Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

23 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1821 : Η ΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ


Μέσα απο το βιβλίο του Φωτιου Σταυρίδη ''1821'' απο τις εκδόσεις ΠΕΛΑΣΓΟΣ

Πηγές:1.Φωτιάδης Δημήτρης - Επανάσταση τού 21
2.Άπαντα Κολοκοτρώνη (Φωτάκος) - Έλλης Αλεξίου, Τόμος 1
3.Απομνημονεύματα συνταχθέντα υπό τού Νικολάου Σπηλιάδου, Αθήνησιν 1852
4.Διήγησις Συμβάντων τής Ελληνικής Φυλής - Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
5.Αμβρόσιος Φραντζής - Επιτομή Ιστορίας τής αναγεννηθείσης Ελλάδος, Τόμος Β'    
Η πολιορκία τής Τριπολιτσάς γινόταν ολοένα καί πιό ασφυκτική, μέ τίς ελληνικές δυνάμεις νά πλησιάζουν ακόμα περισσότερο τά τείχη. Οι συνθήκες πού είχαν διαμορφωθεί στήν Πελοπόννησο, μέ τήν επικράτηση τών επαναστατών σέ όλη τήν ύπαιθρο, δέν άφηναν πολλά περιθώρια στούς Τούρκους. Στίς 13 Σεπτεμβρίου ο καϊμακάμης μέ καταπτοημένο τό ηθικό γνωστοποίησε τήν πρόθεση τών μπέηδων νά αρχίσουν διαπραγματεύσεις. Οι υπερήφανοι αγάδες θά έρχονταν σέ συζητήσεις μέ τούς χθεσινούς σκλάβους τους! Τήν ίδια ημέρα αναχωρούσε ο Δημήτριος Υψηλάντης μαζί μέ τόν Πάνο Κολοκοτρώνη καί χίλιους άνδρες πρός τίς ακτές τού Κορινθιακού, διότι υπήρχαν πληροφορίες γιά επικείμενη άφιξη τού τουρκικού στόλου.

«Έξω από τήν Τριπολιτσά η μάχη τής Γράνας έκρινε τελεσίδικα τήν τύχη τής πόλης. Όσο πού οι Τούρκοι κράταγαν απόμακρα από τήν πολιορκημένη πολιτεία τούς Έλληνες, οι γυναίκες τους καί οι γέροι βγαίνανε καί θέριζαν τά χωράφια. Οι δικοί μας τούς φώναζαν:


- " Πώς σάς φαίνεται, ωρέ Τούρκοι, τό αλώνισμα καί τό λίχνισμα; Γιατί μάς τυραννούσατε;"

- "Τί νά σάς πούμε; Τώρα τό βλέπομε κι εμείς πώς τό παρακάναμε. Σάς αδικούσαμε κι ο Αλλάχ μάς παιδεύει."

Στή γράνα οι Τούρκοι παρατάνε τά ζά καί τά τρόφιμα πού είχαν πάρει από τά χωριά. Οι πεζοί πιάστηκαν μέ τούς Έλληνες χέρια μέ χέρια, άνθρωπος μέ άνθρωπο καί όποιος μπορούσε σκότωνε τόν άλλο. Κάποιος από τούς δικούς μας πού πολέμαγε στή γράνα σκοτώνει έναν Τούρκο. Πάει νά τού πάρει τό κεφάλι. Καί βλέπει τόν σκοτωμένο νά κρατά τό κεφάλι τού αδελφού του.

Σά νά μήν έφταναν όλα τ' άλλα δεινοπαθήματα τών Τούρκων τής Τριπολιτσάς, ξέσπασε από τή βρώμα τόσου πλήθους πού κλείστηκε σ' αυτή, εξανθηματικός τύφος. Οι ντόπιοι είχαν ακόμα τροφές στά κελάρια τους, μά όσοι ήρθαν απόξω νά βρούν σωτηρία υπόφεραν τά πάνδεινα από πείνα. Οι Αλβανοί τού Κεχαγιάμπεη, πού είχαν εκστρατέψει μέ τήν ελπίδα πλιατσικολογώντας τό Μοριά νά καζαντίσουν, καθώς οι πρόγονοί τους τό 1770, βλέπανε τώρα πώς χάνονταν δίχως κανένα διάφορο. Γύρεψαν τούς μισθούς τους κι όπως δέν τούς έδιναν, άρπαξαν από τίς αποθήκες τά λιγοστά τρόφιμα.

Έτσι οι μπλοκαρισμένοι μοιράστηκαν σέ τρία μέρη: τό πρώτο τών ντόπιων μ' αρχηγούς τόν Κιαμήλμπεη τής Κορίνθου, τόν Ντεφτέρ Κεχαγιά καί τόν Σέχ Νετζήπ εφέντη. Τό δεύτερο από τούς υπαλλήλους πού είχαν γι' αρχηγό τόν Κεχαγιάμπεη καθώς καί τήν παντοδύναμη Εσμά Χανούμ, τήν μπάς χανούμ τού Χουρσίτ πασά. Τό τρίτο μέρος ήταν οι Αλβανοί μέ κεφαλές τόν Ελμάζ μπέη καί τόν Μέτσο Μπόνο.

Οι μπέηδες καί οι αγάδες παράστησαν πώς από λύπη στά γυναικόπαιδα δέχονταν ναρθούν σ' ομιλίες μέ τούς χαΐνηδες (επαναστάτες) γιά νά μήν φανεί πώς πρώτοι αυτοί πρόσπεφταν στούς ραγιάδες. Σκέφτηκαν μάλιστα νά μεταχειριστούν τούς ομήρους. Τούς έβγαλαν από τά μπουντρούμια. Ήταν πιά ανθρώπινα ερείπια. Εννιά από τούτους τούς δύστυχους πέθαναν έπειτα από λίγο, όσο πού δύο είχαν κι όλας παρατήσει τά εγκόσμια μέσα στή φυλακή. Τούς βάλανε σέ μιά κάμαρα στό σεράϊ καί τούς έβαλαν νά γράψουνε γράμμα στούς Έλληνες πού πολιορκούσαν τήν πόλη.

"Τό κίνημά σας κατά τής εξουσίας διέσπασε μεταξύ υμών καί ημών πάντα δεσμόν καί δέν έπρεπε βέβαια νά σάς γράψωμεν. Ενώ απελαμβάναμεν τόσας ευεργεσίας από τήν εξουσίαν αυτήν, τήν οποίαν διόρισε ο Θεός νά μάς διοική καί η οποία μάς εφύλαξε τήν θρησκείαν καί τήν τιμήν. Ήταν δίκαιον νά προσενεχθήτε μέ τόσην αχαριστίαν καί νά τήν αποδώσετε κακόν αντί καλού; Καί φαντάζεσθε ότι ολίγοι άνθρωποι δύνασθε ν' αντιπαραταχθήτε εις βασίλειον, τό οποίον εξουσιάζει τά τρία τέταρτα τού κόσμου; Δέν ενεθυμήθητε ότι οι Σέρβοι υποπέσοντες εις τήν αυτήν ανοησίαν, αφ' ού αντέστησαν δώδεκα όλα έτη, κατήντησαν τέλος νά πωληθώσιν εις τήν αγοράν έκαστος ανά τρία γρόσια;"

Οι Έλληνες πού αγωνίζονταν γιά τήν λευτεριά μας τούς αποκρίθηκαν μέ τούτο εδώ τό έξοχο πραγματικά γράμμα:

"Τώ όντι πάς δεσμός μεταξύ υμών καί ημών διεσπάσθη, διότι ενώ ημείς ζητούμεν τήν ελευθερίαν μας, σείς θέλετε τήν δουλείαν τών Τούρκων καί είσθε πάντοτε ευχαριστημένοι καί υπερασπίζεσθε τήν εξουσίαν των καί πάντοτε εβαδίζετε μέ τό πνεύμα καί μέ τάς θελήσεις των. Άρα διά ταύτα καί αυτοί σάς αντήμειψαν επαξίως καί σάς βασανίζουν έξ ήδη μήνας εις τήν ειρκτήν, ώστε δέν ηξεύρομεν άν είσθε ζωντανοί ή πεθαμένοι. Δέν αγνοείτε όσα κακά επάθαμεν καί ημείς καί οι προγόνοι μας εις διάστημα εκατόν ήδη ετών; Ωρκίσθημεν διά τούτο ή νά ελευθερωθώμεν ή ν' αποθάνωμεν καί είμεθα αμετάτρεπτοι. Ζητούμεν δέ νά παύση η τυραννία των, παυομένης τής εξουσιάς των καί νά μάς παραδώσουν τήν πόλιν καί άν θέλουν νά μείνουν εις τήν πατρίδα, τούς εγγυώμεθα διά τήν ζωήν καί τήν τιμήν των."

Στίς 13 τού Σεπτέμβρη 1821, βγήκανε από τήν πύλη τού Άη Θανάση τής Τριπολιτσάς βαστάζοι κουβαλώντας μιά μεγάλη σκηνή πού τή στήσανε ανάμεσα στήν πολιτεία καί τίς προφυλακές τών Ελλήνων. Μετά πρόβαλαν από τήν Τριπολιτσά οι αντιπρόσωποι τών Τούρκων. Ο Σέχ Νετζήπ εφέντης, ο Ντιβάν εφέντης καί ο μπινά εμίν Γιουσούφ μπέης πού εκπροσωπούσαν τούς ντόπιους, ο Ντεφτέρ κεχαγιάς καί ο Νακήπ εφέντης τού καϊμακάμη καί ο Ελμάζ μπέης τών Αλβανών. Τραβήξανε γιά τή σκηνή καί περιμένανε μιά ολόκληρη ώρα ώσπου νά 'ρθουνε οι χτεσινοί σκλάβοι τους. Από μέρος τών προεστών καί τών πολιτικών ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, ο Κρεβατάς καί ο Αναγνώστης Δεληγιάννης. Από τ' άρματα ο Κολοκοτρώνης, ο Αναγνωσταράς, ο Γιατράκος καί τέλος ο Αναγνωστόπουλος σάν εκπρόσωπος τού Υψηλάντη.

- "Πείτε μας στό θεό σας, τί πράματα είν' τούτα καί ποιές οι αιτίες; Μόνοι σας είστε ή όλο τό μιλέτι (έθνος) σας; Είστε ακουμπισμένοι σέ κανένα κιράλη (δύναμη); "

- "Εμείς μήν ημπορούντες πλέον νά υποφέρωμε τά τόσα δεινά, όπου από σάς εδοκιμάζαμε, τό αποφασίσαμε. Καί η Ευρώπη βλέποντας τά δίκαιά μας, μάς υποστηρίζει."

- "Καλά αυτά. Είστε όμως ακουμπισμένοι σέ κανένα κιράλη;"

- "Η Ευρώπη καί η Ρωσία μάς βοηθούσαν μυστικά. Όταν η Ρωσία είδε τόν άτιμο τρόπο πού θανατώθηκε ο πατριάρχης μας, αποφάσισε τόν εξολοθρευμό τού τούρκικου ντοβλετιού (κράτους) καί τού σουλτάνου σας. Καί είναι δίκαιη η απόφαση γιά τόν σουλτάνο σας πού ήρθε από τήν Ανατολή χωρίς κανένα δικαίωμα κι άρπαξε τά υπάρχοντα μας, πήρε τή γή τών πατέρων μας καί εμάς μάς θυσιάζει σάν τά πρόβατα. Γιατί πειράξατε τούς φυλακισμένους; Πόσοι από τούς άρχοντες καί τούς δεσποτάδες απέμειναν ζωντανοί στή φυλακή; Πόσες Χριστιανές έμειναν γκαστρωμένες;"

- "Σ' αυτό δέν φταίμε εμείς οι Τούρκοι. Ήρθαν μέ τή θέλησή τους."»

Φωτιάδης Δημήτρης - Επανάσταση τού 21

Οι Τούρκοι μπέηδες ζητούσαν νά βγούν από τήν πολιτεία μέ όλον τόν οπλισμό τους καί νά τούς ναυλώσουν οι Ρωμιοί τά πλοία πού θά τούς μετέφεραν στή Μικρά Ασία. Επίσης ζητούσαν δεκαοκτώ ομήρους ως εγγύηση καί ένα ιδιαίτερο πλοίο γιά τά χαρέμια τού Χουρσίτ πασά. Ο Κολοκοτρώνης όμως τούς ξεκαθάρισε ότι θά έβγαιναν χωρίς όπλα καί θά μέτραγαν στούς Έλληνες πενήντα δύο εκατομμύρια γρόσια σάν αποζημίωση γιά τίς σφαγές τών αμάχων καί τίς καταστροφές τών πόλεων τής Κορίνθου, τού Άργους, τής Βοστίτσας καί τών Παλαιών Πατρών.

Οι εχθροπραξίες είχαν διακοπεί καί στά τείχη επικρατούσε ηρεμία αλλά καί μία ιδιότυπη συναλλαγή Ρωμιών καί Οθωμανών στρατιωτών. Οι Χριστιανοί ζητούσαν όπλα καί σάν αντάλλαγμα προμήθευαν μέ τρόφιμα τούς πολιορκημένους μουσουλμάνους. Μάλιστα πολλοί Έλληνες γιά νά πραγματοποιήσουν τό εμπόριο αυτό, ανέβαιναν καί στά τείχη μέ σκοινιά πού τούς πέταγαν οι ίδιοι οι Τούρκοι. Άλλοι πάλι έμπαιναν στήν πόλη γιά νά συναντήσουν γνώριμα πρόσωπα ή γιά νά ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις. Ο υπασπιστής τού Κολοκοτρώνη Φωτάκος βρισκόταν στήν Τριπολιτσά καί έμενε στό σπίτι τού Ελμάζ μπέη γιά νά διαπραγματευθεί τήν έξοδο τών Αλβανών από τήν πολιτεία. Η Μπουμπουλίνα επισκέφθηκε τήν πρώτη χανούμισσα τού Χουρσίτ καί τήν καθησύχασε ότι θά προστάτευε τίς γυναίκες τού σερασκέρη.

Στίς 15 Σεπτεμβρίου, ο Κεχαγιάς ειδοποιήθηκε από τόν Άγγλο διοικητή τής Ζακύνθου ότι ισχυρός τουρκικός στόλος έπλεε στά παράλια τής Πελοποννήσου. Τότε οι Τούρκοι αποφάσισαν νά κερδίσουν χρόνο, επιμηκύνοντας τίς συζητήσεις. Οι Αλβανοί μισθοφόροι όμως δέν ήθελαν νά περιμένουν άλλο.

Στίς 18 Σεπτεμβρίου, ημέρα Κυριακή, ο Ελμάζ μπέης καί ο Κολοκοτρώνης έδωσαν μπέσα νά αποχωρήσουν οι Αλβανοί ασφαλείς γιά τήν Ήπειρο. Τήν επόμενη ημέρα οι Αλβανοί έστειλαν στόν Κολοκοτρώνη γιά φύλαξη δεκατρία μεγάλα κιβώτια πού περιείχαν μισθούς αξίας τεσσάρων εκατομμύριων γροσίων καί άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Οι φήμες περί συμφωνίας τών Αλβανών μέ τούς Έλληνες αναστάτωσαν τούς κατοίκους τής Τριπολιτσάς. Η αναχώρηση τού αλβανικού σώματος, χωρίς νά έχει εξασφαλισθεί συνθήκη παράδοσης τής πόλης μέ όρους ασφαλείας, σήμαινε ότι τό τέλος όλων εκείνων πού θά απέμεναν μέσα σέ αυτήν πλησίαζε.
«Τά πράγματα είχαν ανακατωθή εντός τής Τριπολιτσάς καί κανείς από τούς Έλληνας δέν ημπορούσε νά προΐδη πώς ήθελε γίνει τό πράγμα. Τήν 22αν Σεπτεμβρίου 1821 ημέραν Πέμπτην τής εβδομάδος οι εντόπιοι διετάχθησαν από τόν Κεχαγιάμπεη νά συναθροισθούν τήν Παρασκευήν τό πρωΐ εις τάς 23 Σεπτεμβρίου όλοι, μικροί καί μεγάλοι εις τό σεράγι διά νά κάμουν συνέλευσιν. Έστειλαν δέ καί τούς μπέηδες Αλβανούς νά υπάγουν καί αυτοί εις τήν συνέλευσιν νά σκεφθούν τί νά κάμουν διά τήν σωτηρίαν των. Ακόμη τά χαρέμια τού Χουρσήτ πασά έστειλαν εις τούς Αλβανούς μπέηδες νά μέ πάρουν μαζύ των εις τό σεράγι διά νά μέ ιδούν καί δι 'εμού νά στείλουν τάς παρακλήσεις των εις τόν Κολοκοτρώνην.

Ήθελαν νά τού ζητήσουν δύο διαβατήρια διά δύο Χριστιανούς υπηρέτας τού χαρεμιού, τούς οποίους ήθελε νά πάρη μαζύ της η πασίνα καί έδιδεν όσα χρήματα ήθελε τής ζητήσουν, διότι τά χαρέμια είχαν τήν ιδέαν, ότι θά επιμείνουν οι Αλβανοί νά τούς πάρουν καί νά τούς υπάγουν τού πασά. Αλλ' είχαν ακόμη μάθει ότι ο Κολοκοτρώνης θά εξετάση τούς Αλβανούς, οι οποίοι θά έβγουν καί άν εύρη Χριστιανούς θά τούς κρατήση. Δι' αυτό εζήτησαν τά διαβατήρια.

Αφού λοιπόν οι Αλβανοί μπέηδες απεφάσισαν νά υπάγουν εις τό σεράγι νά ιδούν τί τούς θέλουν οι εντόπιοι διότι είχαν κόψει τήν συχνήν αντάμωσίν των επειδή είχαν παράπονον εναντίον των οι εντόπιοι, ότι τάχα δέν έκαμαν ωσάν Τούρκοι νά υποφέρουν μαζύ τόν κίνδυνον, αλλ' εσυμφώνησαν νά φύγουν μόνοι των, εκίνησαν καί επήραν στρατιώτας μαζύ των υπερ τούς πεντακοσίους. Είπαν καί τών άλλων μπουλουξίδων, οίτινες θά έμεναν οπίσω νά έχουν τόν νούν των μήν τούς κάμουν οι εντόπιοι τίποτε απιστίαν.

Ο Αλβανός Ελμάς μπέης κατά παραγγελίαν τής πασίνας (συζύγου τού Χουρσίτ) μέ επήρε μαζύ του καί επηγαίναμεν εις τό σεράγι, αλλ' άμα εκοντοφθάσαμεν εις τή βορεινήν πλευράν ακούσαμε τουφέκια κατά τήν ανατολικήν πλευράν. Ήτο τότε η ώρα ενάτη τής ημέρας, τό δέ σεράγι είχε μεγάλην έκτασιν καί έξαφνα καθώς επηγαίναμεν επαρουσιάσθησαν εμπρός μας Έλληνες καί μάς ετουφέκισαν καί εσκότωσαν κάμποσους Αλβανούς. Τούς εφώναξα ευθύς νά στρέψουν τήν άλλην πλευράν, διότι είναι οι φίλοι μας οι Αλβανοί καί νά μή μάς τουφεκούν καί ούτως έκαμαν.

Τότε βλέπομεν μπροστά μας τόν Δημήτριον Πλαπούταν, όπου τόν έφερε μπράτσο ο Βελή Κογιάτσος καί άλλους ακόμη μπέηδες Αλβανούς. Ο Πλαπούτας είχεν έμβει μέσα εις τήν Τριπολιτσάν κατά τήν ώραν τής εφόδου από τήν τάπιαν (προμαχώνα) τού σεραγιού, βοηθούμενος από τούς ιδικούς του καί από τούς Αλβανούς διά νά εύρη τούς μπέηδες καί νά τούς βεβαιώση ότι δέν τούς απάτησαν αυτοί, διότι χωρίς τήν γνώμην τών αρχηγών εμβήκαν μέσα οι Έλληνες καί τότε επήραν αυτούνοι μπέηδες, οίτινες επήγαιναν νά εύρουν τόν Ελμάς Μέτσιον εις τό σεράγι (παλάτι). Εκεί δέ ευρέθησαν ακόμη ο Κωνσταντής Παπαζαφειρόπουλος, ο Αναγνώστης Ζαφειρόπουλος καί ο Αναστάσιος Λογιώτατος. Καί αντί πλέον νά υπάγωμεν εις τό σεράγι, εστρίψαμε τότε κατά τήν πόρταν τών Καλαβρύτων, όπου ηύραμεν εκεί έξω τής πόρτας καί τόν Κολοκοτρώνην, τήν Μπουμπουλίναν καί τόν Γιαννάκην Κολοκοτρώνην (Γενναίο).

Κοντά εις τόν Κολοκοτρώνην επήγε καί εστάθη ο Ελμάς μπέης καί εκρατούσε μόνος του τό άλογον του καί δέν ήθελε νά τό καβαλλίκη, διότι υπώπτευε. Τότε ένας Αλβανός εστενοχώρει πολύ τόν Κολοκοτρώνην νά τού δώση τήν πιστόλαν του, τήν οποίαν τού είχαν πάρει οι Έλληνες. Ο δέ αρχηγός τού είπε: "Θέλεις νά σού δώσω τήν ιδικήν μου;" Καί έβγαλε μίαν πιστόλαν από τό κουμπουρλούκι τού αλόγου του. Άπλωσε λοιπόν ευθύς ο Αλβανός νά τήν πάρη χωρίς νά εννοήση τά λόγια τού αρχηγού, αλλ' ο φρόνιμος Ελμάς μπέης θυμωθείς έσυρε τό σπαθί τού καί τού εκτύπησε τό χέρι.

"Τράβηχθήτε!" τούς είπε ο μπέης. "Καιρός διά πιστόλια είναι τώρα; Δέν βλέπετε όπου κοντεύετε νά χάσετε τά κεφάλια σας;"

Άφησα καί εγώ τόν αρχηγόν καί εδόθηκα εις τά λάφυρα. Ετράβηξα νά υπάγω κατά τού Τσεκούρα, περίφημου Τούρκου διά τάς ωμότητάς του, αλλ' είδα ότι οι Υδραίοι τόν είχαν ξεπουπουλιάσει καί είχαν σκοτώσει όλους τούς ιδικούς του καί αυτός δέ ο ίδιος είχε βάλει φωτιά νά καή μέσα εις τό σπίτι του καί είχε σκοτώσει τήν γυναίκαν του, τή μάνα του καί τή θυγατέρα του, νέαν ωραίαν ως είκοσι χρονών.

Πρίν φθάσω εις τού Τσεκούρα εις ένα στενόν δρόμον ευρήκα μπροστά μου τούς Υδραίους, οι οποίοι είχαν μπλέξει εκεί υπέρ τούς διακόσιους Αλβανούς καί άλλους Τούρκους. Αυτοί ήρχοντο νά έβγουν εις τήν πόρταν τών Καλαβρύτων. Τούς επήραν τά άρματα καί τούς επελέκησαν όλους μέ τάς μαχαίρας (σαλτιρμάδες). Ακόμη καί τώρα έρχεται εις τόν νούν μου τό λιάνισμα καί τό τρίξιμον τών κοκκάλων καί ανατριχιάζω.

Πολλοί καπεταναίοι καί άλλοι Έλληνες από φιλανθρωπίαν ήθελαν νά σώσουν κανένα Τούρκον. Άλλος όμως Έλλην, τού οποίου ο Τούρκος τήν γυναίκα ή τό παιδί ή καί αυτόν τόν ίδιον είχε κατά διαφόρους τρόπους ατιμάσει, τυραννήσει καί αδικήσει, άμα έβλεπε τόν εχθρόν του τού άναπτεν από πίσω τήν πιστόλαν ή τό τουφέκι του. Δέν ήτο κανένας Τούρκος, ο οποίος νά μήν είχε δύο καί τρείς εχθρούς, διότι ποτέ των δέν εσυλλογίσθησαν ότι θά σηκωθούν οι ραγιάδες των καί θά ζητήσουν τήν ελευθερίαν των. Τό δέ κακόν έξαφνα τούς ήλθεν εις τό κεφάλιν των.

Δέν τούς εσκότωναν λοιπόν από ωμότητα οι Έλληνες τούς Τούρκους, καθώς η πολιτισμένη Ευρώπη μάς εκατηγόρησεν, ούτε διά κανέναν άλλον σκοπόν, καθώς είδαμεν, αλλά από δικαίαν εκδίκησιν, τήν οποίαν έτρεφαν εναντίον των. Ηύραν εμπρός των τούς εχθρούς των, οι οποίοι είχαν ατιμάσει αυτούς τούς ιδίους καί είχαν σκοτώσει καί αιχμαλωτίσει πολλούς συγγενείς καί γνωρίμους κατά τόν παρόντα πόλεμον, τά δέ αίματα τών φονευθέντων ακόμη άχνιζαν.

Οι Εβραίοι τής Τριπολιτσάς καί αυτοί εχάθηκαν μαζύ μέ τούς Τούρκους καί εθανατώθησαν μέ περισσοτέραν εχθρότητα, διά τάς γενομένας υπ' αυτών κατά τών Ελλήνων ύβρεις εις Κωνσταντινούπολιν καί ιδίως διά τόν εμπαιγμόν τόν οποίον έκαμαν εις τό πτώμα τού απαγχονισθέντος Πατριάρχου Γρηγορίου. Εις τήν Κορώνην έκαμαν μυρίας κακώσεις κατά τού εκεί αρχιερέως καί τού διακόνου του. Εις δέ τό Ναύπλιον πάλιν οι εκεί Εβραίοι σκληρώς εβασάνισαν τόν πληγωθέντα καί αιχμαλωτισθέντα από τούς Τούρκους Αναγνώστην Κελπερήν.

Τόν δέ Σωτήριον Κουγιάν προεστώτα τής Τριπολιτσάς, εθανάτωσεν ο επίσημος οπλαρχηγός Γιαννάκης Δαγρές. Είναι αληθές, ότι ο τρόπος τού θανάτου τού ήτο απάνθρωπος, αλλά δικαίως έπαθεν. Οι Έλληνες εγνώριζαν τά προηγούμενα τού Κουγιά. Τοιούτους Έλληνας οι Τούρκοι ηγάπων διότι τούς εβοήθουν εις τάς ωμότητας καί τάς αδικίας των. Διά τούτο οι προδότες είχαν ισότητα τινα καί ελευθερίαν, ειδεμή καί αυτοί θά ήσαν εις τήν θέσιν τού ραγιά. Αυτοί επλησιάζαν καί υπηρέτουν τούς Τούρκους διά νά πλουτίσουν διά τής αδικίας καί τής καταπιέσεως τών ομοεθνών των. Ήσαν Τούρκοι κατά τήν ψυχήν καί τήν καρδίαν καί μόνον τό όνομά των ήτο χριστιανικόν. Οι προδόται δέν πρέπει νά μένουν ατιμώτητοι διότι η τιμωρία καί ο θάνατος είναι η αμοιβή των. Οι επαναστάται φονεύσαντες τόν Κουγιάν έπραξαν τό καθήκον των.

Τήν ημέραν όπου αντάμωσα τόν αρχηγόν είχα υπάγει εις τό σπίτι τού Δημητρίου Δεληγιάννη, ευρήκα μέσα καί τούς καπεταναίους του, τούς εχαιρέτισα καί δέν μέ εδέχθησαν μέ τόν τρόπον μέ τόν οποίον μέ εδέχοντο έξω πρίν έμβωμεν μέσα εις τήν Τριπολιτσάν, μάλιστα ήκουσα ύβρεις κατά τού αρχηγού μου καί φοβερισμούς. Τού έκαμα τήν παρατήρησιν, ότι δέν αρμόζουν αυτά τά λόγια νά τά λέγη ο Δεληγιάννης διά τόν φίλον του τόν Κολοκοτρώνην καί μού είπεν:

"Δέν έχω φίλον τόν κλέφτην καί δέν τόν εφοβούμαι πλέον".

Αυτά όλα τά έκαμα γνωστά εις τόν αρχηγόν μου. Αυτός τότε μού είπε:

"Καμώσου ότι δέν μού είπες τίποτε. Τώρα όπου ο Άγιος Θεός ηθέλησε καί μάς εδυνάμωσε καί επήραμεν τήν Τριπολιτσά, ας λέγουν ότι θέλουν. Έχουν δίκαιον παιδί μου, διότι βλέπουν τούτους σκοτωμένους μέ τούς οποίους είχαν μαζύ τήν εξουσίαν. Τώρα τήν επήρε τό έθνος. Άν εγελάσθηκαν καί έκαμαν τήν επανάστασιν, ήλπιζαν νά κληρονομήσουν τούς Τούρκους καί νά γίνουν αυτοί εις τόν τόπον των, (νά πάρουν τή θέση τους), αλλ' αργά τό εσυλλογίσθηκαν.»

Άπαντα Κολοκοτρώνη (Φωτάκος) - Έλλης Αλεξίου, Τόμος 1

Η διχόνοια μεταξύ Τούρκων καί Αλβανών λίγο έλειψε νά οδηγήσει σέ ένοπλη σύγκρουση, καθώς οι σκληροτράχηλοι μισθοφόροι απαίτησαν μέ ιδιαίτερα δυναμικό τρόπο τούς καθυστερούμενους μισθούς τους. Δεν δίστασαν μάλιστα νά προπηλακίσουν τόν ίδιο τόν Μουσταφάμπεη (Κεχαγιά). Τελικά ο Μεχμέτ Σαλήχ αναγκάσθηκε νά τούς εξοφλήσει χρησιμοποιώντας αρκετά πολύτιμα είδη από τό θησαυροφυλάκιο τού σεραγιού.

Οι επιζήσαντες από τό κολαστήριο τών τουρκικών φυλακών δέν πρόλαβαν νά χαρούν τήν αποφυλάκισή τους. Σέ μία ημέρα πέθαναν ο μητροπολίτης Ναυπλίου Γρηγόριος, ο Χριστιανουπόλεως Γερμανός, ο Δημητσάνης Φιλόθεος, ο Παπαλέξης καί ο πρωτοσύγκελλος τού μητροπολίτη Ανδρούσης Χρύσανθος. Οι τελευταίοι αυτοί θάνατοι ανησύχησαν τούς Τούρκους καί περιέθαλψαν μέ ιδιαίτερη φροντίδα τούς ελάχιστους εναπομείναντες στή ζωή. Η ύπαρξή τους ήταν η τελευταία ελπίδα γιά διαφυγή από τήν καταδικασμένη πόλη. Μέ ενέργειες μάλιστα τού Ελμάζ μπέη, αποφασίσθηκε η απελευθέρωση τού Θεόδωρου Δεληγιάννη. Τή στιγμή όμως πού τόν μετέφεραν πάνω σέ φορείο έξω από τήν πόλη, πέθανε εξαντλημένος από τίς κακουχίες. Οι Δεληγιανναίοι, πού περίμεναν μέ χαρά τόν αδελφό τους, είδαν ξαφνικά μπροστά τους τό πτώμα του, γεγονός πού τούς εξαγρίωσε.

Στίς 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα Παρασκευή, καί ενώ τό έγγραφο γιά τήν αναχώρηση τών Αλβανών δέν είχε ακόμη υπογραφεί, τό τέχνασμα ενός απλού στρατιώτη, τού Μανόλη Δούνια από τόν Πράστο Κυνουρίας καί δύο Σπετσιωτών, τού Αυραντίνη καί τού Γκίκα Ρουμάνη σήμανε τό τέλος τής πολιορκίας.
"Ο Μανώλης Δούνιας από Πραστόν, διατριβών εις Κωνσταντινούπολιν πρό τής επαναστάσεως, είχε γνωρισθή μέ τινας εκ τών πυροβολιστών, οι οποίοι ήλθον εις Τριπολιτσάν ομού μέ τόν Κεχαγιάν. Κατά τύχην βλέπει ένα εξ αυτών διωρισμένον εις τήν πύλην τού Ναυπλίου, προσφέρεται φιλοφρόνως, τόν προσκαλεί εις τό στρατόπεδον, τόν φιλοξενεί καί τόν οδηγεί πάλιν ασφαλώς εις τήν θέσιν του. Ούτος ομιλεί περί εκείνου μέ τόν αρχιπυροβολιστήν, όστις θέλει νά τόν ίδη καί τόν αναγνωρίζει καί τόν δείχνει όλην τήν εμπιστοσύνην καί φιλίαν, ώστε ο Δούνιας αναβαίνει τό τείχος καί υπάγει εις τού αρχιπυροβολιστού.

Ήτον ημέρα Παρασκευή, 23η τού Σεπτεμβρίου, ημέρα καθ' ήν οι Τούρκοι έσφαξαν Χριστιανούς εις τό Γαλαξίδι καί κατέκαυσαν τήν πόλιν των καί εκυρίευσαν τά πλοία των καί ο Δούνιας αναβαίνει τό τείχος επί σκοπώ νά εξαγάγη τόν Τούρκον κατά τήν υπόσχεσίν του. Αλλά κατόπι τούτου έδραμον άλλοι καί αναβαίνουσιν ωσαύτως. Κατόπι δέ τούτων καί άλλοι καί ο αδελφός τού Κεφάλα καί ο Διονύσιος Βασιλείου καί ώρμησαν τινες εν ριπή οφθαλμού εις τό επί τής πύλης τού Ναυπλίου πυροβολοστάσιον, στρέφουσι τά πυροβόλα πρός τήν πόλιν, πυροβολούσι κατ' εκείνου επί τής παρακείμενης πύλης τού Μιστρά, εν ώ άλλοι τρέχουσιν εκείσε νά τό κυριεύσωσι, φεύγουσιν έντρομοι οι πυροβολισταί, ηνοίχθη πάραυτα η πύλη τού Ναυπλίου, εισβάλλουσιν αυτόθεν οι Αγιοπετρίται μέ τούς Πραστιώτας, ηνοίχθη συγχρόνως η τού Μιστρά, εισβάλλουσιν εκείθεν ο Κεφάλας μέ τούς Μεσσηνίους καί υψώνουσι τάς σημαίας τού σταυρού.

Οι Έλληνες εις τήν έφοδον τής Τριπολιτσάς εφόνευσαν πλήθος Τούρκων, εφονεύθησαν δέ καί εξ αυτών έως τριακόσιοι. Εφόνευσαν δέ καί έκαυσαν χωρίς διάκρισιν ηλικίας καί γένους όλους τούς Εβραίους, εκτός τούς λεγομένου Χανέν, έχοντος υπόληψιν αγαθού ανθρώπου. Οι Εβραίοι τής Τριπολιτσάς εκακοποίησαν τούς Χριστιανούς, εις τήν αρχήν μάλιστα τής επαναστάσεως, αλλά καί οι ομογενείς των τούτ' αυτό έπραξαν εις Κωνσταντινούπολιν καί εις Θεσσαλονίκην.

Ο αρχηγός τών εκ Τριπολιτσάς εξελθόντων Αλβανών ειδοποίησε τούς εν Παλαιαίς Πάτραις ότι ανεχώρησαν διά συνθηκών καί ωμολογεί ευγνωμοσύνην εις τόν Κολοκοτρώνην, ως πιστώς τάς συνθήκας εκπληρώσαντα. Ο Κολοκοτρώνης ητοιμάζετο νά εκστρατεύση, ελπίζων, συντελούντων τών Αλβανών νά κυριεύση καί εκείνο τό φρούριον (τής Πάτρας) καί μάλιστα εν ώ είχε καί φίλους εκεί Λαλιώτας, τούς οποίους ήτο πολύ πιθανόν νά καταπείση νά συμπράξωσι μέ τούς Αλβανούς. Αλλ' οι κατά τήν Αχαΐαν ολιγαρχικοί (Ζαΐμης, Λόντος, Χαραλάμπης) δέν θέλουσι νά λάβωσι μέρος οι πολεμικοί εις τήν πολιορκίαν τού φρουρίου τών Παλαιών Πατρών καί αποβάλλοντες τούς Πετιμεζαίους καί Κουμανιώτας, έγραψαν πρός τά συνιστώντα τήν Γερουσιάν μέλη ν' απαγορευθή καί εις τόν Κολοκοτρώνην νά εκστρατεύση εις Παλαιάς Πάτρας. Ηπείλου δέ ότι, άν ο Κολοκοτρώνης ήθελεν εκστρατεύσει εκεί έμελλε ν' ακολουθήση εμφύλιος πόλεμος."

Απομνημονεύματα συνταχθέντα υπό τού Νικολάου Σπηλιάδου, Αθήνησιν 1852

Κεφάλας, Ζαφειρόπουλος, Μιχαλάκης, Κονδάκης, Παπατσώνης, Κρεββατάς, Γιατράκος, αρχιμανδρίτης Ιερόθεος Αθανασόπουλος, επίσκοπος Βρεσθένης ήταν οι πρώτοι πού πάτησαν τήν Τριπολιτσά γύρω στίς 9 τό πρωΐ τής 23ης Σεπτεμβρίου 1821, ενώ οι αγάδες πού ήσαν συγκεντρωμένοι στό σεράι, αμέσως μετά τήν πρώτη έκπληξη, αντί νά σπεύσουν πρός τούς προμαχώνες γιά νά αναχαιτίσουν τήν ελληνική προέλαση, έτρεξαν στά σπίτια τους γιά νά προστατεύσουν τίς οικογένειές τους.

Ο Έλληνας αρχιστράτηγος έστειλε στούς Αλβανούς αρχηγούς, τόν Δημήτριο Πλαπούτα γιό τού παλαιού Κλέφτη Κόλια Πλαπούτα, γιά νά τούς προστατεύσει καί νά τούς οδηγήσει πρός τήν έξοδο τής πόλης. Ο Αλβανός Βελή Κογιάτσα έπιασε από τό μπράτσο τόν Πλαπούτα καί τόν κράτησε γιά πολύ ώρα έτσι όμηρο, μέχρι νά συγκεντρωθούν γύρω του όλοι οι άνδρες του. Κατόπιν η συνοδεία τών Ελλήνων καί τών Αλβανών προχώρησε πρός τήν πύλη τών Καλαβρύτων, όπου τούς περίμεναν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, η Μπουμπουλίνα καί ο Ιωάννης Κολοκοτρώνης.

Ο Αναγνώστης Δεληγιάννης, άν καί παρακολούθησε τή σκηνή, επιτέθηκε εναντίον τών Αλβανών σκοτώνοντας μερικούς καί αφαιρώντας τά όπλα από τούς υπολοίπους. Ταυτόχρονα, επιτέθηκαν κατά τών Αλβανών καί μερικοί στρατιώτες τού Αναγνωσταρά, πού είχε αρνηθεί νά αναγνωρίσει τή συνθηκολόγηση μαζί τους. Οι Αλβανοί νόμιζαν ότι ο Κολοκοτρώνης τούς πρόδωσε καί ετοιμάστηκαν νά τόν πυροβολήσουν. Η φωνή όμως τού Κολοκοτρώνη αναχαίτισε τούς άνδρες τού Δεληγιάννη καί ματαίωσε τήν ένοπλη σύγκρουση. Οι Αλβανοί, μέ τή συνοδεία μερικών Ελλήνων ομήρων, κατάφεραν νά βγούν από τήν πόρτα τών Καλαβρύτων καί από εκεί νά κατευθυνθούν στή Βοστίτσα σώοι καί ασφαλείς μέ όλα τους τά υπάρχοντα καί τά χρήματα. Από τό νησάκι Τριζόνια έστειλαν πίσω τούς ομήρους Χρηστάκη Κολοκοτρώνη, Βασίλη Δημητρακόπουλο, Πέτρο Μαρκέζη καί Γκίκα Γκίκα, καθώς καί μία ευχαριστήρια επιστολή απευθυνόμενη πρός τόν Κολοκοτρώνη.

Σύμφωνα μέ τόν Φωτάκο, ο Δεληγιάννης καί ο Λόντος, οι οποίοι ήταν αντίθετοι πολιτικά μέ τόν Κολοκοτρώνη καί τόν Πλαπούτα, κτύπησαν επίτηδες τούς Αλβανούς γιά νά εκτεθούν στά μάτια τών Αλβανών οι δύο Έλληνες οπλαρχηγοί καί νά χάσουν ακόμα καί τή ζωή τους. Ο Πλαπούτας απείλησε τόν Λόντο ότι άν κτυπήσει ο Βοστιτσιώτης πρόκριτος τούς Αλβανούς πού είχε υπό τήν προστασία του, τότε ο Πλαπούτας θά γινόταν ένα μαζί τους καί θά έκαιγαν τήν επαρχία τής Αιγιαλείας. Ο δέ Κολοκοτρώνης προνόησε καί δέσμευσε τούς Αλβανούς νά μήν ξαναγυρίσουν νά πολεμήσουν στόν Μοριά. Πράγματι αυτοί ορκίστηκαν νά μή γλυτώσει από τήν οργή τού Θεού καί από τό σπαθί τού Κολοκοτρώνη όποιος Αλβανός επέστρεφε στόν Μωριά.

Μετά τήν είσοδο τών ελληνικών σωμάτων στήν πόλη, η τουρκική αντίσταση επικεντρώθηκε στήν πύλη τού Αγίου Αθανασίου, στή μεγάλη τάπια. Όταν καί οι τελευταίοι Τούρκοι τακτικοί στρατιώτες παραδόθηκαν, οι Έλληνες ξεχύθηκαν στούς δρόμους τής Τριπολιτσάς μαινόμενοι, σκορπίζοντας τόν θάνατο σέ όλους τούς αλλόθρησκους πού έβρισκαν μπροστά τους. Δέν γινόταν διάκριση ούτε φύλου, ούτε ηλικίας. Ηλικιωμένοι καί παιδιά εκσφενδονίζονταν από τά παράθυρα, νεαρές γυναίκες σέρνονταν από τά μαλλιά καί βιάζονταν, έμβρυα σκοτώνονταν. Από τούς 34000 μουσουλμάνους πού είχαν καταφύγει στήν Τριπολιτσά σώθηκαν μόνο 8000. Ήταν η μεγαλύτερη σφαγή Τούρκων αμάχων πού σημειώθηκε στή διάρκεια τής επανάστασης τού 21.

Οι σκηνές θύμιζαν εκπορθήσεις τών πόλεων τού Βυζαντίου από τούς Οθωμανούς. Η Κωνσταντινούπολις, η Φιλαδέλφεια, η Νίκαια, η Καλλίπολις, η Θεσσαλονίκη, η Νικομήδεια, η Τραπεζούντα, η Σμύρνη, η Καισάρεια, η Θεοδοσούπολις, η Αδριανούπολις, η Αμμόχωστος καί οι εκατοντάδες πόλεις καί χωριά πού είχαν ισοπεδωθεί από τούς Ασιάτες βαρβάρους στά βυζαντινά χρόνια έπαιρναν τήν εκδίκησή τους. Αλλά καί τά τετρακόσια χρόνια βασάνων καί ταπείνωσης έβρισκαν καί αυτά δικαίωση. Έστω καί μέ αυτό τό βάρβαρο τρόπο.   

Άλλα σπίτια πού δέν μπορούσαν νά τά καταλάβουν οι επαναστάτες τά πυρπολούσαν. Πρώτο μέλημα τών επαναστατών ήταν η λαφυραγώγηση. Τά αγαθά τής πιό πλούσιας πόλης τού Μοριά έπεφταν στά χέρια τών πεινασμένων καί ρακένδυτων χωρικών. Πολύτιμα κοσμήματα, μεταξωτά υφάσματα, περσικά χαλιά, χρυσά νομίσματα, βαριά έπιπλα καί ασημένια όπλα πού δέν τά είχαν φανταστεί οι μέχρι πρότινος δούλοι, τά άρπαζαν από τά σεράγια τών αγάδων καί τών μπέηδων. Τά λάφυρα αυτά δυστυχώς, ποτέ δέν θά ενίσχυαν τό Δημόσιο Ταμείο πού είχε ιδρυθεί γιά τίς ανάγκες τού αγώνα, αλλά τουλάχιστον όπλισαν μέ 11000 τουφέκια τούς μέχρι τότε άοπλους επαναστάτες, πολλοί από τούς οποίους πολεμούσαν τούς εχθρούς μέ τσουγγράνες, δρεπάνια, σουβλιά καί ρόπαλα.

Όταν ο Κολοκοτρώνης μαζί μέ τόν Γιατράκο μπήκε μέσα στήν πόλη, τό δράμα είχε συντελεσθεί. Τό άλογό του, σύμφωνα μέ τά απομνημονεύματά του πάταγε μόνο σέ πτώματα. Όταν τού ανέφεραν ότι σέ ένα παλάτι είχαν αποκλεισθεί 300 Αλβανοί πού δέν πρόλαβαν νά φύγουν έσπευσε νά τούς παραλάβει. Όταν όμως έφθασε, δέν πίστευαν ότι ήταν αυτός.

- "Μά τά τέσσερα κιτάπια τού Θεού, μά τόν προφήτη Χασρέτ Ισά (Χριστό), εγώ είμαι. Ο Κολοκοτρώνης! Τό κρίμα στό λαιμό σας. Εγώ δέν πρόδωσα τήν μπέσα."

Παρά τις προσπάθειες του, δέν κατάφερε νά τούς πείσει νά τόν ακολουθήσουν καί αποχώρησε. Τότε οι Έλληνες πυρπόλησαν τούς γύρω δρόμους καί όλοι οι αποκλεισμένοι Αλβανοί βρήκαν φρικτό θάνατο.

Ο πρόκριτος Σωτήριος Κουγιάς βασανίσθηκε φρικτά από τόν Γιαννάκη Δαγρέ, ο οποίος διψούσε γία εκδίκηση γιά τό θάνατο τού αδελφού τού Θανάση. Έκοψε τό αυτί τού προδότη καί τού τό έβαλε στό στόμα γιά νά τό φάει. Αμέσως μετά τόν σκότωσε. Παρά τήν εκδικητική μανία τών Ελλήνων, οι επίσημοι Τούρκοι έμειναν άθικτοι. Αμέσως μετά τή φυγή τών Αλβανών, εισήλθαν στήν πόλη οι Έλληνες αρχηγοί Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, Αναγνώστης Δεληγιάννης καί Παναγιώτης Κρεββατάς, οι οποίοι κατευθύνθηκαν στό σεράι γιά νά προστατεύσουν τούς Τούρκους αξιωματούχους καί τά χαρέμια τών πασάδων πού ήταν χρήσιμα γιά τήν ανταλλαγή τών αιχμαλώτων.

Ο Γέρος τού Μοριά δέν παρέλειψε νά κόψει σύριζα τόν περίφημο κεντρικό πλάτανο τής πόλης τής Τριπολιτσάς από τόν οποίο είχαν κρεμαστεί δεκάδες συγγενείς του. Ο αγνός Νικηταράς δέν προσέτρεξε ούτε καί αυτή τή φορά γιά λαφυραγώγηση, αλλά έσωσε από σίγουρο θάνατο 150 Βούλγαρους μισθοφόρους πού βρίσκονταν στήν υπηρεσία τού Χουρσίτ πασά. Τούς είχαν περικυκλώσει Ελληνες στό σπίτι πού αμύνονταν καί ετοιμάζονταν νά τούς βάλουν φωτιά.

- "Αμάν κεπατάν! Χριστιάν, χριστιάν! (Σώσε μας καπετάνιο, είμεθα Χριστιανοί)"

Ο Νικηταράς απομάκρυνε τούς Έλληνες καί παρέλαβε τούς Βούλγαρους, οι οποίοι τέθηκαν στήν υπηρεσία τών ομοθρήσκων τους. Σύμφωνα μέ τόν Διονύσιο Κόκκινο, ο Τουρκοφάγος τριγύριζε στήν πόλη μέ τά φτωχά τού ενδύματα, χωρίς νά ενδιαφέρεται γιά τά πανάκριβα αντικείμενα πού κρύβονταν μέσα στά τούρκικα σπίτια. Τά μόνα πού πήρε ήταν δύο πιστόλια πού τού δώρισε ο Δημήτριος Υψηλάντης.

Ο αλαζόνας Κεχαγιάμπεης, τήν ώρα τής πτώσης τής πόλης, αντί νά τρέξει νά πολεμήσει στόν τελευταίο προμαχώνα, κλείστηκε μαζί μέ τά χαρέμια στό παλάτι του  καί παραδόθηκε χωρίς αντίσταση. Τήν παράδοση αυτή τήν έφερε βαρέως καί τό εξομολογήθηκε στόν Κυριακούλη Μαυρομιχάλη. Μάλιστα περίμενε ότι ο Κολοκοτρώνης θά τόν εκτελούσε, όπως ο ίδιος ο Κεχαγιάμπεης είχε εκτελέσει χιλιάδες αμάχους σέ όσες πόλεις καταλάμβανε, στήν πορεία του από τήν Ήπειρο μέχρι τήν Τριπολιτσά.

Εκείνος πού συγκλονίστηκε μέ τίς σφαγές ήταν ο εκπρόσωπος τού Υψηλάντη, ο Αναγνωστόπουλος, ο οποίος έκανε ότι ήταν δυνατό γιά νά τίς αποτρέψει. Στή συνάντησή του μέ τόν άρχοντα τής Κορίνθου Κιαμήλ μπέη τού εγγυήθηκε τήν ασφάλειά του στό όνομα τού πρίγκηπα. Ο Κιαμήλ μπέης κατηγόρησε τότε ανοιχτά τόν Κεχαγιά γιά τήν καταστροφή τής πόλης γιατί καθυστέρησε αναίτια τήν υπογραφή τής συνθήκης παράδοσης.

Ο πλούσιος Εβραίος τραπεζίτης Χανέν, φρόντισε νά τρέξει στή σκηνή τού Κολοκοτρώνη γιά νά γλυτώσει τή ζωή τή δική του καί τής οικογενείας του, όπως καί τά κατάφερε τελικά. Ο Κολοκοτρώνης μόλις είδε τόν Εβραίο οπλισμένο - πράγμα σπανιώτατο - μέ τίς πανάκριβες πιστόλες τού τίς αφαίρεσε, λέγοντάς του:

- "Εβραίος καί άρματα δέν πάει".

Ο Γάλλος Ρεμπώ πού ήταν παρών έσπευσε νά καταδικάσει τήν πράξη τού γερο - κλέφτη. Ξέχασε όμως τό παιδί τής γαλλικής επανάστασης πού εξόντωσε όλους τούς Γάλλους ευγενείς τού Λουδοβίκου, ότι ο τραπεζίτης ζούσε μέχρι εκείνη τή στιγμή μία λαμπρή ζωή, συνεργαζόμενος μέ τόν βάρβαρο κατακτητή καί ρουφώντας στήν κυριολεξία τόν ιδρώτα καί τό αίμα τών Ρωμιών ραγιάδων, πού εργάζονταν δεκαπέντε ώρες τήν ημέρα στά χωράφια τών μπέηδων! Η περιουσία τού τοκογλύφου εκείνου όπως καί όλων τών αγάδων επέστρεφε στούς πραγματικούς ιδιοκτήτες πού ήταν οι σκαφτιάδες τής γής καί οι ανυπότακτοι κλέφτες πού είχαν περάσει όλη τους τή ζωή μέ άπειρες στερήσεις στίς χιονισμένες κορυφές τού Μαίναλου, τού Ταΰγετου καί τού Χελμού.

Ο Κολοκοτρώνης λοιπόν κατηγορήθηκε από τούς Ευρωπαίους αξιωματικούς ότι οικοιοποιήθηκε μεγάλο μέρος από τά λάφυρα γιά προσωπικό του όφελος. Ο Ρεμπώ, πού ήταν φίλος τού Μαυροκορδάτου, έγραψε καί τήν γελοία κατηγορία ότι ο Κολοκοτρώνης έστειλε χρηματικά ποσά σέ ευρωπαϊκές τράπεζες. Απλά τόν διαψεύδει η ίδια η ζωή τού Κολοκοτρώνη ο οποίος πέθανε πάμφτωχος έχοντας στήν κατοχή τού μόνο μία καλύβα πού τού χάρισε τό ελληνικό κράτος.

Παρόμοιες συκοφαντίες εκτόξευσε καί ο Γάλλος Περσά κατά τής Μπουμπουλίνας ότι δηλαδή καταλήστεψε τίς χανούμισσες τού Χουρσίτ, προκειμένου νά τίς στείλει στά Γιάννενα. Απλά η ίδια η ζωή τής σπετσιώτισσας καπετάνισσας διαψεύδει τόν Γάλλο τυχοδιώκτη, δεδομένου ότι η Λασκαρίνα προσέφερε εξ ολοκλήρου τήν τεράστια περιουσία της γιά τόν Αγώνα καί πέθανε καί αυτή τελείως χρεωκοπημένη. 

Κατά τόν Ιούνιον μήνα, όταν πολιορκούσαμεν τήν Τριπολιτζά, εσήκωσα από τά Ντερβένια τόν μακαρίτην Πάνο. Ο Πάνος, ο Υψηλάντης, ο Γενναίος, ο Αποστόλης ήτον εις τά Βασιλικά (Αρχαία Συκιών Κιάτου), επαρχία τής Κορίνθου, διότι τούς είπαν ότι ήλθαν Τούρκοι. Τό στράτευμα 700, μέ τόν Υψηλάντην από τήν Αγία Ειρήνη αγνάντευαν τόν στόλο πού καίγει τό Γαλαξίδι. Όταν επολιορκούσαμε στενά τήν Τριπολιτζά, έβγαιναν έξω οι πολιορκημένοι, στόν πόλεμο τούς πιάναμε, μεταξύ αυτών επιάσθη ο Χατζή Χρίστος, ο Κότζος. Οι Βούλγαροι ήτον σεΐζηδες (ιππείς), ως 200 επιάσαμεν, ήτον Χριστιανοί.

Εν ταυτώ άρχισαν οι Αρβανίταις νά πραγματεύονται. - ήτον ένας γραμματικός μέ τούς Αρβανίταις, γραμματικός τού Βελήμπεη καί Αλμάσμπεη. Αυτός έκαμνε τόν μεσίτη μέ τούς Αρβανίταις νά τούς βγάλομεν. Οι επίλοιποι Τούρκοι μανθάνοντας τό τραττάτο, ηθέλησαν νά πάρουν μέρος καί αυτοί, εβγαίνανε εις ένα μέρος, επήγαινε ο Πετρόμπεης, ο Αναγνώστης Ντεληγιάννης, Κρεβατάς καί άλλοι, καί τούς ελέγαμε, νά αφήσουν τ' άρματα καί νά τούς μπαρκάρομε όπου θέλουν. Εκείνοι έλεγαν:

- "Όχι, μέ τ' άρματά μας".

Στέλνουμε στούς Αρβανίτες, διά νά εμπιστευθούν νά εβγούν, τόν Κολιόπουλο (Δημήτριο Πλαπούτα) ως ενέχυρον. Βλέποντες οι Έλληνες, ότι θά πέσει η Τριπολιτζά, εμαζώχθηκαν 20000. Καθώς εδοκίμασαν οι Αρβανίτες νά φύγουν, επήδησαν οι Έλληνες μέσα από τήν τάπια τού σαραγιού. Οι Αρβανίτες εβγήκαν έξω, επήραν τόν Κολιόπουλο, ετράβηξαν κατά τόν Μύτικα έως 2500. Μπαίνοντας τ' ασκέρι, έβαλα τελάλι νά μή σκοτώσουμε τούς Αρβανίτες. Εβγήκαν ως 2000 καί μέσα εις τήν Τριπολιτζά έκοβαν.

Τό άλογό μου από τά τείχη έως τά σαράγια δέν επάτησε γή. Αρβανίτες κλεισμένοι εις τόν πύργο δέν πείθονται εΙς τήν φωνή μου. Εκεί πού εβγήκα μέ τούς Έλληνας, τό πράγμα τους οι Αρβανίτες τό είχαν στελμένο εις τό τζαντήρι (σκηνή) μου από ημέρας μπροστά τρείς. Πηγαινάμενος εκεί, δοκίμασαν οι Έλληνες νά κτυπήσουν τούς Αρβανίτες, εγώ τούς είπα:

- "Εάν θέλετε νά βαρέσετε τούς Αρβανίτες, σκοτώσετε εμένα πρώτα, ειμή καί είμαι ζωντανός όποιος πρωτορίξει εκείνονε πρωτοσκοτώνω πρώτα".

Κι εμπήκα μπροστά μέ τούς σωματοφύλακάς μου, καί εμίλησα τών Αρβανιτών καί ήρθαν. Ο Αλμάσμπεης καί ο Βελήμπεης, οι δύο αρχηγοί τών Αρβανιτών, καί τούς εζήτησα δύο ενέχυρα, καί τούς έδωσα τό πράγμα τους, 13 φορτώματα. Εις τό τραττάτο ήτον οι πρώτιστοι τών Ελλήνων, εγώ έμεινα πιστός εις τόν λόγον τής τιμής μου. Επήρα τόν Κολιόπουλο από τούς Αρβανίτες καί τούς έδωσα τόν Γιαννάκη Κολοκοτρώνη, Χρηστάκη καί Βασίλη Αλωνισθιώτη.

Τόν Κολιόπουλο τόν ορδίνιασα μέ 300 ανθρώπους νά τούς ξεβγάλει. Έτζι τούς επήρε εις τά Καλάβρυτα καί εις τήν Βοστίτζα (Αίγιο), καί ο Κολιόπουλος εγύρισε οπίσω. Τό ασκέρι οπού ήτον μέσα τό ελληνικό έκοβε καί εσκότωνε από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά καί άνδρες 32000, μία ώρα ολόγυρα τής Τριπολιτζάς. Ένας Υδραίος έσφαξε 90. Έλληνες. εσκοτώθηκαν 100. Έτζι επήρε τέλος. Τελάλη (εντολή), νά παύσει ο σφαγμός.

Τού Σεχνετζίμπεη η φαμιλιά έμεινε μ' εμέ, 24 άνθρωποι. Τόν Κιαμήλμπεη τόν επήρε ο Γιατράκος. Ο Κεχαγιάς έμεινε αιχμάλωτος μέ τά χαρέμια καί τά περίλαβε ο Πετρόμπεης. Μετά τήν νίκη τού Βαλτετζιού τού είχα γράψει ένα γράμμα καί τού έλεγα ότι:

- "Σ' ενόμισα τακτικόν καί ήλθες κλέφτικα νά πολεμήσεις. Μανθάνω ότι κάνεις προσκυνοχάρτια εις τούς Ρωμαίους, δέν είναι τώρα καιρός διά τούς Τούρκους νά δίνεις προσκυνοχάρτια, αλλά είναι τών Ελλήνων καιρός νά δίνουν εις τούς Τούρκους, καί ελπίζω νά σού δώσω ράγι (συγχώρεση), άν γλυτώσεις, νά πάς εις τόν τόπον σου. Βάστα όσο μπορέσεις καί καλήν αντάμωσιν εις τό σαράγι σου."

Καί ο Θεός τό ήφερε καί εσμίξαμε εις τό σαράγι.

- "Ήμουν σκλάβος εις τούς Ρούσους", έλεγε ο Κεχαγιάς, "καλλίτερα νά χαθώ εις τούς Έλληνας, αλλού θά μέ στείλει ο Σουλτάνος νά χαθώ".

- " Μή φοβάσαι, δέν φονεύομε όσους επροσκύνησαν."

Τούς επαραδώκαμεν εις τήν φύλαξιν τών Μαυρομιχαλέων. Όταν εμβήκα εις τήν Τριπολιτζά, μέ έδειξαν εις τό παζάρι τόν πλάτανο οπού εκρέμαγαν τούς Έλληνας. Αναστέναξα καί είπα:

- "Άϊντε, πόσοι από τό σόγι μου καί από τό έθνος μου εκρεμάσθησαν εκεί!"

Εδιέταξα καί τόν έκοψαν. Επαρηγορήθηκα καί διά τόν σκοτωμόν τών Τούρκων. Όταν εκίνησα διά νά υπάγω εις τό Βαλτέτζι, εις τόν δρόμον εβγήκαν τρείς λαγοί καί τούς έπιασαν ζωντανούς οι Έλληνες. Τότε τούς είπα, ότι:

- "Η νίκη παιδιά, είναι δική μας!"

Είχαν πρόληψη οι Έλληνες όταν έβλεπαν λαγούς καί επερνούσαν από τό στρατόπεδο καί δέν τούς εσκότωναν ή δέν τούς έπιαναν, η καρδιά τών Ελλήνων εκρύωνε, ότι θά χάσουν τόν πόλεμο.

Από βουνό εις βουνό είχα τουφέκια μέ φωτιαίς (φρυκτωρίες ή καμινοβίγλια τών βυζαντινών) καί εις ολίγες στιγμές έδιδα είδησιν εις τά μακρινά στρατεύματα. Μία φορά εις τά Τρίκορφα ο Αναγνώστης Ζαφειρόπουλος από τό Ζυγοβίστι, τόν οποίον είχα γραμματικόν τότε, μέ ήβλεπε οπού αγωνιζόμουνα εις τάς 24 ώρας. Εις τάς 20 επήγαινα εις τήν τέντα μου καί έτρωγα ολίγο ψωμί. Μού είπε:

- "Άϊντε Κολοκοτρώνη, παιδεύσου, παιδεύσου, καί η πατρίς σου θέλει σέ ανταμείψει."

Εγώ τού αποκρίθηκα ότι:

- "Εμένα η πατρίς θά πρωτοεξορίσει",

καί η τύχη τό ήφερε καί αλήθευσα.

Εκάμαμε συνέλευση, ο Υψηλάντης, ο Πετρόμπεης καί άλλοι, οπού είχαμεν αρχήν. Τούς είπα, ότι:

- "Είναι καιρός νά εκστρατεύσομε τώρα καί νά κινήσω διά τήν Πάτρα."

Τό έκριναν εύλογον. Τότε εκίνησα μόνο μέ 40 σωματοφύλακας γιά τήν Πάτρα. Έστειλα προσταγή εις τήν επαρχία τής Καρύταινας, νά μαζωχθούν τά στρατεύματα διά τήν Πάτρα. Καί όταν έφθασα στά Μαγούλιανα, έξι ώρες από τήν Τριπολιτζά, εσυνάχθηκαν 1700 στρατιώτες, καί έως νά κατεβώ εις τήν Γαστούνην εμάζωνα 10000, ακούοντας ότι εκστράτευα διά τήν Πάτρα οι άρχοντες, ο Ανδρέας Ζαΐμης, Σωτήρ Χαραλάμπης, Παλαιών Πατρών, πού πολιόρκιζαν τήν Πάτρα, γράφουν ένα γράμμα τού Υψηλάντη καί Πετρόμπεη καί όλης τής τότε Κυβερνήσεως (Γερουσίας):

- "Εμάθαμε ότι ο Κολοκοτρώνης έρχεται εις τήν Πάτρα. Ο Κολοκοτρώνης νά μείνει καί νά έλθει βοήθεια μιά τρακοσαργιά νομάτοι ή μέ τόν Δεληγιάννη, ή μ' ένα Μαυρομιχάλη, διατί σέ έξι ημέρες παίρνομε τήν Πάτρα."

Διατί έλεγαν τών μικρών:

- "Δέν συμφέρει, ότι άν έλθει ο Κολοκοτρώνης θέ νά πάρει καί τής Πάτρας τά λάφυρα, καθώς καί τής Τριπολιτζάς."

Σκοπός τους ήτον νά μήν πάρω τήν Πάτρα καί δυναμωθώ. Άν μέ άφηναν νά πάγω αμέσως, θά μού έδιδαν αμέσως τά κλειδιά οι Τούρκοι από τόν φόβον τους. (Ο Κολοκοτρώνης είχε έρθει σέ συνεννόηση μέ τούς Λαλαίους τουρκαλβανούς τής Πάτρας νά αποχωρήσουν. Ήταν ζήτημα ημερών νά πάρει καί τήν Πάτρα. Δέν τόν άφησε τό αρχοντολόϊ Ζαΐμης, Λόντος, Χαραλάμπης, Γερμανός, καί έμεινε η πόλις τών Πατρών γιά οκτώ ακόμα χρόνια σέ τούρκικα χέρια.)

Διήγησις Συμβάντων τής Ελληνικής Φυλής - Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Η πτώση τής Τριπολιτσάς υπήρξε αποφασιστικής σημασίας γιά τήν εδραίωση καί γιά τήν εξέλιξη τού Αγώνα. Η εκκαθάριση τού εσωτερικού τής Πελοποννήσου δημιούργησε αυτοπεποίθηση στούς αγωνιστές, πού μπορούσαν πλέον ευκολότερα νά κτυπήσουν τά υπόλοιπα τουρκικά φρούρια. Η εξαφάνιση τής κυριότερης τουρκικής παρουσίας είχε ανεβάσει τό ηθικό τών πολεμιστών στά ύψη. Με τά χιλιάδες όπλα καί σπαθιά οπλίσθηκαν πολλοί αγωνιστές. Η επανάσταση προσλάμβανε διαφορετικές διαστάσεις καί ανοίγονταν νέες προοπτικές γιά τήν οργάνωση τού Αγώνα, όχι μόνο στόν στρατιωτικό, αλλά καί στόν πολιτικό τομέα. Ο Δημήτριος Υψηλάντης έμαθε γιά τήν πτώση τής Τριπολιτσάς στά Βασιλικά (Κιάτο) Κορινθίας, όπου είχε τότε στατοπεδεύσει γιά νά ματαιώσει ενδεχόμενη απόβαση τουρκικού στρατού. Η χαρά του όμως μετριάσθηκε όταν πληροφορήθηκε τίς σφαγές τών αμάχων, τήν αρπαγή τών λαφύρων καί τήν λιποταξία τών στρατιωτών του πού έσπευσαν στήν Τριπολιτσά γιά λαφυραγωγία.

Οι σφαγές τής Τριπολιτσάς κρίθηκαν από μερικούς ξένους ιστορικούς ως μία από τίς πιό ειδεχθείς εκδηλώσεις τής απανθρωπιάς τών πολέμων. Οι αντιπολιτευόμενοι τά φιλελληνικά κομιτάτα τής Ευρώπης ανέφεραν σέ άρθρα καί σέ διαλέξεις τους ότι οι σφαγές εκείνες ήταν η απόδειξη πώς οι Έλληνες είχαν αποβάλλει τά χαρακτηριστικά τής φυλής πού χάρισε στήν ανθρωπότητα τά έξοχα διδάγματα ευγένειας καί ανθρωπισμού. Οι Γάλλοι αξιωματικοί Μαξίμ Ρεμπώ καί Μωρίς Περσά, εκδήλωσαν καί αυτοί πρός τούς Έλληνες φοιτητές πού είχαν έλθει από τό Παρίσι τόν αποτροπιασμό τους γιά τά γεγονότα τής Τριπολιτσάς. Οι Έλληνες εθελοντές, όντας ενημερωμένοι γιά τά τεκταινόμενα στήν Ευρώπη, απάντησαν υπενθυμίζοντας τίς αγριότητες τής δικής τους επανάστασης, εκεί όπου η λαιμητόμος έκοψε αδιακρίτως χιλιάδες κεφάλια.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

"Μετά τήν δι 'εφόδου γενομένην πτώσιν τής Τριπολιτσάς, οι προύχοντες τών Ελλήνων μετά τού Θεοδώρου Κολκοτρώνη, αφ' ού πρώτον εξησφάλισαν εις ιδιαίτερον κατάλυμα όλην τήν οικογένειαν τού Χουρσίτ Πασσά καί τού Μεχμέτ Πασσά, τόν Καϊμακάμην, τόν Κεχαγιάμπεην, τόν Μπινά Εμίνην, τόν Μουσταφά μπέην, τόν Σιέχ Νετζίπ εφέντη καί άλλους μερικούς εκ τών επισημοτέρων Οθωμανών διά νά μή παρενοχλώνται παρ' ουδενός, παρά πάσαν ελπίδα, κατά τήν νύκτα εφάνη πυρκαϊά εις τό παλάτιον, τό οποίον ολοσχερές έγινε παρανάλωμα τού πυρός ομού μέ έν πλήθος εν αυτώ κειμένων επίπλων.

Οι Οθωμανοί καίτοι κυριευθέντες δι εφόδου παρά τών Ελλήνων, έμενον πάντοτε εις τάς δοξασίας των ότι είχον μέχρι τής εποχής εκείνης τούς Έλληνες υποχειρίους των, εν ώ καί εθεώρουν εαυτούς μέν αόπλους, τούς δέ Έλληνας ωπλισμένους, μέ τήν αυτήν οθωμανικήν υψηλοφροσύνην καί οίησιν κακομετεχειρίζοντο τούς Έλληνας. Εάν ήθελον νά είπωσι περί οποιασδήποτε υποθέσεως εις τούς Έλληνας τί, εφώναζον αυτούς μέ τό θηριώδες εκείνο ύφος τών: "μπρέ Ρωμιέ!", "μπρέ γκιαούρ, μπρέ σκύλε!", "φέρε νερό!", "φέρε ψωμί!".

Αμβρόσιος Φραντζής - Επιτομή Ιστορίας τής αναγεννηθείσης Ελλάδος, Τόμος Β'


ΑΙΩΝΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΙΣΤΗ
ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου