Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2012

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΙΚΟΣ : Η ΠΡΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΙΣΟΚΡΑΤΟΥΣ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

(ΙΣΟΚΡ 7.1–15) Η ανεπάρκεια της σύγχρονης αθηναϊκής πολιτικής

Μτφρ. Σ. Τζουμελέας. 1949. Ισοκράτους Αρεοπαγιτικός, Περί Ειρήνης. Αρχαίον κείμενον, εισαγωγή, μετάφρασις, σημειώσεις. Αθήνα: Πάπυρος.




Ο Αρεοπαγιτικός γράφηκε μετά το τέλος του Συμμαχικού πολέμου (357–355 π.Χ.), ο οποίος σήμανε τη διάλυση της Β´ Αθηναϊκής συμμαχίας. Σε αυτόν ο Ισοκράτης κάνει έκκληση προς τους συμπολίτες του για αναπροσαρμογή της πολιτικής τους στα εσωτερικά και εξωτερικά θέματα και επιστροφή στις πατροπαράδοτες αρχές διακυβέρνησης της πόλης.

    [1] Πολλοὺς ὑμῶν οἶμαι θαυμάζειν ἥντινά ποτε γνώμην ἔχων περὶ σωτηρίας τὴν πρόσοδον ἐποιησάμην, ὥσπερ τῆς πόλεως ἐν κινδύνοις οὔσης ἢ σφαλερῶς αὐτῇ τῶν πραγμάτων καθεστηκότων, ἀλλ’ οὐ πλείους μὲν τριήρεις ἢ διακοσίας κεκτημένης, εἰρήνην δὲ καὶ τὰ περὶ τὴν χώραν ἀγούσης, καὶ τῶν κατὰ θάλατταν ἀρχούσης, [2] ἔτι δὲ συμμάχους ἐχούσης πολλοὺς μὲν τοὺς ἑτοίμως ἡμῖν, ἤν τι δέῃ, βοηθήσοντας, πολὺ δὲ πλείους τοὺς τὰς συντάξεις ὑποτελοῦντας καὶ τὸ προσταττόμενον ποιοῦντας· ὧν ὑπαρχόντων ἡμᾶς μὲν ἄν τις φήσειεν εἰκὸς εἶναι θαρρεῖν ὡς πόρρω τῶν κινδύνων ὄντας, τοῖς δ’ ἐχθροῖς τοῖς ἡμετέροις προσήκειν δεδιέναι καὶ βουλεύεσθαι περὶ τῆς αὑτῶν σωτηρίας.
[3] Ὑμεῖς μὲν οὖν οἶδ’ ὅτι τούτῳ χρώμενοι τῷ λογισμῷ καὶ τῆς ἐμῆς προσόδου καταφρονεῖτε, καὶ πᾶσαν ἐλπίζετε τὴν Ἑλλάδα ταύτῃ τῇ δυνάμει κατασχήσειν· ἐγὼ δὲ δι’αὐτὰ ταῦτα τυγχάνω δεδιώς. ὁρῶ γὰρ τῶν πόλεων τὰς ἄριστα πράττειν οἰομένας κάκιστα βουλευομένας καὶ τὰς μάλιστα θαρρούσας εἰς πλείστους κινδύνους καθισταμένας. [4] αἴτιον δὲ τούτων ἐστίν, ὅτι τῶν ἀγαθῶν καὶ τῶν κακῶν οὐδὲν αὐτὸ καθ’ αὑτὸ παραγίγνεται τοῖς ἀνθρώποις, ἀλλὰ συντέτακται καὶ συνακολουθεῖ τοῖς μὲν πλούτοις καὶ ταῖς δυναστείαις ἄνοια καὶ μετὰ ταύτης ἀκολασία, ταῖς δ’ἐνδείαις καὶ ταῖς ταπεινότησι σωφροσύνη καὶ πολλὴ μετριότης, [5] ὥστε χαλεπὸν εἶναι διαγνῶναι ποτέραν ἄν τις δέξαιτο τῶν μερίδων τούτων τοῖς παισὶν τοῖς αὑτοῦ καταλιπεῖν. ἴδοιμεν γὰρ ἂν ἐκ μὲν τῆς φαυλοτέρας εἶναι δοκούσης ἐπὶ τὸ βέλτιον ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τὰς πράξεις ἐπιδιδούσας, ἐκ δὲ τῆς κρείττονος φαινομένης ἐπὶ τὸ χεῖρον εἰθισμένας μεταπίπτειν. [6] καὶ τούτων ἐνεγκεῖν ἔχω παραδείγματα πλεῖστα μὲν ἐκ τῶν ἰδιωτικῶν πραγμάτων, πυκνοτάτας γὰρ ταῦτα λαμβάνει τὰς μεταβολάς, οὐ μὴν ἀλλὰ μείζω γε καὶ φανερώτερα τοῖς ἀκούουσιν ἐκ τῶν ἡμῖν καὶ Λακεδαιμονίοις συμβάντων. ἡμεῖς τε γὰρ ἀναστάτου μὲν τῆς πόλεως ὑπὸ τῶν βαρβάρων γεγενημένης διὰ τὸ δεδιέναι καὶ προσέχειν τὸν νοῦν τοῖς πράγμασιν ἐπρωτεύσαμεν τῶν Ἑλλήνων, ἐπειδὴ δ’ ἀνυπέρβλητον ᾠήθημεν τὴν δύναμιν ἔχειν, παρὰ μικρὸν ἤλθομεν ἐξανδραποδισθῆναι·[7] Λακεδαιμόνιοί τε τὸ μὲν παλαιὸν ἐκ φαύλων καὶ ταπεινῶν πόλεων ὁρμηθέντες διὰ τὸ σωφρόνως ζῆν καὶ στρατιωτικῶς κατέσχον Πελοπόννησον, μετὰ δὲ ταῦτα μεῖζον φρονήσαντες τοῦ δέοντος, καὶ λαβόντες καὶ τὴν κατὰ γῆν καὶ τὴν κατὰ θάλατταν ἀρχήν, εἰς τοὺς αὐτοὺς κινδύνους κατέστησαν ἡμῖν.
[8] Ὅστις οὖν εἰδὼς τοσαύτας μεταβολὰς γεγενημένας καὶ τηλικαύτας δυνάμεις οὕτω ταχέως ἀναιρεθείσας πιστεύει τοῖς παροῦσι, λίαν ἀνόητός ἐστιν, ἄλλως τε καὶ τῆς μὲν πόλεως ἡμῶν πολὺ καταδεέστερον νῦν πραττούσης ἢ κατ’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον, τοῦ δὲ μίσους τοῦ τῶν Ἑλλήνων καὶ τῆς ἔχθρας τῆς πρὸς βασιλέα πάλιν ἀνακεκαινισμένης, ἃ τότε κατεπολέμησεν ἡμᾶς.
[9] Ἀπορῶ δὲ πότερον ὑπολάβω μηδὲν μέλειν ὑμῖν τῶν κοινῶν πραγμάτων, ἢ φροντίζειν μὲν αὐτῶν,
εἰς τοῦτο δ’ ἀναισθησίας ἥκειν ὥστε λανθάνειν ὑμᾶς εἰς ὅσην ταραχὴν ἡ πόλις καθέστηκεν. ἐοίκατε
γὰρ οὕτω διακειμένοις ἀνθρώποις, οἵτινες ἁπάσας μὲν τὰς πόλεις τὰς ἐπὶ Θρᾴκης ἀπολωλεκότες, πλείω δ’ ἢ χίλια τάλαντα μάτην εἰς τοὺς ξένους ἀνηλωκότες, [10] πρὸς δὲ τοὺς Ἕλληνας διαβεβλημένοι καὶ τῷ βαρβάρῳ πολέμιοι γεγονότες, ἔτι δὲ τοὺς μὲν Θηβαίων φίλους σῴζειν ἠναγκασμένοι, τοὺς δ’ ἡμετέρους αὐτῶν συμμάχους ἀπολωλεκότες, ἐπὶ τοιαύταις πράξεσιν εὐαγγέλια μὲν δὶς ἤδη τεθύκαμεν, ῥᾳθυμότερον δὲ περὶ αὐτῶν ἐκκλησιάζομεν τῶν πάντα τὰ δέοντα πραττόντων.

[11] Καὶ ταῦτ’ εἰκότως καὶ ποιοῦμεν καὶ πάσχομεν οὐδὲν γὰρ οἷόν τε γίγνεσθαι κατὰ τρόπον τοῖς μὴ καλῶς περὶ ὅλης τῆς διοικήσεως βεβουλευμένοις, ἀλλ’ ἂν καὶ κατορθώσωσι περί τινας τῶν πράξεων ἢ διὰ τύχην ἢ δι’ἀνδρὸς ἀρετήν, μικρὸν διαλιπόντες πάλιν εἰς τὰς αὐτὰς ἀπορίας κατέστησαν. καὶ ταῦτα γνοίη τις ἂν ἐκ τῶν περὶ ἡμᾶς γεγενημένων. [12] ἁπάσης γὰρ τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τὴν πόλιν ἡμῶν ὑποπεσούσης καὶ μετὰ τὴν Κόνωνος ναυμαχίαν καὶ μετὰ τὴν Τιμοθέου στρατηγίαν, οὐδένα χρόνον τὰς εὐτυχίας κατασχεῖν ἠδυνήθημεν, ἀλλὰ ταχέως διεσκαριφησάμεθα καὶ διελύσαμεν αὐτάς. πολιτείαν γὰρ τὴν ὀρθῶς ἂν τοῖς πράγμασι χρησομένην οὔτ’ ἔχομεν οὔτε καλῶς ζητοῦμεν. [13] καίτοι τὰς εὐπραγίας ἅπαντες ἴσμεν καὶ παραγιγνομένας καὶ παραμενούσας οὐ τοῖς τὰ τείχη κάλλιστα καὶ μέγιστα περιβεβλημένοις, οὐδὲ τοῖς μετὰ πλείστων ἀνθρώπων εἰς τὸν αὐτὸν τόπον συνηθροισμένοις, ἀλλὰ τοῖς ἄριστα καὶ σωφρονέστατα τὴν αὑτῶν πόλιν διοικοῦσιν. [14] ἔστι γὰρ ψυχὴ πόλεως οὐδὲν ἕτερον ἢ πολιτεία, τοσαύτην ἔχουσα δύναμιν ὅσην περ ἐν σώματι φρόνησις. αὕτη γάρ ἐστιν ἡ βουλευομένη περὶ ἁπάντων, καὶ τὰ μὲν ἀγαθὰ διαφυλάττουσα, τὰς δὲ συμφορὰς διαφεύγουσα. ταύτῃ καὶ τοὺς νόμους καὶ τοὺς ῥήτορας καὶ τοὺς ἰδιώτας ἀναγκαῖόν ἐστιν ὁμοιοῦσθαι καὶ πράττειν οὕτως ἑκάστους οἵαν περ ἂν ταύτην ἔχωσιν. [15] ἧς ἡμεῖς διεφθαρμένης οὐδὲν φροντίζομεν, οὐδὲ σκοποῦμεν ὅπως ἐπανορθώσομεν αὐτήν· ἀλλ’ ἐπὶ μὲν τῶν ἐργαστηρίων καθίζοντες κατηγοροῦμεν τῶν καθεστώτων, καὶ λέγομεν ὡς οὐδέποτ’ ἐν δημοκρατίᾳ κάκιον ἐπολιτεύθημεν, ἐν δὲ τοῖς πράγμασιν καὶ ταῖς διανοίαις αἷς ἔχομεν μᾶλλον αὐτὴν ἀγαπῶμεν τῆς ὑπὸ τῶν προγόνων καταλειφθείσης.

ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

Νομίζω ότι πολλοί από σας απορούν (διερωτώμενοι) τι άρα γε σκεπτόμενος παρουσιάσθην ενώπιόν σας να ομιλήσω περί σωτηρίας, ωσάν να ευρίσκετο η πόλις εις κίνδυνον ή ωσάν να έχουν περιέλθη τα πράγματα αυτής εις επισφαλή κατάστασιν, και ωσάν να μη είχε μεν η πόλις περισσότερα από διακόσια πολεμικά πλοία, ωσάν να μη είχεν δε ειρήνην κατά ξηράν, και να μη εκυριάρχει της θαλάσσης, προσέτι δε σαν να μη είχε συμμάχους πολλούς μεν να μας βοηθήσουν προθύμως, αν παρουσιασθή ανάγκη, πολύ δε περισσοτέρους εκείνους, οι οποίοι πληρώνουν τους φόρους και εκτελούν τας διαταγάς της πόλεως. Αφού έχομεν αυτά, ημπορεί κανείς να είπη ότι ημείς μεν φυσικόν είναι να έχωμεν θάρρος, διότι οι κίνδυνοι είναι πολύ μακράν (διότι ουδόλως κινδυνεύομεν), ότι δε οι εχθροί μας πρέπει να φοβούνται και να σκέπτωνται περί της σωτηρίας των.
Γνωρίζω βέβαια ότι σεις, κατ' αυτόν τον τρόπον σκεπτόμενοι, και την ενώπιόν σας παρουσίαν μου περιφρονείτε, και ελπίζετε ότι διά της δυνάμεως ταύτης θα γίνετε κύριοι ολοκλήρου της Ελλάδος· εγώ όμως ακριβώς δι' αυτά φοβούμαι. Διότι βλέπω ότι, όσαι πόλεις φαντάζονται πως ευρίσκονται εις αρίστην κατάστασιν, σκέπτονται κάκιστα, και όσαι έχουν πολύ μεγάλο θάρρος (βλέπω) ότι περιπίπτουν εις πολλούς κινδύνους. Αιτία δε τούτων είναι το εξής, ότι δηλαδή από τας ευτυχίας και τας δυστυχίας ουδεμία έρχεται μόνη εις τους ανθρώπους, αλλ' ότι είναι μαζί, και ότι ακολουθεί τον μεν πλούτον και την μεγάλην δύναμιν αφροσύνη και μαζί με αυτήν ακολασία, ότι δε την ένδειαν και την ταπεινοφροσύνην την ακολουθούν η σωφροσύνη και η μεγάλη μετριοφροσύνη, ώστε είναι δύσκολον να διαγνώση κανείς ποίαν εκ των μερίδων τούτων θα εδέχετο να αφήση εις τα παιδιά του. Διότι δυνάμεθα να ίδωμεν ότι εξ εκείνης μεν της μερίδος, που θεωρείται ταπεινοτέρα, αι πράξεις ως επί το πολύ προκόπτουν, εξ εκείνης δε που φαίνεται ανωτέρα, ότι μεταπίπτουν συνήθως εις το χειρότερον. Και δύναμαι να φέρω παραδείγματα της τοιαύτης μεταπτώσεως, πλείστα μεν εκ του ιδιωτικού βίου των ανθρώπων, διότι εις αυτόν συμβαίνουν μεταβολαί συχνότατα, αλλ' όμως (δύναμαι να φέρω παραδείγματα) μεγαλύτερα και φανερώτερα διά τους ακούοντας, εκείνα που συνέβησαν εις ημάς και εις τους Λακεδαιμονίους.
Ημείς δηλαδή, ότε η πόλις μας κατεστράφη υπό των βαρβάρων, εγίναμε πρώτοι των Ελλήνων, διότι εφοβούμεθα και αγρύπνως παρακολουθούσαμεν την εξέλιξην των πραγμάτων, όταν δε ενομίσαμεν ότι έχομεν ακαταμάχητον δύναμιν παρ' ολίγον να εξανδραποδισθώμεν. Και οι Λακεδαιμόνιοι εκκινήσαντες την παλαιάν εποχήν από πόλεις μικράς και ασημάντους, επειδή έζων σωφρόνως και στρατιωτικώς, κατέλαβον την Πελοπόννησον, μετά ταύτα δε υπερηφανευθέντες περισσότερον από όσον έπρεπε και λαβόντες την κατά ξηράν και θάλασσαν ηγεμονίαν της Ελλάδος περιήλθον εις τους ιδίους κινδύνους εις τους οποίους και ημείς έχομεν περιέλθει.
Όποιος λοιπόν, ενώ γνωρίζει ότι έχουν γίνει τόσον μεγάλαι μεταβολαί και ότι έχουν αφανισθή τόσον μεγάλαι δυνάμεις τόσον ταχέως, πιστεύει εις την παρούσαν κατάστασιν, είναι πολύ ανόητος, και μάλιστα αφού η πόλις μας ευρίσκεται μεν εις πολύν χειροτέραν κατάστασιν τώρα παρά κατ' εκείνον τον χρόνον, έχει δε ανανεωθή πάλιν το μίσος των Ελλήνων και η εκ μέρους του βασιλέως της Περσίας έχθρα, τα οποία τότε μας κατεπολέμησαν.
Ευρίσκομαι δε εις απορίαν τι να υποθέσω, ότι δηλαδή δεν ενδιαφέρεσθε διά την πόλιν ή ενδιαφέρεσθε μεν δι' αυτήν, εφθάσατε όμως εις τοιαύτην αναισθησίαν, ώστε δεν καταλαβαίνετε εις πόσην σύγχυσιν (ταραχήν, φόβον) έχει φθάσει η πόλις. Διότι ομοιάζετε με ανθρώπους ευρισκομένους εις τοιαύτην ψυχικήν κατάστασιν, ώστε, αν και έχετε χάσει όλας τας εις την Θράκην πόλεις, αν και έχετε δε εξοδεύσει ματαίως περισσότερα από χίλια τάλαντα διά την συντήρησιν μισθοφορικών στρατευμάτων, αν και έχετε διαβληθή εις τους Έλληνας, και έχετε γίνει εχθροί του βασιλέως των Περσών, προσέτι δε, αν και έχετε αναγκασθή να σώζετε τους φίλους των Θηβαίων και έχετε χάσει τους συμμάχους σας, διά τοιαύτας πράξεις έχετε προσφέρει δύο φοράς έως τώρα ευχαριστηρίους θυσίας διά καλάς αγγελίας, με μεγαλυτέραν δε ραθυμίαν περί των ζητημάτων αυτών εις την συνέλευσιν του λαού συζητείτε από εκείνους που πράττουν όλα όσα πρέπει.
Και ταύτα ευλόγως και πράττομεν και πάσχομεν· διότι ουδέν είναι δυνατόν να πράξουν όπως πρέπει, εκείνοι που δεν σκέπτονται ορθώς περί όλης της διοικήσεως, αλλά και αν έχουν καμμίαν επιτυχίαν ή εκ τύχης, ή εξ αιτίας της ικανότητος ενός μόνου ανδρός μετά παρέλευσιν ολίγου χρόνου πάλιν εις τας ιδίας δυσχερείας περιέρχονται. Και ταύτα ημπορεί κανείς να εννοήση από όσα συμβαίνουν εις ημάς.
Αν και περιήλθε δηλαδή ολόκληρος η Ελλάς υπό την εξουσίαν μας και μετά την ναυμαχίαν του Κόνωνος και μετά την στρατηγίαν του Τιμοθέου ουδέ στιγμήν ηδυνήθημεν να κρατήσωμεν την ευτυχίαν ταύτην, αλλ' αμέσως την εσκορπίσαμεν και την διελύσαμεν. Διότι ούτε έχομεν πολίτευμα το οποίον θα ηδύνατο να χρησιμοποιήση ορθώς τα συμβάντα εις την πόλιν, ούτε καλώς ζητούμεν (τοιούτον πολίτευμα). Και όμως γνωρίζομεν όλοι ότι η ευδαιμονία αποκτάται και παραμένει όχι εις εκείνους που έχουν πόλεις περιβαλλομένας με μεγάλα και δυνατά φρούρια, ουδέ τους κατοικούντας πολυανθρώπους πόλεις, αλλ' εις εκείνους που διοικούν την πόλιν των κάλλιστα και σωφρονέστατα. Διότι τίποτα άλλο δεν είναι ψυχή της πόλεως παρά μόνον το πολίτευμα, το οποίον έχει τόσον μεγάλην δύναμιν, όσην δύναμιν αναντιρρήτως έχει εις το σώμα η φρόνησις. Διότι αύτη (η πολιτεία) και σκέπτεται περί πάντων, και τα μεν αγαθά διαφυλάττει, τας δε συμφοράς διαφεύγει. Αναγκαίον είναι και οι νόμοι και οι πολιτευόμενοι και οι απλοί πολίται προς ταύτην να εξομοιούνται και να ενεργούν σύμφωνα με το πολίτευμα που έχουν. Δι' αυτό το πολίτευμα ημείς ουδεμίαν φροντίδα λαμβάνομεν, αν και έχει διαφθαρή, αλλά καθήμενοι εις τα διάφορα εργαστήρια κατηγορούμεν την κατάστασιν της πόλεως και λέγομεν ότι ουδέποτε εκυβερνήθημεν χειρότερον εν καιρώ δημοκρατίας, διά τας επιχειρήσεις μας όμως και τας επιδιώξεις μας περισσότερον αγαπώμεν το σημερινόν πολίτευμά μας, από εκείνο που μας αφήκαν οι πρόγονοί μας.

 http://www.greek-language.gr/greekLang/ancient_greek/tools/corpora/anthology/content.html?m=1&t=234

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου