Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ ΣΤΟΝ ΕΒΡΟ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «Η μαύρη Βίβλος των βουλγαρικών εγκλημάτων εις την Ανατολικήν Μακεδονίαν και Δυτικήν Θράκην 1941-1944»


Από το βιβλίο «Η μαύρη Βίβλος των βουλγαρικών εγκλημάτων εις την Ανατολικήν Μακεδονίαν και Δυτικήν Θράκην 1941-1944», έκδ. της εκθέσεως καθηγητών των Πανεπ. Αθηνών και Θεσσαλονίκης, Αθήναι, 1945. 

Απήγαγαν Έλληνες από την Αισύμη και τους πήγαν για καταναγκαστική εργασία σε Κουμάνοβο, Κούλα, Σιδηρόκαστρο.
Εργάζονταν σχεδόν γυμνοί, δέρνονταν και βρίζονταν διαρκώς.
Πλήρωναν τους Βούλγαρους υπαξιωματικούς για λίγη άδεια.
Οι ασθενείς. δέρνονταν με ρόπαλο, έως που πέθαιναν!
 
Τον Μάιο του 1941 απήχθην στο Κουμάνοβο για καταναγκαστική εργασία. Έμεινα 8 μήνες. Μου εδόθη άδεια τριών μηνών για το χωριό μου κι έπειτα απήχθην γι’ άλλους 8 μήνες στην Κούλα και το Σιδηρόκαστρο. Οι εργαζόμενοι ήσαν σχεδόν γυμνοί. Ξύλο και βρισιές διαρκώς.
Ήσαν υποχρεωμένοι να μεταφέρουν ωρισμένο αριθμό αμαξιών χώ­ματος κάθε ημέρα. Τροφή 200 γραμμ. μπομπότα και 5 πιπεριές νερόβραστες. Ό,τι λεπτά κατόρθωναν να παίρνουν κρυφά από τα σπίτια τους, τα έκρυ­βαν για να τα δώσουν στους υπαξιωματικούς, για να πάρουν την άδεια. Έτσι δεν ημπορούσαν να τα χρησιμοποιήσουν για φαγί. Τους δηλώνοντας ασθένεια εξέταζαν οι ιατροί, οι οποίοι συνήθως τους εύρισκαν υγιείς και τους καταδίκαζαν σε 150 ή 250 ραβδισμούς, με ρόπαλο. Ένεκα τού­του, οι άρρωστοι προτιμούσαν να κρύπτονται στα χόρτα και να πεθαί­νουν παρά να παρουσιάζονται στους ιατρούς. Από την ομάδα μου 35 πέθαναν. Το ξύλο εν γένει ήταν φοβερό.

Την 27η Απριλίου 1941 εισήλθε στην Αισύμη ένα βουλγαρικό τάγμα. Κατ’ αρχάς η διαγωγή του ήταν καλή, για να μη φύγουν οι κά­τοικοι στην ουδετέρα ζώνη. Μόνον τα όπλα εζήτησαν επί ποινή θανά­του. Μετά δύο μήνες όμως, αφού ετοποθέτησαν φυλάκια πλησίον των συ­νόρων προς την ουδετέρα ζώνη, άρχισαν οι πιέσεις παντός είδους.
Από τις αρχές του 1942 άρχισαν να έρχονται Βούλγαροι πολίτες, μέ­λη του Κομιτάτου. Μόνοι κατ’ αρχάς. Εδιάλεγαν τα κάπως καλά σπίτια και έπειτα έφερναν και τις οικογένειές τους. Οι Έλληνες αναγκάζονταν να μένουν 2-3 οικογένειες σ’ ένα σπίτι και ήσαν όλοι αλληλέγγυοι, ότι δεν θα έφευγε κανείς. Έτσι ήλθαν 26 βουλγαρικές οικογένειες. Άρπαξαν τότε όλα τα χωράφια πλησίον στο χωριό και από τα μακρυνά τα καλύτερα, καθώς και όλα τα χωράφια εκείνων, που είχαν αναχωρήσει.
Και τότε άρχισε η λεγομένη επιστράτευσις εργασίας (προβέρητ = παρών). Στις 7 π.μ. και στις 6 μ.μ., όλοι οι άνδρες από ηλικίας 16 ετών παρουσιάζονταν στο κοινοτικό κατάστημα με τα ζώα των, εφ’ όσον είχαν, και ελάμβαναν διαταγές για τις αγγαρείες. Εργάζονταν χωρίς αμοιβή και χωρίς ψωμί και κάθε Βούλγαρος είχε δικαίωμα να δέρνει. Έτρωγαν τους κόκκους του καλαμποκιού, τους όποιους άλεθαν με ειδική άδεια.
Από τις 22 Ιουνίου 1942 άρχισαν έρευνα στα σπίτια για τρόφιμα, τα οποία έπαιρναν, καθώς και ό,τι άλλο αντικείμενο αξίας εύρισκαν. Την 5η Απριλίου 1942 άρχισε η διανομή 50 γραμμ. καλαμποκιού (σε σπυριά) κατ’ άτομο και ημέρα, αλλ’ όχι τακτικά. Κι έτσι άρχισε η πείνα. Στους Βουλγάρους εδίδοντο 590 γραμμ. ψωμί σιταριού. Το χωριό είχε κανονικώς 3 ή 4 θανάτους και 70 γεννήσεις κατ’ έτος. Κατά τον καιρό της Κατοχής απέθαναν 70, εκτός των φονευθέντων.
Γεωργικά εργαλεία, αμάξια, ζώα αρπάγησαν. Το χωριό είχε:
-αροτριώντα ζώα 300,  -άλογα 40, -γαϊδούρια 100, -αγελάδες 600, -πρόβατα 1.500 και -γί­δια 800.
Τώρα έχει: -Αροτριώντα 36, -άλογα ένα, -γαϊδούρια 5, -αγελάδες 35, -πρόβατα 50, -γίδια 40.  

Εν όσω είχαν μερικά ζώα, αναγκάζονταν να παραδίδουν όλο το γάλα στην υπηρεσία συγκεντρώσεως προς 2 λέβα το λίτρο. Τα χρήματα τα έπαιρνε ο Βούλγαρος πρόεδρος της κοινότητος για να τα μοιράσει, αλλά οι κάτοικοι δεν έπαιρναν τίποτα. Το μαλλί όλο το έδιδαν προς 40 λέβα επι­σήμως. Πράγματι έπαιρναν 25 ή και τίποτε. Κατεσχέθησαν 500 μελίσσια, τα οποια οι Βούλγαροι κατέστρεψαν, όταν έφυγαν. Οι Βούλγαροι επήραν 32.000 οκάδες καπνά μπασμά χωρίς απόδειξη απέναντι χρεών προς την Ελληνική Αγροτική Τράπεζα.
Από τον Αλέξανδρο Κεχαγιόγλου επήραν άνευ πληρωμής 30.000 οκάδες ασβέστι.
Επλήρωναν φόρο για τα αρπαγέντα χωράφια 1.400-1.500 λέβα κατά κλήρο και φόρον 2% επί της αξίας των σπιτιών, την οποία οι Βούλ­γαροι υπερεξόγκωναν αυθαιρέτως. Κάποτε ο Βούλγαρος πρόεδρος έχασε δυο χήνες. Η συνοικία επλήρωσε 10.000 λέβα αποζημίωση.

Ο ιερεύς απέθανε δύο ή τρεις μήνες μετά την εισβολή από την κακουχία. Τα βιβλία της εκκλησίας και τα σχολικά βιβλία εκάησαν. Ήλ¬θε Βούλγαρος παπάς από την Βουλγαρία και Βούλγαρος διδάσκαλος. Τα παιδιά όμως των κατοίκων δεν επήγαν στο βουλγαρικό σχολείο, διότι όλοι εδήλωσαν ελληνική υποκοότητα.

Από την πείνα αναγκάζονταν οι κάτοικοι να φύγουν προς την ουδέτερη ζώνη. Οι Βούλγαροι όμως ενέδρευαν και όσους συνελάμβαναν τους έφερναν στο χωριό και τους σκότωναν με ξύλα, ή τους εκτελού¬σαν μέχρι νηπίων. Έτσι από το χωριό εφονεύθησαν 23 άτομα - 5 γυναί¬κες, 2 παιδιά (7 και 9 ετών) και 16 άνδρες, αλλ’ εν όλω εστην περιοχή εφονεύθησαν 400 περίπου από άλλα χωριά.

Επί 203 σπιτιών, 73 καταστράφηκαν εντελώς, αναγκάσθηκαν δηλαδή οι κάτοικοι να τα κατεδαφίσουν και με τα υλικά να οικοδομήσουν στρα¬τιωτικά κτήρια. Παραμένουν 30-35 σπίτια περίπου κατοικήσιμα, αλλά χωρίς παράθυρα και ταβάνια.

Ο Σάββας και ο Κωνσταντίνος Χαλκίδης, σιδηρουργός ο ένας και πεταλωτής ο άλλος, εργάζονταν στην υπηρεσία των Βουλγάρων επί 3,5 έτη χωρίς καμμία αμοιβή. Επίσης ο υποδηματοποιός Ελευθ. Χ. Αναστασίου και ο καρροποιός Ηλιόδωρος Τζεμπελίδης.

Οι κάτοικοι, όταν κατόρθωναν να βρουν λίγο καλαμπόκι ή σιτάρι το άλεθαν με χειρομύλους, έβαζαν δε τα παιδιά να παίζουν με τενεκέδες για να μην ακούονται. Οι Βούλγαροι όμως το αντιλήφθηκαν και κατάσχεσαν τους χειρομύλους, αφού έδειραν τους κατόχους τους.

Στο χωριό κατοικούσαν 300 περίπου οικογένειες. Ήλθαν 67 οικογένειες εποίκων και κατά καιρούς επετάχθησαν 170 σπίτια με προθεσμία δύο ωρών. Οι έποικοι άλλαξαν σπίτια για να τα γυμνώσουν.
Ενώ κανονικώς το χωριό είχε 2-3 θανάτους κατ’ έτος, απέθαναν κατά την Κατοχή 50 άτομα! Το χωριό είχε 400 βόδια, 700 αγελάδες, 100 άλογα, 150 γαϊδούρια, 60 μουλάρια, 500 πρόβατα, 2.500 γίδια. Έμειναν 10 βόδια, 23 αγελάδες, κανένα άλογο, ένα μουλάρι, κανένα γαϊδούρι, κανένα πρόβατο, 100 γίδια. Γάλα και μαλλί συνεκεντρώνονταν και πληρώνονταν σε ευτελείς τιμές, όπως στην Αισύμη. 500 μελίσσια κατεσχέθησαν και κατεστράφησαν, Επίσης ηρπάγησαν 3.000 κιλά καπνά.  

Αφαίρεση χωραφιών, αγγαρείες, φόροι επί των αρπαγέντων χωρα¬φιών, όπως στην Αισύμη.
Ο Ιωάννης Χατζηαβραμίδης επλήρωνε για κλήρο 33 στρέμματα φόρο 9.500 λέβα κατ’ έτος. Ο Ανέστης Βελλίδης για 40 στρέμματα επλή¬ρωνε 5.000 λέβα, επειδή δε έκρυψε ολίγον σιτάρι για τα παιδιά του εδάρη, εφυλακίσθη επί 20 ημέρες κι επλήρωσε πρόστιμο 5.000 λέβα. Ο Άγγε¬λος Σπαθάριος επλήρωσε 4.500 λέβα για 40 στρέμματα κι επειδή ευρήκαν στο σπίτι του 50 οκάδες αλεύρι εδάρη κι επλήρωσε 1.500 λέβα πρόστιμο.
Ένας Βούλγαρος στρατιώτης έκλεψε το ραδιόφωνο της κοινότητος. Οι Ευάγγελος Κυριακίδης και Ράλλης Κυρίδης τον ανακάλυψαν και τον υπέδειξαν. Επί μίαν ολόκληρη ημέρα δέρνονταν και του ενός του έσπασαν το πόδι. Επειδή ο Ιωάννης Χατζηαβράμης δεν επήγε στην αγγαρεία, έδειραν τον πατέρα του σε βαθμό, ώστε μετά 10 ημέρας απέθανε.
Ο ιερεύς επαύθη κι εδάρη, τα βιβλία εκάησαν και ήλθαν Βούλγα¬ροι παπάδες και διδάσκαλοι.
Δέκα κάτοικοι εφονεύθησαν, διότι επεχείρησαν να φύγουν στην ουδέτερη ζώνη και άλλοι δέκα πέθαναν από το ξύλο. Εν γένει ο Άβας και η Αισύμη ήσαν το σφαγείο του Έβρου. Κάθε ημέρα σχεδόν περνούσαν οι Βούλγαροι με ανθρώπους που είχαν συλλάβει  και τους τουφέκιζαν στα πέριξ. Μια μέρα, ένα αμάξι έσερνε έναν σκοτωμένο στους δρόμους του χωριού.
Από τα 300 σπίτια έμειναν μόνον 70, τα υπόλοιπα αναγκάσθηκαν οι κάτοικοι να τα κατεδαφίσουν, όπως και στην Αισύμη.
Ο Ι. Χατζηαβράμης όλην την ημέρα εργαζόταν σε ένα μεταλλείο και το βράδυ εργαζόταν πάλι ως πεταλωτής, χωρίς αμοιβή. Όλα τα εργαλεία του εκλάπησαν.


ΕΣΤΑΛΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΛΕΚΑΚΗ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου