη συντακτικής συνέλευσης (η κυβέρνηση αυτή εκδίδει, εν συνόλω, 46 Συντακτικές Πράξεις). Με την έκδοση των Συντακτικών Πράξεων της 1ης Απριλίου 1935 επέρχεται θραύση του συνταγµατικού πλαισίου της ∆εύτερης Ελληνικής ∆ηµοκρατίας και γεννάται ένα νέο πολίτευµα.

Το πολίτευµα αυτό θα µπορούσε να χαρακτηρισθεί µεικτό, διότι συνυπάρχουν στοιχεία τόσο δηµοκρατικά (η κυβέρνηση Π. Τσαλδάρη απολαµβάνει της εµπιστοσύνης µιας Βουλής που προέρχεται από εκλογές) όσο και αυταρχικά (οικειοποίηση συντακτικής εξουσίας από την κυβέρνηση µε την έκδοση Συντακτικών Πράξεων). Στις εκλογές, που διεξάγονται µε πλειοψηφικό σύστηµα σε ευρείες περιφέρειες την 9η Ιουνίου 1935, και αφού στο µεταξύ έχει αρθεί από τις 14 Μαΐου ο νόµος περί καταστάσεως πολιορκίας, δεν λαµβάνουν µέρος τα Βενιζελογενή κόµµατα.

Έτσι, η Ε΄ Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων (όπως ονοµάζεται η συντακτική αυτή Bουλή) έχει µονοµερή σύνθεση. Η Ε΄ Εθνική Συνέλευση, που συνέρχεται την 1η Ιουλίου 1935, αφού µε Ψήφισµά της (από 11 Ιουλίου 1935) κυρώνει όλες τις Συντακτικές Πράξεις και τους άλλους κανόνες δικαίου που έχουν εκδοθεί από την 1η Απριλίου 1935 και µετά µε ευθύνη του Υπουργικού Συµβουλίου, αποφασίζει ότι µέχρι τη 15η Νοεµβρίου 1935 θα διεξαχθεί δηµοψήφισµα για τη µορφή του πολιτεύµατος και διακόπτει τις εργασίες της µέχρι την 10η Οκτωβρίου 1935.

Με άλλα της Ψηφίσµατα, η Ε΄ Εθνική Συνέλευση οργανώνει τη νοµοπαραγωγική διαδικασία και προβλέπει ότι το Σύνταγµα του 1927 εξακολουθεί να ισχύει στο µέτρο που δεν είναι αντίθετο στους κανόνες δικαίου που έχουν εκδοθεί από 1ης Απριλίου και εφεξής. Με τις εκλογές του Ιουνίου του 1935 γίνεται νέα θραύση του συνταγµατικού πλαισίου. Παύουν να υπάρχουν τα αυταρχικά στοιχεία του προηγούµενου πολιτεύ- µατος, αφού µεσολαβεί έκφραση της ελεύθερης βούλησης του εκλογικού σώµατος.

Το νέο πολίτευµα της Ε΄ Εθνικής Συνέλευσης είναι πλέον δηµοκρατικό, µε αιρετό αρχηγό κράτους (δεν είναι όµως συνέχεια της ∆εύτερης ∆ηµοκρατίας, αφού έχουν καταργηθεί καθοριστικά όργανα της τελευταίας, όπως η Γερουσία), κοινοβουλευτικό (αφού δεν έχει καταργηθεί το άρθρο 89 του Συντάγµατος του 1927, που ορίζει ότι η Κυβέρνηση οφείλει να απολαύει της εµπιστοσύνης της Βουλής) και από τη φύση του µεταβατικό, αφού είναι πολίτευµα µιας συντακτικής συνέλευσης, σκοπός της οποίας είναι η σύνταξη ενός νέου Συντάγµατος µε ενδεχόµενη αλλαγή της πολιτειακής µορφής µέσω του δηµοψηφίσµατος.

Την ηµέρα επανάληψης των εργασιών (10 Οκτωβρίου 1935) ο Αντιπρόεδρος της Κυβέρνησης Γ. Κονδύλης εξαναγκάζει σε παραίτηση τον Πρωθυπουργό Π. Τσαλδάρη, αναλαµβάνει την πρωθυπουργία και αποσπά από την Εθνική Συνέλευση Ψήφισµα, µε το οποίο:

α) Καταργείται το πολίτευµα της αβασίλευτης δηµοκρατίας.

β) Επαναφέρεται προσωρινά σε ισχύ το Σύνταγµα του 1911.

γ) Εξουσιοδοτείται ο Πρόεδρος του Υπουργικού Συµβουλίου να ασκεί τη βασιλική εξουσία µέχρι το δηµοψήφισµα.

Το Ψήφισµα αυτό δεν δηµιουργεί πρόβληµα από άποψη συνταγµατικού δικαίου, αφού προέρχεται από συντακτική συνέλευση η οποία έχει απεριόριστη εξουσία. Η έκδοση, όµως, Συντακτικών Πράξεων από την κυβέρνηση Γ. Κονδύλη, από την επόµενη ήδη ηµέρα 11 Οκτωβρίου 1935, συνιστά χωρίς αµφιβολία νέα θραύση του συ- νταγµατικού πλαισίου (αφού η Συνέλευση δεν είχε παραχωρήσει στην κυβέρνηση την αρµοδιότητα έκδοσης συντακτικών πράξεων) και χαρακτηρίζει το νέο πολίτευµα ως αυταρχικό. Η δικτατορία του Γ. Κονδύλη διαρκεί µέχρι τις 30 Νοεµβρίου 1935.

Στη διάρκεια αυτών των ηµερών η κυβέρνηση εκδίδει δεκατρείς συνολικά Συντακτικές Πράξεις (έµεινε στην πολιτική µας ιστορία µε τον σκωπτικό χαρακτηρισµό «Kοσµογονία») και διενεργεί, στις 3 Νοεµβρίου 1935, δηµοψήφισµα για το πολιτειακό. Και µόνον τα αποτελέσµατα του δηµοψηφίσµατος (υπέρ της βασιλευοµένης: 97,87%, υπέρ της αβασίλευτης: 2,13%) αρκούν για να καταδείξουν τις προβληµατικές συνθήκες υπό τις οποίες εκφράζεται το εκλογικό σώµα. Μετά το δηµοψήφισµα, ο Γεώργιος Β΄ επανέρχεται στην Ελλάδα στις 25 Νοεµβρίου 1935 και αναλαµβάνει τα καθήκοντά του, όπως αυτά ορίζονται από το Σύνταγµα του 1911.

Πέντε ηµέρες αργότερα αποπέµπει από την πρωθυπουργία τον Γ. Κονδύλη. Έτσι λήγει το αυταρχικό καθεστώς και αρχίζει ένα νέο πολίτευµα, που µπορεί να αποκληθεί «βασιλευοµένη δηµοκρατία της παλινόρθωσης». Το πολίτευµα αυτό οφείλει τον δηµοκρατικό του χαρακτήρα τόσο στην εφαρµογή του Συντάγµατος του 1911 όσο και στις δύο εκφράσεις της λαϊκής βούλησης: το δηµοψήφισµα του Νοεµβρίου 1935 και τις εκλογές του Ιανουαρίου 1936. Συνεπώς, σε αυτό το εκπληκτικό, από συνταγµατική άποψη, έτος 1935 ισχύουν διαδοχικά στην Ελλάδα πέντε διαφορετικά πολιτεύµατα:

Η ∆εύτερη Ελληνική ∆ηµοκρατία, το µεικτό πολίτευµα της κυβέρνησης Π. Τσαλδάρη, το δηµοκρατικό πολίτευµα της Ε΄ Εθνικής Συνέλευσης, η αυταρχική διακυβέρνηση του Γ. Κονδύλη και η βασιλευοµένη δηµοκρατία της παλινόρθωσης. Πράγµατι, ο Γεώργιος Β', σε µια κίνηση πολιτικής οξυδέρκειας, αφού διορίζει στην πρωθυπουργία τον καθηγητή της Νοµικής Σχολής Κ. ∆εµερτζή, διαλύει την Ε' Εθνική Συνέλευση και προκηρύσσει εκλογές για Αναθεωρητική Βουλή, στις 26 Ιανουαρίου 1936.


Η κίνηση αυτή είναι σωστή, αφού δεν είναι δυνατόν να γίνει ένα νέο ξεκίνηµα µε µία Βουλή στην οποία δεν εκπροσωπείται µεγάλο τµήµα του Ελληνικού λαού. Από συνταγµατική σκοπιά, ο Βασιλεύς, ως αρχηγός της εκτελεστικής εξουσίας, δεν µπορεί στα δηµοκρατικά πολιτεύµατα να διαλύσει µια συντακτική συνέλευση, αφού αυτή είναι εξ ορισµού κυρίαρχη. ∆εδοµένου όµως ότι έχει προηγηθεί θραύση του συνταγµατικού πλαισίου και έναρξη νέου πολιτεύµατος, η Συνέλευση έχει απωλέσει τον συντακτικό της χαρακτήρα.

Έτσι, η πρωτοβουλία του Γεωργίου Β' δεν µπορεί να θεωρηθεί προβληµατική, ιδίως όταν συνυπολογισθεί και η εξαιρετικά ταραγµένη πολιτική ζωή της περιόδου. Από την άλλη µεριά, η Βουλή που θα εκλεγεί δεν µπορεί σε καµία περίπτωση να είναι κατά νοµική ακριβολογία Aναθεωρητική, αφού δεν έχουν τηρηθεί οι προβλεπόµενες από το άρθρο 108 του Συντάγµατος του 1911 προϋποθέσεις. Οι εκλογές του 1936 για την ανάδειξη της Γ΄ Αναθεωρητικής Βουλής λαµβάνουν χώρα µε το αναλογικό σύστηµα του 1932.

Ο λόγος επιλογής του αναλογικού συστήµατος είναι η προσπάθεια να κατευνασθούν τα πολιτικά πάθη, που έχουν οξυνθεί σε όλη την προηγούµενη περίοδο, και να γίνει εφικτή µία -κατά το µέτρο της εκλογικής τους δύναµης- εκπροσώπηση όλων των πολιτικών δυνάµεων στη νέα Βουλή. Τα αποτελέσµατα της εκλογικής αυτής αναµέτρησης δεν επιτρέπουν την ανάδειξη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Mε µυστική συµφωνία του Kόµµατος των Φιλελευθέρων και του Παλλαϊκού Mετώπου, δηλαδή του K.K.E. (Σύµφωνο Σοφούλη - Σκλάβαινα), καθίσταται εφικτή η εκλογή Προέδρου της Bουλής.

Όµως, το πολιτικό κλίµα της εποχής δεν επιτρέπει ούτε καν την ιδέα συµµετοχής των κοµµουνιστών στην κυβέρνηση. Έτσι, παραµένει στην πρωθυπουργία ο «υπηρεσιακός» πρωθυπουργός Κ. ∆εµερτζής. Μετά τον θάνατο του τελευταίου, ο Γεώργιος Β΄ διορίζει πρωθυπουργό τον Ιω. Μεταξά, αρχηγό ενός µικρού κόµµατος της Βουλής µε αντικοινοβουλευτικές απόψεις, ο οποίος έχει ήδη διατελέσει διαδοχικά Υπουργός Στρατιωτικών και Αντιπρόεδρος στην κυβέρνηση Κ. ∆εµερτζή.

Ο Ιω. Μεταξάς λαµβάνει ψήφο εµπιστοσύνης από τη Βουλή (27 Απριλίου 1936). Την 4η Αυγούστου 1936 εκδίδονται δύο βασιλικά διατάγµατα. Με το πρώτο αναστέλλεται η ισχύς των συνταγµατικών διατάξεων που προστατεύουν τις βασικότερες ατοµικές ελευθερίες (το διάταγµα είναι, όµως, αντισυνταγµατικό, αφού στηρίζεται στην Κ∆΄ Συντακτική Πράξη του 1935, η οποία έχει πάψει να ισχύει µετά την επαναφορά του Συντάγµατος του 1911) και µε το δεύτερο διαλύεται η Γ΄ Αναθεωρητική Βουλή, χωρίς όµως να προκηρύσσονται εκλογές για νέα Αναθεωρητική Βουλή εντός των συνταγµατικών προθεσµιών.

Πρόκειται για νέα θραύση του συνταγµατικού πλαισίου, άρα για ένα νέο πολίτευµα, αναµφισβήτητα αυταρχικό. Η δικτατορία της 4ης Αυγούστου του Ιω. Μεταξά παραµένει στην εξουσία µέχρι την κατάρρευση του µετώπου και την κατάληψη της χώρας από τις δυνάµεις του Άξονα, τον Απρίλιο του 1941.

ΤΑ ΤΡΙΑ ΚΑΘΕΣΤΩΤΑ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ (1941 - 1944)

Kατά τη διάρκεια της Kατοχής (1941 - 1944) ισχύουν ταυτόχρονα τρία διαφορετικά καθεστώτα: οι κατοχικές κυβερνήσεις, οι ελεύθερες κυβερνήσεις του εξωτερικού και η de facto κυβέρνηση της Ελεύθερης Ελλάδας. Στην κατεχόµενη Ελλάδα, οι κατοχικές δυνάµεις δεν ασκούν οι ίδιες απευθείας την πολιτική εξουσία. Αυτή ασκείται από Ελληνικές κυβερνήσεις, των οποίων όµως η ισχύς πηγάζει από το jus occupationis, δηλαδή από τις δυνάµεις κατοχής (τα δικαστήρια, κατά την περίοδο της Kατοχής, χαρακτηρίζουν ως de facto τις κυβερνήσεις αυτές – (ΣτΕ 97/1942, ΑΠ 68/1944).

Από συνταγµατική άποψη, ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι το κράτος µετονοµάζεται σε «Ελληνική Πολιτεία», κάτι που σαφώς υπονοεί αβασίλευτη µορφή πολιτεύµατος, ενώ αίρεται και η διάκριση µεταξύ συντακτικής και συντεταγµένης εξουσίας: αµφότερες, πλέον, θα ασκούνται από την κυβέρνηση. Ο Βασιλεύς Γεώργιος Β΄, το υπουργικό συµβούλιο και άλλοι ανώτατοι αξιωµατούχοι καταφεύγουν στο εξωτερικό, όπου και παραµένουν µέχρι την απελευθέρωση.

Οι ελεύθερες κυβερνήσεις του εξωτερικού (διαδοχικά τρεις, µε πρωθυπουργούς τους Εµ. Τσουδερό, Σ. Βενιζέλο και Γ. Παπανδρέου) θεωρούνται ως νόµιµη συνέχεια των προκατοχικών κυβερνήσεων, αναγνωρίζονται ως τέτοιες από τις ξένες κυβερνήσεις (εκτός, βέβαια, εκείνων των δυνάµεων του Άξονα) αλλά, όπως είναι φυσικό, δεν ασκούν πραγµατική εξουσία επί του Ελληνικού εδάφους.

Με την από 4 Φεβρουαρίου 1942 Συντακτική Πράξη της κυβέρνησης Εµ. Τσουδερού ακυρώνεται το βασιλικό διάταγµα της 4ης Αυγούστου 1936 για την αναστολή άρθρων του Συντάγµατος και έτσι επέρχεται, σε τυπικό και συµβολικό βέβαια επίπεδο, η ρήξη των κυβερνήσεων αυτών µε το αυταρχικό καθεστώς του Ιω. Μεταξά. Την άνοιξη του 1944 οι κατοχικές δυνάµεις δεν ασκούν πλέον εξουσία επί ενός µεγάλου µέρους της Ελληνικής υπαίθρου. Η εξουσία εκεί ασκείται -ουσιαστικά και πραγµατικά- από τις αντιστασιακές οργανώσεις.


Στις 12 Μαρτίου 1944 αποφασίζεται η δηµιουργία µιας οργανωµένης πολιτικής εξουσίας, και έτσι ιδρύεται η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (Π.Ε.Ε.Α.), η οποία θα µπορούσε να χαρακτηρισθεί ως η εκτελεστική εξουσία του πολιτικού αυτού µορφώµατος. Στη συνέχεια συγκροτείται το Εθνικό Συµβούλιο, που συνέρχεται στους Κορυσχάδες Ευρυτανίας τον Μάιο του 1944 και αποτελεί, τρόπον τινά, το νοµοθετικό όργανο. Η Π.Ε.Ε.Α. και το Εθνικό Συµβούλιο εµφανίζονται ως η νόµιµη συνέχεια του Ελληνικού κράτους πριν από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι βουλευτές της Γ΄ Αναθεωρητικής Βουλής του 1936 θεωρούνται αυτοδικαίως και µέλη του Εθνικού Συµβουλίου (άρθρο 19 της Πράξης 6 της Π.Ε.Ε.Α.). Και τα δύο όργανα αυτοδιαλύονται στις 5 Νοεµβρίου 1944, µετά, δηλαδή, την απελευθέρωση και την άφιξη στην Ελλάδα της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου. Από νοµική σκοπιά, η Π.Ε.Ε.Α. µπορεί να χαρακτηρισθεί ως de facto κυβέρνηση.

MΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗ BΑΣΙΛΕΥΟΜΕΝΗ ∆ΗΜΟΚΡΑΤΙΑ (1944 - 1967)

Ι. ΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ 

Στις 18 Οκτωβρίου 1944 υψώνεται και πάλι η Ελληνική σηµαία στην Aκρόπολη. Η ηµεροµηνία αυτή αποτελεί συµβολικά την αρχή της µεταπολεµικής ιστορίας της Ελλάδας. Στην Αθήνα έρχεται και εγκαθίσταται η Ελληνική κυβέρνηση υπό τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου, κυβέρνηση εθνικής ενότητας µε εκπροσώπους όλων των πολιτικών τάσεων (συµπεριλαµβανοµένων και των αντιστασιακών οργανώσεων της Aριστεράς), που έχει σχηµατισθεί ήδη από τον Σεπτέµβριο του ίδιου έτους. Ο Βασιλεύς Γεώργιος Β΄ παραµένει στο εξωτερικό, όπως έχει ο ίδιος εµµέσως δεσµευθεί από τον Νοέµβριο του 1943.

Και όπως σαφώς έχει αποφασισθεί από τη διάσκεψη του Λιβάνου τον Μάιο του 1944, ενώ καθήκοντα Αντιβασιλέως αναλαµβάνει, από 1ης Ιανουαρίου 1945, ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ∆αµασκηνός. Οι κυβερνήσεις της απελευθέρωσης, µέχρι και τις εκλογές του 1946, ασκούν de facto εξουσία. ∆εν έχουν τυπική δηµοκρατική νοµιµοποίηση, αφού δεν έχουν προκύψει µε εκλογές, αλλά διαθέτουν ιστορική νοµιµοποίηση, αφού εκπροσωπούν ουσιαστικά τη συνέχεια του Ελληνικού δηµοκρατικού κράτους, µετά τη µεγάλη παρένθεση της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου και των κυβερνήσεων κατοχής.

Το Συµβούλιο της Επικρατείας (13/1945, 370/1946) έκρινε ότι οι κυβερνήσεις αυτές δεν είναι επαναστατικές αλλά νόµιµες και συνταγµατικές, αφού διορίζονται από το κατά το Σύνταγµα (του 1911) αρµόδιο όργανο και ορκίζονται πίστη και υπακοή στο Σύνταγµα. Αυτή η νοµολογιακή θέση έχει ως λογική συνέπεια, όπως δεν παραλείπει να τονίσει το δικαστήριο, ότι οι αρµοδιότητες των κυβερνήσεων αυτών είναι οι οριζόµενες από το Σύνταγµα, τις οποίες µπορούν να αγνοήσουν µόνον «όταν τούτο είναι απαραιτήτως και επιτακτικώς αναγκαίον και αναπόφευκτον» για την αντιµετώπιση εξαιρετικών περιστάσεων.

Tη νοµολογία αυτή φροντίζουν οι κυβερνήσεις της εποχής να παρακάµψουν µε την έκδοση της 92/1946 Συντακτικής Πράξης, κατά την οποία απαγορεύεται στα δικαστήρια ο έλεγχος των Συντακτικών Πράξεων. Λίγο καιρό µετά την εγκατάσταση στην Ελλάδα της πρώτης κυβέρνησης της απελευθέρωσης ξεσπάει η κρίση του ∆εκεµβρίου 1944 (∆εκεµβριανά). Η κρίση αυτή τελειώνει µε τη Συµφωνία της Βάρκιζας, η οποία κυρώνεται µε τη Συντακτική Πράξη 23, που δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως στις 23 Μαρτίου 1945 (ΦΕΚ Α΄ 68).

Το άρθρο 9 της Συντακτικής αυτής Πράξης προβλέπει ότι εντός του 1945 θα γίνει δηµοψήφισµα «το οποίον θα τερµατίσει οριστικώς το πολιτειακόν ζήτηµα», εν συνεχεία δε, θα γίνουν εκλογές Συντακτικής Συνέλευσης. Καµία από τις προβλέψεις του άρθρου αυτού (είτε χρονολογική είτε ουσιαστική) δεν τηρείται στην πραγµατικότητα. Προηγούνται οι εκλογές, που γίνονται τον Μάρτιο του 1946 (και όχι εντός του 1945), για τη συγκρότηση Αναθεωρητικής (και όχι Συντακτικής) Βουλής, και ακολουθεί το δηµοψήφισµα (1η Σεπτεµβρίου 1946) µε αντικείµενο την επάνοδο ή µη του Γεωργίου Β΄ από το εξωτερικό και όχι την άµεση από τον λαό επιλογή πολιτεύµατος.

Πάντως, ο Πρωθυπουργός Π. Τσαλδάρης δηλώνει στη Βουλή, στις 22 Ιουνίου 1946, ότι τυχόν αρνητικό για την επάνοδο του Γεωργίου Β΄ αποτέλεσµα θα «έχει την ευρυτέραν έννοιαν της δηµιουργίας πολιτειακής κρίσεως». Το αποτέλεσµα του δηµοψηφίσµατος είναι 68,40% υπέρ της επανόδου. Τον Γεώργιο Β΄, που επανέρχεται στην Ελλάδα στις 28 Σεπτεµβρίου 1946, θα διαδεχθεί ο αδελφός του Παύλος την 1η Απριλίου 1947, και τον τελευταίο ο υιός του Κωνσταντίνος Β΄ στις 6 Μαρτίου 1964.

II. ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΨΗΦΙΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ 1952

Η ∆΄ Αναθεωρητική Βουλή, που προκύπτει από τις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946 εκδίδει, λίγες ηµέρες µετά την έναρξη της Συνόδου (11 Ιουνίου 1946), το Β΄ Ψήφισµα για την οργάνωση των εργασιών της κατά την αναθεωρητική διαδικασία. Αποφασίζεται η συγκρότηση 40µελούς Επιτροπής, µε αναλογική εκπροσώπηση των κοµµάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή, για την εκπόνηση ενός Σχεδίου Συντάγµατος. Στη συνέχεια, η Ολοµέλεια της Βουλής θα συζητήσει και θα ψηφίσει κάθε άρθρο ξεχωριστά, σε µία ψηφοφορία («άπαξ»).

Σε αντίθεση, όµως, µε την πρακτική που ακολουθείται συνήθως στη χώρα µας, η Επιτροπή αυτή δεν εργάζεται µε βάση ένα συγκεκριµένο προϋπάρχον κείµενο (είτε ένα προηγούµενο Σύνταγµα είτε κάποιο κυβερνητικό ή άλλο σχέδιο) αλλά µε βάση τις εισηγήσεις των µελών της για συγκεκριµένα ζητήµατα. Η Επιτροπή του Β΄ Ψηφίσµατος, µετά από δύο έτη εργασιών, καταθέτει στη Βουλή στις 15 Ιουνίου 1948 ένα πλήρες Σχέδιο Συντάγµατος. Το -εκτενές- Σχέδιο Συντάγµατος του 1948, αποτελούµενο από 145 άρθρα, στηρίζεται κυρίως στις διατάξεις του Συντάγµατος του 1911 και δευτερευόντως σε εκείνες του Συντάγµατος του 1927.


Ενώ περιέχει και πρωτότυπες διατάξεις οι οποί- ες ανευρίσκονται και σε µεταγενέστερα Ελληνικά συνταγµατικά κείµενα, όπως π.χ. η λειτουργία της Βουλής σε Τµήµατα Συνόδου και σε Τµήµα ∆ιακοπών, η εφαρµογή του εκλογικού νόµου στις µεθεπόµενες εκλογές, το ανώτατο χρονικό όριο προφυλάκισης, η ρητή καθιέρωση της ισότητας των φύλων και η δυνατότητα εθνικοποίησης επιχειρήσεων κοινής ωφελείας. Από την άλλη µεριά, το Σχέδιο περιέχει και διατάξεις που θα µπορούσαν να δηµιουργήσουν δυσκολίες στην αποδοχή τους.

Όπως είναι η δυνατότητα αναθεώρησης του Συντάγµατος από µία µόνον Βουλή ή ακόµη και η άσκηση ελέγχου της Βουλής επί των µη αµιγώς δικαιοδοτικών αρµοδιοτήτων των ανωτάτων δικαστηρίων και δικαστικών συµβουλίων (κατά την άσκηση, δηλαδή, διοικητικών ή πειθαρχικών αρµοδιοτήτων). Η Ολοµέλεια της ∆΄ Αναθεωρητικής Βουλής (η ακριβής νοµική φύση της οποίας, εάν είναι δηλαδή µόνον κατ’ όνοµα αναθεωρητική και στην ουσία συντακτική µε περιορισµό αρµοδιότητας ως προς τη µορφή του πολιτεύµατος ή όχι.

Έχει απασχολήσει δια µακρών την Ελληνική συνταγµατική επιστήµη και νοµολογία – (ΣτΕ 2160/1947) ξεκινά τις συζητήσεις επί του Σχεδίου στις 6 Ιουλίου 1948, χωρίς όµως κάποια ιδιαίτερη σπουδή ή ακόµη και ενδιαφέρον των µελών της. Έτσι, µετά από 12 µήνες, τον Ιούλιο του 1949 έχουν συζητηθεί και ψηφισθεί µόνον οκτώ άρθρα (πρόκειται για τα άρθρα 3 έως 10). Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το ακόλουθο γεγονός: µόλις µια εβδοµάδα µετά την έναρξη των συζητήσεων, η ∆΄ Αναθεωρητική Βουλή αποφασίζει, µετά από µια πολύ σύντοµη συζήτηση και χωρίς ιδιαίτερη αιτιολογία, να θεωρήσει ως βάση των συζητήσεών της το Σύνταγµα του 1911 και να αντιµετωπίσει τις αντίστοιχες διατάξεις του Σχεδίου του 1948 ως απλές τροπολογίες.

Με τον τρόπο αυτό υποβαθµίζεται εξαιρετικά το έργο της Επιτροπής του Β΄ Ψηφίσµατος, ενώ γίνεται σαφής η επιφυλακτικότητα της Βουλής απέναντι στις -έστω και λίγες- καινοτόµες προτάσεις του Σχεδίου Συντάγµατος του 1948. Τον Ιούλιο του 1949, εν όψει του επικείµενου τερµατισµού του τετραετούς βίου της, η ∆΄ Αναθεωρητική Βουλή αποφασίζει να επιταχύνει, κατά το δυνατόν, τη διαδικασία αναθεώρησης, και εκδίδει το ΞΗ΄ Ψήφισµά της, το οποίο προβλέπει:

α) Να συσταθεί µια νέα, 40µελής και πάλι, Επιτροπή από βουλευτές.

β) Η Επιτροπή αυτή να προτείνει ένα Σχέδιο των «χρηζουσών αναθεωρήσεως» διατάξεων, χωρίς όµως να περιλαµβάνονται σε αυτές τα άρθρα που έχει ήδη συζητήσει και ψηφίσει η Ολοµέλεια της Βουλής.

γ) Το Σχέδιο της Επιτροπής να τεθεί προς ψήφιση στο σύνολό του (δηλαδή χωρίς καµία αλλαγή) στην επόµενη Σύνοδο της Βουλής.

Η Επιτροπή του ΞΗ΄ Ψηφίσµατος εργάζεται επί πεντάµηνο, περιορίζει σηµαντικά τον αριθµό των προς αναθεώρηση διατάξεων (σε σχέση, πάντοτε, µε το Σύνταγµα του 1911) και υποβάλει το Σχέδιό της στη Βουλή στις 23 ∆εκεµβρίου 1949, ηµέρα κατά την οποία η Βουλή διακόπτει, λόγω εορτών, τις εργασίες της. Όµως, η Βουλή αυτή διαλύεται στις αρχές Ιανουαρίου 1950, πριν προλάβει να επαναλάβει τις εργασίες της, και έτσι τόσο το Σχέδιο όσο και η όλη αναθεωρητική διαδικασία δεν έχουν κατάληξη.

Σύµφωνα µε τη θεωρία του συνταγµατικού δικαίου, µια αναθεωρητική Βουλή µπορεί να διαλυθεί, υπό την προϋπόθεση ότι και η εποµένη Βουλή θα είναι αναθε- ωρητική. Εάν δεν συµβεί αυτό, τότε υπάρχει παρέµβαση του Ανώτατου Άρχοντα (που έχει και ασκεί το δικαίωµα διάλυσης της Βουλής) στην αναθεωρητική διαδικασία. Στη συγκεκριµένη περίπτωση, όµως, η νέα Βουλή, εκείνη δηλαδή που θα προκύψει από τις εκλογές της 5ης Μαρτίου 1950, ούτε χαρακτηρίζεται ως αναθεωρητική ούτε το διάταγµα διάλυσης της Βουλής καλεί τους ψηφοφόρους σε εκλογές για την ανάδειξη αναθεωρητικής Βουλής.

Τα πράγµατα γίνονται ακόµη πιο δύσκολα και από το γεγονός ότι κανένα από τα κόµµατα που λαµβάνουν µέρος στις εκλογές δεν διατυπώνει, κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, κάποια διαµαρτυρία ή ένσταση για αυτό το «οιονεί συνταγµατικό πραξικόπηµα». Η συνταγµατική αυτή «ανωµαλία» δεν αναιρεί, βέβαια, το γεγονός ότι η αναθεωρητική εκκρεµότητα πρέπει να τελειώσει, και έτσι γίνεται προσπάθεια να λυθεί το πρόβληµα σε πολιτικό - κοµµατικό, µάλλον, παρά σε θεσµικό επίπεδο.

Μια πρώτη προσπάθεια γίνεται στις 15 Μαΐου 1950, όταν όλοι οι πολιτικοί αρχηγοί συµφωνούν σε ένα πρακτικό που αναγνωρίζει στη Βουλή αναθεωρητική αρµοδιότητα για µία και µόνη συνεδρίαση, ώστε αυτή να ψηφίσει, στο σύνολό του, το Σχέδιο της Επιτροπής του ΞΗ΄ Ψηφίσµατος. Το πρακτικό αυτό, υπό µορφή Ψηφίσµατος, δεν κατατίθεται ποτέ στη Βουλή, αφού δεν συγκεντρώνει τον αναγκαίο αριθµό υπογραφών βουλευτών, όπως έχει προφορικά συµφωνηθεί. Έναν χρόνο αργότερα, στις 28 Ιουλίου 1951, οι αρχηγοί των πολιτικών κοµµάτων, παρουσία και του Βασιλέως Παύλου, συνυπογράφουν ένα νέο πρακτικό µε το οποίο συµφωνούν:

α) Να διαλυθεί η Βουλή του 1950 και να προκηρυχθούν εκλογές, και

β) Να δοθεί στη νέα Βουλή περιορισµένη αναθεωρητική εξουσία ώστε αυτή, στην πρώτη της Σύνοδο, να επικυρώσει στο σύνολό του ή να απορρίψει το Σχέδιο Συντάγµατος της Επιτροπής του ΞΗ΄ Ψηφίσµατος.


Είναι χαρακτηριστικό, για τα πολιτικά ήθη της εποχής, το ακόλουθο απόσπασµα του πρακτικού των πολιτικών αρχηγών: «Αναλαµβάνοµεν την υποχρέωσιν ίνα διά των εν τη νέα Βουλή οπαδών ηµών επιψηφήσωµεν το υπό της Επιτροπής κ.λ.π.». Οι βουλευτές, µε συνταγµατικά κατοχυρωµένη ανεξαρτησία λόγου και ψήφου, µετατρέπονται σε «οπαδούς εν τη Βουλή» των πολιτικών αρχηγών και, συντε- ταγµένα, θα κληθούν να ψηφίσουν το Σχέδιο Συντάγµατος. Και πράγµατι, έτσι γίνεται.

Η Βουλή που προέρχεται από τις εκλογές της 9ης Σεπτεµβρίου 1951 ψηφίζει το Σχέδιο Συντάγµατος στη συνεδρίαση της 21ης ∆εκεµβρίου 1951, το δε νέο Σύνταγµα αρχίζει να ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1952, πεντέµισι χρόνια, δηλαδή, µετά τη σύσταση της πρώτης Επιτροπής για την κατάρτισή του και αφού έχουν µεσολαβήσει δύο εκλογικές αναµετρήσεις. Και της Βουλής του 1951 η νοµική φύση δεν είναι απολύτως σαφής.

Άλλωστε, η ίδια η Βουλή έχει υπερβεί την όποια αναθεωρητική αρµοδιότητα τής έχει προσδώσει το διάταγµα εκλογών αφού, πλέον του κειµένου του Σχεδίου Συντάγµατος της Επιτροπής του ΞΗ΄ Ψηφίσµατος, ψηφίζει και ορισµένες ερµηνευτικές δηλώσεις, οι οποίες έχουν την ίδια τυπική ισχύ µε το Σύνταγµα. Πάντως, το Συµβούλιο της Επικρατείας, σε µιαν επίδειξη συνταγµατικού πραγµατισµού, αναγνώρισε στη Βουλή του 1951 «έκτακτη αναθεωρητική αρµοδιότητα» (ΣτΕ 1899/1952) για την ψήφιση του Συντάγµατος του 1952, το οποίο κατ’ ουσίαν αποτελεί αναθεώρηση εκείνου του 1864/1911, κατά νοµική όµως ακριβολογία είναι νέο Σύνταγµα.

Υπάρχει, όµως, και άλλο ένα ζήτηµα συνταγµατικής φύσης το οποίο πρέπει και αυτό επειγόντως να διευθετηθεί. Πρόκειται για την τύχη των Συντακτικών Πράξεων (συνολικά 115, από 11 Νοεµβρίου 1944 έως 9 Απριλίου 1946) και των Ψηφισµάτων (συνολικά 73, από 11 Ιουνίου 1946 έως 14 Οκτωβρίου 1949) που έχουν εκδοθεί και των οποίων δεν έχει λήξει ήδη η ισχύς ή δεν έχουν µε κάποιον τρόπο καταργηθεί.

Είναι προφανές ότι το περιεχόµενο αρκετών από τους εν λόγω κανόνες δικαίου, ιδίως λόγω της πολιτικής- νοµικής πραγµατικότητας αλλά και της ιστορικής συγκυρίας κατά τη στιγµή της έκδοσής τους (ανάγκη οργάνωσης και διοίκησης ενός καθηµαγµένου από τον πόλεµο και την κατοχή Ελληνικού κράτους, εµφύλιος πόλεµος κ.λ.π.) δύσκολα συµβιβάζεται µε την προστασία των ατοµικών δικαιωµάτων ενός κατ’ αρχάς δηµοκρατικού και φιλελεύθερου κράτους δικαίου, όπως αυτό που φιλοδοξεί να εισαγάγει το Σύνταγµα του 1952. Είναι, λοιπόν, οι κανόνες αυτοί κατά περιεχόµενο αντίθετοι προς το Σύνταγµα.

Για να αντιµετωπίσει το ζήτηµα αυτό, η Βουλή της Β΄ Περιόδου (Βουλή του 1951) εκδίδει στις 29 Απριλίου 1952 ένα Ψήφισµα για την τύχη τους. Κατά το Ψήφισµα αυτό, διατάξεις Συντακτικών Πράξεων και Ψηφισµάτων που έχουν εκδοθεί από 14 Οκτωβρίου 1944 και εφεξής διατηρούν την ισχύ τους, ακόµη και εάν το περιεχόµενό τους είναι αντίθετο προς το Σύνταγµα, µπορούν όµως να καταργηθούν µε απλό νόµο. ∆ηµιουργείται έτσι µια ιδιόµορφη έννοµη τάξη στην Ελλάδα, όπου ισχύουν παράλληλα το Σύνταγµα του 1952 και µια σειρά άλλων κανόνων που είναι αντίθετοι προς το Σύνταγµα (και οι οποίοι ονοµάστηκαν «παρασύνταγµα»).

Είναι και αυτό ένα χαρακτηριστικό δείγµα του κλίµατος της εποχής µετά τον εµφύλιο πόλεµο και µε τη νέα διεθνή πραγµατικότητα (ψυχρός πόλεµος) να επιβάλει τους κανόνες της και στο εσωτερικό της χώρας.

III. ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΟΥ 1952

Το Σύνταγµα του 1952 αποτελείται από 114 άρθρα. Το ακροτελεύτιο άρθρο (το 114: Η τήρησις του παρόντος Συντάγµατος αφιερούται εις τον πατριωτισµόν των Ελλήνων) θα αποτελέσει ένα από τα γνωστότερα πολιτικά συνθήµατα στα χρόνια που θα ακολουθήσουν (ένα - ένα - τέσσερα). Το Σύνταγµα αυτό είναι σε µεγάλο βαθµό βασισµένο στο Σύνταγµα του 1911, ενώ περιέχει και διατάξεις που έχουν ληφθεί είτε από το Σύνταγµα του 1927 είτε από το Σχέδιο Συντάγµατος του 1948. Με αυτά τα στοιχεία µπορεί να χαρακτηρισθεί ως ένα κλασικό συνταγµατικό κείµενο, χωρίς ιδιαίτερη πρωτοτυπία και σε µάλλον συντηρητική κατεύθυνση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι αποφεύγεται κάθε αναφορά στα κοινωνικά δικαιώµατα (πχ. προστασία εργασίας, οικογένειας, στέγης, επιστήµης κ.λ.π.), και έτσι αγνοούνται οι εξελίξεις του συνταγµατικού δικαίου σε διεθνές επίπεδο. Στο επίπεδο της οργάνωσης της εξουσίας, το Σύνταγµα καθορίζει ρητά τη µορφή του πολιτεύµατος ως «Βασιλευοµένη Δηµοκρατία» (άρθρο 21 παρ. 1), ενώ οι οργανωτικές βάσεις του πολιτεύµατος είναι το αντιπροσωπευτικό σύστηµα (άρθρα 54 επ.), η διάκριση των εξουσιών (άρθρα 22, 27 και 28) καθώς και, κατά το παράδειγµα του Συντάγµατος του 1927, το κοινοβουλευτικό σύστηµα (άρθρο 78).

Οι αρµοδιότητες του Ανώτατου Άρχοντα (του Βασιλέως) δεν διαφέρουν ουσιωδώς από εκείνες που αυτός είχε µε το Σύνταγµα του 1911. Σε ό,τι αφορά τη Βουλή, το Σύνταγµα δεν περιλαµβάνει, όπως είχε κάνει το Σχέδιο του 1948, τη δυνατότητα λειτουργίας της σε Τµήµατα, προβλέπει όµως τη δυνατότητα έκδοσης νοµοθετικών διαταγµάτων κατά τον χρόνο απουσίας της Βουλής ή διακοπής των εργασιών της για τη ρύθµιση εξαιρετικά επειγόντων ζητηµάτων (άρθρο 35). Τα διατάγµατα αυτά, που εκδίδονται µετά από σύµφωνη γνώµη ειδικής επιτροπής βουλευτών, δεν χρειάζονται εκ των υστέρων κύρωση από την ίδια τη Βουλή.

Ακόµη, ορίζεται στο άρθρο 68 ο κατώτατος και ο ανώτατος αριθµός βουλευτών (150 - 300). Έκτοτε, παραδοσιακά ο αριθµός των βουλευτών ευρίσκεται στο ανώτατο επίπεδο. Σχετικά µε το εκλογικό σώµα, εισάγεται µία σηµαντική καινοτοµία, έστω και µε τη µορφή της ερµηνευτικής δήλωσης υπό το άρθρο 70. Ενώ στο Σύνταγµα δεν υπάρχει ρητή αναφορά για την ισότητα των φύλων, προβλέπεται ότι µε νόµο µπορεί να αναγνωρισθεί στις γυναίκες τόσο το ενεργητικό όσο και το παθητικό εκλογικό δικαίωµα στις βουλευτικές εκλογές. Ο νόµος ψηφίζεται λίγους µήνες αργότερα (νόµος 2159 / 2 Ιουλίου 1952).


Η νέα ρύθµιση για την κατάσταση πολιορκίας (άρθρο 91) είναι σε συντηρητική κατεύθυνση, άµεσα επηρεασµένη από τα πρόσφατα, τότε, γεγονότα. Έτσι, δεν απαιτείται πλέον µόνον εµπόλεµη κατάσταση ή γενική επιστράτευση λόγω εξωτερικών κινδύνων, αλλά αρκεί και η «σοβαρά διαταραχή ή έκδηλος απειλή της δηµοσίας τάξεως και ασφαλείας της χώρας εξ εσωτερικών κινδύνων». Με άλλα λόγια, καθιερώνεται συνταγµατικά η δυνατότητα προληπτικής κήρυξης κατάστασης πολιορκίας, και µάλιστα µε την επίκληση απειλής από τον λεγόµενο «εσωτερικό εχθρό».

Το άρθρο 108 προβλέπει διαδικασία αναθεώρησης πιο ευέλικτη από εκείνη του 1911, χωρίς όµως και να υιοθετεί τις προτάσεις της Επιτροπής του Β΄ Ψηφίσµατος για περάτωση της αναθεωρητικής διαδικασίας από µία Βουλή. Σε εξίσου συντηρητική κατεύθυνση εµφανίζονται και οι νέες ρυθµίσεις για τα ατοµικά δικαιώµατα. Ενώ υπάρχει ο κλασικός κατάλογος των ατοµικών δικαιωµάτων, εµφανίζονται συχνά αιχµές περιοριστικές.

Παραδείγµατος χάριν, απαγορεύεται απολύτως η απεργία στους δηµόσιους υπαλλήλους και περιορίζεται το δικαίωµά τους στο συνεταιρίζεσθαι (άρθρο 11) ενώ περιορίζεται σε σηµαντικό βαθµό και η πολιτική τους ελευθερία (άρθρο 100). Επίσης, η παιδεία χρωµατίζεται ιδεολογικά, αφού το Σύνταγµα θέτει ως σκοπό της την ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης των νέων µε βάση τις ιδεολογικές κατευθύνσεις του Ελληνοχριστιανικού πολιτισµού (άρθρο 16), ενώ διευρύνονται και οι περιπτώσεις όπου επιτρέπεται η κατάσχεση εντύπων (άρθρο 14).

Πάντως, τον επόµενο χρόνο η Ελλάδα κυρώνει τη Σύµβαση της Ρώµης «διά την προάσπισιν των δικαιωµάτων του ανθρώπου και των θεµελιωδών ελευθεριών» του (ν. 2329/1953). Τέλος, ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το άρθρο 112, το οποίο προσφέρει αυξηµένη προστασία για τα εισαγόµενα από τα εξωτερικό κεφάλαια, σε µια καταφανή προσπάθεια προσέλκυσης ξένων επενδύσεων στην καθηµαγµένη από µια δεκαετία, σχεδόν, πολεµικών συγκρούσεων οικονοµία της χώρας.

IV. Ο ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ

Το ζήτηµα του Κανονισµού της Βουλής τίθεται για πρώτη φορά µετά τις εκλογές της 31ης Μαρτίου 1946. Έτσι, λίγο πριν από την εναρκτήρια συνεδρίαση της Βουλής (13 Μαΐου 1946), το νοµοθετικό διάταγµα της 3ης Μαΐου 1946 επαναφέρει σε ισχύ τον Κανονισµό του 1933. Η ∆΄ Αναθεωρητική Βουλή, µε το ΙΑ΄ Ψήφισµά της (27 / 30 Σεπτεµβρίου 1946), επιφέρει ορισµένες τροποποιήσεις σε αυτόν, περιορισµένου αριθµού αλλά και εµβελείας.

Το κείµενο αυτό αποτελεί τον βασικό κορµό του Κώδικα Εργασιών της Βουλής µέχρι το 1967, τροποποιείται δε εν µέρει δύο φορές: τον Απρίλιο του 1952 (για τις αναγκαίες προσαρµογές µε το νέο Σύνταγµα) και τον Ιούνιο του 1964, χωρίς πάντως να αλλοιωθούν, µε τις τροποποιήσεις αυτές, τα βασικά του χαρακτηριστικά.

V. Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ (''ΒΑΘΕΙΑ ΤΟΜΗ'' – 1963)

Η Κυβέρνηση της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ενώσεως (Ε.Ρ.Ε.) υπό τον Κωνσταντίνο Καραµανλή καταθέτει, στις 21 Φεβρουαρίου 1963, έντεκα χρόνια, δηλαδή, µετά την έναρξη ισχύος του, την πρώτη χρονολογικά (άλλες δύο προτάσεις αναθεώρησης, πιο περιορισµένης έκτασης, κατατίθενται στις 17 και 21 Φεβρουαρίου 1967 από τους βουλευτές Ηλ. Τσιριµώκο και Ευ. Καλαντζή αντίστοιχα, χωρίς όµως να προλάβουν να συζητηθούν) αλλά και την πιο σηµαντική πρόταση αναθεώρησης του Συντάγµατος του 1952. Η πρόταση, την οποία υπογράφουν 26 βουλευτές - υπουργοί του κόµµατος, αποκλήθηκε «Βαθεία Τοµή», λόγω του ιδιαιτέρου εύρους των προτεινοµένων αλλαγών.

Στο κείµενό τους, οι προτείνοντες υπουργοί - βουλευτές επικαλούνται, µεταξύ άλλων, την ανάγκη ταχύτερης οικονοµικής ανάπτυξης την οποία δεν διασφαλίζουν οι διατάξεις του Συντάγµατος του 1952, τον «κοµµουνιστικόν κίνδυνον» αλλά και την ιδιαίτερη κατάσταση της χώρας, όπου η έλλειψη πολιτικής αγωγής και η καταχρηστική άσκηση ορισµένων δικαιωµάτων αποτελούν εµπόδια σε µια κανονική πολιτική και οικονοµική ζωή, και καταλήγουν στη διατύπωση είκοσι δύο (22) σηµείων - επιµέρους προτάσεων αναθεώρησης. Μεταξύ των σηµείων αυτών µπορούν ενδεικτικά να αναφερθούν τα ακόλουθα:

α) Η αναγνώριση ορισµένων κοινωνικών δικαιωµάτων,

β) Η πρόβλεψη ρήτρας απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης ατοµικών δικαιωµάτων,

γ) Η σύσταση Συνταγµατικού ∆ικαστηρίου µε κύριες αρµοδιότητες τις εκλογικές διαφορές και την κήρυξη εκτός νόµου πολιτικών κοµµάτων για αντιδηµοκρατική δράση,

δ) Η έκδοση πράξεων νοµοθετικού περιεχοµένου για την αντιµετώπιση εξαιρετικώς επειγόντων θεµάτων,

ε) Η λειτουργία της Βουλής σε δύο Τµήµατα κατά τη διάρκεια της Συνόδου και η ίδρυση Τµήµατος ∆ιακοπών, µε σκοπό την επιτάχυνση του κοινοβουλευτικού, εν γένει, και του νοµοθετικού, ειδικότερα, έργου,

στ) Ο προσδιορισµός της θέσης της Ελλάδας στη διεθνή κοινότητα.


Η Βουλή αποφασίζει τη σύσταση 30µελούς Επιτροπής για την επεξεργασία της πρότασης. Ύστερα, όµως, από την άρνηση των δύο µεγαλύτερων κοµµάτων της αντιπολίτευσης (Ένωσις Κέντρου και Ενιαία ∆ηµοκρατική Αριστερά - Ε.∆.Α.) να συµµετάσχουν στις εργασίες της, η Επιτροπή αυτή συνεδριάζει, σε εννέα µόλις συνεδριάσεις, µε τα υπόλοιπα είκοσι µέλη της. Την 11η Ιουνίου 1963 η Κυβέρνηση Κ. Καραµανλή υποβάλλει την παραίτησή της, η Επιτροπή δεν συνεχίζει τις εργασίες της και, κατά συνέπεια, η πρόταση αυτή ουδέποτε έρχεται προς συζήτηση στην Ολοµέλεια της Βουλής.

Το ιδιαίτερο συνταγµατικό ενδιαφέρον της «Βαθείας Τοµής» είναι ότι, όπως θα αποδειχθεί στη συνέχεια, αυτή εκφράζει κάποιες αποκρυσταλλωµένες από τότε απόψεις του Κωνσταντίνου Καραµανλή για τα συνταγµατικά ζητήµατα της χώρας. Έτσι, αρκετές από τις προτάσεις που περιέχονται στη «Βαθεία Τοµή» ανευρίσκονται στο Κυβερνητικό Σχέδιο Συντάγµατος όπως και στο ίδιο το Σύνταγµα του 1975.

VI. ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΕΚΛΟΓΙΚΑ ΣΥΣΤΗΜΑΤΑ

Κατά τη µεταπολεµική περίοδο και µέχρι το 1967 γίνονται στη χώρα µας εννέα συνολικά εκλογικές αναµετρήσεις (1946, 1950, 1951, 1952, 1956, 1958, 1961, 1963 και 1964) και εφαρµόζονται τόσο το αναλογικό και το πλειοψηφικό σύστηµα όσο και η λεγόµενη ενισχυµένη αναλογική. Ας σηµειωθεί εδώ ότι το Σύνταγµα του 1952, όπως άλλωστε και όλα τα άλλα Ελληνικά Συντάγµατα, δεν προβλέπει κάποιο συγκεκριµένο εκλογικό σύστηµα. Στις δύο πρώτες εκλογικές αναµετρήσεις (του 1946 και του 1950) εφαρµόζεται, µε ασήµαντες αλλαγές, το αναλογικό σύστηµα των εκλογών του 1932.

Ο λόγος της επιλογής αυτής είναι προφανής: και στις δύο περιπτώσεις η χώρα εξέρχεται από µια πολύ ταραγµένη περίοδο (δικτατορία, πόλεµος, Kατοχή το 1946, εµφύλιος πόλεµος το 1950) και δεν υπάρχει κάποια αξιόπιστη καταγραφή των πολιτικών δυνάµεων ώστε τα κόµµατα εξουσίας να επιλέξουν κάποιο άλλο σύστηµα, που να τα ευνοεί. Το σύστηµα των εκλογών του 1951 είναι το πρώτο, στη µακρά περίοδο εφαρµογής του, που θα µπορούσε να χαρακτηρισθεί ως «Ενισχυµένη Αναλογική».

Και αυτό γιατί προβλέπει εξαιρετικά υψηλά ποσοστά για να εισέλθει ένα κόµµα στη δεύτερη ή την τρίτη κατανοµή, ενώ διαφέρει από τις επόµενες παραλλαγές του αφού οι έδρες της δεύτερης κατανοµής µοιράζονται ουσιαστικά µε αναλογικό τρόπο. Το σύστηµα αυτό προκρίνεται από τα παραδοσιακά πολιτικά κόµµατα, σε µια προσπάθεια να περιορισθούν τα εκλογικά κέρδη του πρωτοεµφανιζόµενου Ελληνικού Συναγερµού του Αλ. Παπάγου, µια προσπάθεια µάλλον ατελέσφορη.
Εν µέσω έντονης κυβερνητικής και πολιτικής αστάθειας, οι εκλογές του 1952 διεξάγονται, µόλις εννέα µήνες µετά από εκείνες του 1951, µε πλειοψηφικό σύστηµα, παραπλήσιο εκείνου του 1928.

Αυτό έχει ως αποτέλεσµα το πρώτο κόµµα, ο Ελληνικός Συναγερµός, µε 49,22% των ψήφων, να λάβει το 82,33% των βουλευτικών εδρών. Είναι η τελευταία φορά που εφαρµόζεται το πλειοψηφικό σύστηµα στη χώρα µας. Οι εκλογές του 1956 έχουν δύο βασικά χαρακτηριστικά: ψηφίζουν για πρώτη φορά σε βουλευτικές εκλογές οι γυναίκες και εφαρµόζεται ένα εξαιρετικά πολύπλοκο εκλογικό σύστηµα που θα µείνει στην πολιτική ιστορία της χώρας µας µε την ονοµασία «Τριφασικό».

Πρόκειται κατ’ ουσίαν για µια µορφή πλειοψηφικού µε περιορισµένη εκπροσώπηση της µειοψηφίας, ερείδεται δε αφενός στη διάκριση µεταξύ επιτυχόντος και επιλαχόντος συνδυασµού, αφετέρου στη διαφορετική µεταχείριση των εκλογικών περιφερειών ανάλογα µε το µέγεθός τους. Η κυβέρνηση της Ε.Ρ.Ε., που διεξάγει τις εκλογές, λαµβάνει το 55% των βουλευτικών εδρών, αν και υπολείπεται της αξιωµατικής αντιπολίτευσης (∆ηµοκρατική Ένωσις) κατά 0,77% σε ψήφους.

Η γυναικεία ψήφος στις εκλογές του 1956, αλλά και στις επόµενες, φαίνεται να έχει επίδραση στο εκλογικό αποτέλεσµα σε συντηρητική κατεύθυνση, ιδίως στα µεσαία και µεγάλα αστικά κέντρα, όπου δηλαδή υπάρχει και µια σχετικά µεγαλύτερη κοινωνική χειραφέτηση της γυναίκας, σε αντίθεση µε τις αγροτικές περιοχές όπου οι γυναίκες ακολουθούν, λίγο ή πολύ, την εκλογική συµπεριφορά των αρρένων µελών της οικογένειας. Πάντως, προϊόντος του χρόνου και µε τη µεταβολή των κοινωνικών συνθηκών, η διαφοροποίηση µεταξύ ανδρικής και γυναικείας ψήφου έχει απωλέσει το µεγαλύτερο µέρος της σηµασίας της.

Από το 1958 και εντεύθεν, µε την εξαίρεση του εκλογικού συστήµατος του 1989, οι εκλογές στην Ελλάδα διεξάγονται µε διάφορες παραλλαγές του συστήµατος της ενισχυµένης αναλογικής. Οι παραλλαγές αυτές αφορούν, κυρίως, τον αριθµό των κατανοµών (δύο ή τρεις), την εφαρµογή ή µη της ρήτρας +1, τα ποσοστά για τη συµµετοχή των κοµµάτων στις κατανοµές, τη δυσµενή µεταχείριση των εκλογικών συνεργασιών καθώς και το εάν στη δεύτερη και τρίτη κατανοµή θα λαµβάνονται υπόψιν τα αχρησιµοποίητα υπόλοιπα των κοµµάτων από την προηγούµενη κατανοµή ή η συνολική εκλογική δύναµή τους.

Εν γένει, η επιλογή της συγκεκριµένης παραλλαγής της ενισχυµένης αναλογικής γίνεται µε συγκυριακά κριτήρια, ανάλογα µε τις πολιτικές ανάγκες των κοµµάτων εξουσίας (όλα τα εκλογικά νοµοσχέδια από την απελευθέρωση µέχρι το 1967 -αλλά και αργότερα, µέχρι το 1990- µε την εξαίρεση εκείνου του 1956, ψηφίζονται και από την εκάστοτε αξιωµατική αντιπολίτευση).


VII. ΟΙ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΕΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ

Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της περιόδου της µεταπολεµικής βασιλευοµένης δηµοκρατίας είναι η συχνή διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών από υπηρεσιακές κυβερνήσεις. Πράγµατι, µε την εξαίρεση των εκλογών του 1946 (που διεξάγει η de facto κυβέρνηση Θ. Σοφούλη) και των εκλογών του 1951 και του 1956 (που διεξάγονται από τις κοινοβουλευτικές κυβερνήσεις Σ. Βενιζέλου και Κ. Καραµανλή αντίστοιχα, µε υπηρεσιακούς υπουργούς σε ορισµένα, κρίσιµα για την εκλογική διαδικασία, υπουργεία).

Όλες οι άλλες εκλογικές αναµετρήσεις γίνονται από υπηρεσιακές - εκλογικές κυβερνήσεις (εκλογές 1950, κυβέρνηση Ι. Θεοτόκη, εκλογές 1952, κυβέρνηση ∆. Κιουσόπουλου, εκλογές 1958, κυβέρνηση Κ. Γεωργακόπουλου, εκλογές 1961, κυβέρνηση Κ. ∆όβα, εκλογές 1963, κυβέρνηση Σ. Μαυροµιχάλη, εκλογές 1964, κυβέρνηση Ι. Παρασκευόπουλου).

Το Σύνταγµα του 1952 δεν επιβάλλει, σε καµία περίπτωση, την πρακτική αυτή. ∆εν µπορεί, όµως, και να θεωρηθεί ότι πρόκειται για πρακτική εκτός των συνταγµατικών ορίων, υπό ορισµένες βέβαια προϋποθέσεις, τόσο πολιτικές όσο και θεσµικές (όπως η προηγούµενη συνεννόηση του Ανώτατου Άρχοντα µε τους πολιτικούς αρχηγούς για τα πρόσωπα της υπηρεσιακής κυβέρνησης και η συναίνεση των πολιτικών δυνάµεων, ή τουλάχιστον της πλειοψηφίας της απερχόµενης Βουλής, η αυστηρά περιορισµένη χρονική διάρκεια, οι εξ ίσου αυστηρά περιορισµένες αρµοδιότητες κ.λ.π.).

Η προσφυγή σε υπηρεσιακές κυβερνήσεις είναι αποτέλεσµα των οξυµένων πολιτικών παθών της εποχής, της γενικευµένης δυσπιστίας και καχυποψίας του πολιτικού κόσµου για τις προθέσεις του εκάστοτε αντίπαλου αλλά και -ίσως κυρίως- της έλλειψης υπαλληλικής συνείδησης και αµεροληψίας του κρατικού µηχανισµού. Θεωρείται περίπου αυτονόητο, ότι αφενός µεν η κυβέρνηση στο σύνολό της και ιδίως οι αρµόδιοι υπουργοί (∆ικαιοσύνης, Εσωτερικών, Εθνικής Άµυνας, αλλά και Βορείου Ελλάδος) θα προσπαθήσουν να επηρεάσουν την εκλογική διαδικασία για το κοµµατικό τους συµφέρον, αφετέρου δε ότι ο κρατικός µηχανισµός θα συµπράξει στη µεθόδευση αυτή.

Μετά την πτώση της δικτατορίας (1974) εγκαταλείπεται, ευτυχώς, η πρακτική διορισµού εκλογικών -υπηρεσιακών κυβερνήσεων. Παραµένει όµως, δυστυχώς, η πρακτική διορισµού υπηρεσιακών υπουργών στα κρίσιµα υπουργεία. Τα κύρια χαρακτηριστικά των υπηρεσιακών - εκλογικών κυβερνήσεων είναι ότι στελεχώνονται από µη ενεργά κοµµατικά πρόσωπα, ότι αποκλειστική αποστολή τους είναι η διενέργεια των εκλογών και όχι η εφαρµογή κάποιου κυβερνητικού προγράµµατος και ότι θα παραµείνουν στην εξουσία µέχρι τον διορισµό της πρώτης µετεκλογικής κυβέρνησης.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες, οι κυβερνήσεις αυτές διορίζονται όταν έχει τερµατισθεί µε κάποιο τρόπο (λήξη τετραετίας ή διάλυση) ο βίος της Βουλής. Κατ’ εξαίρεση, η υπηρεσιακή κυβέρνηση Κ. Γεωργακόπουλου (1958) εµφανίζεται στη Βουλή και λαµβάνει ψήφο εµπιστοσύνης προκειµένου να ψηφίσει τον εκλογικό νόµο. Ειδικές περιπτώσεις αποτελούν επίσης οι κυβερνήσεις Ι. Παρασκευόπουλου (1966) και Π. Κανελλόπουλου (1967).

Η πρώτη, υπηρεσιακή κυβέρνηση µε στόχο να είναι και εκλογική, λαµβάνει ψήφο εµπιστοσύνης από τη Βουλή, σε µια προσπάθεια να επανέλθει η πολιτική ηρεµία στη χώρα µετά την κρίση του θέρους του 1965, αλλά δεν µπορεί να παραµείνει στην αρχή για περισσότερους από τρεις µήνες. Η κυβέρνηση υπό τον Π. Κανελλόπουλο είναι µια πολιτική κυβέρνηση κοινοβουλευτικής µειοψηφίας, που διορίζεται από τον Βασιλέα µε σχεδόν ταυτόχρονη διάλυση της Βουλής, για να διεξαγάγει τις εκλογές της 28ης Μαΐου 1967. Η δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967 θα µαταιώσει, φυσικά, τις εκλογές αυτές.

VIII. ∆ΥΣΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΟΣ

Κατά την ιστορική περίοδο που περιγράφεται, δεν διαπιστώνονται θραύσεις του συνταγµατικού πλαισίου. Έτσι, η περίοδος αυτή (1946 - 1967) µπορεί να αντιµετωπιστεί µε τρόπο ενιαίο, ως η περίοδος της µεταπολεµικής βασιλευοµένης δηµοκρατίας. Από καθαρά νοµική άποψη, η περίοδος της µεταπολεµικής βασιλευοµένης δηµοκρατίας ξεκινά µε τις εκλογές του 1946, οπότε επανέρχεται η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και παύει η περίοδος των de facto κυβερνήσεων της απελευθέρωσης, και διαρκεί µέχρι την 21η Απριλίου 1967.

Ωστόσο, το γεγονός ότι δεν υπάρχουν ενέργειες τέτοιες που να σηµειώνεται αλλαγή του πολιτεύµατος δεν σηµαίνει ότι στην περίοδο εφαρµογής του Συντάγµατος του 1952 δεν συµβαίνουν πολιτικά γεγονότα που συνέχονται άµεσα µε την ορθή ή µη ερµηνεία και εφαρµογή του Συντάγµατος, τόσο κατά το γράµµα όσο και κατά το πνεύµα του, και γεννούν έτσι συνταγµατικό προβληµατισµό. Ως τέτοια γεγονότα θα µπορούσαν να αναφερθούν, αναµφίβολα µεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα:

Το πρώτο, χρονολογικά, γεγονός είναι η διαδοχή στην πρωθυπουργία, το 1955. Στις 4 Οκτωβρίου 1955 αποβιώνει, µετά από µακρά ασθένεια, ο πρωθυπουργός και αρχηγός του Ελληνικού Συναγερµού Αλ. Παπάγος. Ο Βασιλεύς Παύλος καλεί στα ανάκτορα τον βουλευτή Σερρών και Υπουργό ∆ηµοσίων Έργων Κ. Καραµανλή και του αναθέτει την εντολή σχηµατισµού κυβέρνησης, µε παράλληλη εκχώρηση δικαιώµατος διάλυσης της Βουλής.

Αν και δεν υπάρχει ευθεία παραβίαση του γράµµατος του Συντάγµατος, η κίνηση αυτή του Παύλου (ο οποίος δεν περιµένει την απόφαση της κοινοβουλευτικής οµάδας του κόµµατος του Ελληνικού Συναγερµού) µπορεί να θεωρηθεί ως παρέµβαση του Ανωτάτου Άρχοντα στα εσωτερικά ενός πολιτικού κόµµατος, ιδίως όταν ο Βασιλεύς εξοπλίζει τον διοριζόµενο πρωθυπουργό και µε το δικαίωµα διάλυσης της Βουλής. Είναι αληθές ότι υπό το Σύνταγµα του 1952 τα πολιτικά κόµµατα δεν έχουν ρητά αναγνωρισµένη συνταγµατική κατοχύρωση.


Σε µια πολυκοµµατική κοινοβουλευτική δηµοκρατία, όµως, οι παρεµβάσεις του Αρχηγού του Κράτους στην εσωτερική λειτουργία των κοµµάτων είναι, από συνταγµατική άποψη, τουλάχιστον σαθρές στη βάση τους. Η δεύτερη πολιτική κρίση της εποχής που έχει άµεσο συνταγµατικό αντίκρισµα συµπίπτει µε το τέλος της πρωθυπουργικής θητείας του Κ. Καραµανλή. Σε ένα φορτισµένο πολιτικά κλίµα, που οξύνεται ακόµη περισσότερο µε τη δολοφονία του βουλευτή της Ε.∆.Α. Γρ. Λαµπράκη, στις 22 Μαΐου 1963, ανακύπτει πολιτική δια-φωνία µεταξύ της κυβέρνησης και των Ανακτόρων για το εάν πρέπει να πραγµατο- ποιηθεί ή όχι επίσηµη επίσκεψη του βασιλικού ζεύγους στη Μεγάλη Βρετανία.

Το συνταγµατικό ζήτηµα που προκύπτει είναι εάν ο πολιτικά ανεύθυνος Ανώτατος Άρχων µπορεί να επιβάλει στην πολιτικά υπεύθυνη έναντι της Βουλής κυβέρνησή του τις όποιες (σωστές ή λανθασµένες) απόψεις του περί της εξωτερικής πολιτικής της χώρας. Πρόκειται για µιαν επανάληψη της κρίσης του 1915, ευτυχώς µε λιγότερο δραµατικές συνέπειες αυτή τη φορά. Ο πρωθυπουργός Κ. Καραµανλής παραιτείται στις 11 Ιουνίου 1963, ενώ την ίδια ηµέρα ο Βασιλεύς Παύλος, µε διάγγελµά του, διεκδικεί ουσιαστικά το δικαίωµα του Θρόνου να ασκεί εξωτερική πολιτική, έστω και µε διαφωνία προς την κυβέρνηση.

Έχει ενδιαφέρον το γεγονός, ότι το βασιλικό αυτό διάγγελµα δεν προσυπογράφεται και δεν δηµοσιεύεται στην Εφηµερίδα της Κυβερνήσεως. Απλώς, µεταδίδεται από τον Ραδιοφωνικό Σταθµό Αθηνών και δηµοσιεύεται στις εφηµερίδες την επόµενη ηµέρα. Η τρίτη, και σπουδαιότερη, πολιτική κρίση µε συνταγµατικές διαστάσεις συµβαίνει δύο χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1965 (Iουλιανά). Ανακύπτει διαφωνία, για θέµα εσωτερικής πολιτικής αυτή τη φορά, ανάµεσα στον Βασιλέα Κωνσταντίνο Β΄ και τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου, το κόµµα του οποίου (Ένωσις Κέντρου) έχει λάβει µόλις ένα έτος ενωρίτερα, στις εκλογές της 16ης Φεβρουαρίου 1964, το 52,72% των ψήφων.

Ο πρωθυπουργός εισηγείται στον Βασιλέα την αντικατάσταση ενός υπουργού, εισήγηση στην οποία ο Βασιλεύς εναντιώνεται κατηγορηµατικά. Ήδη δηµιουργείται η πρώτη, συνταγµατικού επιπέδου, κρίση· πρόκειται για το εάν έχει δικαίωµα ο Ανώτατος Άρχων να παρεµβαίνει, µε τρόπο αποφασιστικό, στις επιλογές του πρωθυπουργού για τους υπουργούς του, όταν ο τελευταίος έχει λάβει ψήφο εµπιστοσύνης από τη Βουλή. Η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική. Ο πολιτικά ανεύθυνος Ανώτατος Άρχων έχει, φυσικά, το δικαίωµα να συµβουλεύει την κυβέρνησή του, η τελική όµως απόφαση ανήκει πάντοτε στον πολιτικά υπεύθυνο πρωθυπουργό.

Μετά από αυτό, ο Γ. Παπανδρέου παραιτείται και ο Βασιλεύς διορίζει, στις 15 Ιουλίου 1965, ως πρωθυπουργό, τον Πρόεδρο της Βουλής Γ. Αθανασιάδη - Νόβα, ο οποίος είναι και εξέχον µέλος της κυβερνητικής πλειοψηφίας. Η κυβέρνηση αυτή καταψηφίζεται από τη Βουλή και ο Βασιλεύς διορίζει, ως νέο πρωθυπουργό, έναν άλλον βουλευτή (τον Ηλ. Τσιριµώκο), ο οποίος µόλις πρόσφατα έχει ανεξαρτητοποιηθεί από την Ένωση Κέντρου. Αλλά και η κυβέρνηση του τελευταίου καταψηφίζεται από τη Βουλή.

Ακολουθεί, την 1η Σεπτεµβρίου 1965, η σύγκληση του Συµβουλίου του Στέµµατος, όπου οι αρχηγοί των δύο µεγαλύτερων στη Βουλή κοµµάτων (Γ. Παπανδρέου και Π. Κανελλόπουλος) συµφωνούν στην πρόταση διάλυσης της Βουλής και διεξαγωγής εκλογών. Αντ’ αυτού, ο Βασιλεύς προκρίνει τον διορισµό και νέου, τρίτου στη σειρά, πρωθυπουργού (του Στ. Στεφανόπουλου), που έχει και αυτός προσφάτως ανεξαρτητοποιηθεί από την κοινοβουλευτική οµάδα της Ενώσεως Κέντρου. Η κυβέρνηση του τελευταίου λαµβάνει ψήφο εµπιστοσύνης από τη Βουλή στις 24 Σεπτεµβρίου 1965.

Τα συνταγµατικής φύσεως ζητήµατα που δηµιουργούνται από την κρίση του θέρους του 1965 είναι ποικίλα. Πέραν εκείνου που σηµειώθηκε ήδη, µπορούν να αναφερθούν και τα ακόλουθα. Η προσπάθεια εκ µέρους του Ανώτατου Άρχοντα αποφυγής πρόωρων εκλογών και η αναζήτηση κοινοβουλευτικής λύσης σε µια πολιτική κρίση είναι κατ’ αρχάς θεµιτή και εντός της λογικής του πολιτεύµατος. Όµως, τίθεται ζήτηµα σεβασµού της κοινοβουλευτικής αρχής όταν δις επιχειρείται ο σχηµατισµός κυβέρνησης (ούτε καν παροχή διερευνητικής εντολής) µε επικεφαλής έναν πολιτικό προερχόµενο από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία η οποία στηρίζει τον παραιτηθέντα πρωθυπουργό.

Σε κάθε περίπτωση, η ανάθεση εντολής σχηµατισµού κυβέρνησης για τρίτη φορά, όταν µάλιστα έχει προηγηθεί το Συµβούλιο του Στέµµατος, όπου οι αρχηγοί των δύο µεγαλύτερων κοινοβουλευτικών οµάδων έχουν κατ’ αρχάς συµφωνήσει στη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη πρόωρων εκλογών, δεν έχει ούτε καν πρόσχηµα συνταγµατικό. Η παροχή ψήφου εµπιστοσύνης στην κυβέρνηση αυτή από τη Βουλή δεν µπορεί να καταστήσει εκ των υστέρων συνταγµατικά άµεµπτες τις ενέργειες του Βασιλέως.


http://greekworldhistory.blogspot.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου