Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΟΥΝΑΡΗΣ : Ο ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΕΞΙΑΣ

Του Χρήστου Χαρίτου

Ο Δημήτριος Γούναρης εκλέχθηκε για πρώτη φορά βουλευτής στην Πάτρα στις 20 Νοεμβρίου 1902. Αξίζει να τονισθεί, ότι εκλέχθηκε ως ανεξάρτητος βουλευτής, μη δεχόμενος να συμπεριληφθεί στις λίστες των δύο μεγάλων κομμάτων της εποχής του, του Νεωτερικού Κόμματος του Γεωργίου Θεοτόκη και του Εθνικού Κόμματος του Θεόδωρου Δεληγιάννη. Οι σπουδές του σε Γερμανία και Γαλλία τού προσέφεραν την ευκαιρία να δει από κοντά την ευρωπαϊκή πραγματικότητα, η οποία απείχε παρασάγγας από το ελλαδικό κρατικό μόρφωμα, που είχε από τότε την φαυλοκρατία και τον νεποτισμό ως χαρακτηριστικά του.
Τα αναμορφωτικά του γνωρίσματα φάνηκαν αμέσως. Το 1906 ζήτησε να καθιερωθεί το μονοεδρικό εκλογικό σύστημα, ώστε τα κόμματα να επιλέγουν τους καλύτερους ως υποψηφίους. Τον Ιούνιο του 1908 έγινε υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Θεοτόκη. Ήταν ο υπουργός που καθιέρωση την φορολογία των ανωνύμων εταιριών και την υποχρεωτική δημοσίευση των ισολογισμών. Η πολιτική υπονόμευση που δέχθηκε για αυτά τα ριζοσπαστικά για την εποχή του μέτρα, τον οδήγησε σε παραίτηση το 1909. Το κίνημα στο Γουδί τον βρήκε αντίθετο, όχι ως προς τις διακηρύξεις, αλλά ως προς τον εξωθεσμικό του χαρακτήρα. Ο ίδιος ήταν πιστός κοινοβουλευτικός, βλέποντας όμως και πολεμώντας τις παθογένειες του συστήματος.
Η σύγκρουσή του με τον Βενιζέλο εκδηλώθηκε με σφοδρότητα το 1914, όταν ο Βενιζέλος προσπάθησε να απαγορέψει με διάφορες διατάξεις το δικαίωμα της απεργίας. Ο Γούναρης υπερασπίσθηκε το δικαίωμα απεργίας των εργατών στο όνομα των χριστιανικών αξιών, εκθειάζοντας παράλληλα την κοινωνική πολιτική του Βίσμαρκ στην Γερμανία. Σε αντιπαράθεση με τον Βενιζέλο, ίδρυσε το Κόμμα Εθνικοφρόνων το 1915. Την ίδια περίοδο (1916), ο Νικόλαος Στράτος ίδρυσε το Εθνικό Συντηρητικό Κόμμα, ολοκληρώνοντας το εύρος των πρώτων δεξιών κομμάτων στην Ελλάδα.
Στα χρόνια του εθνικού διχασμού στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Γούναρης συντάχθηκε με τον βασιλιά Κωνσταντίνο και το αντιβενιζελικό στρατόπεδο, γιατί έβλεπε την «ουδετερότητα» ως πιο εθνικά ωφέλιμη, καθώς η Αντάντ δεν διασφάλιζε τα βόρεια σύνορά μας έναντι της Βουλγαρίας. Η δικαίωση του Κωνσταντίνου αποδείχθηκε και στην άρνηση της Ελλάδος να συνδράμει την Αντάντ στην απόβαση της Καλλιπόλεως, κατόπιν αρνητικής στρατιωτικής εισηγήσεως του Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος προείδε την συντριβή των Συμμάχων. Ο Γούναρης ορκίσθηκε πρωθυπουργός τον Φεβρουάριο του 1915, αλλά ηττήθη στις εκλογές του Μαΐου.
Το απόλυτο χάσμα με τον Βενιζέλο προκλήθηκε στα Νοεμβριανά του 1916, όταν ο Βενιζέλος με τις αγγλογαλλικές ξιφολόγχες χώρισε την Ελλάδα στα δύο και ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 1917, με την εξορία των Γούναρη, Μεταξά, Δραγούμη στην Κορσική ως «γερμανόφιλων», ασκώντας κατ’ ουσίαν ο Βενιζέλος δικτατορικές εξουσίες. Οι δήθεν δημοκρατικές καταβολές της «μεγάλης δημοκρατικής παρατάξεως» είναι μεγάλο ψέμμα και αποδεικνύεται με το πλήθος των πραξικοπημάτων που έπραξε το 1922, το 1925, το 1933 και το 1935.
Ο Γούναρης επανήλθε στην Ελλάδα από την εξορία, λίγο προ των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου 1920. Έχοντας ιδρύσει το Λαϊκό Κόμμα στις 17 Οκτωβρίου, σήκωσε όλο το βάρος της δεξιάς «Ηνωμένης Αντιπολιτεύσεως». Αξίζει να τονισθεί, ότι τα λαϊκά κόμματα ιδρύθηκαν στην Ευρώπη την δεκαετία 1910-20, υπό τις ευλογίες της Καθολικής εκκλησίας, στον αντίποδα των σοσιαλιστικών κομμάτων. Η διαφορά με τα φιλελεύθερα κόμματα ήταν ότι τα λαϊκά ήταν συντηρητικά και κοινωνικώς διαταξικά, καθώς αγκάλιαζαν τα φτωχά κοινωνικά στρώματα.
Ο Γούναρης ορκίσθηκε πρωθυπουργός στις 26 Μαρτίου 1921. Αφοσιώθηκε ψυχή τε και σώματι στον Μικρασιατικό αγώνα. Παρέλαβε τον Ελληνικό στρατό στους 80.000 άνδρες και τον αύξησε στους 220.000 το 1922, καλώντας στα όπλα πέντε επιπλέον κλάσεις Ελλήνων. Το γεωπολιτικό περιβάλλον όμως είχε αλλάξει άρδην. Γαλλία και Ιταλία έπαιρναν ανοικτά πλέον το μέρος της Τουρκίας, η Αγγλία κρατούσε επαμφοτερίζουσα στάση, ενώ οι μπολσεβίκοι του Λένιν ενίσχυαν συνεχώς τον τουρκικό στρατό, ανταποδίδοντας την αποστολή του Ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στον Ρωσικό εμφύλιο από τον Βενιζέλο.
Στο εσωτερικό τα πράγματα ήταν απελπιστικά. Ο στρατός και οι Έλληνες είχαν κουρασθεί να πολεμάνε συνεχώς μία δεκαετία, το ΣΕΚΕ (ΚΚΕ) υπονόμευε ανοικτά τον εθνικό αγώνα, τα δημόσια οικονομικά είχαν καταρρεύσει, με την απέλπιδα πατέντα του υπουργού Οικονομικών Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη να κόψει το νόμισμα στην μέση, για να τιθασευθεί ο πληθωρισμός.
Στην διάρκεια της πρωθυπουργίας του, ο Γούναρης έφερε προς ψήφιση «επαναστατικούς» νόμους, τους οποίους έριξε στην λήθη η Μικρασιατική καταστροφή. Τον Αγροτικό Ν. 2922/22 υπέρ των ακτημόνων, «για την αθρόα αναγκαστική απαλλοτρίωση τσιφλικιών και μοναστηριακών περιουσιών», κάτι που ουδέποτε τόλμησε ο Βενιζέλος. Τον θεμελιώδη Ν. 2868/22, «για την υποχρεωτική ασφάλιση των εργαζομένων», λέγοντας στην Βουλή ότι «εν Ελλάδι δεν υπάρχουν εργάται, ως ελεύθερα όντα, αλλά είλωτες». Για να του επιτεθεί η βενιζελική Εστία γράφοντας ότι «ο κ. Γούναρης κήρυξε τα Σοβιέτ»!
Και όχι μόνο αυτά. Ο Γούναρης έφερε στην Βουλή το δικαίωμα ψήφου των γυναικών. Ο νόμος όμως δεν ψηφίσθηκε, καθώς οι βουλευτές του Βενιζέλου το καταψήφισαν! Έπρεπε να περιμένουν οι γυναίκες μία άλλη δεξιά κυβέρνηση, του στρατάρχη Παπάγου, για να λάβουν εκλογικά δικαιώματα. Και ο Γούναρης νομοθέτησε την δυνατότητα δημοψηφίσματος, παραχωρώντας την στον Βασιλιά, στην Βουλή και στον λαό.
Αν το 10% των εχόντων δικαίωμα ψήφου συνέλεγε υπογραφές για ένα θέμα, μπορούσε άνευ άλλου εμποδίου να το θέσει σε δημοψήφισμα. Επίσης, αν η Βουλή ψήφιζε ένα νόμο και ο λαός οδηγούσε σε δημοψήφισμα αυτό τον νόμο και επικρατούσε η γνώμη του λαού, τότε ο νόμος της κυβερνήσεως ακυρωνόταν. Αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, πρωτόγνωρες στην Ευρώπη, εν καιρώ πολέμου.
Με το Κίνημα των Πλαστήρα-Γονατά, οι φίλοι του τον παρότρυναν να φύγει στο εξωτερικό. Ο ίδιος το αρνήθηκε, χωρίς δεύτερη σκέψη. Η δίκη-παρωδία των 6 από τους βενιζελικούς τον καταδίκασε σε θάνατο, «για εσχάτη προδοσία»! Οι τελευταίες του στιγμές ήταν συγκλονιστικές. Ζήτησε ο ίδιος να του κάνουν ένεση προκειμένου να μπορεί να σταθεί στα πόδια του, καθώς ήταν κλινήρης με 40 πυρετό και πήγε υποβασταζόμενος στον τόπο εκτελέσεώς του στο Γουδί. Την τεράστια βιβλιοθήκη του την άφησε στον Δήμο Πατρέων.
Ένας μέρος της πολιτικής του κληρονομιάς συνέχισε ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, υιός της αδελφής του, ο οποίος και ποτέ δεν συγχώρησε τον νεορκισθέντα βασιλιά Γεώργιο Β’, θεωρώντας ότι έπρεπε να παραιτηθεί από τον θρόνο όταν ανακοινώθηκε από το στρατοδικείο η προειλημμένη απόφαση για την εκτέλεση των 6, προκαλώντας με αυτό τον τρόπο την αναβολή των εκτελέσεων. Ανάλογη μαρτυρία παραθέτει ο Θεόδωρος Τουρκοβασίλης, νέος βουλευτής τότε του Λαϊκού Κόμματος.
Η λήθη της πολιτείας και της προσφοράς του Δημητρίου Γούναρη είναι ίδιον γνώρισμα της Ελληνικής Δεξιάς, η οποία έχει τεράστιο έλλειμμα ιστορικής και ιδεολογικής συνειδήσεως. Και ο εθνικιστικός χώρος όμως δεν έχει ενσκήψει σε πρόσωπα και καταστάσεις που νοηματοδότησαν την ευρύτερη εθνική ιδεολογική ταυτότητα, με αποτέλεσμα η αριστερά να έχει κατισχύσει στην διαμόρφωση της νεοελληνικής ιστορίας.
Τα λόγια του Δημητρίου Γούναρη παραμένουν σήμερα προκλητικά επίκαιρα: «Οι πολιτικοί άνδρες έρχονται και παρέρχονται. Μένει αναλλοίωτος η μία και αιωνία ιδέα της πατρίδος». Αυτό ας το έχουν πάντα στο μυαλό τους, όσοι πολιτεύονται στο όνομα του έθνους. 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο φύλλο της Δευτέρας 26 Νοεμβρίου 2012 της εφημερίδας Ελεύθερη Ώρα.  

http://www.metopo.gr/article.php?id=5650


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου