Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

ΜΕΓΑΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ : Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΑΚΕΔΟΝΕΣ ΣΤΗΝ ΩΠΗ - Ο ΑΝΤΠΑΤΡΟΣ ΣΕ ΔΥΣΜΕΝΕΙΑ - ΜΗΔΙΑ - ΚΙ ΑΛΛΕΣ ΑΜΑΖΩΝΕΣ - Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΗΦΑΙΣΤΙΩΝΑ

(Αρριανός Ζ.8-11, Διόδωρος, ΙΖ.108-110.1-3, ΙΗ.8, Πλούταρχος Αλέξανδρος 39.13, 71, Κούρτιος 10.2, 3.4, 4.1-3, 10.15, Ιουστίνος 12.10.7, 12.11.4-9, 12.14.5, 12.12.7) 

Το καλοκαίρι του 324 κατά την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ολυμπία, ο Νικάνωρ ο Σταγειρίτης ανέθεσε στο νικητή του αγώνα κηρύκων να αναγνώσει στους θεατές την εξής επιστολή του Αλεξάνδρου: «Ο βασιλιάς Αλέξανδρος προς τους φυγάδες από τις ελληνίδες πόλεις. Δεν ήμασταν μεν εμείς η αιτία της εξορίας σας, θα γίνουμε όμως η αιτία επανόδου όλων σας πλην των ανοσιουργών. Γράψαμε σχετικά και στον Αντίπατρο, για να υποχρεώσει σε υπακοή όσες πόλεις έχουν αντιρρήσεις». Η απόφαση έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από τους παριστάμενους και κυρίως από τους άνω των 20.000 εξορίστους, που είχαν συγκεντρωθεί για τους Αγώνες. Η απόφαση αυτή του Αλεξάνδρου αποσκοπούσε στην εξασφάλιση ερεισμάτων σε όλες τις ελληνίδες πόλεις μέσω των ικανοποιημένων, όμως οι δυσαρεστηθέντες αποδείχθηκαν ισχυρότεροι. Οι πρώτοι που δυσανασχέτησαν και θορυβήθηκαν από τις επιπτώσεις της επανόδου των εξορίστων ήταν τα δύο πιο υπολογίσιμα από τον Αλέξανδρο έθνη, οι Αιτωλοί κι οι Αθηναίοι. Οι μεν Αιτωλοί δεν είχαν ξεχάσει την απειλή του Αλεξάνδρου και ανησυχούσαν για το τι θα ακολουθήσει την επάνοδο των Οινιαδών, οι δε Αθηναίοι απειλούντο με χαριστική βολή στα συμφέροντά τους.
Το 366 μετά την κατάληψη της Σάμου από το στρατηγό των Αθηναίων Τιμόθεο πολλοί κάτοικοι του νησιού εξορίστηκαν και οι περιουσίες τους μοιράστηκαν σε Αθηναίους κληρούχους. Η απομάκρυνση των κληρούχων και η επιστροφή των εξορίστων Σαμίων στις εστίες και στις περιουσίες μετά από 42 χρόνια θα προξενούσε βαρύ οικονομικό πλήγμα και σοβαρές κοινωνικές αναταράξεις στην Αθήνα. Όπως είδαμε, οι αυστηρές διατάξεις του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων είχαν περιορίσει ασφυκτικά την ως τότε ασύδοτη αποικιοκρατική συμπεριφορά των Αθηναίων. Αν λοιπόν ο Αλέξανδρος τους αφαιρούσε τις «υπερπόντιες κτήσεις» και τους περιόριζε στα σύνορα του κράτους τους, είναι ηλίου φαεινότερο ότι οι Αθηναίοι δεν θα είχαν πόρους για να χρηματοδοτήσουν τις απαραίτητες επιθετικές ενέργειες, ώστε να συνεχίσουν το σφετερισμό πόρων από άλλα κράτη. Για την ακρίβεια δεν θα είχαν πόρους για να συντηρήσουν ούτε το μικρότερο αμυντικό στράτευμα και θα περιέπεφταν στην παρακμή, την οποία τελικά δεν απέφυγαν στους ελληνιστικούς χρόνους. Έτσι, χρησιμοποίησαν τα χρήματα, που γενναιόδωρα τους είχε προσφέρει ο Άρπαλος πριν τη φυγή του από τη Βαβυλώνα, και ανέθεσαν στον Λεωσθένη μία μυστική αποστολή. Έπρεπε να προχωρήσει σε στρατολόγηση μισθοφόρων δήθεν για ιδιωτικούς σκοπούς και χωρίς τη συγκατάθεση της εκκλησίας των Αθηναίων, ώστε να μη γίνουν αντιληπτές από τον Αντίπατρο οι πραγματικές τους προθέσεις. Ο Λεωσθένης πήγε στο ακρωτήριο Ταίναρο, όπου είχαν συγκεντρωθεί 8.000 άνεργοι μισθοφόροι αναζητώντας εργοδότη, και άρχισε τη στρατολόγηση.
Εκτός από τη συγκεκριμένη θρυαλλίδα, που μόλις είχε πυροδοτήσει, ο Αλέξανδρος σε όλη τη διάρκεια της εκστρατείας είχε πολλές ευκαιρίες να προσβάλει τους Μακεδόνες του. Φορούσε μηδοπερσική ενδυμασία και ενθάρρυνε κι άλλους να ακολουθήσουν το παράδειγμα του Πευκέστα, ενώ δεν υπήρχε τίποτα πιο προσβλητικό για όλους τους Έλληνες από την υιοθέτηση βαρβαρικών εθίμων. Οι βάρβαροι Επίγονοι, που εκπαιδεύονταν και οπλίζονταν σαν Μακεδόνες, η ένταξη βαρβάρων στο εταιρικό ιππικό, όπου υπηρετούσε η αριστοκρατία της Μακεδονίας, αλλά και στο άγημα των εταίρων, που ήταν το κορυφαίο τμήμα του εταιρικού ιππικού μετά τη βασιλική ίλη, αποτελούσαν μόνο τις πιο σημαντικές προσβολές. Οι τραχείς Μακεδόνες αντιλαμβάνονταν ότι ο βασιλιάς τους δεν ήθελε να βασίζεται πια σ’ αυτούς, ότι ήθελε να τους παραγκωνίσει και ίσως να τους εκβαρβαρίσει. Δεν αντιλαμβάνονταν ότι η αχανής, πολυεθνική και πολυπολιτισμική αυτοκρατορία, που δημιούργησαν, δεν μπορούσε να διοικηθεί, όπως οι περιφερειακές κατακτήσεις των ελληνικών κρατών.
Μετά τα μέσα καλοκαιριού του 324 π.Χ., όταν βρισκόταν στην Ώπη, ο Αλέξανδρος συγκέντρωσε τους Μακεδόνες και τους ανακοίνωσε ότι αποστράτευε και έστελνε στην πατρίδα όλους τους λόγω ηλικίας και τραυμάτων απόμαχους, ενώ σε όσους θα έμεναν σκόπευε να δώσει τέτοιες παροχές, που θα τις ζήλευαν όλοι. Δεν άφησε την επιλογή σε όσους το ήθελαν να εποικίσουν κάποιες πόλεις, διότι βρίσκονταν στις πολιτισμένες περιοχές της αυτοκρατορίας, δηλαδή στις χώρες, που ήταν αστικοποιημένες και οι λαοί τους μπορούσαν να ελεγχθούν ευκολότερα. Επίσης οι λαοί εκείνοι είχαν πανάρχαιο, εξαιρετικά ανεπτυγμένο πολιτισμό και πολύ δύσκολα θα αποδέχονταν τον ελληνικό. Οι απόμαχοι λοιπόν δεν του ήταν χρήσιμοι, αντίθετα ήταν επικίνδυνοι για τη διακυβέρνηση της αυτοκρατορίας, επειδή είχαν τον ελληνικό ρατσισμό και πίστευαν στη «συνταγματική» μοναρχία. Ο Αλέξανδρος έπρεπε να απαλλαγεί από αυτούς, που τον θυμούνταν ως νεαρό διάδοχο του θρόνου ή ως επικεφαλής ενός αμφίβολου πανελλήνιου τολμήματος, στο οποίο δεν πίστεψαν όλοι οι Έλληνες, δηλαδή δεν ήθελε πλέον να θεωρείται ως ο δικός τους άνθρωπος. Κάποιοι, οι πλέον ευγενούς καταγωγής και συνομήλικοι του, θα έπαιζαν και θα κυνηγούσαν μαζί του στις εξοχές της Μακεδονίας. Οι περισσότεροι Μακεδόνες δεν ανέχονταν το βαρβαρικό έθιμο της προσκύνησης, ούτε το εφεύρημα της θεϊκής καταγωγής του και πολύ συχνά τον αποδοκίμαζαν και τον λοιδορούσαν στην εκκλησία των Μακεδόνων. Η δε πρόσφατη καταστροφή στην έρημο της Γεδρωσίας δεν βοηθούσε καθόλου στη βελτίωση του κλίματος. Δεν μπορούσε λοιπόν να διατηρήσει γύρω του αντιδραστικά στοιχεία, τα οποία κάποια στιγμή θα μπορούσαν να ωθήσουν και τους βαρβάρους να αμφισβητήσουν τη θεϊκή καταγωγή του και να αυθαδιάσουν.
Απ’ την πλευρά τους οι Μακεδόνες είχαν απλώς κουραστεί από την αδιάλειπτη υπερδεκαετή πολεμική δραστηριότητα και είχαν ενοχληθεί, διότι έπρεπε να συνδιοικούν με τους κατακτημένους τα κατακτημένα εδάφη, ενώ η προσβολή της αξιοπρέπειάς τους απ΄ τη βαρβαρική συμπεριφορά του Αλεξάνδρου ήταν δευτερεύουσας σημασίας. Στην πραγματικότητα και παρ’ ότι τον αποδοκίμαζαν ανοιχτά, δεν σκόπευαν να απομακρυνθούν από κοντά του, διότι βασιλιάς και υπήκοοι συνδέονταν με μία βαθειά σχέση αγάπης και μίσους. Έτσι, όσο ο Αλέξανδρος τους είχε ανάγκη οι Μακεδόνες αντιδρούσαν με υπερηφάνεια, μόλις όμως διαπίστωσαν ότι δεν του ήταν πια απαραίτητοι, αντέδρασαν με το θυμό και την αγανάκτηση εργαζομένων, που θεωρούν άδικη και προσβλητική την απόλυσή τους. Άρχισαν να του φωνάζουν να μην αποστρατεύσει μόνο τους απόμαχους, αλλά να τους αποστρατεύσει όλους, να μην κρατήσει κανένα Μακεδόνα κοντά του και κορύφωσαν τη χλεύη και την αποδοκιμασία λέγοντάς του να κάνει τις εκστρατείες του με τον πατέρα του, τον Άμμωνα. Ο Αλέξανδρος, που στο μεταξύ είχε απομακρυνθεί από τις μακεδονικές συνήθειες, την ελληνική νοοτροπία και είχε αποδεχθεί τους βαρβαρικούς τρόπους, ξέχασε ότι βρισκόταν στην εκκλησία των Μακεδόνων, όπου ο βασιλιάς πρακτικά λογοδοτούσε για τις προηγούμενες ενέργειες και έπαιρνε έγκριση για τις επόμενες. Πήδηξε οργισμένος από το βήμα και με το χέρι του έδειξε στους υπασπιστές, ποιούς από τους πρωταίτιους να συλλάβουν. Όταν μάλιστα διέταξε την εκτέλεση των 13 συλληφθέντων, οι Μακεδόνες πάγωσαν με την πρωτοφανή συμπεριφορά του βασιλιά τους. Μόλις σώπασαν, ο Αλέξανδρος ξανανέβηκε στο βήμα και τους μίλησε. Δεν γνωρίζουμε, αν είπε όλα όσα ή όπως διασώθηκαν ως τις μέρες μας, αλλά αυτός είναι ο προβληματισμός, που υπάρχει για όλες τις πληροφορίες, για όλα τα ιστορικά πρόσωπα, όλων των εποχών και κυρίως σε ότι αφορά στα βιογραφικά στοιχεία τους. Πάντως ο παραδιδόμενος από τον Αρριανό λόγος είναι μία απλή σύνοψη όλης της εκστρατείας χωρίς ρητορείες και μεγαλοστομίες, εκτός από μία μικρή ανακρίβεια. Το σημαντικότερο, που προκύπτει από αυτόν το λόγο είναι ότι ο Αλέξανδρος ήθελε να κατακτήσει τον κόσμο, να κερδίσει δόξα και όχι να απολαύσει τα αγαθά της κατάκτησης. Φέρεται λοιπόν να είπε:
«Μακεδόνες, [αφού λέτε ότι θέλετε να επιστρέψετε όλοι] δεν θα προσπαθήσω να καταλαγιάσω τον πόθο σας για επιστροφή, διότι χάρη σε μένα μπορείτε να πάτε όπου θέλετε. Θα σας μιλήσω, για να μάθετε ποιοι ήμασταν πριν και ποιοι γίναμε τώρα, που αποστρατεύεστε, και θα αρχίσω από τον πατέρα μου, τον Φίλιππο, όπως είναι το σωστό. Ο Φίλιππος σας παρέλαβε φτωχούς νομάδες, οι περισσότεροι ντυνόσασταν με δέρματα, βοσκούσατε λίγα πρόβατα στα βουνά και δύσκολα αντιμετωπίζατε τους Ιλλυριούς, τους Τριβαλλούς και τους όμορους Θράκες. Σας έδωσε χλαμύδες αντί για δέρματα, σας κατέβασε από τα βουνά στις πεδιάδες και σας έκανε αξιόμαχους αντιπάλους των βαρβάρων, αφού δεν βασιζόσασταν πια στην οχυρότητα των τόπων σας, αλλά στη γενναιότητά σας. Σας εγκατέστησε σε πόλεις και σας έδωσε νόμους και χρηστά ήθη. Σας έκανε αφέντες των βαρβάρων, που μέχρι τότε σας είχαν δούλους και υπηκόους τους, προσάρτησε στην επικράτεια της Μακεδονίας το μεγαλύτερο μέρος της Θράκης, κατέλαβε επίκαιρα παραθαλάσσια σημεία, ανέπτυξε το εμπόριο και σας επέτρεψε την απρόσκοπτη εκμετάλλευση των ορυχείων. Σας έκανε άρχοντες των Θεσσαλών, τους οποίους κάποτε φοβόσασταν μέχρι θανάτου, ταπείνωσε το έθνος των Φωκέων κι έκανε το δρόμο προς την Ελλάδα φαρδύ και ευκολοδιάβατο, ενώ μέχρι τότε ήταν στενός και αδιάβατος για εσάς. Οι Θηβαίοι και οι Αθηναίοι πάντοτε εποφθαλμιούσαν τη Μακεδονία και πάντοτε πληρώναμε φόρους στους Αθηναίους και υποτασσόμασταν στους Θηβαίους. Ο Φίλιππος τους ταπείνωσε με τη δική σας βοήθεια και τώρα εκείνοι προσβλέπουν σ΄ εμάς για την ασφάλειά τους. Διευθέτησε τα πράγματα στα έθνη της Πελοποννήσου και στο τέλος ανακηρύχθηκε στρατηγός αυτοκράτωρ ολόκληρης της άλλης Ελλάδος. Αυτή η τιμή ήταν σημαντικότερη για σας παρά για τον ίδιο.
 Αν θυμηθείτε ποια ήταν η Μακεδονία πριν το Φίλιππο, θα δείτε ότι η προσφορά του πατέρα μου σ’ εσάς ήταν πολύ σημαντική, αλλά πολύ μικρότερη από τη δική μου προσφορά σ’ εσάς. Εγώ παρέλαβα ως κρατικό θησαυρό λίγα ασημένια και χρυσά ποτήρια και λιγότερα από 60 τάλαντα, ενώ το Δημόσιο Χρέος της Μακεδονίας ήταν 500 τάλαντα. Δανείστηκα κι άλλα 800 τάλαντα και ξεκινώντας από τη χώρα, που ούτε εσάς δεν μπορούσε να θρέψει καλά-καλά, άνοιξα αμέσως τον Ελλήσποντο, ενώ οι Πέρσες ήταν ακόμη θαλασσοκράτορες. Μετά τη νίκη μου στον Γρανικό προσέθεσα στην εξουσία σας ολόκληρη την Αιολίδα και την Ιωνία, τις δύο Φρυγίες (την Ελλησποντική και τη Μεγάλη) και τη Λυδία. Αφού κατέλαβα τη Μίλητο, όλες οι άλλες περιοχές παραδόθηκαν με τη θέλησή τους και σεις νέμεστε τα αγαθά τους. Αλλά και η Αίγυπτος και η Κυρήνη, που παραδόθηκαν αμαχητί, κι αυτές δικές σας είναι. Δικές σας είναι και η Συρία, η Παλαιστίνη, η Μεσοποταμία, η Βαβυλώνα, τα Βάκτρα και τα Σούσα. Δικά σας είναι ο πλούτος της Λυδίας, οι θησαυροί των Περσών, τα αγαθά των Ινδών και η έξω θάλασσα. Εσείς είστε οι σατράπες, στρατηγοί και ταξιάρχες. Εκτός από αυτήν την πορφύρα και αυτό το διάδημα εγώ τι παραπάνω από σας κέρδισα; Κανείς δεν μπορεί να δείξει την προσωπική μου περιουσία, μπορεί όμως να δείξει τη δική σας και ό,τι φυλάσσεται για λογαριασμό σας. Εγώ μοιράζομαι το φαγητό σας, κοιμάμαι όπως κι εσείς, νομίζω [δηλαδή, γνωρίζω πολύ καλά] ότι δεν ζω με την πολυτέλεια που ζουν κάποιοι από σας και ξέρω να ξαγρυπνώ, για να κοιμάστε εσείς. Μήπως πιστεύετε ότι τα κατέκτησα όλα αυτά με τους δικούς σας κόπους και ταλαιπωρίες, ενώ εγώ σας οδηγούσα χωρίς να κοπιάζω και να ταλαιπωρούμαι; Ελάτε λοιπόν, γυμνώστε τα σώματά σας και δείξτε μου τα τραύματά σας! Θα σας δείξω κι εγώ τα δικά μου. Δεν υπάρχει σημείο στο μπροστινό μέρος του σώματός μου, χωρίς τραύμα από κάθε είδους όπλο, έχω χτυπηθεί με ξίφος, με βέλος, με μηχανικό τόξευμα, με πέτρες και ξύλα. Και όλα αυτά, για να σας οδηγήσω στη δόξα και στον πλούτο μέσα από ξηρά, θάλασσα, ποτάμια, βουνά και πεδιάδες. Παντρεύτηκα με τον ίδιο τρόπο, που παντρευτήκατε κι εσείς και κάποιων τα παιδιά θα έχουν συγγένεια με τα δικά μου. Εξόφλησα τα χρέη σας χωρίς να ερευνήσω, πως τα δημιουργήσατε μετά από τους ψηλούς μισθούς σας και τις λεηλασίες, που σας επέτρεψα. Πολλούς από σας τους τίμησα με χρυσά στεφάνια για τις υπηρεσίες τους και τώρα έχουν αθάνατες αποδείξεις της ανδρείας τους και των τιμών, που τους απέδωσα. Όσοι σκοτώθηκαν έφυγαν τιμημένοι και με λαμπρή κηδεία, ενώ στην πατρίδα βρίσκονται οι χάλκινες προτομές των περισσοτέρων νεκρών και οι γονείς τους απαλλάχθηκαν από κάθε εισφορά και λειτουργία. Τέλος κανείς σας δεν σκοτώθηκε σε φυγή με μένα επικεφαλής.
Τώρα θέλησα να στείλω στην πατρίδα μόνο όσους δεν μπορούν πια να πολεμήσουν. Αφού όμως έτσι το θέλετε, φύγετε όλοι! Και μόλις φτάσετε πίσω να πείτε σε όλους ότι τον βασιλιά σας, τον Αλέξανδρο, που νίκησε του Μήδους, τους Πέρσες, τους Βάκτριους και τους Σάκες, που υπέταξε τους Ούξιους, τους Αραχωτούς και τους Δράγγες, που κατέκτησε τους Παρθυαίους, τους Χοράσμιους και τους Υρκανούς ως την Κασπία θάλασσα, που πέρασε τις Κάσπιες Πύλες, τον Όξο, τον Τάναϊ (δηλαδή τον Ιαξάρτη) ακόμη και τον Ινδό ποταμό, τον οποίο μόνο ο Διόνυσος είχε περάσει, τον Υδάσπη, τον Ακεσίνη, τον Υδραώτη και θα πέρναγε και τον Ύφαση, αν εσείς δεν κάνατε πίσω, που διέσχισε την έρημο της Γεδρωσίας, την οποία κανένας άλλος πιο πριν δεν είχε διασχίσει με τη στρατιά του, που κατέλαβε την Καρμανία και τη γη των Ωρειτών, που ο στόλος του από την Ινδία έφτασε στα παράλια της Περσίας, τώρα που φτάσατε στα Σούσα θέλετε να φύγετε και να τον παραδώσετε στους βαρβάρους, να τον φυλάνε. Αυτά να πάτε να πείτε, λες και είναι αποδεκτά από τους ανθρώπους και νόμιμα για τους θεούς. Φύγετε!»
Αμέσως πήδηξε από το βήμα και με ταχύ βηματισμό πήγε στα ανάκτορα. Τον ακολούθησαν μόνο οι εταίροι και οι σωματοφύλακες, όλοι οι άλλοι Μακεδόνες μαρμάρωσαν στις θέσεις τους. Τις επόμενες δύο μέρες ο Αλέξανδρος δεν περιποιήθηκε το σώμα του ούτε εμφανίσθηκε στους εταίρους. Την τρίτη μέρα κάλεσε τους επιφανέστερους Πέρσες, τους ανέθεσε τη διοίκηση των τάξεων, παραχώρησε το αποκλειστικό δικαίωμα να τον φιλάνε μόνο εκείνοι, τους οποίους είχε ονομάσει συγγενείς του κατά το πρότυπο των αχαιμενιδών Μεγάλων Βασιλέων, και χώρισε τη βαρβαρική στρατιά κατά τα μακεδονικά πρότυπα και τη μακεδονική ορολογία. Δημιούργησε δηλαδή περσικό άγημα πεζών, Πέρσες πεζέταιρους, ασθέτερους, περσική τάξη αργυρασπίδων και δεύτερο βασιλικό άγημα εταίρων.
Το κείμενο του Κούρτιου παρουσιάζει εκτεταμένα κενά και δεν μπορούμε να σχηματίσουμε πλήρη εικόνα της αφήγησής του, αλλά στα διασωθέντα τμήματα λέει ότι οι 13 συλληφθέντες εκτελέστηκαν το ίδιο απόγευμα. Την επομένη ο Αλέξανδρος κράτησε τους Μακεδόνες υπό περιορισμό στο στρατόπεδο και κατένειμε τους ασιάτες στη στρατιά, ενώ φαίνεται ότι υπήρξε και κάποια μακεδονική απόπειρα συνδιαλλαγής χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα. Αντίθετα ο Αλέξανδρος συνέλαβε κάποιους και διέταξε να τους ρίξουν σιδηροδέσμιους στον Ευφράτη.
Σύμφωνα με τον Αρριανό, του οποίου το κείμενο σώζεται ακέραιο, μόλις τ’ άκουσαν αυτά οι Μακεδόνες, δεν άντεξαν την ενσωμάτωση των βαρβάρων, έτρεξαν στα ανάκτορα, έρριξαν τα όπλα τους στην είσοδο, ως ικεσία για να τους δεχθεί ο βασιλιάς, και παρακαλούσαν να τους επιτρέψουν την είσοδο. Υποσχέθηκαν να παραδώσουν, όσους προκάλεσαν την οχλοβοή κατά την ομιλία του Αλεξάνδρου, και δήλωσαν ότι δεν θα έφευγαν από κει, μέχρι να τους λυπηθεί ο Αλέξανδρος. Εκείνος μόλις το έμαθε, βγήκε να τους συναντήσει και βλέποντας άλλους να θρηνούν και άλλους να φωνάζουν, έβαλε τα κλάματα. Προχώρησε προς το μέρος τους σαν να ήθελε να μιλήσει, ενώ οι Μακεδόνες εξακολουθούσαν να τον εκλιπαρούν. Τότε ένας εταίρος με σεβαστή ηλικία και θέση, ο Καλλίνης, είπε «Βασιλιά, αυτό που λύπησε τους Μακεδόνες είναι ότι έχεις κάνει συγγενείς σου κάποιους Πέρσες κι έχεις δώσει το δικαίωμα να σε φιλάνε μόνο αυτοί, ενώ κανένας Μακεδόνας δεν έχει γευτεί ακόμη αυτήν την τιμή» και ο Αλέξανδρος απάντησε «Εσάς σας θεωρώ όλους συγγενείς μου και από τώρα, έτσι θα σας αποκαλώ». Αμέσως πλησίασε ο Καλλίνης, τον φίλησε και ακολούθησαν, όλοι όσοι το ήθελαν.
Μετά οι στρατιώτες πήραν ικανοποιημένοι τα όπλα τους και ξαναγύρισαν στο στρατόπεδο φωνάζοντας και τραγουδώντας τον παιάνα (τον επινίκιο ύμνο), ενώ ο Αλέξανδρος θυσίασε στους θεούς, όπως συνήθιζε, και παρέθεσε συμπόσιο με δημόσια δαπάνη. Εκείνος κάθισε στην κεφαλή, δεξιά κι αριστερά του κάθισαν οι Μακεδόνες, μετά οι Πέρσες και μετά οι αντιπρόσωποι από όλους τους άλλους λαούς της αυτοκρατορίας, που διακρίνονταν για τη θέση και την ανδρεία τους. Ο Αλέξανδρος και οι περί αυτόν γέμιζαν τα ποτήρια τους από τον ίδιο κρατήρα, έκαναν τις ίδιες σπονδές, ενώ τις τελετές άρχισαν οι Έλληνες μάντεις και οι Μάγοι. Ευχήθηκε ανάμεσα στα άλλα ομόνοια και «κοινωνίαν τῆς ἀρχῆς», δηλαδή κοινή διοίκηση της αυτοκρατορίας από Μακεδόνες και Πέρσες. Λέγεται ότι στο συμπόσιο παρευρέθηκαν 9.000 άνθρωποι, που έκαναν όλοι την ίδια σπονδή, μετά την οποία παιάνισαν.
Όταν τελείωσαν οι εορτασμοί, οι απόμαχοι, είτε λόγω ηλικίας είτε λόγω κάποιου παθήματος, αποφάσισαν να επιστρέψουν στη Μακεδονία. Ήταν   περίπου 10.000 και εκτός από τους δεδουλευμένους μισθούς ο Αλέξανδρος τους κατέβαλε επιπλέον (όπως είχε κάνει και στην αποστρατεία των συμμαχικών δυνάμεων στα Εκβάτανα) τις ανάλογες αμοιβές για όλο το ταξίδι της επιστροφής και εφάπαξ ένα τάλαντο στον καθένα. Έδωσε διαταγή τιμής ένεκεν να κάθονται στεφανωμένοι και στις πρώτες σειρές στους αγώνες και τα θέατρα, ενώ χορήγησε επίδομα διατροφής και ανέλαβε τη μόρφωση των ορφανών, όσων στρατιωτών είχαν σκοτωθεί. Τους διέταξε ακόμη να αφήσουν τα αγόρια (τα κορίτσια ήταν απλώς ανάξια λόγου), που είχαν αποκτήσει με Ασιάτισσες και που ήταν μιξοβάρβαροι, για να μην προκληθούν αντιδράσεις από τα νόμιμα παιδιά και τις γυναίκες, που είχαν αφήσει στην πατρίδα. Άλλωστε ο Ευριπίδης στην τραγωδία Μήδεια είχε περιγράψει ξεκάθαρα ποια είναι στην Ελλάδα η μοίρα μίας βάρβαρης γυναίκας και των μιξοβάρβαρων παιδιών της. Τους υποσχέθηκε πάντως ότι θα τους τα πήγαινε ο ίδιος στη Μακεδονία, όταν ενηλικιώνονταν. Αυτά ήταν περίπου 10.000 αγόρια και θα αποτελούσαν τον ενδιάμεσο κρίκο μεταξύ Ελλήνων και βαρβάρων στην επόμενη γενιά, που θα διοικούσε την αυτοκρατορία. 

 



Αρχαίο στάδιο, στο οποίο φαίνεται καθαρά η διαφορά των πρώτων θέσεων από τις υπόλοιπες.
Παρά τις επί μέρους διαφορές, οι διηγήσεις όλων των ιστορικών έχουν ένα κοινό στοιχείο. Στην Ώπη δεν έλαβε χώρα ανταρσία του στρατεύματος, διότι κανένα ένοπλο τμήμα δεν αρνήθηκε να εκτελέσει διαταγές. Στην πραγματικότητα οι στρατιώτες αυθαδίασαν και μίλησαν προσβλητικά στον βασιλιά και αρχιστράτηγό τους. Οι συλλήψεις και οι εκτελέσεις ήταν απολύτως αναμενόμενες (προβλεπόμενες από τους κανονισμούς, θα λέγαμε), για να αποκατασταθεί η τάξη μεταξύ των Μακεδόνων και για να δοθεί στους βαρβάρους ένα παράδειγμα προς αποφυγή. Όταν τελείωσαν όλα, ο Αλέξανδρος φίλησε όλους τους απομάχους και τους αποχαιρέτησε, όπως αρμόζει σε παλιούς και γενναίους συμπολεμιστές, που συνδέονται με δεσμούς αίματος ή καλύτερα με ποταμούς αίματος. Όρισε επικεφαλής τους τον Κρατερό και δεύτερο τη τάξει αξιωματικό όρισε τον Πολυπέρχοντα, διότι ο Κρατερός είχε καταπονηθεί σωματικά και, σε περίπτωση που πέθαινε κατά την πορεία όπως ο Κοίνος νωρίτερα, οι απόμαχοι δεν έπρεπε να μείνουν χωρίς στρατηγό. Ο Κρατερός κι ο Πολυπέρχων είχαν επίσης διαταγές να στρατολογήσουν αντικαταστάτες, όσων επέστρεφαν. Οι νέοι Μακεδόνες, που θα αντικαθιστούσαν τους αποστρατευόμενους, δεν θα συναντούσαν ένα συμπατριώτη βασιλιά, θα βρίσκονταν στην καρδιά της Ασίας, μπροστά στον πανίσχυρο κοσμοκράτορα. Πράγματι, κάποτε είχε ξεκινήσει κι αυτός από την ίδια πατρίδα, τώρα όμως εκείνοι θα ήταν απλώς οι ευνοούμενοι μεταξύ των πλησιέστερων και πλέον έμπιστων ανθρώπων του. Εκείνος ήταν ο κυρίαρχος του κόσμου και κανείς πλέον γύρω του δεν είχε δικαίωμα παρεκτροπής από τις αποφάσεις του.
Στο μεταξύ η από μακρού υφιστάμενη διαμάχη μεταξύ του Αντίπατρου και της Ολυμπιάδας, της μητέρας του Αλεξάνδρου, ήταν κοινό μυστικό και αφορμή πολλών σχολίων, εικασιών και αναλύσεων από τους συνήθεις ειδικούς. Ο Αντίπατρος έγραφε στον Αλέξανδρο για την αυθάδεια, τον αυταρχισμό και την ενασχόληση της Ολυμπιάδας με όλα τα θέματα. Μάλιστα, οι σχέσεις του επιτρόπου με την βασιλομήτορα είχαν πέσει σε τόσο χαμηλό σημείο, ώστε ο Αντίπατρος να γράψει στον κοσμοκράτορα ότι η μητέρα του τον χρέωσε με υπερβολικό για 10 μήνες ενοίκιο. Η Ολυμπιάδα πάλι τον κατηγορούσε ότι είχε γίνει αλαζόνας, ότι ξέχασε ποιος τον είχε τοποθετήσει σ’ εκείνη τη θέση και ότι είχε την απαίτηση να θεωρείται ο πρώτος ανάμεσα σε Μακεδόνες και Έλληνες. Οι κατηγορίες της δείχνουν μικρότητα, ενώ ειδικά η τελευταία δεν ήταν καθόλου δικαιολογημένη, ίσα-ίσα θα πρέπει να ήταν επιβεβλημένη από το διπλωματικό πρωτόκολλο, αφού ο Αντίπατρος ήταν επίτροπος (αντιβασιλέας) της Μακεδονίας και αναπληρωτής Ηγεμών της Ελλάδος, στη θέση του απόντος Αλεξάνδρου. Χαρακτηριστικό της κρίσης αυτής είναι ότι κάποτε ο Αλέξανδρος φέρεται να διάβασε μία επικριτική για τη μητέρα του επιστολή του Αντίπατρου και να είπε «ο Αντίπατρος δεν ξέρει ότι το δάκρυ της μάνας σβήνει δέκα χιλιάδες τέτοια γράμματα». Πάντως αν αναλογιστούμε ότι ο Φίλιππος, τότε βασιλιάς της Μακεδονίας, Ηγεμών της Ελλάδος και επιπλέον σύζυγος της Ολυμπιάδας, αναγκάστηκε και ο ίδιος να απομακρυνθεί από κοντά της και τον μικρό Αλέξανδρο να στείλει για διαπαιδαγώγηση μακρυά από την Αυλή, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι ο Αντίπατρος ως αναπληρωτής στα δύο αυτά αξιώματα επέδειξε αξιοθαύμαστη υπομονή και αντοχή.
Την περίοδο εκείνη φαίνεται ότι, κορυφώθηκε αυτή η κρίση. Ίσως πάλι απλώς να είχε έρθει η ώρα του τερματισμού της στα πλαίσια της επανεξέτασης των διοικητικών ζητημάτων από τον Αλέξανδρο. Ο επικεφαλής των αποστρατευμένων, ο Κρατερός, δεν ήταν ένας απλός απόμαχος εταίρος, που επέστρεφε στα μετώπισθεν, επειδή είχε κλονισθεί η υγεία του. Ο Αλέξανδρος τον αγαπούσε «όσο και τον εαυτό του», προφανώς τον εμπιστευόταν και γι’ αυτό τον είχε εφοδιάσει με διαταγές, φτάνοντας στη Μακεδονία να αναλάβει τα καθήκοντα του Αντίπατρου, ο οποίος έπρεπε να παρουσιαστεί ενώπιον του Αλεξάνδρου επικεφαλής των νεοσυλλέκτων. Στα 12 περίπου χρόνια, που ο Αντίπατρος ήταν επίτροπος, είναι λογικό να είχε εδραιώσει την προσωπική του εξουσία, να είχε συνάψει τις προσωπικές του συμμαχίες και ο Αλέξανδρος να έπρεπε πια να περιορίσει τη δύναμή του. Ίσως οι κατηγορίες της Ολυμπιάδας να ήταν ανυπόστατες κι εντούτοις ο Αλέξανδρος να τις πίστεψε. Ίσως ο Αλέξανδρος ήθελε να απομακρύνει τον Αντίπατρο, για να τον προστατέψει από τις δολοπλοκίες και την οργή της Ολυμπιάδας. Δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για τους πραγματικούς λόγους, γνωρίζουμε μόνο ότι ο Αλέξανδρος είχε αποφασίσει την αντικατάσταση του Αντίπατρου και φυσικά μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι μετά τη δολοφονία του Παρμενίωνα, παλιού συνεργάτη και συνομήλικού του, ο Αντίπατρος μόλις παραλάμβανε τη διαταγή, θα έπαυε να αισθάνεται ιδιαίτερα ασφαλής. Σύμφωνα μάλιστα με τον Κούρτιο, του Κρατερού είχε προηγηθεί φήμη ότι μετέβαινε στη Μακεδονία με διαταγές να δολοφονήσει τον Αντίπατρο.
  
Μηδία – Κι άλλες Αμαζόνες - Ο θάνατος του Ηφαιστίωνα
(Αρριανός Ζ.13-14, Διόδωρος ΙΖ.110, 114.2-5, 115., Πλούταρχος, Αλέξανδρος 47.9-12, 72, Κούρτιος, Ιουστίνος) 

Για τις κινήσεις του Αλεξάνδρου μετά την Ώπη, τα χάσματα στα βιβλία του Αρριανού και του Κούρτιου μας υποχρεώνουν να βασισθούμε στο Διόδωρο, κατά τον οποίο ο Αλέξανδρος έφυγε από τα Σούσα, πέρασε τον ποταμό Τίγρη και στρατοπέδευσε στις Κάρες. Από εκεί διέσχισε τη Σιττακηνή και τέσσερις ημέρες αργότερα έφτασε στα Σάμβανα, όπου στρατοπέδευσε για μία εβδομάδα. Αν και τα γεγονότα της Ώπης ο Διόδωρος τα τοποθετεί στα Σούσα, το δρομολόγιο του Αλεξάνδρου δεν προκύπτει πολύ διαφορετικό. Απλώς ο Διόδωρος βάζει τον Αλέξανδρο να περνά τον Τίγρη και μετά να διασχίζει τη Μεσοποταμία, ενώ δεν υπήρχε σοβαρός λόγος να περάσει τον Τίγρη, πριν φτάσει στην Ώπη. Επίσης εφόσον κατά τον Διόδωρο ο Αλέξανδρος βρισκόταν μεταξύ Τίγρη κι Ευφράτη, για να φτάσει αργότερα στα Εκβάτανα έπρεπε να ξαναπεράσει τον Τίγρη, κάτι που δεν αναφέρει ο συγγραφέας.
Εν πάσει περιπτώσει δεχόμαστε ότι η αναχώρηση του Αλεξάνδρου από τα Σάμβανα ισοδυναμεί με την αναχώρησή του από την Ώπη στα τέλη Σεπτεμβρίου ή στις αρχές Οκτωβρίου του 324, απ’ όπου κατά τον Διόδωρο με μία πορεία τριών ημερών έφτασε στους Κέλωνες, όπου βρήκε βοιωτικό πληθυσμό. Αυτοί υποτίθεται ότι ήταν απόγονοι των Θηβαίων, που είχαν συνεργαστεί ενθουσιωδώς με τους Πέρσες, όταν ο Ξέρξης εισέβαλε στην Ελλάδα, και μετά την αποτυχία της εκστρατείας του αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα και να καταφύγουν πίσω από το Σιδηρούν Παραπέτασμα της εποχής, για να αποφύγουν τις συνέπειες της προδοσίας τους. 156 χρόνια και πέντε γενιές μετά την αυτοεξορία των προγόνων τους μιλούσαν αρκετά καλά τα ελληνικά, ενώ ασκούσαν και μερικά «ελληνικά επαγγέλματα». Μετά τους ακρωτηριασμένους της Αρδερίκκης, τους Γορτυαίους και τους Βραγχίδες, αυτός είναι ο τέταρτος κατά σειρά θύλακας εκτοπισμένων Ελλήνων, που σύμφωνα με τους ιστορικούς της λαϊκής παράδοσης συνάντησε ο Αλέξανδρος. Παρ’ ότι γνωρίζουμε ότι στην περσική αυτοκρατορία υπήρχαν θύλακες εκτοπισμένων Ελλήνων, οι συγκεκριμένες αναφορές είναι σαφώς φανταστικές και μόνο η συνάντηση του Αλεξάνδρου με τους Βραγχίδες φαίνεται να υποστηρίζεται από αρχαιολογικά ευρήματα.
Καθ’ οδόν προς τα Εκβάτανα, ο Αλέξανδρος έκανε μία απόκλιση από το κύριο δρομολόγιο, για να επισκεφτεί τη Βαγιστάνη (Μπάγα-Στάνα = τόπος των θεών, η σημερινή Μπεχιστούν) και μία δεύτερη για να περάσει απ’ το Νησαίο Πεδίο, την πεδιάδα της Νησαίας (Νισάγια) όπου έβοσκαν οι Νησαίοι ίπποι. Οι ίπποι, που εκτρέφονταν εκεί, θυσιάζονταν την περσική πρωτοχρονιά στον Μίθρα, τον θεό του Ήλιου, της παλαιότερης μηδικής θρησκείας. Παλαιότερα υπήρχαν πολλές αγέλες, αλλά στη διάρκεια του πολέμου οι ληστές είχαν κλέψει τις περισσότερες. Κατά τον Αρριανό από τις αρχικές 150.000 ο Αλέξανδρος βρήκε μόνο 50.000, ενώ κατά τον Διόδωρο από τις αρχικές 160.000 είχαν μείνει μόνο 6.000. Η πληροφορία αυτή αποτελεί άλλη μία επιβεβαίωση της κακοδιοίκησης των αξιωματούχων, που είχε ορίσει ο Αλέξανδρος. Ενώ εκείνος ήθελε να επιβάλει στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας την ειρήνη και την ασφαλή διακίνηση προσώπων και αγαθών, οι αξιωματούχοι του δεν είχαν καταφέρει ή δεν είχαν θελήσει να εξασφαλίσουν ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία της προστατευόμενης ιρανικής θρησκείας.
Κατά τον Αρριανό, στη Νησαία ο πιστός σατράπης της Μηδίας, ο Ατροπάτης, παρέδωσε στον Αλέξανδρο 100 γυναίκες ισχυριζόμενος ότι ήταν Αμαζόνες. Ήταν εξοπλισμένες περίπου όπως και οι άντρες ιππείς, μόνο που είχαν πελέκεις (τσεκούρια) αντί για δόρατα και πέλτες αντί για ασπίδες, ενώ κάποιοι έλεγαν ότι ο δεξιός τους μαστός ήταν μικρότερος από τον αριστερό και ότι το άφηναν ακάλυπτο στις μάχες. Ο Αλέξανδρος φοβήθηκε ότι οι γυναίκες αυτές θα προκαλούσαν αναστάτωση τους στρατιώτες του, που θα προσπαθούσαν να τις βιάσουν, γι’ αυτό τις έδιωξε. Τις διέταξε να πάνε στη βασίλισσά τους και να της πουν ότι θα πήγαινε να τη συναντήσει, για να της κάνει παιδιά. Αυτή η αφήγηση του Αρριανού είναι λογικοφανέστερη από εκείνες του Διόδωρου, του Κούρτιου και του Ιουστίνου, ωστόσο ο ίδιος ο συγγραφέας τη θεωρεί αναληθή. Λέει λοιπόν ότι ούτε ο Αριστόβουλος, ούτε ο Πτολεμαίος, ούτε κανείς άλλος αξιόπιστος ιστορικός του Αλεξάνδρου κάνει λόγο για Αμαζόνες. Επιπλέον, πραγματιστής όπως πάντοτε, επικαλείται τον Ξενοφώντα, ο οποίος λιγότερο από 80 χρόνια νωρίτερα επί κεφαλής των Μυρίων πέρασε από τις περιοχές, όπου υποτίθεται ότι κατοικούσαν οι Αμαζόνες, και δεν τις αναφέρει στο έργο του, ενώ αναφέρει όλους τους άλλους λαούς της περιοχής. Επειδή όμως ο Αρριανός ήταν και δημόσιο πρόσωπο, δεν ήθελε να συγκρουστεί με τις βαθιά ριζωμένες δοξασίες. Γι’ αυτό αποδέχεται ως σωστούς του μύθους για τον Ηρακλή, που πολέμησε τη βασίλισσα των Αμαζόνων, την Ιππολύτη, και έφερε στην Ελλάδα τη ζώνη της, και για το Θησέα, που τις νίκησε επικεφαλής των Αθηναίων. Δηλώνει ακόμη ότι αποδέχεται ως ακριβή την αναφορά του Ηροδότου σ’ αυτές και ως δικαιολογημένες τις σχετικές αναφορές των διαφόρων Αθηναίων ρητόρων. Αυτή τη φορά αντί να αντιπαραθέσει την πραγματικότητα στο μύθο, επιλέγει να προσφέρει τη βολική θεωρία ότι οι Αμαζόνες πράγματι υπήρξαν και ότι είναι σωστά όλα όσα γράφτηκαν σχετικά, αλλά ως έθνος είχαν εκλείψει ήδη από την εποχή του Ξενοφώντα. Κατά την άποψή του, ο Ατροπάτης έδειξε στον Αλέξανδρο κάποιες γυναίκες, που απλώς ισχυρίζονταν ότι ήταν Αμαζόνες, ενώ στην πραγματικότητα ήταν γυναίκες άλλης βάρβαρης εθνικότητας, εξοπλισμένες και εκπαιδευμένες για πόλεμο.
Μετά από παραμονή 30 ημερών στη Νησαία και μετά από μία εβδομαδιαία πορεία ο Αλέξανδρος έφτασε στα Εκβάτανα περί τα τέλη Νοεμβρίου του 324. Στην πρωτεύουσα της Μηδίας, τακτοποίησε σημαντικές κρατικές υποθέσεις και διοργάνωσε πάλι συμπόσια για τους εταίρους, μουσικούς και θεατρικούς αγώνες, για τους οποίους είχαν φτάσει 3.000 ηθοποιοί από όλη την Ελλάδα. Στη διάρκεια των αγώνων στα Εκβάτανα αρρώστησε ο Ηφαιστίων, ο οποίος την έβδομη ημέρα της ασθένειάς του φαίνεται ότι αισθάνθηκε καλύτερα και αποφάσισε να διακόψει τη θεραπευτική αγωγή. Κρίνοντας ότι μπορούσε να επιδοθεί ξανά στην κραιπάλη, όπως συνήθιζαν όλο και περισσότεροι αξιωματούχοι, καταβρόχθισε για πρωινό έναν ολόκληρο ψητό κόκορα και ήπιε ένα μεγάλο ψυκτήρα κρασί. Αν και η ποσότητα αυτή δύσκολα γίνεται πιστευτή, φαίνεται ότι το αποτέλεσμα της οινοποσίας ήταν να υποτροπιάσει ο Ηφαιστίων και λίγο αργότερα να πεθάνει. Ο Αλέξανδρος που παρακολουθούσε γυμνικούς αγώνες παίδων, όταν το έμαθε έτρεξε κοντά του, αλλά δεν τον πρόλαβε ζωντανό.
Το πένθος του ήταν βαρύ και κάθε συγγραφέας έδωσε τη δική του εκδοχή των όσων ακολούθησαν. Άλλοι έγραψαν ότι έπεσε πάνω στο σώμα του Ηφαιστίωνα και έμεινε εκεί σχεδόν όλη την ημέρα, άλλοι ότι έμεινε έτσι όλη την ημέρα κι όλη τη νύχτα, ώσπου τον τράβηξαν με τη βία οι εταίροι. Άλλοι έγραψαν ότι σταύρωσε τον Γλαυκία, τον θεράποντα γιατρό του Ηφαιστίωνα, κι άλλοι ότι τον κρέμασε, είτε διότι δήθεν χορήγησε λάθος φάρμακο στον Ηφαιστίωνα είτε διότι τον είδε να πίνει κρασί και δεν τον εμπόδισε, αν και ο Πλούταρχος λέει ότι ο Γλαυκίας παρακολουθούσε αγώνες, όταν ο Ηφαιστίων πήρε το μοιραίο πρόγευμα. Κάποιοι άλλοι έγραψαν ότι κατέσκαψε τον ναό του Ασκληπιού στα Εκβάτανα, επειδή ο θεός δεν έσωσε τον φίλο του. Ειδικά αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί, διότι αφενός έδωσε αργότερα σε πρεσβεία των Επιδαυρίων ανάθημα (αφιέρωμα) για τον ναό του Ασκληπιού, λέγοντας με παράπονο «πάρτε το, αν και ο θεός δεν έσωσε τον φίλο, που αγαπούσα περισσότερο από τη ζωή μου» και αφετέρου στα πλαίσια της προπαγάνδας δεν ήταν δυνατόν ως γιος του ανώτατου θεού, να καταστρέψει το ναό ενός άλλου θεού. Τέλος, οι θεότητες τις οποίες τιμούσε ο Αλέξανδρος ήταν ο Δίας, η Αθηνά και όσες άλλες είχαν ειδικότητα στην υποστήριξη του κατακτητικού του έργου. Ο Ασκληπιός δεν περιλαμβανόταν στο ελληνικό δωδεκάθεο, ήταν κατώτερος θεός και οι ναοί του ήταν λίγοι και σε συγκεκριμένες πόλεις της Ελλάδας, ενώ δεν ανήκε ούτε στο μηδικό ούτε στο περσικό πάνθεο.
Πάντως όλοι συμφωνούσαν ότι ο Αλέξανδρος επί τρεις ημέρες μετά το θάνατο του Ηφαιστίωνα, ούτε έφαγε ούτε περιποιήθηκε το σώμα του. Επιπλέον δεν τον αντικατέστησε στη διοίκηση της χιλιαρχίας του εταιρικού ιππικού, διότι ήθελε να διατηρηθεί το όνομα του νεκρού φίλου του και το έμβλημα, που είχε επιλέξει. Ανέθεσε στον Περδίκκα να μεταφέρει το σώμα στη Βαβυλώνα, για να ταφεί με μεγαλοπρέπεια, κήρυξε πένθος σε όλη την επικράτεια. Έστειλε τον εταίρο Φίλιππο στο μαντείο του Άμμωνα με το ερώτημα, αν μπορούσε να τιμήσει τον νεκρό ως θεό, και μέχρι την άφιξη του χρησμού συνεχίστηκαν οι εκδηλώσεις πένθους. Διέταξε να κουρέψουν όλους του ίππους και τους ημίονους, και να σταματήσουν οι μουσικές στο στρατόπεδο. Ο Αλέξανδρος διέταξε τους κατοίκους των πόλεων, απ’ όπου θα περνούσε η νεκρική πομπή, να φροντίσουν για τα αναγκαία και όλους του κατοίκους της Ασίας να σβήσουν επιμελώς μέχρι το τέλος της κηδείας το λεγόμενο από τους Πέρσες ιερό πυρ. Οι Πέρσες έσβηναν το ιερό πυρ μόνο στο θάνατο του βασιλιά τους κι έτσι οι ασιάτες θεώρησαν ότι η διαταγή αυτή ήταν κακός οιωνός, που προμήνυε το θάνατο του ίδιου του Αλεξάνδρου. Ο θάνατος του Αλεξάνδρου βρίσκεται πλέον πολύ κοντά και από αυτό το σημείο, οι οιωνοί και τα θεϊκά σημάδια γίνονται αναπόσπαστα κομμάτια της ίδιας της ιστορίας για όλους τους αρχαίους συγγραφείς.
Όσο ζούσε ο Ηφαιστίων επικροτούσε όλες τις επιλογές του Αλεξάνδρου και έδειχνε μεγάλο ενθουσιασμό στην προώθηση των βαρβαρικών εθίμων, γι’ αυτό ο Αλέξανδρος τον χρησιμοποιούσε στις επαφές του με τους βαρβάρους. Αντίθετα ο Κρατερός ήταν προσκολλημένος στα πατροπαράδοτα έθιμα και ο Αλέξανδρος τον χρησιμοποιούσε στις επαφές του με τους Μακεδόνες και τους άλλους Έλληνες. Λόγω της συμπεριφοράς των δύο εταίρων ο Αλέξανδρος είχε χαρακτηρίσει τον μεν Ηφαιστίωνα φιλαλέξανδρο, δηλαδή προσωπικό του φίλο, τον δε Κρατερό φιλοβασιλέα, δηλαδή πιστό υποστηρικτή του θεσμού και όχι του προσώπου. Όπως ήταν λογικό, ανάμεσα στον Ηφαιστίωνα και τον Κρατερό αναπτύχθηκε μία αντιπαλότητα, η οποία κάποια φορά στην Ινδία τους οδήγησε στο σημείο να βγάλουν τα ξίφη τους από τους κολεούς. Οι άλλοι εταίροι παρενέβησαν και απέτρεψαν τα χειρότερα, ενώ ο Αλέξανδρος τους επέπληξε έντονα και αυστηρά. Ειδικά τον Ηφαιστίωνα τον προσέβαλε βαριά ενώπιον όλων αποκαλώντας τον «βαρεμένο και παράφρονα, επειδή δεν είχε αντιληφθεί ότι χωρίς τον Αλέξανδρο είναι ένα μηδενικό». Ορκίστηκε δε στον Άμμωνα και τους άλλους θεούς ότι τους αγαπούσε και τους δύο περισσότερο από κάθε άλλο άνθρωπο, αλλά αν έρχονταν ξανά σε αντιπαράθεση, θα σκότωνε ή και τους δύο ή όποιον έκανε την αρχή. Μετά τους ανάγκασε να συμφιλιωθούν και από τότε οι δύο εταίροι απέφυγαν ακόμη και τα αστεία μεταξύ τους. Όταν πέθανε ο Ηφαιστίων, ο Κρατερός ήταν καθ’ οδόν προς τη Μακεδονία κι έτσι δεν ανησύχησε καθόλου. Όμως πολλοί άλλοι εταίροι αφιέρωσαν «τα όπλα και το εαυτό τους» στον Ηφαιστίωνα, με πρώτο τον Ευμένη, που λόγω μιάς παλιάς διαμάχης του με το νεκρό, δεν ήθελε να δημιουργήσει λάθος εντυπώσεις. Όλοι δε οι αξιωματούχοι άρχισαν να παραγγέλλουν απεικονίσεις του Ηφαιστίωνα σε χρυσό, ελεφαντόδοντο και άλλα πολύτιμα υλικά, για να ευχαριστήσουν τον Αλέξανδρο.
Ο Αλέξανδρος όλο αυτό το διάστημα συσκεπτόταν για την κατασκευή του ταφικού μνημείου με διάφορους τεχνίτες και κυρίως με τον Στασικράτη, ο οποίος υποσχόταν τολμηρά, καινοτόμα και μεγαλοπρεπή πράγματα. Ο Στασικράτης είχε πει στον Αλέξανδρο σε παλαιότερη συνάντησή τους ότι το όρος Άθως της Θράκης (της σημερινής Χαλκιδικής) προσφέρεται για το καλύτερο και μονιμότερο άγαλμα. Μπορούσε να το διαμορφώσει έτσι, ώστε να απεικονίζει τον Αλέξανδρο να κρατάει μία πόλη 10.000 κατοίκων στο αριστερό χέρι και να κάνει σπονδή με το δεξί, απ’ όπου θα χυνόταν στη θάλασσα το νερό ενός ποταμού.


http://www.alexanderofmacedon.info/greek/E3gr.htm#opis

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου