Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΡΑΘΩΝΑ : ΜΙΑ ΕΠΕΤΕΙΟΣ, ΧΡΥΣΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Η μάχη του Μαραθώνα απετέλεσε σύγκρουση κοσμοϊστορικής σημασίας στην παγκόσμια ιστορία. Η νίκη των Ελλήνων σε αυτήν σηματοδότησε πέραν της αναχαίτισης του περσικού επεκτατισμού, την αρχή του τέλους της Περσικής Αυτοκρατορίας. Ευτυχώς για την Αθήνα υπήρχε ο Μιλτιάδης. Ο Μιλτιάδης ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση και την κατάλληλη στιγμή. Ο ίδιος γνώριζε καλά τους Πέρσες, τις συνήθειες και τις τακτικές τους.
Ο περσικός στόλος μετά την καταστροφή της Ερέτριας ξανοίχθηκε και πάλι στο πέλαγος. Στόχος του ήταν η παραλία του Σχοινιά στον Μαραθώνα. Η επιλογή της τοποθεσίας, αποβάσεως και δημιουργίας στρατοπέδου αποφασίσθηκε κατά τα φαινόμενα από τον πεισιστρατίδη Ιππία, που υποστήριζε τους εχθρούς της πατρίδας του. Ο πρώην τύραννος γνώριζε ότι η περιοχή του Μαραθώνα παρουσίαζε σοβαρά πλεονεκτήματα για τους σκοπούς του ιδίου και των προστατών του. Ο Μαραθώνας αποτελούσε κατάλληλο πεδίο για τη δράση ιππικού, το οποίο άλλωστε αποτελούσε το πλέον επίλεκτο τμήμα του περσικού στρατού.
Η κατάσταση μάλιστα των Περσών χειροτέρευσε όταν, την επομένη της εγκαταστάσεως τους, εμφανίσθηκε στην περιοχή και η ελληνική στρατιά. Οι Αθηναίοι, έχοντας πληροφορηθεί την αποβίβαση των πολεμίων αποφάσισαν να τους αντιμετωπίσουν στο σημείο αποβάσεως, αντί να περιμένουν παθητικά εντός των τειχών.
Η αθηναϊκή στρατιά έφτασε στο Μαραθώνα το βράδυ της επομένης της περσικής αποβάσεως ή το πρωί της μεθεπομένης ημέρας. Οι Έλληνες εντόπισαν το βαρβαρικό στρατόπεδο και απεφάσισαν να στρατοπεδεύσουν κοντά στο σημερινό χωριό Βράνα στους πρόποδες των ορέων Αγριλίκι (υψ.557) και Κοτρόνι (υψ. 220). Εκεί βρισκόταν και ένα τέμενος του Ηρακλή το οποίο λειτούργησε ως στρατηγείο των Ελλήνων.

Οι Έλληνες στρατοπέδευσαν εκεί για προφανείς λόγους. Το ορεινό έδαφος δεν ήταν κατάλληλο για τη δράση του ιππικού. Παράλληλα, ο γνώστης της περσικής τακτικής, ο Μιλτιάδης, διέταξε τους άνδρες του να κατασκευάσουν φορητά, ξύλινα φράγματα. Αυτά αποτελούνταν από μια μεγάλη εγκάρσια δοκό επί της οποίας τοποθετούνταν κάθετα μερικές δεκάδες μυτεροί πάσσαλοι.
Το ιππικό αποτελούσε πράγματι το επίλεκτο όπλο των Περσών. Το ίδιο όμως υπόκειται σε ορισμένους περιορισμούς. Το ιππικό δε μπορούσε να παραμείνει σε θέσεις μάχης για απεριόριστο χρόνο. Τα άλογα επίσης χρειάζονταν καθημερινή περιποίηση. Τις νύκτες επίσης οι ίπποι έπρεπε να δένονται από τα πόδια, ώστε να μην μπορούν να φύγουν, ακόμη κι αν πανικοβληθούν.
Το πρώτο βήμα στο οποίο προχώρησε ο Μιλτιάδης, ο ουσιαστικός ηγέτης πλέον των ελληνικών δυνάμεων, ήταν να προωθήσει τις θέσεις του πλησιέστερα στις περσικές. Οι Έλληνες πλησίασαν σε απόσταση περίπου 1.500 μ. – 8 στάδια κατά τον Ηρόδοτο – από τις περσικές προφυλακές, μεταφέροντας μαζί τους και τα ξύλινα φράγματα που είχαν κατασκευάσει. Αυτά τα τοποθέτησαν κυρίως στα πλευρά της παρατάξεως τους, ώστε να είναι προστατευμένοι από περσικές απόπειρες υπερφαλάγγισης. Κατά μέτωπο, η οπλιτική φάλαγγα ήταν πολύ ισχυρή για να διασπαστεί, ακόμα και από επέλαση ιππικού.
Από τις νέες τους θέσεις οι Έλληνες παρατηρούσαν με προσοχή τους εχθρούς και ο Μιλτιάδης κατέστρωσε το σχέδιο δράσης. Το σχέδιο των Ελλήνων ήταν προσαρμοσμένο, όχι μόνο στην τακτική μάχης των πολεμίων, αλλά και στην καταγραφή των κινήσεων και των συνηθειών των. Ο Μιλτιάδης γνώριζε ότι κάθε στρατιά του Μεγάλου Βασιλέως, η οποία περιελάμβανε περσικά και συμμαχικά τμήματα, πολεμούσε με τους Πέρσες στο κέντρο και με τους υποτελείς στα πλευρά.
Οι Πέρσες αποτελούσαν το σκληρό πυρήνα της στρατιάς και ήταν προετοιμασμένοι να πολεμήσουν μέχρι τον θάνατο αν χρειαζόταν. Αντιθέτως, οι υποτελείς στρατιώτες, δικαίως, δεν έδειχναν την ίδια προθυμία να πεθάνουν για τη δόξα του Πέρση βασιλέα.
Στον Μαραθώνα όμως στενότητα του πεδίου θα τους εξανάγκαζε να δώσουν μάχη, είτε μεταξύ του λόφου Κοτρόνι και της θάλασσας (άποψη που υιοθετεί ο Ρωμαίος ιστορικός Κούρτιος), είτε μεταξύ του όρους Σταυροκοράκι και της θάλασσας, όπως θέλει η πλέον διαδεδομένη άποψη. Και στις δύο περιπτώσεις ο περσικός στρατός θα στήριζε το δεξιό πλευρό του στο λόφο ή στο όρος και το αριστερό του στη θάλασσα.
Παρατάσσοντας το στρατό με τον κλασικό αυτόν τρόπο, οι στρατηγοί του θα έτασσαν τους επίλεκτους Μήδους και Πέρσες στο κέντρο και τους υποτελείς Σάκες στα δύο κέρατα. Πίσω όμως από το μέτωπο της στρατιάς εκτεινόταν έλη, γεγονός που σε περίπτωση διασπάσεως του μετώπου θα οδηγούσε σε καταστροφή κατά τη φάση της υποχώρησης. Σε περίπτωση μάλιστα διάσπασης των δύο κεράτων της παράταξης ούτε οι επίλεκτοι πολεμιστές του κέντρου θα μπορούσαν να σώσουν την κατάσταση, διότι απλούστατα θα υπερφαλαγγίζονταν και θα σφαγιάζονταν.
Ο Μιλτιάδης κατέληξε στο ότι θα έπρεπε αυτή να ταχθεί με τρόπο αντιστρόφως ανάλογο της περσικής, δηλαδή με ισχυρά κέρατα και σχετικώς αδύναμο κέντρο. Υπολογίζοντας μέτωπο κατ’ άνδρα της τάξεως των 0.90 μ., το συνολικό μήκος του ελληνικού μετώπου δε θα ξεπερνούσε τα 1.400 μέτρα, συμπεριλαμβανομένων και των μικρών κενών διαστημάτων, μεταξύ των υπομονάδων. Εάν η ελληνική στρατιά αριθμούσε 11.000 άνδρες το μέτωπο της θα έφτανε τα 1.500 περίπου μέτρα. Το μήκος του μετώπου σε άνδρες υπολογίζεται βάσει του πλάτους της αργολικής ασπίδας, με την οποία ήταν εφοδιασμένοι οι Έλληνες, έφτανε τα 0.90 μέτρα.
Έχοντας καταστρώσει το σχέδιο δράσεως ο Μιλτιάδης ανέμενε πλέον την κατάλληλη στιγμή για να προσβάλει και να αφανίσει τους Πέρσες. Είχε περάσει η πανσέληνος και μεταξύ της δύσης της σελήνης και της ανατολής του ηλίου υπήρχε ένα «νεκρό» σημείο, με απόλυτο σκοτάδι. Το σκοτάδι αυτό εκμεταλλεύτηκαν μερικοί Ίωνες και αυτομόλησαν στους ομοφύλους τους, αθέατοι λόγω του σκοταδιού από τους Πέρσες.
Οι Ίωνες που με τη βία ακολουθούσαν τους Πέρσες, προφανώς ως ναύτες, ανέφεραν στο Μιλτιάδη ότι οι Πέρσες είχαν χαλαρώσει τα μέτρα ασφαλείας τους και είχαν αποσύρει το ιππικό τους πίσω από τις θέσεις του πεζικού, μεταξύ των ελών και της Μακαρίας κρήνης. Η ευκαιρία που ο Μιλτιάδης αναζητούσε είχε εμφανιστεί. Την πληροφορία πάντως περί των Ιώνων αυτόμολων δεν την αναφέρει ο Ηρόδοτος.
Αναφέρεται όμως στο περίφημο Λεξικό του Σουίδα, το οποίο γράφει συγκεκριμένα: «Χωρίς ιππείς, Δάτιδος εμβάλλοντος εις την Αττικήν τους Ίωνας φάσιν, αναχωρήσαντος αυτού, ανελθόντες επί τα δέντρα σημαίνειν τοις Αθηναίοις, ως είπεν χωρίς ιππείς, και Μιλτιάδην συνιέντα την αποχώρησιν αυτών συμβάλειν, ούτως και νικήσαι». Σε ελεύθερη απόδοση, η φράση αυτή σημαίνει ότι οι Ίωνες έφτασαν έως τα δέντρα – τα ξύλινα οχυρώματα – και ενημέρωσαν το Μιλτιάδη ότι το περσικό ιππικό ήταν απροετοίμαστο.
Δε γνωρίζουμε την ακριβή ημερομηνία διεξαγωγής της μάχης. Ήδη από την αρχαιότητα υπήρχαν πολλές αντικρουόμενες απόψεις. Ο Πλούταρχος τοποθετούσε τη μάχη στις 6 Οκτωβρίου του 490 π.Χ. Σύμφωνα όμως με νεωτέρους υπολογισμούς τρεις θεωρούνται οι πιθανότερη ημερομηνία διεξαγωγής της μάχης είναι η 9η Σεπτεμβρίου.
Περί τα 1.500 μέτρα χώριζαν τους δύο αντιπάλους. Τότε οι Έλληνες εξόρμησαν. Οι Πέρσες, στο άκουσμα της ελληνικής εφόδου, έσπευδαν φύρδην – μίγδην να λάβουν θέσεις μάχης. Οι ιππείς και οι ιπποκόμοι προσπαθούσαν να ετοιμάσουν τους ίππους και να εξοπλισθούν. Βρίσκονταν όμως πίσω από τις γραμμές του πεζικού και μοιραία, ακόμη και όταν ετοιμάσθηκαν για μάχη, τάχθηκαν πίσω από αυτό, σε δεύτερη γραμμή, ως γενική εφεδρεία, εφόσον δεν υπήρχε χώρος για να ταχθούν στην πρώτη γραμμή.
Λίγο μετά τις 05.30 το πρωί η ελληνική φάλαγγα, αφού ξεπέρασε χωρίς σοβαρές απώλειες τον περσικό φραγμό βελών, επέπεσε με ορμή στην εχθρική παράταξη και ενεπλάκη σε αγώνα εκ του συστάδην. Τότε ακούστηκε η φρικτή κλαγγή των όπλων καθώς οι ασπίδες έσμιξαν μεταξύ τους και τα δόρατα πήραν τον λόγο. Οι Έλληνες ευθύς εξ αρχής άρχισαν να πιέζουν τους εχθρούς στα δύο κέρατα. Διέσπασαν το φράγμα των ασπίδων των Περσών και άρχισαν να σφαγιάζουν τους Σάκες τοξότες κατά δεκάδες.
Ωστόσο, ήταν τόσο μεγάλος ο αριθμός των πολεμίων ώστε οι απώλειες δεν προκάλεσαν, άμεσα τουλάχιστον, τη διάλυση των γραμμών τους. Στο κέντρο, αντιθέτως, η λεπτή ελληνική γραμμή, η αποτελούμενη από 2.000 Αθηναίους οπλίτες, πιέστηκε με τη σειρά της και ωθήθηκε προς τα πίσω από το πλήθος των επίλεκτων Περσών. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο κέντρο πολεμούσε, ως απλός στρατιώτης και ο μετέπειτα σωτήρας της Ελλάδας, ο Θεμιστοκλής.
Το σχέδιο πάντως του Μιλτιάδη εξελισσόταν κανονικά. Οι Έλληνες έκαναν θραύση στις δύο πτέρυγες, σκοτώνοντας τώρα τους Σάκες κατά εκατοντάδες. Τα κοντά δόρατα και σπαθιά των αντιπάλων δεν προξενούσαν την παραμικρή εντύπωση στους καλά θωρακισμένους και άριστα εκπαιδευμένους Έλληνες οπλίτες. Σταδιακά η πίεση και οι απώλειες απέδωσαν και οι Σάκες άρχισαν να «σπάζουν» τους σχηματισμούς τους και να διαρρέουν, αρχικά σε μικρές ομάδες, προς τα μετόπισθεν.
Σύντομα ο πανικός εξαπλώθηκε και τα δύο κέρατα της περσικής στρατιάς διαλύθηκαν. Την ίδια ώρα στο κέντρο οι 2.000 Αθηναίοι άντεχαν στην περσική πίεση και αν και εξαναγκάστηκαν σε μικρή υποχώρηση, δε διασπάστηκαν. Έτσι, έδωσαν τον αναγκαίο χρόνο στα δύο νικηφόρα ελληνικά κέρατα να συγκλίνουν προς το κέντρο και να υπερφαλαγγίσουν, αρχικά και να περικυκλώσουν κατά τα 3/4 κατόπιν τους Πέρσες.
Ακολούθησε άγρια σφαγή των εχθρών. Ο Μιλτιάδης φρόντισε να μην κυκλώσει εντελώς τους Πέρσες, αφήνοντάς τους μια οδό διαφυγής προς τα πλοία. Η κίνηση αυτή ήταν απολύτως δικαιολογημένη. Αν περικύκλωνε τελείως τους Πέρσες, οι τελευταίοι, μη έχοντας άλλη διέξοδο, θα πολεμούσαν μέχρις εσχάτων. Οι Έλληνες όμως δεν είχαν πολύ χρόνο στη διάθεση τους. Έπρεπε να εξοντώσουν σύντομα το περσικό πεζικό, πριν το ιππικό προλάβει να επέμβει.
Οι Πέρσες φεύγοντας πανικόβλητοι έπεσαν μέσα στα έλη με αποτέλεσμα να βρουν φρικτό θάνατο. Αρκετοί άλλοι έπεφταν στη θάλασσα και πνίγονταν. Οι Έλληνες στο μεταξύ τους καταδίωκαν. Τότε έπεσε ο πολέμαρχος Καλλίμαχος, επικεφαλής του ελληνικού δεξιού, πολεμώντας ηρωικά.
Καταδιώκοντας τους Πέρσες οι Έλληνες έφτασαν τελικά στα πλοία. Εκεί νέες άγριες συμπλοκές πραγματοποιήθηκαν, καθώς οι Έλληνες προσπαθούσαν να κυριεύσουν τα εχθρικά πλοία και οι Πέρσες να σώσουν τις ζωές τους. Σε αυτή τη φάση σκοτώθηκε ο ήρωας Κυναίγειρος, ο αδελφός του τραγικού ποιητή Αισχύλου, ο οποίος με αφάνταστο ηρωισμό επεχείρησε να συγκρατήσει ένα περσικό πλοίο με τα χέρια. Και όταν οι Πέρσες του έκοψαν το ένα και μετά το άλλο τα χέρια , επιχείρησε να το συγκρατήσει με τα δόντια. Μόνο όταν του έκοψαν και το κεφάλι κατόρθωσε το πλοίο να αποπλεύσει. Τέτοιοι άνδρες πολέμησαν στον Μαραθώνα. Τελικά μόνο 6 εχθρικά πλοία κυριεύθηκαν, τα υπόλοιπα άνοιξαν πανιά και έπλευσαν νότια.
Αμέσως ο Μιλτιάδης αναδιοργάνωσε τη στρατιά και αφού άφησε πίσω τα πλέον καταπονημένα τμήματα του κέντρου να φυλάσσουν το πεδίο της μάχης, αναχώρησε ο ίδιος με το υπόλοιπο στράτευμα με κατεύθυνση το Φάληρο. Ύστερα από σύντομη, επίπονη πορεία οκτώ ωρών οι Έλληνες έφτασαν πρώτοι στο Φάληρο.
Μια ώρα αργότερα, περί τις 17.30, φάνηκαν στον ορίζοντα τα αναπεπταμένα ιστία του περσικού στόλου. Όταν όμως τα περσικά πλοία πλησίασαν, οι στρατηγοί τους είδαν το λαμπρό απογευματινό ήλιο να χρυσώνει με τις ακτίνες του τα ένδοξα όπλα των Μαραθωνομάχων. Το θέαμα αποκάρδιωσε εντελώς τους Πέρσες στρατηγούς, οι οποίοι αποφάσισαν, αιώνια ντροπιασμένοι, να λάβουν την άγουσα προς την Ασία, μαζί με τους προδότες φίλους τους.
Η μάχη του Μαραθώνα είχε λήξει. Οι Έλληνες είχαν συντρίψει τους υπερήφανους Πέρσες, καταρρίπτοντας και τον «περί του αήττητου» μύθο τους. Οι «Χρυσοφόροι Μήδοι» δεν τρόμαξαν τους λιγοστούς της ελευθερίας προμάχους, ούτε με τον αριθμό τους, ούτε με το χρυσάφι τους. Πάνω από όλα όμως οι Έλληνες στο Μαραθώνα έσωσαν τον ελληνικό πολιτισμό, τον οποίο μεταλαμπάδευσαν αργότερα και στην «πολιτισμένη Εσπερία». Οι Έλληνες θρήνησαν την απώλεια 192 ανδρών έναντι 6.000 περίπου εχθρών.


http://www.defence-point.gr/news/?p=111041

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου