Πέμπτη, 29 Νοεμβρίου 2012

ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΤΟΥ Β' (360-336 π.Χ.)

FILIPPOS05-s.jpg
H άνοδος της Μακεδονίας από την κατάσταση της πολιτικής αστάθειας (και της παρεπόμενης εξαρτήσεως) στην πρώτη ελληνική δύναμη, ως επίτευγμα του Φιλίππου, αποτελεί, ως γνωστόν, ένα από τα χαρακτηριστικότερα δείγματα του καθοριστικού ρόλου της μεγάλης προσωπικότητος στην Ιστορία. Σαφείς πολιτικοί στόχοι, ακαταπόνητη δραστηριότητα για την επίτευξή τους, οργανωτικό ταλέντο, επιδεξιότητα της πολιτικής συμπεριφοράς προς υπηκόους και αντιπάλους, πνευματική ευστροφία (στην οποία δεν έλειπε το χιούμορ) είναι τα αναμφισβήτητα γνωρίσματα του Φιλίππου ως μεγάλης προσωπικότητος, αναμφισβήτητα και για τον λόγο ότι τα ομολογεί, με τον δικό του τρόπο, ο κορυφαίος αντίπαλός του Δημοσθένης. Εξάλλου, ο σύγχρονός του ιστορικός Θεόπομπος από τη Χίο χαρακτήριζε (στο έργο του «Μακεδονικά» που δυστυχώς δεν έχει σωθεί) τον Φίλιππο ως τον μεγαλύτερο πολιτικό άνδρα της Ευρώπης (FGrH 115 F27). Σύμφωνα με τη σύντομη φράση την οποία παραθέτει ο Πολύβιος (VIII.9, 1), «ποτέ η Ευρώπη δεν ανέδειξε τέτοιον άνδρα, σαν τον γιο του Αμύντα, τον Φίλιππο».
Η Μακεδονία έπρεπε αλλά και μπορούσε -με τις προϋποθέσεις που είχε (πολυάριθμο έμψυχο δυναμικό και αρκετές πρώτες ύλες)- να γίνει ισχυρή Δύναμη, πρώτα-πρώτα για να αποτρέψει αποτελεσματικά στο μέλλον τις εισβολές των γειτονικών φύλων, από τις οποίες είχε οδυνηρές εμπειρίες· δεύτερον, για να επιτύχει την κρατική της συνοχή, με την κατάλυση του Χαλκιδικού Κοινού και την ενσωμάτωση των πόλεων της Πύδνας και Μεθώνης, που βρίσκονταν και αυτές στο κεντρικό τμήμα της καθώς και της Αμφίπολης (το 357 π.Χ.)· και με όλα αυτά να παίξει ηγετικό ρόλο στη Νότιο Ελλάδα, τον οποίο καθιστούσε δυνατό ―αλλά και αναγκαίο― η πολιτική αδυναμία των ελληνικών πόλεων-κρατών· εξαιτίας αυτής της αδυναμίας, ο Πέρσης μονάρχης διατηρούσε τον ρυθμιστικό ρόλο των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων που είχε αποκτήσει με την Ανταλκίδειο Ειρήνη, το 386 π.Χ. Οι τρεις αυτοί στόχοι, εύλογοι από τις εμπειρίες της εποχής, καθορίζουν, με τη σειρά που αναφέρθηκαν, τη δράση του Φιλίππου στο διάστημα των είκοσι τεσσάρων ετών της βασιλείας του.
Τις ηγετικές του ικανότητες επέδειξε ο Φίλιππος μόλις ανέλαβε την εξουσία, την χρονιά της μεγάλης κρίσεως (360/359 π.Χ.): πέτυχε την αποχώρηση των Παιόνων έναντι χρηματικού ποσού, ενώ με τον ίδιο τρόπο έπεισε τους Θράκες να αποσύρουν την υποστήριξή τους από τον ανταπαιτητή του θρόνου Παυσανία (Διόδ. XVI 3, 4). από τους δύο άλλους, τον μεν Αρχέλαο συνέλαβε και θανάτωσε, ενώ τον Αργαίο, που εισέβαλε με την βοήθεια των Αθηναίων στη Μακεδονία φθάνοντας από τη Μεθώνη έως τις Αιγές (Διόδ. XVI 2, 5-6), νίκησε με αιφνιδιαστική επίθεση. Με 10.000 άνδρες πεζούς και 600 ιππείς εισέβαλε τον επόμενο χρόνο στην Ιλλυρία ( Διοδ. XVI 4, 3) και με μία αποφασιστικής σημασίας νίκη έγινε κύριος όλης της Άνω Μακεδονίας, έτσι ώστε τα μακεδονικά φύλα της περιοχής να υπαχθούν διοικητικά πλήρως στο μακεδονικό κράτος (Διόδ. XVI 4,7· 8, 1). Σε χρονικό διάστημα λιγότερο από δύο έτη, η έκταση και ο πληθυσμός του βασιλείου διπλασιάσθηκαν. Δύο χρόνια αργότερα, το 356 π.Χ., ο Φίλιππος παίρνει τον τίτλο του βασιλέως (με τη συναίνεση του Αμύντα, που αποσύρεται στην ιδιωτική ζωή).
Με επιτυχείς εκστρατείες που έλαβαν χώρα στα επόμενα είκοσι χρόνια και ενώ ο Φίλιππος είχε εμπλακεί στην αναμέτρηση με την Αθήνα, η μακεδονική επικυριαρχία εδραιώθηκε σε ολόκληρη την Βαλκανική: η άμεση εξάρτηση (από το 356 π.Χ.) των Παιόνων από το μακεδονικό κράτος (αργότερα μετέχουν στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου), η ίδρυση της Ηράκλειας (σημ. Μοναστήρι) στη Λυγκηστίδα το 344 π.Χ., των Φιλίππων το 356 π.Χ. και της Φιλιππούπολης το 342/1 π.Χ., η επέκταση της μακεδονικής επιρροής στα παράλια της Θράκης έως τον Ελλήσποντο (351 π.Χ.), η κατάληψη της Ολύνθου το 348 π.Χ. και οι νίκες εναντίον των Σκυθών και των Τριβαλλών κατά την εκστρατεία στον Δούναβη (339 π.Χ.) είναι τα χαρακτηριστικά δείγματα αυτής της ανόδου, που επιτελείται από έναν λαό με την αντοχή και την αυτοπεποίθηση την οποία δημιουργεί η παρουσία ενός ικανού ηγέτη, όταν μάλιστα αυτός μοιράζεται όλες τις κακουχίες του πολέμου. Με την άνοδο στον θρόνο της Ηπείρου του γαμπρού του Φιλίππου Αλεξάνδρου, αδελφού της συζύγου του Ολυμπιάδος, το 342 π.Χ. και τη νίκη κατά των Φωκέων τον ίδιο χρόνο, η μακεδονική επιρροή έφθανε από τις ακτές της Αδριατικής έως τον Ελλήσποντο και από τον Δούναβη ως τις Θερμοπύλες. Τέσσερα χρόνια αργότερα, με τη νίκη στη Χαιρώνεια (τον Σεπτέμβριο του 338 π.Χ.) κατά των Αθηναίων και των Θηβαίων, η Μακεδονία έγινε η μόνη ηγετική δύναμη στην Ελλάδα. Ήταν το αναμενόμενο επακόλουθο των επιτυχιών του Φιλίππου, που σύμφωνα με την αντίληψη του Μακεδόνος βασιλέως και της φιλομακεδονικής παρατάξεως στην Αθήνα (από το 346 π.Χ.), δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τη σύγκρουση. Η εξέλιξη αυτή οφειλόταν στην αντίθετη αντίληψη ή ακριβέστερα ιδεολογία, η οποία υποστηριζόταν από την αντιμακεδονική παράταξη και προβαλλόταν με το ρητορικό ταλέντο του κορυφαίου εκπροσώπου της, Δημοσθένη.
Στην ιδεολογία αυτή, κατά την οποία η Αθήνα μπορούσε να ανακτήσει τον ηγετικό ρόλο που είχε ενάμιση αιώνα πριν, αντίκειτο η πραγματικότητα, όπως αυτή διαμορφώθηκε με την εμφάνιση του Φιλίππου. Με την αναδιοργάνωση του στρατού που πραγματοποίησε ο Μακεδόνας βασιλιάς (καθιέρωση της γενικής στρατιωτικής θητείας, δημιουργία της φάλαγγος των σαρισοφόρων οπλιτών, συνδυασμός των διαφόρων όπλων, επιλογή ικανών ηγετικών στελεχών από όλες τις περιοχές της χώρας), σε συνδυασμό με την αυτοπεποίθηση του λαού και την αποτελεσματικότητα του ηγέτη όπως και τα άφθονα οικονομικά μέσα, αυτός ο ηγετικός ρόλος ανήκε στην ανερχόμενη νέα ελληνική δύναμη του Βορρά.
Το γεγονός ότι παρ' όλα αυτά ο Δημοσθένης και οι ομοϊδεάτες του πολιτικοί υποστήριζαν την άκαμπτη αντίσταση, είχε -εκτός από την ιδεολογική φόρτιση- και ένα ρεαλιστικό στοιχείο, που προερχόταν από τη γνώση της ιστορίας της Μακεδονίας. Αν η προκοπή της χώρας εξαρτιόταν από την παρουσία του ικανού βασιλέα και ο Μακεδόνας βασιλιάς έπεφτε θύμα δολοφονίας, οι Αθηναίοι έπρεπε να αντισταθούν, προσδοκώντας σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της χώρας. Γι' αυτόν τον λόγο, ο Δημοσθένης με την είδηση της δολοφονίας του Φιλίππου (το 336 π.Χ.) εμφανίσθηκε με το λευκό ένδυμα της χαράς, μολονότι λίγο πριν είχε πεθάνει η κόρη του (Αισχίνης, Κατά Κτησιφώντος, 77, Πλούταρχος, Δημοσθένης, 22.1-2.). Εκείνο που δεν μπορούσε ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος να προβλέψει, ήταν ότι ο νέος Μακεδόνας βασιλιάς θα αναδεικνύονταν σε μία από τις μεγαλύτερες ηγετικές προσωπικότητες της Ιστορίας.
Η πολιτική της άκαμπτης αντιστάσεως αυτή καθ' εαυτή όμως, εκτός από τις δυσκολίες που εμφάνιζε στην εφαρμογή της ―με την ιδεολογία της αναβιώσεως της αθηναϊκής ηγεμονίας, η οποία την χαρακτήριζε― δεν αποτελούσε λύση στην πολιτική κρίση του ελληνικού κόσμου τον Δ΄ αιώνα. Εποικοδομητική λύση αποτελούσε, αντίθετα, η σύλληψη της ιδέας της «Ελληνικής Ομοσπονδίας» (Κοινόν των Ελλήνων), η οποία ιδρύθηκε από τον Φίλιππο μετά τη μάχη της Χαιρώνειας, κατά το Συνέδριο της Κορίνθου (337 π.Χ.). Ηγετική ―πολιτικά και στρατιωτικά― δύναμη θα ήταν η Μακεδονία και πολιτισμικό της κέντρο η Αθήνα (που διατηρούσε επίσης τη ναυτική της ισχύ), ενώ οι άλλες πόλεις-κράτη θα εξακολουθούσαν να έχουν την αυτονομία τους. Στην ελληνική αυτή ομοσπονδία συμπεριλαμβάνονταν επίσης οι πόλεις της Μικράς Ασίας, που θα απελευθερώνονταν από την περσική κυριαρχία με την Πανελλήνια Εκστρατεία, η οποία διακηρύχθηκε επίσης στο Συνέδριο της Κορίνθου. Παρά τις διαφορετικές εξελίξεις που συνέβησαν αργότερα με τον Μέγα Αλέξανδρο, αυτή η «Ελληνική Ομοσπονδία» αποτέλεσε (ως οργανωτικό σχήμα) «σημείο αναφοράς» για τους κατοπινούς Μακεδόνες βασιλείς στη διαμόρφωση της πολιτικής τους προς τη Νότιο Ελλάδα.

ΙΔΡΥΜΑ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ
http://www.imma.edu.gr/imma/history/02.html#toc009


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου