Τετάρτη, 14 Ιανουαρίου 2015

Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΟΥ ΜΠΙΖΑΝΙΟΥ ΣΤΙΣ 14 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1913 ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΤΡΑΤΟ

(Απόσπασμα από το βιβλίο "Εμπρός δια της λόγχης - Η μεγάλη εξόρμηση 1912-1913")
Τις νύχτες της επίθεσης από 7 ως 9 Ιανουαρίου, τις είχαμε ονομάσει «νύχτες του Αγίου Βαρθολομαίου». Ευτυχώς, ήρθε στην Ήπειρο ο Διάδοχος και σαν ανέλαβε ήρθε λίγη ηρεμία και ξεκούραση. Το Τάγμα μας προσκολλήθηκε στο 18ο Σύνταγμα της 6ης Μεραρχίας. Εκεί είχα την ευκαιρία να γνωριστώ και με τον Υπολοχαγό Πέτρο Βρυζάκη, που ήταν στο Τάγμα του Σπυράκου.
Νωρίς το πρωί της 12ης Ιανουαρίου 1913 άρχισαν τα πυροβόλα. Τα δικά μας χτυπούσαν το Μπιζάνι, τα δικά τους χτυπούσαν την Αετορράχη. Οι περισσότερες οβίδες τους πέφτανε στον απέναντι βράχο. Μόνο ένας Στρατιώτης του 15ου πληγώθηκε, κι αυτός ελαφρά, από όλη αυτή τη βροχή των οβίδων. Σαν τέλειωσε ο βομβαρδισμός, μαζί με τον Μιχάλη και το Διμοιρίτη μας, ανεβήκαμε προσεχτικά στην κορυφή του υψώματος να δούμε τι γίνεται παραπέρα. Απέναντί μας ήταν το Μπιζάνι και πιο χαμηλά αριστερά του, όπως κοιτάζαμε εμείς, ήταν το λεγόμενο «μικρό Μπιζάνι». Σε όλο το μήκος βλέπαμε μεγάλα τσιμεντένια οχυρά και μπροστά τους διπλά χαρακώματα και συρματοπλέγματα.
Πώς μπορεί να επιτεθεί κανείς κατά μέτωπο σ' αυτό το φρούριο;
«Σάμπως δεν θάναι τόσο εύκολη η μάχη για τα Γιάννενα κυρ Ανθυπολοχαγέ ...»
«Όχι Μαύρε, μόνο εύκολη δεν θα είναι. Αλλά όσο πιο δύσκολη, τόσο πιο μεγάλη η δόξα. Γιατί, τα Γιάννενα θα τα πάρουμε!» απάντησε με σιγουριά ο Ανθυπολοχαγός μας, ο κ. Αναστασίου.
«Εκεί κάτω, ο δρόμος είναι;»
«Ναι, είναι ο αμαξιτός δρόμος Φιλιππιάδας Ιωαννίνων.»
«Με τόσα Τούρκικα κανόνια, ούτε πουλί πετούμενο δεν θα μπορεί να τον περάσει ...»
«Άμα έρθει η ώρα, θα τον περάσουμε με ψηλά το κεφάλι Μαύρε, ηρέμησε ...»

Την άλλη μέρα, 13 Ιανουαρίου, το Τάγμα διατάχτηκε να πάει στο Λοζέτσι, για να αναλάβουμε τη φρούρηση των προφυλακών. Φτάσαμε στην άκρη του χωριού στις 10.30 και καταυλιστήκαμε. Όλη τη νύχτα ακούγαμε πυροβολισμούς από τις προφυλακές. Πήραμε διαταγή να ετοιμαστούμε. Συναγερμός, όλοι επί ποδός, αλλά επί μιάμιση ώρα περιμέναμε όρθιοι μέχρι που πάψανε οι πυροβολισμοί και ήρθε νέα διαταγή να γυρίσουμε στον καταυλισμό. Αυτό γινότανε συχνά. Οι σκοποί άνοιγαν πυρ, άρχιζαν να πυροβολούν και οι υπόλοιποι, χωρίς να ξέρουν σε ποιον ρίχνουν και τελικά το πυρ σταματούσε μόνο του όπως άρχιζε.
Στις 16 από το μεσημέρι ως το βράδυ, είχαμε συνεχή κανονιοβολισμό από όλα τα σημεία. Για λόγους ασφαλείας, κατά τις 3 αλλάξαμε θέση και μεταφερθήκαμε στο άνω άκρο του χωριού. Την άλλη μέρα, 17 Ιανουαρίου, τα σκέπασε όλα το χιόνι και το κρύο ήταν διαπεραστικό. Κάθε μέρα, στέλναμε δυο Λόχους επάνω στο Μοναστήρι της Τσούκας, και οι άλλοι δυο Λόχοι αναπαύονταν, είχαμε δηλαδή υπηρεσία μέρα παρά μέρα. Τη μια νύχτα κοιμόμασταν στο χιονισμένο αντίσκηνο, την άλλη στα χιονισμένα προχώματα, πάνω σε παχιά πουρνάρια που είχαμε στρώσει, σκεπασμένοι όπως όπως με μια κουβέρτα και το αντίσκηνο.
«Ξενοδοχείον τ' Αστέρια ...»
«Μόνο να μην έβρεχε, σα βρεγμένες γαλέτες γίναμε ...»
«Ναι, αλλά αυτό το στρώμα από πουρνάρια, καλύτερο κι από κρεβάτι με σούστες ...»
«Και ούτε κορέους ούτε ψείρες ... λίγο τό' χεις αυτό;»
«Μωρέ σημασία έχει ότι δεν κοιμόμαστε στο μουσκεμένο χώμα ... Δεν το άντεχα άλλο αυτό ρε συνάδελφοι. Ξυπνούσα και πονάγανε όλα μου τα κόκκαλα ...»

Καλή ιδέα τα πουρνάρια, αλλά δεν φτάνανε. Σαν ξημέρωνε, όσοι δεν ήταν σκοποί την ώρα εκείνη, ξυπνούσανε σκεπασμένοι με χιόνια και παγωμένοι. Αλλά δεν γινόταν να κινηθούμε, παρά μόνο σκυφτά ή μπουσουλώντας, γιατί δεν έπρεπε να μας δούνε οι Τούρκοι. Η αλλαγή γινόταν πάντα νύχτα. Όσοι είχαν υπηρεσία, έπρεπε νύχτα η ώρα 8, να έχουν μαζεμένα τα αντίσκηνα, και να πορεύονται στις προφυλακές μέσα στο σκοτάδι. Για μια υπηρεσία που ήταν 4 ώρες διπλοσκοπιά, όπου μπορούσες να κινηθείς για να μην παγώσεις, και 4 ώρες ανάπαυση, που ξεκουραζόσουν αλλά πάγωνες ... Αυτά στη διάρκεια της νύχτας, την ημέρα μετρούσες τις ώρες άγρυπνος στα χαρακώματα. Και πότε πότε μέσα στη νύχτα, να μας φωτίζει ο διαολεμένος ο προβολέας από την Καστρίτσα, ο «δράκος», έτσι τον λέγαμε.
«Τι γλεπ'ς έτσι, μωρή π'τανοκαστρίτσα ... Μια μέρα θα στου φάου το μάτι σ'» μονολογούσε ένας Εύζωνος ...
Και άλλοτε ο φοβερός θόρυβος από μια τοπομαχική οβίδα, που έσκαζε καμιά εκατοστή μέτρα παραπέρα ... Οι σκοπιές τη νύχτα άλλαζαν κάθε δύο ώρες, αλλά και κάθε μία όταν το κρύο ήταν πολύ δυνατό. Με κρύο και βροχή, η φύλαξη στις κορυφές ήταν μαρτύριο. Συχνά, ένας ίσκιος που κινιόταν, μια υποψία εχθρικής κίνησης, προκαλούσαν άσκοπα πυρά και γενικό συναγερμό. Αλλά το μεγαλύτερο μαρτύριο ήταν η νυχτερινή διανομή συσσιτίου και άρτου. Επειδή την ημέρα ούτε Στρατιώτης ούτε πολύ περισσότερο ζώα μεταγωγικά μπορούσαν να ξεμυτίσουν, η διανομή γινόταν πάντα νύχτα. Συχνά οι κουραμάνες κόβονταν στη μέση ή και στα τέσσερα για να φτάσουν για όλους. Και με τη μισή δύναμη στα φυλάκια και στις σκοπιές, έπρεπε να στέλνουμε αγγαρείες με συσσίτιο σε κάθε φυλάκιο, μέσα στα βράχια, τη νύχτα, τη βροχή και τον αέρα. Και το λίγο ψωμί δύσκολα έφτανε να χορτάσει την πείνα μας, φαίνεται ότι μας άνοιγε την όρεξη ο καθαρός αέρας!

Τις μέρες που δεν είχαμε υπηρεσία, αναγκαζόμασταν να στεκόμαστε μαζεμένοι σαν τα ποντίκια, σε μια κοιλότητα της πλαγιάς που ήταν στο απυρόβλητο, μην τολμώντας να φανερωθούμε γιατί τότε προκαλούσαμε εκείνα τα καταραμένα κανόνια της Καστρίτσας. Περιορισμένοι σε τόσο στενό χώρο, αναρωτιόμασταν συχνά ποιος είναι ο πολιορκητής και ποιος ο πολιορκημένος. Αλλά αυτό οι Αξιωματικοί μας το λέγανε ανάπαυση.
«Τι γκρινιάζετε βρε παλιάσκερο; Όλο ανάπαυση είσαστε ...»
«Ναι, αλλά λιώσανε τ' άρβυλα κυρ Επιλοχία, και είμαστε ξυπόλητοι ...»
«Ε, και τι θέλετε; Κάναμε αναφορά στον Συνταγματάρχη ... Σήμερα αύριο θα έρθουν και παπούτσια ...»
Και με το σήμερα αύριο, τρεις στους τέσσερεις ήτανε χωρίς παπούτσια. Σκίζαμε κομμάτια από τους μανδύες μας και δέναμε τα πόδια μας, για να μην ξυλιάζουν. Ο Λοχαγός μας, ο κ. Διαμαντόπουλος, χωμένος στη σκηνή του, κάθε φορά που παραπονιόμασταν, απαντούσε ότι έστειλε αναφορά ... Κάποια μέρα ήρθαν 20 ζευγάρια τσαρούχια, που όχι μόνο δεν φτάσανε αλλά τα πήραν οι πιο πονηροί και βολεμένοι: Υπηρέτες, μάγειροι, κλπ. Ο Σαλαχώρης δεν βαστιόταν από το θυμό του. Κι άμα θύμωνε, τα έλεγε Κυπραίικα ...
«Κύριε Λοχία να χαρείς, φκάλμε γλήορα αναφοράν! Εν πολλά επείγον. Εν αντέχω άλλον τούντες διακρίσεις δαμέσα, εν πολλά άδικον. Όϊ πέμου, ποιός δικαιούται την χλαίνην; Ο Υπασπιστής του Λοχαγού! Ποιος δικαιούται τα άρβυλα; Ο μάειρας του Ανθυπολοχαγού, το τσιράκκιν! Ποιός έσσει θκιό πατανίες; Η "τσούλλα" του Επιλοχία ... Ούλλα τα καλά για τους σούστενους δαμέσα, ούλλα οι Μαρίκες παίρνουν τα, γαμώ την αγανάκτησή μου, τζ' εμάς ξέρετέ μας μόνον άμα γενεί πόλεμος ... εμείς μόνον για σκότωμαν τζιαι λάωμαν τζιαι διπλοσκοπίαν τζιαι ζιλικούρτιν ... άι Ασσηχτήρ !!!»
Αλλά ο Επιλοχίας, έκανε ότι δεν κατάλαβε τίποτα, ούτε το «άι σιχτίρ», και απάντησε με ... διάλεξη περί πειθαρχίας:
«Για ακούστε ... εδώ είναι Στρατός δεν είναι αντάρτικο! Και Στρατός σημαίνει πειθαρχία! Δέκα Στρατιώτες πειθαρχημένοι είναι αρκετοί για εκατό ατάκτους ... αυτό μας διδάσκει η θεωρία και γι' αυτό μην ξανακούσω παράπονα! Η πειθαρχία είναι το παν, άλλωστε ο κ. Λοχαγός έκανε αναφορά για 200 ζεύγη αρβύλες!»
Καλά τα λόγια, αλλά τα άλλα Τάγματα μας είχαν κολλήσει το παρατσούκλι «ξυπόλητο Τάγμα» ...
«Από ποιο Τάγμα είσαι συ συνάδελφε;»
«Το τάγμα του Μπέλλου!»
«Ε, βέβαια, το "ξυπόλητο Τάγμα" ... Έπρεπε να το καταλάβω από τα χάλια σου ...»
Και ο Ταγματάρχης μας ο κύριος Μπέλλος, ένας τύπος καλού Χριστιανού που μόνο για παπάς έκανε, δεν τού 'φτανε που κεκέδιζε, ήθελε να βγάζει και λόγους ...
«Ο πο...πο...πόλεμος παιδιά, είναι πο...πο...πόλεμος. Αλλά ο πόλε...λε...μος, δε...δε...δεν είναι πο...πο...πόλεμος. Είναι κε...και κα...κα...κακουχίες κε...και ψείρες κε...κε...και ξυπο...πο...πολησιά.»

Και περνούσαν οι μέρες χωρίς άρβυλα, ώσπου ανέλαβε τη Διοίκηση του Λόχου ο Ανθυπολοχαγός Αναστάσιος Τερζάκης, λεβέντης πραγματικός, 28 ετών και μορφωμένος όσο λίγοι. Και πρώτη του δουλειά, έδωσε το δεύτερο ζευγάρι άρβυλα που είχε αυτός, σε ένα φαντάρο ηλικιωμένο, που κόντευε να πάθει κρυοπαγήματα. Νοιώσαμε σαν να πήραμε όλοι καινούργια άρβυλα, με την κίνηση αυτή. Έτσι είναι ο ηγέτης. Μαζί του, πάμε να πάρουμε τα Γιάννενα, αύριο κιόλας !!!
Στο Λοζέτσι, ήταν πέντε Τάγματα, κάπου 5.000 Στρατός. Και στις δυο άκρες του χωριού, ήταν τα μοναδικά μαγαζιά, αν μπορούσε κανείς να τα πει μαγαζιά. Το ένα ήταν του παπά και το άλλο του Μήτσου. Είχαν πιάσει τα πόστα, είχαν συνεννοηθεί μεταξύ τους, κι αν δεν ήθελες να σε δαγκώσει η Σκύλα του Παπά, έπεφτες στη Χάρυβδη του Μήτσου ... Είκοσι λεπτά το κρεμμύδι ο παπάς, δυο δεκάρες ο Μήτσος. Δυο δραχμές τα 100 δράμια λουκούμια ο Μήτσος, είκοσι δεκάρες ο παπάς ... Και τα λεφτά μπροστά. Πόρτες και παράθυρα αμπαρωμένα και ένα μόνο άνοιγμα, ίσα να περνάει το χέρι του φαντάρου:
«Θα μου δώσετε παρακαλώ ένα πακέτο καπνό;»
«Τρία φράγκα πηδάκι μ'» ακουγόταν η φωνή του παπά ...
Έδινε ο φαντάρος τα λεφτά, μετρούσε ο παπάς και τότε του έδινε τον καπνό!
«Ιέχουμι κι ουζάκ' πηδιά μ'»
«Βάλε μας δυο ουζάκια παπά μου ...»
«Δυου δικάρ'ς , γιόκα μ'»
«Δεν φεύγουμε παππούλη, εδώ θα τα πιούμε τα ουζάκια»
«Διν λέου πους θα φύγητ' ... αλλά έτσ' για την τάξ' πηδάκι μ' ...»

Η Τσούκα ήταν ένας λόφος δεξιά από το Λοζέτσι, μαντρωμένος κατά το ήμισυ και γεμάτος πυκνά δέντρα. Στην κορυφή ήταν το Μοναστήρι. Η θέα από εκεί ήταν επιβλητική. Πίσω μας, είχαμε μία απότομη χαράδρα κι από κάτω περνούσε ο Αχελώος. Στο τέλος της χαράδρας αρχίζανε τα βουνά των Τζουμέρκων. Πιο βόρεια, ήταν το χωριό Κοντοβράκι που το είχαν οι Τούρκοι, χτισμένο στην άκρη ενός βραχώδους λόφου. Πιο πέρα οι κορυφές του Δρίσκου, και ακόμη πιο βόρεια το βουνό Μιτσικέλι, στα ανατολικά της λίμνης των Ιωαννίνων. Όλα αυτά τα μέρη, μας προκαλούσαν βαθιά αισθήματα. Ήμασταν στην Ήπειρο, έξω από τα Γιάννενα, νικητές, πολιορκητές. Ανυπομονούσαμε όλοι για τη μέρα που θα μπαίναμε μέσα. Πόσες στερήσεις και κακουχίες θα υποφέραμε ακόμη;
Ο καιρός ήταν όλο χιόνια και βροχές. Έλειπε ακόμη και ο άρτος. Εδώ πάνω που ήμασταν ήταν δύσκολη η μεταφορά και τα μεταγωγικά είχαν λιγοστέψει. Ευτυχώς, οι Στρατιώτες του Μηχανικού μας φτιάξανε καλύβες από μεγάλα κλαριά δέντρων και βελτιώθηκε κάπως ο καταυλισμός. Ήταν όμως και ένα σημάδι αυτό ότι η πολιορκία θα βαστούσε πολύ ακόμη. Οι μέρες περνούσαν πολύ αργά. Κάθε μέρα συνεχές κανονίδι κι από τις δυο μεριές. Ευτυχώς έρχονταν και μερικές μέρες με καλό καιρό και τότε τα ξεχνούσαμε όλα. Ξαπλώναμε στη λιακάδα, διαβάζοντας εφημερίδες 15 ημερών, ή κανένα γράμμα από την αλληλογραφία που πάντα έφτανε καθυστερημένα.
Και κύριο θέμα όλων των συζητήσεων η μεγάλη επίθεση αλλά και η Τουρκία που ζήτησε ανακωχή, υποχωρώντας στους όρους των συμμάχων.
Στις 21, ο Λόχος μας στάλθηκε στις άκρες προφυλακές. Η μετάβαση έγινε νύχτα, το έδαφος ήταν ανώμαλο και ανηφορικό. Η γραμμή των άκρων προφυλακών ήταν οι λοφοσειρές που είχε ο Στρατός μας καταλάβει στις 8 Ιανουαρίου. Τους πιο χαμηλούς λόφους που είχαν καταλάβει οι Εύζωνοι αναγκαστήκαμε να τους αφήσουμε, γιατί τα εχθρικά πυροβόλα προκαλούσαν συνεχώς άσκοπες απώλειες. Μέχρι να τοποθετήσουμε σκοπούς και φυλάκια, φτάσανε μεσάνυχτα,. Μετά από λίγο, όπως είχαμε ειδοποιηθεί, άρχισε σφοδρός κανονιοβολισμός του Μπιζανίου από το Πυροβολικό μας. Το θέαμα, μέσα στη σκοτεινιά της νύχτας, ήταν μεγαλοπρεπές. Αυτό επαναλαμβανόταν κάθε βράδυ. Οι Τούρκοι, προτιμούσαν να ρίχνουν στη διάρκεια της ημέρας.
Στις 23 του Γενάρη, μία υπέροχη μέρα. Όλοι οι Στρατιώτες ζέσταιναν τα κορμιά τους ξαπλωμένοι στον ήλιο, καθάριζαν τα όπλα, πολεμούσαν με τις ψείρες. Μη φανταστείτε ότι αυτά γίνονταν χωρίς τις εχθρικές οβίδες. Τα κανόνια της Καστρίτσας είχανε λυσσάξει. Ρίχνανε κυρίως κατά του δρόμου, ακόμη κι όταν ένας μόνο Στρατιώτης εμφανιζόταν, με σκοπό να εμποδίζουν την συγκοινωνία μεταξύ Αετορράχης και Λοζέτσι. Τσάμπα χαλούσαν τις οβίδες τους, αφού η συγκοινωνία γινόταν από πιο χαμηλό μέρος, λίγο αριστερότερα, αθέατο στους Τούρκους παρατηρητές Πυροβολικού. Στις 11, χαμηλά στον ορίζοντα, ένα μεγάλο πουλί φάνηκε από τη μεριά της Φιλιππιάδας. Ήταν το αεροπλάνο του Ανθυπίλαρχου Χρήστου Αδαμίδη .
Το χαζεύαμε καθώς έκανε το γύρο πάνω από το Μπιζάνι, τη Καστρίτσα, τα Γιάννενα. Οι Τούρκοι από κάτω προσπαθούσαν μάταια να το χτυπήσουν, με τουφέκια αλλά και με πυροβόλα. Κάθε φορά που είχε καλό καιρό, το βλέπαμε αυτό το αεροπλάνο. Όλο το απόγευμα είχαμε μονομαχία Πυροβολικού. Τα κανόνια μας χτυπούσαν τα εχθρικά χαρακώματα αλλά και τα πυροβολεία, ιδίως αυτά του Μπιζανιού. Άγριο θέαμα, γεμάτο φωτιά, σίδερο και κρότους.
Αυτή ήταν η ζωή μας στο δίμηνο της πολιορκίας. Δυο μήνες στη λάσπη και το χιόνι, ξυπόλητοι οι πιο πολλοί, με αντίσκηνα που τρίφτηκαν και δεν βαστούσανε πια τη βροχή, για να κοιμάσαι σ' αυτά μουσκεμένος και παγωμένος ή να στέκεσαι καθιστός με τις ώρες στη διάρκεια της ημέρας, τρώγοντας μισόσκυφτος, μπαίνοντας και βγαίνοντας μπουσουλώντας. Και σκοπιές μέσα στην παγωμένη νύχτα και φαγητό που ποτέ δεν ήταν αρκετό. Αλλά περίεργο πράγμα ... το φαγητό που λείπει είναι το πιο νόστιμο ... Μας λέγανε καμιά φορά σαν νύχτωνε, «παιδιά δεν έχει συσσίτιο απόψε, τώρα βάλανε τα φασόλια και μέχρι να βράσουν θα πάει τρεις η ώρα ...». Και ξυπνούσαμε στις τέσσερεις, και τρώγαμε τη φασουλάδα που είχε παγώσει μέχρι να μοιραστεί, και μας φαινόταν η πιο νόστιμη φασουλάδα που είχαμε φάει ποτέ.
Τι μας βάσταγε; Το όνειρο για τα Γιάννενα και για το τέλος του πολέμου. Να πάρουμε το Γιάννενα, να πάρουμε τα' απολυτήριο και να πάμε σπίτι μας ...


http://defenceline.gr/index.php/history/item/937-bizani

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου