Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

Η ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ ΤΥΡΟΥ 334 π.Χ.

(Αρριανός Β.24., Γ.6., Διόδωρος ΙΖ.40.4-5, ΙΖ.41.1-3, 42.1, 5-6, 43.3-4, 46.4-5, Κούρτιος 4.2.7-8, 15, 5.9, 3.8, 4.15-17, 4.19, Ιώσηπος ΙΑ.325)

Ανέκαθεν οι Τύριοι αντιμετώπιζαν από τους Έλληνες τον σημαντικότερο οικονομικό ανταγωνισμό και η θέση τους δεν θα ήταν καθόλου προνομιούχα σε μία ελληνική αυτοκρατορία. Επιπλέον, όπως και πολλοί άλλοι, πίστευαν ότι τελικά θα νικούσαν οι Πέρσες. Είχαν εμπιστοσύνη στην οχυρή θέση της πόλης τους, διέθεταν πολλές μηχανές και μπορούσαν να κατασκευάσουν ακόμη περισσότερες, διότι είχαν πολλούς μηχανοποιούς. Αποφάσισαν λοιπόν να αντισταθούν αποβλέποντας σε ακόμη πιο διευρυμένα προνόμια από την περσική διοίκηση, που μετά την προσδοκώμενη νίκη της θα αντάμειβε τους πιστούς υποτελείς και θα τιμωρούσε τους καιροσκόπους. Μάλιστα σε μία επίδειξη αλαζονείας, σκότωσαν και πέταξαν έξω από τα τείχη τους κήρυκες, που είχε στείλει ο Αλέξανδρος, για να ζητήσουν την παράδοση της πόλης. Ο Κούρτιος εδώ μάλλον χρησιμοποιεί ρητορική ανακρίβεια, για να σπιλώσει του Τυρίους ως μη σεβόμενους την ασυλία των κηρύκων και να εμφανίσει τη σφαγή, που ακολούθησε την άλωση ως προϊόν δίκαιας αγανάκτησης των Μακεδόνων. Κατά τον Αρριανό το περιστατικό αυτό αφορούσε ναυτικούς, που έρχονταν δια θαλάσσης από τη Σιδώνα.
Απ’ την άλλη πλευρά η κατάκτηση της Τύρου ήταν απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνέχιση της πορείας του Αλεξάνδρου. Οι πόλεις της Καρίας, που εξακολουθούσαν να αντιστέκονται, είχαν περσική διοίκηση, αντίθετα η Τύρος είχε φοινικική διοίκηση, που είτε αποφάσισε να μείνει πιστή στους Πέρσες, είτε να καιροσκοπήσει. Δεν ήταν κάποια περιθωριακή πόλη, που λίγοι την γνώριζαν και κανείς δεν θα ενδιαφερόταν για την τύχη της. Αντίθετα, είχε μεγάλη οικονομική και ναυτική δύναμη, ήταν ο Ηγεμών της Φοινίκης και αν ο Αλέξανδρος την άφηνε ανυπότακτη, θα έδειχνε αδυναμία και θα ενθάρρυνε τους μεν κατακτημένους να εξεγερθούν, τους δε υπό περσική κυριαρχία, να αντισταθούν. Δύο βολικά όνειρα, που είδε ο Αλέξανδρος, βοήθησαν να πεισθούν όλοι οι επιτελείς του και να αρχίσει η πολιορκία της Τύρου.
Η νέα πόλη της Τύρου ήταν χτισμένη πάνω σε ένα νησί σε απόσταση από τη στεριά περί τα 4 στάδια (περίπου 750 μ), είχε δύο λιμάνια και προστατευόταν από ψηλά τείχη. Το τμήμα του στόλου της, που δεν είχε ακολουθήσει τον Φαρνάβαζο στο Αιγαίο, αποτελούνταν από 80 τριήρεις, όσες είχαν όλοι οι υπόλοιποι Φοίνικες μαζί. Οι Μακεδόνες διέθεταν λίγα -κυρίως βοηθητικά- πλοία και δεν μπορούσαν να επιβάλουν ναυτικό αποκλεισμό. Έτσι επέλεξαν να κάνουν πρόσχωση σε έναν ελώδη πορθμό, που ήταν ρηχός στην ακτή και είχε βάθος 3 οργιών (περίπου 5 μ) στην πλευρά του νησιού. Κατεδάφισαν την παλιά πόλη της Τύρου, που βρισκόταν στην ηπειρωτική ακτή, και με τα υλικά της άρχισαν να κατασκευάζουν πρόσχωση πλάτους 2 πλέθρων (περίπου 60 μ), ώστε να φτάσουν μπροστά στα τείχη της νέας πόλης. Για την κατασκευή επιστρατεύθηκε ολόκληρος ο πληθυσμός των γύρω πόλεων και οι εργασίες προχωρούσαν γρήγορα. Ο Αλέξανδρος επέβλεπε προσωπικά τις εργασίες και έκανε δωρεές σε όσους εργάζονταν σκληρότερα. Όσο δούλευαν κοντά στην ακτή, τα πράγματα πήγαιναν ομαλά και οι Τύριοι διασκέδαζαν με τις μακεδονικές «ανοησίες». Όταν όμως η πρόσχωση προχώρησε στα βαθιά και πλησίασε στα τείχη, οι Τύριοι έπαψαν να διασκεδάζουν. Έβαλαν στα μικρότερα πλοία τοξότες, σφενδονήτες, οξυβελείς και λιθοβόλους καταπέλτες κι έπλητταν τους εργαζόμενους στην πρόσχωση προξενώντας απώλειες στο προσωπικό και εμποδίζοντας τις εργασίες.
Τότε οι Μακεδόνες έστησαν δύο ξύλινους πύργους με δερμάτινα παραπετάσματα, που προστάτευαν από τα τοξεύματα τις μηχανές και τους εργαζόμενους και κρατούσαν σε απόσταση τις τριήρεις των Τυρίων. Ως αντίμετρο οι πολυμήχανοι Φοίνικες έφτιαξαν ένα πυρπολικό σκάφος. Φόρτωσαν ένα ιππαγωγό πλοίο με εύφλεκτα υλικά και πολλές δάδες, μόλις βρήκαν κατάλληλο άνεμο, το ρυμούλκησαν με δύο τριήρεις, του έβαλαν φωτιά και το έρριξαν στην πρόσχωση. Οι δύο ξύλινοι πύργοι τυλίχθηκαν στις φλόγες και τα πληρώματα των δύο τριήρων με τα βέλη τους εμπόδιζαν την κατάσβεση. Μερικοί Φοίνικες επιβάται μπήκαν σε μικρές βάρκες, περικύκλωσαν το εργοτάξιο, έσπασαν τον χάρακα, που το περιέβαλλε, και έκαψαν όσες μηχανές γλίτωσαν από το πυρπολικό. Ο Αλέξανδρος διέταξε να αυξήσουν το πλάτος της πρόσχωσης, για να χωράει περισσότερους πύργους, και οι μηχανοποιοί του έφτιαξαν καινούργιες πολεμικές μηχανές.
Είχε φτάσει στη Τύρο μόνο με χερσαίες δυνάμεις και διαπιστώνοντας ότι δεν ήταν εύκολη η πολιορκία της χωρίς ναυτικό, γύρισε στη Σιδώνα με τους υπασπιστές και τους Αγριάνες, για να πάρει τα πλοία του. Εκεί τον συνάντησαν οι βασιλείς της Αράδου και της Βύβλου, που μετά την παράδοση των πόλεών τους αυτομόλησαν από τον περσικό στόλο με τα 80 πλοία τους. Έφτασαν και 3 τριήρεις από τους Σόλους και τον Μαλλό, 10 από τη Λυκία και μία πεντηκόντορος από τη Μακεδονία. Κατέπλευσαν επίσης οι βασιλείς της Κύπρου με 120 πλοία καθώς και 10 τριήρεις από τη Ρόδο με επικεφαλής την Περίπολο (το ροδιακό αντίστοιχο της αθηναϊκής Σαλαμινίας). Το πλούσιο νησί της Ρόδου διέθετε έναν από τους ισχυρότερους ελληνικούς στόλους και είχε κατορθώσει να κάνει την ουδετερότητά της σεβαστή από Έλληνες και Πέρσες. Όμως, τα νέα διεθνή δεδομένα, της επέβαλλαν να επανεξετάσει αν την συνέφερε η ουδετερότητα ή η συμμαχία με τον Αλέξανδρο. Αν είναι ακριβής η πληροφορία του Κούρτιου ότι η Ρόδος παραδόθηκε μετά την άλωση της Τύρου, τότε ο υπό την Περίπολο στολίσκος πρέπει να μετέφερε τους Ρόδιους πρέσβεις, που βολιδοσκόπησαν από κοντά τα πράγματα και τελικά έκαναν τη συμφωνία. Δεν είναι δε καθόλου απίθανο αυτή η αποστολή να μετέφερε και τα δώρα των Ροδίων προς τον Αλέξανδρο.
Τώρα πια όλη η ακτογραμμή της Μεσογείου απ’ το Αιγαίο ως τη Φοινίκη είχε καταληφθεί από τον Αλέξανδρο, οι φοινικικοί στόλοι (εκτός από τον τυριακό) είχαν αυτομολήσει, ο περσικός στόλος στην ανατολική Μεσόγειο έχασε περισσότερα από 200 πλοία και η δύναμή του περιορίσθηκε σε λιγότερο από το μισό. Αντίθετα ο Αλέξανδρος απέκτησε στόλο άνω των 250 πλοίων, εκτός από τον στόλο του Αντίπατρου στο Αιγαίο και του Αμφοτερού στον Ελλήσποντο. Ο αντιπερισπασμός στο Αιγαίο, τον οποίο είχε ξεκινήσει ο Μέμνων, είχε ουσιαστικά αποτύχει, η ανακατάληψη των νησιών (Τενέδου, Λέσβου, Χίου, Κω και Κρήτης) ήταν ζήτημα λίγων μηνών και ο στρατηγικός σχεδιασμό του Αλεξάνδρου «να νικήσει από τη στεριά τον περσικό στόλο» επιβεβαιωνόταν πανηγυρικά. Κάποιοι ασφαλώς θα διαπίστωσαν ότι ο Αλέξανδρος ήξερε να ερμηνεύει σωστά τα θεϊκά σημάδια.
Από την Κύπρο και τη Φοινίκη είχαν μαζευτεί στη Σιδώνα πολλοί μηχανοποιοί, οι οποίοι κατασκεύαζαν ένα μεγάλο αριθμό πολιορκητικών μηχανών. Όσο κατασκευάζονταν οι μηχανές και ετοιμαζόταν ο στόλος, για να τις μεταφέρει στην Τύρο, ο Αλέξανδρος με τους τοξότες και τους Αγριάνες υπέταξε τους Άραβες του Αντιλιβάνου. Κάτι ανάλογο είχε κάνει και στην Κιλικία. Και στις δύο περιπτώσεις το στράτευμα είχε υποχρεωθεί να παραμείνει αδρανές στο κύριο μέτωπο, τότε μέχρι να φτάσει ο Δαρείος στην Κιλικία και τώρα μέχρι να ετοιμαστεί η πρόσχωση και οι πολιορκητικές μηχανές στην Τύρο. Ο Αλέξανδρος άνοιξε και στις δύο περιπτώσεις δευτερεύον μέτωπο με περιορισμένη διάρκεια, για να μην αφήσει ανεκμετάλλευτο το χρόνο και για να δείξει ότι διατηρούσε την πρωτοβουλία των κινήσεων. Επιστρέφοντας από τον Αντιλίβανο στη Σιδώνα βρήκε τον Κλέανδρο του Πολεμοκράτη, που είχε φτάσει από την Πελοπόννησο με 4.000 Έλληνες μισθοφόρους.
Η πρόσχωση πλησίαζε στο νησί της νέας Τύρου, όταν φύσηξε δυνατός άνεμος και κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της. Τότε σύμφωνα με τον Διόδωρο οι Μακεδόνες έφεραν «από τα βουνά υπερμεγέθη δένδρα» (προφανώς κέδρους του Λιβάνου) και, όπως ήταν ολόκληρα με τα κλαδιά τους, τα έμπηξαν στα πλάγια της πρόσχωσης, για να την προστατέψουν από την ορμή των κυμάτων. Κατά τον Κούρτιο ο Αλέξανδρος διέταξε να κατασκευάσουν τη δεύτερη προβλήτα με κατεύθυνση προς τον άνεμο, ώστε να μην είναι εκτεθειμένα τα πλευρά της. Οι Τύριοι για να ενισχύσουν την ασφάλειά τους στην πλευρά της πρόσχωσης, μέσα από το τείχος και σε απόσταση 10 πήχεων (περίπου 4,5 μ) από αυτό έχτισαν δεύτερο τείχος και γέμισαν το ενδιάμεσο κενό με πέτρες και χώμα.
Όταν ετοιμάσθηκαν οι μηχανές, ο Αλέξανδρος τις φόρτωσε στα ιππαγωγά πλοία και απέπλευσε για την Τύρο με το στόλο έτοιμο για ναυμαχία. Είχε επιβιβάσει ως επιβάτες, όσους υπασπιστές έκρινε κατάλληλους για μάχη καταστρώματος, και είχε αναλάβει τη διοίκηση του δεξιού (προς την ανοιχτή θάλασσα) τμήματος της παράταξης. Μαζί του είχε όλους τους βασιλείς των Φοινίκων και των Κυπρίων εκτός από τον Πνυταγόρα. Ο Κρατερός και ο Πνυταγόρας είχαν τη διοίκηση του αριστερού τμήματος της παράταξης. Οι Τύριοι ήταν αποφασισμένοι να ναυμαχήσουν, αλλά βλέποντας απέναντί τους όλο τον υπόλοιπο φοινικικό και ολόκληρο τον κυπριακό στόλο, αιφνιδιάστηκαν και υποχώρησαν. Απέσυραν τα πλοία τους στα λιμάνια τους και με τριήρεις έφραξαν τις εισόδους τους. Ο Αλέξανδρος έβγαλε το στόλο του στη παραλία κοντά στην πρόσχωση, στο πιο απάνεμο σημείο.
Την επόμενη μέρα ο Κύπριος ναύαρχος Ανδρόμαχος επιτέθηκε στο λιμάνι της Τύρου, που έβλεπε στη Σιδώνα, και οι Φοίνικες στο άλλο λιμάνι, που έβλεπε στην Αίγυπτο. Αυτοί καθήλωσαν τις τριήρεις των Τυρίων μάσα στα λιμάνια και άλλες τριήρεις προσπάθησαν να αγκυροβολήσουν δίπλα στα τείχη, για να τα προσβάλουν με τις μηχανές που μετέφεραν. Τα τείχη ήταν κατασκευασμένα από μεγάλες πέτρες συγκολλημένες με γύψο και στο σημείο της πρόσχωσης το ύψος τους ήταν 150 πόδια (περίπου 45 μ). Οι Τύριοι είχαν στήσει πύργους στις επάλξεις προς την πρόσχωση, απ’ όπου έβαλλαν απλά βέλη κατά του προσωπικού και πυρφόρα κατά των πλοίων και των μηχανών. Τα μηχανοφόρα πλοία δεν μπορούσαν να πλησιάσουν τα τείχη, διότι οι πολιορκημένοι εκτόξευαν ογκόλιθους, που έπεφταν στη θάλασσα και δημιουργούσαν ένα σύμπλεγμα τεχνητών υφάλων, εμποδίζοντας την προσέγγισή τους. Επιπλέον οι Τύριοι δύτες έκοβαν τα αγκυρόσκοινα των πλοίων, που δεν μπορούσαν να σταθεροποιηθούν, για να χρησιμοποιήσουν τις μηχανές. Τα πλοία του Αλεξάνδρου αναγκάστηκαν να αντικαταστήσουν τα αγκυρόσκοινα με αλυσίδες, αλλά η απομάκρυνση των ογκόλιθων ήταν δύσκολο να γίνει από τα ίδια τα πλοία, τα οποία βάλλονταν συνεχώς. Τελικά τους απομάκρυναν με θηλιές από την πρόσχωση και με τις μηχανές τους εκτόξευαν στα ανοιχτά, ώστε να μην εμποδίζουν. Όπου δεν υπήρχαν ογκόλιθοι στη θάλασσα, τα πλοία του Αλεξάνδρου άρχισαν να πλησιάζουν στα τείχη.
Τότε οι Τύριοι επιτέθηκαν στα Κυπριακά πλοία, που απέκλειαν το λιμάνι προς τη Σιδώνα. Με 3 πεντήρεις, 3 τετρήρεις και 7 τριήρεις έκαναν έξοδο την ώρα του μεσημεριανού συσσιτίου, πέτυχαν στον αιφνιδιασμό και βύθισαν την πεντήρη του βασιλιά Πνυταγόρα και άλλες δύο. Ο Αλέξανδρος, που έτυχε να βρίσκεται στο αγκυροβόλιο, μπήκε σε μία πεντήρη και οδήγησε όσα πλοία επανδρώθηκαν γρηγορότερα κατά των Τυρίων. Αυτοί μόλις τον αντιλήφθηκαν, στράφηκαν προς το λιμάνι, όμως τα περισσότερα πλοία εμβολίσθηκαν και βυθίσθηκαν, μία τριήρης και μία τετρήρης κατελήφθησαν και πολύ λίγα γλίτωσαν. Τα πληρώματα των Τυρίων δεν είχαν απώλειες, διότι εγκατέλειψαν τα πλοία και κατέφυγαν κολυμπώντας στο λιμάνι.
Το ναυτικό των Τυρίων είχε εξουδετερωθεί και οι πολιορκητικές μηχανές άρχισαν να προσβάλλουν το τείχος ταυτόχρονα από την πρόσχωση και από τα μηχανοφόρα πλοία. Τόσο το ανατολικό τμήμα του τείχους (στην πλευρά της πρόσχωσης) όσο και το βόρειο (στην πλευρά της Σιδώνας) αποδείχθηκαν πολύ ισχυρά και οι μηχανές δεν κατάφεραν τίποτα. Σ΄ αυτήν την πολιορκία εκτός από τα συνήθη αντίμετρα χρησιμοποιήθηκαν και κάποια άλλα, χαρακτηριστικά της επινοητικότητας των Τυρίων ή του Διόδωρου και του Κούρτιου. Ο Αλέξανδρος τότε περιέπλευσε το νότιο τμήμα του τείχους, όπου εντόπισε κάποιο λιγότερο ισχυρό σημείο και οι μηχανές κατάφεραν να το κλονίσουν. Όμως παρότι γκρεμίστηκε ένα τμήμα του σε μήκος ενός πλέθρου (περίπου 29,5 μ), οι Τύριοι με έναν καταιγισμό από βέλη απέκρουσαν εύκολα τους Μακεδόνες. Τις επόμενες δύο ημέρες τα μηχανοφόρα δεν μπόρεσαν να πλησιάσουν στα τείχη λόγω του ισχυρού ανέμου και οι Τύριοι πρόλαβαν να ανοικοδομήσουν πρόχειρα το κατεστραμμένο τμήμα. Την τρίτη ημέρα ο άνεμος έπεσε και τα μηχανοφόρα άρχισαν και πάλι να προσβάλλουν το τείχος. Μόλις δημιούργησαν ρήγμα, αποσύρθηκαν και πλησίασαν δύο γεφυροφόρα πλοία. Στο ένα επέβαιναν πεζέταιροι με επικεφαλής τον Κοίνο και στο άλλο υπασπιστές με επικεφαλής τον Άδμητο. Στο γεφυροφόρο των υπασπιστών επέβαινε και ο Αλέξανδρος, που ήθελε να σκαρφαλώσει και ο ίδιος στο τείχος. Μερικές τριήρεις επιτέθηκαν στα λιμάνια, για να εμποδίσουν έξοδο του τυριακού στόλου, και άλλες είχαν αναπτυχθεί γύρω από το τείχος με σφενδονήτες, τοξότες και καταπέλτες. Αυτή τη φορά οι μεν Τύριοι προσβάλλονταν με όλα τα μέσα σε όλο το μήκος της οχύρωσής τους οι δε Μακεδόνες για πρώτη φορά έβρισκαν πρόσβαση στα τείχη. Στο σημείο, όπου πολεμούσε ο Αλέξανδρος, απώθησαν τους υπερασπιστές των τειχών και κατέλαβαν πύργους και μεταπύργια. Από εκεί άρχισαν να προχωρούν προς τα ανάκτορα και την πόλη. Οι Φοίνικες έσπασαν τα κλεῖθρα του νότιου λιμανιού και μπήκαν μέσα. Άλλα εχθρικά πλοία τα κατέστρεψαν με λιθοβόλους καταπέλτες και άλλα ρίχνοντάς τα στη στεριά. Οι Κύπριοι μπήκαν στο λιμάνι προς τη Σιδώνα, που δεν είχε κλεῖθρα, και κατέλαβαν εκείνο το τμήμα της πόλης.
Όταν οι Τύριοι είδαν το τείχος και τα λιμάνια τους να κυριεύονται, υποχώρησαν και ανασυντάχθηκαν για να αμυνθούν στο Αγηνόριο. Ακολούθησε σφαγή, κατά την οποία σκοτώθηκαν περί τις 8.000 Τύριοι κατά τον Αρριανό ή 6.000 κατά τον Κούρτιο. Γλίτωσαν οι άρχοντες, ο βασιλιάς Αζέμλικος και μερικοί Καρχηδόνιοι πρέσβεις, που πρόλαβαν να καταφύγουν στο ναό του Μέλκαρθ (του φοινικικού ανάλογου του Ηρακλή). Στην τελική έφοδο σκοτώθηκε ο υπασπιστής Άδμητος, που πάτησε πρώτος το τείχος, και 20 ακόμη υπασπιστές. Σε όλη τη διάρκεια των επιχειρήσεων αυτών σκοτώθηκαν συνολικά περί τους 400 Μακεδόνες.
Από τις περιγραφές της πολιορκίας προκύπτει ότι το μεγαλύτερο διάστημα της πολιορκίας αναλώθηκε στην κατασκευή της πρόσχωσης, η οποία τελικά δεν χρησίμευσε σε τίποτα, αφού οι πολιορκητικές μηχανές δεν μπόρεσαν να κλονίσουν εκείνο το σημείο του τείχους. Από τη στιγμή, που τέθηκαν υπό τις διαταγές του Αλεξάνδρου οι στόλοι των Φοινίκων και των Κυπρίων, χρειάσθηκαν μόνο λίγες ημέρες, για να αλωθεί η Τύρος. Χωρίς αυτόν το στόλο δεν ήταν δυνατό να προσβληθεί από θαλάσσης το πιο ευπρόσβλητο τμήμα του τείχους και η πολιορκία θα διαρκούσε για άγνωστο διάστημα, μέχρι να εξαντληθούν τα εφόδια των Τυρίων. Ο Αλέξανδρος είχε οργισθεί πολύ με τους Τυρίους και τους τιμώρησε πολύ σκληρά, διότι τον καθήλωσαν επί 7 μήνες και προσέφεραν ανεκτίμητη υπηρεσία στο Δαρείο, ο οποίος στο μεταξύ διενεργούσε μεγάλης κλίμακας επιστράτευση. Όμως η γενναιότητα και η θυσία τους πήγαν χαμένες, διότι παρά την άριστη προπαρασκευή του, ο Δαρείος επρόκειτο να νικηθεί και πάλι.
Η πολιορκία της Τύρου άρχισε τον αττικό μήνα Ποσειδεώνα (δηλαδή μεταξύ 16ης Δεκεμβρίου 333 και 15ης Ιανουαρίου του 332) διήρκεσε 7 μήνες κατά τον Αρριανό και τον Ιώσηπο ή 6 μήνες κατά τον Κούρτιο και αλώθηκε τον μήνα Εκατομβαιώνα (16 Ιουλίου – 15 Αυγούστου του 332 π.Χ.), όταν επώνυμος άρχοντας στην Αθήνα ήταν ο Νικήτας. Αν ο Πλούταρχος είναι ακριβής όταν λέει ότι η άλωση έγινε την τελευταία η μέρα του μήνα, τότε η Τύρος έπεσε περί την 15η Αυγούστου του 332 π.Χ. Μετά την άλωση οι επιζήσαντες τιμωρήθηκαν παραδειγματικά, περίπου 2.000 αιχμάλωτοι απαγχονίσθηκαν ή σταυρώθηκαν στην παραλία και 30.000 γυναικόπαιδα εξανδραποδίσθηκαν. Ο Κούρτιος λέει ότι εν ονόματι του Αγήνορα, του κοινού ιδρυτή των δύο πόλεων, οι Σιδώνιοι φυγάδευσαν με τα πλοία τους περί τους 15.000 Τυρίους. Όμως ο ισχυρισμός δεν φαίνεται να ευσταθεί διότι ο αριθμός είναι πολύ μεγάλος, ώστε να μην έγινε αντιληπτή η φυγάδευση, που οπωσδήποτε θα προκαλούσε την οργή του Αλεξάνδρου προς τους συμμάχους του Σιδωνίους. Αν πράγματι επιβιβάσθηκαν στα σιδωνιακά πλοία Τύριοι, το πιθανότερο είναι να αποτελούσαν το μερίδιο των Σιδωνίων από τα ανδράποδα.
Ο Αλέξανδρος γιόρτασε τη νίκη με θυσίες, γυμνικούς αγώνες και λαμπαδηδρομία. Αφιέρωσε στο ναό του Μελκάρθ τη μηχανή, που γκρέμισε το τείχος, και το ιερό πλοίο του Μελκάρθ, που είχε καταληφθεί κατά την πολιορκία. Στο ιερό πλοίο έγραψε ένα επίγραμμα, αλλά ο Αρριανός το έκρινε ανάξιο μνείας και δεν θέλησε να το καταγράψει.
Η μακεδονική Διοικητική Μέριμνα αντεπεξήλθε με επιτυχία στην πολιορκία της Τύρου. Η σίτιση και υδροδότηση ολόκληρου του στρατού και του νέου μεγάλου στόλου καθώς και των πληθυσμών από τις γύρω πόλεις, που επιστρατεύθηκαν για την επιχωμάτωση, συνιστούσαν ένα τιτάνιο έργο, το σημαντικότερο μέχρι εκείνη τη στιγμή. Αναλαμβάνοντας τη σατραπεία της Συρίας ο Αρίμμας επιφορτιζόταν με ένα νέο πολύ σημαντικό έργο Διοικητικής Μέριμνας, έπρεπε να προετοιμάσει τα αναγκαία για την προέλαση στο εσωτερικό της Ασίας, μετά την κατάκτηση της Αιγύπτου.


http://www.alexanderofmacedon.info/greek/B4gr.htm#tyre

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου