Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2013

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΙΣΣΟΥ (333 π.Χ)

(Αρριανός Β.7.-12., Διόδωρος ΙΖ.34, 48.1, Πλούταρχος, Αλέξανδρος 20.8, 13, 21.4, 31.14, Κούρτιος 3.8.1, 3.11.11, 4.1.39, Ξενοφών Κύρου Ανάβασις Α.VIII.22)
 
 Με το πρώτο φως της 8ης ημέρας ο Αλέξανδρος ξεκίνησε την κάθοδο στο δρόμο. Προχωρώντας προς τον ποταμό Πίναρο (Παγιάς), άλλαζε διαρκώς τη διάταξη των δυνάμεών του σύμφωνα με τη μορφολογία του εδάφους. Στην αρχή καθώς προχωρούσε μέσα από τις στενές διαβάσεις, προπορευόταν το πεζικό. Στη συνέχεια και προκειμένου να μην μπορέσουν οι υπέρτερες Περσικές δυνάμεις να τον κυκλώσουν, ανέπτυξε το μέτωπο έτσι, ώστε το αριστερό κέρας του να τελειώνει στη θάλασσα και το δεξί στο βουνό. Στην τελική παράταξη πεζοί και ιππείς βρίσκονταν στην ίδια γραμμή και είχαν μέτωπο ισόμηκες του περσικού.

 Στη δεξιά πτέρυγα, κοντά στο βουνό, ήταν το άγημα του πεζικού και οι υπασπιστές υπό τον Νικάνορα του Παρμενίωνα. Δίπλα τους η τάξη του Κοίνου και μετά του Περδίκκα. Στα αριστερά πρώτα η τάξη του Αμύντα, μετά του Πτολεμαίου και μετά του Μελέαγρου. Ο Κρατερός ήταν αρχηγός του πεζικού του αριστερού κέρατος και ο Παρμενίων όλης της δύναμης (πεζών και ιππέων) του αριστερού κέρατος. Η εντολή τους ήταν να μην απομακρυνθούν από τη θάλασσα, διότι τότε ο εχθρός θα έβρισκε διάδρομο, θα τους περικύκλωνε και θα τους συνέτριβε με τον αριθμό του, ο οποίος φυσικά παραδίδεται διαφορετικός από κάθε αρχαία πηγή.

Αρριανός Διόδωρος Πλούταρχος Κούρτιος Ιουστίνος
Β.8 ΙΖ.31.2 Αλέξ.20.10 3.2.4-9 11.9.1
Πέρσες 70.000
Μήδοι 50.000
Βαρκανοί 10.000
Αρμένιοι 40.000
Δέρβικες 40.000
Κάσπιοι 8.000
Λοιπά έθνη 2.000
Έλληνες 30.000 30.000
Κάρδακκες 60.000
ΠΕΖΟΙ >400.000 250.000 400.000
Πέρσες 30.000
Μήδοι 10.000
Βαρκανοί 2.000
Αρμένιοι 7.000
Υρκανοί 6.000
Τόπειροι 1.000
Δέρβικες 2.000
Κάσπιοι 200
Λοιπά έθνη 4.000
ΠΕΖΟΙ 100.000 62.200 100.000
ΣΥΝΟΛΟ 600.000 >500.000 >110.000 312.200 500.000

 Σ’ αυτόν τον πίνακα κάνουμε τις εξής παρατηρήσεις:
  1. ο Αρριανός διατηρεί επιφυλάξεις για τον αριθμό, που δίνει
  2. Τόπειροι και Δέρβικες είναι πρόταση μεταγενεστέρων σχολιαστών, για να καλυφθεί η φθορά του κειμένου σ’ εκείνο το σημείο. Η πρόταση αυτή βασίζεται στην παράταξη μάχης του Αρριανού για τα Γαυγάμηλα
  3. Κατά τον Κούρτιο οι 30.000 Έλληνες μισθοφόροι ήταν εκείνοι, που είχε παραδώσει ο Φαρνάβαζος στο Δαρείο
  4. Υρκανοί είναι η ελληνική ονομασία των Βαρκανών. Είναι προφανές ότι η αναφορά δύο φορές του ιδίου λαού αποτελεί λάθος του Κούρτιου και στη θέση των 2.000 Βαρκανών ή των 6.000 Υρκανών βρισκόταν κάποιος άλλος (ίσως γειτονικός τους) λαός

 Όταν ο Δαρείος έμαθε ότι πλησίαζε ο Αλέξανδρος με το στρατό του ανεπτυγμένο για μάχη, παρατάχθηκε στο καταλληλότερο σημείο, στην κοιλάδα του Πίναρου. Ο ποταμός με το άσχημο όνομα στον άνω ρου του περνά μέσα από απόκρημνα φαράγγια και στον κάτω ρου του διασχίζει διαγώνια την κοιλάδα, που έχει πλάτος 2.700μ από τη θάλασσα ως τις υπώρειες του βουνού. Περαίωσε στην απέναντι πλευρά του ποταμού 30.000 ιππείς και 20.000 ψιλούς, ως προκάλυψη μέχρι να παρατάξει τον υπόλοιπο στρατό. Απέναντι από τη Μακεδονική φάλαγγα και μπροστά από τους άλλους οπλίτες παρέταξε τους 30.000 Έλληνες μισθοφόρους. Στα δεξιά και στα αριστερά τους, μοίρασε τους 60.000 Κάρδακκες (Κούρδους) οπλίτες.

Η μορφολογία του εδάφους δεν επέτρεπε στον Δαρείο να αναπτύξει καλύτερα τις δυνάμεις του. Στα αριστερά του, απέναντι από τα δεξιά του Αλεξάνδρου και προς το βουνό τοποθέτησε περί τις 20.000 άνδρες. Το βουνό σχημάτιζε εκεί μία εσοχή σαν κόλπο και μετά μία προεξοχή, που τους έφερνε στα νώτα της παράταξης του Αλεξάνδρου. Τους υπόλοιπους ψιλούς και οπλίτες τους τοποθέτησε πίσω από τους Έλληνες και τους Κάρδακκες, έτσι ώστε δεν του ήταν χρήσιμοι. Όταν ο Δαρείος τελείωσε τους ελιγμούς τάξης, επανέφερε τους ιππείς στη βόρεια όχθη. Άφησε τους ψιλούς στη νότια όχθη υπολογίζοντας ότι θα πλευροκοπούσαν τον Αλέξανδρο, όταν θα καθηλωνόταν στο ποτάμι.

Ο Δαρείος παρέταξε τους περισσότερους ιππείς στα δεξιά του, κοντά στη θάλασσα και απέναντι από τον Παρμενίωνα, όπου το έδαφος ήταν πιο κατάλληλο για ιππικό. Τους υπόλοιπους τους παρέταξε αρχικά στα αριστερά του κοντά στο βουνό, βλέποντας όμως ότι λόγω της στενότητας του πεδίου τους αχρήστευε, τους μετακίνησε πάλι προς τα δεξιά. Είναι προφανές ότι όχι μόνο δεν μπορούσε να αναπτύξει τις δυνάμεις του στο επιθυμητό μήκος, αλλά δεν μπορούσε ούτε να τοποθετήσει τα διάφορα τμήματα στις καταλληλότερες θέσεις. Ο ίδιος βρισκόταν στο κέντρο, σύμφωνα με το Περσικό τυπικό, που ήθελε τους Πέρσες βασιλείς να μένουν στο μέσον της παράταξης, για να επικοινωνούν και με τα δύο άκρα εξ ίσου εύκολα και για να έχουν την ίδια κάλυψη και από τις δύο πλευρές τους.

Οι Πέρσες, μόλις ολοκλήρωσαν την παράταξη των δυνάμεών τους, παρέμειναν στις θέσεις τους στις όχθες του ποταμού, που σε πολλά σημεία φτάνουν σε ύψος τα 6-7 μέτρα, ενώ στο σημείο, όπου ο ποταμός βγαίνει από το βουνό, οι όχθες είναι χαμηλές. Εκείνο το σημείο και όσα άλλα ήταν ευπρόσβλητα οι Πέρσες τα οχύρωσαν με χάρακες (ξύλινους φράχτες) . Από αυτή την ενέργεια ο Αλέξανδρος και οι επιτελείς του κατάλαβαν ότι οι Πέρσες είχαν ψυχολογία ηττημένου. Με το να οχυρωθεί πίσω από το ποτάμι και τους χάρακες, ο Δαρείος έβλαψε την ψυχολογία των ανδρών του και ευνόησε αυτήν των δυνάμεων του Αλεξάνδρου. Τελικά είχε συγκεντρώσει τόσο στρατό, είχε διανύσει τόση απόσταση, είχε εισβάλει στην Κιλικία για να επιτεθεί στον Αλέξανδρο, επειδή νόμιζε ότι απέφευγε τη μάχη, και όταν στο τέλος έμαθε ότι ο Αλέξανδρος έκανε μεταβολή και βάδιζε εναντίον του, πήρε θέση άμυνας!

Παρά τις δυσκολίες, που παρουσίαζε η μορφολογία του εδάφους, ο Δαρείος ανέπτυξε τις δυνάμεις του όσο καλύτερα γινόταν. Παρέταξε σε μέτωπο 110.000 οπλίτες, 20.000 ψιλούς και 20.000 ιππείς, δηλαδή μία δύναμη σχεδόν τριπλάσια από εκείνη του Αλεξάνδρου. Το σχέδιό του ήταν να διασπάσει με το ιππικό του το αριστερό κέρας του Αλεξάνδρου, με τους Έλληνες μισθοφόρους να ακινητοποιήσει στο κέντρο τη θωρούμενη ως αήττητη μακεδονική φάλαγγα και με 50.000 οπλίτες (30.000 Κάρδακκες και άλλες 20.000 στο βουνό) και 20.000 ψιλούς να συντρίψει το δεξί κέρας του Αλεξάνδρου.

Επειδή πιο μπροστά η περιοχή πλάταινε, ο Αλέξανδρος τοποθέτησε στη δεξιά πλευρά όπου βρισκόταν και ο ίδιος, σε μέτωπο το ιππικό των εταίρων, των Θεσσαλών και των Μακεδόνων. Τους Πελοποννησίους και τους υπόλοιπους συμμάχους τους έστειλε στα αριστερά, στον Παρμενίωνα. Διαπίστωσε τότε ότι σχεδόν όλο το Περσικό ιππικό βρισκόταν απέναντι από την αριστερή του πλευρά, κοντά στη θάλασσα, όπου εκείνος είχε τάξει μόνο τους Πελοποννησίους και το υπόλοιπο συμμαχικό ιππικό. Μετακίνησε λοιπόν το Θεσσαλικό ιππικό στα αριστερά και η κίνηση αυτή έγινε πίσω από τη φάλαγγα, για να μην γίνει αντιληπτή από τους Πέρσες. Μπροστά και δεξιά από τους ιππείς έβαλε τους πρόδρομους υπό τον Πρωτόμαχο και τους Παίονες υπό τον Αρίστωνα. Μπροστά από τους πεζούς έβαλε τους τοξότες υπό τον Αντίοχο. Τους Αγριάνες υπό τον Άτταλο και μερικούς ιππείς τους τοποθέτησε υπό γωνία κοντά στο βουνό από πίσω τους. Δηλαδή χώρισε τη δεξιά φάλαγγα σε δύο μέτωπα: ένα προς το κύριο σώμα των Περσών και ένα προς το βουνό απέναντι από τα πλευρά του. Στα αριστερά μπροστά από τους πεζούς έταξε τους Κρήτες και Θράκες τοξότες υπό τον Σιτάλκη και μπροστά τους το αριστερό τμήμα του ιππικού. Οι ξένοι μισθοφόροι βρίσκονταν στο τέλος όλης της παράταξης. Όμως η φάλαγγα στα δεξιά εξακολουθούσε να είναι αραιή και οι Πέρσες εύκολα θα την διασπούσαν. Πάλι χωρίς να φαίνεται μετακίνησε δύο ίλες των εταίρων, την Ανθεμουσία (από τον Ανθεμούντα) υπό τον Περοίδα του Μενεσθέα και την Λευγαία υπό τον Παντόρδανο του Κλέανδρου. Μπροστά από το δεξιό τμήμα τοποθέτησε τους τοξότες, μερικούς Αγριάνες και Έλληνες μισθοφόρους επεκτείνοντας έτσι τη φάλαγγα μέχρι το Περσικό κέρας. Οι Πέρσες, όταν το είδαν αυτό, δεν αντέδρασαν. Οι Αγριάνες και λίγοι τοξότες διατάχθηκαν να επιτεθούν και οι Πέρσες υποχώρησαν πιο ψηλά στο βουνό. Έτσι ο Αλέξανδρος πήρε το πρώτο δείγμα της ανεπαρκούς αποφασιστικότητας των περσικών δυνάμεων και έκρινε ότι η διάταξη εκεί ενισχυμένη με 300 ακόμη ιππείς ήταν επαρκής.

Όταν ο Αλέξανδρος ολοκλήρωσε την παράταξη των δυνάμεών του έδωσε διαταγή να προχωρήσουν όλοι μαζί, αργά και με μικρές στάσεις. Καθώς πλησίαζαν την περσική παράταξη, ο Αλέξανδρος περιέτρεχε έφιππος τις γραμμές του και εμψύχωνε τους άνδρες του αναφερόμενος προσωπικά στους γνωστότερους και σημαντικότερους από αυτούς. Παρά την αδημονία των ανδρών να συγκρουστούν με τους Πέρσες, οδηγούσε όλη την παράταξη με σταθερό βηματισμό, για να μην προκληθούν ρήγματα στις γραμμές της από την ταχεία κίνηση.

Μόλις μπήκαν στο βεληνεκές των περσικών τοξευμάτων, δηλαδή μόλις πλησίασαν την περσική παράταξη στα 150 με 200 μέτρα περίπου, η δεξιά πλευρά με επικεφαλής τον Αλέξανδρο μπήκε γρήγορα στο ποτάμι από τις χαμηλές όχθες και συγκρούσθηκε με τους Κάρδακκες, που ήταν οχυρωμένοι πίσω από τους χάρακες. Τους αιφνιδίασαν με την ξαφνική αλλαγή στο ρυθμό κίνησης, περιόρισαν τις απώλειές τους από τα τοξεύματα των ψιλών και επιτάχυναν τη συμπλοκή σώμα με σώμα, όπου υπερτερούσαν. Όμως το κέντρο της παράταξης, όπου βρισκόταν η φάλαγγα, δεν πέτυχε την ίδια ταχύτητα κίνησης με το ιππικό. Οι απόκρημνες όχθες και οι χάρακες δεν τη βοηθούσαν και άρχισε να χάνει τη συνοχή της. Οι Έλληνες μισθοφόροι των Περσών εμπόδιζαν τους Μακεδόνες να βγουν από τον ποταμό, εκμεταλλεύονταν τα ρήγματα της φάλαγγας και της προξενούσαν απώλειες. Η κατάσταση ήταν κρίσιμη και διακυβευόταν η φήμη της μακεδονικής φάλαγγας, που μέχρι τότε θεωρούνταν αήττητη. Σ’ εκείνη τη φάση σκοτώθηκε ο Πτολεμαίος του Σέλευκου και 180 επιφανείς Μακεδόνες. Οι Πέρσες ιππείς στο δεξί κέρας δεν έμειναν στις θέσεις τους, αλλά πέρασαν τον ποταμό και επιτέθηκαν στους Θεσσαλούς ιππείς. Η σύγκρουση ήταν σφοδρή και το περσικό ιππικό έδειξε την αξία του.

Ο Αλέξανδρος μαχόταν στην πρώτη γραμμή και πίεζε, προσπαθώντας να φτάσει τον Δαρείο. Έγινε πεισματική και σκληρή μάχη ανάμεσα στις δύο βασιλικές ακολουθίες, καθώς οι ευγενείς δεν υπολόγιζαν τη ζωή τους, αλλά προσπαθούσαν να προστατεύσουν το δικό τους βασιλιά και να σκοτώσουν τον αντίπαλο. Στο σημείο όπου μάχονταν οι δύο βασιλιάδες με τις ακολουθίες τους έπεσαν νεκροί πολλοί αξιωματούχοι, ενώ ο Αλέξανδρος τραυματίσθηκε από ξίφος στον μηρό. Η σφοδρότερη συμπλοκή έγινε γύρω από το τέθριππο του Δαρείου, τον οποίο προσπαθούσε να φτάσει ο Αλέξανδρος. Οι ίπποι του άρματος δέχονταν αλλεπάλληλα χτυπήματα από τα σώματα των νεκρών, που σωριάζονταν γύρω τους, είχαν τρομοκρατηθεί, τίναζαν τα χαλινάρια και υπήρχε κίνδυνος να παρασύρουν το άρμα του Δαρείου στις γραμμές του Αλεξάνδρου, γι’ αυτό οι ακόλουθοί του έφεραν άλλο τέθριππο, στο οποίο ανέβηκε ο Δαρείος. Αυτή η ενέργεια καθόρισε την έκβαση της μάχης. Η βασιλική φρουρά θεώρησε, ότι ο Μέγας Βασιλεύς έφευγε, και τράπηκε σε φυγή παρασύροντας και τους άλλους ιππείς. Ο Δαρείος βλέποντας τις γραμμές γύρω του να διασπώνται και τους γενναιότερους άντρες του σε σύγχυση, τράπηκε και ο ίδιος σε φυγή.

Το παραπάνω περιστατικό περιγράφεται από τον Διόδωρο, επαναλαμβάνεται από τον Κούρτιο και απεικονίζεται στο γνωστό ψηφιδωτό της Πομπηίας. Μόνο που δεν συνέβη ποτέ! Αποτελεί απλώς μία επική αφήγηση κατάλληλη για τα δευτερεύουσας σημασίας συγγράμματα των δύο αυτών μυθιστορηματικών ιστοριογράφων. Κάποιος άλλος ακόμη πιο δημιουργικός (μυθ)ιστοριογράφος, ο Χάρις από τη Λέσβο, έβαλε τον Αλέξανδρο να μονομαχήσει με τον Δαρείο.

Ο πάντοτε προσεκτικός και ακριβής Αρριανός, που είχε και ο ίδιος εμπειρία περί τα στρατιωτικά, δεν αφήνει περιθώρια για αμφιβολίες. Ο Δαρείος βρισκόταν στο μέσον της γραμμής αντιπαράθεσης και ο Αλέξανδρος στο ένα άκρο της. Ο Αλέξανδρος συνέβαλε προσωπικά στη διάσπαση του αριστερού κέρατος των Περσών, αλλά δεν κινήθηκε εναντίον του ιδίου του Δαρείου. Δεν δημιουργήθηκε σύγχυση, η οποία οδήγησε στη φυγή του, αλλά ο Δαρείος έφυγε από το πεδίο της μάχης, επειδή διασπάσθηκε το αριστερό του κέρας και ο Αλέξανδρος θα έσπευδε σε βοήθεια του πιεζόμενου κέντρου του και τότε θα αναζητούσε τον Δαρείο. Τόσο ο Αλέξανδρος όσο και ο Δαρείος ήταν οι ανώτατοι πολιτικοί και στρατιωτικοί ηγέτες της κάθε πλευράς και είχαν καθήκον να καθοδηγήσουν τα στρατεύματά τους, όχι να εξαρτήσουν την έκβαση ενός τέτοιου πολέμου από το αποτέλεσμα μίας μονομαχίας ανάμεσά τους.

Ο Αλέξανδρος διέρρηξε τις γραμμές των 30.000 Καρδάκκων οπλιτών του αριστερού κέρατος και αμέσως στράφηκε στα αριστερά του, στο κέντρο της περσικής παράταξης, όπου οι Έλληνες μισθοφόροι είχαν καθηλώσει και καταπονούσαν τη μακεδονική φάλαγγα. Πλευροκόπησε τους μισθοφόρους, διέσπασε τις γραμμές τους και τους κατέσφαξε. Οι Πέρσες ιππείς, που είχαν περάσει το ποτάμι και παρά τη 10πλάσια σχεδόν δύναμή τους δεν μπόρεσαν να διασπάσουν τις γραμμές των Θεσσαλών, μόλις πληροφορήθηκαν τη φυγή του Δαρείου και τη σφαγή των μισθοφόρων, τράπηκαν κι αυτοί σε φυγή. Η περσική παράταξη είχε πλέον διασπασθεί και τρεπόταν σε φυγή σε όλη την έκταση του μετώπου της.

Η διάσπαση των περσικών γραμμών έγινε με τέτοια ευκολία και τόσο σύντομα, ώστε κανείς αρχαίος ιστορικός δεν θεώρησε σκόπιμο να δώσει λεπτομέρειες. Ίσως ποτέ να μην υπήρξαν λεπτομέρειες διασταυρωμένης ακρίβειας, πάντως φαίνεται ότι το σχέδιο του Δαρείου ήταν να διασπάσουν τις ελληνικές γραμμές οι Πέρσες ιππείς του δεξιού κέρατος, να καθηλώσουν στο ποτάμι τη φάλαγγα οι Έλληνες μισθοφόροι του κέντρου και να συγκρατήσουν τον Αλέξανδρο οι Κάρδακκες αρκετό χρόνο, ώστε να τον πλευροκοπήσουν οι πολυάριθμοι ψιλοί. Φαίνεται επίσης ότι οι μονάδες του Πέρση βασιλιά κατέρρευσαν διαδοχικά, όπως το ντόμινο, και ότι βασική αιτία ήταν η διάσπαση των γραμμών των Καρδάκκων. Είναι απορίας άξιο, γιατί ο Δαρείος δεν χρησιμοποίησε τους Πέρσες, τους Μήδους ή τους Έλληνες οπλίτες, αλλά προτίμησε να τοποθετήσει τους Κούρδους στο πιο ευάλωτο σημείο της πρώτης γραμμής. Η επιλογή αυτή απετέλεσε την Αχίλλειο πτέρνα της περσικής παράταξης και βαρύνει προσωπικά τον Μεγάλο Βασιλέα.

Κατά τη γενικευμένη και άτακτη φυγή τους οι Πέρσες είχαν περισσότερες απώλειες από ότι στην ίδια τη μάχη. Ο μεγάλος στρατός τους συνωστίσθηκε στα στενά φαράγγια και υπέστη μεγάλες απώλειες, καθώς οι ίπποι ποδοπατούσαν τους πεζούς και αλλόφρονες πεζοί και ιππείς σκότωναν ο ένας τον άλλο, για να ανοίξουν δρόμο μέσα στο πλήθος. Έτσι ο τόπος γύρω από το πεδίο της μάχης γέμισε πτώματα και, όπως αναφέρει ο Πτολεμαίος, κατά την καταδίωξη των Περσών οι δυνάμεις του Αλεξάνδρου πέρασαν ένα φαράγγι πατώντας πάνω στα πτώματα. Αυτό είναι συνεπές με όσα περιγράφονται γενικά και σε καμία περίπτωση δεν λέει ο Πτολεμαίος ότι πέρασαν από το ένα χείλος του φαραγγιού στο άλλο πατώντας πάνω στα πτώματα, που το είχαν γεμίσει. Λέει απλώς ότι διέσχισαν το φαράγγι πατώντας πάνω στα πτώματα, που ήταν σκορπισμένα σε όλο του το μήκος.

Ο Δαρείος διέφευγε με το άρμα του, όσο το έδαφος επέτρεπε την κίνησή του. Μόλις έφτασε σε ένα δύσβατο φαράγγι, εγκατέλειψε το άρμα μαζί με τον κάνδυ, το τόξο και την ασπίδα του (γενόμενος ρίψασπις), για να συνεχίσει τη φυγή του έφιππος. Ο Αλέξανδρος δεν τον καταδίωξε αμέσως, αλλά αφού βοήθησε τη φάλαγγα να νικήσει τους μισθοφόρους, πράγμα που αποδεικνύει την προσήλωσή του στη μάχη και όχι κάποια εμμονή του σε πρόσωπα ή σύμβολα. Έτσι ο Δαρείος είχε αρκετό χρόνο στη διάθεσή του, για να κερδίσει έδαφος. Είναι γνωστό ότι δεν αρέσει στους ίππους να πατούν πάνω σε σώματα, έτσι τα πολυάριθμα πτώματα, που κάλυπταν το έδαφος όπως σημείωσε κι ο Πτολεμαίος, μείωναν την ταχύτητα της καταδίωξης. Τελικά η καταδίωξη των Περσών σταμάτησε και ο Δαρείος διέφυγε τη σύλληψη, επειδή έπεσε η νύχτα.

Η μάχη του ποταμού Πίναρου ή της Ισσού, όπως εσφαλμένα έχει επικρατήσει να λέγεται, έγινε το μήνα Μαιμακτηριώνα (16 Νοεμβρίου – 15 Δεκεμβρίου), μάλλον μέσα στον Νοέμβριο του 333 π.Χ. και οι απώλειες των δύο στρατών είναι ως συνήθως ένα από τα σημεία ασυμφωνίας των αρχαίων πηγών. Οι επιμέρους εκτιμήσεις τους καταγράφονται στον παρακάτω πίνακα: 


Αρριανός Διόδωρος Κούρτιος Ιουστίνος
Β.11 ΙΖ.36.6 3.11.27 11.9.10
Πεζοί 300 32 130
Ιππείς 150 150 150
Νεκροί Μακεδόνες 0 450 182 280
Τραυματίες Μακεδόνες 504
Πεζοί 100.000 100.000 100.000 61.000
Ιππείς 10.000 10.000 10.000 10.000
Νεκροί Πέρσες 110.000 110.000 110.000 71.000


 Ανάμεσα στους νεκρούς των Περσών ήταν ο Ατιζύης, ο Αρσάμης, και ο Ρεομίθρης, που είχαν πολεμήσει ως ίππαρχοι και στο Γρανικό, καθώς και ο Σαυάκης, ο σατράπης της Αιγύπτου. Η αναλογία πεζών προς ιππείς ήταν 4:1 για τους Πέρσες και 6:1 για τους Μακεδόνες (βάσει των αρχικών 32.000 πεζών και 5.100 ιππέων). Η δυσαναλογία φονευθέντων στη μάχη πεζών προς ιππείς ήταν 10:1 για τους Πέρσες και το πολύ 2:1 για τους Μακεδόνες. Αυτό οφείλεται στο ότι οι Μακεδόνες χρησιμοποίησαν ως βασικό όπλο το ιππικό, το οποίο λογικά υπέστη σημαντικές απώλειες, αντίθετα οι Πέρσες είχαν αναλογικά πολλαπλάσιους νεκρούς μεταξύ των πεζών, διότι αυτοί έμειναν πίσω κατά την φυγή και υπέστησαν τις περισσότερες απώλειες τόσο από το φεύγον περσικό ιππικό όσο και από το επελαύνον μακεδονικό.

Τα περσικά σκευοφόρα, δηλαδή οι οικογένειες των Περσών αξιωματούχων, τα προσωπικά είδη, τα χρήματά τους καθώς και τα περισσότερα χρήματα (προσωπικά είδη γενικά) του Δαρείου βρίσκονταν στη Δαμασκό, την πρωτεύουσα της σατραπείας της Συρίας. Στο περσικό στρατόπεδο ο Δαρείος είχε εγκαταλείψει τη σκηνή, τη μητέρα, τη γυναίκα του (που κατά το ασιατικό έθιμο ήταν και αδελφή του), το μικρό γιο του, δύο κόρες του, λίγες ευγενείς Περσίδες της ακολουθίας και 3.000 τάλαντα. Αυτά τα λάφυρα και οι αιχμάλωτοι προορίζονταν για τον Αλέξανδρο και όχι για διανομή. Επειδή οι άνδρες του προέλαυναν ως απελευθερωτές, επί ενάμισυ χρόνο δεν ήταν δυνατόν να προχωρήσουν σε λεηλασίες, έτσι η αμοιβή τους περιοριζόταν στο μισθό τους και τη γενναιοδωρία του Αλεξάνδρου. Τα μυθικά πλούτη της περσικής αυτοκρατορίας, για τα οποία άλλωστε κατατάχθηκαν, δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα να τα γευθούν. Έπρεπε να περιμένουν μέχρι να φτάσει ο Παρμενίων στη Δαμασκό και να καταλάβει τον κύριο όγκο των περσικών σκευοφόρων.

Ο Αλέξανδρος επιστρέφοντας από την άκαρπη καταδίωξη πήγε στη σκηνή του Δαρείου, όπου του είχαν ετοιμάσει το λουτρό. Βλέποντας την πολυτέλεια στη βασιλική σκηνή φέρεται να είπε «αυτό σημαίνει να είσαι βασιλιάς». Η μετέπειτα συμπεριφορά του δείχνει ότι δεν θαμπώθηκε από την ασιατική χλιδή, αλλά μάλλον άρχισε να αντιλαμβάνεται κάποια πολύ χρήσιμα γι’ αυτόν πράγματα. Αργότερα, στην Αίγυπτο, όπου ο ανώτατος άρχων ήταν θεός, φέρεται να κατανόησε πλήρως τον τρόπο διακυβέρνησης, που ίσχυε στην Ανατολή και τον οποίο εφάρμοσε τελικά (και όπως φαίνεται τον είχε εμπνευθεί αρχικά ο Φίλιππος και ο Αλέξανδρος τον είχε εξ αρχής κατά νου). Τότε ήλθε σε επαφή και με την οικογένεια του Δαρείου, αλλά τα παραδιδόμενα περιστατικά έχουν τη θέση τους λίγο πριν τη μάχη των Γαυγαμήλων.

Την επομένη ο Αλέξανδρος έθαψε με πλήρεις στρατιωτικές τιμές τους νεκρούς και, όσους διακρίθηκαν στη μάχη, τους τίμησε με επαίνους και χρηματικά ποσά ανάλογα των έργων τους. Επέτρεψε στη μητέρα και τη σύζυγο του Δαρείου να θάψουν, όσους από τους πεσόντες Πέρσες ήθελαν, και κάλυψε το σχετικό κόστος με τα λαφυραγωγηθέντα ενδύματα και κοσμήματα. Στους κατοίκους των Σόλων χάρισε τα 50 τάλαντα (το υπόλοιπο από το πρόστιμο, που δεν είχαν πληρώσει ακόμη) και ελευθέρωσε τους ομήρους. Η κατοχή της Κιλικίας ήταν πλέον διασφαλισμένη και δεν είχε νόημα να επαναστατήσουν οι κάτοικοί της. Απεναντίας τον εξυπηρετούσε να απαλλάξει από κάθε βάρος και φόβο τις ελληνικές πόλεις. Ακόμη έστειλε τον εταίρο Λεοννάτο στην οικογένεια, που εγκατέλειψε ο Δαρείος, για να τους διαβεβαιώσει ότι δεν τον είχε σκοτώσει, ότι θα τους προσφωνούσε με τους βασιλικούς τους τίτλους και θα τους απέδιδε όλες τις βασιλικές τιμές, διότι δεν πολεμούσε από έχθρα προσωπικά κατά του Δαρείου, αλλά διεκδικούσε την κυριαρχία στην Ασία «σύμφωνα με τους νόμους».

Την επομένη της μάχης ο Δαρείος ασχολήθηκε με την ανασύνταξη των δυνάμεών του. Συγκέντρωσε λίγους από τη βασιλική ακολουθία καθώς και 4.000 Πέρσες και ξένους μισθοφόρους. Μαζί τους κινήθηκε βιαστικά προς τη Θάψακο, ώστε να παρεμβάλει τον Ευφράτη ανάμεσα στον ίδιο και τον Αλέξανδρο. Οι αυτόμολοι, Αμύντας του Αντιόχου, Αριστομήδης από τις Φερές και Βιάνορας από την Ακαρνανία με 8.000 Έλληνες μισθοφόρους καθώς κι ο Θυμώνδας του Μέντορα κατέβηκαν συντεταγμένοι από τα βουνά στην Τρίπολη (Ταραμπολούς) της Φοινίκης. Βρήκαν στα νεώρια τα πλοία, με τα οποία είχαν έλθει από τη Λέσβο, έκαψαν όσα δεν τους χρειάζονταν και με τα υπόλοιπα διέφυγαν μέσω Κύπρου στην Αίγυπτο. Οι υπόλοιποι υποχώρησαν προς Βορρά και υπό τις διαταγές του πρώην σατράπη Αριαράθη (Αριβαράτ) ανακατέλαβαν μέρος της Παφλαγονίας και της Καππαδοκίας. Η Καππαδοκία κατά το μεγαλύτερο μέρος της επρόκειτο να παραμείνει έξω από την ελληνική κυριαρχία μέχρι το θάνατο του Αλεξάνδρου και την επικύρωσή της στον Ευμένη.

Η νίκη του Αλεξάνδρου στον Πίναρο ήταν τακτική και όχι στρατηγική. Η βασική επιδίωξή του ήταν να κυριαρχήσει σε ολόκληρη την Ασία μετά τη νίκη του και δεν υλοποιήθηκε, διότι ο Δαρείος είχε διαφύγει και πήγαινε να οργανώσει την επόμενη γραμμή αμύνης. Η αξία της νίκης του περιοριζόταν τόσο από το γεγονός ότι η περσική αυτοκρατορία δεν είχε μείνει ακέφαλη όσο και από τις συνθήκες της ίδιας της μάχης. Ο Δαρείος είχε το πλεονέκτημα ότι αρχικά καταδίωξε και αιφνιδίασε τον Αλέξανδρο, ενώ η ήττα του μετριαζόταν επειδή μπορούσε να αποδοθεί στο ακατάλληλο πεδίο της μάχης. Αυτά αποτελούσαν σημαντικά ελαφρυντικά για το Δαρείο. Παράλληλα το ύψος των απωλειών δεν έπαιζε ρόλο για τα βασιλικά στρατεύματα των Περσών. Ο Αλέξανδρος λοιπόν δεν είχε καταφέρει καίριο πλήγμα στον εχθρό, ο οποίος διατηρούσε σχεδόν ακέραιο το βασίλειό του, ανεξάντλητη στρατιωτική δύναμη και αμύθητο πλούτο. Ήταν γνωστό σε όλους ότι ο Δαρείος «δεν θα σταματούσε να μάχεται, αν πρώτα δεν έχανε το φρόνημά του». Αυτό απαιτούσε να ηττηθεί σε μάχη, που θα έδειχνε καθαρά ότι οφείλεται σε δικές του αδυναμίες και δεν θα μπορούσε να αποδοθεί σε άλλους παράγοντες, τους οποίους αν ανέστρεφαν οι Πέρσες θα μπορούσαν να ελπίζουν σε νίκη

Ο Αλέξανδρος έπρεπε πλέον να πάρει το απόφαση ότι η περσική αυτοκρατορία χρειαζόταν περισσότερα από μία ήττα, για να πέσει στα χέρια του, και να αρκεστεί στα βραχυπρόθεσμα οφέλη του. Το πρώτο όφελος ήταν η ενίσχυση του ηθικού των ανδρών του, που εξαρχής ήταν ψηλό. Τώρα είχαν κατατροπώσει τον ίδιο το Μεγάλο Βασιλέα, συνέλαβαν την οικογένειά του και πήραν τους θησαυρούς του. Τίποτα δεν μπορούσε να τους σταματήσει και όλοι οι θησαυροί των εχθρών τους περίμεναν να γίνουν δικοί τους. Το δεύτερο όφελος ήταν ότι ο Δαρείος μετά την προσωπική του ήττα, δεν μπορούσε να κατηγορήσει κανέναν υποτελή του ηγεμόνα, αν παραδινόταν. Δεν προβλεπόταν λοιπόν καμία δυσκολία στη Συρία και τη Φοινίκη. Αντίθετα, καταλαμβάνοντας τη Φοινίκη, ο Αλέξανδρος θα υποχρέωνε τους στόλους των Φοινίκων και των ελληνικών πόλεων της Κύπρου να εγκαταλείψουν τους Πέρσες. Το τρίτο όφελος ήταν ο θάνατος του Σαυάκη, που άφηνε ακέφαλη την Αίγυπτο, ίσως τη σημαντικότερη απ΄ όλες τις σατραπείες. Αυτά καθόρισαν την πορεία του Αλεξάνδρου για τους επόμενους μήνες.

Όσο ο Αλέξανδρος ήταν απασχολημένος με την καθυπόταξη της Κιλικίας, ο Φαρνάβαζος και ο Αυτοφραδάτης ναυλοχούσαν στη Χίο. Άφησαν φρουρά εκεί, έστειλαν μερικά πλοία στην Κω και την Αλικαρνασσό και οι ίδιοι με τα 100 καλύτερα πήγαν στη Σίφνο. Εκεί τους συνάντησε με μία τριήρη ο Άγις, ο βασιλιάς της Σπάρτης. Ζητούσε χρήματα, στρατό και στόλο, για να πολεμήσει τους Μακεδόνες. Στη διάρκεια των διαβουλεύσεων πληροφορήθηκαν με μεγάλη έκπληξη την έκβαση της μάχης της Ισσού και ο Φαρνάβαζος με 12 τριήρεις και 1.500 ξένους μισθοφόρους επέστρεψε στη Χίο, για να αποτρέψει εξέγερση των κατοίκων. Ο Άγις έστειλε στο Ταίναρο, στον αδελφό του, τον Αγησίλαο, 30 αργυρά τάλαντα, 10 τριήρεις και οδηγίες από τους Πέρσες. Ο Αγησίλαος έπρεπε να δώσει στους ναύτες ολόκληρο το μισθό τους (οι Πέρσες ποτέ δεν φείσθηκαν χρημάτων) και το συντομότερο δυνατό να καταλάβει την Κρήτη για λογαριασμό των Περσών. Ο Σπαρτιάτης βασιλιάς αρχικά παρέμεινε επιχειρώντας στα νησιά και αργότερα ακολούθησε τον Πέρση ναύαρχο στην Αλικαρνασσό, η οποία ακόμη δεν είχε καταληφθεί ολοκληρωτικά, για να καταστρώσουν κοινό σχέδιο δράσης.

http://www.alexanderofmacedon.info/greek/B3gr.htm#issus_battle


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου