Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

ΜΥΣΤΡΑΣ, Η ΙΔΡΥΣΗ, Η ΠΟΛΗ, Η ΑΛΩΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΑΤΟΥ.



Πηγή: Από το υπέροχο έργο του Steven Runciman, Μυστράς ή Βυζαντινή Πρωτεύουσα της Πελοποννήσου, με μετάφραση Πέι Κορρέ και Τζίνας Καπατσώρη.


Κατά τα τελευταία χρόνια της ηγεμονίας του πρίγκιπα Γοδεφρείδου, η ζωή στην Πελοπόννησο ήταν ήσυχη και πλούσια. Η μόνη πολιτική διαμάχη μέσα στο Πριγκιπάτο είχε προκληθεί από την απόφαση του πρίγκιπα, να υποχρεώσει τους Λατίνους επισκόπους να δώσουν μέρος από τα πλούτη τους στο πριγκιπικό θησαυροφυλάκιο και αυτή ήταν μια διαμάχη που οι Έλληνες υπήκοοι του μπορούσαν να παρακολουθούν με αταραξία. Η ίδια ειρήνη διατηρήθηκε στη διάρκεια της ηγεμονίας του διαδόχου του, του μεγαλύτερου γιου του, Γοδεφρείδου Β'. Τον Γοδεφρείδο, τον θεωρούσαν σαν τον πιο πλούσιο και πιο ευφυή πρίγκιπα του καιρού του. Ήταν γύρω στα τριάντα τον καιρό που ανέβηκε στο θρόνο και ήταν ήδη παντρεμένος δέκα χρόνια με την αδελφή των δύο τελευταίων Λατίνων αυτοκρατόρων της Κωνσταντινούπολης. Η πριγκίπισσα Αγνή ήταν μια σκιώδης μορφή, που πιθανώς διακρινόταν για την ίδια ανικανότητα που χαρακτήριζε και τους δύο αδελφούς της αλλά χωρίς αμφιβολία ήταν καλή οικοδέσποινα. Ο άνδρας της ήταν σίγουρα ένας θαυμάσιος οικοδεσπότης. Η Αυλή του ήταν φημισμένη για τις γιορτές της και τους αγώνες κονταρομαχίας. Ο πρίγκιπας διατηρούσε οκτώ ιππότες, που ήσαν πλήρως εξοπλισμένοι, σαν προσωπική του φρουρά και ιππότες από τη Δύση, που είχαν ορκισθεί να σπεύσουν σε βοήθεια του βασιλείου της Ιερουσαλήμ που βρισκόταν στη δύση του ή της Λατινικής Αυτοκρατορίας της Κωνσταντινούπολης που αργοπέθαινε, συχνά διέκοπταν την πορεία του περνώντας από την Αχαΐα και παρέμεναν εκεί, στην υπηρεσία του πρίγκιπα. Όμοια με τον πατέρα του, ο Γοδεφρείδος Β ' αγαπούσε το παλάτι του στη La Cremonie ή Λακεδαίμονα περισσότερο από όλες τους τις κατοικίες. Αυτός ήταν ο χώρος όπου γίνονταν οι πιο λαμπρές εορταστικές εκδηλώσεις.



Παρ' όλη την αγάπη του για τα μεγαλεία, ο Γοδεφρείδος Β' ήταν ένας ικανός και ευσυνείδητος διοικητής. Τέλεια τάξη επικρατούσε από τη μια άκρη της επικράτειάς του ως την άλλη και οι πράκτορές του έκαναν συχνές επισκέψεις στις Αυλές των υποτελών του, για να βεβαιωθούν ότι αυτοί κυβερνούσαν δίκαια και δεν εκμεταλλεύονταν τους Έλληνες. Ήταν επίσης και καλός στρατιώτης και έξοχος διπλωμάτης. Το 1236, ο στόλος του, με αρχηγό τον ίδιο, έσωσε την Κωνσταντινούπολη από μια συνδυασμένη επίθεση Ελλήνων και Βουλγάρων. Σε ανταπόδοση ο γαμπρός του, ο αυτοκράτορας Βαλδουίνος Β', στον οποίο έδινε μια ετήσια επιχορήγηση, του παραχώρησε την επικυριαρχία σε ολόκληρο το αρχιπέλαγος του Αιγαίου και στην Εύβοια καθώς και την εξουσία του μεγάλου κάστρου της Βοδονίτσας, που βρισκόταν κοντά στο στενό των Θερμοπυλών. Ο Γοδεφρείδος είχε επίσης αναγνωρισθεί σαν επικυρίαρχος του Δουκάτου της Αθήνας και της Κεφαλληνίας. Τα κυριαρχικά δικαιώματα της Βενετίας αγνοήθηκαν και η Γαληνότατη Δημοκρατία δεν αποτόλμησε να διαμαρτυρηθεί.



Μεταξύ των Ελλήνων υπηκόων του, ο Γοδεφρείδος Β' ήταν το ίδιο αγαπητός όπως και ο πατέρας του στο παρελθόν. Αλλά κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων πραγματοποιούνταν αλλαγές. Μια γενιά γασμούλοι μεγάλωναν, δυσαρεστημένοι από την περιφρόνηση με την οποία τους αντιμετώπιζαν οι Φράγκοι που τους κυβερνούσαν. Και άρχισαν να μεταδίδουν κάποια ανησυχία ανάμεσα στους συγγενείς από τη μεριά της μάνας τους. Αλλά, όπως φαίνεται, η κυριαρχία των Φράγκων δεν επρόκειτο να εκτοπισθεί.



Ο Γοδεφρείδος Β' πέθανε ξαφνικά το 1246 και ενώ ήταν ακόμη στην ακμή της ηλικίας του. Παρ' όλο που η πριγκίπισσα Αγνή ίδρυσε, γεμάτη πίστη, Κιστερκιανά μοναστήρια όπου οι μοναχοί έπρεπε να προσεύχονται για ν' αποκτήσει αυτή παιδιά, ο Γοδεφρείδος παρέμεινε χωρίς απογόνους. Διάδοχός του ήταν ο αδελφός του Γουλιέλμος.



Ο Γουλιέλμος Βιλλαρδουίνος είχε γεννηθεί στην Ελλάδα - στην Καλαμάτα - πιθανώς το 1211. Ήταν ένας καλοφτιαγμένος άνδρας και την ωραία του εμφάνιση χαλούσαν μόνο τα υπερβολικά πεταχτά δόντια του. Είχε ήδη αποδείξει ότι ήταν ένας εξαίρετος πολεμιστής, αλλά σαν διπλωμάτης υστερούσε σε σοφία από τον αδελφό του. Είχε ανατραφεί από Ελληνίδες τροφούς και Έλληνες υπηρέτες και μιλούσε τα ελληνικά σχεδόν με την ίδια ευχέρεια που μιλούσε και τα γαλλικά που ήταν η μητρική του γλώσσα. Θεωρούσε τον εαυτό του ότι ανήκε ολοκληρωτικά στη χώρα που γεννήθηκε. Πολλοί από τους αρχικούς αποίκους, όπως ήταν ο Όθων Ντε λα Ρος, ηγεμόνας της Αθήνας, είχαν επιστρέψει σε μεγάλη ηλικία πίσω στην πατρίδα τους, στη Δύση. Για το Γουλιέλμο, η Αχαΐα ήταν η πατρίδα του και όπως συνέβαινε με όλη του την οικογένεια, πιο ευτυχισμένος ήταν και αυτός στην La Cremonie.



Η πρώτη ενέργεια του Γουλιέλμου σαν έγινε πρίγκιπας, ήταν να εξασφαλίσει την προστασία αυτής της αγαπημένης γωνιάς του Πριγκιπάτου. Τον εξόργιζε που η Μονεμβασία βρισκόταν ακόμη σε ελληνικά χέρια. Οι Μονεμβασιώτες ήσαν δραστήριοι πειρατές που λυμαίνονταν τα πλοία του και το λιμάνι τους θα αποτελούσε ένα εξαιρετικά πρόσφορο τόπο απόβασης, αν οι Έλληνες ζητούσαν κάποτε να κατακτήσουν και πάλι την Πελοπόννησο. Προετοιμάστηκε προσεκτικά. Σε όλους τους υποτελείς του είχε μηνυθεί να στείλουν στρατεύματα, ενώ οι Βενετοί, που κι' αυτοί υπέφεραν από την πειρατεία των Μονεμβασιωτών, έστειλαν τέσσερα πλοία να αποκλείσουν το βράχο της Μονεμβασίας. Δεν έγινε προσπάθεια να καταλάβουν με έφοδο το φρούριο, αλλά ο αποκλεισμός γινόταν όλο και πιο στενός. Για τρία χρόνια οι Μονεμβασιώτες άντεξαν, φυλακισμένοι, «ως αηδόνι στο κλουβί», όπως γράφει και το Χρονικό του Μορέως. Στο τέλος, όλα τα εφόδιά τους εξαντλήθηκαν. Οι μεγάλες δεξαμενές ήσαν άδειες, και είχαν φάει ακόμη και όλες τις γάτες και τα ποντίκια. Έτσι, λοιπόν, παραδόθηκαν. Τους επέβαλαν τιμητικούς όρους. Στους τρεις άρχοντες παραχωρήθηκαν κτήματα στην ηπειρωτική χώρα και οι πολίτες απαλλάχτηκαν από κάθε στρατιωτική θητεία, εκτός από την περίπτωση που παρείχαν ναυτικές υπηρεσίες, οπότε και πληρώνονταν γι' αυτό.



Ενώ στη Μονεμβασία η πολιορκία συνεχιζόταν ακόμη, ο Γουλιέλμος ολοκλήρωσε την υποδούλωση των φυλών που ζούσαν ανυπότακτες στα βουνά, γύρω από την κοιλάδα της Σπάρτης. Χρειάστηκαν οχυρά για να διατηρηθεί η πειθαρχία. Η φρουρά στη Μονεμβασία, από τη στιγμή που θα την κυρίευαν, και η ενίσχυση του κάστρου στο Γεράκι θα μπορούσαν να αποτελέσουν στοιχεία εκφοβισμού των Τσακώνων. Για τον εκφοβισμό των Μανιατών υπήρχε ήδη το κάστρο του Πασσαβά. Αλλά ο Γουλιέλμος κατασκεύασε ένα οχυρό που ονομάσθηκε Μεγάλη Μάινα κοντά στην άκρη του ακρωτηρίου Ματαπά. Πρέπει να ειπωθεί ότι δεν στάθηκε δυνατόν να υποταχθούν οι Μανιάτες απόλυτα. Διορίσθηκε ένας Λατίνος επίσκοπος για τη Μάινα, αλλά μετά από μερικά χρόνια ταλαιπωρίας και φόβου που πέρασε, του δόθηκε η άδεια να κατοικεί μόνιμα στην Ιταλία.



Η πιο απειθάρχητη από τις φυλές ήταν αυτή των Σλάβων Μηλιγγών που ζούσαν στα απλησίαστα σχεδόν λαγκάδια του Ταϋγέτου, επικίνδυνα κοντά σε αυτή την ίδια τη Λακεδαίμονα. Για να τους προκαλέσει τρόμο και να εξασφαλίσει την προστασία του αγαπημένου του παλατιού, ο Γουλιέλμος αποφάσισε να κτίσει ένα κάστρο σε έναν από τους γειτονικούς λοφίσκους, στους πρόποδες του Ταϋγέτου. Το έμπειρο βλέμμα του έπεσε σε έναν κωνικό λόφο που υψωνόταν κάπου δυο χιλιάδες πόδια πάνω από την πεδιάδα, γύρω στα τέσσερα μίλια νοτιοδυτικά από την πόλη. Προς τη δύση και το νότο, απότομοι γκρεμοί τον χώριζαν από την κύρια οροσειρά του Ταϋγέτου. Προς το βορρά και την ανατολή, οι πλαγιές ήσαν απότομες και μπορούσαν εύκολα να προστατευθούν. Από την κορυφή, η θέα απλωνόταν από τη μια πλευρά πάνω σε όλη την πεδιάδα του Ευρώτα από την άλλη πλευρά έβλεπε προς τη καρδιά της οροσειράς, σε δυο μεγάλες χαράδρες. Ο δρόμος από την Καλαμάτα, που περνούσε από το στενό του Λαγκαδά, το μόνο πέρασμα από τη μια πλευρά της οροσειράς στην άλλη που ήταν κατάλληλο για το ιππικό, ξεπρόβαλλε στην πεδιάδα, λίγο προς τα βόρεια, και περνούσε σε μικρή απόσταση από τους πρόποδες του λόφου. Ο λόφος ήταν γνωστός σαν Μυζιθράς, πιθανώς γιατί πίστευαν ότι έμοιαζε με ένα τοπικό τυρί που είχε το σχήμα κώνου. Η σύντμηση του ονόματος οδήγησε αργότερα στο όνομα Μυστράς ή Μυστρά. Ο λόφος αυτός ήταν ακατοίκητος αλλά στην κορυφή του υπήρχε ένα μικρό παρεκκλήσι αφιερωμένο -αναμφίβολα- στον Προφήτη Ηλία, τον προστάτη Άγιο των βουνών.



Το μεγάλο κάστρο, που ο Γουλιέλμος έκτισε στην κορυφή του λόφου, ολοκληρώθηκε το 1249. Ήταν πολύ ικανοποιημένος με αυτό. Ήταν θαυμάσια τοποθετημένο ώστε να παρακολουθούνται προσεκτικά, διαρκώς, οι κινήσεις των Μηλιγγών, και συγχρόνως θα προστάτευε το παλάτι του στη La Cremonie.



Όλα θα είχαν πάει καλά για τον πρίγκιπα αν είχε χαλιναγωγήσει τη φιλοδοξία του. Η πρώτη του γυναίκα ήταν κατά το ήμισυ ελληνικής καταγωγής. Ήταν κόρη του Ναρζώ ντε Τουσύ (που είχε διατελέσει αντιβασιλέας για ένα χρόνο, όταν αυτοκράτορας ήταν ο νεαρός Βαλδουίνος Β', με τον τίτλο του Καίσαρα), και της κόρης της Γαλλίδας στην καταγωγή αυτοκράτειρας Αγνής (που ήταν χήρα των αυτοκρατόρων Αλεξίου Β ' και Ανδρόνικου Α' του Κομνηνού) και του εραστή της, του προδότη του Βυζαντίου Θεοδώρου Βρανά. Η νεαρή νύφη πέθανε μέσα σε λίγους μήνες μετά το γάμο της. Στη νεκρική της κλίνη επάνω, ο Γοδεφρείδος Β' πίεσε τον αδελφό του να παντρευτεί ξανά, αλλιώς η οικογένεια των Βιλλαρδουΐνων θα εξαφανιζόταν. Λίγο μετά την άνοδό του στο θρόνο, ο Γουλιέλμος παντρεύτηκε μια αρχόντισσα που η καταγωγή της ήταν από τη Λομβαρδία, την Καριντάνα Δαλλεκάρτσερι, κληρονόμο του ενός τρίτου της Ευβοίας. Φαίνεται ότι ήταν ένας ευτυχισμένος γάμος που όμως δεν έφερε απογόνους. Μετά το θάνατό της, το 1255, ο Γουλιέλμος διεκδίκησε την κληρονομιά της στην Εύβοια. Αλλά υπήρχαν θείοι και εξάδελφοι από τη γενιά των Δαλλεκάρτσερι που πίστευαν ότι τα δικαιώματά τους ήσαν ισχυρότερα από αυτά του άκληρου συζύγου της. Έκαναν έκκληση στους Βενετούς να τους βοηθήσουν, και αυτοί ευχαριστήθηκαν που τους δινόταν η ευκαιρία να χαλιναγωγήσουν τη δύναμη ενός πρίγκιπα που πάντα είχε περιφρονήσει την επικυριαρχία τους. Όταν ο Γουλιέλμος κάλεσε τους υποτελείς του να ενωθούν μαζί του σε μια επίθεση εναντίον της Εύβοιας, πολλοί από αυτούς αγνόησαν το κάλεσμά του. Επικεφαλής τους ήταν ο Γκυ Ντε λα Ρος, μέγας κύρης της Αθήνας, που όφειλε υποταγή σαν άρχοντας της Κορίνθου και του Άργους, και ο οποίος είχε πραγματικά αναγνωρίσει το Γοδεφρείδο Β' σαν το γενικό επικυρίαρχό του. Με τον Γκυ είχαν ενωθεί ο αδελφός του Γουλιέλμος, που ήταν άρχοντας της Βελιγοστής χάρις στο γάμο του με την κληρονόμο της και, γεγονός πιο σημαντικό ακόμη, ο γαμπρός του Γοδεφρείδος ντε Μπρυγιέρ, βαρόνος της Καρύταινας, ο οποίος δεν είχε μόνο τη φήμη του πιο λαμπρού πολεμιστή, αλλά ήταν επιπλέον και ο κληρονόμος του πρίγκιπα Γουλιέλμου, αφού ήταν ο γιος της μοναδικής αδελφής του. Ο πόλεμος στην Εύβοια συνεχίστηκε έως ότου ο στρατός της Αχαΐας νικήθηκε οριστικά από τους Βενετούς το 1257 και ο πρίγκιπας υποχρεώθηκε να αποσυρθεί πίσω στην Πελοπόννησο. Αλλά ήταν αποφασισμένος να τιμωρήσει τους ανυπάκουους υποτελείς του και το 1258 βάδισε κατά της Θήβας, όπου αυτοί είχαν καταφύγει. Συνάντησε τον αθηναϊκό στρατό στο Καρύδι, στο δρόμο από τα Μέγαρα στη Θήβα. Οι στασιαστές τράπηκαν σε φυγή με βαριές απώλειες και κατέφυγαν πάλι στη Θήβα. Ο πρίγκιπας Γουλιέλμος συμφώνησε να μην καταλάβει με έφοδο και να μη λεηλατήσει την πόλη, μονάχα όταν ο αρχιεπίσκοπός της ανέλαβε την υποχρέωση, ο Γκυ και οι άλλοι ένοχοι να έρθουν στην Αχαΐα για να κριθούν από την Κούρτη και να δεχθούν οποιαδήποτε καταδικαστική απόφαση θα θεωρούσε αυτή ορθή. Το φθινόπωρο του 1258, η Κούρτη συνήλθε στο Νύκλι. Απογοητεύοντας αρκετά τον πρίγκιπά τους, οι βαρόνοι της Αχαΐας αποφάνθηκαν ότι δεν μπορούσαν να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση ως προς τον Γκυ, καθώς ήταν ο κυρίαρχος άρχοντας της Αθήνας και για το λόγο αυτό δεν ήταν ομότιμός τους, αν και κατείχε την Κόρινθο υπό την επικυριαρχία του πρίγκιπα της Αχαΐας. Πρότειναν να αναφερθεί η υπόθεση στον πιο σοφό από τους σύγχρονους μονάρχες, το βασιλέα Λουδοβίκο Θ' της Γαλλίας. Πολλοί από αυτούς είχαν συναντήσει το βασιλέα, καθώς ο πρίγκιπας Γουλιέλμος είχε πάει με μια συνοδεία από ιππότες να του υποβάλει τα σέβη του στην Κύπρο, όταν ο Λουδοβίκος ήταν στο δρόμο για τη σταυροφορία του στην Αίγυπτο και οι καταστροφές από τη Σταυροφορία αυτή δεν είχαν κλονίσει την πίστη τους στην ικανότητά του. Επιπλέον, ο πρίγκιπας και πολλοί από τους βαρόνους του, που κατάγονταν από τη Γαλλία, ένοιωθαν ότι οποιονδήποτε και να αποδέχονταν κατ' όνομα σαν κυρίαρχο, ο βασιλέας της Γαλλίας ήταν ο υπέρτατος επικυρίαρχός τους. Ο Γκυ ντε λα Ρος διατάχθηκε για το λόγο αυτό, να πάει στη Γαλλία και να λάβει προσωπικά από το βασιλέα την καταδικαστική του απόφαση. Ήταν ακόμη πιο δύσκολο για τον πρίγκιπα να συγχωρήσει τον ανιψιό του, το Γοδεφρείδο ντε Μπρυγιέρ. Αλλά όταν ο Γοδεφρείδος οδηγήθηκε εμπρός του, με το σχοινί του απαγχονισμού γύρω στο λαιμό του, όπως όλοι οι εγκληματίες, και όλοι οι βαρόνοι ζήτησαν να συγχωρεθεί, ο Γουλιέλμος κάμφθηκε. Ο Γοδεφρείδος ελευθερώθηκε και τα κτήματά του τού επιστράφηκαν, σαν προσωπικό δώρο του πρίγκιπα πλέον, χωρίς τα φεουδαρχικά δικαιώματα μιας βαρονίας. Ο αδελφός του Γκυ, ο Γουλιέλμος της Βελιγοστής, επίσης συγχωρέθηκε και του δόθηκαν πίσω τα κτήματά του.



Ο πρίγκιπας Γουλιέλμος είχε οργιστεί με την αποτυχία του να καταλάβει την Εύβοια. Αφού επέστρεψε εκεί το 1258 και νίκησε τους Βενετούς κατά τρόπο μη τελεσίδικο, ακολούθησε μια διπλωματική οδό που έλπιζε ότι θα του εξασφάλιζε κυρίαρχη θέση τόσο στη βόρεια όσο και στη νότια Ελλάδα. Η διεθνής κατάσταση στην Ανατολή είχε αλλάξει πολύ από την εποχή του πατέρα του. Η Λατινική Αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης είχε φθάσει σε προχωρημένο στάδιο παρακμής. Ο αυτοκράτορας Βαλδουίνος Β ' κατείχε λίγα εδάφη εκτός από το δικό του μερίδιο στην πρωτεύουσα και περνούσε πολύ από τον καιρό του ταξιδεύοντας στις αυλές της Ευρώπης, ικετεύοντας ελεημοσύνη από τους άλλους ηγεμόνες. Οι Βενετοί είχαν αρχίσει να αναρωτιούνται, αν θα άξιζε να κάνουν οποιαδήποτε προσπάθεια για τη διατήρηση του μεριδίου τους στην Κωνσταντινούπολη. Το βασίλειο του Μομφερρατικού στη Θεσσαλονίκη είχε παύσει να υπάρχει εδώ και πολύ καιρό. Το 1224, η πρωτεύουσά του είχε καταληφθεί από έναν από τους πρίγκιπες της οικογενείας των Αγγέλων της Ηπείρου. Ο Γουλιέλμος της Αχαΐας, διοικητής της Πελοποννήσου και επικυρίαρχος τώρα μεγάλου μέρους της βόρειας Ελλάδας, ήταν ο σπουδαιότερος Φράγκος ηγεμόνας στη χριστιανική Ανατολή. Ο κύριος αντίπαλός του στην απόκτηση ισχύος ήταν η εξόριστη βυζαντινή Αυτοκρατορία με έδρα τη Νίκαια. Ο ικανός της αυτοκράτορας, ο Ιωάννης Βατάτζης, που πέθανε το 1254, στη διάρκεια των 32 ετών της βασιλείας του απέσπασε από το Βαλδουίνο Β' τις ασιατικές κτήσεις του και στη συνέχεια τις κτήσεις του στη Θράκη. Είχε προχωρήσει στη Μακεδονία και το 1246 κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη από τους Αγγέλους. Αλλά η προσπάθειά του να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη το 1236 είχε εμποδιστεί από την επέμβαση του Γοδεφρείδου Β' της Αχαΐας- και είχε πεθάνει αφήνοντας μια αυτοκρατορία περιτριγυρισμένη από πιθανούς εχθρούς - Τούρκους στην ανατολή, Βούλγαρους στο βορρά, Βενετούς στο κέντρο και από αναμφισβήτητους εχθρούς στα πρόσωπα του πρίγκιπα της Αχαΐας και των Αγγέλων της Ηπείρου.



Ηγεμόνας της Ηπείρου ήταν την εποχή εκείνη ο δεσπότης Μιχαήλ Β', ένας φιλόδοξος νόθος που είχε αποκτήσει δύναμη γύρω στα 1230. Φιλοδοξούσε να ανακαταλάβει την κληρονομιά των εξαδέλφων του στη Θεσσαλονίκη και ονειρευόταν να προελάσει προς τα ανατολικά και να καταλάβει την ίδια την Κωνσταντινούπολη, προτού ο αυτοκράτορας της Νικαίας μπορέσει να επέμβει. Αλλά πρώτα έπρεπε να τον απομακρύνει από τη Μακεδονία.



Στην άλλη πλευρά της Αδριατικής υπήρχε ένας άλλος ηγεμόνας, πρόθυμος να επέμβει στα ελληνικά εδάφη. Ο μεγάλος αυτοκράτορας Φρειδερίκος Β' είχε καλλιεργήσει τη φιλία του με τον Ιωάννη Βατάτζη, καθώς ήταν και οι δύο θύματα της παπικής μακροχρόνιας έχθρας. Αλλά ο νόθος γιος του Μάνφρεντ, που είχε κληρονομήσει τις ιταλικές του κτήσεις, άλλαξε την πολιτική του. Προσπάθησε να εξουδετερώσει την παπική εχθρότητα με το να γίνει ο υπέρμαχος του ευνοούμενου πελάτη των Παπών, του Βαλδουίνου Β'. Και αυτός είχε φιλοδοξίες να επεκτείνει τις κτήσεις του στην άλλη πλευρά της Αδριατικής.



Ο Μιχαήλ της Ηπείρου ήταν ένας έξυπνος διπλωμάτης και ανάμεσα στα θετικά στοιχεία που διέθετε περιλαμβάνονταν και δύο αξιαγάπητες θυγατέρες. Το 1258, μαθαίνοντας ότι ο Μάνφρεντ είχε πρόσφατα χηρεύσει, τού πρόσφερε το χέρι της πιο ωραίας, της Ελένης, μαζί με την Κέρκυρα και τρεις πόλεις της Αλβανίας σαν προίκα της. Τον ίδιο καιρό, η άλλη κόρη, η Άννα, προσφέρθηκε στο Γουλιέλμο της Αχαΐας, που ήταν κι αυτός την εποχή εκείνη χήρος. Την προίκα της θα αποτελούσαν εδάφη στη Θεσσαλία. Και οι δύο προσφορές έγιναν αποδεκτές και οι δύο γαμπροί υποσχέθηκαν να βοηθήσουν τον Μιχαήλ ενάντια στην Αυτοκρατορία της Νικαίας. Η στιγμή ήταν πρόσφορη. Ο γιος και διάδοχος του Ιωάννη Βατάτζη, ο Θεόδωρος Β', είχε πεθάνει το 1258, αφήνοντας το θρόνο σε ένα παιδί και στη Νίκαια φιλονικούσαν για την αντιβασιλεία. Η ανάδειξη σε αντιβασιλέα και στη συνέχεια σε αυτοκράτορα ενός ικανού αλλά αδίστακτου ευγενούς, του Μιχαήλ Παλαιολόγου, δεν ήταν αρεστή σε όλους.



Αυτές οι πολιτικές ίντριγκες έμοιαζαν να είναι άσχετες με την κοιλάδα της Σπάρτης αλλά από τη δική τους έκβαση επρόκειτο να καθορισθεί το πεπρωμένο του Μυστρά, σε ένα πεδίο μάχης στη βόρεια Μακεδονία.



Ο Μιχαήλ της Ηπείρου συγκέντρωσε το στρατό του νωρίς το καλοκαίρι του 1259. Ο Μάνφρεντ έστειλε τετρακόσιους από τους πιο καλούς γερμανούς ιππότες του, και ο Γουλιέλμος της Αχαΐας ήρθε αυτοπροσώπως με όλους τους άρχοντές του και τους επιστρατευθέντες του Πριγκιπάτου. Μια ομάδα Βλάχων έφερε ο γιος του Μιχαήλ, ο Ιωάννης, που είχε παντρευτεί την κόρη ενός Βλάχου άρχοντα. Αρχηγός του αντίπαλου στρατού ήταν ο Ιωάννης Παλαιολόγος, αδελφός του νέου αυτοκράτορα Μιχαήλ. Ήταν ένας άξιος στρατηγός που είχε ήδη πραγματοποιήσει μιαν επιτυχημένη εισβολή στην Ήπειρο και ήταν έμπειρος στη βυζαντινή τέχνη της δημιουργίας διαφωνιών στο εσωτερικό του εχθρικού στρατοπέδου. Το στρατό του αποτελούσαν Έλληνες πεζικάριοι και ένας αριθμός μισθοφορικών στρατευμάτων από Τούρκους, Σέρβους και ελαφρύ ιππικό Κομάνων τοξοτών από τις Στέπες καθώς και μερικοί Γερμανοί ιππότες κάτω από την αρχηγία του δούκα της Κορινθίας. Σε μέγεθος ήταν μικρότερος από το στρατό των συμμάχων, αλλά είχε το προτέρημα ότι υπάκουε σ' έναν μόνο αρχηγό.



Οι στρατοί συναντήθηκαν στην πεδιάδα της Πελαγονίας, κοντά στο Μοναστήρι. Την παραμονή της μάχης ο Ιωάννης Άγγελος παραπονέθηκε στον πρίγκιπα Γουλιέλμο ότι ένας από τους Φράγκους αρχηγούς είχε προσβάλει τη γυναίκα του. Δεν έλαβε ικανοποίηση και γι' αυτό αποφάσισε να αποσύρει τους Βλάχους του. Το είπε στον πατέρα του που σκέφθηκε ότι θα ήταν φρόνιμο να ακολουθήσει το παράδειγμά του. Το επόμενο πρωί, ο πρίγκιπας Γουλιέλμος και τα στρατεύματά του και οι Γερμανοί ιππότες του Μάνφρεντ βρέθηκαν να πολεμούν χωρίς τους Ηπειρώτες συμμάχους τους. Πολέμησαν καλά, αλλά τώρα πια οι αντίπαλοί τους τούς ξεπερνούσαν σε αριθμό και σε δυνατότητα ελιγμών. Μέσα σε λίγες ώρες κατατροπώθηκαν και οι αρχηγοί τους φονεύθηκαν ή πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Ο πρίγκιπας Γουλιέλμος προσπάθησε να διαφύγει μεταμφιεσμένος. Τον ανακάλυψαν κρυμμένο κάτω από ένα δέμα άχυρα μέσα σε έναν αχερώνα και τον αναγνώρισαν από τα πεταχτά του δόντια.



Η μάχη της Πελαγονίας έδωσε τέλος στις μεγάλες φιλοδοξίες των Αγγέλων της Ηπείρου. Ντρόπιασε το Μάνφρεντ και συνέβαλε στην πτώση του επτά χρόνια αργότερα. Αλλά το Πριγκιπάτο των Βιλλαρδουΐνων στην Αχαΐα ήταν αυτό που υπέφερε περισσότερο. Όταν τα νέα έφτασαν στην Πελοπόννησο, η πριγκίπισσα Άννα δέχθηκε τη συμβουλή των λίγων βαρόνων που είχαν εναπομείνει και έστειλε ανθρώπους της στη γαλλική Αυλή να ζητήσουν από τον Γκυ ντε λα Ρος, το δούκα της Αθήνας, να επιστρέψει για να αναλάβει τη διοίκηση του Πριγκιπάτου. Η προδοσία του απέναντι στον πρίγκιπα συγχωρέθηκε. Ο Γκυ φρονηματισμένος από τη διαβίωση για πολλούς μήνες με την αυστηρή συντροφιά του Αγίου Λουδοβίκου που τού είχε δώσει τον τίτλο του δούκα της Αθήνας, εκτέλεσε την αποστολή του επιδεικνύοντας ικανότητα και διπλωματικότητα, έως ότου επέστρεψε ο πρίγκιπας από την αιχμαλωσία.



Στο μεταξύ, ο πρίγκιπας και οι βαρόνοι του είχαν οδηγηθεί στην Αυλή του Μιχαήλ Παλαιολόγου στη Νίκαια. Εκεί τους συμπεριφέρονταν με τιμές και ο Γουλιέλμος απέκτησε τη συμπάθεια του αυτοκράτορα και των αυλικών του εξ αιτίας της ευχέρειας που είχε στην ελληνική γλώσσα. Αλλά ήσαν πολύ περιορισμένοι. Στην αρχή, οι όροι του αυτοκράτορα για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων του ήσαν ότι θα έπρεπε να παραχωρηθεί σ' αυτόν ολόκληρο το Πριγκιπάτο. Σε αντιστάθμισμα θα έδινε στον πρίγκιπα και τους σπουδαιότερους βαρόνους του χρήματα, για να αποκτήσουν μεγάλα περιουσιακά κτήματα στη Γαλλία. Ο πρίγκιπας Γουλιέλμος αρνήθηκε την πρόταση, εξηγώντας ότι το Πριγκιπάτο δεν ήταν δικό του, για να μπορεί να το χαρίσει. Ο πατέρας του το είχε κατακτήσει μονάχα σαν αρχηγός ορισμένων αρχόντων της ίδιας τάξης με αυτόν και δεν θα μπορούσε να διαθέσει κανένα από τα εδάφη του χωρίς τη συμφωνία των κληρονόμων τους. Είναι αμφίβολο αν ο Μιχαήλ σκέφτηκε ποτέ σοβαρά την προσάρτηση ολόκληρης της Πελοποννήσου• θα του είχε προσθέσει υπερβολικά πολλά προβλήματα. Στο μεταξύ, καθώς οι Άγγελοι είχαν ταπεινωθεί και ο πρίγκιπας της Αχαΐας ήταν υπό την εξουσία του, και καθώς οι Βενετοί είχαν αντιμετωπιστεί με μια συμμαχία που ο Μιχαήλ σύναψε με τους Γενουάτες, τα στρατεύματά του κατόρθωσαν το 1261 να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη, ενώ ο Λατίνος αυτοκράτορας τρεπόταν σε φυγή μπροστά στα μάτια τους. Ο πρίγκιπας Γουλιέλμος και οι βαρόνοι του οδηγήθηκαν να παρακολουθήσουν την τελετή της εισόδου του Βυζαντινού αυτοκράτορα στην ιστορική πρωτεύουσά του.



Από αυτή τη θέση ισχύος, ο Μιχαήλ πρότεινε τώρα λιγότερο μεγαλεπήβολους αλλά πιο έξυπνους όρους. Αφού ζήτησε το Ναύπλιο και το Άργος και τού δόθηκε η απάντηση ότι ήσαν φέουδα του δούκα της Αθήνας και ότι ο Γουλιέλμος δεν τα εξουσίαζε, υποσχέθηκε στο Γουλιέλμο και σε όλους τους βαρόνους του την απελευθέρωσή τους, με τον όρο ότι θα τού έδιναν τα τρία φρούρια: της Μονεμβασίας, της Μάινας και του Μυστρά. Στην περίπτωση αυτή δεν υπήρχαν συνταγματικά εμπόδια. Και τα τρία φρούρια βρίσκονταν σε μια επαρχία που ο πατέρας του Γουλιέλμου είχε καταλάβει και διατηρήσει σαν προσωπική του ιδιοκτησία. Ο ίδιος ο Γουλιέλμος είχε καταλάβει τη Μονεμβασία και είχε κτίσει τα κάστρα της Μάινας και του Μυστρά. Ο Γουλιέλμος αποδέχθηκε τους όρους, με την προϋπόθεση ότι θα συμφωνούσε η Κούρτη του Πριγκιπάτου. Ο ανεψιός του Γοδεφρείδος ντε Μπρυγιέρ, άρχοντας της Καρύταινας, στάλθηκε από τον αυτοκράτορα να γνωστοποιήσει τους όρους στην πριγκίπισσα και την Κούρτη του Πριγκιπάτου. Η Κούρτη συνήλθε στο Νύκλι αργά το καλοκαίρι του 1261. Ήταν γνωστή σαν το Κοινοβούλιο των Κυριών, γιατί όλα τα μέλη της ήσαν γυναίκες των αιχμαλώτων αρχόντων ή χήρες αυτών που είχαν πέσει στη μάχη, εκτός από δύο ηλικιωμένους άνδρες και το Γοδεφρείδο ντε Μπρυγιέρ και το δούκα της Αθήνας. Ο δούκας Γκύ ντε λα Ρος βρισκόταν σε δύσκολη θέση. Τον εξυπηρετούσε να παραμείνει αιχμάλωτος ο πρίγκιπας Γουλιέλμος• και ο καθένας το γνώριζε. Αλλά φαίνεται ότι πραγματικά φοβόταν τις στρατηγικές συνέπειες από την παραχώρηση των κάστρων. Υποστήριξε ότι οι όροι έπρεπε να απορριφθούν. Ο αυτοκράτορας σίγουρα θα άφηνε ελεύθερο τον πρίγκιπα, αν συγκεντρωνόταν ένα αρκετά μεγάλο ποσό λύτρων και θα έβαζε σαν εγγύηση το Δουκάτο του γι' αυτό. Αλλά ο Γοδεφρείδος ντε Μπρυγιέρ υπέδειξε ότι η εξαγορά με λύτρα της ελευθερίας καθενός από τους άρχοντες θα σήμαινε μια αργή και δαπανηρή διαδικασία. Οι όροι εξασφάλιζαν την απελευθέρωση όλων τους. Οι αρχόντισσες, με την πριγκίπισσα που προέδρευε επικεφαλής τους, ψήφισαν υπέρ της επιστροφής των ανδρών τους σ' αυτές. Ο Γοδεφρείδος στάλθηκε πίσω μεταφέροντας την απάντησή τους για την αποδοχή των όρων και έχοντας μαζί του δύο νεαρές αρχόντισσες που προορίζονταν για όμηροι.



Αργά το φθινόπωρο, ο Γουλιέλμος Βιλλαρδουΐνος επέστρεψε στο Πριγκιπάτο του μαζί με τους ευγενείς του, αφού προηγουμένως ορκίστηκε υποταγή στον αυτοκράτορα και έγινε νονός ενός από τους γιους του. Σύντομα τον ακολούθησαν αξιωματούχοι του αυτοκράτορα, στους οποίους παρέδωσε τα τρία φρούρια, σύμφωνα με την υποχρέωση που είχε αναλάβει. Το έμβλημα του οίκου των Παλαιολόγων, ο δικέφαλος αετός, κυμάτισε ξανά πάνω από τη Μονεμβασία, και για πρώτη φορά πάνω από τη Μάινα και πάνω από το κάστρο του Μυστρά, στην κορυφή του λόφου.



Η Πόλη του Μυστρά




Δεν είναι εύκολο στην εποχή μας να οραματιστούμε το Μυστρά όπως πρέπει να ήταν τον καιρό των Δεσποτών. Σήμερα, η γοητεία που ασκεί στον επισκέπτη πηγάζει από την ηρεμία του και την ομορφιά της τοποθεσίας του. Αφήνει κανείς τη φασαρία της σύγχρονης ζωής στην ευχάριστη μικρή πόλη που βρίσκεται ενάμιση χιλιόμετρο νοτιότερα. Στην παλιά περιτειχισμένη πόλη που σκαρφαλώνει στην απότομη βουνοπλαγιά μόνο μερικές εκκλησίες ξεχωρίζουν ανέπαφες, ενώ το μεγάλο ερειπωμένο κτίριο του Ανακτόρου των Δεσποτών κυριαρχεί ακόμη στη μέση του σκηνικού. Οι μόνοι κάτοικοι είναι οι καλόγριες που μένουν στη μονή της Παντάνασσας, εκτός από τους υπαλλήλους που επανδρώνουν κάθε μέρα το μικρό μουσείο και τα γραφεία, κάτω, δίπλα στη Μητρόπολη. Είναι σκληρό να θυμάται κανείς ότι αυτή ήταν κάποτε μια ζωντανή πόλη είκοσι περίπου χιλιάδων κατοίκων με πυκνοκατοικημένα προάστια κάτω από το λόφο. Αλλά καθώς κανείς περιδιαβαίνει ανάμεσα στους ερειπωμένους δρόμους και στα σοκάκια, αρχίζει να αντιλαμβάνεται ποια θα πρέπει να ήσαν τα μεγάλα σπίτια της αριστοκρατίας, τα πιο φτωχά σπίτια, τα μαγαζιά και οι στρατώνες, παρ' όλο που πολλά δεν έχουν αναγνωριστεί.



Η παλιά πόλη ήταν χωρισμένη σε τρία μέρη. Από το κάστρο, στην κορυφή του λόφου, τείχη κατέβαιναν προς τα κάτω στη λοφοπλαγιά και από τις δύο πλευρές, μέχρι ακριβώς κάτω από το Ανάκτορο των Δεσποτών, όπου ενώνονταν με ένα τρίτο τείχος, σχηματίζοντας, έτσι, σχεδόν ένα τρίγωνο. Κάτω από αυτό το τρίγωνο υπήρχε ένα λίγο μεγαλύτερο κομμάτι που έφτανε μέχρι τους πρόποδες του λόφου και το σχήμα του έμοιαζε με ένα είδος ποδιάς, που κι αυτό ήταν περιτριγυρισμένο από ένα τείχος. Και κάτω από αυτό, σε πιο ομαλό έδαφος με κατεύθυνση προς το νότο, βρισκόταν ένα τρίτο τμήμα που ήταν πιθανώς ατείχιστο. Όταν οι Έλληνες έγιναν κύριοι της λοφοπλαγιάς, το 1262, θα πρέπει να μην είχε κτίσματα, εκτός από το μεγάλο κάστρο στην κορυφή και ένα ή δύο σπίτια προς τα κάτω, προορισμένα για τη χρήση των οικογενειών των φρουρών. Συγκεκριμένα στη μέση της πλαγιάς, όπου υπήρχε ένας αρκετά επίπεδος περίβολος, οι Φράγκοι είχαν κτίσει μια κάπως καλαίσθητη κατοικία που δέσποζε πάνω από την κοιλάδα προς τα ανατολικά. Ήταν ίσως εδώ που ο διοικητής του φρουρίου ζούσε με τη γυναίκα του και την οικογένειά του, όταν η παρουσία του δεν ήταν αναγκαία στο ίδιο το κάστρο.



Οι Έλληνες που ήρθαν εδώ επάνω από τη Λακεδαιμονία τα χρόνια μετά το 1262, για να ζήσουν στην ασφάλεια του Μυστρά, φαίνεται ότι στην αρχή είχαν εγκατασταθεί στη βόρειο-ανατολική άκρη της Κάτω πόλης. Εκεί ήταν που είχαν κτισθεί οι παλιότερες εκκλησίες στην πόλη. Καθώς οι διοικητές της βυζαντινής επαρχίας προτιμούσαν ακόμη να ζουν στη Μονεμβασία, η ανοικοδόμηση των εκκλησιών στο Μυστρά είχε αφεθεί στους τοπικούς αξιωματούχους ή στους ανθρώπους της Εκκλησίας. Από αυτούς ο πιο αξιόλογος στο τέλος του δέκατου τρίτου αιώνα ήταν ένας κληρικός, ο Παχώμιος, που για ένα διάστημα εκτελούσε καθήκοντα πρωτοσύγκελου της επαρχίας και που τον εκτιμούσαν για τις ικανότητές του και για τη μόρφωσή του. Περίπου το 1295 φρόντισε για την αποπεράτωση μιας εκκλησίας που κτίσθηκε στην πόλη, της οποίας τα φτωχικά θεμέλια είχαν τεθεί από κάποιον ηγούμενο Δανιήλ. Λίγα χρόνια αργότερα ο Παχώμιος αποσύρθηκε από τη δημόσια ζωή και ίδρυσε ένα μοναστήρι, το Βροντόχιον, του οποίου έγινε ηγούμενος. Σ' αυτό ενσωματώθηκε η εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων και γύρω στα 1310 πρόσθεσε μίαν άλλη εκκλησία, αφιερωμένη στην Παναγία την Οδηγήτρια, «αυτήν που δείχνει το δρόμο», αλλά που συνήθως λέγεται το Αφεντικό. Αυτή επρόκειτο να γίνει η σπουδαιότερη εκκλησία του μοναστηριού. Η κομψότητα και το εξεζητημένο του κτίσματος, ιδιαίτερα σε σύγκριση με την εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων, δείχνει ότι την εποχή αυτή ο Μυστράς ήταν αρκετά σημαντικός και ο Παχώμιος είχε αρκετή επιρροή, ώστε να εξασφαλίσει τις υπηρεσίες ενός μοντέρνου αρχιτέκτονα και σύγχρονων διακοσμητών, πιθανώς από την Κωνσταντινούπολη. Σίγουρα οι σχέσεις του Παχώμιου με την Κωνσταντινούπολη ήσαν αρκετά στενές, ώστε με μια σειρά από τέσσερα αυτοκρατορικά χρυσόβουλλα, που εκδόθηκαν μεταξύ του 1312 και του 1322, να αποκτήσει για λογαριασμό του μοναστηριού του, από τον αυτοκράτορα, εκτεταμένα κτήματα σε όλη τη βυζαντινή επαρχία, μαζί με την εξουσία πάνω σε έναν αριθμό μικρότερων μοναστηριών. Και άλλα κτήματα προστέθηκαν από το διοικητή Ανδρόνικο Ασάν και το 1375 ένας αριθμός προσωπικοτήτων του τόπου αποφάσισαν όλοι μαζί να τού δώσουν άλλο ένα κτήμα. Ο Παχώμιος, επίσης, έπεισε τον αυτοκράτορα να απομακρύνει τη μονή του από τη δικαιοδοσία των τοπικών εκκλησιαστικών αρχών και να τη θέσει κατ' ευθείαν κάτω από την εξουσία του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, γεγονός που τού έδωσε ουσιαστική ανεξαρτησία.



Είναι ένα επιπλέον επίτευγμα του Παχώμιου το γεγονός ότι πέτυχε τον προβιβασμό της μονής του χωρίς να δυσαρεστήσει το μητροπολίτη της περιοχής. Η Μητρόπολη της Λακεδαιμονίας βρισκόταν σε αδράνεια από την εποχή της κατάκτησης των Φράγκων, στις αρχές του δέκατου τρίτου αιώνα και μόνον μερικά χρόνια μετά την παραχώρηση του Μυστρά στους Έλληνες και την κατοπινή εγκατάλειψη της πόλης στην πεδιάδα από τους Φράγκους αποκαταστάθηκε αυτή και η έδρα της μετατέθηκε στο Μυστρά. Ο πρώτος κάτοχος της έδρας της Επισκοπής που αποκαταστάθηκε, του οποίου το όνομα γνωρίζουμε, ήταν κάποιος Θεοδόσιος που ήταν μητροπολίτης το 1272. Το κύριο πρόβλημά του φαίνεται ότι ήταν να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του εναντίον του αδελφού του της Μονεμβασίας. Η Μητρόπολη της Μονεμβασίας είχε ακμάσει και πάλι το 1262, όταν οι Έλληνες ανέλαβαν την πόλη και έγινε ο τόπος διαμονής του διοικητή της επαρχίας. Ο κάτοχός της είχε προαχθεί σε υψηλή βαθμίδα στους επισκοπικούς καταλόγους και στα τελευταία χρόνια του δέκατου τρίτου αιώνα ήταν έξαρχος ή αντιπρόσωπος του Πατριάρχη για ολόκληρη την Πελοπόννησο. Αυτό τού έδωσε το δικαίωμα, κατά τη γνώμη του, να ασκεί εξουσία στις Επισκοπές που κατά παράδοση ανήκαν στη Λακεδαιμονία. Η διαμάχη είχε ως επίκεντρο την Επισκοπή των Αμυκλών. Όταν ο Μυστράς έγινε οριστικά πρωτεύουσα της επαρχίας, ο μητροπολίτης του ανέμενε λογικά να έχει το προβάδισμα μεταξύ των ανθρώπων της Εκκλησίας στην επαρχία. Το Πατριαρχείο έλυσε το πρόβλημα διορίζοντας στο Μυστρά ή στη Λακεδαιμονία, κάποιον ανώτερο ιεράρχη, του οποίου η επίσημη έδρα ήταν στα χέρια των απίστων και ο οποίος γι ' αυτό το λόγο ήταν ελεύθερος να ενεργεί ως πρόεδρος ή διοικητής της μητροπολιτικής έδρας της Λακεδαιμονίας. Ο Νικηφόρος Μοσχόπουλος, που διορίσθηκε στη Λακεδαιμονία περίπου το 1304, ήταν επίσημα μητροπολίτης Κρήτης, και επομένως είχε ανώτερο βαθμό από το μητροπολίτη της Μονεμβασίας. Ο διάδοχός του, ο Μιχαήλ, ήταν μητροπολίτης της Πάτρας, που, όπως και η Κρήτη, ήταν στα χέρια των Λατίνων. Αργότερα βρίσκουμε τον πρόεδρο Λουκά που ήταν μητροπολίτης Σουγδαίας στην Κριμαία. Αλλά στην περίπτωσή του φαίνεται ότι τελικά κατάφερε να επισκεφθεί την κατά τύπους έδρα του. Πέθανε στην Κριμαία το 1339. Δεν ξέρουμε τον τίτλο του διαδόχου του, του Νείλου, τον οποίο διαδέχθηκε το 1365 ο μητροπολίτης Τραϊανούπολης. Μόνο μετά την εποχή του, περίπου το 1387, φαίνεται ότι ο τίτλος του μητροπολίτης Λακεδαιμονίας αποκαταστάθηκε.



Πολύ λίγα ξέρουμε γι' αυτούς τους ανώτερους ιεράρχες, εκτός από το Νικηφόρο Μοσχόπουλο. Όχι μόνον έδειξε ενεργητικότητα ματαιώνοντας τις εδαφικές επιδιώξεις του μητροπολίτη της Μονεμβασίας, αλλά ακόμη έδειξε ενδιαφέρον για την πνευματική και πολιτιστική παιδεία και τις τέχνες. Μια από τις πρώτες του ενέργειες ήταν να δώσει στο Μυστρά μια Μητρόπολη αφιερωμένη στον Άγιο Δημήτριο. Μια επιγραφή μας λέει ότι την έκτισε με τη βοήθεια του αδελφού του Ααρών, που ήταν χωρίς αμφιβολία κάποιος πλούσιος λαϊκός. Ολοκληρώθηκε το 1309 ή 1310 κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Ανδρόνικου Β' και του γιου του Μιχαήλ . Ο Νικηφόρος είχε επαφή με κύκλους διανοουμένων στην Κωνσταντινούπολη και διατηρούσε αλληλογραφία με λογίους όπως ο Μάξιμος Πλανούδης και ο Μανουήλ Φιλής. Ο ιστορικός Παχυμέρης τον περιγράφει σαν ένα αξιοσέβαστο και έντιμο άνθρωπο. Φαίνεται ότι παρακίνησε τον ηγούμενο Παχώμιο να μετατρέψει τη μονή Βροντοχίου σε κέντρο μάθησης. Το 1311 δώρισε στο μοναστήρι ένα έξοχο αντίγραφο του Ευαγγελίου, που πιθανώς ήταν έργο των γραφέων της Κωνσταντινούπολης και τελικά κατέληξε στη Συνοδική Βιβλιοθήκη της Μόσχας. Ο Παχώμιος, που, όπως και ο Νικηφόρος, είχε την εκτίμηση των λογίων της Κωνσταντινούπολης, ήταν ήδη απασχολημένος με την εποπτεία αντιγραφής χειρογράφων στο Μυστρά. Αυτός και ο Νικηφόρος ήσαν οι σκαπανείς της μετατροπής του Μυστρά σε πολιτιστικό κέντρο.



Χωρίς αμφιβολία, οι δύο άνδρες της Εκκλησίας είχαν την υποστήριξη του διοικητή Ανδρόνικου Ασάν, που ήταν και ο ίδιος φίλος των λογίων. Αλλά δεν υπάρχει μαρτυρία ότι πρόσθεσε κάποιο σημαντικό κτίσμα στην πόλη αν και αυτή θα πρέπει να επεκτεινόταν συνεχώς. Ο επόμενος σημαντικός προστάτης των τεχνών που έζησε εκεί ήταν ο Δεσπότης Μανουήλ Καντακουζηνός. Θεώρησε ότι η κατοικία των ηγεμόνων ήταν πολύ μικρή για τις ανάγκες του. Έτσι, πρόσθεσε στο βόρειο μέρος του φραγκικού οικήματος μια μεγάλη πτέρυγα που πιθανώς κτίσθηκε κατά διαστήματα, που τού εξασφάλισε έναν αριθμό μεγάλων αιθουσών στο ισόγειο, και διαμερίσματα γι' αυτόν και για τους αυλικούς του στον επάνω όροφο. Υπήρχαν δύο πύργοι και στον έναν από αυτούς υπήρχε ένα παρεκκλήσι. Το βορειότερο τμήμα είχε στην ανατολική του πρόσοψη μια στεγασμένη κιονοστοιχία που οδηγούσε σε μια ταράτσα με έξοχη θέα στην κοιλάδα του Ευρώτα. Ο Δεσπότης Μανουήλ έκτισε επίσης, λίγο πιο πέρα πάνω στο λόφο, μια καλαίσθητη εκκλησία αφιερωμένη στην Αγία Σοφία του Θεού, και δίπλα της ίδρυσε ένα μικρό μοναστήρι. Ενώ η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου παρέμεινε η Μητρόπολη, ο καθεδρικός ναός της πόλης, φαίνεται ότι η Αγ. Σοφία ήταν η εκκλησία του Ανακτόρου, που χρησιμοποιείτο για τις τελετές του Δεσποτάτου. Μπορούσε κανείς να φτάσει εκεί με τα πόδια από το παλάτι, ανεβαίνοντας μια πλαγιά με μικρή κλίση, ενώ για να φτάσουν στον Άγιο Δημήτριο, ο Δεσπότης και οι αυλικοί του έπρεπε να βαδίσουν σε πομπή μέσα από τους στενούς δρόμους της πυκνοκατοικημένης κάτω πόλης.



Την εποχή που ήσαν δεσπότες οι Παλαιολόγοι, το ανάκτορο μεγάλωσε και πάλι. Η πτέρυγα που κτίσθηκε από το Μανουήλ Καντακουζηνό εξακολούθησε να χρησιμοποιείται ως κατοικία της πριγκιπικής οικογενείας αλλά τώρα προστέθηκε ένα μεγάλο ορθογώνιο συγκρότημα που εκτεινόταν προς τα δυτικά σε ορθές γωνίες, από το βόρειο άκρο του παλατιού, με διαστάσεις περίπου 33,50 επί 10,65 μέτρα, με κελάρια και αποθήκες στο ισόγειο και επάνω από αυτά οκτώ δωμάτια μεγάλου μεγέθους που δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους, και που πιθανώς χρησιμοποιούνταν ως γραφεία των κρατικών υπηρεσιών και των αυλικών του Δεσπότη. Επάνω από αυτό, πάλι, υπήρχε μια αίθουσα τελετών που καταλάμβανε όλη την επιφάνεια του συγκροτήματος, με οκτώ μεγάλα παράθυρα, διακοσμημένα με τυφλές γοτθικές αψίδες, στο νότιο τοίχο και έξι στο βόρειο τοίχο, και ψηλότερα στον τοίχο στρογγυλά παράθυρα, έξι στο νότιο τοίχο και οκτώ στο βόρειο. Μεταξύ των δύο κεντρικών παραθύρων στο νότιο τοίχο υπήρχε μια κόγχη, για να χωράει το θρόνο του Δεσπότη. Γύρω γύρω από την υπόλοιπη αίθουσα υπήρχε ένα χαμηλό πέτρινο πεζούλι κτισμένο πάνω στον τοίχο, όπου οι αυλικοί και οι επισκέπτες μπορούσαν να καθίσουν. Στη σημερινή κατεστραμμένη μορφή του το κτίριο είναι θλιβερό και αυστηρό, καθώς έχει χάσει τη στοά με τις αψίδες που εκτεινόταν κατά μήκος του νότιου τοίχου σε δύο πατώματα, δημιουργώντας πρόσβαση προς τους δύο χαμηλότερους ορόφους. Και επίσης δεν υπάρχει ίχνος από την εσωτερική διακόσμηση. Η χρονολογία του κτιρίου είναι άγνωστη. Μπαίνει κανείς στον πειρασμό να το συνδέσει με την επίσκεψη που έκανε ο αυτοκράτορας Μανουήλ στο Μυστρά το 1408, κατά τη διάρκεια μιας σύντομης περιόδου ηρεμίας, ή με την επίσκεψή του το 1415 που κράτησε περισσότερο, αν και εκείνη την εποχή όλα τα διαθέσιμα χρήματα έπρεπε να διατεθούν για την επισκευή του τείχους του Εξαμιλίου. Αν ένας αυτοκράτορας διέμενε στο Μυστρά, η κατοικία του θα έπρεπε να περιλαμβάνει και την κατάλληλη αίθουσα θρόνου.



Η εγκατάσταση πριγκιπικής Αυλής στο Μυστρά παρακίνησε τους μεγιστάνες του τόπου να κτίσουν και οι ίδιοι σπίτια στην πόλη. Όπως και η ίδια η Κωνσταντινούπολη, ο Μυστράς δεν είχε μια ξέχωρη αριστοκρατική συνοικία. Τα σπίτια των πλουσίων μπορεί να ήσαν περιτριγυρισμένα από τα σπίτια των φτωχών. Αλλά ενώ στην Κωνσταντινούπολη υπήρχαν πλατείες και ακάλυπτοι χώροι με κήπους γύρω από τις πιο πλούσιες κατοικίες και συμπληρωματικοί νόμοι ρύθμιζαν το ελάχιστο πλάτος των δρόμων, στο Μυστρά η φύση του εδάφους με τις απότομες πλαγιές του και τον περιορισμένο χώρο του ανάγκαζε τα σπίτια να συνωστίζονται το ένα δίπλα στο άλλο, μερικές φορές τόσο κοντά που οι προεκτάσεις τους να δημιουργούν καμάρα πάνω από το δρόμο ή ακόμα μπορεί να υπήρχαν διαβάσεις κάτω από ιδιωτικές κατοικίες. Με τόσο λίγο επίπεδο έδαφος δεν ήταν δυνατόν να υπάρχουν ανοικτές πλατείες ή ακόμη και φαρδιές λεωφόροι. Η μόνη πλατεία με κάποια έκταση ήταν το φυσικό πλάτωμα στο οποίο ήταν κτισμένο το Ανάκτορο των Δεσποτών. Ο χώρος μπροστά από το Ανάκτορο διατηρήθηκε ακάλυπτος ως χώρος για τις δημόσιες τελετές. Κάλυπτε μια έκταση μεγαλύτερη από ότι φαίνεται σήμερα που τα ερείπια των κτιρίων που ανεγέρθηκαν από τους Τούρκους την περιορίζουν στη δύση και το νότο. Την εποχή των Δεσποτών, όταν δεν είχε τίποτε άλλο εκτός από μια κρήνη που κτίσθηκε από το Μανουήλ Καντακουζηνό, ήταν ο συνηθισμένος τόπος συνάντησης για όλες τις κοινωνικές τάξεις του Μυστρά.



Η Πάνω Πόλη δεν ήταν πυκνοκατοικημένη. Αυτό συνέβαινε και επειδή ο λόφος ήταν απότομος, εκτός από την περιοχή γύρω από το Ανάκτορο, και επειδή το νερό, που διοχετευόταν στην πόλη με σωλήνες από πηγές στην πίσω πλευρά του βουνού, δεν μπορούσε να μεταφερθεί ψηλότερα από το ύψος του Ανακτόρου. Τα σπίτια και τα μοναστήρια που ήσαν κτισμένα πιο πάνω στο λόφο εξαρτιόνταν, όπως και το κάστρο στην κορυφή, από δεξαμενές που συγκέντρωναν το νερό της βροχής. Οι βροχοπτώσεις στο Μυστρά είναι μερικές φορές δυνατές και συχνές κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών και φαίνεται ότι ποτέ δεν είχε παρουσιασθεί έλλειψη νερού. Αλλά ήταν σίγουρα πιο βολικό να έχουν μια τακτική παροχή νερού με σωλήνες. Τα κτίρια στην Πάνω Πόλη συγκεντρώνονταν γύρω από το παλάτι και, πιθανώς, στέγαζαν αυλικούς και υπαλλήλους και εργαστήρια που κάλυπταν τις ανάγκες του παλατιού. Υπήρχε μια επιβλητική ιδιωτική κατοικία στα δυτικά του Ανακτόρου, λίγο ψηλότερα απ' αυτό, που ήταν αρκετά μεγάλη ώστε να είναι γνωστή στον κόσμο σαν το Παλατάκι. Αποτελείται από έναν πύργο και μια μοναδική πτέρυγα κτισμένη πιθανώς στις αρχές του δέκατου τέταρτου αιώνα, στην οποία προστέθηκε προς το τέλος του αιώνα μια πτέρυγα με δύο άλλες πτέρυγες στα άκρα της, που περιέβαλλαν μιαν αυλή. Εκτός από τον πύργο που ήταν πλούσια διακοσμημένος, το εξωτερικό του κτιρίου ήταν λιτό. Αλλά το πλήθος των αιθουσών, των δωματίων και των αποθηκών στο εσωτερικό δείχνει ότι θα πρέπει να ανήκε σε κάποια πλούσια και διακεκριμένη οικογένεια. Δεν έχει διασωθεί καμία ένδειξη για το ποια μπορεί να ήταν αυτή.



Για να φθάσει κανείς στην Πάνω πόλη, η πιο εύκολη διαδρομή ήταν από έξω από τα τείχη. Ο κύριος δρόμος από το βορρά ανηφόριζε στο λόφο έξω από το βόρειο τείχος και έμπαινε στην πόλη μέσα από την καλά οχυρωμένη Πύλη του Ναυπλίου, λίγο πιο πάνω από το Ανάκτορο των Δεσποτών. Λίγο παραπάνω, στην ίδια πλευρά, υπήρχε μια μικρή βοηθητική πύλη. Στη νότια πλευρά η πόλη προστατευόταν από απότομους γκρεμούς, και ένα συνεχές τείχος δεν ήταν απαραίτητο. Μεταξύ της Πάνω πόλης και της Κάτω πόλης υπήρχε μόνο μία πύλη, γνωστή ως η Πύλη της Μονεμβασίας, καθώς ο δρόμος από τη Μονεμβασία τελείωνε στην Κάτω πόλη. Ο δρόμος που οδηγούσε μέχρι την Πύλη της Μονεμβασίας ήταν στενός και ήταν εύκολο να αποκλεισθεί. Γι' αυτό και η Πάνω πόλη μπορούσε να προστατευθεί εύκολα από τυχόν εξεγέρσεις στην Κάτω πόλη ή από κάποιον εχθρό που θα μπορούσε να εισδύσει σ' αυτήν. Ακριβώς πάνω από την πύλη υπήρχε ένα όμορφο αρχοντικό που πρέπει να ανήκε ή σε κάποια οικογένεια ευγενών ή, ίσως, στον υπεύθυνο για την πόλη αξιωματούχο, κάτι αντίστοιχο με τον έπαρχο της πόλης της Κωνσταντινούπολης, ο οποίος εκεί θα βρισκόταν σε καλή θέση για να επιβλέπει τους πολίτες.



Το βόρειο μέρος της Κάτω πόλης πρέπει να ήταν γεμάτο από σπίτια και μαγαζιά, κτισμένα το ένα πολύ κοντά στο άλλο κατά μήκος στενών ελικοειδών δρόμων που συχνά ήσαν απότομοι και μερικές φορές με σκαλιά. Οι νότιες συνοικίες ήσαν καθώς φαίνεται λιγότερο πυκνοκατοικημένες. Εδώ τα σπίτια των πλουσίων είχαν χώρο για κήπους σε διαφορετικά επίπεδα. Κοντά στους πρόποδες της πλαγιάς, όχι μακριά από το ανατολικό τείχος, ένα θαυμάσιο αρχοντικό, που σύμφωνα με την παράδοση θεωρείται ότι ανήκε στην οικογένεια των Λασκάρεων, εξέχει από τη λοφοπλαγιά. Στο ανατολικό του άκρο, πάνω από τεράστιες αίθουσες με θολωτή στέγη, υπήρχαν δύο όροφοι, ένας για υπηρέτες και βοηθητικούς χώρους και ο επάνω όροφος που οδηγούσε σε ένα κομψό μπαλκόνι με θέα στην κοιλάδα που ήταν από κάτω. Στο δυτικό άκρο του κτιρίου, αυτός ο επάνω όροφος βρισκόταν στο επίπεδο του εδάφους. Η μικρή εκκλησία του Αγίου Χριστοφόρου, περίπου εκατό μέτρα παρακάτω από το αρχοντικό, ήταν πιθανώς το οικογενειακό παρεκκλήσι• και ο κήπος θα πρέπει να εκτεινόταν προς τα κάτω, μέχρι το στενό δρομάκι που βρίσκεται μπροστά. Λίγο παραπάνω στο λόφο ήταν το σπίτι, όπου φαίνεται ότι έζησε η μεγάλη οικογένεια των Φραγκόπουλων. Δεν ήταν τόσο μεγάλο όσο το αρχοντικό των Λασκάρεων, αλλά εξείχε με τον ίδιο τρόπο από το λόφο, με έναν εξώστη να δεσπόζει στο τοπίο. Τα λιγότερο σημαντικά κτίρια είναι όλα τόσο πολύ κατεστραμμένα που είναι αδύνατο να πει κανείς ποια ήσαν σπίτια και ποια ήσαν μαγαζιά. Εδώ και εκεί υπήρχαν κρήνες, απ' όπου οι πιο φτωχοί κάτοικοι μπορούσαν να προμηθευτούν το νερό τους. Τα μεγαλύτερα σπίτια είχαν ιδιωτικές στέρνες, στις οποίες διοχετευόταν το νερό με σωλήνες.



Ξένοι έμποροι φαίνεται ότι έζησαν στις συνοικίες έξω από τα τείχη, στα ανατολικά, όπου βρισκόταν επίσης και η παροικία των Εβραίων. Πιθανώς εδώ διοργανώνονταν οι αγορές, καθώς θα ήταν δύσκολο να οδηγήσουν τα βοοειδή και τα πρόβατα μέσα από τους στενούς δρόμους της περιτειχισμένης πόλης.



Πραγματικά, μέσα στην περιτειχισμένη πόλη τα εμπορεύματα μπορούσαν να μεταφερθούν μόνο στις ράχες μουλαριών ή γαϊδουριών. Η μεταφορά με τροχοφόρα ήταν αδύνατη. Στην Πάνω πόλη ο Δεσπότης και η οικογένειά του μπορούσαν να βγαίνουν έφιπποι έξω στην εξοχή περνώντας από την Πύλη του Ναυπλίου και οι αρχόντισσες μπορούσαν να μεταφέρονται σε φορητά ανάκλιντρα από το Ανάκτορο στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας. Αλλά στα απότομα, στριφογυριστά δρομάκια της Κάτω πόλης, ούτε άλογα, ούτε ανάκλιντρα ήταν δυνατόν να χρησιμοποιηθούν. Οι πολίτες θα πρέπει να πήγαιναν στις δουλειές τους με τα πόδια.



Η μεγαλοπρέπεια της πόλης οφειλόταν κυρίως στις εκκλησίες της. Η κοσμική αρχιτεκτονική του Μυστρά είναι σχεδόν περισσότερο δυτική παρά βυζαντινή. Τα μεγαλύτερα σπίτια, και το ίδιο το παλάτι, βρίσκονται κοντύτερα ως προς τη σύλληψη στα μικρότερα παλιά παλάτια της Ιταλίας παρά στις αίθουσες του Μεγάλου Ανακτόρου της Κωνσταντινούπολης, αλλά η θρησκευτική αρχιτεκτονική παρέμεινε πιστή στη βυζαντινή παράδοση. Το μόνο σημάδι δυτικής επίδρασης υπάρχει στην προσθήκη των καμπαναριών, όπως αυτά που στολίζουν την Αγία Σοφία ή την Παντάνασσα. Λίγες από τις εκκλησίες του Μυστρά διασώζονται μέχρι σήμερα, αλλά οι περισσότερες από αυτές που έχουν καταστραφεί ήταν μικρά παρεκκλήσια που, όπως η εκκλησία του Αγίου Χριστοφόρου, εξυπηρετούσαν την οικογένεια και τους ανθρώπους κάποιου πλουσίου. Η προσεκτικά αναστηλωμένη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στη νοτιο-ανατολική άκρη της Κάτω πόλης, είναι πιθανώς ένα χαρακτηριστικό δείγμα. Είναι ένα ορθογώνιο κτίριο με ημικυλινδρικό θόλο και μια κόγχη προσαρμοσμένη στο ανατολικό άκρο. Καθώς ο λόφος υψώνεται απότομα στα δυτικά, ο νάρθηκας είναι προσαρτημένος στη νότια πλευρά. Το μικρό παρεκκλήσι που είναι κτισμένο δίπλα στο δρομάκι που οδηγεί από το Ανάκτορο στην Αγία Σοφία είναι σχεδόν πανομοιότυπου σχεδίου, αν και οι εξαιρετικές τοιχογραφίες του, που τώρα μόλις και μετά βίας διακρίνονται, δείχνουν ότι ήταν διακοσμημένο από κάποιον από τους ζωγράφους του Δεσπότη. Οι μεγαλύτερες εκκλησίες ήσαν κτισμένες σε επίπεδες επιφάνειες που ανοίχτηκαν γι' αυτό το σκοπό, αλλά ακόμη και έτσι είχαν περιορισμένο χώρο.



Αρχιτεκτονικά οι εκκλησίες του Μυστρά δεν είναι όλες του ίδιου τύπου, αλλά ακολουθούν διάφορες υστερο-βυζαντινές τεχνοτροπίες. Η μικρή εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων είναι του ελληνικού σταυροειδούς τύπου, μια μικρή παραλλαγή της εκκλησίας που υπάρχει στο Δαφνί της Αττικής . Η Οδηγήτρια του ηγουμένου Παχωμίου και η Μητρόπολη του μητροπολίτη Νικηφόρου είναι βασιλικές μετά τρούλου, μικρές απομιμήσεις της εκκλησίας της Αγίας Ειρήνης στην Κωνσταντινούπολη . Η Αγία Σοφία του Δεσπότη Μανουήλ και η εκκλησία της Ευαγγελιστρίας στην Κάτω πόλη, για την ιστορία της οποίας δεν γνωρίζουμε τίποτα, είναι του τύπου που συνήθως ονομάζεται δίστυλος σταυροειδής, κάτι μεταξύ του ελληνικού σταυροειδούς ρυθμού και της βασιλικής μετά τρούλλου, ένας τύπος στον οποίον ανήκουν πολλές βυζαντινές εκκλησίες της εποχής των Παλαιολόγων. Από τις δύο μεταγενέστερες σημαντικές εκκλησίες, αυτή της Περιβλέπτου, στο νοτιοανατολικό μέρος της Κάτω πόλης, που κτίστηκε από μια αρχοντική οικογένεια που δεν γνωρίζουμε το όνομά της, ακολουθεί τον ίδιο ρυθμό, αλλά προσαρμοσμένο, ώστε να ταιριάζει στη βραχώδη διαμόρφωση του τόπου. Ενώ η Παντάνασσα που κτίστηκε το έτος 1426 από την οικογένεια των Φραγκόπουλων, της οποίας ο αρχηγός, ο Μανουήλ, ήταν τότε ο πρώτος μεταξύ των υπουργών του νεαρού Δεσπότη Θεοδώρου Β', είναι βασιλική. Έχει κανείς την εντύπωση ότι η αρχιτεκτονική δεν ενδιέφερε πολύ τους καλλιεργημένους κύκλους του Μυστρά αυτό που τους γοήτευε ήταν η διακόσμηση. Στην εξωτερική επιφάνεια, η επένδυση από πλίνθους παρουσιάζει μια μεγάλη ποικιλία σχεδίων που τα ζωντανεύουν οδοντωτές ταινίες, γιρλάντες, κόγχες και τυφλά αψιδώματα. Οι εσωτερικές επιφάνειες ήσαν καλυμμένες με τοιχογραφίες.



Στην εξασθενημένη οικονομικά και μελαγχολική πόλη της Κωνσταντινούπολης ελάχιστα νέα κτίρια ανεγέρθηκαν μετά το μέσον του δέκατου τέταρτου αιώνα. Η επισκευή του ιερού της Αγίας Σοφίας μετά από έναν σεισμό το 1346 ήταν το τελευταίο μεγάλο καλλιτεχνικό έργο στην πρωτεύουσα. Έχουμε ακούσει για τις τοιχογραφίες που προστέθηκαν στο Καθολικό της Μονής της Θεοτόκου της Βεβαίας Ελπίδας, στο δεύτερο ήμισυ του αιώνα και για μιαν άλλη εργασία που έγινε στην εκκλησία της Μονής της Χώρας. Αλλά όταν μια από τις ιερότερες εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης, η Παναγία των Βλαχερνών, έπαθε ζημιές από πυρκαγιά το 1434, δεν υπήρχαν ούτε χρήματα ούτε ίσως και θέληση να την επιδιορθώσουν. Οι ζωγράφοι του Βυζαντίου είχαν πάει μακριά, αναζητώντας αλλού προστάτες. Εργασία υψηλής ποιότητας γινόταν ακόμη στην Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας μέχρι και το μεγαλύτερο μέρος του δέκατου πέμπτου αιώνα. Άλλοι ζωγράφοι πήγαν από την Κωνσταντινούπολη στο Μυστρά.



Οι πιο παλιές τοιχογραφίες του Μυστρά που διασώζονται, αυτές στην εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων, είναι χαλασμένες σε μεγάλο βαθμό ώστε να μπορέσουμε να τις κρίνουμε. Αλλά είναι φανερό ότι και ο μητροπολίτης Νικηφόρος και ο ηγούμενος Παχώμιος χρησιμοποίησαν, ο καθένας, καλλιτέχνες υψηλής στάθμης για τη Μητρόπολη και την εκκλησία της Οδηγήτριας αντίστοιχα. Στη Μητρόπολη πολλές από τις πάνω τοιχογραφίες καταστράφηκαν όταν ένας μεταγενέστερος μητροπολίτης, ο Ματθαίος, αποφάσισε να επιδιορθώσει και να μετατρέψει την οροφή, και πολλές άλλες από τις αρχικές παραστάσεις καλύφθηκαν από μεταγενέστερα έργα ή από σοβάδες. Αλλά τώρα έχουν αποκαλυφθεί αρκετά ώστε να φανεί ότι οι καλλιτέχνες πρέπει να είχαν έρθει από την Κωνσταντινούπολη και να ανήκαν στην ίδια σχολή που δημιούργησε εκείνο το περίφημο αριστούργημα της βυζαντινής ζωγραφικής, την Εις Άδου Κάθοδον, στο παρεκκλήσι της εκκλησίας του Σωτήρος της Μονής της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν, σχεδόν σίγουρα, η ίδια ομάδα καλλιτεχνών που διακόσμησε τη σύγχρονη εκκλησία του Αφεντικού, την Οδηγήτρια και εδώ οι τοιχογραφίες είναι σε καλύτερη κατάσταση. Η ποιότητα της εργασίας είναι εξαιρετική. Το σχέδιο είναι καλό. Υπάρχει μια ιδέα ανθρωπιάς, ανθρώπινου δράματος και ανθρώπινου πάθους στις ανθρώπινες μορφές, αν και η επιβλητικότητά τους διατηρείται ακέραιη. Υπάρχει κάτι από την περιφρόνηση προς τον ρεαλισμό που εγκαινιάσθηκε με τους ζωγράφους της Τραπεζούντας. Οι εικόνες ίσως δεν έχουν το κλασσικό συγκρατημένο ύφος που χαρακτήριζε τον Δάσκαλο της Χώρας. Αλλά οι καλλιτέχνες μπορούν να θεωρηθούν ισάξιοί του.



Οι τοιχογραφίες στην εκκλησία της Περιβλέπτου φαίνεται ότι έγιναν περίπου μισόν αιώνα αργότερα. Θα ήταν ενδιαφέρον να ξέραμε, αν οι καλλιτέχνες που εργάσθηκαν εκεί ήρθαν από την Κωνσταντινούπολη ειδικά γι' αυτό το σκοπό ή αν ανήκαν σε κάποια τοπική σχολή που είχε ιδρυθεί από τους καλλιτέχνες που είχαν εργασθεί για το μητροπολίτη Νικηφόρο και τον ηγούμενο Παχώμιο. Ατυχώς δεν υπάρχουν τοιχογραφίες της περιόδου αυτής, που να διασώζονται στην Κωνσταντινούπολη και να μπορούν να μας καθοδηγήσουν. Και αυτές στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας του Δεσπότη Μανουήλ, για τις οποίες θα πρέπει να είχε χρησιμοποιήσει τους καλύτερους διαθέσιμους καλλιτέχνες, έχουν τόσο πολύ καταστραφεί από εικόνες που ζωγραφίστηκαν πάνω τους και στη συνέχεια, από επιστρώσεις ασβέστη, όταν η εκκλησία έγινε τζαμί, που δεν μπορούν να μάς δώσουν καμία χρήσιμη μαρτυρία. Καθώς δεν έχουμε άλλες ενδείξεις, είναι δελεαστικό να θεωρήσουμε τις τοιχογραφίες της Περιβλέπτου ως έργο μιας τοπικής σχολής, καθώς έχουν ένα δικό τους ύφος. Ανήκουν στην παράδοση των τοιχογραφιών της Χώρας. Το σχέδιο είναι και εδώ εξαιρετικό, αν και οι καλλιτέχνες αρέσκονται τώρα να απαλύνουν τα περιγράμματα με πιο ανεπαίσθητες χρωματικές διαβαθμίσεις. Υπάρχει ακόμη μια αυστηρή μεγαλοπρέπεια σε πολλές από τις ανθρώπινες μορφές, αλλά εδώ και εκεί υπεισέρχεται μια κάποια μελαγχολία. Υπάρχει μια ελαφριά απώλεια της ζωηρότητας. Οι άνθρωποι φαίνονται όχι τόσο πολύ να κινούνται, όσο να πλανώνται στον αέρα. Παρ' όλα αυτά, η διακόσμηση της Περιβλέπτου είναι η πιο ενδιαφέρουσα και επιτυχής από όλες αυτές στο Μυστρά. Μερικές από τις ξεχωριστές σκηνές, τέτοιες όπως αυτή της Θείας Λειτουργίας στη βόρεια αψίδα, που είναι ατυχώς η σκοτεινότερη γωνιά της εκκλησίας, ή η Γέννηση στη νότια πτέρυγα, είναι ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά έργα τέχνης.



Η εκκλησία της Παντάνασσας, που κτίστηκε το 1428, δείχνει με τη διακόσμησή της πως η αίσθηση του ωραίου είχε αλλάξει στο διάστημα του μισού αιώνα που μεσολάβησε. Οι καλλιτέχνες ήσαν ακόμη πολύ υψηλού επιπέδου και χρησιμοποιούσαν χρώματα σχεδόν χωρίς κανένα περιορισμό ως προς την ποικιλία τους και την περιφρόνηση της πραγματικότητας. Αλλά η ζωγραφική εμποδίζεται από την επιθυμία να συνταιριάξει πάρα πολλές μορφές στο χώρο. Κατά κάποιο τρόπο, η θρησκευτική ένταση της παλαιότερης βυζαντινής δουλειάς έχει χαθεί. Είναι σχεδόν σαν να κοιτάζαμε τις εικονογραφήσεις σε ένα βιβλίο με παραμύθια. Αισθάνεται κανείς ότι οι καλλιτέχνες προσπαθούσαν να μεταφέρουν μια τεχνοτροπία εικονογράφησης βιβλίου σε μεγαλύτερους χώρους, για τους οποίους ήταν ακατάλληλη. Υπάρχει μεγάλη γοητεία σε όλα αυτά. Αλλά είναι η τέχνη ενός πολιτισμού που έχει επιζήσει περισσότερο από την πολιτική του βάση, μια τέχνη μελαγχολικής νοσταλγίας, για την οποία δεν υπήρχε μέλλον. Τα έργα ζωγραφικής στην Παντάνασσα του Μυστρά αποτέλεσαν το τελευταίο σημαντικό μνημείο του μεσαιωνικού ελεύθερου ελληνικού κόσμου.



Υπό τον ζυγό των απίστων




Χωρίς τους Δεσπότες του και τους λογίους που συνέρεαν στην αυλή τους, ο Μυστράς κατέληξε να είναι μια επαρχιακή πρωτεύουσα μέσα στην αχανή Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι περισσότερες από τις μεγάλες οικογένειες της Πελοποννήσου, όπως οι Φραγκόπουλοι ή οι Ραούλ ή Ράλληδες, που είχαν κατοικίες στο Μυστρά, ακολούθησαν τους πρίγκιπές τους στην εξορία, προτιμώντας ως επί το πλείστον να ζήσουν σε μια από τις αποικίες που διατηρούσε ακόμη η Βενετία στην Ελλάδα, στη Μεθώνη ή στο Ναύπλιο ή, ιδιαίτερα, στην Κέρκυρα. Οι μικρότεροι γαιοκτήμονες παρέμειναν στα αγροτικά κτήματά τους και σπάνια έρχονταν στην πόλη. Αλλά ο Μυστράς ήταν ακόμη γεμάτος από εμπόρους και μικρέμπορους. Ήταν η έδρα της παραγωγής μετάξης της κοιλάδας της Σπάρτης, που και οι Τουρκικές αρχές την ενεθάρρυναν. Μέχρι το 1540 ήταν ο αγαπημένος τόπος διαμονής του πασά που διοικούσε το σαντζάκ ή την επαρχία της Πελοποννήσου, αν και κατοικούσε κατά διαστήματα στην Κόρινθο ή στο Λεοντάριο. Το 1540, με την οθωμανική κατάληψη του Ναυπλίου, η πόλη αυτή έγινε η πρωτεύουσα του πασά. Αλλά μια αναδιοργάνωση το 1574, αφού η Βενετία είχε χάσει τις τελευταίες της κτήσεις στην ηπειρωτική Ελλάδα, διαίρεσε την Πελοπόννησο σε δύο σαντζάκ, ένα με έδρα την Πάτρα και ένα με το Μυστρά.



Οι Τούρκοι φαίνεται ότι είχαν καταλάβει την Πάνω πόλη. Ο πασάς ζούσε στο παλιό Ανάκτορο των Δεσποτών. Η εκκλησία του Ανακτόρου, η Αγία Σοφία, μετατράπηκε σε τζαμί. Στο κάστρο στην κορυφή του λόφου υπήρχε τώρα μια μεγάλη τουρκική φρουρά, με ένα σπίτι για το στρατιωτικό διοικητή και, ίσως, ένα μικρό τζαμί. Στην Κάτω πόλη οι Έλληνες συνέχιζαν να ζουν ανενόχλητοι. Το προάστιο που εκτεινόταν χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο έξω από τα τείχη ήταν ακόμη, κατά το μεγαλύτερο μέρος, κατειλημμένο από ξένους εμπόρους. Υπήρχε εκεί παλιότερα, κατά την εποχή των δεσποτών, μια μικρή παροικία Εβραίων. Κάτω από την κυριαρχία των Τούρκων η παροικία αυτή μεγάλωσε πολύ.



Σε πολλά μέρη της Πελοποννήσου, όπως και στην κεντρική Ελλάδα, ο σουλτάνος διένειμε τιμάρια στους παλαίμαχους πολεμιστές του. Ο κάτοχος ενός μεγαλύτερου φέουδου, ο ζαΐμης, έπρεπε να εφοδιάζει το στρατό του σουλτάνου με δέκα πέντε ιππείς με πλήρη εξοπλισμό. Ο κάτοχος ενός τιμαρίου έπρεπε να προμηθεύει μόνο δύο. Αλλά τέτοια τιμάρια δεν δημιουργήθηκαν στην περιοχή γύρω από το Μυστρά. Μεταγενέστεροι ταξιδιώτες διαπίστωσαν ότι ο πληθυσμός στην κοιλάδα της Σπάρτης ήταν καθαρά ελληνικός. Στις πελοποννησιακές πόλεις επιτράπηκε να διατηρήσουν την τοπική τους αυτοδιοίκηση. Πολύ λίγοι Τούρκοι ζούσαν σ' αυτές, εκτός από τις φρουρές στα κάστρα και μια χούφτα αξιωματούχων στα διοικητικά κέντρα. Όσο καιρό επικρατούσε η τάξη και πληρώνονταν οι φόροι, οι τουρκικές αρχές δεν αναμειγνύονταν. Η φορολογία, βασισμένη στον κεφαλικό φόρο, ήταν γενικά χαμηλότερη από ότι ήταν την εποχή των Δεσποτών. Και η κάθε πόλη είχε το δικαίωμα να στέλνει κάθε χρόνο στην Κωνσταντινούπολη δύο εκλεγμένους αξιωματούχους, γνωστούς ως έξαρχους, να αναφέρουν στο σουλτάνο κάθε παράνομη αξίωση ή δίωξη που είχε υποκινηθεί από τους τοπικούς κυβερνήτες. Επί πλέον, κάθε υποδιαίρεση της επαρχίας μπορούσε να στείλει δύο αντιπροσώπους επιλεγμένους μεταξύ των κορυφαίων κατοίκων της, μία ή δύο φορές τον χρόνο, για να συζητήσουν υποθέσεις του τόπου με τον πασά. Για την απονομή της δικαιοσύνης οι Έλληνες είχαν τα δικά τους δικαστήρια που διοικούνταν από τους δημοτικούς άρχοντες κάτω από την εξουσία της Εκκλησίας. Μόνον όταν ήταν αναμεμειγμένος ένας μωαμεθανός, η υπόθεση έπρεπε να εκδικασθεί από μουσουλμάνο δικαστή, τον κατή. Υπήρχε ένας κατής εγκατεστημένος σε κάθε μια από τις πιο σημαντικές πόλεις. Η Εκκλησία διατήρησε τα παλιά της προνόμια. Οι κληρικοί ήσαν απαλλαγμένοι από την υποχρέωση πληρωμής φόρων. Αλλά στην πραγματικότητα, οι τοπικοί επίσκοποι το θεώρησαν σκόπιμο να δίνουν κάπου-κάπου γενναιόδωρα δώρα στον πασά και στους ανώτερους υπαλλήλους του, ιδιαίτερα όταν έπρεπε να εγκριθούν οι εκκλησιαστικοί διορισμοί από τις τουρκικές αρχές.



Γενικά οι Έλληνες της Πελοποννήσου δεν περνούσαν πάρα πολύ άσχημα κάτω από την τουρκική διοίκηση, τουλάχιστον μέχρι το τέλος του δέκατου έκτου αιώνα, που η τουρκική διακυβέρνηση εξακολουθούσε να ασκείται με αποτελεσματικότητα και ανεκτικότητα. Αλλά συναισθάνονταν σε απελπιστικό βαθμό ότι ήσαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας κάτω από την εξουσία απίστων και είχαν δύο συγκεκριμένα παράπονα. Οι Τούρκοι παρεμπόδιζαν με επιμονή την ίδρυση χριστιανικών σχολείων. Το παιδί ενός εμπόρου ή ενός πλούσιου ιδιοκτήτη καταστήματος θα μπορούσε να έχει μια βασική εκπαίδευση. Αλλά ένα έξυπνο αγόρι που ήθελε μια ανώτερη μόρφωση θα έπρεπε να πάει στην Κωνσταντινούπολη, όπου επιτρεπόταν ακόμη στην Πατριαρχική Ακαδημία να λειτουργεί, ή καλύτερα, θα έπρεπε να ξεκινήσει για κάποια βενετική αποικία και από εκεί στη Βενετία, όπου η πλούσια ελληνική παροικία θα το φρόντιζε και, αν ήταν δυνατόν, θα το έστελνε να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο της Πάδουας. Εκεί, ειδικά στα ιταλικά Πανεπιστήμια, δεν γινόταν καμία απόπειρα να το αποπροσανατολίσουν από την Ορθόδοξη πίστη του. Για τους αγρότες στην ύπαιθρο την εποχή αυτή δεν υπήρχε η δυνατότητα για κανενός είδους εκπαίδευση. Τα μοναστήρια, που κάλυπταν τις ανάγκες της βασικής εκπαίδευσης στο παρελθόν, είχαν τώρα γεμίσει και αυτά τα ίδια από αγράμματους μοναχούς. Ακόμη και οι ηγούμενοι και οι επίσκοποι δεν ήσαν ικανοί να γράψουν σωστά.



Η δεύτερη αιτία δυσφορίας ήταν ο φόρος παιδιών, το παιδομάζωμα όπως το ονόμαζαν οι Έλληνες, με τη βοήθεια του οποίου επανδρωνόταν το επίλεκτο στρατιωτικό σώμα των Γενιτσάρων του σουλτάνου. Κάθε πέντε χρόνια, και μερικές φορές πιο συχνά, ένας Τούρκος αξιωματικός επισκεπτόταν πόλεις και χωριά και απαιτούσε από τον επικεφαλής έναν κατάλογο των χριστιανικών οικογενειών και των παιδιών τους. Οι πατέρες στη συνέχεια παρουσίαζαν τους γιους τους για επιθεώρηση και ο αξιωματικός διάλεγε αυτούς που φαίνονταν πιο δυνατοί ή πιο έξυπνοι. Τα αγόρια οδηγούνταν στη συνέχεια στην Κωνσταντινούπολη και προσηλυτίζονταν δια της βίας στον Ισλαμισμό. Μόλις εισέρχονταν στο στρατιωτικό σώμα, που εφοδίαζε το σουλτάνο με τους μηχανικούς και τους τεχνικούς του καθώς επίσης και με τους στρατιώτες του, τους απαγορευόταν να παντρευτούν και έπρεπε να αφιερωθούν ολοκληρωτικά στην υπηρεσία του Κράτους. Στην αρχή έπαιρναν τα αγόρια στην ηλικία των έξι ή επτά χρόνων, μόνο ένα από κάθε οικογένεια, ποτέ έναν μοναχογιό, και μόνο ένα στα πέντε από τα ικανά αγόρια της περιοχής. Το δέκατο έκτο αιώνα αυτές οι αρχές εγκαταλείφθηκαν. Η αναλογία των αγοριών που έπαιρναν μπορούσε να είναι αυθαίρετη, και τα αγόρια μπορούσαν να είναι στην εφηβεία τους. Μόνον προς το τέλος του δέκατου έβδομου αιώνα, όταν οι Γενίτσαροι μπορούσαν να παντρεύονται, με αποτέλεσμα να μετατραπεί το στρατιωτικό σώμα σε κληρονομικό, εγκαταλείφθηκε το παιδομάζωμα. Η Πελοπόννησος φαίνεται ότι υπέφερε κάπως λιγότερο από πολλές άλλες χριστιανικές περιοχές από τις αρπαγές του παιδομαζώματος. Είναι αξιοσημείωτο ότι έχει καταγραφεί μόνο μία εξέγερση γι' αυτό το λόγο. Και αυτή μάλιστα οργανώθηκε από τους χριστιανούς Αλβανούς το 1565. Κυκλοφορούσε η φήμη ότι μερικοί χριστιανοί γονείς καλοδέχονταν το παιδομάζωμα, καθώς ένας Γενίτσαρος μπορούσε να αποκτήσει πλούτη και δύναμη και συχνά, ιδιαίτερα αν είχε στρατολογηθεί κατά την εφηβεία του, διατηρούσε σχέσεις με τους συγγενείς του και είχε τη δυνατότητα να τους βοηθήσει με πολλούς τρόπους. Λεγόταν ακόμη ότι υπήρχαν και μουσουλμανικές οικογένειες που προσποιούνταν ότι ήσαν χριστιανοί για να έχουν το προνόμιο ενός γιου Γενίτσαρου. Αλλά γενικά οι χριστιανικές κοινότητες δεν μπορούσαν παρά να υποφέρουν από την απώλεια τόσων πολλών από τα ικανότερα αγόρια τους.



Το καλύτερο που μπορούσε να λεχθεί για την οθωμανική διακυβέρνηση ήταν ότι έφερε σχετική ειρήνη και τάξη σε μια επαρχία που κατά τους τελευταίους αιώνες διαταρασσόταν από αδιάκοπους πολέμους. Η ειρήνη δεν ήταν συνεχής. Γίνονταν πόλεμοι μεταξύ των Τούρκων και των Βενετών που διεξάγονταν κατά διαστήματα μεταξύ του 1463 και του 1479. Κατά την εξέλιξή τους η Βενετία έχασε το Άργος αλλά απέκτησε, σύμφωνα με την επιθυμία των κατοίκων του, το μεγάλο φρούριο της Μονεμβασίας. Έγινε πάλι πόλεμος από το 1499 ως το 1503, οπότε η Βενετία έχασε όλες τις Πελοποννησιακές κτήσεις της, εκτός από το Ναύπλιο και τη Μονεμβασία, και από το 1537 μέχρι το 1540, οπότε με μια ταπεινωτική συνθήκη παραχώρησε αυτά τα δύο απόρθητα φρούρια στους Τούρκους. Αλλά αυτοί οι πόλεμοι διεξάγονταν κυρίως στη θάλασσα και μόνον οι παράκτιες περιοχές θίγονταν σοβαρά. Το 1465 ο Σιγισμούνδος Μαλατέστα πραγματοποίησε την εκστρατεία του στο Μυστρά, κατά την οποία πήρε μαζί του το σώμα του Πλήθωνα.

Από τότε, για περισσότερο από δύο αιώνες, ο Μυστράς αφέθηκε στην ησυχία του. Η πόλη απολάμβανε σημαντική ευημερία. Οι τουρκικές αρχές ήταν γενικά ικανές και καλοπροαίρετες, αν και φέρονταν με κάποια περιφρόνηση στους Χριστιανούς. Η κατά περιόδους παρουσία του πασά και της ακολουθίας του στην πόλη τόνωνε τα παζάρια. Τα αγροκτήματα μετάξης στην κοιλάδα γνώριζαν άνθηση και ξένοι έμποροι έρχονταν στο Μυστρά για να αγοράσουν τα προϊόντα τους. Η ανάπτυξη της εβραϊκής παροικίας αποκαλύπτει ότι ο Μυστράς ήταν ένα σημαντικό εμπορικό κέντρο. Η θέση του μακριά από την ακτή τον έσωσε όχι μόνον από τις συνέπειες των Τουρκο-Βενετικών πολέμων, αλλά επίσης και από τις λεηλασίες των πειρατών, που οι δραστηριότητές τους στη θάλασσα του Αιγαίου γίνονταν όλο και πιο καταστρεπτικές κατά τα τελευταία χρόνια του δέκατου έκτου αιώνα.



Ένας συγκεκριμένος κίνδυνος καιροφυλακτούσε πάντα στην περιοχή της Μάνης. Οι κάτοικοί της δεν είχαν ποτέ υποταχθεί πραγματικά στους Τούρκους και εκμεταλλεύονταν κάθε ευκαιρία για να εξεγερθούν εναντίον τους, επιδιώκοντας να ξεσηκώσουν και τους γείτονές τους. Άλλοτε πάλι χαίρονταν να λεηλατούν τα πλουσιότερα εδάφη των γειτόνων τους. Οι κάτοικοι του Μυστρά συχνά είχαν λόγο να είναι ευγνώμονες στην τουρκική φρουρά τους. Για να παραθέσω τα λόγια ενός Άγγλου ταξιδιώτη, του Βερνάρδου Ράντολφ, που επισκέφθηκε το Μυστρά το 1671 και τον περιγράφει σαν τη μεγαλύτερη πόλη στην Πελοπόννησο μετά την Πάτρα, «Αν και αυτή η πόλη βρίσκεται μακριά από τη θάλασσα και είναι απαλλαγμένη από κινδύνους από αυτή την πλευρά, οι Μανιάτες παρ' όλα αυτά είναι ένας λαός ικανός να τη λεηλατήσει».



Περίπου το 1612, ένας Γαλλο-Ιταλός ευγενής, ο Κάρολος Γκοντζάγκα της Μάντουας —που είχε κληρονομήσει το Δουκάτο του Νεβέρ από τη Γαλλίδα μητέρα του και του οποίου η γιαγιά από τον πατέρα του ήταν το τελευταίο μέλος ενός κλάδου της αυτοκρατορικής οικογενείας των Παλαιολόγων που είχαν κληρονομήσει τη μαρκιωνία του Μομφερράτου— αποφάσισε να διεκδικήσει το θρόνο της Κωνσταντινούπολης και έστειλε μυστικούς απεσταλμένους στα ελληνικά εδάφη για να ζητήσει ενίσχυση. Οι Μανιάτες δέχθηκαν τις προτάσεις του με ενθουσιασμό. Τρεις Μανιάτες πήγαν στη Γαλλία να επισκεφθούν το δούκα και υποσχέθηκαν να τον αναγνωρίσουν ως τον άρχοντα-κύριό τους αν έστελνε αξιωματικούς για να εκπαιδεύσουν τους στρατιώτες τους. Οι απεσταλμένοι του ίδιου του δούκα επέστρεψαν με αισιόδοξες αφηγήσεις για τον ενθουσιασμό που είχαν συναντήσει στη χερσόνησο. Οι Έλληνες ήσαν πρόθυμοι να ασπασθούν τον Καθολικισμό, είπαν, αν ο δούκας εξανάγκαζε τους Τούρκους να αποχωρήσουν. Και ο επίσκοπος της Μάινας τούς έδωσε ένα μήνυμα για το δούκα, όπου τον αποκαλούσε Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, πείθοντας ακόμη και το μητροπολίτη της Λακεδαιμονίας να προσθέσει την υπογραφή του σ' αυτό. Παρ' όλα αυτά πρέπει να αμφιβάλλει κανείς αν ο μητροπολίτης, που ανήκε στη διαπρεπή οικογένεια των Λασκάρεων, θα δεχόταν τη θρησκευτική πλευρά της πρότασης. Προφήτευαν ότι μέσα σε λίγους μήνες ο δικέφαλος αετός των Παλαιολόγων θα υψωνόταν πάνω από το Μυστρά. Το σχέδιό του δεν ήταν εντελώς παράλογο. Υπολογίσθηκε ότι η Πελοπόννησος μπορούσε να εξασφαλίσει 15.000 μάχιμους άντρες, ενώ οι Τούρκοι είχαν μόνο 8.000 πιθανούς στρατιώτες στην επαρχία, οι περισσότεροι από τους οποίους αποτελούσαν τις φρουρές των μεγαλύτερων φρουρίων. Αλλά ο δούκας καθυστέρησε. Ήταν αρκετά συνετός ώστε να μην αρχίσει την περιπέτεια χωρίς σταθερή διπλωματική βοήθεια και είχε την ελπίδα ότι θα οργάνωνε εξεγέρσεις σε άλλες επαρχίες της οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι προσπάθειές του είχαν φέρει ασήμαντα αποτελέσματα. Όταν τελικά συγκέντρωσε πέντε πλοία για να μεταφέρει τους στρατιώτες στην Ελλάδα, αυτά καταστράφηκαν από φωτιά, ίσως από δολιοφθορείς και οι άνθρωπό του στα Βαλκάνια δεν μπορούσαν να τού υποσχεθούν επαρκή υποστήριξη. Μετά από δώδεκα περίπου χρόνια άκαρπων μηχανορραφιών ο δούκας εγκατέλειψε το σχέδιό του, αρκούμενος στη διεκδίκηση του Δουκάτου της Μάντουα που ήταν η ιδιαίτερη πατρίδα του. Είναι πιθανόν ότι οι κάτοικοι του Μυστρά, και ο μητροπολίτης, αισθάνθηκαν μεγάλη ανακούφιση.



Περίπου δώδεκα χρόνια αργότερα, το 1645, όταν ξέσπασε πάλι πόλεμος μεταξύ της Βενετίας και των Τούρκων, ο Μυστράς απειλήθηκε για άλλη μια φορά από τους Μανιάτες. Ο Βενετός διοικητής Μοροζίνης τούς έπεισε χωρίς δυσκολία, να εισβάλουν στις γειτονικές επαρχίες, ενώ η αλβανική εξέγερση κατέληξε σε καταστροφή των κεντρικών και δυτικών περιοχών της Πελοποννήσου. Αλλά φαίνεται ότι ο Μυστράς και η γύρω περιοχή γλίτωσαν από τις επιδρομές και όταν ο Οθωμανός Βεζίρης Αχμέτ Κιοπρουλή κατάφερε να προκαλέσει μια βεντέτα ανάμεσα σε δύο από τις άρχουσες οικογένειες της Μάνης, στην οποία αναμείχθηκε σύντομα ολόκληρη η περιοχή, οι επιδρομές σταμάτησαν και η υπόλοιπη Πελοπόννησος αναστέναξε με ανακούφιση. Ο μακροχρόνιος πόλεμος μεταξύ της Βενετίας και των Τούρκων τέλειωσε μόλις το 1669, όταν οι Βενετοί έχασαν την Κρήτη. Αλλά η ηπειρωτική χώρα δεν γνώρισε άλλες ταραχές.



Ήταν λίγο μετά τη σύναψη ειρήνης που ο Βερνάρδος Ράντολφ επισκέφθηκε το Μυστρά, και έγραψε την πρώτη περιγραφή που έχουμε γι' αυτόν από Άγγλο περιηγητή. Λίγα χρόνια νωρίτερα ένας Γάλλος, ο Ζιρώ, και ένας άλλος Άγγλος, ο Βέρνον, είχαν επισκεφθεί χωριστά το Μυστρά αλλά δεν είχαν να πουν πολλά γι' αυτόν εκτός από το να παρατηρήσουν ότι δεν ήταν κτισμένος στο χώρο της αρχαίας Σπάρτης, αν και αυτό πίστευαν την εποχή εκείνη οι ντόπιοι. Ο Ράντολφ δεν ήταν τόσο σίγουρος. Γι' αυτόν η πόλη είναι η «Μεζίθα (Mesitha), που παλιότερα ονομαζόταν Λακεδαίμων και παρατήρησε μερικά ερείπια, και μεταξύ αυτών μια αψίδα ενός υδραγωγείου, που εφάπτονταν με την πόλη κάτω από το λόφο, για τα οποία αποφάσισε ότι πρέπει να ανήκαν στην κλασσική πόλη. Βρήκε την κοιλάδα της Σπάρτης «πολύ ευχάριστη» και εντυπωσιάσθηκε από την ευημερία της. Αλλά δεν ενέκρινε αυτό που θεώρησε ως δεισιδαιμονία των κατοίκων της και απολάμβανε να διηγείται για έναν πασά εκείνης της εποχής, που ακούγοντας ότι υπήρχε μια αγία εικόνα της Παναγίας σε ένα γειτονικό χωριό, για την οποία λεγόταν ότι έκανε θαύματα, την πήρε μαζί με μια μη θρησκευτική εικόνα που τού έφεραν και τις έριξε και τις δύο στη φωτιά, λέγοντας ότι θα λάτρευε οποιαδήποτε από τις δύο διασωζόταν από τις φλόγες. Και οι δύο καταστράφηκαν. Η ιστορία είναι χαρακτηριστική του περίγελου και της περιφρόνησης με την οποία οι οθωμανικές αρχές πολύ συχνά αντιμετώπιζαν τους απλούς χριστιανούς χωρικούς. Αλλά η πίστη των χωρικών παρέμενε αμείωτη.



Ο σερ Γεώργιος Ουέλερ και ο Γάλλος σύντροφός του, ο δόκτωρ Σπον, ήρθαν στην Πελοπόννησο το 1677 αλλά δεν κατάφεραν να φθάσουν στο Μυστρά. Ο Ζιρώ, ένας Ουγενότος που είχε τη θέση του Άγγλου Προξένου στην Αθήνα και είχε παντρευτεί Ελληνίδα, τους διαβεβαίωσε ότι ο Μυστράς δεν ήταν η Σπάρτη, ενώ ο Βέρνον ανέφερε ότι δεν υπήρχε τίποτε αξιόλογο να δει κανείς στον αρχαιολογικό χώρο. Γι' αυτό πιθανόν έκριναν ότι δεν άξιζε να τον επισκεφθεί κανείς.



Το 1684 ξέσπασε και πάλι πόλεμος μεταξύ της Βενετίας και των Τούρκων. Οι Βενετοί, που ακόμα τους πονούσε η απώλεια της Κρήτης που είχε συμβεί δεκαπέντε χρόνια νωρίτερα, διάλεξαν την κατάλληλη στιγμή. Το 1638 οι Τούρκοι είχαν νικηθεί μπροστά στη Βιέννη και ο αυτοκράτορας των Αψβούργων και ο Ιωάννης Σοβιέσκι, βασιλέας της Πολωνίας, που είχαν ηγηθεί του στρατού που βοήθησε την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας, ανυπομονούσαν να ολοκληρώσουν τη νίκη τους. Με την υποστήριξη του Πάπα σχηματίσθηκε μια Ιερή Συμμαχία μεταξύ της Βενετίας, της Αυστρίας και της Πολωνίας. Σε μια σύσκεψη στο Λιντς, το Μάρτιο του 1684, κάθε κράτος βεβαίωσε ενόρκως ότι δεν θα συνάψει χωριστή ειρήνη και το καθένα κήρυξε με προθυμία τον πόλεμο κατά του σουλτάνου. Οι Τούρκοι αναγκάσθηκαν να συγκεντρώσουν τις κύριες δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν την αυστριακή επίθεση γιατί οι Πολωνοί, ουσιαστικά, έπαιζαν έναν μικρό μόνο ρόλο στον πόλεμο. Στην Ελληνική χερσόνησο υπήρχαν κατά συνέπεια ανεπαρκείς φρουρές για να αντιμετωπίσουν τους Βενετούς. Τις βενετικές στρατιωτικές δυνάμεις αποτελούσαν κυρίως Γερμανοί μισθοφόροι με δικούς τους διοικητές, από τους οποίους ο Κόμης Καίνιξμαρκ ήταν ο πιο διακεκριμένος. Αλλά η ανώτατη διοίκηση δόθηκε στον ηλικιωμένο Φραγκίσκο Μοροζίνη, που ήταν παλιότερα υπεύθυνος για τη μακρόχρονη και ηρωική, αν και άκαρπη, άμυνα της Κρήτης ενάντια στους Τούρκους.



Ο Μοροζίνης αφιέρωσε το 1685 και το 1686 στην κατάληψη μερικών ζωτικών παραθαλασσίων κάστρων. Το Ναύπλιο, που εκείνη την εποχή ήταν η πρωτεύουσα της επαρχίας, καταλήφθηκε προς το τέλος του 1686. Νωρίς την επόμενη άνοιξη τα στρατεύματα του Μοροζίνη καταπιάστηκαν συστηματικά με την κατάληψη του εσωτερικού της Πελοποννήσου. Οι τουρκικές φρουρές πρόβαλαν πολύ λίγη αντίσταση. Ακόμη και το σχεδόν απόρθητο κάστρο του Ακροκορίνθου παραδόθηκε χωρίς αγώνα. Ο Μυστράς ήταν μια από τις τελευταίες πόλεις που έπεσε στα χέρια των Βενετών. Μέχρι τον Αύγουστο, η Βενετία έλεγχε ολόκληρη την Πελοπόννησο με εξαίρεση τη Μονεμβασία, που μετά από μια μακροχρόνια πολιορκία αναγκάσθηκε από την πείνα να παραδοθεί το 1690. Η Γαληνότατη Δημοκρατία από ευγνωμοσύνη απένειμε στο Μοροζίνη τον τίτλο «Πελοποννησιακός».



Η κατάκτηση της Πελοποννήσου σήμανε το τέλος της βενετικής επιτυχίας κατά τη διάρκεια του μακρόχρονου πολέμου. Ο Μοροζίνης συνέχισε την πορεία του για να επιτεθεί στην Αθήνα και στις 26 Σεπτεμβρίου 1687 ένας πυροβολητής από το Λύνεμπουργκ έρριξε τη μοιραία βολή που ανατίναξε μια πυριτιδαποθήκη που οι Τούρκοι είχαν εγκαταστήσει στον Παρθενώνα. Μέχρι το τέλος του μήνα η τουρκική φρουρά είχε παραδοθεί. Αλλά ο Μοροζίνης συνειδητοποίησε σύντομα ότι δεν είχε αρκετά στρατεύματα για να αντιμετωπίσει το μεγάλο τουρκικό στρατό που ήταν τώρα συγκεντρωμένος στη Θήβα. Μέχρι το Μάρτιο του 1688, αποφασίσθηκε να εγκαταλείψουν την πόλη. Το σύστημα ύδρευσης είχε καταστραφεί κατά την πολιορκία και τώρα ο λοιμός έκανε την εμφάνισή του στα στρατεύματα. Πολλές αθηναϊκές οικογένειες που είχαν καλωσορίσει τους Βενετούς, και τώρα φοβούνταν την τουρκική εκδίκηση, έφυγαν μαζί με το στρατό και τους δόθηκαν καινούργια σπίτια στην Πελοπόννησο, όπου τους έγινε μια ψυχρή υποδοχή από τους ντόπιους Έλληνες. Τα επόμενα κατακτητικά σχέδια του Μοροζίνη, που περιλάμβαναν μια εισβολή στην Εύβοια, δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα. Ο ίδιος αποσύρθηκε, ένας άρρωστος γέρος πια, στη Βενετία όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του ως δόγης. Στο μεταξύ υπήρξε μια αναζωογόνηση της τουρκικής δύναμης κάτω από την αρχηγία ενός νέου βεζίρη, του Μουσταφά Κιοπρουλή, του πιο ικανού από τα μέλη της ικανής οικογένειάς του, που θεώρησε ως προσωπικό του καθήκον να συμφιλιώσει τις χριστιανικές μειονότητες που υπάγονταν στην εξουσία του. Ο πόλεμος παρατάθηκε, με τους Τούρκους να κερδίζουν τώρα έδαφος σε βάρος της Ιερής Συμμαχίας, μέχρι που τελικά μια μεγάλη νίκη των Αυστριακών υπό τον Ευγένιο της Σαβοΐας στη Ζέντα, στον ποταμό Τίσα, το Σεπτέμβριο του 1697 αποκατέστησε την ισορροπία. Οι εμπόλεμοι ήσαν τώρα πρόθυμοι να δεχθούν τη μεσολάβηση των Άγγλων. Η ειρήνη υπογράφηκε στο Κάρλοβιτς τον Ιανουάριο του 1699.



Με αυτή τη συνθήκη ειρήνης η Βενετία εξασφάλισε τα νησιά του Ιονίου εκτός από τη Λευκάδα, την Αίγινα και την Τήνο στο Αιγαίο, δύο κάστρα στην Ήπειρο και δύο στην Κρήτη και ολόκληρη την Πελοπόννησο. Οι Τούρκοι δεν έκαναν καμία προσπάθεια για να ανακτήσουν τη χερσόνησο και η βενετική διοίκηση εδραιώθηκε εκεί για τα καλά.



Οι Πελοποννήσιοι στην αρχή είχαν καλωσορίσει τους νέους τους κυρίους. Η τουρκική διοίκηση είχε καταλήξει να είναι αυθαίρετη και διεφθαρμένη και ελεγχόταν ελάχιστα από την Κωνσταντινούπολη. Ήταν μια ανακούφιση γι' αυτούς η επιστροφή στη χριστιανική κυριαρχία. Οι Βενετοί ήσαν Καθολικοί, αλλά είχαν καλή φήμη σχετικά με τη θρησκευτική ανοχή τους. Η ελληνική παροικία στη Βενετία ευημερούσε και είχε την εκτίμηση όλων, και τη δικιά της Ορθόδοξη Εκκλησία και πολλοί Έλληνες είχαν σπουδάσει εκεί και στο Πανεπιστήμιο της Πάδουα. Ήταν γνωστό ότι οι Βενετοί αξιωματούχοι ήσαν ικανοί και ότι η δικαιοσύνη στη Βενετία απονεμόταν σωστά. Αλλά σύντομα η απογοήτευση έκανε την εμφάνισή της και άρχισε να αυξάνει βαθμιαία. Ο λοιμός, που είχε εμφανισθεί λίγο μετά την εκστρατεία του Μοροζίνη το 1687, σάρωσε τη χερσόνησο απ' άκρης σ' άκρη και οι κάτοικοι κατηγορούσαν τους εισβολείς ότι αυτοί τον είχαν φέρει. Οι βενετικές αρχές υπολόγισαν ότι ο πληθυσμός, που ήταν περίπου 200.000 πριν από την εισβολή, μέχρι το τέλος του 1688 είχε πέσει απότομα σε λιγότερο από 100.000. Από 2.111 χωριά τα 656 ερημώθηκαν. Ο Μυστράς και η κοιλάδα της Σπάρτης υπέφεραν λιγότερο από την καταστροφή που προκλήθηκε από το στρατό και από το λοιμό απ' ότι οι δυτικές περιοχές της χερσονήσου αλλά δεν έμειναν και ανέπαφα.



Σύντομα δημιουργήθηκε δυσαρέσκεια κατά της βενετικής διακυβέρνησης. Ήταν πολύ πιο ικανή από την τουρκική. Αλλά οι Τούρκοι είχαν τουλάχιστον επιτρέψει στις πόλεις να αυτοδιοικούνται. Τώρα, ο Βενετός προβλεπτής ήταν απόλυτα υπεύθυνος για την κοινότητα. Για το Μυστρά αυτό ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικό. Δεν ήταν πια πρωτεύουσα επαρχίας. Η επαρχία της Λακωνίας είχε την πρωτεύουσά της στη Μονεμβασία. Αλλά, μαζί με έξι άλλες δευτερεύουσες πόλεις, είχε το δικό του προβλεπτή που, μη έχοντας μια επαρχία να τη διοικεί, μπορούσε να αφιερώνει όλον του το χρόνο στο να παρεμβαίνει στις υποθέσεις των πολιτών. Επιπλέον, αν και οι Έλληνες είχαν απαλλαχθεί από την περιοδική ανάγκη να δωροδοκούν τις τουρκικές αρχές, οι φόροι που επιβλήθηκαν από τους Βενετούς ήσαν μεγαλύτεροι από ότι ήσαν οι τουρκικοί φόροι και συγκεντρώνονταν με αποτελεσματικό τρόπο. Εξ άλλου, αν και οι Βενετοί έκαναν πολλά για να ενθαρρύνουν την τοπική γεωργία και μερικές τοπικές παραγωγές, αποθάρρυναν σκόπιμα κάθε παραγωγή που ανταγωνιζόταν τις δικές τους στην Ιταλία. Αυτό είχε πολύ βαριές επιπτώσεις για το Μυστρά, του οποίου η ευημερία εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τα αγροκτήματα της γειτονικής περιοχής που παρήγαγαν μετάξι. Οι επαχθείς φόροι που επιβλήθηκαν στο τοπικό μετάξι, για χάρη των συμφερόντων αυτών που καλλιεργούσαν μετάξι στο Βένετο, αύξησαν την τιμή της σπαρτιατικής παραγωγής τόσο πολύ που οι ξένοι έμποροι πήγαιναν μακριά στη Μικρά Ασία για να αγοράσουν πιο φθηνό μετάξι.



Τελικά υπήρχε και το θέμα της θρησκείας. Στην ίδια τη Βενετία και στα νησιά του Ιονίου οι σχέσεις μεταξύ των Καθολικών και των Ορθοδόξων δεν ήσαν εχθρικές. Οι Βενετοί ήσαν πρόθυμοι στην αρχή να δείξουν καλή θέληση προς την Εκκλησία των νέων τους υπηκόων. Το σύνολο των πιστών θεμελίωσε το δικαίωμά του να εκλέγει τους δικούς του επισκόπους χωρίς καμία πολιτική πίεση και ιδρύθηκε μόνο μια Καθολική επισκοπή, η Αρχιεπισκοπή της Κορίνθου, της οποίας ο τιτουλάριος διέμενε συνήθως στο Ναύπλιο, τη βενετική πρωτεύουσα. Αλλά, ακριβώς μετά τους βενετούς αξιωματούχους, ένας αριθμός Καθολικών ιερέων μπήκε στη χώρα αυτοί, όπως παρατήρησε με θλίψη και ο Βενετός γενικός προβλεπτής Κορνάρο, φαίνεται ότι είχαν σταλθεί εκεί μάλλον για να τιμωρηθούν για τις δικές τους αμαρτίες, παρά για να τιμωρούν τις αμαρτίες των άλλων. Η υπεροψία τους απέναντι στον ντόπιο κλήρο τούς έκανε μισητούς. Αλλά μερικοί από αυτούς δημιούργησαν σχολεία και στους Έλληνες, που είχαν στερηθεί την εκπαίδευση κάτω από την κυριαρχία του Τούρκων, αυτό παρείχε την ευκαιρία για να αποκτήσουν οι γιοι τους κάποια μόρφωση. Πολλά Ελληνόπουλα επωφελήθηκαν από αυτό. Αλλά οι γονείς τους συνεχώς εξοργίζονταν από τις απόπειρες των δασκάλων τους να τα προσηλυτίσουν στη δικιά τους θρησκεία.



Εντούτοις για το κυρίως θρησκευτικό πρόβλημα δεν ευθύνονταν οι Βενετοί. Οι Ορθόδοξοι της Πελοποννήσου όφειλαν θρησκευτική υποταγή στον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης, που όχι μόνον επικύρωνε την εκλογή των δεκαεννέα επισκόπων της και των ηγουμένων των μεγαλύτερων μοναστηριών της, που ήσαν άμεσα εξαρτημένα από αυτόν, αλλά επίσης έπαιρνε το μισό των προσφορών των Θεοφανίων και του Πάσχα που έκαναν οι πιστοί. Αλλά ο Πατριάρχης ζούσε στη σκιά του σουλτάνου και στον όρκο που έδινε κατά την εκλογή του ορκιζόταν ότι θα φρόντιζε ώστε οι Χριστιανοί υπό την κοθοδήγησή του να είναι πιστοί στην κοσμική εξουσία του σουλτάνου. Οι Βενετοί όχι μόνο στέρησαν τον Πατριάρχη από το προνόμιό του να επικυρώνει την εκλογή των επισκόπων, αλλά δεν κατανοούσαν για ποιο λόγο τα χρήσιμα πελοποννησιακά χρήματα έπρεπε να πηγαίνουν σε μια εχθρική χώρα. Υπήρχαν επίσης εκκλησίες και μοναστήρια στην οθωμανική επικράτεια, όπως το Πατριαρχείο της Ιερουσαλήμ και μερικές από τις μονές του Αγίου Όρους, που κατείχαν περιουσία στην Πελοπόννησο. Στον έξαρχο από το Πατριαρχείο που στάλθηκε να συλλέξει τις προσφορές και τα μισθώματα και να επικυρώσει τις επισκοπικές εκλογές αρνήθηκαν την είσοδό του στη χώρα. Οι ευλαβείς Πελοποννήσιοι δεν έδειξαν ευγνωμοσύνη στη Βενετία για την εκκλησιαστική ανεξαρτησία τους, ούτε για το ότι τους επιτρεπόταν να κρατούν τα χρήματα που οφείλονταν στο Πατριαρχείο, έτσι ώστε να τα χρησιμοποιήσουν στις δικές τους επισκοπές. Ο ανώτερος ιεράρχης τους, ο μητροπολίτης της Πάτρας, έκανε ότι μπορούσε ώστε το Πατριαρχείο και οι άλλες ενδιαφερόμενες εκκλησίες και μοναστήρια που ήσαν στα οθωμανικά εδάφη να εισπράττουν το δικά τους εισοδήματα, με αποτέλεσμα να ενοχλεί συνεχώς το Βενετό διοικητή. Στο μεταξύ έφθασαν στην Πελοπόννησο τα νέα σχετικά με την πολύ βελτιωμένη συμπεριφορά του σουλτάνου προς τους χριστιανούς υπηκόους του, που οφειλόταν στην επιρροή του βεζίρη Μουσταφά Κιοπρουλή.



Παρ' όλα αυτά δεν έγινε καμία απόπειρα από τους Έλληνες να εξεγερθούν ενάντια στη βενετική εξουσία. Οι ανήσυχοι Μανιάτες προτιμούσαν τους Βενετούς πολύ περισσότερο από τους Τούρκους, εφόσον δεν τους ζητούσαν να πληρώνουν φόρους. Σταμάτησαν να κάνουν επιδρομές στους γείτονές τους που βρίσκονταν προς την ξηρά και συγκέντρωσαν το ενδιαφέρον τους στην πειρατεία. Οι άλλοι Πελοποννήσιοι είχαν χάσει κάθε διάθεση για συγκρούσεις. Οι Βενετοί παρατηρητές τους θεωρούσαν ύποπτους, οκνηρούς και πίστευαν ότι αλληλοφθονούνταν. Υπήρχε η άποψη ότι ήσαν λιγότερο καλλιεργημένοι απ' ότι οι Επτανήσιοι, πράγμα που ήταν φυσικό αφού οι Επτανήσιοι είχαν μια μακροχρόνια επαφή με τη Βενετία και διατηρούσαν τα δικά τους σχολεία. Άντρες και γυναίκες με εξευγενισμένους τρόπους μπορούσε να συναντήσει κανείς στην Καλαμάτα αλλά, γενικά, όλοι συμφωνούσαν ότι η πιο καλλιεργημένη πόλη στην επαρχία ήταν ο Μυστράς. Ο Βενετός συγγραφέας Κορονέλλι, γεωγράφος της Βενετικής Δημοκρατίας δημοσίευσε ένα βιβλίο για την Πελοπόννησο όπως ήταν λίγο μετά τη βενετική κατάκτηση, όπου έκανε μια πλήρη περιγραφή του Μυστρά. Πίστευε ακλόνητα ότι ήταν η πόλη «που κατ' αρχάς ονομαζόταν Σπάρτη, μετά Λακεδαίμων και τώρα Μιζίτρα (Misitra)» και η αφήγησή του περιλαμβάνει μια κάπως παράδοξη ιστορία της Σπάρτης, με έναν ελλιπή κατάλογο των αρχόντων της, όπως επίσης και μερικές ανακριβείς πληροφορίες για τη μεσαιωνική ιστορία της πόλης. Αλλά η περιγραφή του Μυστρά από τον Κορονέλλι, για το πώς ήταν στη δική του εποχή, μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη. Όπως και στο παρελθόν, ήταν χωρισμένος σε συνοικίες. Θεωρεί ότι το φρούριο «που ονομάζεται το Κάστρο», αποτελούσε μια συνοικία. Δίπλα ήταν η συνοικία που ονομάζει La Terra και που οι Έλληνες ονόμαζαν Χώρα, η Πάνω πόλη των Παλαιολόγων που, μέχρι που ήρθαν οι Βενετοί, περιλάμβανε τις κατοικίες των Τούρκων, κάθε ένας από τους οποίους μάς λέει ότι έπρεπε να διατηρεί ένα κελάρι εφοδιασμένο με σιτηρά που μπορούσε να το χρησιμοποιήσει ο στρατός σε περίπτωση πολιορκίας. Αυτή επίσης περιλάμβανε έναν μεγάλο αριθμό δεξαμενών. Παρακάτω βρισκόταν το Μεσοχώριον —το αποκαλεί λανθασμένα Μελοκώριον— η Κάτω πόλη των μεσαιωνικών χρόνων και η μέση πόλη εκείνης της εποχής όπως το όνομά του αφήνει να εννοηθεί. Έξω από τα τείχη υπήρχε το Εξωχώριον που χωριζόταν από τα υπόλοιπα τμήματα με το μικρό ποτάμι, το Βασιλοπόταμο, πάνω από το οποίο υπήρχε μόνο μια γέφυρα. Αυτή η εξωτερική πόλη πρέπει να επεκτάθηκε προς τα κάτω, προς τη σύγχρονη πόλη του Μυστρά. Οι Τούρκοι την ονόμαζαν Μαράτσε.



Άλλες βενετικές πηγές υπολογίζουν τον πληθυσμό του Μυστρά την εποχή της βενετικής κατάκτησης γύρω στις 40.000. Ο Ράντολφ πίστευε ότι στην Πελοπόννησο μόνο η Πάτρα ήταν μεγαλύτερη. Αλλά η βενετική πρωτεύουσα, το Ναύπλιο, τις ξεπέρασε σύντομα και τις δύο σε πληθυσμό.



Η κατοχή της Πελοποννήσου από τη Δημοκρατία ήταν πρόσκαιρη. Μέχρι το 1714 οι Τούρκοι ήσαν έτοιμοι να πάρουν εκδίκηση. Είχαν πρόσφατα νικήσει τους Ρώσους και βρίσκονταν σε ειρηνικές σχέσεις με τους άλλους γείτονές τους. Είχαν τη διπλωματική συμπαράσταση της Γαλλίας, της οποίας οι έμποροι ήσαν ανυπόμονοι να αυξήσουν το εμπόριό τους με την Ανατολή σε βάρος των Βενετών. Ήξεραν ότι οι Έλληνες δεν θα έκαναν τίποτα για να υποστηρίξουν τους Βενετούς κυρίους τους. Μετά από αίτηση του σουλτάνου, ο Οικουμενικός Πατριάρχης έγραψε στους επισκόπους του να επανέλθουν στην παλιά τους αφοσίωση σ' αυτόν. Οι πρώην σύμμαχοι της Δημοκρατίας, η Αυτοκρατορία των Αψβούργων και η Πολωνία, δεν επρόκειτο να παρέμβουν. Η Γαληνότατη Δημοκρατία ήταν απομονωμένη.



Ο σουλτάνος κήρυξε τον πόλεμο στο τέλος του 1714 με την πρόφαση ότι η Βενετία είχε οπλίσει τους κατοίκους του Μαυροβουνίου εναντίον του. Νωρίς τον επόμενο χρόνο, ένας τουρκικός στρατός που αριθμούσε πάνω από 100.000 άντρες βάδισε προς τα κάτω, προς τον Ισθμό της Κορίνθου, και ένας μεγάλος στόλος έπλευσε στο Αιγαίο, καταλαμβάνοντας χωρίς μάχη το νησί της Τήνου που ήταν βενετικό για πάνω από τρεις αιώνες. Οι Βενετοί αποφάσισαν να υπερασπιστούν μόνο τα κάστρα τους κοντά στην ακτή. Μετά από έναν κανονιοβολισμό πέντε ημερών ο προβλεπτής της Κορίνθου, ο Μινόττο, παραδόθηκε με τιμητικούς όρους αλλά μια έκρηξη στο οπλοστάσιο έκανε τους Τούρκους να αμφιβάλουν για την αξιοπιστία του. Κατέσφαξαν τη φρουρά και μερικούς άμαχους Έλληνες, ενώ ο ίδιος ο Μινόττο στάλθηκε να πουληθεί σε ένα σκλαβοπάζαρο στη Σμύρνη, όπου αγοράσθηκε από τη γυναίκα του Ολλανδού Προξένου. Μετά από αυτό το γεγονός, η περαιτέρω αντίσταση ήταν μικρή. Και στις πόλεις και στην εξοχή οι Τούρκοι έγιναν δεκτοί ως απελευθερωτές. Επί πλέον, όπως διαπίστωσε με έκπληξη ένας Γάλλος παρατηρητής, ο Μπρυ, ο τουρκικός στρατός αντίθετα από τους Βενετούς πλήρωνε για τις προμήθειες που έπαιρνε από τους χωρικούς. Στο Ναύπλιο οι Έλληνες που υπηρετούσαν σε βενετικές υπηρεσίες εγκατέλειψαν τις θέσεις τους και καμία πρόταση για υψηλή αμοιβή δεν θα τους έκανε να γυρίσουν πίσω. Εκεί η βενετική φρουρά προέβαλε κάποια αντίσταση. Αλλά οι Τούρκοι είχαν πάρει από έναν Γάλλο, τον Λα Σαλ, που ήταν παλιότερα αξιωματικός στο βενετικό στρατό, λεπτομερή σχέδια του μεγάλου κάστρου του Παλαμηδιού που δέσποζε στην πόλη. Με τη βοήθειά τους κατέλαβαν με έφοδο, το κάστρο και από εκεί ξεχύθηκαν προς τα κάτω, στην πόλη. Στη σφαγή που ακολούθησε επέζησαν λίγοι μόνο Βενετοί. Στους νεκρούς συμπεριλαμβανόταν και ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος.



Η πτώση του Ναυπλίου άνοιξε στους Τούρκους το δρόμο προς το εσωτερικό όλης της Πελοποννήσου. Οι Βενετοί απομάκρυναν τις φρουρές τους από το Μυστρά και τις άλλες μεσόγειες πόλεις και μετά από μερικές εξεγέρσεις ακόμη και τα παράκτια κάστρα εγκαταλείφθηκαν. Ο διοικητής της Μονεμβασίας, ο Μπαντοέρ, έσπευσε να παραδώσει το κάστρο του στον Τούρκο ναύαρχο που παραδέχθηκε ότι δε θα μπορούσε ποτέ να το πάρει με έφοδο, ενώ ο Βενετός ναύαρχος απέφυγε προσεκτικά κάθε ενέργεια, από φόβο μήπως προκαλέσει μια ακόμη καταστροφή στην πατρίδα του. Μέχρι το τέλος του 1715 δεν είχαν απομείνει Βενετοί στη χερσόνησο.



Ο πόλεμος παρατάθηκε για άλλα τρία χρόνια, καθώς η Αυστρία αναμείχθηκε σ' αυτόν. Στη συνθήκη του Πασσάροβιτς, που υπογράφτηκε τον Ιούλιο του 1718, η Βενετία έχασε όλη της την εξουσία στην Ελλάδα, με εξαίρεση τα Επτάνησα στα οποία συμπεριλαμβανόταν η Λευκάδα και το λιμάνι του Βουθρωτού, απέναντι από την Κέρκυρα. Στο μεταξύ η Πελοπόννησος βυθίστηκε και πάλι στην παλιά της ζωή σαν μια επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.



Το βενετικό επεισόδιο δεν αποτέλεσε ευχάριστη εμπειρία για τους Έλληνες της Πελοποννήσου. Οι βενετοί τους συμπεριφέρθηκαν σαν σε υποτελή, αιρετική φυλή και τους εκμεταλλεύτηκαν για το συμφέρον του βενετικού εμπορίου. Αλλά μια νέα νοοτροπία είχε αναπτυχθεί ανάμεσα στους Έλληνες. Η βενετική γραφειοκρατία ήταν αργή και λεπτολόγος στη λειτουργία της και δαπανηρή στη συντήρησή της αλλά είχε διατηρήσει την τάξη στην επαρχία και οπωσδήποτε για δικό της όφελος, είχε βοηθήσει τη γεωργία και το εμπόριο και είχε σεβασθεί τα δικαιώματα του ατόμου, όποια ήσαν αυτά τότε. Η επιστροφή στη βολική αλλά αυθαίρετη και διεφθαρμένη διοίκηση των Οθωμανών πασάδων μπορεί να έγινε δεκτή με ανακούφιση, αλλά δεν μπορούσε παρά να φαίνεται οπισθοδρομική. Επίσης έφερε την παρακμή στην εκπαίδευση. Γιατί μια γενιά νέων της Πελοποννήσου είχε απολαύσει την εύκολη πρόσβαση στη Βενετία και στις ανώτερες σχολές της καθώς και στο Πανεπιστήμιο της Πάδουας και στην ίδια τη χερσόνησο υπήρχαν τα σχολεία που είχαν ιδρύσει παλιότερα οι Λατίνοι κληρικοί, τα οποία, αν και μισητά για τις προσπάθειές τους να προσηλυτίζουν, εν τούτοις ήταν καλά οργανωμένα και υποστηρίζονταν. Οι Τούρκοι, όταν επέστρεψαν, δεν ήσαν τόσο ενεργητικά εχθρικοί προς τα χριστιανικά σχολεία όσο στο παρελθόν. Αλλά δεν τα ενθάρρυναν και οπωσδήποτε υπήρχαν λίγοι ντόπιοι δάσκαλοι που ήσαν ικανοποιητικά καταρτισμένοι. Ήταν λιγότερο εύκολο για τα έξυπνα αγόρια να διαφύγουν στη Δύση. Αλλά εκείνοι που το κατόρθωναν έβρισκαν μια νέα νοοτροπία εκεί, αφού οι παλιές αξίες, ιδιαίτερα οι παλιές θρησκευτικές αξίες, είχαν απορριφθεί για χάρη αυτού που θεωρούσαν ότι ήταν ο διαφωτισμός. Γύρισαν πίσω διαποτισμένοι από ιδέες απελευθερωτικές για τους Έλληνες. Η Εκκλησία δεν ήταν πολύ ευχαριστημένη με αυτές τις ιδέες. Είχε δεχθεί με ευχαρίστηση την επιστροφή των Τούρκων, όχι μόνο επειδή απελευθέρωνε τους πιστούς της από τις προσηλυτιστικές προσπάθειες των καθολικών ιεραποστόλων, αλλά και επειδή αποκαθιστούσε τις κανονικές σχέσεις τους με το Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Αν η ελευθερία επρόκειτο να επιδιωχθεί, αυτό θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί με τη βοήθεια των Ορθοδόξων. Τον δέκατο έβδομο αιώνα, ο σερ Παύλος Ρικώ είχε παρατηρήσει ότι η μοναδική ξένη δύναμη για την οποία οι Έλληνες μιλούσαν με συμπάθεια ήταν η Ρωσία, που ήταν η μόνη ανεξάρτητη Ορθόδοξη δύναμη. Η Ρωσία της εποχής των Τσάρων Ρωμανώφ είχε πάντα δείξει συμπάθεια και φιλάνθρωπο ενδιαφέρον για τους Ορθόδοξους αδελφούς της• και καθώς ο δέκατος όγδοος αιώνας προχωρούσε, η δυνατότητά της να τους βοηθήσει έμπρακτα μεγάλωνε σταθερά. Στην περίπτωση που η Ορθόδοξη Ρωσία θα ήταν εκείνη που θα βοηθούσε τους Έλληνες στον αγώνα για την ελευθερία, η αφοσίωση του Οικουμενικού Πατριάρχη και του ποιμνίου του στο σουλτάνο δεν θα ήταν πια αξιόπιστη.



Το 1768 η αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β' της Ρωσίας κήρυξε τον πόλεμο στο σουλτάνο. Ο πόλεμος οφειλόταν κυρίως σε ορισμένους δυσαρεστημένους Πολωνούς που επεδίωκαν να συμμαχήσουν με την Τουρκία ενάντια στον αυξανόμενο έλεγχο της Αυτοκράτειρας στο βασίλειό τους. Αλλά οι πράκτορές της που εργάζονταν μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία είχαν τονίσει με ζήλο το ενδιαφέρον της για την ευημερία των καταπιεσμένων Ορθοδόξων. Το έργο τους βρήκε πρόθυμους αποδέκτες στα νησιά του Αιγαίου και στην Πελοπόννησο. Νωρίς το 1770, ένας μεγάλος ρωσικός στόλος απέπλευσε από τη Βαλτική με επίσημο διοικητή τον Αλέξη Ορλόφ και στην πραγματικότητα διοικούμενος από δύο ναυτικούς βρετανικής καταγωγής, τον Γκρεγκ και τον Έλφινστον. Κάνοντας τον κύκλο από το στενό του Γιβραλτάρ, έφθασε στις Ελληνικές θάλασσες στις αρχές Απριλίου και αγκυροβόλησε έξω από το Βοίτυλο, τη σύγχρονη Οίτυλο. Μια μικρή ρωσική δύναμη αποβιβάστηκε στην ξηρά υπό τον αδελφό του Αλέξη Ορλόφ, το Θεόδωρο.



Οι Ρώσοι προσδοκούσαν ότι θα γίνονταν δεκτοί με μια γενική εξέγερση των Ελλήνων. Οι άνθρωποί τους είχαν μοιράσει όπλα σε ολόκληρη τη χερσόνησο και μετέφεραν μηνύματα από τους προεστούς των χωριών σχετικά με τις προετοιμασίες τους. Αναφέρθηκε ότι επικρατούσε μεγάλη αγανάκτηση γιατί το προηγούμενο φθινόπωρο μια συντροφιά χωρικών που επέστρεφαν κεφάτοι από μια ζωοπανήγυρη στην Πάτρα είχαν σφαγιασθεί από τους Τούρκους που τους πήραν για αντάρτες. Αλλά η αγανάκτηση είχε ξεθυμάνει ενώ οι προετοιμασίες των προεστών αποτελούνταν περισσότερο από αυτά που νόμιζαν ότι έκαναν παρά από αυτά που είχαν κάνει στην πραγματικότητα. Παρ' όλα αυτά, ο επίσκοπος του τόπου ήρθε να συναντήσει τους Ρώσους και μαζί του ήρθε ο μητροπολίτης της Λακεδαιμονίας, ακολουθούμενος από ένα αριθμό μάχιμων ανδρών από το Μυστρά και τη γειτονική περιοχή, ενώ οι Μανιάτες ήσαν πάντα πρόθυμοι να συμμετάσχουν σε μια εκστρατεία ενάντια στους Τούρκους. Ο Θεόδωρος Ορλόφ ξεκίνησε επικεφαλής μιας μικρής ελληνορωσικής δύναμης για να περάσει πάνω από τα βουνά, με κατεύθυνση το Μυστρά. Η τουρκική φρουρά στο Μυστρά ήταν μικρή και δεν έλαβε ενισχύσεις από τον πασά. Μετά από μερικές μέρες αντίστασης παραδόθηκε στο χριστιανικό στρατό. Μια γενική σφαγή των Τούρκων αποτράπηκε μόνο με τη μεσολάβηση του μητροπολίτη και του κλήρου του, που απείλησαν με αφορισμό οποιονδήποτε θα τους έβλαπτε, και τους επέτρεψαν να τραβήξουν το δρόμο τους με ασφάλεια. Στο μεταξύ, τα σπίτια τους, και πολλά ελληνικά σπίτια επίσης, λεηλατήθηκαν ολοκληρωτικά από τους Ρώσους.



Στις 27 Μαΐου (σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο) του 1770, η αυτοκράτειρα έγραψε στο φίλο της Βολτέρο ότι τα στρατεύματα του Θεοδώρου Ορλόφ είχαν κατακλύσει το Μοριά. Ο Μισίστρα, που είναι η αρχαία Σπάρτη, όπως έγραφε, είχε προβάλει τη μεγαλύτερη αντίσταση. Αλλά ακόμη και μέχρι την ημερομηνία που έγραφε αυτό το θριαμβευτικό γράμμα, η κατάσταση δεν πήγαινε καλά στην Πελοπόννησο. Ήταν εντελώς αναληθές ότι τα στρατεύματα του Θεοδώρου Ορλόφ είχαν κατακλύσει ολόκληρη την επαρχία. Ο μικρός στρατός δεν είχε μετακινηθεί πέρα από τη Λακωνία. Οι Έλληνες είχαν ελπίσει ότι οι Ρώσοι θα διέθεταν έναν μεγαλύτερο στρατό και πολύ περισσότερα όπλα, καθώς επίσης και χρήματα. Όλα όσα έλαβαν, στην πραγματικότητα δεν τους έφθαναν για να αποτολμήσουν μια εξέγερση. Ούτε ήσαν οι Ρώσοι φρόνιμοι ή διπλωμάτες στις διαπραγματεύσεις τους με τους επίδοξους συμμάχους τους. Στο Βοίτυλο ξέσπασε μια οδυνηρή διαμάχη μεταξύ του Αλέξη Ορλόφ και του Μαυρομιχάλη, του επικεφαλής οπλαρχηγού της Μάνης, ενός άνδρα που δεν εννοούσε να παίρνει διαταγές από έναν τυχάρπαστο Ρώσο. Ο ρωσικός στόλος ανυπομονούσε να αποπλεύσει και να συναντήσει τον τουρκικό στόλο. Στο μεταξύ, ο διοικητής της επαρχίας συγκέντρωνε έναν στρατό μουσουλμάνων Αλβανών από το βορρά με τον οποίο θα κατέστελλε την εξέγερση. Βάδισε προς το Μυστρά. Όταν κατέβηκε στην πεδιάδα της Σπάρτης δημιουργήθηκε μια αψιμαχία. Τότε οι Ρώσοι τραβήχτηκαν στην ακτή αφήνοντας τους Έλληνες να υποστούν τη σφοδρότητα της τουρκικής εκδίκησης.



Ο ρωσικός στόλος, με τους στρατιώτες στα πλοία, απέπλευσε από το Βοίτυλο τον Ιούνιο, κέρδισε μια μεγάλη νίκη επί των Τούρκων έξω από τη Χίο τον επόμενο μήνα και μετά, λίγες μέρες αργότερα, έκαψε ολόκληρο τον τουρκικό στόλο στον κόλπο του Τσεσμέ. Αλλά αυτοί οι χριστιανικοί θρίαμβοι δεν ωφέλησαν πολύ τους Έλληνες του Μυστρά. Οι Ρώσοι είχαν μόλις και μετά βίας προλάβει να φύγουν, προτού τα αλβανικά στρατεύματα του πασά ξεχυθούν στο Μυστρά.



Η λεηλασία της πόλης που επακολούθησε ήταν αμείλικτη και ολοκληρωτική. Τα σπίτια απογυμνώθηκαν από το περιεχόμενό τους και μετά παραδόθηκαν στις φλόγες. Οι Αλβανοί δεν είχαν διάθεση να κάνουν λεπτές διακρίσεις. Και πολλά τουρκικά σπίτια υπέστησαν τη μοίρα των ελληνικών γειτονικών τους σπιτιών. Ακόμη και το κάστρο στην κορυφή του λόφου έμεινε ένα ερείπιο. Οι εκκλησίες λεηλατήθηκαν συστηματικά. Μερικές έπαθαν ζημιές και μερικές καταστράφηκαν σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι ακατάλληλες για χρήση αλλά, ευτυχώς, καμία από τις περίφημες εκκλησίες δεν έπαθε μεγάλες ζημιές. Η Μητρόπολη φαίνεται ότι ήταν αυτή που υπέστη τις περισσότερες και στον περίγυρό της ο πασάς διέταξε τη θανάτωση του μητροπολίτη Ανανία Λαμπάρδη, με την κατηγορία ότι είχε καλωσορίσει τους Ρώσους εισβολείς. Δεν έδωσε καμία σημασία στο γεγονός ότι η παρέμβασή του είχε σώσει τόσες πολλές τουρκικές ζωές όταν οι εισβολείς έφθασαν στο Μυστρά. Πολλοί άλλοι Έλληνες αφανίσθηκαν από τους Αλβανούς και πολλά παιδιά Χριστιανών τα πήραν μακριά για να πουληθούν σαν σκλάβοι.



Κατά το φθινόπωρο του 1770 ο Μυστράς ήταν μια πόλη ερειπίων. Τα μνημεία του και τα σπίτια του είχαν διατηρηθεί σχεδόν ανέπαφα επί τρεις αιώνες κυριαρχίας των απίστων. Αλλά τώρα το μεγαλείο του είχε παρέλθει και οι μέρες του ήσαν μετρημένες.



Το τέλος του παλιού Μυστρά




Για εννιά ολόκληρα χρόνια η ζωή στην κοιλάδα της Σπάρτης και σ' όλη την Πελοπόννησο ήταν αξιοθρήνητη και μελαγχολική. Ο Τούρκος πασάς, που είχε φέρει εκεί τους Αλβανούς για να καταστείλουν την ελληνική εξέγερση, ήταν ανίκανος να τους πληρώσει τις αμοιβές που απαιτούσαν. Έτσι απομάκρυναν τους Τούρκους διοικητές τους, χωρίστηκαν σε ομάδες και ξεκίνησαν για να λεηλατήσουν την επαρχία. Ήσαν περίπου 20.000, ικανοί σε μεγάλο βαθμό να κάνουν ότι ήθελαν απέναντι σ' έναν πληθυσμό που τού απαγορευόταν να φέρει όπλα. Ακόμη και οι Τούρκοι γαιοκτήμονες, στους οποίους επιτρεπόταν να φέρουν άρματα, δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα εναντίον τους. Οι Αλβανοί αντιπαθούσαν τους Τούρκους τόσο πολύ όσο και τους Έλληνες.



Ο Ρώσο-Τουρκικός πόλεμος είχε τελειώσει το 1774 με τη Συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή, που έδωσε στην αυτοκράτειρα το δικαίωμα, λίγο ασαφώς διατυπωμένο, να παρεμβαίνει στην Οθωμανική Αυτοκρατορία για λογαριασμό των Ορθοδόξων υπηκόων της. Αλλά η Αικατερίνη δεν ενδιαφερόταν πια για την Πελοπόννησο μετά την αποτυχία της εξέγερσης εκεί. «Οι Έλληνες, οι Σπαρτιάτες, έχουν εκφυλισθεί» έγραψε στο Βολτέρο τον Οκτώβριο του 1770. «Προτιμούν τη λεηλασία από την ελευθερία». Ο Βολτέρος απάντησε με δουλοπρέπεια, ρίχνοντας στους Έλληνες την ευθύνη για τη ρωσική αποτυχία. Οι Πελοποννήσιοι δεν μπορούσαν να ελπίζουν σε καμιά βοήθεια από την Αγία Πετρούπολη. Ο σουλτάνος στην Κωνσταντινούπολη, παρ' όλα αυτά, ανησυχούσε σοβαρά μόνο και μόνο επειδή δεν είχε έσοδα από την ταραγμένη επαρχία. Μεταξύ του 1770 και του 1779 έντεκα διαφορετικοί πασάδες στάλθηκαν για να αποκαταστήσουν την τάξη. Μερικοί από αυτούς ανέφεραν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα χωρίς στρατιωτική βοήθεια άλλοι, από το φόβο τους, παρέμειναν πίσω από τα τείχη της Τριπολιτσάς, έως ότου οι φίλοι τους στην Αυλή μπορέσουν να τακτοποιήσουν τη μετάθεσή τους σε μια πιο ευχάριστη θέση και άλλοι δωροδοκήθηκαν από τους Αλβανούς για να τους αφήσουν να κάνουν ότι τους ευχαριστούσε. Τελικά, το 1779, ο σουλτάνος έστειλε ένα σύνταγμα με αρχηγό τον ικανότερο αξιωματικό του, τον Καπιτάν Χασάν πασά, έναν πρώην Αλγερινό κουρσάρο που ήταν ο μόνος Οθωμανός αξιωματικός του ναυτικού που διακρίθηκε στο Ρωσικό πόλεμο. Δεν είχε φιλικές διαθέσεις για τους Έλληνες. Μετά τον πόλεμο τού ανατέθηκε να επαναφέρει την τάξη στα νησιά του Αιγαίου. Στις αποφάσεις του ήταν γρήγορος και δεν ακολουθούσε τις τυπικές διαδικασίες. Λεγόταν ότι 100.000 Έλληνες οδηγήθηκαν στο θάνατο. Αλλά οι Έλληνες της Πελοποννήσου τού επεφύλαξαν καλή υποδοχή και τού παρείχαν κάθε βοήθεια.



Μαζί με τους άνδρες του έφθασε στο Ναύπλιο το Μάιο. Παρέμεινε στο Άργος για έναν μήνα, προσπαθώντας να πείσει τους διάφορους Αλβανούς οπλαρχηγούς να παραδοθούν χωρίς μάχη. Αντί για άλλη απάντηση αυτοί συγκέντρωσαν ένα στρατό από 10.000 άνδρες περίπου, με σκοπό να επιτεθούν στην Τριπολιτσά. Όταν ο πασάς έμαθε ότι είχαν συγκεντρωθεί εκεί, βάδισε κατά τη διάρκεια μιας νύκτας πάνω από το ψηλό ορεινό πέρασμα που οδηγεί από την Αργολίδα στον κάμπο της Αρκαδίας. Στις 11 Ιουνίου τα χαράματα επετέθη στους ανύποπτους Αλβανούς. Δεν τους έδειξε κανένα οίκτο. Μέχρι το σούρουπο οι περισσότεροι από αυτούς ήσαν νεκροί. Και ο Χασάν ύψωσε έξω από την ανατολική πύλη της Τριπολιτσάς μια πυραμίδα φτιαγμένη από τέσσερις χιλιάδες περίπου κρανία, που μπορούσε κανείς να τα δει ακόμη και είκοσι χρόνια αργότερα. Οι λίγοι Αλβανοί που διασώθηκαν στη μάχη καταδιώχθηκαν από τους άνδρες του Χασάν σε μια στενή κοιλάδα, όπου και σφαγιάσθηκαν όλοι.



Υπήρχαν ακόμη μερικοί Αλβανοί, εγκατεστημένοι σ' ολόκληρη τη χερσόνησο, σε χωριά και αγροκτήματα που είχαν αρπάξει με τη βία. Αλλά αυτοί, στο εξής, προκάλεσαν πολύ λίγες φασαρίες επιζητώντας, μάλλον, να συγχωνευθούν με τον αυτόχθονα πληθυσμό. Πάντως, λίγοι φαίνεται ότι είχαν εγκατασταθεί στην κοιλάδα της Σπάρτης. Εκεί, όταν αποκαταστάθηκε η τάξη, οι Έλληνες με τη χαρακτηριστική τους προσαρμοστικότητα ξαναβρήκαν αρκετή από την παλιά ευημερία τους. Μετά την αλβανική λεηλασία της πόλης ο πληθυσμός είχε μειωθεί απότομα σε 8.000 ψυχές. Τριάντα χρόνια αργότερα είχε φτάσει σε έναν αριθμό μεταξύ 15.000 και 18.000. Ένας πίνακας, που τον είχε συντάξει ο Δρ. Πουκεβίλ γύρω στα 1800, δείχνει ότι η ετήσια αξία της παραγωγής του Μυστρά και της περιοχής του υπολογιζόταν σε 875.000 πιάστρα. Αυτό τον τοποθετούσε πολύ πιο πάνω από κάθε άλλη περιφέρεια της επαρχίας. Η παραγωγή της Πάτρας, που ερχόταν δεύτερη, υπολογιζόταν σε 692.092 πιάστρα. Η ευημερία του Μυστρά οφειλόταν κυρίως στην αναζωογόνηση των τοπικών αγροκτημάτων όπου καλλιεργούσαν μετάξι.



Στις τελευταίες δεκαετίες του δέκατου όγδοου αιώνα ο αριθμός των Δυτικών ταξιδιωτών που επισκέπτονταν την Ελλάδα αυξήθηκε σημαντικά. Υπήρχε ένα ενδιαφέρον που όλο και μεγάλωνε για την κλασσική αρχαιολογία. Στην Αγγλία, η Εταιρεία Ντιλετάντι χρηματοδοτούσε αποστολές λογίων για να εξετάσουν και να καταγράψουν τους αρχαιολογικούς χώρους. Οι Γάλλοι είχαν κληρονομήσει μια πιο εκκεντρική συνήθεια που οφειλόταν στον Γκιγιέ, ο οποίος προτιμούσε να αυτοαποκαλείται Λε Γκιγιετιέρ και που δημοσίευσε στη δεκαετία του 1670 δύο έργα με τίτλο «Αρχαία και νέα Αθήνα» και «Αρχαία και Σύγχρονη Λακεδαίμων». Στην πραγματικότητα δεν είχε επισκεφθεί κανένα από τα δύο μέρη, όπως σύντομα αποκάλυψε ο δόκτωρ Σπον, που ήταν ένας προσεκτικός λόγιος, αλλά άντλησε τις πληροφορίες του από έναν Καπουτσίνο μοναχό στην Πάτρα. Αργότερα, γύρω στο 1730, υπήρξε ο Άβας Φουρμόντος, που ταξίδευε κατά διαταγή του Λουδοβίκου ΙΔ' για να συλλέξει επιγραφές. Συγκέντρωσε μερικές, αλλά μετά από αυτό πέρασε τον υπόλοιπο καιρό του προσπαθώντας να καταστρέψει ολομόναχος οποιονδήποτε αρχαιολογικό χώρο επισκεπτόταν. Μεταξύ άλλων τόπων επισκέφθηκε και τη Σπάρτη και πέρασε έξι βδομάδες εκεί ασχολούμενος μετά μανίας με το καταστροφικό του έργο. Το μόνο που τον έθλιβε ήταν ότι δεν κατάφερε να καταστρέψει την Ολυμπία. Οι μεταγενέστεροι Γάλλοι προτίμησαν πιο συναισθηματικά έργα, συγκρίνοντας τις δόξες του ελληνικού παρελθόντος με την αθλιότητα των σύγχρονων Ελλήνων. Περίπου μέχρι το 1790, οι Γάλλοι ταξιδιώτες υπερείχαν αριθμητικώς. Στη συνέχεια, η Γαλλική Επανάσταση, που την ακολούθησαν τα όνειρα του Ναπολέοντα για τη δημιουργία μιας Αυτοκρατορίας στην Ανατολή, τους έκαναν να μην είναι πλέον καλοδεχούμενοι σε οθωμανικά εδάφη και οι Βρετανοί πήραν τη θέση τους. Ο μακροχρόνιος πόλεμος με τη Γαλλία διέκοψε το συνηθισμένο δρομολόγιο του Μεγάλου Γύρου, που το θεωρούσαν μέρος της εκπαίδευσης κάθε νεαρού Βρετανού τζέντλεμαν. Αλλά, από τη στιγμή που η εισβολή του Ναπολέοντα στην Αίγυπτο είχε καταλήξει σε αποτυχία, μπορούσε κανείς να πλεύσει από τη Μεσόγειο στην Ελλάδα. Ο Λόρδος Βύρων ήταν ένας μόνο, από τους πολλούς που έκαναν το ταξίδι αυτό. Μερικοί από αυτούς που περιέγραψαν τα ταξίδια τους επισκέφθηκαν το Μυστρά αλλά θα πρέπει να υπήρξαν πολλοί άλλοι που τα ονόματά τους δεν διασώθηκαν. Ο υποκόμης ντε Σατομπριάν που ήταν στην Ελλάδα το 1805, μετά τη σύναψη ειρήνης μεταξύ Γαλλίας και Τουρκίας, δήλωσε ότι συναντούσε κανείς Άγγλους ταξιδιώτες σε κάθε δρόμο στην Πελοπόννησο και ότι στο Μυστρά υπήρχε ένα πανδοχείο που λεγόταν «Το Αγγλικό Χάνι», που πρόσφερε ροστ μπηφ και πορτό στους πελάτες του.



Από αυτούς τους Γάλλους και Άγγλους ταξιδιώτες, αυτός που μας δίνει τις περισσότερες πληροφορίες για το Μυστρά είναι ο Δρ. Πουκεβίλ. Οι συνθήκες του ταξιδιού του ήσαν ασυνήθιστες. Είχε πάει στην Αίγυπτο ως στρατιωτικός γιατρός με τη γαλλική αποστολή το 1798, αλλά το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς τον έστειλαν με απόσπαση να συνοδεύσει μερικούς ανώτερους αξιωματικούς στη Μάλτα. Μετά τη νίκη του Νέλσωνα στη Μάχη του Νείλου, δεν υπήρχε γαλλικό πλοίο διαθέσιμο γι' αυτούς έτσι, επιβιβάσθηκαν σε ένα καΐκι από το Λιβόρνο. Ο άσχημος καιρός και οι ελλιπείς ναυτικές γνώσεις τους έφεραν όχι στη Μάλτα αλλά στην ακτή της Καλαβρίας, όπου ένα πειρατικό από τη Μπαρμπαριά πλεύρισε το πλοίο τους. Ο καπετάνιος του κουρσάρικου ήταν ένας Αλβανός από το Ντουλτσίνιο. Είχε προσχωρήσει σε μια συμμορία κουρσάρων από την Τρίπολη της Λιβύης και είχε αιχμαλωτισθεί από τους Ιππότες της Μάλτας. Οι Γάλλοι, όταν κατέλαβαν τη Μάλτα, τον απελευθέρωσαν από τα κάτεργα και πήγε πίσω στην Αίγυπτο στην προσωπική υπηρεσία του στρατηγού Ντυρά προτού να δραπετεύσει και να ξαναγυρίσει στο παλιό του επάγγελμα. Οι αιχμάλωτοί του, ανακαλύπτοντας ότι ήξερε να μιλά γαλλικά, τον έπεισαν να τους αποβιβάσει στη Ζάκυνθο που μαζί με τα άλλα νησιά του Ιονίου είχε καταληφθεί από τους Γάλλους. Θα ανταμειβόταν καλά, του υποσχέθηκαν. Ατυχώς, εξ αιτίας του κακού καιρού που συνεχιζόταν, τα δύο πλοία υποχρεώθηκαν να καταφύγουν στον Κόλπο του Ναυαρίνου. Εκεί πληροφορήθηκαν ότι η Γαλλία βρισκόταν σε πόλεμο με τους Τούρκους και ότι οι Τούρκοι είχαν πάρει τη Ζάκυνθο. Γι' αυτό το λόγο, ο καπετάνιος του κουρσάρικου παρέδωσε τους αιχμαλώτους του στον εκεί μπέη, ο οποίος αποφάσισε να τους στείλει στον πασά στην Τριπολιτσά.



Ο Δρ. Πουκεβίλ πέρασε επτά μήνες αιχμάλωτος στην Τριπολιτσά. Δεν ήταν καμιά αφόρητη αιχμαλωσία. Του επιτρεπόταν να κινείται ελεύθερα μέσα στην πόλη και φαίνεται ότι μπορούσε να κάνει ταξίδια με συνοδεία στους γειτονικούς τόπους. Το θεώρησε καθήκον του να ανακαλύψει όσα περισσότερα μπορούσε για τη χώρα και κρατούσε άφθονες σημειώσεις. Όταν τελικά επέστρεψε στη Γαλλία, δημοσίευσε το 1805 ένα έργο γύρω από τα ταξίδια του, αφιερωμένο στον αυτοκράτορα Ναπολέοντα. Αργότερα διορίστηκε πρέσβης της Γαλλίας στα Γιάννενα και έγραψε μια ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας από το 1740 έως το 1824, σε τέσσερις τόμους.



Το έργο του Πουκεβίλ δημιούργησε ανάμεικτες αντιδράσεις. Ο Λόρδος Βύρων κορόιδεψε τα σφάλματά του όταν προσπαθούσε να προσδιορίσει αρχαιολογικούς χώρους. Ο Σατομπριάν, που χρησιμοποίησε το ταξιδιωτικό βιβλίο του αυτό, δήλωσε ότι είχε περιγράψει έναν αριθμό τόπων που, καθώς ήταν φυλακισμένος, δεν ήταν δυνατόν να έχει επισκεφθεί. Η περιγραφή που δίνει για το Μυστρά είναι πλήρης και πειστική, και φαίνεται ότι βασίζεται σε προσωπικές εμπειρίες αντίθετα από την περιγραφή του της Μάνης, που παραδέχεται ότι προέρχεται από Μανιάτες φίλους. Όπως και οι πριν απ' αυτόν, ο Πουκεβίλ διαιρεί το Μυστρά σε τέσσερα τμήματα. Από αυτά, το κάστρο κατέρρεε τώρα σε ερείπια. Η Πάνω πόλη που την ονομάζει τον καθαυτό Μυστρά, ήταν όλο στενούς, απότομους και βρώμικους δρόμους με αρκετά κατεστραμμένα σπίτια, από τα οποία έπαιρναν συνεχώς πέτρες για να επισκευάσουν σπίτια, που έστεκαν ακόμα. Από κάποια απόσταση τα κτίρια ήσαν γραφικά, ιδιαίτερα τα τούρκικα σπίτια που ήσαν βαμμένα με έντονα χρώματα. Οι Έλληνες έπρεπε να βάφουν τα σπίτια τους με ένα μουντό καφέ. Τοποθετεί τη Μητρόπολη σε αυτό το τετράγωνο και την αφιερώνει στην Παρθένο. Η μνήμη του πρέπει να τον πρόδωσε. Λέει ότι η εκκλησία είχε ανακαινισθεί πρόσφατα και ότι άξιζε να την επισκεφθεί κανείς. Επίσης αναφέρει την Παντάνασσα, που την ονομάζει "Pandanessi". Το μοναστήρι είχε καταστραφεί από τους Αλβανούς και οι μοναχές είχαν σφαγιασθεί και παρ' όλο που είχε περιέλθει και πάλι στην κατοχή μοναχών, αυτές πρέπει, μέχρι την εποχή αυτή, να διέμεναν αλλού. Στο Μεσοχώριο παρατήρησε ότι τα σπίτια, που αριθμούσαν τρεις χιλιάδες πριν από το 1770, ήσαν τώρα αραιά, με κήπους και δενδρόκηπους γύρω τους. Λέει ότι δεν χρειάζεται να μπούμε στον κόπο να επισκεφτούμε την εκκλησία της Περιβλέπτου (sic) ή την εκκλησία που ονομάζει Αγία Παρασκευή, εννοώντας ίσως την Ευαγγελίστρια. Από τότε που λεηλατήθηκαν, λέει, δεν έχει μείνει τίποτα ενδιαφέρον σε αυτές. Οι αγορές και τα πανδοχεία ήσαν όλα στο Μεσοχώριο όπου ο αέρας, λέει, είναι υγιεινότερος απ' ότι στον ίδιο το Μυστρά.



Για να φτάσει κανείς στο Εξωχώριο, που είναι πραγματικά μια ξεχωριστή πόλη, πρέπει, λέει, να διασχίσει μια γέφυρα με έξι καμάρες πάνω από ένα ποτάμι που το ονομάζει λανθασμένα Ευρώτα. Το Εξωχώριο ονομάζεται επίσης και Εβραιόκαστρο επειδή κατοικείται από Εβραίους. Υπολόγιζε ότι οι Εβραίοι αποτελούσαν το ένα όγδοο του πληθυσμού του Μυστρά, δηλαδή γύρω στις δύο χιλιάδες ψυχές ή λίγο περισσότερο. Ήσαν χωρισμένοι, καθώς παρατήρησε, σε δύο ομάδες που δεν εννοούσαν να έχουν οποιαδήποτε σχέση η μια με την άλλη. Τους ονομάζει ορθόδοξους Εβραίους και Σαδδουκαίους. Είναι πιθανόν ότι ο διαχωρισμός ήταν στην πραγματικότητα μεταξύ Σεφαρδίμ και Ασκεναζίμ, καθώς πολλοί από τους τελευταίους είχαν, σε παλιότερη εποχή, μεταναστεύσει από τη Ρωσία και την Πολωνία για να βρουν ένα πιο φιλικό περιβάλλον στον μουσουλμανικό τουρκικό κόσμο. Στον Πουκεβίλ είπαν ότι όλοι οι Εβραίοι μιλούσαν πορτογαλικά μεταξύ τους αλλά μπορεί να μην είχε συναντήσει κανέναν Ασκεναζίμ.



Ο Πουκεβίλ δεν πίστευε ότι ο Μυστράς ήταν κτισμένος στο χώρο της αρχαίας Σπάρτης, που την τοποθετούσε σε ένα ύψωμα, όπου υπήρχαν μερικά απροσδιόριστα ερείπια, μισή λεύγα ανατολικότερα. Θεωρούσε, όμως, ότι είχε κτισθεί με τις πέτρες της αρχαίας πόλης, και ανέφερε ότι οι κάτοικοι του Μυστρά ήθελαν να πιστεύουν ότι ζούσαν στη Σπάρτη ταυτίζοντας το χώρο της αγοράς —και με αυτή την ονομασία φαίνεται ότι εννοούσαν τον επίπεδο χώρο έξω από το παλιό Παλάτι των Δεσποτών— με την αρχαία αγορά των Σπαρτιατών. Θαύμαζε πολύ τους ανθρώπους του Μυστρά. Οι άνδρες ήσαν ψηλοί και ευπαρουσίαστοι και οι γυναίκες πολύ όμορφες, όπως παρατήρησε και ο Άγγλος τοπογράφος Ληκ, και όλοι τους ήσαν απελευθερωμένοι από τη δουλοπρεπή συμπεριφορά που χαρακτήριζε πάρα πολλούς Πελοποννήσιους. Είχαν καλές σχέσεις με τους Τούρκους γείτονές τους, που αποτελούσαν περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού. Αυτοί οι Τούρκοι, που σίγουρα είχαν σε μεγάλο βαθμό ελληνικό αίμα στις φλέβες τους, μίλαγαν συνήθως ελληνικά και όχι τούρκικα, και όταν ήσαν θυμωμένοι χρησιμοποιούσαν ελληνικές βλασφημίες αναφέροντας το Χριστό ή την Παναγία. Και αυτοί φαίνεται ότι ήσαν ένας εξαιρετικός λαός και ανήκαν σε ένα καλύτερο τύπο ανθρώπων απ' ότι οι περισσότεροι άλλοι Τούρκοι άποικοι της επαρχίας.



Ο Σατομπριάν έφθασε στο Μυστρά τον Αύγουστο του 1806. Φαίνεται ότι πριν ξεκινήσει είχε διαβάσει το βιβλίο του Πουκεβίλ, που δημοσιεύθηκε στο Παρίσι το 1805. Είναι άδικος απέναντί του όταν κατηγορεί τον Πουκεβίλ ότι είχε δεχθεί τελικά την ταύτιση του τόπου του Μυστρά με αυτόν της Σπάρτης. Ο ίδιος είχε μπει στον πειρασμό να πιστέψει, ότι όταν βρισκόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του στο Μυστρά, ήταν στο μέρος όπου είχαν ζήσει η Ελένη και ο Μενέλαος. Αλλά μετά από μια μικρή περιπλάνηση έφθασε στην πραγματική τοποθεσία της αρχαίας Σπάρτης. Η ρομαντική ψυχή του συγκλονίστηκε αλλά στην πραγματικότητα αυτό δεν ήταν μια καινούργια ανακάλυψη. Ο χώρος ήταν γνωστός σε προηγούμενους ταξιδιώτες, ακόμη και στον καταστροφέα συμπατριώτη του, τον Αβά Φουρμόντο. Αλλά κανείς δεν τον περιέγραψε με τόσο ενθουσιασμό όσο ο Σατομπριάν.



Αν και πέρασε αρκετές μέρες στο Μυστρά, ο Σατομπριάν έκανε αρκετά λάθη σχετικά με την τοπογραφία του. Πιθανώς επειδή δεν γνώριζε καλά την ελληνική γλώσσα, ονομάζει Κατωχώριον την Πάνω πόλη που, όπως λέει, ήταν πολύ κατεστραμμένη, και τοποθετεί εκεί την εβραϊκή συνοικία. Με αποτέλεσμα, το ποτάμι που χωρίζει το Μεσοχώριον από τη συνοικία των Εβραίων και που το ονομάζει Εβραιοπόταμο, να αρχίζει από την ίδια την πόλη. Στην πραγματικότητα δεν ενδιαφερόταν για το Μυστρά. Έμενε με μια Τουρκική οικογένεια στο Μεσοχώριο αλλά η μόνη του επίσκεψη σε αξιοθέατα ήταν η ανάβασή του στο κάστρο για να δει τη θέα και μια απρόθυμη επίσκεψη στον μητροπολίτη, στο Παλάτι του. Μετά τον οδήγησαν να δει τη Μητρόπολη, για την οποία λέει ορθά ότι είναι αφιερωμένη στον Άγιο Δημήτριο. Δεν του φάνηκε και πολύ σπουδαία. Η ενθετική διακόσμηση του μαρμάρινου δαπέδου απορρίφθηκε ως «κοινή», ενώ οι νωπογραφίες «μοιάζουν απόλυτα με τις ζωγραφικές κακοτεχνίες της σχολής που προηγήθηκε του Περουτζίνο». Δεν τού άρεσε το εξωτερικό της, καθώς δεν ενέκρινε τους θόλους.



Από τους Άγγλους ταξιδιώτες που ο Σατομπριάν συνάντησε παντού στους δρόμους της Πελοποννήσου, δεν διασώθηκαν πολλά ονόματα επισκεπτών της κοιλάδας της Σπάρτης. Και δεν ξέρουμε κανέναν που πραγματικά να έμεινε στο αγγλικό πανδοχείο του Μυστρά. Ο σερ Γουλιέλμος Τζελλ ήταν στο Μυστρά το 1801. Είχε τη γνώμη ότι η πόλη φαινόταν πολύ όμορφη από κάποια απόσταση, αλλά όταν κανείς πλησίαζε πιο κοντά έβλεπε ότι ήταν όλο ερείπια. Τη χωρίζει σε πέντε μέρη, χρησιμοποιώντας δύο ονόματα, Τριτσέλλα και Παρορέα, για την περιοχή έξω από τα τείχη. Ο Εδουάρδος Ντόντουελ ακολούθησε το 1806. Σημείωσε ότι τη διοικούσε ένας βοεβόδας και υπολόγισε τον πληθυσμό γύρω στις εφτά χιλιάδες. Αλλά το ενδιαφέρον του για την πόλη περιοριζόταν στις σκαλισμένες πέτρες και επιγραφές που, προφανώς, τις είχαν πάρει από τα ερείπια της Σπάρτης ή των Αμυκλών και έτσι βρίσκονταν εκεί. Όπως και οι περισσότεροι άλλοι ταξιδιώτες στην Ελλάδα εκείνη την περίοδο, έδειξε ελάχιστο ενδιαφέρον για το μεσαιωνικό της παρελθόν.



Ο Σατομπριάν αναφέρει δύο Βρετανούς, που τους ονομάζει Σουίντον και Χώκινς, οι οποίοι επισκέφθηκαν τη Σπάρτη το 1798. Με το όνομα Σουίντον ίσως εννοεί τον Τζων Σίμπθωρπ που φαίνεται ότι έκανε το ταξίδι αυτό μαζί με τον Τζων Χώκινς. Αναφέρουν ελάχιστα το Μυστρά. Οι πιο ρομαντικοί ταξιδιώτες της εποχής, όπως ο Ι.Β.Σ. Μόρριτ, έστρεψαν όλη τους την προσοχή στη Μάνη, που οι κάτοικοί της θεωρούνταν κατά παράδοση ότι ήσαν οι απόγονοι των αρχαίων Σπαρτιατών αν και, αν κρίνουμε από τις αφηγήσεις της εποχής, δεν ήσαν ούτε Σπαρτιάτες ως προς τις συνήθειές τους, αφού αγαπούσαν κάθε πολυτέλεια που μπορούσαν να αποκτήσουν, ούτε στο ελάχιστο Λάκωνες στα λόγια τους. Αποσπούσαν το θαυμασμό ως οι μόνοι σύγχρονοι επιζώντες από τον κλασσικό κόσμο.



Αν και οι ταξιδιώτες που ενδιαφέρονταν για τον κλασσικό πολιτισμό αγνοούσαν ίσως το Μυστρά και το διάκοσμό του, η πόλη συνέχιζε να ευημερεί στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα. Δεν ήταν η ίδια πόλη με αυτή που υπήρχε πριν από το 1770. Τώρα δεν ήταν παρά μια μικρή επαρχιακή πρωτεύουσα. Αλλά όπως είχε παρατηρήσει ο Τζελλ, η κοιλάδα ήταν εύφορη και τα αγροκτήματα όπου καλλιεργούσαν το μετάξι άκμαζαν. Όταν ξέσπασε πάλι πόλεμος μεταξύ της Ρωσίας και της Τουρκίας το 1787 και η Ρωσία ενθάρρυνε τους Έλληνες της Ηπείρου να επαναστατήσουν, οι Πελοποννήσιοι παρέμειναν ήσυχοι. Αλλά ένας διαφορετικός άνεμος είχε αρχίσει να πνέει σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Η διοίκηση του σουλτάνου γινόταν όλο και πιο αυθαίρετη, όλο και λιγότερο αποτελεσματική. Και παρ' όλο που πολλοί Δυτικοί ταξιδιώτες απέρριπταν τους Έλληνες, πιστεύοντας ότι ήσαν το ίδιο διεφθαρμένοι και περισσότερο δουλοπρεπείς από τους αφέντες τους, οι πιο παρατηρητικοί διαπίστωναν ένα πνεύμα ανυπομονησίας και ελπίδας, που δεν ήταν αντιληπτό παλιότερα. Η Γαλλική Επανάσταση έφερε νέες ιδέες ελευθερίας. Για ένα διάστημα ο Ναπολέων εθεωρείτο ως ένας πιθανός σωτήρας αλλά οι υποσχέσεις του αποδείχθηκαν τόσο κυνικές και αναξιόπιστες όσο και εκείνες της αυτοκράτειρας Αικατερίνης. Έπειτα, υπήρχε ένας πιθανός σύμμαχος στο πρόσωπο του Αλή Πασά, του φοβερού άρχοντα των Ιωαννίνων, που, παρ' όλη τη διφορούμενη στάση του προς τους Έλληνες, φαινόταν πρόθυμος να βοηθήσει την εξέγερσή τους για να φέρει σε δύσκολη θέση το σουλτάνο και να αυξήσει τη δική του ανεξαρτησία. Υπήρχαν επίσης Έλληνες που παρακινούσαν την εξέγερση. Από το άνετο διαμέρισμά του στο Παρίσι, ο Αδαμάντιος Κοραής παρότρυνε τους συμπατριώτες του να εξεγερθούν ενάντια στους δυνάστες θυμίζοντάς τους το μεγαλείο του αρχαίου παρελθόντος τους και επινοώντας, με λιγότερη επιτυχία, για λογαριασμό τους μια τεχνητή νεο-κλασσική γλώσσα, που θα τους ταύτιζε με τους ένδοξους προγόνους τους. Περισσότερο ηρωικός ήταν ο ποιητής Ρήγας Φεραίος, που τα απλά αλλά έξοχα εκφραστικά ποιήματά του μετέφεραν το ίδιο μήνυμα και που ο ίδιος έμεινε το μεγαλύτερο διάστημα στη δικιά του γενέθλια γη, μέχρι που το 1798 πήγε στη Βιέννη για να αναζητήσει βοήθεια από την εκεί πλούσια ελληνική παροικία, συνελήφθη από την αυστριακή αστυνομία και στάλθηκε κατά τρόπο επαίσχυντο στην Τουρκία για να οδηγηθεί στο θάνατο. Είχε βοηθήσει να ιδρυθεί η Εταιρεία των Φιλικών, η μυστική εταιρεία που είχε μέλη στις ελληνικές κοινότητες μέσα και έξω από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Διαρκώς συνωμοτούσαν για μια μεγάλη Ελληνική Επανάσταση. Και πραγματικά, πολλά από τα μέλη της ονειρεύονταν να αναστήσουν το Βυζάντιο. Αλλά προσωπικές αντιζηλίες και διαφορές σχετικά με την τακτική εξασθένιζαν συνεχώς την αποτελεσματικότητά της.



Η Εκκλησία αμφιταλαντευόταν σε σχέση με όλα αυτά. Ο Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης δεν μπορούσε να ξεχάσει τον επίσημο όρκο του για αφοσίωση στο σουλτάνο. Επί πλέον, είχε γνωρίσει τις καταστροφικές συνέπειες προηγούμενων εξεγέρσεων. Μπορούσε άραγε να ενθαρρύνει το ποίμνιό του να ακολουθήσει το μονοπάτι που θα το οδηγούσε σχεδόν αναπόφευκτα στη σφαγή; Αλλά ως Έλληνας λαχταρούσε την ελευθερία. Με τους Έλληνες στις επαρχίες, ιδιαίτερα στην κυρίως Ελλάδα, να ανυπομονούν για επανάσταση και με τον Κοραή και τους φίλους του να κατηγορούν την Εκκλησία για τη δουλοπρέπειά της απέναντι στους άπιστους, διακινδύνευε ο ίδιος να χάσει την αφοσίωση πολλών από τους πιστούς του. Πραγματικά, στην Ελλάδα τα μοναστήρια και ακόμη και μερικοί από τους επισκόπους ήταν γνωστό ότι πρόσφεραν προστασία στους Κλέφτες στον βορρά και σε όποιον άλλο είχε προβλήματα με τις οθωμανικές αρχές. Οι παλιότεροι λαϊκοί σύμβουλοί του, οι πλούσιοι Έλληνες της Φαναριώτικης συνοικίας στην Κωνσταντινούπολη, συνιστούσαν υπομονή. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία βρισκόταν σε τέτοια αποσύνθεση, που σίγουρα σύντομα θα έπεφτε και ακόμη και οι Τούρκοι ίσως να ήσαν διατεθειμένοι να αφήσουν τους Έλληνες να αναλάβουν τη διακυβέρνηση. Αλλά οι νεώτεροι Φαναριώτες δεν εννοούσαν να περιμένουν και τώρα διεύθυναν την Εταιρεία.



Είχε σχεδιασθεί να αρχίσουν την εξέγερση στο τέλος του 1820. Ένας νεαρός Φαναριώτης, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, από μια οικογένεια που προερχόταν από την Τραπεζούντα και ισχυριζόταν ότι καταγόταν από τους Κομνηνούς, επρόκειτο να εισβάλει στη Μολδαβία από τη Ρωσία, έχοντας τη ρωσική υποστήριξη θα προέλαυνε μέσα από τα Βαλκάνια και όλοι οι Χριστιανοί των Βαλκανίων θα εξεγείρονταν για να ενωθούν μαζί του. Πραγματικά, οι Βλάχοι είχαν ήδη εξεγερθεί ακολουθώντας έναν εθνικό ηγέτη, τον Θεόδωρο Βλαδιμηρέσκου. Στο μεταξύ, ο αδελφός του Δημήτριος στάλθηκε στην Πελοπόννησο για να οργανώσει εκεί την επανάσταση.



Αναπόφευκτα υπήρξαν καθυστερήσεις. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ανακάλυψε ότι οι Ρώσοι δεν ήσαν προετοιμασμένοι να βοηθήσουν μια επιχείρηση που θεωρούσαν παράτολμη και που θα δυσχέραινε τις σχέσεις τους όχι μόνο με την Τουρκία αλλά ακόμα και με την Αυστρία. Αλλά ο Αλέξανδρος είχε συγκεντρώσει τις δυνάμεις του και ήταν πολύ αργά για να οπισθοχωρήσει. Ο Δημήτριος ανέφερε από την Πελοπόννησο ότι η ανυπομονησία για την καθυστέρηση μεγάλωνε. Στις 22 Φεβρουαρίου, σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο, ο Αλέξανδρος Υψηλάντης διέσχισε τον ποταμό Προύθο και βάδισε προς το Βουκουρέστι.



Αλλά οι Βλάχοι επαναστάτες ήσαν ήδη εκεί και δεν επρόκειτο να τον αφήσουν να μπει στην πόλη και δεν υπήρχε κανένα σημάδι εξέγερσης των Βουλγάρων ή των Σέρβων. Τον Απρίλιο ένας μεγάλος τουρκικός στρατός κινήθηκε προς τα βόρεια και ο Αλέξανδρος αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει προς τα τουρκικά σύνορα. Τα στρατεύματά του κατατροπώθηκαν σε μια μάχη στο Δραγατσάνι. Μέχρι τα μέσα Ιουνίου η εξέγερση είχε τελειώσει και ο Αλέξανδρος έλιωνε σε μια αυστριακή φυλακή.



Επιθυμώντας να αιφνιδιάσει τους Τούρκους, ο Αλέξανδρος δεν είχε προειδοποιήσει τους φίλους του συνωμότες για την εισβολή του. Όταν τα νέα έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη, ο Πατριάρχης συγκάλεσε βιαστικά την Ιερά Σύνοδο. Αν γινόταν γνωστή μια αυστηρή δημόσια καταγγελία της επανάστασης, τα μέλη της Συνόδου ίσως να γλίτωναν. Αλλά δεν μπορούσαν να φθάσουν στο σημείο να το κάνουν αυτό. Ένας ή δύο επίσκοποι και λίγοι διαπρεπείς λαϊκοί κατάφεραν να διαφύγουν από την πόλη προτού εισβάλει η τουρκική αστυνομία στο Πατριαρχείο. Λίγες μέρες αργότερα, ο Πατριάρχης και οι ανώτεροι επίσκοποί του απαγχονίστηκαν στην πύλη του Πατριαρχείου και τις επόμενες μέρες οι σημαντικότεροι λαϊκοί σύμβουλοί του, ο ένας μετά τον άλλο, τον ακολούθησαν στην αγχόνη.



Το ίδιο αιφνιδιάστηκε και ο Δημήτριος Υψηλάντης στην Πελοπόννησο. Η Μάνη βρισκόταν ήδη σε επανάσταση αυτό όμως συνέβαινε σχεδόν μόνο σ' αυτή την περιοχή. Αλλού, αν και οι άνθρωποι ανυπομονούσαν, δεν είχαν ακόμα οργανωθεί καλά. Ο Τούρκος κυβερνήτης της επαρχίας διέταξε αμέσως τον ανώτερο επίσκοπο, το μητροπολίτη της Πάτρας, να έλθει στην Τριπολιτσά για συζητήσεις μαζί με μερικούς ανώτερους Έλληνες προύχοντες. Ήξεραν καλά ότι από τη στιγμή που θα βρίσκονταν εκεί θα τους κρατούσαν ως ομήρους. Αναχώρησαν κανονικά από την Πάτρα αλλά όταν έφτασαν στη Μονή της Αγίας Λαύρας κοντά στα Καλάβρυτα στις 25 Μαρτίου (σύμφωνα με το παλιό ημερολόγιο), ο μητροπολίτης Γερμανός ύψωσε το λάβαρο της Επανάστασης. Η ανταπόκριση ήταν άμεση και ζωηρή. Σε ολόκληρη τη χερσόνησο ομάδες χωρικών και βιοτεχνών συγκεντρώθηκαν κάτω από την αρχηγία τοπικών ηγετών. Δεν ήσαν καλά εξοπλισμένοι και ήσαν ανοργάνωτοι. Αλλά ήσαν περισσότεροι από όσους θα μπορούσαν να αναχαιτίσουν οι τοπικές τουρκικές φρουρές.



Η συμμετοχή της κοιλάδας της Σπάρτης στην εξέγερση ήταν αναπόφευκτη. Όπως είχε σημειώσει ο Πουκεβίλ, οι άνδρες του Μυστρά ήσαν οι λιγότερο δουλοπρεπείς από τους Πελοποννήσιους. Ήσαν προετοιμασμένοι να αντιμετωπίσουν τους Τούρκους κατά πρόσωπο. Ο Μόρριτ, που περιφρονούσε όλους τους Έλληνες εκτός από τους Μανιάτες, μίλησε για έναν γέρο «Λακεδαιμόνιο» που μόλις είχε γυρίσει από την Αθήνα και έλεγε ότι ερχόταν από έναν τόπο όπου τίποτα δεν θεωρούσαν ατιμωτικό. Ο λαός του Μυστρά δεν θα αργούσε να συμβάλλει στον αγώνα για την ανεξαρτησία.



Σε πολλές από τις πόλεις της Πελοποννήσου, οι Τούρκοι αποσύρθηκαν στο τοπικό φρούριο για να περιμένουν ενισχύσεις. Στο Μυστρά φαίνεται ότι δεν υπήρξε αντίσταση και επέτρεψαν στους Τούρκους να απομακρυνθούν ήσυχα. Δεν δημιουργήθηκαν τρομερές σκηνές σαν κι αυτές που συνέβησαν προς το τέλος του 1821, όταν οι επαναστατημένοι Έλληνες μπήκαν δια της βίας στην τουρκική επαρχιακή πρωτεύουσα, την Τριπολιτσά, και επέτρεψαν στους εαυτούς τους την ευχαρίστηση μιας ομαδικής και άσπλαχνης σφαγής. Πολλοί από τους φιλικά προσκείμενους Τούρκους από το Μυστρά, που είχαν καταφύγει εκεί, πρέπει να ήσαν ανάμεσα στους σκοτωμένους.



Η ιστορία του ελληνικού αγώνα για την ανεξαρτησία είναι μεγάλη και περίπλοκη και οι μάχες ήσαν σφοδρές και οδυνηρές. Στην αρχή τα πράγματα έμοιαζαν να πηγαίνουν καλά για τους επαναστάτες στην Πελοπόννησο. Μέχρι το τέλος του 1821 είχαν καταλάβει όλες τις πόλεις στη χερσόνησο —συχνά με φρικτές σφαγές, όπως έγινε στο Ναυαρίνο— με εξαίρεση το Ναύπλιο και την Πάτρα, και την Κορώνη και τη Μεθώνη στα νότια και το Ναύπλιο καταλήφθηκε το φθινόπωρο του 1822. Βόρεια από τον Κορινθιακό κόλπο τα πράγματα δεν πήγαιναν τόσο καλά. Η εξέγερση του Αλή Πασά των Ιωαννίνων ενάντια στο σουλτάνο, η οποία είχε προστατέψει τα πλευρά των επαναστατών, τελείωσε με τη συντριβή του και το θάνατό του το 1822. Λίγους μήνες αργότερα οι επαναστάτες της δυτικής Ελλάδας κατατροπώθηκαν στη μάχη του Πέτα στην Ήπειρο. Αυτό που τους έμεινε όλο και όλο ήταν το Μεσολόγγι, όπου το 1823 έφθασε ο Μπάιρον, για να τους ενθαρρύνει και να πεθάνει εκεί από πυρετό τον επόμενο Απρίλιο. Όταν όμως ο τουρκικός στρατός με αρχηγό τον Δράμαλη πέρασε στην Πελοπόννησο τον Ιούλιο του 1982, λίγες μέρες μετά τη μάχη του Πέτα, αναγκάσθηκε να υποχωρήσει άτακτα. Οι Πελοποννήσιοι είχαν ήδη εγκαταστήσει μια προσωρινή κυβέρνηση που συνήλθε για πρώτη φορά στην Επίδαυρο. Αλλά σύντομα εκδηλώθηκαν αντιζηλίες που κατέληξαν σε εμφύλιο πόλεμο. Η απελευθερωμένη επαρχία δεν ήταν σε θέση να βοηθήσει τον αγώνα στη βόρεια Ελλάδα.



Το 1824 ο σουλτάνος, επειδή φοβόταν μήπως χάσει την Πελοπόννησο για πάντα, ζήτησε απρόθυμα τη βοήθεια του πιο ισχυρού υποτελούς του, του Μεχμέτ Αλή Πασά της Αιγύπτου. Ο Μεχμέτ Αλή είχε γεννηθεί στην Καβάλα, στη Μακεδονία, και ήταν γιος ενός Αλβανού τυχοδιώκτη και της κόρης ενός ντόπιου Τούρκου γαιοκτήμονα. Είχε έρθει στην Αίγυπτο το 1798 με ένα αλβανικό σύνταγμα και είχε ανέβει γρήγορα στην ιεραρχία του αιγυπτιακού στρατού χρησιμοποιώντας τους Μαμελούκους, τους οποίους αργότερα σκότωσε. Μέχρι το 1806 ο σουλτάνος είχε επικυρώσει τη θέση του ως πασά της Αιγύπτου. Αυτός αμέσως καταπιάστηκε με τη δημιουργία, αρχικά, ενός ικανού στόλου και αργότερα ενός ικανού στρατού, χρησιμοποιώντας Γάλλους αξιωματικούς και μηχανικούς για το σκοπό αυτό. Με τη βοήθειά τους έγινε κύριος της δυτικής Αραβίας και του Σουδάν. Η δύναμή του, που όλο και μεγάλωνε, θορύβησε τον κατ' όνομα επικυρίαρχό του, το σουλτάνο, Αλλά η βοήθειά του ήταν τώρα αναγκαία. Το 1822 ο σουλτάνος τού έδωσε, απρόθυμα, το πασαλίκι της Κρήτης όπου κατέπνιξε όλες τις κινήσεις των Ελλήνων Κρητών για ανεξαρτησία. Τώρα τού προσφερόταν το πασαλίκι του Μοριά και, όπως φαίνεται, της νότιας Συρίας σε περίπτωση που θα συνέτριβε την Ελληνική Επανάσταση.



Το φθινόπωρο του 1824 ο Μεχμέτ Αλή έστειλε έναν καλά εξοπλισμένο στόλο και στρατό στην Κρήτη κάτω από τις διαταγές του πρόγονού του Ιμπραήμ που ανακηρύχθηκε πασάς του Μοριά.



Ο Έλληνας ναύαρχος της επανάστασης Μιαούλης, μαζί με το στόλο του που τον αποτελούσαν ελαφρά οπλισμένα εμπορικά πλοία από τα νησιά, κατάφερε να ταλαιπωρήσει τον αιγυπτιακό στόλο ενώ έπλεε προς την Κρήτη και ακόμη και να συλλάβει ορισμένα μεταγωγικά. Αλλά οι διενέξεις ανάμεσα στους καπετάνιους του τον παρεμπόδιζαν. Δεν κατάφερε να εμποδίσει τους Αιγυπτίους να φθάσουν στον κόλπο της Σούδας στην Κρήτη. Ούτε μπόρεσε να κάνει κάτι, όταν η αρμάδα άφησε τον κόλπο της Σούδας το Φεβρουάριο και έπλευσε στη Μεθώνη, όπου αποβιβάσθηκε ένας μεγάλος και καλά πειθαρχημένος αιγυπτιακός στρατός.



Οι Έλληνες επαναστάτες μέχρι τώρα είχαν αντιμετωπιστεί από τουρκικούς στρατούς που, παρ' όλο που ήσαν πολυάριθμοι, δεν ήσαν καλά οργανωμένοι και οπλισμένοι. Ο στρατός του Ιμπραήμ, εκπαιδευμένος από Γάλλους που είχαν υπηρετήσει οι περισσότεροι κάτω από τις διαταγές του Ναπολέοντα, ήταν τόσο ικανός όσο και οποιοσδήποτε δυτικός στρατός της εποχής. Καθώς προχωρούσε ακάθεκτος μέσα από τη χερσόνησο, η ελληνική αντίσταση κατέρρεε. Από τη Μεθώνη ο Ιμπραήμ πήγε στο Ναυαρίνο για να εξασφαλίσει το υπέροχο λιμάνι του και στη συνέχεια διέσχισε το κεντρικό και το βόρειο μέρος της επαρχίας. Από την Κόρινθο στράφηκε προς τα νότια, στην Αργολίδα. Παντού, απ' όπου κι αν περνούσε, έκαιγε συστηματικά πόλεις και χωριά και κατέστρεφε τα χωράφια. Ο πληθυσμός κατακρεουργήθηκε εκτός από αυτούς που μπόρεσαν να διαφύγουν στα βουνά και λίγους που θεωρήθηκαν ότι ήσαν πολύτιμοι αιχμάλωτοι. Το Σεπτέμβριο ο στρατός έφθασε στην κοιλάδα της Σπάρτης.



Οι ωμότητες του Ιμπραήμ προκάλεσαν φρίκη σε όλη την Ευρώπη και τελικά κατέληξαν στη συνένωση των Μεγάλων Δυνάμεων, με σκοπό να αναλάβουν κοινή δράση για να σώσουν τους Έλληνες. Στο μεταξύ, η βρετανική κυβέρνηση έστειλε έναν αξιωματικό, τον κυβερνήτη Χάμιλτων, να αναχαιτίσει τον πασά και να συμφωνήσει, αν ήταν δυνατόν, για μια προσωρινή ανταλλαγή αιχμαλώτων. Ο κυβερνήτης Χάμιλτων ξεκίνησε από το Ναύπλιο, τη μόνη πόλη της επαρχίας που ήταν ακόμη σε ελληνικά χέρια, ελπίζοντας να βρει τον Ιμπραήμ στο Μυστρά. Μαζί με τον Χάμιλτων ήταν ένας Άγγλος κληρικός που ονομαζόταν Σουάν. Μας άφησε μια περιγραφή αυτών που είδε. Καθώς κατέβαιναν προς την κοιλάδα παρατήρησαν από μακριά στήλες καπνού να υψώνονται από τον Μυστρά. Και όταν έφθασαν εκεί στις 14 Σεπτεμβρίου αργά το απόγευμα, τα σπίτια είχαν παραδοθεί στις φλόγες και σ' ολόκληρη την πόλη δεν υπήρχε ψυχή, εκτός από μια γάτα και έναν σκύλο. Οικιακά αντικείμενα βρίσκονταν σπασμένα και σκορπισμένα στους δρόμους. Μερικοί Έλληνες που είχαν ενωθεί μαζί τους καθ' οδόν, τους βρήκαν ένα σπίτι σε ένα ξέφωτο που ήταν ακόμη ανέγγιχτο από τη φωτιά. Εκεί στρατοπέδευσαν για τη νύχτα, περιμένοντας κάθε στιγμή ότι θα αναγκάζονταν να το εγκαταλείψουν για λόγους ασφαλείας. Έμαθαν ότι ο Ιμπραήμ είχε φύγει από το Μυστρά εκείνο το πρωινό αφού είχε διατάξει την καταστροφή του. Τον πρόφτασαν την επόμενη μέρα στο δρόμο για το Γύθειο. Τους δέχθηκε αρκετά ευγενικά, αλλά τους είπε ότι σκόπευε να κάψει και να καταστρέψει ολόκληρο το Μοριά, επειδή έτσι έπρεπε, παρ' όλο που θλιβόταν γι' αυτό. «Δεν θα σταματήσω», επαναλάμβανε, «μέχρις ότου ο Μοριάς μεταβληθεί σε ερείπια». Ο Σουάν τον περιγράφει σαν έναν άντρα παχύ, μελαχρινό, με χυδαία εμφάνιση, με έντονα σημάδια από ευλογιά αλλά με έναν αέρα αποφασιστικότητας. Ο υπαρχηγός του, ο Σουλεϊμάν, ήταν ένας λιποτάκτης Γάλλος που ήταν παλιότερα υπασπιστής του Στρατάρχη Νεΰ και στη συνέχεια είχε δραπετεύσει στην Αίγυπτο όταν αποκαταστάθηκαν οι Βουρβόνοι. Ο Σουάν είχε τη γνώμη ότι αυτός είχε ακόμη πιο χυδαία εμφάνιση και περισσότερα σημάδια ευλογιάς από τον κύριό του.



Στις 17 Σεπτεμβρίου η ομάδα του κυβερνήτη Χάμιλτων πέρασε από το Μυστρά επιστρέφοντας στο Ναύπλιο. Οι φωτιές σιγόκαιγαν ακόμα και ο τόπος ήταν ερημωμένος.



Αυτό ήταν το τέλος του Μυστρά. Η καταστροφή ήταν πολύ μεγάλη ώστε να αξίζει να γίνει οποιαδήποτε αναστήλωση. Κατά τη διάρκεια της επόμενης χρονιάς οι δυνάμεις του Ιμπραήμ βάδισαν για άλλη μια φορά μέσα από την επαρχία για να ολοκληρώσουν την καταστροφή της. Μόνον το 1827 οι Μεγάλες Δυνάμεις, η Βρετανία, η Γαλλία και η Ρωσία, συμφώνησαν τελικά να δράσουν από κοινού προκειμένου να διασώσουν την Πελοπόννησο για λογαριασμό των Ελλήνων. Στις 20 Οκτωβρίου, σε μια ναυμαχία που προκλήθηκε μάλλον από ένα τυχαίο περιστατικό παρά από ένα προμελετημένο σχέδιο, αν και μερικοί ναύαρχοι του συμμαχικού στόλου ανυπομονούσαν γι' αυτήν, ο κύριος αιγυπτιακός στόλος και ο κύριος τουρκικός που είχε ενωθεί μαζί του καταστράφηκαν στον κόλπο του Ναυαρίνου.



Η ναυμαχία του Ναυαρίνου εξασφάλισε την δημιουργία της Ελλάδας ως ανεξάρτητης χώρας. Αλλά δεν ήταν παρά τον Αύγουστο του 1828 που ο Ιμπραήμ αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πελοπόννησο μαζί με τα στρατεύματά του που ήσαν ακόμα υπολογίσιμα. Και ένας γαλλικός στρατός υπό την αρχηγία του στρατάρχη Μαιζών προσπάθησε να ξεκαθαρίσει την κατάσταση στη χώρα, να αποκαταστήσει τις επικοινωνίες και να βοηθήσει στην ανοικοδόμηση των πόλεων και των χωριών. Αλλά ο Μυστράς παρέμεινε μια ερειπωμένη πόλη.



Τελικά, το 1832, ιδρύθηκε επίσημα το Βασίλειο της Ελλάδας. Και τον Ιανουάριο του 1833, ο νέος βασιλιάς του Όθων, πρίγκιπας της Βαυαρίας, αποβιβάσθηκε στο Ναύπλιο για να αναλάβει τη διακυβέρνηση του Βασιλείου. Ο Όθων και οι σύμβουλοί του, που οι περισσότεροι ήσαν «σχολαστικοί» Γερμανοί, έδειξαν έντονο ενδιαφέρον για το κλασσικό παρελθόν, ενώ ένοιωθαν περιφρόνηση για το Μεσαίωνα. Μετά την καταστροφή του Μυστρά ήταν αναγκαίο να δημιουργήσουν ένα διοικητικό κέντρο στη Λακωνία και οι αρχές αποφάσισαν να αναβιώσουν τη Σπάρτη. Η νέα πόλη εγκαινιάσθηκε το 1834. Σύντομα οι κάτοικοι του Μυστρά, που είχαν διασκορπιστεί από τον Ιμπραήμ, πήραν το δρόμο για εκεί αφήνοντας τα παλιά τους σπίτια πάνω στο λόφο να μεταβληθούν ολότελα σε ερείπια. Μόνο το πιο απομακρυσμένο προάστιο, το νοτιότερο τμήμα του Εξωχωρίου, που ο Γουλιέλμος Τζελλ είχε ονομάσει Παρορέα, επέζησε και έγινε η μικρή και ευχάριστη πόλη που μάς είναι γνωστή ως Μυστράς.

http://arkoleon.blogspot.com/2011/01/blog-post_2122.html





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου