Κυριακή, 30 Μαρτίου 2014

ΗΡΑΚΛΕΙΟΣ Ο ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑΣ - Η ΑΝΤΕΠΙΘΕΣΗ- ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΕΡΣΩΝ.- Η ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΑ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ

Έχοντας αποφασίσει να ηγηθεί ο ίδιος της αποστολής, όφειλε να διορίσει την αντιβασιλεία, με την συμμετοχή του υιού του Ηράκλειου-Κωνσταντίνου. Επειδή, όμως, ο νεαρός διάδοχος ήταν ανήλικος, όρισε επιτρόπους την αυτοκράτειρα, τον Πατριάρχη και τον πατρίκιο Βώνο. Στην προσπάθειά του να δημιουργήσει έναν, όσο το δυνατόν, «εθνικό» στρατό μέσα στην πολυεθνική αυτοκρατορία, ένα μέσο διέθετε, την Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη και συγκεκριμένα, με όρους της εποχής, το δόγμα της Χαλκηδόνας. Ήταν επόμενο, λοιπόν, η αναχώρησή του να συνοδευτεί με τον ανάλογο συμβολισμό και να προβληθεί με το πρέπον τελετουργικό. Πιο συγκεκριμένα, ο Ηράκλειος εόρτασε το Πάσχα 4 Απριλίου του 622 στην Κωνσταντινούπολη και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων. Την επομένη, Δευτέρα 5 Απριλίου, προσήλθε στην Αγία Σοφία ντυμένος ως απλός στρατιώτης και, αφού έπεσε πρηνής μπροστά στο ιερό, προσευχήθηκε, ενώπιον της συγκλήτου, της Εκκλησιαστικής ιεραρχίας και των εκπροσώπων των Δήμων. Στη συνέχεια στράφηκε προς τον Πατριάρχη και του είπε: «Στα χέρια του Θεού, της Μητέρας Του και τα δικά σου αφήνω αυτήν την πόλη και τον γιο μου»(1) και παραλαμβάνοντας την αχειροποίητο εικόνα του Χριστού κατέβηκε στην παραλία. Εκεί αποχαιρέτησε την οικογένειά του, επιβιβάσθηκε στο πλοίο και αναχώρησε με τον στόλο, την ώρα που ο λαός εύχονταν και επευφημούσε. Και πως θα μπορούσε, βέβαια, η εκστρατεία να μην έχει θρησκευτικό χαρακτήρα, όταν οι Πέρσες, αλώνοντας τους Αγίους Τόπους, είχαν χλευάσει και φερθεί με τόση σκληρότητα στους Χριστιανούς; Όταν το ιερότερο κειμήλιο της Χριστιανοσύνης, ο Τίμιος Σταυρός, βρισκόταν στην έδρα του Μασδαϊσμού; Όταν απορρίπτοντας κάθε προσπάθεια ειρήνευσης μέχρι τότε, ο Χοσρόης απαιτούσε από τους πρέσβεις της αυτοκρατορίας να γίνουν μασδαϊστές και ν' αρνηθούν το Χριστό;
Η Χαλκηδόνα και η απέναντι ακτή του Βοσπόρου βρισκόταν ήδη στα χέρια των Περσών. Ο Ηράκλειος, όμως, προτίμησε να κατευθυνθεί στην Προποντίδα. Όταν ο στόλος εξήλθε από τον Ελλήσποντο, έπεσε σε τρικυμία. Ο Γεώργιος Πισίδης διασώζει την εικόνα του αυτοκράατορα, ως τολμηρού καπετάνιου, να εμψυχώνει τα πληρώματα, κι έτσι να σώζονται άπαντες. Αποβιβάσθηκαν στις Πύλες της Βιθυνίας και κατευθύνθηκαν στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, όπου στρατοπέδευσαν. Εκεί συγκεντρώθηκαν όλα τα διαθέσιμα στρατιωτικά τμήματα. Ο Ηράκλειος επίβλεπε αυτορποσώπος την εκπαίδευση του στρατού, για ικανό χρονικό διάστημα, ώστε να καταστεί ετοιμοπόλεμος. Συμμετείχε και ο ίδιος στα γυμνάσια και τις κακουχίες, εμψυχώνοντας τους άνδρες του και δημιουργώντας δεσμούς φιλίας, εμπιστοσύνης, αφοσίωσης.
 
Οι Πέρσες που βρίσκονταν, όπως προείπαμε, στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου, βλέποντας τον βυζαντινό στρατό στα νώτα τους, αναδιπλώθηκαν και οργάνωσαν άμυνα, πιθανώς, στη γραμμή Μελιτήνη-Σάταλα, κλείνοντας τα περάσματα. Είχαν ήδη ανακαλέσει τον στρατηγό Σαρβαραζά από την Αίγυπτο. Ο βυζαντινός στρατός ξεκίνησε την πορεία του πιθανότατα το φθινόπωρο του 622 με κατεύθυνση ανατολικά προς τον Πόντο. Σε μια πρώτη αψιμαχία ήρθαν αντιμέτωποι με το ελαφρύ ιππικό των Αράβων (σύμμαχων των Περσών), τους οποίους η βυζαντινή ανιχνευτική ομάδα συνέλαβε εύκολα, ο δε Ηράκλειος τους ενέταξε στα βυζαντινά τμήματα. Στη συνέχεια κατάφερε να υπερφαλαγγίσει τις οχυρωμένες περσικές θέσεις στο όρος Μούζουρον και να βρεθεί πίσω από τις γραμμές τους. Οι Πέρσες έμειναν έκπληκτοι όταν αντίκρυσαν τους βυζαντινούς στα νώτα τους. Περίμεναν να πολεμήσουν στα στενά περάσματα, όπου είχαν το πλεονέκτημα, αλλά αυτό δεν συνέβη. Προσπαθώντας να αναγκάσει τον Ηράκλειο να αναστρέψει, ο Σαρβαραζάς κατευθύνθηκε εναντίον της Καισάρειας. Δεν ήθελε να τον αντιμετωπίσει σε ανοιχτό πεδίο, κατά την προσφιλή των Περσών τακτική. Τελικά αναγκάστηκε ο ίδιος να αναστρέψει όταν είδε ότι ο Ηράκλειος συνέχιζε ακάθεκτος την πορεία του, διότι φοβήθηκε, ότι μέσω Αρμενίας θα εισέβαλε στην Περσία. Έτσι άρχισε να καταδιώκει τον Ηράκλειο, στην πραγματικότητα, όμως, να παρασύρεται απ' αυτόν στον κατάλληλο για την συμπλοκή τόπο. Δεν γνωρίζουμε σε ποιο ακριβώς σημείο δόθηκε η μάχη. Γνωρίζουμε ότι ο Ηράκλειος εφάρμοσε ένα ευφυές στρατήγημα, προκειμένου να αναγκάσει τους Πέρσες να πολεμήσουν, όπου και όπως αυτός ήθελε. Οι συχνές λιποταξίες από πλευράς Περσών τον προμήθευαν με τις απαραίτητες πληροφορίες, ώστε να γνωρίζει την κάθε τους κίνηση. Οι δύο στρατοί παρατάχθηκαν σε τριμερή διάταξη, κατά τις υποδείξεις του στρατηγικού. Παράλληλα οι Πέρσες είχαν στήσει ενέδρα κρύβοντας δυνάμεις τους, πάντα κατά την συνηθισμένη τους τακτική να πολεμούν σε ανώμαλα εδάφη. Ο Ηράκλειος σκηνοθέτησε εικονική φυγή τμήματος του στρατού του, προκειμένου να ξετρυπώσει τους Πέρσες και να τους φέρει σε ανοικτό πεδίο. Όταν αυτό έγινε, έπεσαν πάνω τους οι Οπτιμάτοι, επίλεκτη μονάδα, και τους κατατρόπωσαν. Στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν, οι Πέρσες εγκλωβίστηκαν στις ίδιες θέσεις που θα χρησιμοποιούσαν ως ορμητήρια και αποδεκατίστηκαν. Ο Σαρβαραζάς σώθηκε μετά βίας. Η ακριβής ημερομηνία της μάχης επίσης αγνοείται. Πρέπει να συνέβη Φεβρουάριο. Ματά την λαφυραγώγηση του περσικού στρατοπέδου, ο Ηράκλειος κατηύθυνε τον στρατό του στα Σάταλα για να διαχειμάσει. Εκεί έμαθε ότι οι Αβάροι είχαν καταπατήσει για άλλη μια φορά την συνθήκη ειρήνης και είχαν εισβάλει στα Βαλκάνια, οπότε αναγκάσθηκε να μεταβεί στην ΚΠολη και να κλείσει νέα συνθήκη, όπως είδαμε προηγουμένως.
 
Οι επιπτώσεις της νίκης των βυζαντινών όπλων ήταν δύο σημαντικές. Πρώτον, απαλλάχθηκε η Μικρά Ασία από τις περσικές επιδρομές, ανακουφίζοντας εν μέρει την αυτοκρατορία. Δεύτερον, μετά από 20 χρόνων ήττες, οι βυζαντινοί κατόρθωσαν να ανακάμψουν προτείνοντας αξιόμαχο στράτευμα. Ταυτόχρονα, ο Ηράκλειος και οι αξιωματικοί του επαλήθευσαν στην πράξη αυτά που είχαν μάθει στην θεωρεία και αποκόμιζαν σημαντικές πολεμικές εμπειρίες συνάμα δε και πληροφορίες για τον εχθρό.


ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΑΣΗ
Έχοντας τακτοποιήσει για άλλη μια φορά το μέτωπο με τους Αβάρους, ο Ηράκλειος ξεκίνησε στις 25 Μαρτίου του 624 την δεύτερη φάση της εκστρατείας. Πέρασε το Πάσχα στην Νικομήδεια της Βιθυνίας και στη συνέχεια τέθηκε επικεφαλής του ισχυρού βυζαντινού στρατού (100.000- 120.000 άνδρες), που είχε διαχειμάσει στα Σάταλα.
 
Όσο διάστημα ασχολούνταν με το βόρειο σύνορο, οι Πέρσες βρήκαν την ευκαιρία να ανασυγκροτήσουν τον στρατό τους. Το Μάρτιο του 624 ο Σαρβαραζάς εισέβαλε εκ νέου στην Μικρά Ασία, θέλοντας να εξαναγκάσει τον Ηράκλειο ν' αφήσει τις ισχυρές θέσεις που κατείχε. Ο αυτοκράτορας δεν κυνήγησε την περσική στρατιά. Αντ' αυτού κατευθύνθηκε στην Αρμενία, απ' όπου μπορούσε να απειλήσει την ίδια την Περσία. Ο Θεοφάνης στο χρονικό του αναφέρει, ότι ο Ηράκλειος διέταξε τους στρατιώτες του πριν ξεκινήσουν, να κάνουν «τριήμερο», δηλ. τρεις μέρες απόλυτης νηστείας και προσευχής. Επίσης, μια ακόμα προσπάθεια ειρήνευσης εκ μέρους των βυζαντινών συνάντησε την αλαζονική υπεροψία του Χοσρόη και έλαβε την προσβλητική απάντησή του. Στην επιστολή του ο Χοσρόης Β' αποκαλούσε τον Ηράκλειο ασήμαντο και παράλογο υπηρέτη, χλεύαζε τον Θεό των Χριστιανών, που δεν έσωσε την Κασάρεια, την Ιερουσαλήμ, την Αλεξάνδρεια, αλλά και τον Χριστό, που σταυρώθηκε από τους Εβραίους(2). Ο Ηράκλειος δημοσιοποίησε την επιστολή αυτή προκαλώντας ιερή αγανάκτηση στους υπηκόους του και ζήλο για τον αγώνα.
Φθάνοντας στην Αρμενία αναζήτησε συμμάχους μεταξύ των λαών του Καυκάσου. Οι ίδιοι οι Αρμένιοι, έχοντας υποστεί διώξεις από τους ζωροάστρες, ήταν πρόθυμοι να βοηθήσουν. Στην Περσία εισέβαλε στις 20 Απριλίου του 624, έχοντας απευθύνει στους άνδρες του ένα θερμό θρησκευτικής χροιάς λόγο και έχοντας λάβει από αυτούς την θερμότερη απάντηση: «ήπλωσας ημών τας καρδίας, δέσποτα, το σον πλατύνας εν παραινέσει στόμα. Ώξυναν οι λόγοι σου τα ξίφη ημών, και έμψυχα ταύτα ειργάσαντο. Αναπτέρωσας ημάς δια των λόγων. Ερυθριώμεν εν ταις μάχαις προάγοντα ημών σε ορώντες και επόμεθα εν πάσι τοις σοις κελεύμασι».
 
Η διαδρομή που ακολούθησε είναι η εξής. Από τα Σάταλα, όπου διαχείμαζε ο στρατός, κατευθύνθηκε στη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ), την οποία ανακατέλαβε, πέρασε τον Άραξη, σύνορο μεταξύ βυζαντινής και περσικής Αρμενίας, κατέλαβε το Τίβιο ή Δούβιο (Dvin) πρωτεύουσα της Περσαρμενίας και το Ναζκαβάν. Στο Ναζκαβάν πρέπει να βρίσκονταν στις 15-25 Ιουνίου 624. Εκεί έφθασε η πληροφορία, ότι ο Χοσρόης βρισκόταν στα Γάνζακα με λίγο στρατό, περίπου 40,000 άνδρες κι αυτοί στρατολογημένοι βιαστικά. Είναι αλήθεια ότι οι Πέρσες καταλήφθηκαν εξ αίφνης, διότι υπολόγιζαν, ότι η δήωση της Μικράς Ασίας θ' ανάγκαζε τους Βυζαντινούς να επιστρέψουν. Κάτι τέτοιο δεν έγινε, αντίθετα η προέλαση ήταν ταχύτατη, και ήταν ο Σαρβαραζάς που αναγκάστηκε να επιστρέψει εσπευσμένα. Κατευθυνόμενος ο Ηράκλειος στα Γάνζακα, συνέτριψε τις περσικές προφυλακές, και σκοτώνοντας τον επικεφαλής στρατηγό, ανάγκασε τον Χοσρόη να δραπετεύσει προς Δασταγέρδη. Κατέλαβε τα Γάνζακα και πυρπόλησε τον φημισμένο ναό του Πυρός. Καταδιώκοντας τον Πέρση βασιλιά κατέστρεψε την Θηβαρμαΐδα και την γύρω περιοχή, καθώς και πολλές πόλεις και αγροτικές περιοχές της Ατραπατηνής Μηδείας, όσες, βέβαια, δεν πρόλαβε να καταστρέψει ο ίδιος ο Χοσρόης, που προσπάθησε να εφαρμόσει τακτική καμένης γης. Τελικά ο Πέρσης σάχης κατάφερε να ξεφύγει στην Μεσοποταμία, όπου βρισκόταν ο στρατός του Σαήν και αναμενόταν η άφιξη του Σαρβαραζά. Οι αξιωματικοί του Ηράκλειου επέμεναν να συνεχίσουν την καταδίωξη. Αυτός, όμως, αποφάσισε να αποσυρθεί στην Αλανία (Αλβανία) του Καυκάσου. Η κίνησή του αυτή έχει τα υπέρ της όπως και τα κατά, το σίγουρο είναι ότι ο Ηράκλειος δεν ήθελε να ριψοκινδυνεύσει μια, αμφιβόλου αποτελέσματος, καταδίωξη, έστω κι αν έτσι παρέτεινε το τέλος του πολέμου. Ας μην ξεχνάμε, ότι η απώλεια του στρατεύματος στην περιοχή αυτή, θα σήμαινε και το τέλος της αυτοκρατορίας. Δεν χειρίζονταν μόνο ένα στράτευμα, αλλά και το ιερόν της Εκκλησίας χρήμα και τις ιερότερες ελπίδες των Ρωμαίων. Αυτά δεν ήθελε να τα αναλώσει παρορμητικά και επιπόλαια στην καλοκαιρινή ζέστη της Μεσοποταμίας. Φαίνεται, ότι ήταν από τα στρατηγικά εκείνα μυαλά, που εξασφάλιζαν την νίκη πριν τη διεξαγωγή της μάχης, και προς την κατεύθυνση αυτή είχε πολλή δουλειά ακόμα να κάνει. Αποτραβήχθηκε, λοιπόν, στην Αλβανία του Καυκάσου, όπου απελευθέρωσε 50,000 αιχμαλώτους. Ταυτόχρονα, επεδίωξε να συνάψει συμμαχίες με τοπικούς ηγεμόνες και να ενισχύσει το στράτευμα με νέες στρατολογίες. Πράγματι, πολλοί άρχοντες της Λαζικής και της Αβασγίας προσήλθαν στην υπηρεσία του. Όσοι αρνήθηκαν, καθοδηγούμενοι από τον Χοσρόη, εγκατέλειψαν τις πόλεις τους και κατέφυγαν στα όρη.
Ο Χοσρόης, από την πλευρά του, ετοίμασε τρεις στρατιές, υπό τους στρατηγούς Σαρβαραζά, Σαήν και Σαραβλαγγά. Η στρατιά του Σαραβλαγγά εστάλη πρώτη να ανακτήσει τις χαμένες πόλεις τις περσικής Αρμενίας και να κλείσει τα στενά περάσματα εμποδίζοντας τον Ηράκλειο να επαναλάβει την εισβολή. Η Σαρβαραζάς στάλθηκε δυτικά να κόψει τους δρόμους υποχώρησης του Ηρακλείου μέσω Ιβηρίας. Ο Σαήν με 30.000 άνδρες στάλθηκε εκ των υστέρων να συνδράμει τον Σαραβλαγγά στην προσπάθειά του. Όταν ο Ηράκλειος αντιλήφθηκε τον κίνδυνο να εγκλωβιστεί στην Αλβανία και προσπάθησε με ελιγμούς να υπερφαλαγγίσει τον Σαραβλαγγά, η τακτική του δυσαρέστησε τους τοπικούς συμμάχους του, οπότε τον εγκτέλειψαν. Τότε αποφάσισε ν' αντιμετωπίσει κάθε στρατηγό ξεχωριστά πριν προλάβουν να ενωθούν εναίον του. Πρώτα ζήτησε ν' αντιμετωπίσει τον Σαραβλαγγά που απόφευγε να δώσει μάχη. Έστειλε δύο, δήθεν, λιποτάκτες στους Πέρσες, οι οποίοι τους πληροφόρησαν ψευδώς, ότι ο Σαήν πλησίαζε και οι βυζαντινοί τρέπονταν σε φυγή. Ο Σαραβλαγγάς μη θέλοντας να μοιραστεί την δόξα με τον Σαήν, έπεσε στην παγίδα κι επιτέθηκε, με αποτέλεσμα να νικηθεί. Πολλοί Πέρσες σκοτώθηκαν. Αμέσως μετά επιτέθηκε στον Σαήν, που είχε μόλις στρατοπεδεύσει, διέλυσε τον στρατό του και τραυμάτισε τον ίδιο. Τα υπολείμματα των δύο στρατιωτικών σχηματισμών ενώθηκαν με το σώμα του Σαρβαραζά, ο οποίος επιχείρησε να καταδιώξει τον Ηράκλειο. Ο αυτοκράτορας διέσχισε τον Άραξη και κατευθύνθηκε ΝΑ, ενώ στην συνέχεια στράφηκε προς την λίμνη Βαν. Εκεί σκόπευε να παραχειμάσει. Ταυτόχρονα ο Σαρβαραζάς τον πρόφθασε και στρατοπέδευσε στο Αρζές, σε μια προσπάθεια να τον αιφνιδιάσει. Ο Ηράκλειος, βέβαια, διέθετε καλύτερη πληροφόρηση και ήταν ήδη ενήμερος για τις κινήσεις του εχθρού. Πραγματοποίησε νυκτερινή επίθεση κατά του περσικού στρατοπέδου και το διέλυσε. Ο ίδιος ο Σαρβαραζάς δραπέτευσε νύκτα, γυμνός και ανυπόδητος, εγκαταλείποντας γυναίκες, όπλα, τα πάντα. Η ταπεινωτική αυτή ήττα συνέβη πιθανόν το χειμώνα του 625-6 μ.Χ.
 
Την 1η Μαρτίου του 626 ο Ηράκλειος ξεκίνησε προς ΝΔ. Οι κατάσκοποί του τον πληροφόρησαν, ότι ο σάχης είχε καλέσει γενική επιστράτευση και είχε ανασυγκροτήσει την στρατιά του Σαρβαραζά, την οποία έστελνε να προσπελάσει ως το Βόσπορο και να επιτεθεί στην Κωνσταντινούπολη, την ώρα που θα τον απασχολούσε μια δεύτερη υπό τον Σαήν. Επίσης πληροφορήθηκε την σύναψη κοινής Αβαρο-Περσικής συμφωνίας με στόχο την Πόλη. Έπρεπέ να σταματήσει την επικίνδυνη περσική στρατιά, η οποία στόχευε την Κωνσταντινούπολη χωρίς να ξέρει ποια από τις δύο ήταν. Διέσχισε τον αρμενικό Ταύρο, τον παραπόταμο του Τίγρη Υanarsu(2) έφτασε στη Μαρτυρόπολη, την οποία κατέλαβε, όπως και στη συνέχεια την Άμιδα. Από κει κατευθύνθηκε δυτικά στον Εφράτη, τον οποίο και διέβη, παρά την προσπάθεια του Σαρβαραζά να τον εμποδίσει, έφθασε στα Σαμόσατα κι από κει Γερμανικεία και στον ποταμό Σάρο.
 
Ο Σαρβαραζάς δεν ήθελε να αναλώσει χρόνο και δυνάμεις με τους βυζαντινούς, γι' αυτό προσπάθησε να τους προσπεράσει και να καταλάβει την γέφυρα του Σάρου. Όταν έφθασε, ‘όμως βρήκε τα αυτοκρατορικά στρατεύματα στη δυτική όχθη και στα προπύργια της γέφυρας. Για λίγες ημέρες οι δύο στρατοί απέφευγαν να συγκρουσθούν. Τελικά οι Πέρσες προσποιήθηκαν υποχώρηση, παρασύροντας τους βυζαντινούς, οι οποίοι έσπευσαν να τους καταδιώξουν. Ξαφνικά οι Πέρσες ανέστρεψαν και επιτέθηκαν με ορμή στους διώκτες τους. Η ήττα των βυζαντινών όπλων ήταν σίγουρη. Η κατάσταση σώθηκε χάριν της επεμβάσεως του Ηρακλείου, που ενίσχυσε την φρουρά της γέφυρας και απεγκλώβισε όσους είχαν παγιδευτεί στην απέναντι όχθη. Ο Σαρβαραζάς, αν και σκότωσε πολλούς, δεν κατάφερε να πάρει την γέφυρα. Αναγκαστικά στράφηκε νοτιότερα διανύοντας μεγαλύτερη απόσταση για να φθάσει στη Χαλκηδόνα. Ο Ηράκλειος με την σειρά του έφθασε στην Σεβάστεια μεταξύ 25-30 Απριλίου του 626(3). 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
1) Παπαρηγόπουλος, ο.π., σελ. 182.
2) Στο σημείο που διέσχισε τον ποταμό φημολογούνταν, ότι βρισκόταν η αρχαία αρμενική πρωτεύουσα Τιγρανοκέρατο, γι' αυτό και ο Θεοφάνης αναφέρει «Τίγρη», παρασύροντας και πολλούς ιστορικούς. Βλ. W. Kaegi, ο.π., σελ.214.
3) Εδώ θα αναφέρουμε, ότι στην χρονολόγηση του Παπαρηγόπουλου και του Kaegi από τη μια, και Ι.τ.Ε.Ε από την άλλη , υπάρχει διαφορά ως προς τον χρόνο που συνέβησαν τα παραπάνω. Δηλαδή, κατά Παπαρηγόπουλο και Kaegi, η νίκη στη λίμνη Βαν φαίνεται να συνέβη το χειμώνα του 624-5, ενώ η υπόλοιπη πορεία μέχρι την Σεβάστεια, την άνοιξη του 625 και έκτοτε να διαχειμάζει δίπλα στον Άλυ μέχρι τον Αύγουστο του 626. Δεδομένου, ότι διέθετε από νωρίς πληροφορίες για τα σχέδια Αβάρων και Περσών, για κοινή πολιορκία της Κπολης, μια τόσο επί μακρόν στάση αναμονής εκ μέρους του, είναι αδικαιλόγητη. Γι' αυτό υιοθετούμε την άποψη της Ι.τ.Ε.Ε., η οποία τοποθετεί τα γεγονότα της λίμνης Βαν το χειμώνα του 625-6, και ναι μεν συμπιέζει πολύ τους χρόνους των επιχειρήσεων, αλλά αυτό δείχνει, μάλλον σπουδή και κινητικότητα, λόγω της επικινδυνότητας της κατάστασης. Από την άλλη η ταυχύτατη στρατολόγηση νέων δυνάμεων φαίνεται αφύσικη, αλλά ο χρόνος που το πληροφορήθηκε ο Ηράκλειος δεν είναι αναγκαστικά και ο χρόνος που αυτή ξεκίνησε. Δεν βλέπουμε για ποιο λόγω να βραδύνει τις ενέργειές του ο Χοσρόης, αφήνοντας το βασίλειό του αφύλακτο μετά την καταδίωξή του. Το πιο πιθανό είναι, παράλληλα με τα τμήματα που συντηρούσε στα μέτωπα να στρατολογούσε καινούργιες εφεδρείες.
 
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1) Κ. Παπαρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. Γ', (επιμέλεια Καρολίδη), εκδ. Ελευθερουδάκης, Αθήνα 1930,(ανατύπωση).
2)  Α.Α. Vasiliev, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τομ. Α', εκδ. Μπεγαρδή, Αθήνα χ.χ.
3)  Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, 1978
4)  Πανεπ. Καίμπριτζ, Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, εκδ. Μέλισσα, 1979
5)  Γ. Φλωρόφσκυ, Οι Βυζαντινοί Πατέρες του Έκτου, Έβδομου & Όγδοου Αιώνα, εκδ. Πουρνάρα Θεσσαλονίκη 1993.
6)  Στ. Ράνσιμαν, Βυζαντινός Πολιτισμός, εκδ. Γαλαξίας-Ερμείας, Αθήνα 1992.
7)  Βλάσιου Φειδά, Βυζάντιο, Αθήνα 1985.
8)  W. Kaegi, Ηράκλειος, Αυτοκράτορας του Βυζαντίου, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2007.
9)  John Haldon, Βυζάντιο, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2007.
10) Γ. Καρδάρας, Βυζαντινο-Περσικοί Πόλεμοι στη σειρά Μονογραφίες του περ. Στρατιωτική Ιστορία, εκδ. Περισκόπιο, Αθήνα 2006.
11) Γ. Καρδάρας, Η Αβαρο-σλαβική Πολιορκία της Κωνσταντινούπολης στο περ. «Στρατιωτική Ιστορία, τευχ. 102, εκδ. Περισκόπιο, Αθήνα 2005.
 

http://www.impantokratoros.gr/E9F38534.el.aspx

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου